ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ

της 30ής Σεπτεμβρίου 2003 (1)

«Κρατικές ενισχύσεις - Αντιστάθμιση των οικονομικών μειονεκτημάτων που προκάλεσε η διαίρεση της Γερμανίας - Σοβαρή διαταραχή της οικονομίας κράτους μέλους - Περιφερειακή οικονομική ανάπτυξη - Κοινοτικό πλαίσιο των κοινοτικών ενισχύσεων στον τομέα της αυτοκινητοβιομηχανίας»

Στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C-57/00 P και C-61/00 P,

Freistaat Sachsen, εκπροσωπούμενο από τον J. Sedemund, Rechtsanwalt, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο (C-57/00 P),

Volkswagen AG και Volkswagen Sachsen GmbH, εκπροσωπούμενες από τον M. Schütte, Rechtsanwalt, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο (C-61/00 P),

αναιρεσείοντες,

που έχει ως αντικείμενο δύο αναιρέσεις που ασκήθηκαν κατά της αποφάσεως που εξέδωσε στις 15 Δεκεμβρίου 1999 το Πρωτοδικείο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (δεύτερο πενταμελές τμήμα) στις υποθέσεις T-132/96 και T-143/96, Freistaat Sachsen κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 1999, σ. II-3663), με τις οποίες ζητείται η εξαφάνιση της αποφάσεως αυτής,

όπου ο έτερος διάδικος είναι

η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων , εκπροσωπούμενη από τον K.-D. Borchardt, επικουρούμενο από τον M. Núρez-Müller, Rechtsanwalt, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,

καθής πρωτοδίκως,

η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, εκπροσωπούμενη από τον T. Oppermann,

και

το Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και Βόρειας Ιρλανδίας,

παρεμβαίνοντες,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,

συγκείμενο από τους G. C. Rodríguez Iglesias, Πρόεδρο, J.-P. Puissochet, M. Wathelet, R. Schintgen και C. W. A. Timmermans, προέδρους τμήματος, D. A. O. Edward, P. Jann, Β. Σκουρή, F. Macken (εισηγήτρια), S. von Bahr και J. N. Cunha Rodrigues, δικαστές,

γενικός εισαγγελέας: J. Mischo


γραμματέας: H. A. Rühl, κύριος υπάλληλος διοικήσεως,

έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,

αφού άκουσε τις αγορεύσεις των διαδίκων κατά τη συνεδρίαση της 26ης Φεβρουαρίου 2002, κατά την οποία η Freistaat Sachsen εκπροσωπήθηκε από τον T. Lübbig, Rechtsanwalt, οι Volkswagen AG και Volkswagen Sachsen GmbH από τον M. Schütte, η Επιτροπή από τον K.-D. Borchardt, επικουρούμενο από τον M. Núρez-Müller, και η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας από τους T. Oppermann και W.-D. Plessing,

αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 28ης Μα.ου 2002,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1.
    Με δικόγραφα που κατέθεσαν στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 23 Φεβρουαρίου 2000, το Freistaat Sachsen, αφενός, και οι Volkswagen AG (στο εξής: Volkswagen) και Volkswagen Sachsen Gmbh (στο εξής: VW Sachsen), αφετέρου, άσκησαν, βάσει του άρθρου 49 του Οργανισμού ΕΚ του Δικαστηρίου, δύο αναιρέσεις κατά της αποφάσεως του Πρωτοδικείου της 15ης Δεκεμβρίου 1999, T-132/96 και T-143/96, Freistaat Sachsen κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 1999, σ. II-3663, στο εξής: αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση), με την οποία το Πρωτοδικείο απέρριψε την προσφυγή τους περί μερικής ακυρώσεως της αποφάσεως 96/666/ΕΚ της Επιτροπής, της 26ης Ιουνίου 1996, σχετικά με ενίσχυση που χορήγησε η Γερμανία προς τον όμιλο Volkswagen για τα εργοστάσια στις περιοχές Mosel και Chemnitz (ΕΕ L 308, σ. 46, στο εξής: επίδικη απόφαση).

2.
    Με την από 18 Μα.ου 2000 διάταξη του Προέδρου του Δικαστηρίου αποφασίστηκε η ένωση των υποθέσεων C-57/00 P και C-61/00 P, προς διευκόλυνση της γραπτής και της προφορικής διαδικασίας και προς έκδοση κοινής αποφάσεως.

3.
    Η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε κατόπιν των δικογράφων που κατέθεσαν στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου, αφενός, το Freistaat Sachsen και, αφετέρου, η Volkswagen και η VW Sachsen, με τα οποία ζήτησαν τη μερική ακύρωση της επίδικης αποφάσεως.

4.
    Με διατάξεις της 1ης και 3ης Ιουλίου 1998, το Πρωτοδικείο επέτρεψε στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας και στο Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και Βόρειας Ιρλανδίας να παρέμβουν υπέρ των προσφευγόντων και της Επιτροπής, αντιστοίχως.

5.
    Παραλλήλως προς τις ασκηθείσες ενώπιον του Πρωτοδικείου προσφυγές, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας άσκησε, με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 16 Σεπτεμβρίου 1996, προσφυγή περί μερικής ακυρώσεως της επίδικης αποφάσεως, η οποία καταχωρίστηκε με αριθμό C-301/96. Η διαδικασία αυτή ανεστάλη από το Δικαστήριο, με διάταξη της 4ης Φεβρουαρίου 1997, μέχρι την έκδοση της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως.

6.
    Στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το νομικό πλαίσιο της διαφοράς παρατέθηκε ως εξής:

«1    Με επιστολή της 31ης Δεκεμβρίου 1988, η Επιτροπή ενημέρωσε τα κράτη μέλη ότι, κατά τη συνεδρίασή της της 22ας Δεκεμβρίου 1988 και κατόπιν της από 19 Ιουλίου 1988 αποφάσεώς της για τη δημιουργία ενός γενικού κοινοτικού πλαισίου για τις κρατικές ενισχύσεις προς την αυτοκινητοβιομηχανία (στο εξής: κοινοτικό πλαίσιο), στηριζομένου στο άρθρο 93, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρο 88, παράγραφος 1, ΕΚ), είχε καθορίσει τους όρους λειτουργίας του εν λόγω πλαισίου, οι οποίοι παρετίθεντο σε συνημμένο στην επιστολή έγγραφο. Ζήτησε από τα κράτη μέλη να την ενημερώσουν αν απεδέχοντο αυτό το πλαίσιο εντός μηνός.

2    Το κοινοτικό πλαίσιο περιελήφθη σε ανακοίνωση (89/C 123/03), που δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (EE 1989, C 123, σ. 3). Στην παράγραφο 2.5, ορίζει ότι “τίθεται σε ισχύ την 1η Ιανουαρίου 1989” και ότι “ισχύει για περίοδο δύο ετών”.

3    Κατά την παράγραφο 1, τέταρτο εδάφιο, σκοπός του κοινοτικού πλαισίου είναι, μεταξύ άλλων, η επιβολή αυστηρότερης πειθαρχίας στη χορήγηση ενισχύσεων στην αυτοκινητοβιομηχανία, ώστε να εξασφαλίζεται ότι η ανταγωνιστικότητα της κοινοτικής βιομηχανίας δεν θα στρεβλώνεται από αθέμιτο ανταγωνισμό. Η Επιτροπή τονίζει ότι μπορεί να ασκεί αποτελεσματική πολιτική μόνον εάν έχει τη δυνατότητα να λαμβάνει θέση για τις επί μέρους περιπτώσεις πριν από τη χορήγηση της ενισχύσεως.

4    Κατά την παράγραφο 2.2, πρώτο εδάφιο, του κοινοτικού πλαισίου,

    “.λες οι ενισχύσεις που πρόκειται να χορηγηθούν από δημόσιες αρχές, εντός του πλαισίου ενός εγκεκριμένου καθεστώτος ενισχύσεων, προς επιχειρήσεις που λειτουργούν στον τομέα των αυτοκινήτων όπως αυτός ορίζεται παραπάνω, και εφόσον η δαπάνη του προς ενίσχυση σχεδίου υπερβαίνει τα 12 εκατομμύρια ECU, υπόκεινται σε εκ των προτέρων κοινοποίηση με βάση το άρθρο 93, παράγραφος 3, της Συνθήκης ΕΟΚ. .σον αφορά δε τις ενισχύσεις που χορηγούνται εκτός του πλαισίου ενός εγκεκριμένου καθεστώτος ενισχύσεων, είναι ευνόητο ότι κάθε αντίστοιχο σχέδιο, ανεξάρτητα από το ύψος της σχετικής δαπάνης και το ποσοστό της ενίσχυσης, υπόκειται χωρίς εξαίρεση στην υποχρέωση κοινοποίησης δυνάμει του άρθρου 93, παράγραφος 3, της Συνθήκης ΕΟΚ. Εάν δεν υπάρχει άμεση σύνδεση με ένα συγκεκριμένο σχέδιο, όλες οι προτεινόμενες ενισχύσεις πρέπει να κοινοποιούνται, ακόμη και αν καταβάλλονται στα πλαίσια καθεστώτων που έχουν ήδη εγκριθεί από την Επιτροπή. Τα κράτη μέλη ενημερώνουν την Επιτροπή σχετικά με κάθε σχέδιο χορήγησης ή τροποποίησης ενίσχυσης, και αρκετά έγκαιρα ώστε να μπορεί να υποβάλλει τα σχόλιά της.”

5    Στην παράγραφο 3 του κοινοτικού πλαισίου, που αφορά τις κατευθυντήριες γραμμές για την εκτίμηση των ενισχύσεων, η Επιτροπή διευκρινίζει ειδικότερα τα εξής:

    “-    Περιφερειακές ενισχύσεις

        [...]

        Η Επιτροπή αναγνωρίζει την πολύτιμη συνεισφορά στην περιφερειακή ανάπτυξη που μπορεί να εξασφαλισθεί με τη δημιουργία νέων ή/και την επέκταση υφιστάμενων εγκαταστάσεων παραγωγής αυτοκινήτων και εξαρτημάτων τους σε μειονεκτούσες περιφέρειες. Για τον λόγο αυτό, η Επιτροπή διάκειται εν γένει ευμενώς απέναντι στις παραγωγικές ενισχύσεις που χορηγούνται με σκοπό να υπερβληθούν διαρθρωτικά εμπόδια σε μειονεκτούντα τμήματα της Κοινότητας.

        Οι ενισχύσεις αυτές συνήθως χορηγούνται αυτόματα και σύμφωνα με διαδικασίες που έχουν προηγουμένως εγκριθεί από την Επιτροπή. Ζητώντας την εκ των προτέρων κοινοποίηση αυτών των ενισχύσεων στο μέλλον η Επιτροπή αναμένεται να αποκτήσει τη δυνατότητα να εκτιμά τα ωφελήματα περιφερειακής ανάπτυξης (όπως είναι η προώθηση μόνιμης ανάπτυξης της περιοχής με τη δημιουργία βιώσιμων θέσεων απασχόλησης και δεσμών μεταξύ της τοπικής και της κοινοτικής οικονομίας) έναντι ενδεχομένων αρνητικών επιπτώσεων στον τομέα ως σύνολο (όπως είναι, π.χ., η δημιουργία σημαντικής πλεονάζουσας δυναμικότητας). Η εκτίμηση αυτή δεν έχει σκοπό να αμφισβητήσει την ουσιαστική σημασία των περιφερειακών ενισχύσεων για την επίτευξη συνοχής μέσα στην Κοινότητα, αλλά να φροντίσει ώστε να ληφθούν υπόψη και άλλες πλευρές κοινοτικού ενδιαφέροντος, όπως η ανάπτυξη της κοινοτικής βιομηχανίας.

    [...]”

6    .ταν η Γερμανική Κυβέρνηση της γνωστοποίησε ότι είχε αποφασίσει να μην εφαρμόσει το κοινοτικό πλαίσιο, η Επιτροπή εξέδωσε, σύμφωνα με το άρθρο 93, παράγραφος 2, της Συνθήκης, την απόφαση 90/381/ΕΟΚ, της 21ης Φεβρουαρίου 1990, σχετικά με τα γερμανικά καθεστώτα ενίσχυσης που εφαρμόζονται στον τομέα του αυτοκινήτου (ΕΕ 1990, L 188, σ. 55). Το άρθρο 1 της αποφάσεως αυτής ορίζει:

    “1.    Από την 1η Μα.ου 1990, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας κοινοποιεί στην Επιτροπή, κατ' εφαρμογή του άρθρου 93, παράγραφος 3, της Συνθήκης ΕΟΚ, όλες τις ενισχύσεις που χορηγούνται για τα σχέδια, των οποίων το κόστος υπερβαίνει τα 12 εκατομμύρια ECU βάσει των συστημάτων ενισχύσεων που απαριθμούνται στο παράρτημα και οι οποίες πρέπει να χορηγηθούν σε επιχειρήσεις που ασκούν δραστηριότητα στον τομέα των αυτοκινήτων, όπως προσδιορίζεται στο σημείο 2.1 του κοινοτικού πλαισίου κρατικών ενισχύσεων στον τομέα της αυτοκινητοβιομηχανίας. Οι κοινοποιήσεις αυτές πραγματοποιούνται σύμφωνα με τους κανόνες που προβλέπονται στα σημεία 2.2 και 2.3 του εν λόγω πλαισίου. Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας γνωστοποιεί, επίσης, ετήσιες εκθέσεις σύμφωνα με τις διατάξεις του πλαισίου.

    2.    Εκτός από τον κατάλογο των συστημάτων που απαριθμούνται στο παράρτημα, ο οποίος δεν είναι εξαντλητικός κατάλογος, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας συμμορφώνεται προς τις υποχρεώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 1, παράγραφος 1, όσον αφορά όλα τα άλλα υφιστάμενα συστήματα ενισχύσεων τα οποία δεν περιλαμβάνονται στο παράρτημα και από τα οποία επωφελείται ενδεχομένως ο τομέας τον οποίο αφορά το πλαίσιο.

    3.    Οι ενισχύσεις που χορηγούνται βάσει του Berlin Förderungsgesetz προς επιχειρήσεις του τομέα της αυτοκινητοβιομηχανίας εγκατεστημένες στο Βερολίνο απαλλάσσονται από την υποχρέωση προηγούμενης κοινοποίησης που προβλέπεται από το πλαίσιο, αλλά πρέπει να αναφέρονται στις ετήσιες εκθέσεις των οποίων απαιτείται η προσκόμιση.”

7    Με την από 2 Οκτωβρίου 1990 επιστολή της προς τη Γερμανική Κυβέρνηση, η Επιτροπή ενέκρινε το καθεστώς περιφερειακών ενισχύσεων που προβλεπόταν για το 1991 από το δέκατο ένατο πρόγραμμα-πλαίσιο και είχε εγκριθεί κατ' εφαρμογήν του γερμανικού νόμου περί έργων κοινής ωφέλειας “Βελτίωση των περιφερειακών οικονομικών δομών” της 6ης Οκτωβρίου 1969 (στο εξής: νόμος περί έργων κοινής ωφέλειας), υπενθυμίζοντας ταυτόχρονα ότι ήταν αναγκαίο, κατά την εκτέλεση των σκοπουμένων μέτρων, να ληφθεί υπόψη το υφιστάμενο σε ορισμένους βιομηχανικούς κλάδους κοινοτικό πλαίσιο. .πως αναφέρει το ίδιο το δέκατο ένατο πρόγραμμα-πλαίσιο (μέρος I, παράγραφος 9.3, σ. 43) [στο εξής: δέκατο ένατο πρόγραμμα-πλαίσιο], η Επιτροπή “έχει λάβει αποφάσεις που είτε απαγορεύουν την εκτέλεση κρατικών ενισχύσεων χορηγουμένων σε ορισμένους τομείς, έστω και αν χορηγήθηκαν στο πλαίσιο εγκεκριμένων προγραμμάτων (π.χ., περιφερειακών ενισχύσεων), είτε την εξαρτούν από προηγούμενη άδεια για καθένα από τα χρηματοδοτούμενα προγράμματα [...].

    Τέτοιοι κανόνες υφίστανται στους ακολούθους τομείς:

    α) [...]

    -    την αυτοκινητοβιομηχανία, εφόσον το κόστος της χρηματοδοτουμένης πράξεως υπερβαίνει τα 12 εκατομμύρια ECU.”

8    Η πολιτική επανένωση της Γερμανίας κηρύχθηκε στις 3 Οκτωβρίου 1990, συνεπαγόμενη την προσχώρηση στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας πέντε νέων [ομόσπονδων κρατών] προερχομένων από την πρώην Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας, μεταξύ των οποίων και του Freistaat Sachsen.

9    Με επιστολή της 31ης Δεκεμβρίου 1990, η Επιτροπή ενημέρωσε τα κράτη μέλη ότι έκρινε αναγκαίο να παρατείνει την ισχύ του κοινοτικού πλαισίου.

10    Η απόφαση αυτή δημοσιεύθηκε επίσης υπό μορφή ανακοινώσεως (91/C 81/05) στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΕΕ 1991, C 81, σ. 4). Η ανακοίνωση αυτή αναφέρει ιδίως τα εξής:

    “[...] η Επιτροπή θεωρεί απαραίτητο να ανανεώσει το πλαίσιο για τις κρατικές ενισχύσεις προς την αυτοκινητοβιομηχανία στην παρούσα του μορφή. Η μόνη τροποποίηση που αποφάσισε να επιφέρει η Επιτροπή είναι να επεκτείνει στο Βερολίνο (Δυτικό) και την επικράτεια της πρώην Λαϊκής Δημοκρατίας της Γερμανίας την υποχρέωση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας όσον αφορά την εκ των προτέρων κοινοποίηση σχεδίων (το άρθρο 1, παράγραφος 3, της αποφάσεως της Επιτροπής της 21ης Φεβρουαρίου 1990, όπως δημοσιεύθηκε στην ΕΕ L 188 της 20ής Ιουλίου 1990, δεν ισχύει πλέον μετά την 1η Ιανουαρίου 1991).

    Η Επιτροπή θα επανεξετάσει το πλαίσιο μετά την πάροδο διετίας. Εάν κριθούν απαραίτητες κάποιες τροποποιήσεις (ή ενδεχομένως η ανάκληση του πλαισίου), η Επιτροπή θα αποφασίσει σχετικά μετά από διαβούλευση με τα κράτη μέλη.”

11    Με επιστολές της 5ης Δεκεμβρίου 1990 και της 11ης Απριλίου 1991 προς τη Γερμανική Κυβέρνηση, η Επιτροπή ενέκρινε την εφαρμογή του νόμου περί έργων κοινής ωφέλειας στα νέα [ομόσπονδα κράτη], υπενθυμίζοντας εκ νέου την ανάγκη, κατά την εφαρμογή των προβλεπομένων μέτρων, να λαμβάνεται υπόψη το υφιστάμενο σε ορισμένους βιομηχανικούς κλάδους κοινοτικό πλαίσιο. Ομοίως, με επιστολή της 9ης Ιανουαρίου 1991, ενέκρινε την επέκταση των υφισταμένων καθεστώτων περιφερειακών ενισχύσεων στα νέα [ομόσπονδα κράτη], διευκρινίζοντας ότι έπρεπε να τηρηθούν οι διατάξεις του κοινοτικού πλαισίου.

12    Στις 23 Δεκεμβρίου 1992 η Επιτροπή αποφάσισε “να μην τροποποιηθεί το πλαίσιο” και ότι θα παρέμενε εν ισχύι μέχρι να οργανώσει την επόμενη επανεξέταση. Η απόφαση αυτή δημοσιεύθηκε υπό μορφή ανακοινώσεως (93/C 36/06) στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΕΕ 1993, C 36, σ. 17).

13    Στην απόφαση της 29ης Ιουνίου 1995, C-135/93, Ισπανία κατά Επιτροπής (Συλλογή 1995, σ. I-1651, σκέψη 39), η Επιτροπή διαπίστωσε ότι η εν λόγω απόφαση έπρεπε να ερμηνευθεί “υπό την έννοια ότι απλώς παρέτεινε την ισχύ του πλαισίου μέχρι την επόμενη επανεξέταση, η οποία, όπως και οι προηγούμενες, έπρεπε να πραγματοποιηθεί κατά το πέρας της νέας διετούς περιόδου εφαρμογής του πλαισίου”, η οποία έληγε στις 31 Δεκεμβρίου 1994.

14    Μετά τη δημοσίευση αυτής της αποφάσεως, η Επιτροπή, με επιστολή της 6ης Ιουλίου 1995, ενημέρωσε τα κράτη μέλη ότι, προς το κοινοτικό συμφέρον, είχε αποφασίσει, στις 5 Ιουλίου 1995, να παρατείνει την ισχύ της αποφάσεώς της της 23ης Δεκεμβρίου 1992, αναδρομικώς από 1ης Ιανουαρίου 1995, οπότε το κοινοτικό πλαίσιο εξακολουθούσε να ισχύει χωρίς διακοπή. Η Επιτροπή διευκρίνιζε ότι η παράταση αυτή θα ίσχυε έως ότου ολοκληρωνόταν η διαδικασία του άρθρου 93, παράγραφος 1, της Συνθήκης, την οποία είχε αποφασίσει να κινήσει ταυτόχρονα (βλ. κατωτέρω σκέψη 15). Η απόφαση αυτή, που δημοσιεύθηκε υπό μορφή ανακοινώσεως (95/C 284/03) στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΕΕ 1995, C 284, σ. 3), ακυρώθηκε με την απόφαση του Δικαστηρίου της 15ης Απριλίου 1997, C-292/95, Ισπανία κατά Επιτροπής (Συλλογή 1997, σ. I-1931).

15    Με δεύτερη επιστολή, της 6ης Ιουλίου 1995, η Επιτροπή γνωστοποίησε, άλλωστε, στα κράτη μέλη την από 5 Ιουλίου 1995 απόφασή της να τους προτείνει, κατόπιν της προαναφερθείσας αποφάσεως της 29ης Ιουνίου 1995, Ισπανία κατά Επιτροπής, να θεσπίσει εκ νέου το κοινοτικό πλαίσιο για μια διετία, με ορισμένες όμως τροποποιήσεις και ιδίως την αύξηση του κατωτάτου ορίου κοινοποιήσεως σε 17 εκατομμύρια ECU (βλ. προαναφερθείσα ανακοίνωση 95/C 284/03). Το νέο προτεινόμενο κείμενο προέβλεπε, στην παράγραφο 2.5, ότι “Τα ενδεικνυόμενα μέτρα τίθενται σε ισχύ όταν όλα τα κράτη μέλη διατυπώσουν τη συγκατάθεσή τους ή το αργότερο την 1η Ιανουαρίου 1996. .λα τα σχέδια ενισχύσεων τα οποία κατά την ημερομηνία αυτή δεν έχουν ακόμη λάβει την τελική έγκριση από τις αρμόδιες δημόσιες αρχές θα υπόκεινται σε προηγούμενη κοινοποίηση”. Με επιστολή της 15ης Αυγούστου 1995, η Γερμανική Κυβέρνηση δήλωσε ότι συμφωνούσε με την ως άνω εκ νέου θέσπιση του κοινοτικού πλαισίου.»

7.
    Στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το ιστορικό της διαφοράς παρατέθηκε ως εξής:

«16    Η θέση σε ισχύ της Οικονομικής, Νομισματικής και Κοινωνικής Ενώσεως μεταξύ της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και της Λαϊκής Δημοκρατίας της Γερμανίας, την 1η Ιουλίου 1990, επέφερε την κατάρρευση της ζητήσεως και της παραγωγής οχημάτων Trabant στη Σαξονία. Για να διαφυλάξει την αυτοκινητοβιομηχανία στην περιοχή αυτήν, η Volkswagen AG [...] εξεκίνησε διαπραγματεύσεις με την Treuhandanstalt (οργανισμό δημοσίου δικαίου επιφορτισμένο με την αναδιάρθρωση των επιχειρήσεων της πρώην Λαϊκής Δημοκρατίας της Γερμανίας, στο εξής: THA), που κατέληξαν σε κατ' αρχήν συμφωνία τον Οκτώβριο του 1990. Η συμφωνία αυτή προέβλεπε, μεταξύ άλλων:

    -    την από κοινού ίδρυση μιας εταιρίας με σκοπό τη διατήρηση της απασχολήσεως (Beschäftigungsgesellschaft), της Sächsische Automobil GmbH (στο εξής: SAB), της οποίας το εταιρικό κεφάλαιο κατείχε αρχικά κατά 87,5 % η THA και κατά 12,5 % η Volkswagen·

    -    την εκ μέρους της SAB αναδοχή των τμημάτων βαφείου (τότε υπό κατασκευήν) και τελικής συναρμολογήσεως, κειμένων στις εγκαταστάσεις του Mosel (στο εξής: Mosel I)·

    -    την εκ μέρους της Volkswagen Sachsen GmbH, θυγατρικής αποκλειστικής ιδιοκτησίας της Volkswagen, αναδοχή εργοστασίου παραγωγής κινητήρων κειμένου στις εγκαταστάσεις του Chemnitz (στο εξής: Chemnitz I)·

    -    την εκ μέρους της VW Sachsen αναδοχή της παραγωγής κεφαλών κυλίνδρου στις εγκαταστάσεις του Eisenach και

    -    την εκ μέρους της VW Sachsen κατασκευή νέου εργοστασίου αυτοκινήτων στο Mosel, περιλαμβάνοντος τις τέσσερις κυριότερες κατασκευαστικές δραστηριότητες, ήτοι την κύρτωση μετάλλων, την κατασκευή αμαξωμάτων, τη βαφή και την τελική συναρμολόγηση (στο εξής: Mosel II), και ενός νέου εργοστασίου παραγωγής κινητήρων στο Chemnitz (στο εξής: Chemnitz II).

17    Αρχικά, έγινε αντιληπτό ότι η αναδοχή και η αναδιάρθρωση της Mosel I και της Chemnitz I συνιστούσαν μεταβατική λύση, που σκοπό είχε να αποφευχθεί να περιέλθει σε ανεργία το υφιστάμενο εργατικό δυναμικό, μέχρι την αναμενόμενη έναρξη λειτουργίας των εγκαταστάσεων Mosel II και Chemnitz II, που προβλεπόταν για το 1994.

18    Με επιστολή της 19ης Σεπτεμβρίου 1990, η Επιτροπή ζήτησε από τη Γερμανική Κυβέρνηση να της κοινοποιήσει, σύμφωνα με το κοινοτικό πλαίσιο, τις κρατικές ενισχύσεις γι' αυτά τα επενδυτικά σχέδια. Με επιστολές της 14ης Δεκεμβρίου 1990 και της 14ης Μαρτίου 1991, η Επιτροπή τόνισε ότι οι ενισχύσεις αυτές δεν μπορούσαν να εκτελεσθούν χωρίς προηγουμένως να της κοινοποιηθούν και λάβουν την έγκρισή της. Το θέμα αυτό εγγράφηκε επίσης στην ημερήσια διάταξη δύο διμερών συσκέψεων που διεξήχθησαν στη Βόννη στις 31 Ιανουαρίου και στις 7 Φεβρουαρίου 1991.

19    Στις 22 Μαρτίου 1991 το Υπουργείο Οικονομίας και Εργασίας του Freistaat Sachsen εξέδωσε, βάσει του νόμου περί έργων κοινής ωφέλειας, δύο αποφάσεις που προέβλεπαν την επιδότηση των επενδύσεων της VW Sachsen για τις εγκαταστάσεις Mosel II και Chemnitz II (στο εξής: υπουργικές αποφάσεις του 1991). Το προβλεπόμενο συνολικό ύψος αυτών των επιδοτήσεων ανερχόταν σε 757 εκατομμύρια γερμανικά μάρκα (DM) για το Mosel II, κατανεμόμενο σε δόσεις από το 1991 μέχρι το 1994, και σε 147 εκατομμύρια DM για το Chemnitz II, κατανεμόμενο σε δόσεις από το 1991 μέχρι το 1996.

20    Στις 18 Μαρτίου 1991 το Finanzamt Zwickau-Land απηύθυνε στην VW Sachsen απόφαση περί χορηγήσεως ορισμένων φοροαπαλλαγών υπέρ των επενδύσεων, σύμφωνα με τον γερμανικό νόμο περί φοροαπαλλαγών των επενδύσεων (Investitionszulagengesetz) του 1991.

21    Ο όμιλος Volkswagen ζήτησε επίσης να του επιτραπεί να προβεί σε έκτακτες αποσβέσεις, σύμφωνα με τον γερμανικό νόμο περί των ζωνών που δικαιούνται ενισχύσεων (Fördergebietsgesetz) του 1991.

22    Με επιστολή της 25ης Μαρτίου 1991, οι γερμανικές αρχές παρέσχαν στην Επιτροπή ορισμένες πληροφορίες σχετικά με τις ενισχύσεις τις οποίες αφορούν οι ανωτέρω σκέψεις 19 έως 21, αναφέροντας ότι δεν διέθεταν ακόμη ακριβέστερες πληροφορίες και ότι προβλεπόταν να χορηγηθούν στο πλαίσιο των καθεστώτων ενισχύσεων τα οποία είχε εγκρίνει η Επιτροπή για τα νέα [ομόσπονδα κράτη]. Με επιστολή της 17ης Απριλίου 1991, η Επιτροπή ανέφερε ότι η από 25 Μαρτίου 1991 επιστολή των γερμανικών αρχών συνιστούσε μεν κοινοποίηση κατ' εφαρμογήν των διατάξεων του άρθρου 93, παράγραφος 3, της Συνθήκης, αλλ' ότι ήταν αναγκαίο να της δοθούν [πρόσθετες] πληροφορίες.

23    Με επιστολή της 29ης Μα.ου 1991, οι γερμανικές αρχές ισχυρίστηκαν, μεταξύ άλλων, ότι το κοινοτικό πλαίσιο δεν ίσχυε για τα νέα [ομόσπονδα κράτη] μεταξύ 1ης Ιανουαρίου και 31ης Μαρτίου 1991. Επειδή δε οι επίμαχες ενισχύσεις είχαν εγκριθεί πριν από τις 31 Μαρτίου 1991, η Επιτροπή μπορούσε, κατά τις εν λόγω αρχές, να εξετάσει τους κατ' ιδίαν φακέλους μόνον με γνώμονα το καθεστώς των περιφερειακών ενισχύσεων (βλ. ανωτέρω σκέψη 7). Κατά τη διάρκεια συσκέψεως που διεξήχθη στις 10 Ιουλίου 1991, η Επιτροπή απέκρουσε τα επιχειρήματα των γερμανικών αρχών και ζήτησε, με επιστολή της 16ης Ιουλίου 1991, πρόσθετες λεπτομερείς πληροφορίες. Κατόπιν της από 17 Σεπτεμβρίου 1991 απαντήσεως της Γερμανικής Κυβερνήσεως, η Επιτροπή έθεσε νέα σειρά ερωτήσεων, με επιστολή της 27ης Νοεμβρίου 1991.

24    Τον Οκτώβριο και τον Δεκέμβριο του 1991 ο όμιλος Volkswagen εισέπραξε, για τις εγκαταστάσεις Mosel II και Chemnitz II, επιδοτήσεις επενδύσεων ύψους 360,8 εκατομμυρίων DM και φοροαπαλλαγές επενδύσεων ύψους 10,6 εκατομμυρίων DM.

25    Με απόφαση της 18ης Δεκεμβρίου 1991 (ΕΕ 1992, C 68, σ. 14 [...]), την οποία κοινοποίησε στη Γερμανική Κυβέρνηση στις 14 Ιανουαρίου 1992, η Επιτροπή κίνησε, σύμφωνα με το άρθρο 93, παράγραφος 2, της Συνθήκης, τη διαδικασία εξετάσεως του αν συμβιβάζονταν με την κοινή αγορά οι διάφορες ενισχύσεις που προορίζονταν για τη χρηματοδότηση των ενισχύσεων στις εγκαταστάσεις Mosel I και II, Chemnitz I και II και στο εργοστάσιο του Eisenach.

26    Με την απόφαση αυτή, η Επιτροπή κατέληγε, μεταξύ άλλων, στα εξής:

    “[...] Η ενίσχυση που προτείνουν οι αρχές σας προκαλεί μείζονες ανησυχίες για τους ακόλουθους λόγους:

    -    δεν έχουν κοινοποιηθεί δεόντως στην Επιτροπή σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 93, παράγραφος 3, της Συνθήκης ΕΟΚ,

    -    η προφανώς υψηλή ένταση της προτεινόμενης ενίσχυσης για ένα σχέδιο που συνεπάγεται σημαντική επέκταση του παραγωγικού δυναμικού μέσα στην ευρωπαϊκή αγορά αυτοκινήτων μπορεί να προκαλέσει αθέμιτη στρέβλωση του ανταγωνισμού,

    -    δεν έχουν υποβληθεί επαρκή στοιχεία μέχρι σήμερα που να δικαιολογούν το συνδυασμό της σχετικά υψηλής έντασης της περιφερειακής ενίσχυσης με τη χορήγηση έμμεσων επενδυτικών ενισχύσεων από την THA [και με τη χορήγηση, επίσης από την THA, ενισχύσεως υπέρ της προσωρινής λειτουργίας], λαμβάνοντας υπόψη [...] τα διαρθρωτικά και οικονομικά προβλήματα που αντιμετωπίζει αναμφίβολα η VW [στα νέα ομόσπονδα κράτη]· αντίθετα, η συνολική ένταση της ενίσχυσης ενδέχεται να είναι δυσανάλογα υψηλή και ασυμβίβαστη με τα κριτήρια του κοινοτικού πλαισίου για τις κρατικές ενισχύσεις στον τομέα αυτό.”

27    Με επιστολή της 29ης Ιανουαρίου 1992, η Γερμανική Κυβέρνηση δήλωσε ότι διετίθετο να αναστείλει την καταβολή κάθε ενισχύσεως έως ότου περατωθεί η διαδικασία εξετάσεως.

28    Με επιστολή της 24ης Απριλίου 1992, η Επιτροπή ζήτησε πρόσθετες πληροφορίες από τις γερμανικές αρχές, την THA και τη Volkswagen. Κατόπιν της συσκέψεως της 28ης Απριλίου 1992 και των επιστολών της Επιτροπής της 14ης Μα.ου, 5ης Ιουνίου, 21ης Αυγούστου και της 17ης Νοεμβρίου 1992, οι μεν γερμανικές αρχές παρέσχαν πρόσθετες πληροφορίες με επιστολές της 20ής Μα.ου, 3ης και 12ης Ιουνίου, 20ής και 29ης Ιουλίου, 8ης και 25ης Σεπτεμβρίου, 16ης και 21ης Οκτωβρίου, 4ης και 25ης Νοεμβρίου 1992, η δε Volkswagen με επιστολές της 15ης Ιουνίου και 30ής Οκτωβρίου 1992, της 12ης και 20ής Ιουνίου 1993. Τα μέρη συναντήθηκαν επίσης στις 16 Ιουνίου, 9 Σεπτεμβρίου, 12 και 16 Οκτωβρίου και 3 Δεκεμβρίου 1992, 8 και 11 Ιανουαρίου 1993.

29    Στις 13 Ιανουαρίου 1993 η Volkswagen αποφάσισε να αναβάλει μέγα μέρος των επενδύσεων που είχαν προβλεφθεί αρχικά στα εργοστάσια του Mosel και του Chemnitz. Προέβλεψε ότι το βαφείο και η αλυσίδα τελικής συναρμολογήσεως του Mosel II θα ετίθεντο πλέον σε λειτουργία το 1997 και ότι μια μονάδα παραγωγής κινητήρων του Chemnitz II θα ετίθετο σε λειτουργία το 1996. Η Επιτροπή συμφώνησε να αναθεωρήσει την εκτίμησή της βάσει των νέων επενδυτικών προγραμμάτων της Volkswagen.

30    Στις 30 Μαρτίου 1993 το Υπουργείο Οικονομίας και Εργασίας του Freistaat Sachsen εξέδωσε δύο αποφάσεις που τροποποιούσαν τις υπουργικές αποφάσεις του 1991 (στο εξής: υπουργικές αποφάσεις του 1993). Το προβλεπόμενο εφεξής συνολικό ύψος επιδοτήσεως των επενδύσεων ανερχόταν σε 708 εκατομμύρια DM για το Mosel II, με δόσεις κλιμακούμενες από το 1991 μέχρι το 1997, και σε 195 εκατομμύρια DM για το Chemnitz II, με δόσεις κλιμακούμενες από το 1992 μέχρι το 1997.

31    Ορισμένες λεπτομέρειες των νέων επενδυτικών προγραμμάτων της Volkswagen εξετέθησαν στην Επιτροπή κατά τη διάρκεια συνομιλίας που διεξήχθη στις 5 Μα.ου 1993. Με επιστολή της 6ης Ιουνίου 1993, η Γερμανία κοινοποίησε επίσης επ' αυτών ορισμένες πληροφορίες, τις οποίες συμπλήρωσε η Volkswagen με επιστολές της 24ης Ιουνίου και της 6ης Ιουλίου 1993, καθώς και με τηλεαντίγραφο της 10ης Νοεμβρίου 1993. Τα νέα αυτά στοιχεία εξετάσθηκαν περαιτέρω κατά τη διάρκεια συνομιλιών που διεξήχθησαν στις 18 Μα.ου, 10 Ιουνίου, 2 και 22 Ιουλίου 1993. Νέες πληροφορίες για το προβλεπόμενο από τη Volkswagen παραγωγικό δυναμικό δόθηκαν με επιστολή της Γερμανικής Κυβερνήσεως της 15ης Φεβρουαρίου και με τηλεαντίγραφο της 25ης Φεβρουαρίου 1994.

32    Η Επιτροπή συγκέντρωσε επίσης νέα στοιχεία για τα προγράμματα αυτά κατά την επίσκεψη των εγκαταστάσεων την οποία πραγματοποίησε στις αρχές Απριλίου 1994 και κατά τη διάρκεια συνομιλιών που έγιναν στις 11 Μα.ου, 2, 7 και 24 Ιουνίου 1994. Με την ευκαιρία, άλλωστε, αυτών των συνομιλιών, της δόθηκαν έγγραφα, ενώ άλλα της διαβιβάστηκαν από τις γερμανικές αρχές και τη Volkswagen στις 10 Μα.ου, 30 Ιουνίου, 4 και 12 Ιουλίου 1994.

33    Στις 24 Μα.ου 1994 το Υπουργείο Οικονομίας και Εργασίας του Freistaat Sachsen εξέδωσε δύο αποφάσεις που τροποποιούσαν τις υπουργικές αποφάσεις του 1991 και του 1993 (στο εξής: υπουργικές αποφάσεις του 1994). Το προβλεπόμενο εφεξής συνολικό ύψος επιδοτήσεως των επενδύσεων ανερχόταν σε 648 εκατομμύρια DM για το Mosel II, με δόσεις κλιμακούμενες από το 1991 μέχρι το 1997, και σε 167 εκατομμύρια DM για το Chemnitz II, με δόσεις κλιμακούμενες από το 1992 μέχρι το 1997.

34    Με σύμβαση της 21ης Ιουνίου 1994, που συμπληρώθηκε με τροποποίηση της 1ης Νοεμβρίου 1994, η Volkswagen εξαγόρασε από την THA το 87,5 % των μερίδων του εταιρικού κεφαλαίου της SAB τις οποίες δεν κατείχε ακόμη.

35    Στις 27 Ιουλίου 1994 η Επιτροπή εξέδωσε την απόφαση 94/1068/EK, σχετικά με την ενίσχυση που χορηγείται στον όμιλο Volkswagen για επενδύσεις στα νέα γερμανικά [ομόσπονδα κράτη] (ΕΕ 1994, L 385, σ. 1, στο εξής: απόφαση Mosel I). Με την απόφαση αυτή, η Επιτροπή διαπίστωσε, μεταξύ άλλων τα εξής (μέρος IV, τέταρτο εδάφιο, του σκεπτικού):

    “Κινώντας τη διαδικασία, η Επιτροπή είχε εξετάσει όλα τα επενδυτικά προγράμματα της VW στη Σαξονία ως μια ενιαία οντότητα, και, ως εκ τούτου, σχεδίαζε να αποφασίσει για όλα τα στοιχεία κρατικής ενίσχυσης μαζί. Ακόμη και μετά την απόφασή της το 1993 να αναβάλει την επένδυση στις νέες εγκαταστάσεις, η VW αρχικά ισχυρίστηκε ότι αυτό δεν επηρέαζε την τεχνολογία της παραγωγής, τις εισροές εργασίας και άλλες σημαντικές συνιστώσες. Αυτό το έτος, ωστόσο, με βάση τις πληροφορίες που συγκεντρώθηκαν κατά τη διάρκεια μιας επί τόπου επίσκεψης και μέσω συμβουλών νέων εμπειρογνωμόνων, κατέστη φανερό ότι αυτή η άποψη δεν θα μπορούσε πλέον να διατηρηθεί. Η VW ομολόγησε στην Επιτροπή ότι τα προηγούμενα σχέδιά τους για τα έργα είχαν ξεπεραστεί και ότι επί του παρόντος επανεξέταζε αυτά τα σχέδια. Τα νέα σχέδια για τα νέα εργοστάσια αυτοκινήτων και κινητήρων Mosel II και Chemnitz II θα συνδέονται τώρα στενά με την ανάπτυξη του Golf A4 που θα τεθεί σε παραγωγή συγχρόνως με το Mosel II που σχεδιάζεται να λειτουργήσει το 1997. Μια τελική εκδοχή των νέων [σχεδίων] θα είναι διαθέσιμη μόνο στο τέλος του 1994. Με βάση τις τρέχουσες πληροφορίες, αυτά τα νέα [σχέδια] θα περιλαμβάνουν σημαντικές αλλαγές στην τεχνολογία και στη διάρθρωση της παραγωγής. Υπό αυτές τις περιστάσεις είναι φανερό ότι η αρχική σύνδεση μεταξύ των επενδυτικών προγραμμάτων στα υπάρχοντα πρώην εργοστάσια THA και των νέων σχεδίων στις εγκαταστάσεις που πρόκειται να κτιστούν δεν υπάρχει πλέον. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή αποφάσισε να περιορίσει την τρέχουσα απόφασή της για την ενίσχυση αναδιάρθρωσης για τα υπάρχοντα εργοστάσια, για τα οποία μπορεί να σχηματίσει σαφή γνώμη με βάση τις διαθέσιμες πληροφορίες, και να αναβάλει την απόφασή της για την ενίσχυση των νέων προγραμμάτων έως ότου η VW και η Γερμανία είναι σε θέση να παρουσιάσουν τα οριστικά σχέδιά τους για επενδύσεις και ενίσχυση”.

36    Από την απόφαση Mosel I προκύπτει ότι το βαφείο και το συνεργείο τελικής συναρμολογήσεως του Mosel I εκσυγχρονίστηκαν και μετατράπηκαν σύμφωνα με τη συναφθείσα με την THA συμφωνία (βλ. ανωτέρω σκέψη 16). Για μια αρχική περίοδο μέχρι το 1992, το Mosel I χρησιμοποιήθηκε για την τελική συναρμολόγηση των τύπων VW Polo και Golf A2, των οποίων τα συστατικά στοιχεία κατασκευάζονταν αλλού, από άλλα εργοστάσια του ομίλου Volkswagen, και παραδίδονταν στο Mosel υπό μορφή ανταλλακτικών. Από τον Ιούλιο του 1992, η συνδυασμένη χρήση του βαφείου και του συνεργείου τελικής συναρμολογήσεως του Mosel I, των οποίων μόλις είχε ολοκληρωθεί η μετατροπή, και του νέου συνεργείου αμαξωμάτων του Mosel II, που μόλις είχε αρχίσει να λειτουργεί, κατέστησε δυνατή την έναρξη της παραγωγής του τύπου Golf A3 στο Mosel, ενώ οι εργασίες κυρτώσεως μετάλλων (πιεστηρίου) γίνονταν αλλού. Στη συνέχεια, η υλικοτεχνική υποστήριξη μεταφέρθηκε από την εγκατάσταση του Wolfsburg στο Mosel I τον Ιανουάριο του 1993, ενώ νέες επιχειρήσεις υπεργολαβίας, προμηθεύουσες τα αναγκαία τεμάχια στο Mosel I και το Chemnitz I, εγκαταστάθηκαν πλησίον. Το νέο πιεστήριο του Mosel II άρχισε να λειτουργεί τον Μάρτιο του 1994, κοντά στο Mosel I.

37    Υπ' αυτές τις συνθήκες, στο άρθρο 1 της αποφάσεως Mosel I, η Επιτροπή έκρινε, μεταξύ άλλων, συμβιβάσιμες με την κοινή αγορά διάφορες ενισχύσεις που είχαν χορηγηθεί μέχρι τα τέλη 1993, χρονολογία κατά την οποία έπρεπε να ολοκληρωθεί η αναδιάρθρωση, μέχρι ποσού 487,3 εκατομμυρίων DM για το Mosel I και 84,8 εκατομμυρίων DM για το Chemnitz I. Αντιθέτως, ορισμένες ενισχύσεις που χορηγήθηκαν μεταγενέστερα κυρύχθηκαν ασυμβίβαστες με την κοινή αγορά, και ιδίως εκείνες που χαρακτηρίζονταν ενισχύσεις αντικαταστάσεως ή εκσυγχρονισμού που, κατά την απόφαση Mosel I, δεν μπορούσαν να επιτραπούν βάσει του κοινοτικού πλαισίου (βλ. απόφαση Mosel I, σκέψεις ΙΧ και Χ).

38    Ακολούθως, η Γερμανική Κυβέρνηση επανειλημμένα ενημέρωσε προφορικώς την Επιτροπή για καθυστερήσεις που είχαν σημειωθεί στην υλοποίηση του Mosel II και του Chemnitz II. Με επιστολή της 12ης Απριλίου 1995, η Επιτροπή υπέμνησε στις γερμανικές αρχές ότι υπεχρεούντο να της κοινοποιήσουν τα προγράμματα της Volkswagen για τα νέα αυτά εργοστάσια, ώστε να μπορέσει να προβεί στην εξέταση των ενισχύσεων που τους αφορούσαν. Η επιστολή αυτή παρέμεινε αναπάντητη. Με επιστολή της 4ης Αυγούστου 1995, η Επιτροπή ζήτησε να της κοινοποιηθούν όσο το δυνατόν ταχύτερα οι αναγκαίες πληροφορίες και ανήγγειλε ότι θα εξέδιδε προσωρινή απόφαση, την οποία θα επακολουθούσε οριστική απόφαση, βάσει των στοιχείων τα οποία διέθετε, σε περίπτωση κατά την οποία η Γερμανία δεν ικανοποιούσε το αίτημα αυτό. Απαντώντας σ' αυτή την επιστολή, η Γερμανική Κυβέρνηση ενημέρωσε την Επιτροπή, με επιστολή της 22ας Αυγούστου 1995, ότι τα επενδυτικά προγράμματα της Volkswagen δεν είχαν ολοκληρωθεί ακόμη.

39    Στις 31 Οκτωβρίου 1995 η Επιτροπή εξέδωσε την απόφαση 96/179/ΕΚ, με την οποία η Γερμανική Κυβέρνηση καλείται να χορηγήσει όλα τα έγγραφα, τις πληροφορίες και τα στοιχεία με τα νέα επενδυτικά προγράμματα του ομίλου Volkswagen στα νέα γερμανικά ομόσπονδα κράτη, καθώς και για τις ενισχύσεις που προβλέπεται να χορηγηθούν υπέρ των επενδύσεων αυτών (ΕΕ 1996, L 53, σ. 50).

40    Μετά την απόφαση αυτή, ορισμένες πληροφορίες σχετικές με τα προγράμματα αυτά και το παραγωγικό δυναμικό γνωστοποιήθηκαν στην Επιτροπή κατά τη διάρκεια συνομιλίας της 20ής Νοεμβρίου 1995. Επιβεβαιώθηκαν με επιστολή της 13ης Δεκεμβρίου 1995 και αποσαφηνίσθηκαν κατά τη διάρκεια επισκέψεως των εγκαταστάσεων, στις 21 και 22 Δεκεμβρίου 1995. Στις 15 Ιανουαρίου 1996, η Επιτροπή έθεσε και άλλες ερωτήσεις στις γερμανικές αρχές. Μετά από μια συνομιλία της 23ης Ιανουαρίου 1996, οι περισσότερες από τις πληροφορίες που έλειπαν της ανακοινώθηκαν με επιστολές της 1ης και της 12ης Φεβρουαρίου 1996.

41    Στις 21 Φεβρουαρίου 1996, το Υπουργείο Οικονομίας και Εργασίας του Freistaat Sachsen εξέδωσε δύο αποφάσεις που τροποποιούσαν τις υπουργικές αποφάσεις του 1991, του 1993 και του 1994 (στο εξής: υπουργικές αποφάσεις του 1996). Το προβλεπόμενο εφεξής συνολικό ύψος επιδοτήσεως των επενδύσεων ανερχόταν σε 499 εκατομμύρια DM για το Mosel II, με δόσεις κλιμακούμενες από το 1991 μέχρι το 1997, και σε 109 εκατομμύρια DM για το Chemnitz II, με δόσεις κλιμακούμενες από το 1992 μέχρι το 1997.

42    Με επιστολή της 23ης Φεβρουαρίου 1996, η Επιτροπή υπέμνησε στις γερμανικές αρχές ότι της έλειπαν μερικές πληροφορίες ακόμη. Αυτές της ανακοινώθηκαν κατά τη διάρκεια συνομιλίας της 25ης Μαρτίου 1996 και συζητήθηκαν ακολούθως στις 2 και 11 Απριλίου 1996. Μια νέα συνομιλία διεξήχθη στις 29 Μα.ου 1996.

43    Στις 26 Ιουνίου 1996 η Επιτροπή εξέδωσε την [επίδικη] απόφαση. Το διατακτικό της έχει ως εξής:

    “.ρθρο 1

    Οι ακόλουθες ενισχύσεις τις οποίες η Γερμανία προτίθεται να χορηγήσει για διάφορα επενδυτικά σχέδια της Volkswagen AG στη Σαξονία κρίνονται συμβιβάσιμες με το άρθρο 92, παράγραφος 3, στοιχείο γ´, της Συνθήκης ΕΚ και το άρθρο 61, παράγραφος 3, στοιχείο γ´, της [Συμφωνίας για τον Ενιαίο Οικονομικό Χώρο, της 2ας Μα.ου 1992 (ΕΕ 1994, L 1, σ. 3, στο εξής: Συμφωνία ΕΟΧ)]:

    -    ενίσχυση της Γερμανίας προς [τον όμιλο Volkswagen] για τα επενδυτικά [του] σχέδια στην περιοχή Mosel (Mosel ΙΙ) και στην περιοχή Chemnitz (Chemnitz ΙΙ) υπό μορφή επενδυτικών επιδοτήσεων μέχρι του ποσού των 418,7 εκατομμυρίων γερμανικών μάρκων·

    -    ενίσχυση της Γερμανίας προς [τον όμιλο Volkswagen] για τα επενδυτικά [του] σχέδια στην περιοχή Mosel (Mosel ΙΙ) και στην περιοχή Chemnitz (Chemnitz ΙΙ) υπό μορφή επενδυτικών φοροαπαλλαγών μέχρι του ποσού των 120,4 εκατομμυρίων γερμανικών μάρκων.

    .ρθρο 2

    Οι ακόλουθες ενισχύσεις, τις οποίες η Γερμανία προτίθεται να χορηγήσει για διάφορα επενδυτικά σχέδια της Volkswagen [...] στη Σαξονία, κρίνονται ασυμβίβαστες με το άρθρο 92, παράγραφος 3, στοιχείο γ´, της Συνθήκης ΕΚ και το άρθρο 61, παράγραφος 3, στοιχείο γ´, της Συμφωνίας για τον ΕΟΧ και απαγορεύεται να καταβληθούν:

    -    η σχεδιαζόμενη επενδυτική ενίσχυση προς [τον όμιλο Volkswagen] για τα επενδυτικά [του] σχέδια Mosel ΙΙ και Chemnitz ΙΙ υπό μορφή έκτακτης απόσβεσης των [επενδύσεων] στο πλαίσιο του νόμου περί ενισχυόμενων περιοχών (Fördergebietsgesetz) ονομαστικής αξίας 51,67 εκατομμυρίων γερμανικών μάρκων·

    -    η σχεδιαζόμενη επενδυτική ενίσχυση προς [τον όμιλο Volkswagen] για το επενδυτικό [του] σχέδιο Mosel ΙΙ υπό μορφή επενδυτικών επιδοτήσεων καθ' υπέρβαση του ποσού που ορίζεται στην πρώτη περίπτωση του άρθρου 1 και μέχρι του ποσού των 189,1 εκατομμυρίων γερμανικών μάρκων.

    .ρθρο 3

    Η Γερμανία θα εξασφαλίσει ότι το δυναμικό παραγωγής των εργοστασίων στην περιοχή Mosel το 1997 δεν θα υπερβαίνει τις 432 μονάδες ανά ημέρα [...].

    Επί πλέον, η Γερμανία θα υποβάλει και θα συζητά με την Επιτροπή, ετήσιες εκθέσεις σχετικά με την πραγματοποίηση των επιλέξιμων επενδύσεων ύψους 2 654,1 εκατομμυρίων γερμανικών μάρκων στα εργοστάσια Mosel ΙΙ και Chemnitz ΙΙ και τις πραγματοποιηθείσες πληρωμές ενίσχυσης, προκειμένου να εξασφαλιστεί ότι η συνολική πραγματική ένταση ενίσχυσης εκφρασμένη σε ακαθάριστο ισοδύναμο επιδότησης δεν υπερβαίνει το 22,3 % για το Mosel ΙΙ και το 20,8 % για το Chemnitz ΙΙ [...].

    .ρθρο 4

    Η Γερμανία θα ενημερώσει την Επιτροπή εντός ενός μηνός από την κοινοποίηση της παρούσας απόφασης σχετικά με τα μέτρα που έλαβε προκειμένου να συμμορφωθεί προς αυτήν.

    .ρθρο 5

    Η παρούσα απόφαση απευθύνεται στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας.”

44    Κατόπιν επιστολής την οποία απηύθυνε ο πρόεδρος του εκτελεστικού οργάνου της Volkswagen στον Υπουργό Πρόεδρο του Freistaat Sachsen, στις 8 Ιουλίου 1996, το Freistaat Sachsen κατέβαλε στη Volkswagen, τον Ιούλιο του 1996, το ποσό των 90,7 εκατομμυρίων DM ως επιδοτήσεις των επενδύσεων τις οποίες η [επίδικη απόφαση] είχε κηρύξει ασυμβίβαστες με την κοινή αγορά.»

Η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση

8.
    Aπό τη σκέψη 97 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι το Πρωτοδικείο εξέτασε τους λόγους ακυρώσεως και τα επιχειρήματα που προβλήθηκαν υπό τρεις κύριες ενότητες, οι οποίες αφορούν, καταρχάς, τις φερόμενες παραβάσεις του άρθρου 92, παράγραφος 2, στοιχείο γ´, της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρου 87, παράγραφος 2, στοιχείο γ´, ΕΚ), ακολούθως, τις φερόμενες παραβάσεις του άρθρου 92, παράγραφος 3, της Συνθήκης ΕΚ και, τέλος, τη φερόμενη προσβολή της αρχής της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης. Επιπλέον, το Πρωτοδικείο έκρινε ότι οι αιτιάσεις περί παραποιήσεως των πραγματικών περιστατικών, καθώς και ο λόγος περί ελλείψεως αιτιολογίας της επίδικης αποφάσεως, μπορούσαν, ούτως ή άλλως, να εξετασθούν εξαντλητικώς, συναρτώμενες όμως τυπικώς με τη μία ή την άλλη από τις τρεις αυτές ενότητες.

9.
    Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Πρωτοδικείο απέρριψε την προσφυγή των προσφευγόντων και τους καταδίκασε στα δικαστικά έξοδα.

10.
    Προς στήριξη των αναιρέσεων που άσκησαν κατά της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, οι αναιρεσείοντες προβάλλουν τρεις λόγους: ο πρώτος αντλείται από παράβαση του άρθρου 92, παράγραφος 2, στοιχείο γ´, της Συνθήκης, ο δεύτερος από παράβαση του άρθρου 190 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρου 253 ΕΚ), ο τρίτος από παράβαση του άρθρου 92, παράγραφος 3, στοιχείο γ´, της Συνθήκης, ο τέταρτος από παράβαση των άρθρων 92, παράγραφος 3, και 93 της Συνθήκη και ο πέμπτος από τη μερική παραίτηση που δέχθηκε το Πρωτοδικείο.

Επί του πρώτου λόγου αναιρέσεως, που αντλείται από παράβαση του άρθρου 92, παράγραφος 2, στοιχείο γ´, της Συνθήκης

11.
    Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Πρωτοδικείο έκρινε τα εξής:

«129    Κατά το άρθρο 92, παράγραφος 2, στοιχείο γ´, της Συνθήκης, συμβιβάζονται με την κοινή αγορά “οι ενισχύσεις προς την οικονομία ορισμένων περιοχών της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, οι οποίες θίγονται από τη διαίρεση της Γερμανίας, κατά το μέτρο που είναι αναγκαίες για την αντιστάθμιση των οικονομικών μειονεκτημάτων που προκαλούνται από τη διαίρεση αυτή”.

130    Η διάταξη αυτή επ' ουδενί λόγω καταργήθηκε σιωπηρώς κατόπιν της γερμανικής επανενώσεως, αλλά διατηρήθηκε σε ισχύ τόσο από τη Συνθήκη του Μάαστριχτ, που συνήφθη στις 7 Φεβρουαρίου 1992, όσο και από τη Συνθήκη του .μστερνταμ, που συνήφθη στις 2 Οκτωβρίου 1997. Ταυτόσημη διάταξη περιελήφθη, άλλωστε, στο άρθρο 61, παράγραφος 2, στοιχείο γ´, της Συμφωνίας [ΕΟΧ], που συνήφθη στις 2 Μα.ου 1992 (ΕΕ 1994, L 1, σ. 3).

131    Επομένως, και δεδομένης της αντικειμενικής εννοίας των κανόνων του κοινοτικού δικαίου, των οποίων πρέπει να διαφυλαχθεί το κύρος και η πρακτική αποτελεσματικότητα, δεν μπορεί να τεκμαίρεται ότι η διάταξη αυτή κατέστη άνευ αντικειμένου από της επανενώσεως της Γερμανίας, όπως υποστήριξε επ' ακροατηρίου η Επιτροπή, σε αντίθεση προς τη δική της διοικητική πρακτική (βλ. ιδίως αποφάσεις Daimler-Benz και Tettau).

132    Πρέπει, όμως, να τονιστεί ότι, εφόσον εισάγει παρέκκλιση από τη γενική αρχή του άρθρου 92, παράγραφος 1, της Συνθήκης, κατά την οποία οι κρατικές ενισχύσεις δεν συμβιβάζονται με την κοινή αγορά, το άρθρο 92, παράγραφος 2, στοιχείο γ´, της Συνθήκης ερμηνεύεται στενά.

133    .πως, άλλωστε, έχει τονίσει το Δικαστήριο, για την ερμηνεία διατάξεως του κοινοτικού δικαίου πρέπει να λαμβάνεται υπόψη όχι μόνο το γράμμα της, αλλά και τα συμφραζόμενά της και οι σκοποί που επιδιώκονται με τη ρύθμιση της οποίας αποτελεί μέρος (βλ. αποφάσεις της 17ης Νοεμβρίου 1983, 292/82, Merck, Συλλογή 1983, σ. 3781, 3792, και της 21ης Φεβρουαρίου 1984, 337/82, St. Nikolaus Brennerei [und Likörfabrik], Συλλογή 1984, σ. 1051, 1062).

134    Εν προκειμένω, η έκφραση “διαίρεση της Γερμανίας” αναφέρεται ιστορικά στη χάραξη της διαχωριστικής γραμμής μεταξύ των δύο ζωνών, το 1984. Συνεπώς, τα “οικονομικά μειονεκτήματα που προκαλούνται από τη διαίρεση αυτή” είναι κατ' ανάγκην τα οικονομικά μειονεκτήματα που προκλήθηκαν από την απομόνωση την οποία δημιούργησε η χάραξη ή η διατήρηση αυτής της μεθορίου, όπως, π.χ., η περίκλειση ορισμένων περιοχών (βλ. απόφαση Daimler-Benz), η αποκοπή των οδών συγκοινωνίας (βλ. απόφαση Tettau), ή ακόμη η απώλεια των φυσικών αγορών διαθέσεως ορισμένων επιχειρήσεων, που έχουν, ως εκ τούτου, ανάγκη υποστηρίξεως, είτε για να μπορέσουν να προσαρμοσθούν στις νέες συνθήκες, είτε για να μπορέσουν να υπερπηδήσουν αυτό το μειονέκτημα (βλ. σχετικώς, αλλά σε σχέση προς το άρθρο 70, τέταρτο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΚΑΧ, [...] απόφαση 10ης Μα.ου 1960, [3/58 έως 18/58, 25/58 και 26/58], Erzbergbau κ.λπ. κατά Ανωτάτης Αρχής, [Συλλογή τόμος 1954-1964, σ. 391], σκέψη 409).

135    Αντιθέτως, η αντίληψη των προσφευγόντων και της Γερμανικής Κυβερνήσεως, κατά την οποία το άρθρο 92, παράγραφος 2, στοιχείο γ´, της Συνθήκης καθιστά δυνατή την πλήρη αντιστάθμιση της αδιαμφισβήτητης οικονομικής καθυστερήσεως των νέων [ομόσπονδων κρατών], έως ότου φτάσουν αυτά ένα επίπεδο αναπτύξεως ανάλογο με εκείνο των παλαιών [ομόσπονδων κρατών], παραγνωρίζει τόσο τον εξαιρετικό χαρακτήρα αυτής της διατάξεως όσο και την αλληλουχία στην οποία εντάσσεται και τους σκοπούς τους οποίους υπηρετεί.

136    Πράγματι, τα οικονομικά μειονεκτήματα από τα οποία πάσχουν συνολικά τα νέα [ομόσπονδα κράτη] δεν προκλήθηκαν από τη διαίρεση της Γερμανίας, κατά την έννοια του άρθρου 92, παράγραφος 2, στοιχείο γ´, της Συνθήκης. Η διαίρεση της Γερμανίας, αυτή καθαυτή, περιθωριακές μόνον επιπτώσεις είχε στην οικονομική ανάπτυξη της μιας ή της άλλης ζώνης, τις οποίες άλλωστε επηρέασε αρχικά εξ ίσου, και δεν εμπόδισε την οικονομία των παλαιών [ομόσπονδων κρατών] να αναπτυχθεί ευνοϊκά στη συνέχεια.

137    Διαπιστώνεται, συνεπώς, ότι οι διαφορές αναπτύξεως μεταξύ παλαιών και νέων [ομόσπονδων κρατών] εξηγούνται από άλλους λόγους, και όχι από τη διαίρεση της Γερμανίας αυτή καθαυτή, και ιδίως από τα διαφορετικά πολιτικοοικονομικά καθεστώτα που εγκαθιδρύθηκαν σε κάθε κράτος εκατέρωθεν της μεθορίου.

138    Από τα προεκτεθέντα προκύπτει επίσης ότι η Επιτροπή δεν υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο λέγοντας γενικά, στην ενότητα X, τρίτη παράγραφος, της [επίδικης αποφάσεως], ότι η παρέκκλιση του άρθρου 92, παράγραφος 2, στοιχείο γ´, της Συνθήκης δεν πρέπει να εφαρμόζεται σε περιφερειακές ενισχύσεις για νέα επενδυτικά προγράμματα και ότι οι παρεκκλίσεις του άρθρου 92, παράγραφος 3, στοιχεία α´ και γ´, της Συνθήκης και το κοινοτικό πλαίσιο αρκούν προς αντιμετώπιση των προβλημάτων που τίθενται στα νέα ομόσπονδα κράτη.

139    Συναφώς, κακώς οι προσφεύγοντες επισημαίνουν αντίφαση του σκεπτικού, καθ' όσον η Επιτροπή, σε άλλα σημεία της [επίδικης αποφάσεως], χαρακτήρισε τις επίμαχες επενδύσεις ως “επενδυτικά σχέδια επεκτάσεως”. Συγκεκριμένα, η έκφραση “περιφερειακές ενισχύσεις για νέα επενδυτικά προγράμματα” χρησιμοποιείται εις απάντηση ενός γενικής φύσεως επιχειρήματος το οποίο προέβαλε η Γερμανική Κυβέρνηση (βλ. ενότητα V, πρώτη παράγραφος, σημείο 1, της [επίδικης αποφάσεως]) και δεν αφορά, επομένως, ειδικά τα επενδυτικά προγράμματα της Volkswagen στο Mosel II και το Chemnitz II, αλλά το σύνολο των ενισχύσεων που αποσκοπούν στην προαγωγή της γενικής οικονομικής αναπτύξεως των νέων [ομόσπονδων κρατών].

140    Κατά τα λοιπά, ως προς το ζήτημα αν, πέρα από τον χαρακτήρα τους ως ενισχύσεων υπέρ της οικονομικής αναπτύξεως του Freistaat Sachsen, οι επίδικες ενισχύσεις αποσκοπούν ειδικά στην αντιστάθμιση των μειονεκτημάτων τα οποία προκάλεσε η διαίρεση της Γερμανίας, υπενθυμίζεται ότι το κράτος μέλος που ζητεί να του επιτραπεί να χορηγήσει ενισχύσεις κατά παρέκκλιση των κανόνων της Συνθήκης υπέχει έναντι της Επιτροπής καθήκον συνεργασίας, δυνάμει του οποίου οφείλει, μεταξύ άλλων, να παρέχει όλα τα στοιχεία που θα της δώσουν τη δυνατότητα να ελέγξει αν πληρούνται οι προϋποθέσεις της αιτουμένης παρεκκλίσεως ([...] απόφαση της [23ης Απριλίου 1993], C-364/90, Ιταλία κατά Επιτροπής, [Συλλογή σ. Ι-2097], σκέψη 20).

141    Κανένα, όμως, στοιχείο της υποβληθείσας στο Πρωτοδικείο δικογραφίας δεν παρέχει έρεισμα στον ισχυρισμό ότι η Γερμανική Κυβέρνηση ή οι προσφεύγοντες προέβαλαν, κατά τη διοικητική διαδικασία, ειδικά επιχειρήματα για να θεμελιώσουν αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της καταστάσεως της αυτοκινητοβιομηχανίας της Σαξονίας μετά τη γερμανική εποποίηση και της διαιρέσεως της Γερμανίας.

142    Δικαίως, άρα, η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι οι διάδικοι δεν προσκόμισαν συγκεκριμένα στοιχεία δικαιολογούντα την εφαρμογή του άρθρου 92, παράγραφος 2, στοιχείο γ´, της Συνθήκης στην παρούσα περίπτωση.

143    Ασφαλώς, ενώπιον του Πρωτοδικείου, οι προσφεύγοντες και η Γερμανική Κυβέρνηση, παραπέμποντας στα ζητήματα αυτά στα δικόγραφά τους επί της υποθέσεως C-301/96, υποστήριξαν ότι η απόδειξη των οικονομικών μειονεκτημάτων τα οποία προκάλεσε στη Σαξονία η διαίρεση της Γερμανίας προέκυπτε από σύγκριση της γερμανικής παραγωγής αυτοκινήτων που επραγματοποιείτο στην περιφέρεια αυτή πριν από το 1939 και εκείνης που πραγματοποιήθηκε το 1990. Κατά τους διαδίκους αυτούς, η σχετική παρακμή της αυτοκινητοβιομηχανίας της Σαξονίας, σε σύγκριση με την της Δυτικής Γερμανίας εν γένει, προκλήθηκε ιδίως από τον διαμελισμό της γερμανικής αγοράς και τη συνακόλουθή του απώλεια των παραδοσιακών αγορών αυτής της βιομηχανίας προς τη Δύση.

144    Η επιχειρηματολογία αυτή πρέπει να απορριφθεί, κατά το μέτρο που προβάλλεται ενώπιον του Πρωτοδικείου, χωρίς να έχει προβληθεί κατά τη διοικητική διαδικασία (βλ. απόφαση του Δικαστηρίου της 14ης Σεπτεμβρίου 1994, C-278/92, C-279/92, C-280/92, Ισπανία κατά Επιτροπής, Συλλογή 1994, σ. I-4103, σκέψη 31, και απόφαση του Πρωτοδικείου της 25ης Μαρτίου 1999, T-37/97, Forges de Clabecq κατά Επιτροπής, που δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 93).

145    Συγκεκριμένα, και αν ακόμη υποτεθεί ότι υπήρξαν εμπόδια στο διαγερμανικό εμπόριο, συνεπαγόμενα την απώλεια των παραδοσιακών αγορών της αυτοκινητοβιομηχανίας της Σαξονίας, αυτό δεν σημαίνει ότι η κακή οικονομική κατάσταση της βιομηχανίας αυτής το 1990 αποτελεί άμεση συνέπεια αυτής της απώλειας αγορών που υποτίθεται ότι προκλήθηκε από τη διαίρεση της Γερμανίας το 1948. Οι εκτιθέμενες από τους προσφεύγοντες δυσχέρειες προκύπτουν, κυρίως, από τη διαφορετική οικονομική οργάνωση του ίδιου του ανατολικογερμανικού καθεστώτος, η οποία δεν “προκλήθηκε από τη διαίρεση της Γερμανίας”, κατά την έννοια του άρθρου 92, παράγραφος 2, στοιχείο γ´, της Συνθήκης.

146    Η σύγκριση, επομένως, της προ του 1939 καταστάσεως της αυτοκινητοβιομηχανίας της Σαξονίας με την του 1990 δεν αρκεί αφ' εαυτής για να θεμελιώσει την ύπαρξη αρκούντως άμεσου δεσμού μεταξύ των οικονομικών μειονεκτημάτων, από τα οποία έπασχε η βιομηχανία αυτή κατά τον χρόνο της χορηγήσεως των επιδίκων ενισχύσεων, και της “διαιρέσεως της Γερμανίας” κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως.

147    .σο για την [απόφαση της Επιτροπής, της 11ης Δεκεμβρίου 1964, σχετικά με τις ενισχύσεις που αποσκοπούν στη διευκόλυνση της ενσωματώσεως του Saarland στην οικονομία της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας (Δελτίο της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας αριθ. 2/1965, σ. 33, στο εξής: απόφαση για το Saarland)], κανένας διάδικος δεν την προσκόμισε ούτε ζήτησε να προσκομιστεί στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας. Οι προσφεύγοντες δεν απέδειξαν ότι η απόφαση εκείνη αντανακλά διαφορετική θεώρηση της Επιτροπής κατά το παρελθόν, ούτε ότι η θεώρηση αυτή, αληθής υποτιθέμενη, ήταν ικανή να θίξει το κύρος των νομικών εκτιμήσεων τις οποίες διατύπωσε το 1996.

148    Υπ' αυτές τις συνθήκες, οι προσφεύγοντες και η παρεμβαίνουσα δεν προσκόμισαν στοιχεία που να θεμελιώνουν το συμπέρασμα ότι η Επιτροπή υπερέβη τα όρια της εξουσίας εκτιμήσεώς της θεωρώντας ότι οι επίδικες ενισχύσεις δεν ανταποκρίνονταν στις προϋποθέσεις που επέτρεπαν τη χρήση της παρεκκλίσεως του άρθρου 92, παράγραφος 2, στοιχείο γ´, της Συνθήκης.»

Eπί του πρώτου σκέλους

12.
    Με το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως, οι αναιρεσείοντες και η Γερμανική Κυβέρνηση διατείνονται ότι η ερμηνεία του άρθρου 92, παράγραφος 2, στοιχείο γ´, της Συνθήκης στην οποία προέβη το Πρωτοδικείο δεν συνάδει με τη διατύπωση, το ιστορικό, την πρακτική αποτελεσματικότητα και την οικονομία της διατάξεως αυτής.

Eπί της διατυπώσεως του άρθρου 92, παράγραφος 2, στοιχείο γ´, της Συνθήκης

- Επιχειρήματα των διαδίκων

13.
    .σον αφορά τη διατύπωση του άρθρου 92, παράγραφος 2, στοιχείο γ´, της Συνθήκης, οι αναιρεσείοντες και η Γερμανική Κυβέρνηση διατείνονται ότι το Πρωτοδικείο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο και ότι η έκφραση «διαίρεση της Γερμανίας» που χρησιμοποιεί η διάταξη αυτή αφορά τις συνέπειες που επιφέρει η συνύπαρξη των δύο διαφορετικών οικονομικών και πολιτικών καθεστώτων και δεν παραπέμπει σε φυσικά κριτήρια ή σε κριτήρια σχετικά με τις μεταφορές.

14.
    Προς στήριξη των επιχειρημάτων τους, οι αναιρεσείοντες και η Γερμανική Κυβέρνηση ισχυρίζονται, πρώτον, ότι τα κοινοτικά όργανα έχουν χρησιμοποιήσει, στο πλαίσιο του πρωτοκόλλου για το εσωτερικό εμπόριο στη Γερμανία, τον όρο «διαίρεση της Γερμανίας» ως συνώνυμο της διακρίσεως μεταξύ αντικρουόμενων οικονομικών καθεστώτων, δεύτερον, ότι το Δικαστήριο χρησιμοποίησε, στην απόφαση της 5ης Ιουλίου 1994, C-432/92, Anastasiou κ.λπ. (Συλλογή 1994, σ. I-3087), σχετικά με την Κύπρο, ως συνώνυμο του όρου «διαίρεση» τον όρο «διχοτόμηση» και, τρίτον, ότι τα κοινοτικά όργανα, στο πλαίσιο της απαντήσεώς του στη γραπτή ερώτηση 2654/85 του ευρωβουλευτή Pordea (ΕΕ 1998, C 236, σ. 4), χρησιμοποίησαν την έννοια «διαίρεση της Ευρώπης» προκειμένου για τον χωρισμό της Ευρώπης σε δύο μέρη. Αυτό αποδεικνύει ότι ο όρος «διαίρεση της Γερμανίας» δεν αφορά απλώς τη δημιουργία φυσικού συνόρου μεταξύ Ανατολής και Δύσης, αλλά τον πολιτικοοικονομικό χωρισμό της ευρωπαϊκής ηπείρου.

15.
    H Γερμανική Κυβέρνηση προσθέτει ότι η έννοια «διαίρεση της Γερμανίας», που χρησιμοποιείται στο άρθρο 92, παράγραφος 2, στοιχείο γ´, της Συνθήκης, δεν μπορεί να παραπέμπει χρονικώς μόνο στο 1948, όπως υποστήριξε το Πρωτοδικείο χωρίς να προβάλει αιτιολογία και παραθέτοντας ιστορικώς ανακριβή στοιχεία. Συγκεκριμένα, η μοναδική δυνατή ερμηνεία της έννοιας αυτής είναι ότι παραπέμπει σε μια διαδικασία που εξελίχθηκε και εντατικοποιήθηκε από το 1945 έως το 1990. Το Πρωτοδικείο, συνάγοντας από τη διαπίστωση αυτή συμπεράσματα που το επηρέασαν σε σημαντικό βαθμό στην κατανόηση της ρήτρας διαιρέσεως, υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο, η οποία πρέπει να αποτελέσει λόγο ακυρώσεως της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως.

16.
    Η εν λόγω κυβέρνηση βάλλει κατά της εκτιμήσεως του Πρωτοδικείου ότι το άρθρο 92, παράγραφος 2, στοιχείο γ´, της Συνθήκης πρέπει να ερμηνεύεται στενά, διότι, κατά την άποψή της, μια τέτοια ερμηνεία επεφέρει αποτελέσματα αντίθετα προς το γράμμα και το πνεύμα της εν λόγω διατάξεως.

17.
    Αντιθέτως, κατά την Επιτροπή, το γερμανικό, το γαλλικό και το αγγλικό κείμενο της εν λόγω διατάξεως δεν συνάδουν προς την ερμηνεία ότι ο όρος «διαίρεση» δεν υποδηλώνει μόνο τη διαίρεση του κράτους, αλλά επιπλέον - και κυρίως - τη διαίρεση σε δύο διαφορετικά πολιτικά, κοινωνικά και οικονομικά συστήματα.

18.
    Το επιχείρημα άλλωστε σχετικά με το πρωτόκολλο περί του εσωτερικού εμπορίου στη Γερμανία είναι είτε απαράδεκτο, στο μέτρο που δεν προβλήθηκε ενώπιον του Πρωτοδικείου, είτε αβάσιμο, στο μέτρο που δεν σήμαινε ότι η έκφραση «διαίρεση της Γερμανίας» υποδηλώνει τη διαίρεση μιας πρώην ενιαίας οικονομικής επικράτειας σε δύο διαφορετικά πολιτικοοικονομικά συστήματα.

19.
    Επίσης, η αναφορά στη de facto διχοτόμηση της Κύπρου δεν ασκεί επιρροή, καθόσον δεν έχει αναγνωρισθεί σε διεθνές επίπεδο. Η δε απάντηση στη γραπτή ερώτηση του Pordea έχει πολιτικό χαρακτήρα και, επομένως, στερείται δεσμευτικής ισχύος.

- Απάντηση του Δικαστηρίου

20.
    Εκ προοιμίου, όσον αφορά την ένσταση απαραδέκτου που προέβαλε η Επιτροπή, δυνάμει των άρθρων 42, παράγραφος 2, και 118 του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, κατά των στηριζόμενων στο πρωτόκολλο για το εσωτερικό εμπόριο στη Γερμανία ισχυρισμών των αναιρεσειόντων και της Γερμανικής Κυβερνήσεως, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι οι ισχυρισμοί αυτοί δεν αποτελούν νέο λόγο αναιρέσεως, αλλά ισχυρισμό προς στήριξη ενός λόγου αναιρέσεως που έχει ήδη προβληθεί πρωτοδίκως. Υπό τις συνθήκες αυτές, η εν λόγω ένσταση απαραδέκτου πρέπει να απορριφθεί.

21.
    .σον αφορά την ερμηνεία του άρθρου 92, παράγραφος 2, στοιχείο γ´, της Συνθήκης, ορθώς το Πρωτοδικείο έκρινε, με τη σκέψη 134 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, ότι η έκφραση «διαίρεση της Γερμανίας» που χρησιμοποιεί η εν λόγω διάταξη αφορά τα οικονομικά μειονεκτήματα που προκλήθηκαν από την απομόνωση που προκάλεσε η δημιουργία ή η διατήρηση του εσωτερικού συνόρου της Γερμανίας.

22.
    Η ερμηνεία αυτή που δίδει το Πρωτοδικείο αντιστοιχεί στην ερμηνεία στην οποία προέβη το Δικαστήριο στο πλαίσιο των αποφάσεων της 19ης Σεπτεμβρίου 2000, C-156/98, Γερμανία κατά Επιτροπής (Συλλογή 2000, σ. I-6857), και της 28ης Ιανουαρίου 2003, C-334/99, Γερμανία κατά Επιτροπής (Συλλογή 2003, σ. Ι-1139).

23.
    Συγκεκριμένα, το Δικαστήριο, αφού υπενθύμισε, με τη σκέψη 49 της προπαρατεθείσας αποφάσεως της 19ης Σεπτεμβρίου 2000, Γερμανία κατά Επιτροπής, ότι το άρθρο 92, παράγραφος 2, στοιχείο γ´, της Συνθήκης πρέπει να ερμηνεύεται στενά, διότι εισάγει παρέκκλιση από τη γενική αρχή κατά την οποία οι κρατικές ενισχύσεις δεν συμβιβάζονται με την κοινή αγορά, έκρινε, με τη σκέψη 52, ότι ως οικονομικά μειονεκτήματα προκληθέντα από τη διαίρεση της Γερμανίας νοούνται μόνον τα οικονομικά μειονεκτήματα που προκλήθηκαν σε ορισμένες περιοχές της Γερμανίας από την απομόνωση που συνεπήχθη η δημιουργία φυσικού συνόρου, όπως είναι η αποκοπή των οδών επικοινωνίας ή η απώλεια των φυσικών αγορών διαθέσεως λόγω διακοπής των εμπορικών συναλλαγών μεταξύ των δύο τμημάτων του γερμανικού εδάφους.

24.
    Η διάταξη αυτή δεν μπορεί, αντιθέτως, να ερμηνευθεί, όπως ισχυρίζονται οι αναιρεσείοντες και η Γερμανική Κυβέρνηση, υπό την έννοια ότι παρέχει τη δυνατότητα να αντισταθμιστεί εξ ολοκλήρου η κατά τα άλλα αναμφισβήτητη οικονομική καθυστέρηση των νέων ομόσπονδων κρατών, η οποία οφείλεται στις συγκεκριμένες επιλογές οικονομικής πολιτικής στις οποίες προέβη η Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας.

25.
    Συγκεκριμένα, το Δικαστήριο έκρινε, με τη σκέψη 54 της προπαρατεθείσας αποφάσεως της 19ης Σεπτεμβρίου 2000, Γερμανία κατά Επιτροπής, ότι τα οικονομικά μειονεκτήματα που πάσχουν συνολικά τα νέα ομόσπονδα κράτη δεν προκλήθηκαν ευθέως από τη γεωγραφική διαίρεση της Γερμανίας, κατά την έννοια του άρθρου 92, παράγραφος 2, στοιχείο γ´, της Συνθήκης, και, με τη σκέψη 55 της ίδιας αποφάσεως, ότι επιβάλλεται, κατά συνέπεια, η διαπίστωση ότι οι διαφορές στην ανάπτυξη μεταξύ παλαιών και νέων oμόσπονδων κρατών εξηγούνται από άλλους λόγους και όχι από τη γεωγραφική τομή που προκλήθηκε από τη διαίρεση της Γερμανίας, και ιδίως από τα διαφορετικά πολιτικοοικονομικά καθεστώτα που εγκαθιδρύθηκαν σε καθένα από τα δύο τμήματα της Γερμανίας.

26.
    Το πρωτόκολλο του 1957 για το εσωτερικό εμπόριο στη Γερμανία, το οποίο επικαλούνται οι αναιρεσείοντες και η Γερμανική Κυβέρνηση, δεν δύναται να θίξει το συμπέρασμα αυτό, δεδομένου ότι σκοπός του δεν ήταν να άρει την ύπαρξη δύο διαφορετικών πολιτικών και οικονομικών συστημάτων, αλλά να αποτρέψει το ενδεχόμενο παρακωλύσεως σε δυσανάλογο βαθμό του εμπορίου μεταξύ των δύο οικονομικών ζωνών, ως συνέπεια της δημιουργίας του εξωτερικού τελωνειακού συνόρου στο κοινοτικό έδαφος.

27.
    .σον αφορά, αφενός, την προπαρατεθείσα απόφαση Αναστασίου κ.λπ., η οποία αφορά τη διχοτόμηση του κυπριακού εδάφους και, αφετέρου, την απάντηση στη γραπτή ερώτηση του Pordea, αμφότερες δεν ασκούν επιρροή εν προκειμένω, καθόσον δεν αποτελούν ερμηνεία της έννοιας «διαίρεση της Γερμανίας» που χρησιμοποιείται στο άρθρο 92, παράγραφος 2, στοιχείο γ´, της Συνθήκης.

Επί του ιστορικού και της πρακτικής αποτελεσματικότητας του άρθρου 92, παράγραφος 2, στοιχείο γ´, της Συνθήκης

- Επιχειρήματα των διαδίκων

28.
    .σον αφορά το ιστορικό και την πρακτική αποτελεσματικότητα του άρθρου 92, παράγραφος 2, στοιχείο γ´, της Συνθήκης, οι αναιρεσείοντες και η Γερμανική Κυβέρνηση υπενθυμίζουν ότι οι εν λόγω διατάξεις, οι οποίες περιέχονται στη Συνθήκη ΕΟΚ, εξακολουθούν να υφίστανται στη Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή .νωση και τη Συνθήκη του .μστερνταμ ακόμη και μετά την επανένωση της Γερμανίας, γεγονός που αποδεικνύει ότι τα κράτη μέλη θεώρησαν ότι η παρέκκλιση αυτή έχει ως σκοπό να εξαλείψει την ειδική κατάσταση που απορρέει από την πολιτική και οικονομική διαίρεση της Γερμανίας.

29.
    Συναφώς, η ερμηνεία στην οποία προέβη το Πρωτοδικείο με τη σκέψη 134 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως δεν συνάδει, κατά την άποψη των αναιρεσειόντων και της Γερμανικής Κυβερνήσεως, με το γεγονός ότι οι εν λόγω διατάξεις εξακολουθούν να υφίστανται μετά την επανένωση της Γερμανίας. Συνεπώς, οι διατάξεις αυτές δεν μπορούν να έχουν εφαρμογή μόνον ως προς τα μειονεκτήματα που προκάλεσαν η περίκλειση ορισμένων περιοχών, η αποκοπή των οδών επικοινωνίας ή η απώλεια των φυσικών αγορών διαθέσεως πέραν του εσωτερικού συνόρου της Γερμανίας.

30.
    Επίσης, κατά τους αναιρεσείοντες και τη Γερμανική Κυβέρνηση, η Επιτροπή εφάρμοσε το άρθρο 92, παράγραφος 2, στοιχείο γ´, της Συνθήκης στην απόφασή της για το Saarland.

31.
    Επί του σημείου αυτού, θεωρούν ότι η δικονομική ένσταση που έλαβε υπόψη το Πρωτοδικείο με τη σκέψη 147 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως αποτελεί, μεταξύ άλλων, παράβαση του άρθρου 64 του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου.

32.
    Συγκεκριμένα, κατά την άποψη των αναιρεσειόντων, η Επιτροπή αμφισβήτησε την απόφασή της μόλις κατά το στάδιο του υπομνήματος ανταπαντήσεως, υποστηρίζοντας ότι η απόφαση για το Saarland εκδόθηκε βάσει του άρθρου 92, παράγραφος 2, στοιχείο β´, της Συνθήκης, μολονότι με το υπόμνημα αντικρούσεως είχε αναγνωρίσει ότι η εν λόγω απόφαση στηριζόταν στο άρθρο 92, παράγραφος 2, στοιχείο γ´, της εν λόγω Συνθήκης. Κατά συνέπεια, στο Πρωτοδικείο απέκειτο να ασκήσει τις εξουσίες που του αναγνωρίζει το άρθρο 64 του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου και να διατάξει την έκδοση της εν λόγω αποφάσεως.

33.
    Εξάλλου, οι διατάξεις του άρθρου 92, παράγραφος 2, στοιχείο γ´, της Συνθήκης δεν εφαρμόστηκαν στο παρελθόν μόνο στις ζώνες που συνορεύουν άμεσα με τη Γερμανία, καθόσον η εν λόγω διάταξη είχε εφαρμογή στο ένα τρίτο σχεδόν της γερμανικής επικράτειας. Επίσης, κατά τους αναιρεσείοντες, για να χορηγηθούν οι ενισχύσεις στις μεθοριακές περιοχές της Ανατολικής Γερμανίας δεν ήταν απαραίτητο να αποδειχθεί η ύπαρξη συγκεκριμένων μειονεκτημάτων οφειλομένων στο φυσικό σύνορο μεταξύ των γερμανικών κρατών, αλλά η χορήγησή τους ήταν δυνατή προκειμένου να διατηρηθούν υγιείς οι βιομηχανικές δομές.

34.
    Συναφώς, η Επιτροπή, μολονότι αναγνωρίζει ότι οι διατάξεις του άρθρου 92, παράγραφος 2, στοιχείο γ´, της Συνθήκης εξακολουθούσαν να ισχύουν κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών στην υπό κρίση υπόθεση, αμφισβητεί ότι οι προϋποθέσεις εφαρμογής των εν λόγω διατάξεων πληρούνταν εν προκειμένω. Η Επιτροπή υπενθυμίζει, εξάλλου, ότι εφάρμοσε τις εν λόγω διατάξεις στην απόφαση 92/465/ΕΟΚ της Επιτροπής, της 14ης Απριλίου 1992, σχετικά με ενίσχυση που χορηγήθηκε από το κρατίδιο του Βερολίνου (Γερμανία) στην Daimler-Benz AG (ΕΕ L 263, σ. 15, στο εξής: απόφαση Daimler-Benz) και στην απόφαση της 13ης Απριλίου 1994, περί ενισχύσεως σε παραγωγούς πορσελάνης και δοχείων από γυαλί εγκατεστημένους στο Tettau (ΕΕ C 178, σ. 24, στο εξής: απόφαση Tettau), αλλά αρνήθηκε σε κάθε περίπτωση να τις εφαρμόσει στα νέα ομόσπονδα κράτη προκειμένου για κρατικές ενισχύσεις που ουδεμία σχέση έχουν με το εσωτερικό σύνορο της Γερμανίας.

35.
    .σον αφορά το επιχείρημα που στηρίζεται στην απόφαση για το Saarland, κατά την άποψη των αναιρεσειόντων είναι, προεχόντως, απαράδεκτο, στο μέτρο που οι αναιρεσείοντες δεν ζήτησαν από το Πρωτοδικείο να διατάξει την έκδοση της αποφάσεως αυτής ούτε προέβαλαν εμπροθέσμως σχετική ένσταση.

36.
    Επικουρικώς, αν θεωρηθεί ότι το Πρωτοδικείο παρέβη το άρθρο 64 του Κανονισμού Διαδικασίας, το επιχείρημα αυτό δεν ασκεί επιρροή. Συγκεκριμένα, αφενός, η παράβαση αυτή δεν μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την ακύρωση της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, στο μέτρο που η φερόμενη αυτή παρατυπία ουδεμία ζημία προκάλεσε στους αναιρεσείοντες. Αφετέρου, ακόμη και αν οι ενισχύσεις που χορηγήθηκαν στο πλαίσιο που καθορίζει η απόφαση για το Saarland δεν χορηγήθηκαν βάσει του άρθρου 92, παράγραφος 2, στοιχείο γ´, της Συνθήκης, αυτό δεν επιφέρει συνέπειες, δεδομένου ότι το Πρωτοδικείο επισήμανε, με τη σκέψη 147 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, ότι οι αναιρεσείοντες δεν απέδειξαν ότι η θεώρηση αυτή, αληθής υποτιθέμενη, ήταν ικανή να θίξει το κύρος των νομικών εκτιμήσεων τις οποίες διατύπωσε το 1996. Στο πλαίσιο των αναιρέσεων που άσκησαν, οι αναιρεσείοντες δεν προσκόμισαν καμία σχετική απόδειξη.

37.
    .σον αφορά την ενίσχυση στις μεθοριακές περιφέρειες της Ανατολικής Γερμανίας, η Επιτροπή επισημαίνει ότι τα παλαιά ομόσπονδα κράτη δεν έπρεπε να αποδείξουν απλώς ότι υφίσταται συγκεκριμένο μειονέκτημα προκληθέν από το ενδογερμανικό σύνορο, αλλά επίσης ότι η εν λόγω ενίσχυση δεν μπορούσε να χορηγηθεί σε πολύ απομακρυσμένες ζώνες. Τα εργοστάσια της Volkswagen στη Σαξονία βρίσκονται σε απόσταση μεγαλύτερη των 100 χλμ. από το εν λόγω σύνορο.

38.
    .σον αφορά το γεγονός ότι οι διατάξεις του άρθρου 92, παράγραφος 2, στοιχείο γ´, της Συνθήκης εξακολουθούν να υφίστανται στη Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή .νωση και τη Συνθήκη του .μστερνταμ, η Επιτροπή επισημαίνει ότι αυτό εξηγείται αποκλειστικώς από την ύπαρξη του κανόνα περί ομοφωνίας που έχει εν προκειμένω εφαρμογή και της απαιτήσεως της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας να διατηρηθούν σε ισχύ οι εν λόγω διατάξεις. Ως προς τη συμφωνία ΕΟΧ, ο λόγος για τον οποίο περιέχει παρόμοιες διατάξεις έγκειται στην απαίτηση περί τηρήσεως του κοινοτικού κεκτημένου.

- Απάντηση του Δικαστηρίου

39.
    Eίναι γεγονός ότι οι διατάξεις του άρθρου 92, παράγραφος 2, στοιχείο γ´, της Συνθήκης δεν καταργήθηκαν ούτε με τη Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή .νωση ούτε με τη Συνθήκη του .μστερνταμ. Υπό τις συνθήκες αυτές, δεδομένης της αντικειμενικής έννοιας των κανόνων του κοινοτικού δικαίου, των οποίων πρέπει να διαφυλαχθεί το κύρος και η πρακτική αποτελεσματικότητα, δεν μπορεί να τεκμαίρεται ότι οι εν λόγω διατάξεις κατέστησαν άνευ αντικειμένου κατόπιν της επανενώσεως της Γερμανίας (βλ. προπαρατεθείσα απόφαση της 19ης Σεπτεμβρίου 2000, Γερμανία κατά Επιτροπής, σκέψεις 47 και 48).

40.
    Δεν ευσταθεί πάντως ο ισχυρισμός ότι, αντιθέτως προς όσα έκρινε το Πρωτοδικείο με τη σκέψη 134 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, το άρθρο 92, παράγραφος 2, στοιχείο γ´, της Συνθήκης έχει σκοπό την εξάλειψη της ειδικής καταστάσεως που απορρέει από την πολιτική και οικονομική διαίρεση της Γερμανίας.

41.
    Συγκεκριμένα, η ερμηνεία αυτή θα είχε ως συνέπεια ότι θα μπορούσε να χορηγηθεί οποιαδήποτε μορφή ενισχύσεως στη συνολική επικράτεια των νέων oμόσπονδων κρατών.

42.
    Το άρθρο 92, παράγραφος 2, στοιχείο γ´, της Συνθήκης δεν μπορεί να καθιστά δυνατή την πλήρη αντιστάθμιση της αδιαμφισβήτητης οικονομικής καθυστερήσεως των νέων oμόσπονδων κρατών χωρίς να παραγνωρίζει τόσο τον εξαιρετικό χαρακτήρα αυτής της διατάξεως όσο και την αλληλουχία στην οποία εντάσσεται και τους σκοπούς τους οποίους υπηρετεί (βλ. σκέψη 24 της παρούσας αποφάσεως και απόφαση της 19ης Σεπτεμβρίου 2000, Γερμανία κατά Επιτροπής, σκέψη 53).

43.
    Συναφώς, όπως ορθώς επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας με τις σκέψεις 46 και 47 των προτάσεών του, θα ήταν δυνατό να θεωρηθεί ότι οι περιοχές Mosel και Chemnitz υπέστησαν οικονομικά μειονεκτήματα προκληθέντα από τη διαίρεση της Γερμανίας μόνον αν η ύπαρξη πολιτικοοικονομικών συνόρων μεταξύ των δύο τμημάτων της Γερμανίας είχε παρακωλύσει την οικονομική τους ανάπτυξη κατά τέτοιο τρόπο ώστε να απομονωθούν σε σχέση με άλλες περιοχές της πρώην Λαϊκής Δημοκρατίας της Γερμανίας.

44.
    Οι περιοχές Mosel και Chemnitz βρίσκονται όμως σε απόσταση μεγαλύτερη των 100 χλμ. από το παλαιό ενδογερμανικό σύνορο και, όπως εξάλλου αναγνώρισε η Γερμανική Κυβέρνηση, μετά την περίοδο μεταξύ 1945 και 1949 γνώρισαν αξιόλογη ανάκαμψη στο πλαίσιο των συνθηκών του κομμουνιστικού οικονομικού συστήματος.

45.
    Η απόφαση για το Saarland την οποία επικαλέστηκαν οι αναιρεσείοντες και η Γερμανική Κυβέρνηση δεν μπορεί να μεταβάλει τη διαπίστωση αυτή.

46.
    Συναφώς, επιβάλλεται, εκ προοιμίου, η διαπίστωση ότι το Πρωτοδικείο, παραλείποντας να διατάξει την Επιτροπή να προσκομίσει αντίγραφο της εν λόγω αποφάσεως, δεν παρέβη το άρθρο 64, παράγραφοι 1 και 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου.

47.
    Συγκεκριμένα, το Πρωτοδικείο είναι το μόνο αρμόδιο να κρίνει επί της ενδεχομένης ανάγκης συμπληρώσεως των πληροφοριακών στοιχείων που διαθέτει στις υποθέσεις των οποίων επιλαμβάνεται (απόφαση της 10ης Ιoυλίου 2001, C-315/99, Ismeri Europa κατά Ελεγκτικού Συνεδρίου, Συλλογή 2001, σ. Ι-5281, σκέψη 19). Επίσης, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, δεδομένου ότι οι αναιρεσείοντες και η Γερμανική Κυβέρνηση δεν ζήτησαν από το Πρωτοδικείο να διατάξει μέτρα οργανώσεως της διαδικασίας και συγκεκριμένα την έκδοση της αποφάσεως για το Saarland, ο ισχυρισμός τους ότι το Πρωτοδικείο έπρεπε να είχε διατάξει την έκδοση της αποφάσεως αυτής πρέπει να απορριφθεί.

48.
    Kατά συνέπεια, ορθώς το Πρωτοδικείο έκρινε, με τη σκέψη 147 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, ότι οι αναιρεσείοντες και η Γερμανική Κυβέρνηση δεν απέδειξαν ότι η εν λόγω απόφαση αντανακλά διαφορετική θεώρηση της Επιτροπής κατά το παρελθόν.

49.
    Εν πάση περιπτώσει, η απόφαση για το Saarland δεν επιτρέπει τη συναγωγή διαφορετικού συμπεράσματος.

50.
    Συγκεκριμένα, από την απόφαση αυτή προκύπτει ότι η Επιτροπή παρέσχε άδεια να χορηγηθούν, είτε βάσει του άρθρου 92, παράγραφος 2, στοιχείο β´, της Συνθήκης, είτε βάσει του άρθρου 92, παράγραφος 2, στοιχείο γ´, της Συνθήκης, ορισμένες ενισχύσεις προς, πρώτον, τους απελαθέντες, τους πρόσφυγες και τα θύματα πολέμου ή καταστροφών οικισμών, δεύτερον, τις περιοχές που συνορεύουν με τη Σοβιετική .νωση, τρίτον, το Βερολίνο, λόγω της ειδικής καταστάσεως στην οποία βρισκόταν και, τέλος, προς το Saarland, προκειμένου να διευκολυνθεί η ένταξή του στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας.

51.
    Αντιθέτως πάντως προς τους ισχυρισμούς της Γερμανικής Κυβερνήσεως, οι εν λόγω ενισχύσεις δεν χορηγήθηκαν μόνο στο Saarland και, ειδικότερα, η νομική βάση στην οποία στηρίχθηκε η Επιτροπή για να επιτρέψει τη χορήγηση των ενισχύσεων στο εν λόγω ομόσπονδο κράτος δεν έχει σαφώς καθορισθεί. .πως επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας με τη σκέψη 71 των προτάσεών του, το άρθρο 92, παράγραφος 2, στοιχείο β´, της Συνθήκης και το άρθρο 92, παράγραφος 2, στοιχείο γ´, της Συνθήκης αναφέρονται εναλλακτικώς και, λαμβανομένου υπόψη ότι η απόφαση για το Saarland κάνει επίσης λόγο για ενισχύσεις προς ορισμένες περιοχές που συνορεύουν με τη σοβιετική ζώνη και το Βερολίνο, δεν μπορεί να συναχθεί από την παραπομπή στο άρθρο 92, παράγραφος 2, στοιχείο γ´, της Συνθήκης ότι η παραπομπή αυτή αφορούσε μόνον το Saarland, καθόσον θα μπορούσε να αφορά μόνον τις περιοχές που συνορεύουν με τη σοβιετική ζώνη και το Βερολίνο.

52.
    Εν πάση περιπτώσει, πρέπει να επισημανθεί ότι, όποια και αν είναι η ερμηνεία που έδωσε στο παρελθόν η Επιτροπή στο άρθρο 92, παράγραφος 2, στοιχείο γ´, της Συνθήκης, η ερμηνεία αυτή δεν μπορεί να θίξει το βάσιμο της ερμηνείας που δίδει η Επιτροπή στην ίδια διάταξη στο πλαίσιο της επίδικης αποφάσεως και, κατά, συνέπεια, το κύρος της αποφάσεως αυτής.

53.
    Συγκεκριμένα, το κύρος της επίδικης αποφάσεως πρέπει να εξετασθεί μόνο στο πλαίσιο του άρθρου 92, παράγραφος 2, στοιχείο γ´, της Συνθήκης και όχι υπό το πρίσμα υποτιθέμενης προγενέστερης πρακτικής.

Επί της οικονομίας του άρθρου 92, παράγραφος 2, στοιχείο γ´, της Συνθήκης

- Επιχειρήματα των διαδίκων

54.
    .σον αφορά την οικονομία του άρθρου 92, παράγραφος 2, στοιχείο γ´, της Συνθήκης, οι αναιρεσείοντες και η Γερμανική Κυβέρνηση επισημαίνουν ότι η αντιστάθμιση, στον τομέα των μεταφορών, των μειονεκτημάτων που απορρέουν από τη διαίρεση της Γερμανίας αποτελεί αντικείμενο ειδικής διατάξεως της εν λόγω Συνθήκης, περιλαμβανομένης στον Τίτλο IV του τρίτου μέρους που πραγματεύεται την πολιτική των μεταφορών, και συγκεκριμένα του άρθρου 82 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρου 78 ΕΚ). Τα σχετικά με τις μεταφορές μέτρα που θέσπισε η Γερμανία για να άρει τις συνέπειες της παλαιάς διαιρέσεώς της αφορούν το πρώτο μέρος της διατάξεως αυτής.

55.
    Η Επιτροπή θεωρεί ότι η παραπομπή στο άρθρο 82 της Συνθήκης δεν ασκεί επιρροή. Συγκεκριμένα, το Πρωτοδικείο δεν περιόρισε τα μειονεκτήματα που προκάλεσε η διαίρεση της Γερμανίας μόνο στις συνέπειες για τις συγκοινωνίες. Κατά συνέπεια, η εν λόγω διάταξη δεν άπτεται των κρατικών ενισχύσεων.

- Απάντηση του Δικαστηρίου

56.
    Συναφώς, αρκεί η διαπίστωση ότι, αντιθέτως προς τους ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων και της Γερμανικής Κυβερνήσεως, το Πρωτοδικείο δεν είχε πρόθεση να περιορίσει, με τη σκέψη 134 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, την εφαρμογή του άρθρου 92, παράγραφος 2, στοιχείο γ´, της Συνθήκης στις συνέπειες για τις οδούς συγκοινωνίας, οι οποίες εξάλλου αναφέρθηκαν μόνον ενδεικτικώς, δεδομένου ότι η εν λόγω σκέψη αναφέρει και άλλες συνέπειες, όπως την περίκλειση ορισμένων περιοχών και την απώλεια φυσικών αγορών διαθέσεως προϊόντων.

57.
    Κατά τα λοιπά, μολονότι το άρθρο 82 παρέχει στις γερμανικές αρχές τη δυνατότητα να διατηρήσουν σε ισχύ ή να εισαγάγουν εθνικά μέτρα σχετικά με την πολιτική των μεταφορών, τα οποία αποκλίνουν από την κοινή πολιτική των μεταφορών, τα μέτρα αυτά δεν μπορούν, ωστόσο, να αποκλίνουν από τους κανόνες που διέπουν τις κρατικές ενισχύσεις προς την υποδομή των μεταφορών.

58.
    Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί.

Επί του δευτέρου σκέλους

Επιχειρήματα των διαδίκων

59.
    Με το δεύτερο σκέλος του πρώτου αυτού λόγου αναιρέσεως, η Volkswagen και η VW Sachsen υποστηρίζουν ότι, με τη σκέψη 136 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, το Πρωτοδικείο, προβαίνοντας, όσον αφορά τις αιτίες των οικονομικών μειονεκτημάτων των νέων oμόσπονδων κρατών, σε διαπιστώσεις που προβλήθηκαν για πρώτη φορά και στις οποίες δεν είχε προβεί η Επιτροπή με την επίδικη απόφαση, έθιξε την ισορροπία μεταξύ των θεσμικών οργάνων. Στην Επιτροπή απόκειται, καταρχάς, να εξετάσει αν η ενίσχυση που πρόκειται να χορηγηθεί από κράτος μέλος βάσει του άρθρου 92, παράγραφος 2, στοιχείο γ´, της Συνθήκης πληροί τις προϋποθέσεις εφαρμογής της εν λόγω διατάξεως. Το Πρωτοδικείο δεν μπορεί να υποκαταστήσει την Επιτροπή στις διαπιστώσεις του αυτές.

60.
    .τσι, το Πρωτοδικείο, διαπιστώνοντας ότι το άρθρο 92, παράγραφος 2, στοιχείο γ´, της Συνθήκης δεν είχε εφαρμογή, διότι τα οικονομικά μειονεκτήματα δεν προκλήθηκαν από τη διαίρεση της Γερμανίας, διεύρυνε την ερμηνεία της έννοιας της διαιρέσεως προκειμένου να εφαρμοστεί η εν λόγω διάταξη στη συγκεκριμένη περίπτωση. Βάσει των κανόνων που καθορίζουν τόσο η διάταξη αυτή όσο και το άρθρο 93 της Συνθήκης, η διάταξη αυτή εφαρμόζεται, πρώτον, στο κράτος μέλος και, δεύτερον, μέσω ελέγχου σκοπούντος στη διαπίστωση ενδεχόμενων καταχρήσεων, στην Επιτροπή.

61.
    Η Επιτροπή αναφέρει ότι δεν αντιλαμβάνεται πώς η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση θίγει την ισορροπία μεταξύ των κοινοτικών οργάνων, παραβιάζοντας με τον τρόπο αυτόν τη Συνθήκη. Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι, αντιθέτως προς τους ισχυρισμούς της Volkswagen και της VW Sachsen, το Πρωτοδικείο δεν ολοκλήρωσε την αιτιολογία της επίδικης αποφάσεως, αλλά κύρωσε την αιτιολογία της Επιτροπής. Εξάλλου, κατά την άποψη της Επιτροπής, ο ρόλος της, εν προκειμένω, δεν περιορίζεται στην εξακρίβωση του αν οι κατά διακριτική ευχέρεια ληφθείσες αποφάσεις των κρατών μελών ελήφθησαν καταχρηστικώς.

Απάντηση του Δικαστηρίου

62.
    Συναφώς, το Πρωτοδικείο περιορίστηκε στο να επαναλάβει, με τη σκέψη 136 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, το επιχείρημα της Επιτροπής ότι η κακή γενική οικονομική κατάσταση των νέων oμόσπονδων κρατών δεν αποτελούσε άμεση συνέπεια της διαιρέσεως της Γερμανίας, αλλά του πολιτικού συστήματος της Λαϊκής Δημοκρατίας της Γερμανίας.

63.
    Το γεγονός ότι το επιχείρημα αυτό δεν αναπτύσσεται εξαντλητικώς στην επίδικη απόφαση δεν μπορεί να στερήσει από το Πρωτοδικείο τη δυνατότητα να απαντήσει στο επιχείρημα των αναιρεσειόντων ότι η διαπίστωση καθυστερήσεως στην οικονομική ανάπτυξη των νέων oμόσπονδων κρατών αρκούσε για να καταστήσει εφαρμοστέο το άρθρο 92, παράγραφος 2, στοιχείο γ´, της Συνθήκης, δηλώνοντας ότι δεν υφίστατο άμεση αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της καταστάσεως αυτής και της διαιρέσεως της Γερμανίας.

64.
    Επομένως, το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί.

65.
    Υπό τις συνθήκες αυτές, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι το Πρωτοδικείο δεν υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο όσον αφορά την ερμηνεία του άρθρου 92, παράγραφος 2, στοιχείο γ´, της Συνθήκης και, κατά συνέπεια, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος στο σύνολό του.

66.
    Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Πρωτοδικείο έκρινε τα εξής:

«149    Ως προς την αιτίαση περί ελλείψεως αιτιολογίας, υπενθυμίζεται ότι από την αιτιολογία που επιβάλλει το άρθρο 190 της Συνθήκης [...] πρέπει να προκύπτει κατά τρόπο σαφή και μη διφορούμενο η συλλογιστική του οργάνου που εξέδωσε την πράξη, ώστε οι μεν ενδιαφερόμενοι να μπορούν να γνωρίζουν τους λόγους που υπαγόρευσαν τη λήψη του μέτρου, ο δε κοινοτικός δικαστής να μπορεί να ασκεί τον έλεγχό του (βλ., π.χ., απόφαση του Πρωτοδικείου της 7ης Νοεμβρίου 1997, T-84/96, Cipeke κατά Επιτροπής, Συλλογή 1997, σ. II-2081, σκέψη 46).

150    Εν προκειμένω, η [επίδικη απόφαση] περιέχει συνοπτική μόνον έκθεση των λόγων για τους οποίους η Επιτροπή αρνήθηκε να εφαρμόσει την παρέκκλιση του άρθρου 92, παράγραφος 2, στοιχείο γ´, της Συνθήκης στα πραγματικά περιστατικά της παρούσας υποθέσεως.

151    Πρέπει, όμως, να τονιστεί ότι η [α]πόφαση αυτή εκδόθηκε σε ένα πλαίσιο το οποίο η Γερμανική Κυβέρνηση και οι προσφεύγοντες εγνώριζαν καλώς και ότι συνάδει προς πάγια πρακτική λήψεως αποφάσεων, ιδίως έναντι των εν λόγω διαδίκων. Μια τέτοια απόφαση μπορεί να αιτιολογείται κατά τρόπο συνοπτικό (απόφαση του Δικαστηρίου της 26ης Νοεμβρίου 1975, 73/74, Papiers peints κατά Επιτροπής, Συλλογή τόμος 1975, σ. 457, σκέψη 31, και απόφαση της 27ης Οκτωβρίου 1994, T-34/92, Fiatagri και New Holland Ford κατά Επιτροπής, Συλλογή 1994, σ. II-905, σκέψη 35).

152    Συγκεκριμένα, στις σχέσεις της με την Επιτροπή, η Γερμανική Κυβέρνηση, από το 1990 και εντεύθεν, έχει επανειλημμένως αναφερθεί στο άρθρο 92, παράγραφος 2, στοιχείο γ´, της Συνθήκης, εμμένοντας στη σημασία αυτής της διατάξεως για την ανόρθωση της πρώην Ανατολικής Γερμανίας (βλ. ιδίως [...] επιστολή του Καγκελλαρίου Kohl προς τον Πρόεδρο Delors της 9ης Δεκεμβρίου 1992).

153    Οι προβαλλόμενες σχετικώς από τη Γερμανική Κυβέρνηση θέσεις έχουν απορριφθεί με διάφορες επιστολές ή αποφάσεις της Επιτροπής [βλ., ιδίως, ανακοίνωση σύμφωνα με το άρθρο 93, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΟΚ προς τα άλλα κράτη μέλη και τους λοιπούς ενδιαφερόμενους σχετικά με πρόταση της Γερμανικής Κυβέρνησης να χορηγήσει κρατική ενίσχυση στον όμιλο Opel για την υποστήριξη των επενδυτικών σχεδίων του στα νέα γερμανικά κρατίδια (Länder) (ΕΕ 1993, C 43, σ. 14)· ανακοίνωση σύμφωνα με το άρθρο 93, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΟΚ προς τα άλλα κράτη μέλη και τους λοιπούς ενδιαφερόμενους σχετικά με ενισχύσεις τις οποίες προτίθεται να χορηγήσει η Γερμανία στην επιχείρηση Rhône-Poulenc Rhotex GmbH (ΕΕ 1993, C 210, σ. 11)· απόφαση 94/266/ΕΚ της Επιτροπής, της 21ης Δεκεμβρίου 1993, σχετικά με την πρόταση χορήγησης ενισχύσεως προς την επιχείρηση SST Garngesellschaft mbH, Thüringen (ΕΕ 1994, L 114, σ. 21)· απόφαση Mosel I· και απόφαση 94/1074/EK της Επιτροπής, της 5ης Δεκεμβρίου 1994, σχετικά με πρόταση των γερμανικών αρχών για τη χορήγηση ενισχύσεων στην εταιρεία Textilwerke Deggendorf GmbH, Thüringen (ΕΕ 1994, L 386, σ. 13)].

154    Συναφώς, πρέπει να αποδοθεί ιδιαίτερη σημασία στην απόφαση Mosel I, με την οποία η Επιτροπή κήρυξε ασυμβίβαστες με την κοινή αγορά ορισμένες αμφισβητούμενες ενισχύσεις, ύψους 125,2 εκατομμυρίων DM, αφού απέκλεισε, για τους ίδιους λόγους τους οποίους δέχτηκε και στην [επίδικη απόφαση], την υπαγωγή των ενισχύσεων αυτών στην παρέκκλιση του άρθρου 92, παράγραφος 2, στοιχείο γ´, της Συνθήκης. Επισημαίνεται άλλωστε ότι ούτε οι προσφεύγοντες, ούτε οι γερμανικές αρχές άσκησαν προσφυγή κατά της προγενέστερης αυτής αποφάσεως.

155    Και ναι μεν η Επιτροπή, οι γερμανικές αρχές και οι προσφεύγοντες πραγματοποίησαν, μεταξύ της εκδόσεως της αποφάσεως Mosel I και της εκδόσεως της [επίδικης αποφάσεως], πολυάριθμες επαφές, που προδίδουν την εμμονή τους σε διιστάμενες απόψεις ως προς την εφαρμογή ή μη του άρθρου 92, παράγραφος 2, στοιχείο γ´, της Συνθήκης στις επίδικες ενισχύσεις (βλ. ενότητες V και VI της [επίδικης αποφάσεως]), πρέπει όμως επίσης να τονιστεί ότι, στο πλαίσιο αυτό, κανένα ειδικό ή νέο επιχείρημα δεν προβλήθηκε, όσον αφορά ιδίως την ύπαρξη αιτιώδους συναφείας μεταξύ της μετά τη γερμανική επανένωση καταστάσεως της αυτοκινητοβιομηχανίας της Σαξονίας και της διαιρέσεως της Γερμανίας (βλ. ανωτέρω σκέψη 141).

156    Υπ' αυτές τις συνθήκες, πρέπει να γίνει δεκτό ότι το σκεπτικό της [επίδικης αποφάσεως] γνωστοποιήθηκε επαρκώς στους προσφεύγοντες και την παρεμβαίνουσα και ότι, ελλείψει ειδικοτέρων επιχειρημάτων, η Επιτροπή δεν υπεχρεούτο να την αιτιολογήσει εκτενέστερα.

157    Από το σύνολο των προεκτεθέντων προκύπτει ότι πρέπει να απορριφθούν οι αιτιάσεις περί παραβάσεως του άρθρου 92, παράγραφος 2, στοιχείο γ´, της Συνθήκης και περί ελλείψεως αιτιολογίας.»

Eπιχειρήματα των διαδίκων

67.
    Σύμφωνα με τους αναιρεσείοντες και τη Γερμανική Κυβέρνηση, η επίμαχη απόφαση δεν παρέχει ούτε στους αναιρεσείοντες ούτε στο Πρωτοδικείο τη δυνατότητα να αντιληφθούν τους λόγους για τους οποίους η Επιτροπή αρνήθηκε να εφαρμόσει το άρθρο 92, παράγραφος 2, στοιχείο γ´, της Συνθήκης.

68.
    Η Volkswagen και η VW Sachsen υποστηρίζουν ότι η εκ μέρους του Πρωτοδικείου παραπομπή σε άλλες αποφάσεις, οι οποίες επίσης πάσχουν πλημμελή αιτιολογία, δεν είναι ικανή να καταστήσει καταληπτή την επίδικη απόφαση στους ενδιαφερομένους. Επίσης, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, μια απόφαση θα έπρεπε να είναι, αφ' εαυτής, καταληπτή και η απουσία της δυνατότητας αυτής δεν αίρεται από την παραπομπή σε αποφάσεις που δεν είναι ικανές να παράσχουν πιο συγκεκριμένες πληροφορίες επί των στοιχείων στα οποία στηρίχθηκε η Επιτροπή για να απορρίψει την εφαρμογή του άρθρου 92, παράγραφος 2, στοιχείο γ´, της Συνθήκης. Κατά τα λοιπά, οι αποφάσεις που παραθέτει το Πρωτοδικείο στη σκέψη 153 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως δεν περιέχονται στην επίδικη απόφαση και δεν έχουν διαβιβασθεί.

69.
    Επίσης, το Πρωτοδικείο παρέβη το άρθρο 190 της Συνθήκης, διότι δεν έλαβε υπόψη το ότι μια απόφαση της Επιτροπής πρέπει να είναι καταληπτή όχι μόνο για τους ενδιαφερομένους, αλλά και για το Πρωτοδικείο, προκειμένου αυτό να ασκήσει τον έλεγχό του προς τήρηση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως.

70.
    Κατά τη Volkswagen και τη VW Sachsen, από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι η επίδικη απόφαση δεν περιέχει λόγους οι οποίοι δικαιολογούν την εφαρμογή του άρθρου 92, παράγραφος 2, στοιχείο γ´, της Συνθήκης. Η Επιτροπή όφειλε να αιτιολογήσει ειδικώς την επίδικη απόφαση όσον αφορά την ερμηνεία της διατάξεως αυτής, στο μέτρο που, αφενός, οι γερμανικές αρχές και η Επιτροπή δεν προέβησαν στην ίδια ανάλυση της εν λόγω ερμηνείας και, αφετέρου, η Επιτροπή γνώριζε πλήρως τη σπουδαιότητα της απόψεώς της επί του ζητήματος αυτού.

71.
    Η Επιτροπή τονίζει ότι η αναίρεση αποφάσεως μπορεί να στηριχθεί μόνο σε λόγους αντλούμενους από την εκ μέρους του Πρωτοδικείου παραβίαση του κοινοτικού δικαίου. Συγκεκριμένα, στο πλαίσιο εξετάσεως αιτήσεως αναιρέσεως, το Δικαστήριο δεν εξετάζει τα ζητήματα ουσίας και δεν προβαίνει σε νομική εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών. Η Επιτροπή επισημαίνει ότι το αν το Πρωτοδικείο μπορεί να κατανοήσει και να ελέγξει μια αιτιολογία αποτελεί ζήτημα ουσίας επί του οποίου μόνον το Πρωτοδικείο μπορεί να αποφανθεί.

72.
    Η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι, όταν μια απόφαση εντάσσεται σε ορισμένο πλαίσιο, αρκεί, για τη συμμόρφωση προς το άρθρο 190 της Συνθήκης, να μνημονεύεται το πλαίσιο αυτό στην απόφαση. Η Επιτροπή επισημαίνει ότι οι αναιρεσείοντες είχαν μετάσχει στις διαδικασίες που προηγήθηκαν της εκδόσεως της αποφάσεως Mosel I και της επίδικης αποφάσεως, οπότε το σχετικό επιχείρημά τους πρέπει να απορριφθεί.

73.
    .ταν η Volkswagen και η VW Sachsen υποστηρίζουν ότι οι αποφάσεις της Επιτροπής που διαμορφώνουν το πλαίσιο της επίδικης αποφάσεως δεν είναι επαρκώς αιτιολογημένες, στην πραγματικότητα διατείνονται ότι το Πρωτοδικείο υπέπεσε σε σφάλμα κατά τον προσδιορισμό και την εκτίμηση ενός πραγματικού περιστατικού. Επομένως, το επιχείρημα αυτό πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτο.

74.
    Κατά την Επιτροπή, οι αποφάσεις που παρέθεσε στην επίδικη απόφαση, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγονται οι αποφάσεις Daimler-Benz και Tettau, αποτελούν, εν προκειμένω, πλαίσιο το οποίο το Πρωτοδικείο έλαβε όντως υπόψη και εκτίμησε ορθώς.

75.
    .σον αφορά την απόφαση Mosel I, η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι είχε αρνηθεί ρητώς να παράσχει άδεια για τη χορήγηση μέρους των οικείων ενισχύσεων και είχε απορρίψει ρητώς, κατά τα λοιπά, την εφαρμογή του άρθρου 92, παράγραφος 2, στοιχείο γ´, της Συνθήκης. Οι αναιρεσείοντες δεν άσκησαν προσφυγή κατά της εν λόγω αποφάσεως, μολονότι θα μπορούσε να είναι βλαπτική και θα ήταν αναγκαίο να βάλουν κατά αυτής, λαμβανομένης υπόψη της ερμηνείας που έδωσαν στην εν λόγω διάταξη.

Απάντηση του Δικαστηρίου

76.
    Κατά πάγια νομολογία, η επιβαλλόμενη από το άρθρο 190 της Συνθήκης αιτιολογία πρέπει να είναι προσαρμοσμένη στη φύση της οικείας πράξεως και πρέπει να διαφαίνεται από αυτήν κατά τρόπο σαφή και μη διφορούμενο η συλλογιστική της κοινοτικής αρχής που εκδίδει την προσβαλλόμενη πράξη, κατά τρόπο που να καθιστά δυνατό στους ενδιαφερομένους να γνωρίζουν τους λόγους που δικαιολογούν τη λήψη του μέτρου και στο αρμόδιο δικαιοδοτικό όργανο να ασκεί τον έλεγχό του. H υποχρέωση αιτιολογήσεως πρέπει να εκτιμάται αναλόγως των περιστάσεων της συγκεκριμένης περιπτώσεως, ιδίως του περιεχομένου της πράξεως, της φύσεως των προβαλλομένων λόγων και του συμφέροντος που έχουν ενδεχομένως στην παροχή διευκρινίσεων οι αποδέκτες ή άλλα πρόσωπα τα οποία η πράξη αφορά άμεσα και ατομικά. Η αιτιολογία δεν απαιτείται να διασαφηνίζει όλα τα ουσιώδη πραγματικά και νομικά στοιχεία, καθόσον το ζήτημα αν η αιτιολογία μιας πράξεως ικανοποιεί τις απαιτήσεις του άρθρου 190 της Συνθήκης πρέπει να εκτιμάται όχι μόνο βάσει της διατυπώσεώς της αλλά και του πλαισίου στο οποίο εντάσσεται καθώς και του συνόλου των κανόνων δικαίου που διέπουν το σχετικό θέμα (βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 13ης Μαρτίου 1985, 296/82 και 318/82, Κάτω Χώρες και Leeuwarder Papierwarenfabriek κατά Επιτροπής, Συλλογή 1985, σ. 809, σκέψη 19, και της 2ας Απριλίου 1998, C-367/95, Επιτροπή κατά Sytraval και Brink's France, Συλλογή 1998, σ. I-1719, σκέψη 63).

77.
    Eπομένως, ορθώς το Πρωτοδικείο έκρινε ότι η επίδικη απόφαση ήταν επαρκώς αιτιολογημένη. Συγκεκριμένα, πρώτον, η απόφαση αυτή, ακόμη και αν περιέχει συνοπτική σχετική αιτιολογία, αναφέρει ότι εκδόθηκε σε απολύτως γνωστό πλαίσιο και εντάσσεται σε μια πάγια πρακτική λήψεως αποφάσεων.

78.
    Δεύτερον, η εν λόγω απόφαση επισημαίνει ότι οι απόψεις που υποστηρίχθηκαν σε προγενέστερο στάδιο και που συνηγορούσαν υπέρ της εφαρμογής του άρθρου 92, παράγραφος 2, στοιχείο γ´, της Συνθήκης απορρίφθηκαν στο παρελθόν για τους ίδιους λόγους, ιδίως με την απόφαση Mosel I, την οποία δεν αμφισβήτησαν οι αναιρεσείοντες και η Γερμανική Κυβέρνηση.

79.
    Τέλος, από την επίδικη απόφαση προκύπτει ότι, παρά τις επαφές μεταξύ, αφενός, της Γερμανικής Κυβερνήσεως και των αναιρεσειόντων και, αφετέρου, μεταξύ της Επιτροπής, από τις οποίες προέκυπτε διχογνωμία όσον αφορά το αν έχει εφαρμογή η διάταξη αυτή, δεν προβλήθηκε κανένα ειδικό επιχείρημα κατά τη διοικητική διαδικασία (βλ. προπαρατεθείσα απόφαση της 19ης Σεπτεμβρίου 2000, Γερμανία κατά Επιτροπής, σκέψεις 104 έως 108).

80.
    Κατά συνέπεια, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Επί του τρίτου λόγου αναιρέσεως, που αντλείται από παράβαση του άρθρου 92, παράγραφος 3, στοιχείο β´, της Συνθήκης

81.
    Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Πρωτοδικείο έκρινε τα εξής:

«166    Κατά το άρθρο 92, παράγραφος 3, στοιχείο β´, της Συνθήκης, δύνανται να θεωρηθούν ότι συμβιβάζονται με την κοινή αγορά οι ενισχύσεις “για την άρση σοβαρής διαταραχής της οικονομίας κράτους μέλους”.

167    .πως προκύπτει από την αλληλουχία και την όλη οικονομία της διατάξεως αυτής, η εν λόγω διαταραχή πρέπει να επηρεάζει ολόκληρη την οικονομία του οικείου κράτους μέλους και όχι μόνον μιας περιοχής του ή τμήματος της επικράτειάς του. Η λύση αυτή συνάδει άλλωστε και προς την ανάγκη να ερμηνεύεται στενά μια εξαιρετική διάταξη όπως η του άρθρου 92, παράγραφος 3, στοιχείο β´, της Συνθήκης. .λλωστε, η [...] [απόφαση της 17ης Σεπτεμβρίου 1980], [730/79] Philip Morris κατά Επιτροπής [Συλλογή τόμος 1980 ΙΙΙ, σ. 13], την οποία επικαλέστηκαν οι προσφεύγοντες προς στήριξη της απόψεώς τους, ουδόλως αποφαίνεται επί του εριζομένου εδώ ζητήματος.

168    Επομένως, η επιχειρηματολογία των προσφευγόντων πρέπει ν' απορριφθεί ως αλυσιτελής, εφόσον περιορίζουν την αναφορά τους στην κατάσταση της οικονομίας του Freistaat Sachsen, χωρίς καν να ισχυριστούν ότι εξ αυτής προέκυψε σοβαρή διαταραχή της οικονομίας της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας στο σύνολο της.

169    Το αν, άλλωστε, η γερμανική επανένωση προκάλεσε σοβαρή διαταραχή της οικονομίας της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας είναι ζήτημα που απαιτεί σύνθετες εκτιμήσεις, που πρέπει να γίνονται σε κοινοτικό πλαίσιο και εμπίπτουν στην άσκηση της ευρείας διακριτικής ευχέρειας την οποία διαθέτει η Επιτροπή υπό το πρίσμα του άρθρου 92, παράγραφος 3, της Συνθήκης (βλ., κατ' αναλογίαν, απόφαση της 15ης Μα.ου 1997, C-355/95 P, TWD κατά Επιτροπής, Συλλογή 1997, σ. I-2549, σκέψη 26). Ο ασκούμενος συναφώς δικαστικός έλεγχος πρέπει να περιορίζεται στην εξακρίβωση της τηρήσεως των κανόνων διαδικασίας και αιτιολογήσεως, καθώς και του υποστατού των πραγματικών περιστατικών, της ελλείψεως προδήλου σφάλματος εκτιμήσεως και καταχρήσεως εξουσίας. Ειδικότερα, δεν εναπόκειται στον κοινοτικό δικαστή να υποκαθιστά την οικονομική εκτίμηση της Επιτροπής με τη δική του (αποφάσεις του Πρωτοδικείου της 12ης Δεκεμβρίου 1996, T-380/94, AIUFFASS και ΑΚΤ κατά Επιτροπής, Συλλογή 1996, σ. ΙΙ-2169, σκέψη 56, και της 5ης Νοεμβρίου 1997, T-149/95, Ducros κατά Επιτροπής, Συλλογή 1997, σ. ΙΙ-2031, σκέψη 63).

170    Εν προκειμένω, οι διάδικοι δεν προέβαλαν κανένα συγκεκριμένο στοιχείο που να αποδεικνύει ότι η Επιτροπή υπέπεσε σε κατάφωρη πλάνη εκτιμήσεως κρίνοντας ότι οι δυσμενείς αντίκτυποι της επανενώσεως της Γερμανίας επί της γερμανικής οικονομίας, όσο και αν ήσαν υπαρκτοί, δεν συνιστούσαν αφ' εαυτών λόγο εφαρμογής του άρθρου 92, παράγραφος 3, στοιχείο β´, της Συνθήκης επί καθεστώτος ενισχύσεων.

171    Η δε αιτιολογία της [επίδικης αποφάσεως], έστω και συνοπτική, παρίσταται επαρκής, εν όψει της αλληλουχίας της υποθέσεως, των προηγουμένων της, και ιδίως της αποφάσεως Mosel I, και της μη επικλήσεως ειδικών επιχειρημάτων κατά τη διάρκεια της διοικητικής διαδικασίας. Συναφώς, οι αναπτυχθείσες ανωτέρω στις σκέψεις 140 έως 142 και 149 έως 156 θεωρήσεις ισχύουν, mutatis mutandis, και όσον αφορά την άρνηση της Επιτροπής να εφαρμόσει εν προκειμένω την παρέκκλιση του άρθρου 92, παράγραφος 3, στοιχείο β´, της Συνθήκης.

172    Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι οι αιτιάσεις περί παραβάσεως του άρθρου 92, παράγραφος 3, στοιχείο β´, της Συνθήκης και περί ελλείψεως αιτιολογίας πρέπει να απορριφθούν.»

Επιχειρήματα των διαδίκων

82.
    Οι αναιρεσείοντες αμφισβητούν την ερμηνεία του Πρωτοδικείου σύμφωνα με την οποία το άρθρο 92, παράγραφος 3, στοιχείο β´, της Συνθήκης μπορεί να εφαρμοστεί μόνον όταν θίγεται ολόκληρη η επικράτεια κράτους μέλους. Ούτε η διατύπωση ούτε η πρακτική αποτελεσματικότητα της διατάξεως αυτής δικαιολογούν το συμπέρασμα του Πρωτοδικείου ότι η κατάρρευση της πρώην σοσιαλιστικής οικονομίας της Λαϊκής Δημοκρατίας της Γερμανίας κατά την επανένωση δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί «σοβαρή διαταραχή της οικονομίας» της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας. Οι συντάκτες της Συνθήκης έδωσαν εσκεμμένα στην έννοια «σοβαρή διαταραχή της οικονομίας κράτους μέλους» ευρεία έννοια, ώστε να μην περιορίζεται η εφαρμογή της διατάξεως αυτής σε ορισμένη μορφή σοβαρής οικονομικής κρίσεως. Η διατύπωση του άρθρου 92, παράγραφος 3, στοιχείο β´, της Συνθήκης δεν προδικάζει το αν η σοβαρή οικονομική κρίση είναι απόρροια της καταρρεύσεως συγκεκριμένου οικονομικού τομέα, της παγκόσμιας συγκυρίας ή της οικονομικής παρακμής μιας περιοχής σημαντικής για ολόκληρο το κράτος μέλος.

83.
    Η Γερμανική Κυβέρνηση προσθέτει ότι, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, μια διαταραχή είναι σοβαρή όταν επηρεάζει είτε τη συνολική οικονομία είτε, τουλάχιστον, πολλές περιοχές ή τομείς της οικονομίας.

84.
    Επίσης, η Γερμανική Κυβέρνηση διευκρινίζει ότι οι ακραίοι περιορισμοί διατάξεων όπως αυτών του άρθρου 92, παράγραφος 3, στοιχείο β´, της Συνθήκης έχουν ως συνέπεια ότι δεν λαμβάνεται υπόψη το ότι, αντιθέτως προς τη ρήτρα περί διαιρέσεως που περιέχει το άρθρο 92, παράγραφος 2, στοιχείο γ´, της εν λόγω Συνθήκης, δεν πρόκειται περί σύννομης εξαιρέσεως που εφαρμόζεται αυτομάτως όταν πληρούνται οι ουσιαστικές προϋποθέσεις της. Το άρθρο 92, παράγραφος 3, στοιχείο β´, της Συνθήκης αποτελεί διάταξη η εφαρμογή της οποίας εξαρτάται από την εκτίμηση της Επιτροπής. Πάντως, η μείωση του περιθωρίου χειρισμών που οι συντάκτες της Συνθήκης αυτής επιδίωξαν να αναγνωρίσουν στο εν λόγω όργανο, την οποία συνεπάγεται η ερμηνεία της διατάξεως κατά τον στενότερο δυνατό τρόπο, αντίκειται στο πνεύμα της διατάξεως αυτής.

85.
    Οι αναιρεσείοντες και η Γερμανική Κυβέρνηση επισημαίνουν επίσης ότι, δεδομένου ότι η επανένωση της Γερμανίας απαιτούσε την οικονομική ανασυγκρότηση του ενός τρίτου σχεδόν της γερμανικής επικράτειας, είναι αδύνατο να θεωρηθεί ότι η σοβαρή οικονομική διαταραχή που σημειώθηκε στα νέα oμόσπονδα κράτη δεν εμπίπτει στις περιπτώσεις για τις οποίες κάνει λόγο το άρθρο 92, παράγραφος 3, στοιχείο β´, της Συνθήκης. Επίσης, τα κοινοτικά όργανα γνώριζαν ότι οι οικονομικές επιπτώσεις της επανενώσεως δεν μπορούσαν να περιοριστούν μόνο στην επικράτεια των εν λόγω oμόσπονδων κρατών.

86.
    Εξάλλου, το Πρωτοδικείο, κρίνοντας, χωρίς καμία αιτιολογία, ότι οι αποκλίσεις πρέπει να ερμηνεύονται στενά, μείωσε αυθαίρετα το περιθώριο ερμηνείας που οι συντάκτες της Συνθήκης επιδίωξαν να επιφυλάξουν στην εν λόγω διάταξη. Ακόμη και οι αποκλίσεις θα έπρεπε να ερμηνεύονται λαμβανομένου υπόψη του ιστορικού τους καθώς και της διατυπώσεώς τους και του πνεύματός τους.

87.
    Κατά την Επιτροπή, αυτός ο λόγος αναιρέσεως είναι εν μέρει απαράδεκτος, εν μέρει δεν ασκεί επιρροή και, κατά τα λοιπά, αβάσιμος.

88.
    Καταρχάς, κατά την Επιτροπή, ο ισχυρισμός περί παραβάσεως του άρθρου 92, παράγραφος 3, στοιχείο β´, της Συνθήκης ΕΚ είναι απαράδεκτος, στο μέτρο που το Freistaat Sachsen δεν τον προέβαλε ενώπιον του Πρωτοδικείου. Επομένως, είναι απορριπτέος, βάσει των άρθρων 42, παράγραφος 2, και 118 του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου.

89.
    Ακολούθως, ο λόγος αυτός δεν ασκεί επιρροή, καθόσον οι αναιρεσείοντες και η Γερμανική Κυβέρνηση δεν ισχυρίζονται ότι η Επιτροπή, εφαρμόζοντας το άρθρο 92, παράγραφος 3, στοιχείο β´, της Συνθήκης, υπέπεσε σε σφάλμα κατά την άσκηση της εξουσίας εκτιμήσεως της οποίας απολαύει ούτε ότι το Πρωτοδικείο έλαβε εσφαλμένη απόφαση επί του ζητήματος αυτού. Ακόμη και αν η διάταξη αυτή εφαρμοζόταν σε περίπτωση διαταραχής η οποία επηρεάζει μέρος μόνον της επικράτειας κράτους μέλους, όπως υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες και η Γερμανική Κυβέρνηση, αυτό δεν είναι δυνατόν να καταστήσει ακυρωτέα την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση.

90.
    Συγκεκριμένα, μια αίτηση αναιρέσεως θεωρείται επίσης αβάσιμη όταν αποδεικνύεται ότι η απόφαση στην οποία στηρίζεται δικαιολογείται, από νομικής απόψεως, από λόγους διαφορετικούς από αυτούς που δέχθηκε το Πρωτοδικείο. Δεδομένου ότι δεν προβλήθηκε ισχυρισμός περί σφάλματος εκτιμήσεως, ο τρίτος λόγος των αιτήσεων αναιρέσεως δεν μπορεί να επιφέρει ακύρωση της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως.

91.
    Τέλος, κατά τα λοιπά, αυτός ο λόγος αναιρέσεως στερείται βασιμότητας. Το άρθρο 92, παράγραφος 3, στοιχείο β´, της Συνθήκης δεν αφορά, αντιθέτως προς τα υπό α´ και γ´ χωρία της παραγράφου αυτής, σοβαρή διαταραχή της οικονομίας «περιοχής», αλλά της οικονομίας «κράτους μέλους» στο σύνολό του.

92.
    Η Επιτροπή διευκρινίζει ότι οι αναιρεσείοντες και η Γερμανική Κυβέρνηση, συμπληρώνοντας την επιχειρηματολογία τους με τον ισχυρισμό ότι τα εν λόγω οικονομικά προβλήματα των νέων oμόσπονδων κρατών απαιτούσαν οικονομικές θυσίες στο σύνολο της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, επικρίνουν τη φερόμενη ανακριβή εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών εκ μέρους του Πρωτοδικείου, οπότε ο ισχυρισμός αυτός είναι απαράδεκτος. Εν πάση περιπτώσει, δεδομένου ότι οι εν λόγω θυσίες δεν προκάλεσαν σοβαρή διαταραχή της οικονομίας, ο εν λόγω ισχυρισμός δεν ασκεί επιρροή.

Απάντηση του Δικαστηρίου

93.
    Εκ προοιμίου, επιβάλλεται να υπομνησθεί ότι, σύμφωνα με το άρθρο 118 του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, το άρθρο 42, παράγραφος 2, του ίδιου κανονισμού, που απαγορεύει καταρχήν την προβολή νέων ισχυρισμών κατά τη διάρκεια της δίκης, εφαρμόζεται στην ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία που έχει ως αντικείμενο αναίρεση κατ' αποφάσεως του Πρωτοδικείου. .ταν έχει ασκηθεί αναίρεση, η αρμοδιότητα του Δικαστηρίου περιορίζεται στον έλεγχο της νομικής λύσεως που δόθηκε από το Πρωτοδικείο ενόψει των ισχυρισμών που προβλήθηκαν πρωτοδίκως (βλ. απόφαση της 1ης Ιουνίου 1994, C-136/92 P, Επιτροπή κατά Brazzelli Lualdi κ.λπ., Συλλογή 1994, σ. Ι-1981, σκέψη 59, και της 16ης Mα.ου 2002, C-321/99 P, ARAP κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 2002, σ. Ι-4287, σκέψη 112).

94.
    Είναι γεγονός ότι το Freistaat Sachsen δεν προέβαλε ενώπιον του Πρωτοδικείου ισχυρισμό περί παραβάσεως του άρθρου 92, παράγραφος 3, στοιχείο β´, της Συνθήκης (βλ., μεταξύ άλλων, σκέψη 95 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως).

95.
    Κατά συνέπεια, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί όσον αφορά το Freistaat Sachsen.

96.
    .σον αφορά τον ισχυρισμό της Volkswagen και της VW Sachsen ότι το Πρωτοδικείο κακώς έκρινε ότι η διάταξη αυτή μπορούσε να εφαρμοστεί μόνο στην περίπτωση που επηρεάζεται ολόκληρη η επικράτεια του κράτους μέλους, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι από τη σκέψη 167 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει σαφώς ότι, επί του ζητήματος αυτού, το Πρωτοδικείο δεν αναφερόταν σε ολόκληρη την επικράτεια κράτους μέλους, αλλά σε ολόκληρη την οικονομία του οικείου κράτους μέλους.

97.
    Επίσης, όπως ορθώς επισήμανε η Επιτροπή, το άρθρο 92, παράγραφος 3, στοιχείο β´, της Συνθήκης, αντιθέτως προς τα στοιχεία α´ και β´ της ίδιας παραγράφου, απαιτεί την ύπαρξη σοβαρής διαταραχής της οικονομίας κράτους μέλους και όχι της οικονομίας περιοχών, καθόσον η διαταραχή της οικονομίας περιοχών δεν επηρεάζει κατ' ανάγκη την οικονομία του οικείου κράτους μέλους.

98.
    Υπό τις συνθήκες αυτές, ορθώς το Πρωτοδικείο διαπίστωσε, με τη σκέψη 167 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, υπενθυμίζοντας ότι το άρθρο 92, παράγραφος 3, στοιχείο β´, της Συνθήκης, ως εισάγουσα απόκλιση διάταξη, έπρεπε να ερμηνευθεί στενά, ότι η διαταραχή πρέπει να επηρεάζει ολόκληρη την οικονομία του οικείου κράτους μέλους και όχι μόνο μιας περιοχής του ή τμήματος της επικράτειάς του.

99.
    .σον αφορά τον ισχυρισμό της Volkswagen, της VW Sachsen και της Γερμανικής Κυβερνήσεως ότι ούτε η διατύπωση ούτε η πρακτική αποτελεσματικότητα της διατάξεως αυτής δικαιολογούν το συμπέρασμα του Πρωτοδικείου ότι η κατάρρευση της πρώην σοσιαλιστικής οικονομίας της Λαϊκής Δημοκρατίας της Γερμανίας κατά την επανένωση δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί «σοβαρή διαταραχή της οικονομίας» της Γερμανίας, το Πρωτοδικείο διαπίστωσε, με τις σκέψεις 169 και 170 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, ότι το ζήτημα της εκτάσεως της σοβαρότητας της διαταραχής της οικονομίας κατόπιν της επανενώσεως απαιτούσε σύνθετες εκτιμήσεις οικονομικού και κοινωνικού χαρακτήρα, εμπίπτουσες στην άσκηση της ευρείας διακριτικής ευχέρειας που διαθέτει η Επιτροπή και ότι δεν προσκομίστηκε κανένα συγκεκριμένο στοιχείο ικανό να αποδείξει ότι το όργανο αυτό υπέπεσε, επί του σημείου αυτού, σε πρόδηλο σφάλμα εκτιμήσεως.

100.
    Η διαπίστωση αυτή του Πρωτοδικείου δεν μπορεί να επικριθεί, οπότε κακώς η Γερμανική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η απλή αναφορά στον κανόνα, στο πλαίσιο γνωστών πραγματικών περιστατικών, αρκούσε για να αποδειχθεί ότι πληρούνταν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 92, παράγραφος 3, στοιχείο β´, της Συνθήκης.

101.
    Στο πλαίσιο αυτού του λόγου αναιρέσεως, η Volkswagen, η VW Sachsen και η Γερμανική Κυβέρνηση περιορίζονται, κατά τα λοιπά, στο να διαψεύσουν εκ νέου την επί των πραγματικών περιστατικών εκτίμηση του Πρωτοδικείου, χωρίς να προβάλουν κανένα στοιχείο συνηγορούν υπέρ της αλλοιώσεως των πραγματικών περιστατικών εκ μέρους αυτού.

102.
    Συναφώς, επιβάλλεται η υπόμνηση ότι η εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών εκ μέρους του Πρωτοδικείου δεν συνιστά, υπό την επιφύλαξη παραποιήσεως των αποδεικτικών στοιχείων που προσκομίστηκαν ενώπιόν του, νομικό ζήτημα υποκείμενο, ως τέτοιο, στον έλεγχο του Δικαστηρίου (βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 15ης Οκτωβρίου 2002, C-238/99 P, C-244/99 P, C-245/99 P, C-247/99 P, C-250/99 P έως C-252/99 P και C-254/99 P, Limburgse Vinyl Maatschappij κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 2002, σ. Ι-8735, σκέψη 330).

103.
    Από το σύνολο των ανωτέρω σκέψεων προκύπτει ότι ο τρίτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως εν μέρει απαράδεκτος και ως εν μέρει αβάσιμος.

Επί του τετάρτου λόγου αναιρέσεως, που αντλείται από παράβαση των άρθρων 92, παράγραφος 3, και 93 της Συνθήκης

104.
    Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Πρωτοδικείο έκρινε τα εξής:

«203    Αντιθέτως προς ό,τι υποστηρίζουν οι προσφεύγοντες, τα επίδικα μέτρα ενισχύσεως δεν μπορούν να θεωρηθούν ότι εμπίπτουν σε ήδη εγκριθέν από την Επιτροπή πρόγραμμα περιφερειακών ενισχύσεων και ότι, συνεπώς, απαλλάσσονται της υποχρεώσεως προηγουμένης κοινοποιήσεως.

204    Συγκεκριμένα, η Γερμανία, εφόσον - στο δέκατο ένατο πρόγραμμα-πλαίσιο το οποίο είχε εγκρίνει κατ' εφαρμογήν του νόμου περί έργων κοινής ωφέλειας - αναφερόταν σε συγκεκριμένους κλάδους, στους οποίους καθένα από τα χρηματοδοτούμενα προγράμματα υπέκειτο σε υποχρέωση προηγούμενης παροχής αδείας από την Επιτροπή (βλ. ανωτέρω σκέψη 7), εγνώριζε ότι η έγκριση των σκοπουμένων από αυτό το πρόγραμμα-πλαίσιο περιφερειακές ενισχύσεις δεν κατελάμβανε τους υπό κρίση τομείς και ειδικότερα την αυτοκινητοβιομηχανία, εφόσον το κόστος της χρηματοδοτουμένης πράξεως υπερέβαινε τα 12 εκατομμύρια ECU.

205    Τούτο επιβεβαιώνουν ιδίως τα ακόλουθα στοιχεία: πρώτον, η από 2 Οκτωβρίου 1990 επιστολή της Επιτροπής, με την οποία εγκρίθηκε το προβλεπόμενο για το 1991 από το δέκατο ένατο πρόγραμμα-πλαίσιο καθεστώς περιφερειακών ενισχύσεων (βλ. ανωτέρω σκέψη 7), και η από 5 Δεκεμβρίου 1990 επιστολή της, που ενέκρινε την εφαρμογή του νόμου περί έργων κοινής ωφέλειας στα νέα [ομόσπονδα κράτη] (βλ. ανωτέρω σκέψη 11), με τις οποίες επιστολές η Επιτροπή εφιστούσε ρητά την προσοχή της Γερμανικής Κυβερνήσεως στην ανάγκη, κατά την εκτέλεση των σκοπουμένων μέτρων, να λαμβάνεται υπόψη το υφιστάμενο σε ορισμένους βιομηχανικούς κλάδους κοινοτικό πλαίσιο· δεύτερον, οι επιστολές της Επιτροπής της 14ης Δεκεμβρίου 1990 και της 14ης Μαρτίου 1991, με τις οποίες τόνιζε ότι οι ενισχύσεις υπέρ των νέων επενδύσεων της Volkswagen δεν μπορούσαν να εκτελεσθούν χωρίς προηγουμένως να της κοινοποιηθούν και λάβουν την έγκρισή της (βλ. ανωτέρω σκέψη 18)· και, τρίτον, το γεγονός ότι καθεμιά από τις υπουργικές αποφάσεις του 1991 προβλέπει ότι “τελεί υπό την επιφύλαξη χορηγήσεως αδείας από την Επιτροπή”. Κακώς οι προσφεύγοντες διατείνονται ότι η μνεία αυτή είναι άνευ αντικειμένου για τον λόγο ότι η χορήγηση αδείας ήταν ήδη κεκτημένη χάρη στην έγκριση του δεκάτου ενάτου προγράμματος-πλαισίου. Συγκεκριμένα, η έγκριση αυτή δεν εκτείνεται στον τομέα του αυτοκινήτου, όπως τονίστηκε στην ανωτέρω σκέψη 204. Εξάλλου, οι προσφεύγοντες αβασίμως υποστηρίζουν ότι η προσκόμιση των επιστολών αυτών, σε παράρτημα του υπομνήματος ανταπαντήσεως, ήταν εκπρόθεσμη και απαράδεκτη. Συγκεκριμένα, αφενός μεν οι εν λόγω επιστολές παρατίθενται τόσο στην ενότητα II της [επίδικης αποφάσεως], όσο και στην απόφαση περί κινήσεως διαδικασίας εξετάσεως. Αφετέρου δε προσκομίστηκαν εις απάντηση αμφισβητήσεως που για πρώτη φορά εγέρθηκε με το υπόμνημα απαντήσεως.

206    Υπό το πρίσμα των προεκτεθέντων στοιχείων, το γεγονός ότι η εφαρμογή του κοινοτικού πλαισίου ανεστάλη μεταξύ Ιανουαρίου και Απριλίου του 1991, και αν ακόμη θεωρηθεί αποδεδειγμένο, δεν μπορεί να έχει ως έννομη συνέπεια οι ενισχύσεις στην αυτοκινητοβιομηχανία να θεωρηθούν καταλαμβανόμενες από την έγκριση του δεκάτου ενάτου προγράμματος-πλαισίου. Αντιθέτως, το γεγονός αυτό σημαίνει ότι εξακολουθούσε να εφαρμόζεται πλήρως στις επίδικες ενισχύσεις το άρθρο 93, παράγραφος 3, της Συνθήκης.

207    Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι οι επίδικες ενισχύσεις υπέκειντο, ούτως ή άλλως, στην υποχρέωση προηγουμένης κοινοποιήσεως στην Επιτροπή και ότι δεν μπορούσαν να τεθούν σε εκτέλεση πριν η διαδικασία καταλήξει σε τελική απόφαση.

208    Αντιθέτως, το ζήτημα αν το κοινοτικό πλαίσιο είχε ή όχι υποχρεωτική ισχύ έναντι της Γερμανίας τον Μάρτιο του 1991 δεν ασκεί επιρροή στην παρούσα διαφορά.

209    Συναφώς, τονίζεται ότι, ναι μεν οι κανόνες του κοινοτικού πλαισίου, ως “κατάλληλα μέτρα” προτεινόμενα, βάσει του άρθρου 93, παράγραφος 1, της Συνθήκης, από την Επιτροπή στα κράτη μέλη στερούνται υποχρεωτικού χαρακτήρα και τα δεσμεύουν μόνον εφόσον αυτά έχουν συναινέσει προς τούτο (βλ. προαναφερθείσα απόφαση της 15ης Απριλίου 1997, Ισπανία κατά Επιτροπής, σκέψεις 30 έως 33), τίποτε δεν εμποδίζει την Επιτροπή να εξετάζει τις ενισχύσεις που πρέπει να της κοινοποιούνται με γνώμονα αυτούς τους κανόνες, στο πλαίσιο της ασκήσεως της ευρείας διακριτικής ευχέρειας την οποία διαθέτει κατά την εφαρμογή των άρθρων 92 και 93 της Συνθήκης.

210    Πρέπει, όμως, να προστεθεί ότι η άποψη των προσφευγόντων ότι η εξέταση, το 1996, του αν οι επίδικες ενισχύσεις συμβιβάζονταν με την κοινή αγορά έπρεπε να στηρίζεται σε στοιχεία εκτιμήσεως που υπήρχαν το 1991, δεν βρίσκει κανένα έρεισμα στη νομολογία του Δικαστηρίου και του Πρωτοδικείου. .τσι, στις αποφάσεις της 10ης Ιουλίου 1986, 234/84, Βέλγιο κατά Επιτροπής (Συλλογή 1986, σ. 2263, σκέψη 16), και της 26ης Σεπτεμβρίου 1996, C-241/94, Γαλλία κατά Επιτροπής (Συλλογή 1996, σ. I-4551, σκέψη 33), το Δικαστήριο ανέφερε ότι η νομιμότητα αποφάσεως στον τομέα των ενισχύσεων πρέπει να εκτιμάται βάσει των πληροφοριών που είχε στη διάθεσή της η Επιτροπή όταν έλαβε τη σχετική απόφαση. Ομοίως έπραξε το Πρωτοδικείο στην απόφαση της 25ης Ιουνίου 1998, T-371/94, T-394/94, British Airways κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 1998, σ. II-2405, σκέψη 81).

211    Εξάλλου, το άρθρο 92, παράγραφος 1, της Συνθήκης απαγορεύει, κατά το μέτρο που επηρεάζουν τις μεταξύ κρατών μελών συναλλαγές, όλες τις ενισχύσεις “που νοθεύουν ή απειλούν να νοθεύσουν τον ανταγωνισμό”. Επομένως, οσάκις πιστοποιεί την ύπαρξη ενισχύσεως κατά την έννοια αυτής της διατάξεως, η Επιτροπή δεν δεσμεύεται αυστηρά από τις συνθήκες ανταγωνισμού που επικρατούν κατά τον χρόνο εκδόσεως της αποφάσεώς της. Οφείλει να προβεί σε εκτίμηση με προοπτική και να λάβει υπόψη την προβλεπτή εξέλιξη του ανταγωνισμού και την επίδραση που θα ασκήσει επ' αυτής η εν λόγω ενίσχυση.

212    Επομένως, δεν μπορεί να προσαφθεί στην Επιτροπή ότι έλαβε υπόψη στοιχεία ανακύψαντα μετά την έκδοση προγράμματος περί θεσπίσεως ή τροποποιήσεως ενισχύσεως. Το ότι το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος έθεσε σε εκτέλεση τα σχεδιαζόμενα μέτρα πριν η διαδικασία εξετάσεως καταλήξει σε τελική απόφαση, κατά παράβαση των υποχρεώσεών του εκ του άρθρου 93, παράγραφος 2, της Συνθήκης, δεν έχει επίπτωση στο ζήτημα αυτό.

213    Η επιχειρηματολογία των προσφευγόντων, κατά την οποία η πρακτική αυτή δεν συμβιβάζεται με την αρχή της ασφάλειας δικαίου δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Συγκεκριμένα, πρέπει να υπομνησθεί ότι, ναι μεν η διαδικασία προεξετάσεως του άρθρου 93, παράγραφος 3, της Συνθήκης πρέπει να παρέχει στην Επιτροπή επαρκές χρονικό περιθώριο, αυτή οφείλει όμως να ενεργεί με επιμέλεια και να λαμβάνει υπόψη το συμφέρον των κρατών μελών να ενημερώνονται σύντομα σε τομείς όπου η ανάγκη επεμβάσεως ενδέχεται να έχει επείγοντα χαρακτήρα, λόγω του αποτελέσματος που αυτά τα κράτη μέλη προσδοκούν από τα σχεδιαζόμενα μέτρα παροχής κινήτρων. Η Επιτροπή, συνεπώς, οφείλει να λαμβάνει θέση εντός εύλογης προθεσμίας, την οποία το Δικαστήριο έχει υπολογίσει σε δύο μήνες [απόφαση της 11ης Δεκεμβρίου 1973, 120/73, Lorenz κατά Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας κ.λπ., Συλλογή τόμος 1972-1973, σ. 815, σκέψη 4· βλ. επίσης άρθρο 4 του κανονισμού (ΕΚ) 659/1999 του Συμβουλίου, της 22ας Μαρτίου 1999, για τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του άρθρου 93 της Συνθήκης ΕΚ (ΕΕ L 83, σ. 1]. Εξ άλλου, η Επιτροπή υπέχει το ίδιο γενικό καθήκον επιμέλειας και οσάκις αποφασίζει να κινήσει την προβλεπόμενη στο άρθρο 93, παράγραφος 2, της Συνθήκης διαδικασία εκατέρωθεν ακροάσεως, η δε παράλειψή της σχετικώς ενδέχεται να την εκθέσει σε κύρωση από τον κοινοτικό δικαστή στο πλαίσιο διαδικασίας του άρθρου 175 της Συνθήκης (νυν άρθρου 232 ΕΚ).

214    Περαιτέρω, ζήτημα προσβολής της αρχής της ασφάλειας δικαίου δεν τίθεται εν προκειμένω. Συγκεκριμένα, ο χρόνος που παρήλθε μεταξύ της εκδόσεως των πρώτων υπουργικών αποφάσεων χορηγήσεως (Μάρτιος 1991) και της εκδόσεως της [επίδικη αποφάσεως] (26 Ιουνίου 1996) πρέπει να καταλογισθεί, πρώτον, στην έλλειψη πλήρους κοινοποιήσεως των επιδίκων μέτρων, δεύτερον, στις διαδοχικές τροποποιήσεις τις οποίες επέφεραν οι προσφεύγοντες στα προγράμματά τους, οι οποίες οδήγησαν, με τη σειρά τους, σε διαδοχικές τροποποιήσεις των υπουργικών αποφάσεων χορηγήσεως, και, τρίτον, στις σημαντικές δυσχέρειες τις οποίες συνάντησε η Επιτροπή για ν' αποσπάσει από τους προσφεύγοντες τις πληροφορίες που χρειαζόταν για να λάβει απόφαση (βλ. ανωτέρω σκέψεις 16 έως 42).

215    Ειδικότερα, από την απόφαση Mosel I προκύπτει ότι, στις αρχές του 1993, η Επιτροπή ήταν σε θέση να λάβει απόφαση για το σύνολο των επενδυτικών προγραμμάτων της Volkswagen, όπως της είχαν αρχικά υποβληθεί. Κατόπιν, όμως, ρητού αιτήματος της Volkswagen, υποβληθέντος στις 31 Ιανουαρίου 1993, η Επιτροπή περιόρισε την εκτίμησή της στις ενισχύσεις για το Mosel I και το Chemnitz I. Ακολούθως, οι πληροφορίες που χρειαζόταν της ανακοινώθηκαν τελικά, μόνον αφού η Επιτροπή αναγκάστηκε, το 1995, να απειλήσει τις γερμανικές αρχές ότι θα ελάμβανε απόφαση βάσει του ελλιπούς φακέλου τον οποίο διέθετε. Τέλος, η Επιτροπή περιήλθε σε θέση να λάβει απόφαση εν γνώσει όλων των στοιχείων μόλις κατά το 1996.

216    Εν τω μεταξύ, τα αρχικά προγράμματα των προσφευγόντων είχαν μεταβληθεί τρεις φορές και, κατά συνέπεια, οι υπουργικές αποφάσεις του 1991 είχαν τροποποιηθεί με τις του 1993, του 1994 και του 1996. Παρ' όλον ότι οι διάδικοι διαφωνούν ως προς το εύρος των διαδοχικών αυτών τροποποιήσεων, είναι αδιαμφισβήτητο ότι επέφεραν, αν μη τι άλλο, αισθητή μείωση διαστάσεων των προγραμμάτων και κυρίως την αναβολή της ενάρξεως λειτουργίας των συνεργείων βαφής και τελικής συναρμολογήσεως του Mosel II και του Chemnitz II κατά τρία έως τέσσερα έτη.

217    Υπ' αυτές τις συνθήκες, οι προσφεύγοντες αβασίμως υποστηρίζουν ότι η Επιτροπή υπεχρεούτο να εξετάσει τα διαδοχικά προγράμματα του 1993, του 1994 και του 1996, με μόνο γνώμονα τα στοιχεία εκτιμήσεως των οποίων είχε γνώση το 1991. Αντιθέτως, καλώς συνεκτίμησε τις επελθούσες τροποποιήσεις.

218    Εξάλλου, και αν ακόμη ενέκρινε, σε ένα πρώτο στάδιο, τις χορηγηθείσες με την υπουργική απόφαση του 1991 ενισχύσεις, διατηρούσε την εξουσία να τις επανεξετάζει οσάκις ετροποποιούντο, σύμφωνα με το άρθρο 93, παράγραφος 3, της Συνθήκης, κατά το οποίο η Επιτροπή ενημερώνεται εγκαίρως περί των σχεδίων που αποβλέπουν στην τροποποίηση ενισχύσεων, ώστε τα δύναται να υποβάλλει τις παρατηρήσεις της. .τσι, και αν υποτεθεί ότι δεν υπήρχε πλεόνασμα παραγωγικού δυναμικού στην αυτοκινητοβιομηχανία το 1991, η Επιτροπή δικαιολογημένα μπορούσε, κατ' αρχήν, να λάβει υπόψη το πλεόνασμα που εμφανίστηκε από το 1993 και μετά.

219    Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι τα επιχειρήματα των προσφευγόντων αφενός μεν περί υποχρεώσεως εξετάσεως ex ante, αφετέρου δε περί μη εφαρμογής του κοινοτικού πλαισίου, πρέπει να απορριφθούν στο σύνολό τους.»

Επιχειρήματα των διαδίκων

105.
    Κατά τους αναιρεσείοντες, το Πρωτοδικείο παρέβη τα άρθρα 92, παράγραφος 3, και 93 της Συνθήκης, όταν έκρινε ότι οι επίδικες ενισχύσεις έπρεπε να είχαν κοινοποιηθεί χωριστά, ενώ αποτελούσαν μέρος του δεκάτου ενάτου προγράμματος-πλαισίου, που εγκρίθηκε από την Επιτροπή με το από 2 Οκτωβρίου 1990 έγγραφο προς τη Γερμανική Κυβέρνηση.

106.
    Συναφώς, οι αναιρεσείοντες υπενθυμίζουν ότι η Επιτροπή ενέκρινε, με διάφορα έγγραφα, την εφαρμογή του νόμου περί έργων κοινής ωφέλειας όπως και την επέκταση των ισχυόντων καθεστώτων περιφερειακών ενισχύσεων στα νέα ομόσπονδα κράτη. Παρά το γεγονός ότι η Επιτροπή υπενθύμισε, με τα έγγραφά της, ότι οι γερμανικές αρχές έπρεπε να λάβουν υπόψη, κατά την εφαρμογή των σχετικών με ενισχύσεις προγραμμάτων, τις κοινοτικές διατάξεις που ισχύουν σε διάφορους τομείς, μεταξύ των οποίων τις διατάξεις στον τομέα της αυτοκινητοβιομηχανίας, οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν ότι το κοινοτικό πλαίσιο δεν αποτελούσε, από τον Ιανουάριο μέχρι τον Μάρτιο του 1991, ισχύουσα διάταξη του κοινοτικού δικαίου.

107.
    Συγκεκριμένα, το κοινοτικό πλαίσιο εφαρμόστηκε μόνο για δύο έτη, μέχρι τις 31 Δεκεεμβρίου 1990, η δε παράταση της ισχύος του εγκρίθηκε μόλις τον Απρίλιο του 1991. Συνεπώς, το εν λόγω πλαίσιο, δεδομένου ότι πρόκειται περί επωφελούς μέτρου κατά την έννοια του άρθρου 93, παράγραφος 1, της Συνθήκης, μπορεί να θεωρηθεί ως ισχύον μόνον από τον Απρίλιο του 1991 και εφεξής, ίσχυε δηλαδή μετά την ημερομηνία χορηγήσεως των ενισχύσεων, ήτοι μετά τις 22 Μαρτίου 1991.

108.
    Υπό τις συνθήκες αυτές, οι επίδικες ενισχύσεις έπρεπε να είχαν θεωρηθεί ως μέρος καθεστώτος ενισχύσεων για τον οποίο η Επιτροπή χορήγησε γενική άδεια και, επομένως, να χαρακτηριστούν, ως εκ τούτου, υφιστάμενες ενισχύσεις.

109.
    Συνεπεία αυτού, οι ενισχύσεις δεν έπρεπε κατ' ανάγκη να κοινοποιηθούν. Δεδομένου ότι πρόκειται για υφιστάμενες ενισχύσεις, η Επιτροπή έπρεπε απλώς να εξακριβώσει αν η συγκεκριμένη ενίσχυση ενέπιπτε σε γενικό καθεστώς και αν πληρούνταν οι προϋποθέσεις χορηγήσεως της ενισχύσεως που προβλέπει η απόφαση περί εγκρίσεως.

110.
    Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι τα επιχειρήματα των αναιρεσειόντων εν μέρει δεν ασκούν επιρροή και εν μέρει είναι εσφαλμένα. Η Επιτροπή ισχυρίζεται, κατ' ουσίαν, ότι, πρώτον, κατά τον χρόνο εκδόσεως της επίδικης αποφάσεως, στις 26 Ιουνίου 1996, δεν υπεχρεούτο να στηριχθεί στην πραγματική και νομική κατάσταση του Μαρτίου του 1991. Δεύτερον, ακόμη και αν έπρεπε να στηριχθεί στην κατάσταση αυτή, οι επίδικες ενισχύσεις θα έπρεπε ωστόσο να της είχαν κοινοποιηθεί και η ίδια θα έπρεπε να τις ελέγξει χωρίς περιορισμούς. Τέλος, αν υποτεθεί ότι έπρεπε να βασιστεί σε χρόνο κατά τον οποίο η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας δεν είχε ακόμη εγκρίνει την εφαρμογή του κοινοτικού πλαισίου, τούτο δεν θα εμπόδιζε την Επιτροπή να εφαρμόσει τις εν λόγω διατάξεις.

Εκτίμηση του Δικαστηρίου

111.
    Τα επιχειρήματα των αναιρεσειόντων στηρίζονται στο αξίωμα ότι, εφόσον το κοινοτικό πλαίσιο δεν είχε εφαρμογή μεταξύ Ιανουαρίου και Μαρτίου του 1991, ήταν απαραίτητη η έγκριση των επίδικων ενισχύσεων, οι οποίες ενέπιπταν στο καθεστώς περιφερειακών ενισχύσεων που προβλέπει το δέκατο ένατο πρόγραμμα-πλαίσιο.

112.
    Το Πρωτοδικείο, ενόψει των στοιχείων που του υποβλήθηκαν και που μνημονεύονται στις σκέψεις 204 και 205 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, συνήγαγε το συμπέρασμα ότι, ακόμη και αν υποτεθεί ότι το κοινοτικό πλαίσιο δεν είχε εφαρμογή, οι ενισχύσεις στον τομέα της αυτοκινητοβιομηχανίας δεν καλύπτονταν από την έγκριση του καθεστώτος περιφερειακών ενισχύσεων που προβλέπει το δέκατο ένατο πρόγραμμα-πλαίσιο.

113.
    .πως υπομνήσθηκε με τη σκέψη 102 της παρούσας αποφάσεως, η εκ μέρους του Πρωτοδικείου εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών δεν αποτελεί, πλην των περιπτώσεων παραποιήσεώς τους, νομικό ζήτημα το οποίο υπόκειται, αυτό καθαυτό, στον έλεγχο του Δικαστηρίου.

114.
    Επιβάλλεται η διαπίστωση ότι το Πρωτοδικείο, χωρίς να παραποιήσει τα πραγματικά περιστατικά, έκρινε ότι οι επίδικες ενισχύσεις έπρεπε υποχρεωτικά να κοινοποιηθούν προηγουμένως στην Επιτροπή, οπότε δεν μπορούσαν να εκτελεστούν πριν η διαδικασία καταλήξει στην έκδοση οριστικής αποφάσεως.

115.
    Συνεπώς, η εκ μέρους της Επιτροπής έγκριση του καθεστώτος περιφερειακών ενισχύσεων που προβλέπει το δέκατο ενάτο πρόγραμμα-πλαίσιο απέκλειε, εν πάση περιπτώσει, από το πεδίο εφαρμογής του τις ενισχύσεις που χορηγούνται, μεταξύ άλλων, στον τομέα της αυτοκινητοβιομηχανίας.

116.
    Αυτό, εξάλλου, είχε καταλάβει και η Γερμανική Κυβέρνηση, όπως προκύπτει από την παράθεση του δεκάτου ενάτου προγράμματος-πλαισίου που περιλαμβάνεται στη σκέψη 6 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως και επαναλαμβάνεται στη σκέψη 3 της παρούσας αποφάσεως.

117.
    Κατά συνέπεια, δεδομένου ότι η έγκριση δεν καλύπτει τις ενισχύσεις στον τομέα της αυτοκινητοβιομηχανίας, οι επίδικες ενισχύσεις έπρεπε να κοινοποιηθούν, είτε βάσει των διατάξεων του κοινοτικού πλαισίου, είτε, αν υποτεθεί ότι αυτό δεν είχε εφαρμογή, βάσει του άρθρου 93, παράγραφος 3, της Συνθήκης.

118.
    Επομένως, ορθώς το Πρωτοδικείο έκρινε, με τη σκέψη 207 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, ότι οι επίδικες ενισχύσεις υπέκειντο, ούτως ή άλλως, σε υποχρέωση προηγουμένης κοινοποιήσεως στην Επιτροπή και ότι δεν μπορούσαν να εκτελεστούν πριν η διαδικασία καταλήξει σε οριστική απόφαση.

119.
    Yπό τις συνθήκες αυτές, λαμβανομένου υπόψη ότι το ζήτημα της εφαμογής του κοινοτικού πλαισίου μεταξύ Ιανουαρίου και Απριλίου του 1991 δεν ασκεί επιρροή και ότι τα λοιπά επιχειρήματα που προέβαλαν οι αναιρεσείοντες έχουν σκοπό να αποδείξουν ότι το κοινοτικό πλαίσιο δεν είχε εφαρμογή, επιβάλλεται η απόρριψη του τετάρτου λόγου αναιρέσεως.

Επί του πέμπτου λόγου αναιρέσεως, που αντλείται από τις συνέπειες της μερικής παραιτήσεως την οποία δέχθηκε το Πρωτοδικείο

120.
    Με τη σκέψη 65 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, το Πρωτοδικείο έκρινε τα εξής:

«Κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση της 30ής Ιουνίου 1999, οι προσφεύγουσες της υποθέσεως T-143/96 ζήτησαν από το Πρωτοδικείο να διαπιστώσει ότι η προσφυγή έχει καταστεί άνευ αντικειμένου καθ' όσον επιδιώκει την ακύρωση του άρθρου 2, πρώτη περίπτωση, της [επίδικης αποφάσεως], το οποίο κηρύσσει ασυμβίβαστες με την κοινή αγορά την επενδυτική ενίσχυση που χορηγείται υπό μορφή έκτακτης αποσβέσεως των επενδύσεων, και να εφαρμόσει σχετικώς το άρθρο 87, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας. Το Πρωτοδικείο σημείωσε επίσης ότι, κατά την Επιτροπή, το αίτημα αυτό πρέπει να ερμηνευθεί ως μερική παραίτηση από το δικόγραφο της προσφυγής και να συνεπαχθεί την εφαρμογή του άρθρου 87, παράγραφος 5, του Κανονισμού Διαδικασίας.»

121.
    Με τη σκέψη 309 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, το Πρωτοδικείο έκρινε τα εξής:

«Κατά το άρθρο 87, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Κατά το άρθρο 87, παράγραφος 5, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο παραιτούμενος διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα του αντιδίκου [...]».

122.
    Το σημείο 1 του διατακτικού της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως έχει ως εξής:

«Σημειώνει ότι οι [η Volkswagen και η VW Sachsen] παραιτούνται από το δικόγραφο της προσφυγής, καθ' όσον επιδιώκει την ακύρωση του άρθρου 2, πρώτη περίπτωση, της [επίδικης] αποφάσεως [...]».

Επιχειρήματα των διαδίκων

123.
    Η Volkswagen και η VW Sachsen αμφισβητούν τις εν λόγω σκέψεις της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, με την αιτιολογία ότι είχαν ζητήσει από το Πρωτοδικείο να διαπιστώσει ότι, σε περίπτωση που το αίτημά τους γίνει δεκτό, δεν θα μπορούσαν να προβούν εκ των υστέρων σε έκτακτες αποσβέσεις λόγω τροποποιήσεως της γερμανικής φορολογικής νομοθεσίας. Στην πραγματικότητα, επομένως, είχαν ζητήσει από το Πρωτοδικείο να καταργήσει τη δίκη, ζητώντας του συγχρόνως να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων, σύμφωνα με το άρθρο 87, παράγραφος 6, του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου.

Εκτίμηση του Δικαστηρίου

124.
    Συναφώς, αρκεί να υπομνησθεί ότι, κατά πάγια νομολογία, εφόσον όλοι οι άλλοι λόγοι μιας αιτήσεως αναιρέσεως απορρίφθηκαν, το αίτημα σχετικά με το μη σύννομο της αποφάσεως του Πρωτοδικείου περί της δικαστικής δαπάνης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 51, δεύτερο εδάφιο, του Οργανισμού ΕΚ του Δικαστηρίου, κατά το οποίο «δεν χωρεί αναίρεση αποκλειστικά για τον καταλογισμό ή το ύψος της δικαστικής δαπάνης» (βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 14ης Σεπτεμβρίου 1995, C-396/93 P, Henrichs κατά Επιτροπής, Συλλογή 1995, σ. Ι-2611, σκέψεις 65 και 66, και της 12ης Ιουλίου 2001, C-302/99 P και C-308/99 P, Επιτροπή και Γαλλία κατά TF1, Συλλογή 2001, σ. I-5603, σκέψη 31).

125.
    Kατά συνέπεια, ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί.

126.
    Υπό τις συνθήκες αυτές, δεδομένου ότι απορρίφθηκαν όλοι οι λόγοι αναιρέσεως, επιβάλλεται η απόρριψη των αιτήσεων αναιρέσεως.

Επί των δικαστικών εξόδων

127.
    Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, που εφαρμόζεται στη διαδικασία αναιρέσεως δυνάμει του άρθρου 118 του κανονισμού αυτού, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι η Επιτροπή ζήτησε την καταδίκη του Freistaat Sachsen, της Volkswagen και τη VW Sachsen στα δικαστικά έξοδα και αυτοί ηττήθηκαν, πρέπει να καταδικαστούν στα δικαστικά έξοδα.

128.
    Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 4, πρώτο εδάφιο, του Κανονισμού Διαδικασίας, που έχει επίσης εφαρμογή στη διαδικασία αναιρέσεως δυνάμει του άρθρου 118 του κανονισμού αυτού, τα κράτη μέλη και τα όργανα που παρεμβαίνουν στη δίκη φέρουν τα δικαστικά τους έξοδα. Επομένως, σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας πρέπει να φέρει τα έξοδά της.

Για τους λόγους αυτούς,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ

αποφασίζει:

1)    Απορρίπτει τις αιτήσεις αναιρέσεως.

2)    Καταδικάζει το Freistaat Sachsen στα δικαστικά έξοδα της υποθέσεως C-57/00 P.

3)    Καταδικάζει τη Volkswagen ΑG και τη Volkswagen Sachsen GmbH στα δικαστικά έξοδα της υποθέσεως C-61/00 P.

4)    H Oμοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας φέρει τα δικαστικά έξοδά της.

Rodríguez Iglesias
Puissochet
Wathelet

Schintgen

Timmermans
Edward

Jann

Σκουρής
Macken

von Bahr

Cunha Rodrigues

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 30 Σεπτεμβρίου 2003.

Ο Γραμματέας

Ο Πρόεδρος

R. Grass

G. C. Rodríguez Iglesias


1: Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.