ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ

της 3ης Οκτωβρίου 2000 (1)

«Κοινωνική πολιτική - Προστασία της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων - Οδηγίες 89/391/ΕΟΚ και 93/104/ΕΚ - Πεδίο εφαρμογής - Ιατροί των ομάδων πρώτων βοηθειών - Μέση διάρκεια του χρόνου εργασίας - Περιλαμβάνεται ο χρόνος των εφημεριών - Εργαζόμενοι κατά τη νύκτα και σε βάρδιες»

Στην υπόθεση C-303/98,

που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Tribunal Superior de Justicia de la Comunidad Valenciana (Ισπανία) προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 τηςΣυνθήκης ΕΚ (νυν άρθρου 234 ΕΚ), με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ

Sindicato de Médicos de Asistencia Pública (Simap)

και

Conselleria de Sanidad y Consumo de la Generalidad Valenciana,

η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς ερμηνεία των οδηγιών 89/391/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 12ης Ιουνίου 1989, σχετικά με την εφαρμογή μέτρων για την προώθηση της βελτίωσης της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων κατά την εργασία (ΕΕ L 183, σ. 1), και 93/104/ΕΚ του Συμβουλίου, της 23ης Νοεμβρίου 1993, σχετικά με ορισμένα στοιχεία της οργάνωσης του χρόνου εργασίας (ΕΕ L 307, σ. 18),

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,

συγκείμενο από τους G. C. Rodríguez Iglesias, Πρόεδρο, J. C. Moitinho de Almeida (εισηγητή), D. A. O. Edward, L. Sevón και R. Schintgen, προέδρους τμήματος, P. J. G. Kapteyn, C. Gulmann, J.-P. Puissochet, P. Jann, H. Ragnemalm και M. Wathelet, δικαστές,

γενικός εισαγγελέας: A. Saggio


γραμματέας: D. Louterman-Hubeau, κύρια υπάλληλος διοικήσεως,

λαμβάνοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσαν:

-    το Sindicato de Médicos de Asistencia Pública (Simap), εκπροσωπούμενο από τον δικηγόρο D. Rivera Auρón,

-    η Conselleria de Sanidad y Consumo de la Generalidad Valenciana, εκπροσωπούμενη από τον J. Pla Gimeno, νομικό σύμβουλο στη Νομική Υπηρεσία της Generalidad Valenciana,

-    η Ισπανική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τη M. López-Monís Gallego, abogado del Estado,

-    η Φινλανδική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από την T. Pynnä, valtionasiamies,

-    η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, εκπροσωπούμενη από τον J. Ε. Collins, του Treasury Solicitor's Department, επικουρούμενο από τον D. Anderson, barrister,

-    η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων εκπροσωπούμενη από τον Δ. Γκουλούση, νομικό σύμβουλο, και την I. Martínez del Peral, μέλος της νομικής Υπηρεσίας,

έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,

αφού άκουσε τις προφορικές παρατηρήσεις του Sindicato de Médicos de Asistencia Pública (Simap), εκπροσωπούμενου από τον D. Rivera Auρón, της Conselleria de Sanidad y Consumo de la Generalidad Valenciana, εκπροσωπούμενης από τον J. Pla Gimeno, της Ισπανικής Κυβερνήσεως, εκπροσωπούμενης από την N. Díaz Abad, abogado del Estado, της Φινλανδικής Κυβερνήσεως, εκπροσωπούμενης από την T. Pynnä, και της Επιτροπής, εκπροσωπούμενης από τον Δ. Γκουλούση και την I. Martínez del Peral, κατά τη συνεδρίαση της 28ης Σεπτεμβρίου 1999,

αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 16ης Δεκεμβρίου 1999,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1.
    Με διάταξη της 10ης Ιουλίου 1998, που περιήλθε στο Δικαστήριο στις 3 Αυγούστου 1998, το Tribunal Superior de Justicia de la Comunidad Valenciana υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρου 234 ΕΚ), πέντε προδικαστικά ερωτήματα ως προς την ερμηνεία των οδηγιών 89/391/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 12ης Ιουνίου 1989, σχετικά με την εφαρμογή μέτρων για την προώθηση της βελτίωσης της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων κατά την εργασία (ΕΕ L 183, σ. 1, στο εξής: βασική οδηγία), και 93/104/ΕΚ του Συμβουλίου, της 23ης Νοεμβρίου 1993, σχετικά με ορισμένα στοιχεία της οργάνωσης του χρόνου εργασίας (ΕΕ L 307, σ. 18).

2.
    Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν κατά την εκδίκαση διαφοράς μεταξύ του Sindicato de Médicos de Asistencia Pública de la Comunidad Valenciana (του συνδικαλιστικoύ οργάνου των ιατρών του δημόσιου συστήματος υγείας της Περιφέρειας της Βαλένθιας, στο εξής: Simap) και της Conselleria de Sanidad y Consumo de la Generalidad Valenciana (του Υπουργείου Υγείας και Προστασίας Καταναλωτών της Περιφέρειας της Βαλένθιας), κατά της οποίας άσκησε προσφυγή το Simap, για λογαριασμό των μελών του, σχετικά με το ιατρικό προσωπικό που υπηρετεί στις ομάδες πρώτων βοηθειών των κέντρων υγείας της εν λόγω περιφέρειας.

Νομικό πλαίσιο

Η κοινοτική ρύθμιση

Η βασική οδηγία

3.
    Η βασική οδηγία αποτελεί εν προκειμένω την οδηγία-πλαίσιο. Καθορίζει τις γενικές αρχές, οι οποίες αναπτύχθηκαν στη συνέχεια από ειδικότερες οδηγίες, μεταξύ των οποίων καταλέγεται η οδηγία 93/104.

4.
    Το άρθρο 2 της βασικής οδηγίας ορίζει το πεδίο εφαρμογής της ως εξής:

«1.    Η παρούσα οδηγία εφαρμόζεται σε όλους τους δημόσιους ή ιδιωτικούς τομείς δραστηριοτήτων (βιομηχανικές, γεωργικές, εμπορικές, διοικητικές, εκπαιδευτικές, πολιτιστικές δραστηριότητες, δραστηριότητες παροχής υπηρεσιών, αναψυχής κλπ.).

2.    Η παρούσα οδηγία δεν εφαρμόζεται όταν δεν το επιτρέπουν εγγενείς ιδιαιτερότητες ορισμένων δραστηριοτήτων του δημόσιου τομέα, π.χ. στις ένοπλες δυνάμεις ή στην αστυνομία, ή ορισμένων συγκεκριμένων δραστηριοτήτων στις υπηρεσίες πολιτικής άμυνας.

Στην περίπτωση αυτή, πρέπει να εξασφαλίζεται, όσον αυτό είναι δυνατόν, η ασφάλεια και η υγεία των εργαζομένων, έχοντας υπόψη τους στόχους της παρούσας οδηγίας.»

Η οδηγία 93/104

5.
    Σκοπός της οδηγίας 93/104 είναι η προώθηση της βελτιώσεως της ασφάλειας, της υγιεινής και της υγείας των εργαζομένων κατά την εργασία. Η οδηγία αυτή εκδόθηκε βάσει του άρθρου 118 Α της Συνθήκης ΕΚ (τα άρθρα 117 έως 120 της Συνθήκης ΕΚ αντικαταστάθηκαν από τα άρθρα 136 ΕΚ έως 143 ΕΚ).

6.
    Τα δύο πρώτα άρθρα της οδηγίας 93/104 ορίζουν το αντικείμενό της, το πεδίο εφαρμογής της, καθώς και το περιεχόμενο και την έννοια των όρων που χρησιμοποιεί.

7.
    Το άρθρο 1 της οδηγίας, που επιγράφεται: «Αντικείμενο και πεδίο εφαρμογής», ορίζει τα εξής:

«1.    Η παρούσα οδηγία καθορίζει τις στοιχειώδεις προδιαγραφές ασφάλειας και υγείας όσον αφορά την οργάνωση του χρόνου εργασίας.

2.    Εφαρμόζεται:

α)    στις ελάχιστες περιόδους ημερήσιας και εβδομαδιαίας ανάπαυσης και ετήσιας άδειας, στο χρόνο διαλείμματος και στη μέγιστη εβδομαδιαία διάρκεια εργασίας

    και

β)    σε ορισμένες πλευρές της νυκτερινής εργασίας, της κατά βάρδιες εργασίας και του ρυθμού εργασίας.

3.    Η παρούσα οδηγία εφαρμόζεται σε όλους τους ιδιωτικούς ή δημόσιους τομείς δραστηριοτήτων, κατά την έννοια του άρθρου 2 της οδηγίας 89/391/ΕΟΚ, με την επιφύλαξη του άρθρου 17 της παρούσας οδηγίας, εξαιρουμένων των αεροπορικών, σιδηροδρομικών, οδικών, θαλάσσιων, ποτάμιων και λιμναίων μεταφορών, της θαλάσσιας αλιείας και λοιπών θαλασσίων δραστηριότητων, καθώς και των ασκούμενων ιατρών.

4.    Οι διατάξεις της οδηγίας 89/391/ΕΟΚ εφαρμόζονται πλήρως στα θέματα που αναφέρει η παράγραφος 2, με την επιφύλαξη περιοριστικότερων ή/και ειδικότερων διατάξεων της παρούσας οδηγίας.»

8.
    Υπό τον τίτλο «Ορισμοί», το άρθρο 2 της ίδιας αυτής οδηγίας προβλέπει τα εξής:

«Κατά την έννοια της παρούσας οδηγίας, νοούνται ως:

1)    ”χρόνος εργασίας”: κάθε περίοδος κατά τη διάρκεια της οποίας ο εργαζόμενος ευρίσκεται στην εργασία, στη διάθεση του εργοδότη, και ασκεί τη δραστηριότητα ή τα καθήκοντά του, σύμφωνα με τις εθνικές νομοθεσίες ή/και πρακτικές·

2)    ”περίοδος ανάπαυσης”: κάθε περίοδος που δεν είναι χρόνος εργασίας·

3)    ”νυχτερινή περίοδος”: κάθε περίοδος επτά τουλάχιστον ωρών, όπως ορίζεται από την εθνική νομοθεσία, η οποία πρέπει πάντως να περιλαμβάνει το διάστημα μεταξύ 24.00 και 05.00·

4)    ”εργαζόμενος τη νύκτα”:

    α)    αφενός, κάθε εργαζόμενος [που εργάζεται] κατά τη νυχτερινή περίοδο επί τρεις τουλάχιστον ώρες του ημερήσιου κανονικού χρόνου εργασίας του και,

    β)    αφετέρου, κάθε εργαζόμενος ο οποίος ενδέχεται να πραγματοποιεί κατά τη νυχτερινή περίοδο ένα ορισμένο τμήμα του ετήσιου χρόνου εργασίας του, το οποίο ορίζεται, κατ' επιλογή του οικείου κράτους μέλους:

        i)    από την εθνική νομοθεσία, ύστερα από διαβούλευση με τους κοινωνικούς εταίρους,

            ή

        ii)    με συλλογικές συμβάσεις ή με συμφωνίες μεταξύ κοινωνικών εταίρων σε εθνικό ή περιφερειακό επίπεδο·

5)    ”εργασία κατά βάρδιες”: κάθε μέθοδος οργάνωσης της ομαδικής εργασίας κατά την οποία οι εργαζόμενοι διαδέχονται ο ένας τον άλλον στις ίδιες θέσεις εργασίας με ορισμένο ρυθμό, περιλαμβανομένου του ρυθμού περιτροπής, και η οποία μπορεί να είναι συνεχής ή ασυνεχής, πράγμα το οποίο υποχρεώνει τους εργαζόμενους να επιτελούν μια εργασία σε διαφορετικές ώρες σε μια δεδομένη περίοδο ημερών ή εβδομάδων·

6)    ”εργαζόμενος σε βάρδιες”: κάθε εργαζόμενος με ωράριο που εντάσσεται σε πρόγραμμα εργασίας κατά βάρδιες.»

9.
    Η οδηγία 93/104 θεσπίζει ορισμένους κανόνες σχετικά με τη μέγιστη εβδομαδιαία διάρκεια εργασίας, τον ελάχιστο χρόνο ημερήσιας και εβδομαδιαίας αναπαύσεως, την ετήσια άδεια, καθώς και τη διάρκεια και τους όρους της νυκτερινής εργασίας και της εργασίας σε βάρδιες.

10.
    Όσον αφορά τη μέγιστη εβδομαδιαία διάρκεια εργασίας, το άρθρο 6 της οδηγίας 93/104 ορίζει τα εξής:

«Τα κράτη μέλη θεσπίζουν τα αναγκαία μέτρα ώστε, σε συνάρτηση με τις επιταγές προστασίας της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων:

1)    η εβδομαδιαία διάρκεια εργασίας να περιορίζεται με νομοθετικές, κανονιστικές ή διοικητικές διατάξεις ή με συλλογικές συμβάσεις ή συμφωνίες μεταξύ κοινωνικών εταίρων·

2)    ο χρόνος εργασίας να μην υπερβαίνει, ανά επταήμερο, τις 48 ώρες κατά μέσον όρο, συμπεριλαμβανομένων των υπερωριών.»

    

11.
    Όσον αφορά τη διάρκεια της νυκτερινής εργασίας, το άρθρο 8 της οδηγίας 93/104 προβλέπει τα εξής:

«Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα ώστε:

1)    ο κανονικός χρόνος νυκτερινής εργασίας να μην υπερβαίνει, κατά μέσον όρο, τις οκτώ ώρες ανά εικοσιτετράωρο·

2)    οι εργαζόμενοι τη νύχτα των οποίων η εργασία ενέχει ιδιαίτερους κινδύνους ή σημαντική σωματική ή πνευματική ένταση να μην εργάζονται περισσότερο από οκτώ ώρες κατά τη διάρκεια εικοσιτετράωρης περιόδου κατά την οποία πραγματοποιούν νυκτερινή εργασία.

    Για τους σκοπούς του παρόντος σημείου, η εργασία που ενέχει ιδιαίτερους κινδύνους ή σημαντική σωματική ή πνευματική ένταση ορίζεται από τιςεθνικές νομοθεσίες ή/και πρακτικές ή από συλλογικές συμβάσεις ή από συμφωνίες μεταξύ κοινωνικών εταίρων, λαμβανομένων υπόψη των επιπτώσεων και των κινδύνων που συνδέονται με τη νυκτερινή εργασία.»

12.
    Το άρθρο 15 της οδηγίας 93/104 ορίζει τα εξής:

«Η παρούσα οδηγία δεν εμποδίζει τα κράτη μέλη να εφαρμόζουν ή να θεσπίζουν ευνοϊκότερες νομοθετικές, κανονιστικές ή διοικητικές διατάξεις για την προστασία της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων ή να ευνοούν ή να επιτρέπουν την εφαρμογή ευνοϊκότερων συλλογικών συμβάσεων ή συμφωνιών μεταξύ κοινωνικών εταίρων για την προστασία της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων.»

13.
    Το άρθρο 16 της οδηγίας 93/104 καθορίζει τις περιόδους αναφοράς για την εφαρμογή των κανόνων που παρατέθηκαν ανωτέρω στις σκέψεις 9 έως 12 της παρούσας αποφάσεως και έχει ως εξής:

«Τα κράτη μέλη μπορούν να ορίζουν:

1)    για την εφαρμογή του άρθρου 5 (εβδομαδιαία ανάπαυση), περίοδο αναφοράς η οποία δεν υπερβαίνει τις 14 μέρες·

2)    για την εφαρμογή του άρθου 6 (ανώτατη εβδομαδιαία διάρκεια εργασίας), περίοδο αναφοράς η οποία δεν υπερβαίνει τους τέσσερις μήνες.

    Οι περίοδοι ετήσιας άδειας μετ' αποδοχών, κατά το άρθρο 7, και οι περίοδοι αδείας ασθενείας δεν συνεκτιμώνται ή είναι ουδέτερες, όσον αφορά τον υπολογισμό του μέσου όρου.

3)    για την εφαρμογή του άρθρου 8 (διάρκεια νυκτερινής εργασίας), περίοδο αναφοράς που καθορίζεται ύστερα από διαβούλευση με τους κοινωνικούς εταίρους ή με συλλογικές συμβάσεις ή συμφωνίες που συνάπτονται σε εθνικό ή περιφερειακό επίπεδο μεταξύ κοινωνικών εταίρων.

    Εάν η ελάχιστη περίοδος εικοσιτετράωρης εβδομαδιαίας ανάπαυσης που απαιτείται από το άρθρο 5 εμπίπτει σ' αυτή την περίοδο αναφοράς, δεν λαμβάνεται υπόψη για τον υπολογισμό του μέσου όρου.»

    

14.
    Η οδηγία 93/104 προβλέπει επίσης διάφορες παρεκκλίσεις από τους βασικούς κανόνες της, εν όψει των ιδιαιτεροτήτων ορισμένων δραστηριοτήτων και υπό ορισμένες προϋποθέσεις. Συναφώς το άρθρο 17 ορίζει τα εξής:

«1.    Τα κράτη μέλη, τηρώντας τις γενικές αρχές για την προστασία της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων, μπορούν να παρεκκλίνουν από τα άρθρα 3, 4, 5, 6, 8 και 16, εφόσον η διάρκεια του χρόνου εργασίας, λόγω των ιδιαιτεροτήτων της ασκούμενης δραστηριότητας, δεν υπολογίζεται ή/και δενπροκαθορίζεται ή μπορεί να καθορίζεται από τους ίδιους τους εργαζόμενους, ιδίως δε εφόσον πρόκειται για:

α)    διευθυντικά στελέχη ή άλλα πρόσωπα εξουσιοδοτημένα να λαμβάνουν αποφάσεις αυτόνομα,

β)    οικογενειακό προσωπικό

    ή

γ)    εργαζόμενους στον τελετουργικό τομέα των εκκλησιών και των θρησκευτικών κοινοτήτων.

2.    Επιτρέπονται επίσης παρεκκλίσεις μέσω της νομοθετικής, κανονιστικής ή διοικητικής οδού ή με συλλογικές συμβάσεις ή με συμφωνίες μεταξύ κοινωνικών εταίρων, υπό τον όρο ότι στους οικείους εργαζομένους χορηγούνται ισοδύναμες περίοδοι αντισταθμιστικής ανάπαυσης ή ότι, σε εξαιρετικές περιπτώσεις όπου είναι αντικειμενικώς αδύνατη η χορήγηση ισοδύναμων περιόδων αντισταθμιστικής ανάπαυσης, παρέχεται κατάλληλη προστασία στους οικείους εργαζομένους:

2.1.    από τα άρθρα 3, 4, 5, 8 και 16:

    α)    για τις δραστηριότητες που χαρακτηρίζονται από την απόσταση ανάμεσα στους τόπους εργασίας και κατοικίας του εργαζομένου ή ανάμεσα στους διάφορους τόπους εργασίας αυτού·

    β)    για τις δραστηριότητες φύλαξης, επίβλεψης και εικοσιτετράωρης παρουσίας που χαρακτηρίζονται από την ανάγκη εξασφάλισης της προστασίας των αγαθών και των προσώπων, ιδίως όταν πρόκειται για φύλακες και θυρωρούς ή επιχειρήσεις φύλαξης·

    γ)    για τις δραστηριότητες που χαρακτηρίζονται από την ανάγκη να εξασφαλιστεί η συνέχεια της υπηρεσίας ή της παραγωγής, ιδίως:

        i)    για τις υπηρεσίες τις σχετικές με την υποδοχή, τη νοσηλεία ή/και την περίθαλψη που παρέχονται από νοσοκομεία ή παρόμοια ιδρύματα, από ιδρύματα διαμονής και από φυλακές·

    (...)

3.    Παρεκκλίσεις από τα άρθρα 3, 4, 5, 8 και 16 επιτρέπονται με συλλογικές συμβάσεις ή με συμφωνίες μεταξύ κοινωνικών εταίρων σε εθνικό ή περιφερειακό επίπεδο ή, σύμφωνα με τους κανόνες που θέτουν αυτοί, με συλλογικές συμβάσεις ή συμφωνίες που συνάπτονται μεταξύ τους σε κατώτερο επίπεδο.

    (...)

4.    Η ευχέρεια παρέκκλισης από το άρθρο 16, σημείο 2, που προβλέπεται στην παράγραφο 2, σημεία 2.1 και 2.2, και στην παράγραφο 3 του παρόντος άρθρου, δεν επιτρέπεται να καταλήγει σε περίοδο αναφοράς που να υπερβαίνει τους έξι μήνες.

Ωστόσο, τα κράτη μέλη δύνανται, τηρώντας πάντα τις γενικές αρχές προστασίας της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων, να επιτρέπουν, για αντικειμενικούς ή τεχνικούς λόγους ή για λόγους οργάνωσης της εργασίας, να καθορίζονται από τις συλλογικές συμβάσεις ή συμφωνίες μεταξύ κοινωνικών εταίρων περίοδοι αναφοράς που να μην υπερβαίνουν οπωσδήποτε τους δώδεκα μήνες.

(...)»

15.
    Το άρθρο 18 της οδηγίας 93/104 προβλέπει τα εξής:

«1.    α)    Τα κράτη μέλη θέτουν σε ισχύ τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις προκειμένου να συμμορφωθούν με την παρούσα οδηγία το αργότερο στις 23 Νοεμβρίου 1996 ή βεβαιώνονται το αργότερο κατά την ημερομηνία αυτή ότι οι κοινωνικοί εταίροι θέτουν σ' εφαρμογή κατόπιν συμφωνίας τις αναγκαίες διατάξεις· τα κράτη μέλη οφείλουν να λάβουν κάθε αναγκαίο μέτρο ώστε να μπορούν ανά πάσα στιγμή να εγγυηθούν τα επιβαλλόμενα από την παρούσα οδηγία αποτελέσματα.

    β)    i)    Εντούτοις, ένα κράτος μέλος δύναται να μην εφαρμόσει το άρθρο 6, τηρώντας πάντα τις γενικές αρχές προστασίας της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων, εφόσον λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα ώστε να εξασφαλίζεται ότι:

            -    ο εργοδότης δεν ζητά από τον εργαζόμενο να εργαστεί περισσότερες από 48 ώρες ανά επταήμερο, περίοδο που υπολογίζεται ως μέσος όρος της κατά το άρθρο 16, σημείο 2, περιόδου αναφοράς, εκτός αν ο εργαζόμενος συναινεί για την παροχή της εργασίας αυτής,

            -    ο εργαζόμενος δεν υφίσταται καμία ζημία αν δεν δεχθεί να εκτελέσει την εργασία αυτή,

            -    ο εργοδότης τηρεί και ενημερώνει αρχείο για όλους τους εργαζομένους που παρέχουν τέτοια εργασία,

            -    το αρχείο είναι στη διάθεση των αρμόδιων αρχών οι οποίες δικαιούνται να απαγορεύουν ή να περιορίζουν τη δυνατότητα υπέρβασης της ανώτατης εβδομαδιαίαςδιάρκειας εργασίας, για λόγους ασφάλειας ή/και υγείας των εργαζομένων,

            -    ύστερα από αίτηση των αρμοδίων αρχών, ο εργοδότης τους παρέχει πληροφορίες σχετικά με τη συναίνεση των εργαζομένων για την παροχή εργασίας υπερβαίνουσας τις 48 ώρες ανά επταήμερο, υπολογιζομένης ως μέσος όρος της κατά το άρθρο 16, σημείο 2, περιόδου αναφοράς.

        (...)»

Η εθνική ρύθμιση

16.
    Το άρθρο 6 του βασιλικού διατάγματος 137/84, της 11ης Ιανουαρίου 1984 [BOE (Εφημερίδα της Κυβερνήσεως της Ισπανίας) αριθ. 27, της 1ης Φεβρουαρίου 1984, σ. 2627), προβλέπει, υπό τον τίτλο «Χρόνος εργασίας», τα εξής:

«1.    Ο χρόνος εργασίας του προσωπικού των ομάδων πρώτων βοηθειών ανέρχεται σε 40 ώρες εβδομαδιαίως, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη ο χρόνος των εφημεριών, καθόσον το προσωπικό αυτό πρέπει να καλύπτει και τις ανάγκες της κατ' οίκον νοσηλείας και τις επείγουσες περιπτώσεις νοσηλείας, σύμφωνα με τον οργανισμό του ιατρικού και νοσηλευτικού προσωπικού του συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως και τους σχετικούς εκτελεστικούς κανόνες (...).

2.    Στις αγροτικές περιοχές το ιατρικό και νοσηλευτικό προσωπικό παρέχει τις υπηρεσίες του το πρωί και το απόγευμα στα κέντρα υγείας, κατά τις εξετάσεις των ασθενών επί τόπου ή κατ' οίκον, είτε κατά τη διάρκεια του κανονικού ωραρίου εργασίας είτε στις επείγουσες περιπτώσεις.

Οι πρώτες βοήθειες θα παρέχονται εκ περιτροπής από ομάδες που θα δημιουργηθούν μεταξύ των μελών του προσωπικού, οι δε υπηρεσίες θα κατευθύνονται από το κέντρο υγείας όλες τις ημέρες της εβδομάδας.»

17.
    Με απόφαση της 20ής Νοεμβρίου 1992, που δημοσιεύθηκε ως παράρτημα του Resolución del 15 de enero de 1993 (BOE αριθ. 28, της 2ας Φεβρουαρίου 1993, σ. 2864), το υπουργικό συμβούλιο ενέκρινε τη συμφωνία που συνάφθηκε στις 3 Ιουλίου 1992 μεταξύ των κρατικών υγειονομικών υπηρεσιών και των αντιπροσωπευτικών συνδικαλιστικών οργανώσεων που δρουν στον τομέα των πρώτων βοηθειών στην Ισπανία. Το παράρτημα της αποφάσεως αυτής, που αφορά τις συμφωνίες στον τομέα των πρώτων βοηθειών, προβλέπει, υπό τον τίτλο «Β) Εφημερίες», τα εξής:

«(...) Ο ετήσιος ανώτατος αριθμός ωρών εφημερίας ορίζεται γενικά σε 425. Όσον αφορά τις ομάδες πρώτων βοηθειών στις αγροτικές περιοχές, που αναπόφευκτα υπερβαίνουν τις κανονικώς προβλεπόμενες 425 ώρες εφημερίας ανά έτος, τοετήσιο ανώτατο όριο καθορίζεται σε 850 ώρες και θα επιδιωχθεί η σταδιακή μείωση του αριθμού των ωρών εφημερίας (...).»

18.
    Στην Περιφέρεια της Βαλένθιας συνήφθη στις 7 Μαΐου 1993 συμφωνία μεταξύ των αντιπροσωπευτικών συνδικαλιστικών ενώσεων και των αρχών της Περιφέρειας, της οποίας το περιεχόμενο αποτελεί σε μεγάλο βαθμό επανάληψη των παρατιθέμενων ανωτέρω και η οποία προβλέπει, μεταξύ άλλων, τα εξής:

«(...) Ο ετήσιος ανώτατος αριθμός ωρών εφημερίας του προσωπικού ορίζεται σε 425. Όσον αφορά τις ομάδες πρώτων βοηθειών στις αγροτικές περιοχές, που αναπόφευκτα υπερβαίνουν τις κανονικώς προβλεπόμενες 425 ώρες εφημερίας ανά έτος, συμφωνείται, δεδομένου ότι σκοπός είναι η σταδιακή μείωση του αριθμού των ωρών εφημερίας, ότι το ετήσιο ανώτατο όριο θα είναι 850 ώρες και ότι προς τούτο θα προσληφθούν επιπλέον ιατροί και Asistentes técnicos sanitarios (A.T.S.), εντός των ορίων των πιστώσεων του προϋπολογισμού (...).»

19.
    Με απόφαση της 20ής Νοεμβρίου 1991 της Conselleria de Sanidad y Consumo de la Generalidad Valenciana, εγκρίθηκε ο κανονισμός οργανώσεως και λειτουργίας των ομάδων πρώτων βοηθειών της Περιφέρειας της Βαλένθιας (στο εξής: κανονισμός). Το άρθρο 17, παράγραφος 3, του κανονισμού αυτού αποτελεί επανάληψη του άρθρου 6 του βασιλικού διατάγματος 137/84.

20.
    Με απόφαση της 15ης Δεκεμβρίου 1993, το τμήμα διοικητικών διαφορών του Tribunal Superior de Justicia de la Comunidad Valenciana ακύρωσε την απόφαση με την οποία εγκρίθηκε ο κανονισμός.

21.
    Στις 21 Σεπτεμβρίου 1995 εκδόθηκε το βασιλικό διάταγμα 1561/95, περί ειδικού ωραρίου εργασίας (BOE αριθ. 230, της 26ης Σεπτεμβρίου 1995, σ. 28606). Στο πεδίο εφαρμογής του εμπίπτουν μόνον οι συνήθεις σχέσεις εργασίας ιδωτικού δικαίου και καμία διάταξή του δεν αφορά τον τομέα της υγείας.

Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα

22.
    Το Simap, με προσφυγή που άσκησε για λογαριασμό των μελών του κατά της Conselleria de Sanidad y Consumo de la Generalidad Valenciana, ζήτησε να αναγνωριστεί ότι οι ιατροί που παρέχουν τις υπηρεσίες τους στο πλαίσιο των ομάδων πρώτων βοηθειών της Περιφέρειας της Βαλένθιας έχουν το δικαίωμα:

-    να ερμηνευθεί το άρθρο 17, παράγραφος 3, του κανονισμού με γνώμονα τα άρθρα 6, 8, 15 και 17 της οδηγίας 93/104,

-    ο εβδομαδιαίος χρόνος εργασίας τους να μην υπερβαίνει τις 40 ώρες, περιλαμβανομένων των υπερωριών (επί τετράμηνης βάσεως), ο δε χρόνος της νυκτερινής εργασίας να μην υπερβαίνει τις 8 ώρες το 24ωρο ή, σεπερίπτωση υπερβάσεως του χρόνου αυτού, να τους χορηγούνται ανάλογες περίοδοι αναπαύσεως,

-    ή, επικουρικώς, ο εβδομαδιαίος χρόνος εργασίας τους να μην υπερβαίνει τις 48 ώρες, περιλαμβανομένων των υπερωριών (επί τετράμηνης βάσεως), ο δε χρόνος της νυκτερινής εργασίας να μην υπερβαίνει τις 8 ώρες το 24ωρο ή, σε περίπτωση υπερβάσεως του χρόνου αυτού, να τους χορηγούνται ανάλογες περίοδοι αναπαύσεως,

-    να αναγνωρίζονται ως εργαζόμενοι κατά τη νύκτα και ως εργαζόμενοι σε βάρδιες και επομένως να εφαρμόζονται, πριν από την πρόσληψή τους για την παροχή αυτού του είδους εργασίας και, στη συνέχεια, περιοδικώς, τα μέτρα ειδικής προστασίας που έχουν προβλεφθεί με τα άρθρα 9 έως 13 της οδηγίας 93/104.

23.
    Κατά το αιτούν δικαστήριο, η προσφυγή στηρίζεται στον ισχυρισμό ότι, βάσει του άρθρου 17, παράγραφος 3, του κανονισμού, το οποίο αποτελεί επανάληψη του άρθρου 6 του βασιλικού διατάγματος 137/84, οι ιατροί που παρέχουν τις υπηρεσίες τους εντός των ομάδων πρώτων βοηθειών υποχρεούνται να εργάζονται χωρίς κανένα χρονικό περιορισμό και χωρίς κανένα ημερήσιο, εβδομαδιαίο, μηνιαίο ή ετήσιο ανώτατο όριο· επιπλέον, δεν προβλέπεται καμία διακοπή μεταξύ του κανονικού ωραρίου εργασίας και της εφημερίας, την οποία διαδέχεται το κανονικό ωράριο εργασίας της επόμενης ημέρας, σύμφωνα με τον ρυθμό που επιλέγει η Conselleria de Sanidad y Consumo de la Generalidad Valenciana ανάλογα με τις ανάγκες, τις οποίες εκτιμά μονομερώς. Το Simap υποστηρίζει επίσης ότι, «στην πραγματικότητα, ένας ιατρός ομάδας πρώτων βοηθειών παρέχει άνευ διακοπής εργασία 31 ωρών, χωρίς νυκτερινή ανάπαυση, κάθε φορά που τούτο έχει προγραμματιστεί επί εβδομαδιαίας ή μηνιαίας βάσεως, ορισμένες φορές μάλιστα μέρα παρά μέρα· για τη διατροφή του φροντίζει ο ίδιος, ενώ για τις νυκτερινές κατ' οίκον επισκέψεις, όταν δεν υπάρχουν δημόσια μεταφορικά μέσα, μετακινείται μόνος του και χωρίς καμία ασφάλεια, ανάλογα με τα μέσα που διαθέτει».

24.
    Το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι οι ιατροί των ομάδων πρώτων βοηθειών του Puerto de Sagunto και του Burjassot παρέχουν τις υπηρεσίες τους από τις 8 π.μ. μέχρι τις 3 μ.μ. και, στη συνέχεια, μία φορά κάθε έντεκα μέρες, εφημερεύουν από το πέρας του κανονικού ωραρίου μέχρι τις 8 π.μ. της επόμενης ημέρας, πέρα από τα απρόβλεπτα, π.χ. την αντικατάσταση των ασθενούντων συναδέλφων τους. Ο εβδομαδιαίος χρόνος εργασίας των ιατρών αυτών ανέρχεται σε 40 ώρες, στις οποίες πρέπει να προστεθεί ενδεχομένως ο χρόνος των εφημεριών, που αποτελεί μέρος του κανονικού ωραρίου, σύμφωνα με την εθνική πρακτική που ακολουθείται ως προς την ερμηνεία του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεώς τους και την εφαρμοστέα συναφώς εθνική ρύθμιση.

25.
    Το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει επίσης ότι, κατά την εθνική πρακτική που ακολουθείται ως προς τους ιατρούς των οποίων η σχέση με το Δημόσιο διέπεταιαπό διατάξεις δημοσίου δικαίου, ο χρόνος εφημερίας θεωρείται ως ειδικό ωράριο και όχι ως χρόνος υπερωριακής απασχολήσεως και αμείβεται κατ' αποκοπή, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη πόσο εργάστηκαν πράγματι οι εν λόγω ιατροί.

26.
    Επιπλέον, όταν για την εφημερία ή την επιφυλακή του ιατρού αρκεί η ύπαρξη συνεχούς δυνατότητας επικοινωνίας μαζί του, μόνον οι ώρες πραγματικής εργασίας πρέπει να λαμβάνονται υπόψη για τον υπολογισμό της μέγιστης διάρκειας του χρόνου εργασίας. Κατά το αιτούν δικαστήριο, η εφημερία στα ιατρικά κέντρα ουδέποτε πρέπει να θεωρείται ως χρόνος υπερωριακής απασχολήσεως· η υπερωριακή απασχόληση αποτελεί παράταση του κανονικού ωραρίου εργασίας, με τον ίδιο φόρτο εργασίας, ενώ η εφημερία πραγματοποιείται υπό συνθήκες διαφορετικές απ' ό,τι η αντίστοιχη εργασία που παρέχεται κατά τη διάρκεια του κανονικού ωραρίου.

27.
    Το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει επίσης ότι η οδηγία 93/104 δεν έχει μεταφερθεί προσηκόντως στην ισπανική νομοθεσία. Συγκεκριμένα, έχει εκδοθεί μόνο το βασιλικό διάταγμα 1561/95, του οποίου το πεδίο εφαρμογής περιορίζεται στις συνήθεις εργασιακές σχέσεις ιδιωτικού δικαίου και το οποίο δεν περιλαμβάνει καμία διάταξη σχετικά με τον τομέα της υγείας.

28.
    Υπό τις συνθήκες αυτές, το Tribunal Superior de Justicia de la Comunidad Valenciana ανέστειλε την ενώπιόν του διαδικασία και υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:

«1)    Ερωτήματα σχετικά με την εφαρμογή γενικά της οδηγίας:

    α)    Ενόψει του άρθρου 118 Α της Συνθήκης ΕΚ και του γεγονότος ότι το άρθρο 1, παράγραφος 3, της οδηγίας αναφέρεται σε όλους τους ιδιωτικούς ή δημόσιους τομείς δραστηριοτήτων, πρέπει το άρθρο 2 της οδηγίας 89/391/ΕΟΚ, κατά το οποίο η οδηγία αυτή δεν εφαρμόζεται ”όταν δεν το επιτρέπουν εγγενείς ιδιαιτερότητες ορισμένων δραστηριοτήτων του δημόσιου τομέα”, να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι από την προαναφερθείσα εξαίρεση καλύπτεται και η δραστηριότητα των ιατρών των ομάδων πρώτων βοηθειών, οι οποίοι εμπλέκονται στην υπό κρίση διαφορά;

    β)    Το άρθρο 1, παράγραφος 3, της οδηγίας παραπέμπει επίσης στο άρθρο 17, χρησιμοποιώντας την έκφραση ”με την επιφύλαξη”. Παρά το γεγονός ότι, όπως έχει προαναφερθεί, δεν υφίσταται κανείς κανόνας εναρμονίσεως που να έχει εκδοθεί από το κράτος ή από αυτόνομη περιφέρεια, πρέπει αυτή η σιγή να εκληφθεί ως παρέκκλιση από τα άρθρα 3, 4, 5, 6, 8 και 16, όταν, λόγω των ειδικών χαρακτηριστικών της ασκουμένης δραστηριότητας, η διάρκεια του χρόνου εργασίας δεν μετράται και/ή δεν καθορίζεται εκ των προτέρων;

    γ)    Οδηγεί η κατά το άρθρο 1, παράγραφος 3, της οδηγίας εξαίρεση των ”δραστηριοτήτων των ασκούμενων ιατρών” στο συμπέρασμα εκ του εναντίου ότι οι δραστηριότητες των λοιπών ιατρών καλύπτονται από την οδηγία;

    δ)    Έχει η αναφορά στο γεγονός ότι οι διατάξεις της οδηγίας 89/391/ΕΟΚ εφαρμόζονται ”πλήρως” στα θέματα που αναφέρει η παράγραφος 2 συγκεκριμένη συνέπεια σε σχέση με την επίκληση και την εφαρμογή τους;

2)    Ερωτήματα σχετικά με τον χρόνο εργασίας

    α)    Το άρθρο 2, σημείο 1, της οδηγίας ορίζει ως χρόνο εργασίας ”κάθε περίοδο κατά τη διάρκεια της οποίας ο εργαζόμενος ευρίσκεται στην εργασία, στη διάθεση του εργοδότη, και ασκεί τη δραστηριότητα ή τα καθήκοντά του, σύμφωνα με τις εθνικές νομοθεσίες ή/και πρακτικές”. Ενόψει της εθνικής πρακτικής που έχει μνημονευθεί στην ανωτέρω παράγραφο 8 της παρούσας διατάξεως περί παραπομπής και ενόψει της μη υπάρξεως κανόνων εναρμονίσεως της νομοθεσίας, πρέπει να συνεχίσει να εφαρμόζεται η εθνική πρακτική με την οποία αποκλείεται από τις 40 εβδομαδιαίες ώρες ο χρόνος των εφημεριών ή πρέπει να εφαρμόζονται κατ' αναλογία οι γενικές και ειδικές διατάξεις της ισπανικής νομοθεσίας περί χρόνου εργασίας οι οποίες διέπουν τις σχέσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου;

    β)    Όταν οι οικείοι ιατροί εφημερεύουν κατά βάρδιες βάσει του συστήματος της συνεχούς δυνατότητας επικοινωνίας μαζί τους και όχι της φυσικής παρουσίας τους στο κέντρο υγείας, πρέπει όλος αυτός ο χρόνος να θεωρηθεί ως χρόνος εργασίας ή μόνον ο χρόνος πραγματικής ασκήσεως της δραστηριότητας που καλούνται να ασκούν σύμφωνα με την προαναφερθείσα στην παράγραφο 8 του ιστορικού εθνική πρακτική;

    γ)    Όταν οι οικείοι ιατροί εφημερεύουν κατά βάρδιες βάσει του συστήματος της φυσικής παρουσίας τους στο κέντρο υγείας, πρέπει ο χρόνος αυτός να θεωρηθεί ως κανονικός χρόνος εργασίας ή ως ειδικό ωράριο σύμφωνα με την προαναφερθείσα στην παράγραφο 8 του ιστορικού εθνική πρακτική;

3)    Ερωτήματα σχετικά με τη μέση διάρκεια του χρόνου εργασίας

    α)    Πρέπει ο χρόνος εργασίας που αντιστοιχεί στις εφημερίες να λαμβάνεται υπόψη για τον καθορισμό της μέσης διάρκειας του χρόνου εργασίας για κάθε επταήμερο, σύμφωνα με το άρθρο 6, σημείο 2, της οδηγίας;

    β)    Πρέπει να θεωρηθεί ως υπερωριακή απασχόληση ο χρόνος εφημερίας;

    γ)    Παρά τη μη ύπαρξη κανόνων εναρμονίσεως, μπορεί να θεωρηθεί ότι ισχύει η περίοδος αναφοράς που μνημονεύεται στο άρθρο 16, σημείο 2, της οδηγίας και, εφόσον τούτο συμβαίνει, ισχύουν επίσης οι παρεκκλίσεις από τον κανόνα αυτό που έχουν θεσπιστεί με το άρθρο 17, παράγραφοι 2 και 3, σε συνδυασμό με την παράγραφο 4;

    δ)    Αν ληφθεί υπόψη η ευχέρεια μη εφαρμογής του άρθρου 6 της οδηγίας, την οποία προβλέπει το άρθρο 18, παράγραφος 1, στοιχείο β´, μπορεί το άρθρο 6, παρά τη μη ύπαρξη κανόνων εναρμονίσεως, να θεωρηθεί ανεφάρμοστο για τον λόγο ότι υφίσταται συναίνεση του εργαζομένου για την παροχή τέτοιας εργασίας; Ισοδυναμεί η συναίνεση που δόθηκε συναφώς από τους συνδικαλιστικούς εκποροσώπους, στο πλαίσιο συλλογικής συμβάσεως ή συμφωνίας, με συναίνεση του εργαζομένου;

4)    Ερωτήματα σχετικά με τη νυκτερινή φύση της εργασίας

    α)    Ενόψει του γεγονότος ότι δεν είναι νυκτερινός ο κανονικός χρόνος εργασίας, αλλά μόνον μέρος της εφημερίας που πραγματοποιούν ενδεχομένως κατά τακτά διαστήματα ορισμένοι από τους οικείους ιατρούς, και ενόψει της μη υπάρξεως κανόνων εναρμονίσεως, μπορούν οι ιατροί αυτοί να θεωρηθούν ως νυκτερινοί εργαζόμενοι σύμφωνα με το άρθρο 2, σημείο 4, στοιχείο β´, της οδηγίας;

    β)    Ενόψει της επιλογής που προβλέπεται από το άρθρο 2, σημείο 4, στοιχείο β´, περίπτωση i, της οδηγίας, θα ήταν δυνατό να εφαρμοστεί η εθνική νομοθεσία περί νυκτερινής εργασίας των εργαζομένων με σχέση ιδιωτικού δικαίου επί των ιατρών που εργάζονται με σχέση δημοσίου δικαίου;

    γ)    Περιλαμβάνονται στον ”κανονικό” χρόνο εργασίας, που μνημονεύεται στο άρθρο 8, σημείο 1, της οδηγίας, και οι εφημερίες, οι οποίες πραγματοποιούνται υπό καθεστώς είτε συνεχούς δυνατότητας επικοινωνίας είτε φυσικής παρουσίας στο κέντρο υγείας;

5)    Ερωτήματα σχετικά με την εργασία κατά βάρδιες και τους εργαζομένους σε βάρδιες

    Ενόψει του γεγονότος ότι η επίμαχη εν προκειμένω εργασία είναι εργασία κατά βάρδιες μόνο σε σχέση με τις εφημερίες και ενόψει της μη υπάρξεως κανόνων εναρμονίσεως, είναι δυνατόν η εργασία που παρέχεται από τουςοικείους ιατρούς να θεωρηθεί ως εργασία κατά βάρδιες και οι ιατροί αυτοί να θεωρηθούν ως εργαζόμενοι σε βάρδιες, σύμφωνα με τους ορισμούς του άρθρου 2, σημεία 5 και 6, της οδηγίας;»

Επί των προδικαστικών ερωτημάτων

Επί του πεδίου εφαρμογής της οδηγίας 93/104 (ερωτήματα 1α, 1γ και 1δ)

29.
    Με τα ερωτήματα 1α, 1γ και 1δ, το αιτούν δικαστήριο ερωτά κατ' ουσίαν αν η δραστηριότητα των ιατρών των ομάδων πρώτων βοηθειών εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της βασικής οδηγίας και της οδηγίας 93/104.

30.
    Επισημαίνεται ότι το άρθρο 1, παράγραφος 3, της οδηγίας 93/104 ορίζει το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας αφενός παραπέμποντας ρητά στο άρθρο 2 της βασικής οδηγίας και αφετέρου προβλέποντας μια σειρά εξαιρέσεων για ορισμένες ιδιαίτερες δραστηριότητες.

31.
    Κατά συνέπεια, για να εξακριβωθεί αν μια δραστηριότητα όπως η δραστηριότητα των ιατρών των ομάδων πρώτων βοηθειών εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 93/104, πρέπει κατ' αρχάς να εξεταστεί αν η δραστηριότητα αυτή εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της βασικής οδηγίας.

32.
    Κατά το άρθρο 2, παράγραφος 1, της βασικής οδηγίας, η οδηγία αυτή εφαρμόζεται σε όλους τους δημόσιους ή ιδιωτικούς τομείς δραστηριοτήτων, μεταξύ των οποίων οι βιομηχανικές, οι γεωργικές, οι εμπορικές, οι διοικητικές, οι εκπαιδευτικές, οι πολιτιστικές δραστηριότητες, καθώς και οι δραστηριότητες παροχής υπηρεσιών και αναψυχής. Όπως όμως προκύπτει από την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, η βασική οδηγία δεν εφαρμόζεται όταν δεν το επιτρέπουν εγγενείς ιδιαιτερότητες ορισμένων δραστηριοτήτων του δημόσιου τομέα, π.χ. στις ένοπλες δυνάμεις ή στην αστυνομία, ή ορισμένων συγκεκριμένων δραστηριοτήτων στις υπηρεσίες πολιτικής άμυνας.

33.
    Δεδομένου ότι οι ιατροί των ομάδων πρώτων βοηθειών ασκούν τις δραστηριότητές τους στο πλαίσιο του δημόσιου τομέα, πρέπει συνεπώς να εξεταστεί αν οι δραστηριότητες αυτές εμπίπτουν στην εκτεθείσα στην προηγούμενη σκέψη εξαίρεση.

34.
    Πρώτον, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι τόσο από τον σκοπό της βασικής οδηγίας, δηλαδή την προώθηση της βελτίωσης της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων κατά την εργασία, όσο και από το γράμμα του άρθρου 2, παράγραφος 1, προκύπτει ότι το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας είναι ευρύ.

35.
    Κατά συνέπεια, οι εξαιρέσεις από το πεδίο εφαρμογής της βασικής οδηγίας, περιλαμβανομένης της εξαιρέσεως που προβλέπεται στο άρθρο 2, παράγραφος 2, πρέπει να ερμηνεύονται στενά.

36.
    Δεύτερον, επισημαίνεται ότι το άρθρο 2, παράγραφος 2, της βασικής οδηγίας αναφέρεται σε ορισμένες ιδιαίτερες δραστηριότητες του δημόσιου τομέα, οι οποίες αποσκοπούν στη διασφάλιση της δημόσιας τάξης και ασφάλειας, που είναι αναγκαίες για την εύρυθμη λειτουργία της κοινωνίας.

37.
    Επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, υπό κανονικές συνθήκες, η δραστηριότητα του προσωπικού των ομάδων πρώτων βοηθειών δεν μπορεί να εξομοιωθεί με τις εν λόγω δραστηριότητες.

38.
    Το συμπέρασμα είναι επομένως ότι η δραστηριότητα του προσωπικού των ομάδων πρώτων βοηθειών εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της βασικής οδηγίας.

39.
    Επομένως, πρέπει να εξεταστεί αν η δραστηριότητα αυτή εμπίπτει σε μία από τις εξαιρέσεις που προβλέπει το άρθρο 1, παράγραφος 3, της οδηγίας 93/104.

40.
    Η απάντηση είναι αρνητική. Συγκεκριμένα, μεταξύ των εξαιρέσεων από το πεδίο εφαρμογής της εν λόγω οδηγίας, τις οποίες απαριθμεί η διαταξη αυτή, αναφέρονται μόνον οι δραστηριότητες των ασκούμενων ιατρών.

41.
    Κατά συνέπεια, στα ερωτήματα 1α, 1γ και 1δ πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι μια δραστηριότητα όπως η δραστηριότητα των ιατρών των ομάδων πρώτων βοηθειών εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της βασικής οδηγίας και της οδηγίας 93/104.

Επί της εφαρμογής του άρθρου 17 της οδηγίας 93/104 (ερώτημα 1β)

42.
    Με το ερώτημα 1β, το αιτούν δικαστήριο ερωτά κατ' ουσίαν αν τα εθνικά δικαστήρια μπορούν, σε περίπτωση που δεν έχουν θεσπιστεί ρητά μέτρα μεταφοράς της οδηγίας 93/104 στο εθνικό δίκαιο, να εφαρμόζουν το εθνικό δίκαιο, εφόσον το δίκαιο αυτό, αν ληφθούν υπόψη τα χαρακτηριστικά της δραστηριότητας των ιατρών των ομάδων πρώτων βοηθειών, θα έπρεπε να γίνει δεκτό ότι εμπίπτει στις αναφερόμενες στο άρθρο 17 της εν λόγω οδηγίας παρεκκλίσεις.

43.
    Επισημαίνεται συναφώς ότι το άρθρο 17 της οδηγίας 93/104 επιτρέπει, υπό ορισμένους όρους, παρεκκλίσεις από τα άρθρα 3, 4, 5, 6, 8 και 16 μέσω της νομοθετικής, κανονιστικής ή διοικητικής οδού ή με συλλογικές συμβάσεις ή με συμφωνίες μεταξύ κοινωνικών εταίρων. Όσον αφορά τις παρεκκλίσεις που προβλέπει η παράγραφος 1 του άρθρου 17, επιτρέπονται μόνο με τη θέσπιση νομοθετικών, κανονιστικών ή διοικητικών μέτρων.

44.
    Κατά συνέπεια, το ρυθμίζον ορισμένη δραστηριότητα εθνικό δίκαιο, εφόσον πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 17 της οδηγίας 93/104, είναι σύμφωνο προς την οδηγία αυτή, έστω και αν δεν έχουν θεσπιστεί ρητά μέτρα μεταφοράς της στο εθνικό δίκαιο, και δεν υπάρχει κανένα κώλυμα για την εφαρμογή του από τα εθνικά δικαστήρια.

45.
    Κατά συνέπεια, στο ερώτημα 1β πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι τα εθνικά δικαστήρια μπορούν, σε περίπτωση που δεν έχουν θεσπιστεί ρητά μέτρα μεταφοράς της οδηγίας 93/104 στο εθνικό δίκαιο, να εφαρμόζουν το εθνικό δίκαιο, εφόσον το δίκαιο αυτό, αν ληφθούν υπόψη τα χαρακτηριστικά της δραστηριότητας των ιατρών των ομάδων πρώτων βοηθειών, πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 17 της οδηγίας αυτής.

Επί της έννοιας του χρόνου εργασίας (ερωτήματα 2α έως 2γ, 3α, 3β και 4γ)

46.
    Με τα ερωτήματα 2α έως 2γ, 3α, 3β και 4γ, τα οποία ενδείκνυται να συνεξεταστούν, το εθνικό δικαστήριο ερωτά κατ' ουσίαν αν οι εφημερίες τις οποίες πραγματοποιούν οι ιατροί των ομάδων πρώτων βοηθειών είτε υπό το καθεστώς της φυσικής παρουσίας τους στο κέντρο υγείας είτε υπό το καθεστώς της συνεχούς δυνατότητας επικοινωνίας μαζί τους πρέπει να θεωρηθούν ως χρόνος εργασίας ή ως υπερωρία υπό την έννοια της οδηγίας 93/104.

47.
    Υπενθυμίζεται ότι η οδηγία αυτή ορίζει τον χρόνο εργασίας ως κάθε περίοδο κατά τη διάρκεια της οποίας ο εργαζόμενος ευρίσκεται στην εργασία, στη διάθεση του εργοδότη, και ασκεί τη δραστηριότητα ή τα καθήκοντά του, σύμφωνα με τις εθνικές νομοθεσίες ή/και πρακτικές. Επιπλέον, εντός του συστήματος της οδηγίας 93/104, η έννοια αυτή πρέπει να ερμηνεύεται σε αντιπαράθεση προς την περίοδο αναπαύσεως, καθόσον οι δύο αυτές έννοιες αλληλοαποκλείονται.

48.
    Στην υπόθεση της κύριας δίκης οι εφημερίες τις οποίες πραγματοποιούν οι ιατροί των ομάδων πρώτων βοηθειών υπό το καθεστώς της φυσικής παρουσίας τους στο κέντρο υγείας ενέχουν τα χαρακτηριστικά στοιχεία της έννοιας του χρόνου εργασίας. Δεν αμφισβητείται ότι κατά τις εφημερίες που πραγματοποιούνται υπό το καθεστώς αυτό πληρούνται οι δύο πρώτες προϋποθέσεις. Επιπλέον, ακόμη και αν η όντως ασκούμενη δραστηριότητα διαφέρει ανάλογα με τις περιστάσεις, η υποχρέωση των ιατρών να είναι παρόντες και διαθέσιμοι στους χώρους εργασίας τους, ώστε να μπορούν να παρέχουν τις επαγγελματικές υπηρεσίες τους, πρέπει να θεωρηθεί ότι εμπίπτει στην άσκηση των καθηκόντων τους.

49.
    Η ερμηνεία αυτή είναι άλλωστε σύμφωνη με τον σκοπό της οδηγίας 93/104, δηλαδή την εξασφάλιση της υγείας και ασφάλειας των εργαζομένων, οι οποίοι πρέπει να διαθέτουν ορισμένες ελάχιστες περιόδους αναπαύσεως και κατάλληλα διαλείμματα εργασίας (όγδοη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας). Όπως τόνισε ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 35 των προτάσεών του, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, αν γινόταν δεκτό ότι η έννοια του χρόνου εργασίας δεν καλύπτει τις εφημερίες υπό το καθεστώς της φυσικής παρουσίας, θα διακυβευόταν σοβαρά ο εν λόγω σκοπός.

50.
    Όπως επίσης τόνισε ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 37 των προτάσεών του, τούτο δεν ισχύει στην περίπτωση κατά την οποία οι ιατροί των ομάδων πρώτων βοηθειών πραγματοποιούν τις εφημερίες υπό καθεστώς που προβλέπει ότι πρέπει να υπάρχει δυνατότητα συνεχούς επικοινωνίας μαζί τους, αλλά δεν τους επιβάλλειτην υποχρέωση παρουσίας στο κέντρο υγείας. Στην περίπτωση αυτή οι ιατροί, μολονότι είναι στη διάθεση του εργοδότη τους, αφού πρέπει να υπάρχει δυνατότητα επικοινωνίας μαζί τους, υπόκεινται σε λιγότερους περιορισμούς κατά τη διαχείριση του χρόνου τους και μπορούν να ασχοληθούν με τα ενδιαφέροντά τους. Υπό τις συνθήκες αυτές, μόνον ο χρόνος της πραγματικής παροχής πρώτων βοηθειών πρέπει να θεωρηθεί χρόνος εργασίας υπό την έννοια της οδηγίας 93/104.

51.
    Όσον αφορά το ζήτημα αν ο χρόνος των εφημεριών πρέπει να θεωρηθεί υπερωριακή απασχόληση, μολονότι η οδηγία 93/104 δεν ορίζει την έννοια των υπερωριών, για τις οποίες γίνεται λόγος μόνο στο άρθρο 6, που αφορά τη μέγιστη εβδομαδιαία διάρκεια εργασίας, εντούτοις είναι αναμφισβήτητο ότι οι υπερωρίες αποτελούν χρόνο εργασίας, υπό την έννοια της εν λόγω οδηγίας. Η οδηγία αυτή δηλαδή δεν κάνει διάκριση ανάλογα με το αν η εργασία αυτή παρέχεται στο πλαίσιο του κανονικού χρόνου εργασίας ή όχι.

52.
    Κατά συνέπεια, στα ερωτήματα 2α έως 2γ, 3α, 3β και 4γ πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι όλες οι εφημερίες που πραγματοποιούν οι ιατροί των ομάδων πρώτων βοηθειών υπό το καθεστώς της φυσικής παρουσίας τους στο κέντρο υγείας πρέπει να θεωρούνται ως χρόνος εργασίας και ενδεχομένως ως υπερωριακή απασχόληση υπό την έννοια της οδηγίας 93/104. Όσον αφορά τις εφημερίες υπό το καθεστώς της συνεχούς δυνατότητας επικοινωνίας με τους ιατρούς αυτούς, μόνον ο χρόνος της πραγματικής παροχής πρώτων βοηθειών πρέπει να θεωρείται χρόνος εργασίας.

Επί της νυκτερινής φύσεως της εργασίας (ερωτήματα 4α και 4β)

53.
    Με τα ερωτήματα 4α και 4β, το αιτούν δικαστήριο ερωτά κατ' ουσίαν αν ορισμένοι ιατροί που εφημερεύουν κατά τακτά διαστήματα κατά τη διάρκεια της νύκτας πρέπει να θεωρούνται ως νυκτερινοί εργαζόμενοι, υπό την έννοια του άρθρου 2, σημείο 4, στοιχείο β´, της οδηγίας 93/104, και αν, ενόψει της δυνατότητας επιλογής που παρέχει στα κράτη μέλη η διάταξη αυτή, η εθνική νομοθεσία περί νυκτερινής εργασίας των εργαζομένων με σχέση ιδιωτικού δικαίου μπορεί να εφαρμόζεται επί των ιατρών που εργάζονται με σχέση δημοσίου δικαίου.

54.
    Από τη διάταξη περί παραπομπής προκύπτει ότι οι ιατροί των ομάδων πρώτων βοηθειών του Puerto de Sagunto και του Burjassot παρέχουν τις υπηρεσίες τους από τις 8 π.μ. μέχρι τις 3 μ.μ. και, στη συνέχεια, μία φορά κάθε έντεκα μέρες, εφημερεύουν από το πέρας του κανονικού ωραρίου μέχρι τις 8 π.μ. της επόμενης ημέρας, πέρα από τα απρόβλεπτα, π.χ. την αντικατάσταση των ασθενούντων συναδέλφων τους. Ο χρόνος εργασίας των άλλων ομάδων πρώτων βοηθειών της Περιφέρειας της Βαλένθιας δεν προκύπτει από τη δικογραφία, αλλά το εθνικό δικαστήριο θεωρεί δεδομένο ότι στην περίπτωση αυτή οι εφημερίες πραγματοποιούνται απλώς κατά τακτά διαστήματα.

55.
    Υπενθυμίζεται ότι, κατά το άρθρο 2, σημείο 4, στοιχείο α´, της οδηγίας 93/104, ως «εργαζόμενος τη νύκτα» νοείται «κάθε εργαζόμενος [που εργάζεται] κατά τη νυχτερινή περίοδο επί τρεις τουλάχιστον ώρες του ημερήσιου κανονικού χρόνου εργασίας του». Δυνάμει του ίδιου άρθρου 2, σημείο 4, στοιχείο β´, η οδηγία παρέχει στους εθνικούς νομοθέτες ή, κατ' επιλογή του οικείου κράτους μέλους, στους κοινωνικούς εταίρους, σε εθνικό ή περιφερειακό επίπεδο, τη δυνατότητα να θεωρούν ως εργαζομένους τη νύκτα και άλλους εργαζομένους που πραγματοποιούν κατά τη νυκτερινή περίοδο ορισμένο τμήμα του ετήσιου χρόνου εργασίας τους.

56.
    Δεδομένου όμως ότι το Βασίλειο της Ισπανίας δεν έχει θεσπίσει, σύμφωνα με το άρθρο 2, σημείο 4, στοιχείο β´, της οδηγίας 93/104, κανένα μέτρο ως προς τους εργαζομένους με σχέση δημοσίου δικαίου, οι ιατροί των ομάδων πρώτων βοηθειών που πραγματοποιούν κατά τακτά διαστήματα εφημερίες κατά τη νύκτα δεν μπορούν να θεωρηθούν ως εργαζόμενοι τη νύκτα βάσει της διατάξεως αυτής και μόνο.

57.
    Το ζήτημα αν η εθνική νομοθεσία περί νυκτερινής εργασίας των εργαζομένων με σχέση ιδιωτικού δικαίου μπορεί να εφαρμόζεται επί των ιατρών των ομάδων πρώτων βοηθειών, οι οποίοι εργάζονται με σχέση δημοσίου δικαίου, όσον αφορά τη δυνατότητα επιλογής που προβλέπει το άρθρο 2, σημείο 4, στοιχείο β´, περίπτωση i, της εν λόγω οδηγίας, αποτελεί ζήτημα που πρέπει να επιλυθεί από το εθνικό δικαστήριο σύμφωνα με τους κανόνες της εσωτερικής νομοθεσίας.

58.
    Κατά συνέπεια, στα ερωτήματα 4α και 4β πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι οι ιατροί των ομάδων πρώτων βοηθειών που πραγματοποιούν κατά τακτά διαστήματα εφημερίες κατά τη νύκτα δεν μπορούν να θεωρηθούν ως εργαζόμενοι τη νύκτα βάσει μόνον του άρθρου 2, σημείο 4, στοιχείο β´, της οδηγίας 93/104. Το ζήτημα αν η εθνική νομοθεσία περί νυκτερινής εργασίας των εργαζομένων με σχέση ιδιωτικού δικαίου μπορεί να εφαρμόζεται επί των ιατρών των ομάδων πρώτων βοηθειών, οι οποίοι εργάζονται με σχέση δημοσίου δικαίου, αποτελεί ζήτημα που πρέπει να επιλυθεί από το εθνικό δικαστήριο σύμφωνα με τους κανόνες της εσωτερικής νομοθεσίας.

Επί των εννοιών της εργασίας κατά βάρδιες και του εργαζομένου σε βάρδιες (πέμπτο ερώτημα)

59.
    Με το πέμπτο ερώτημα το αιτούν δικαστήριο ερωτά κατ' ουσίαν αν η εργασία που παρέχουν οι ιατροί των ομάδων πρώτων βοηθειών κατά τις εφημερίες τους αποτελεί εργασία κατά βάρδιες και αν οι ιατροί αυτοί είναι εργαζόμενοι σε βάρδιες υπό την έννοια του άρθρου 2, σημεία 5 και 6, της οδηγίας 93/104.

60.
    Υπενθυμίζεται ότι οι ιατροί των ομάδων πρώτων βοηθειών του Puerto de Sagunto και του Burjassot παρέχουν τις υπηρεσίες τους από τις 8 π.μ. μέχρι τις 3 μ.μ. και, στη συνέχεια, μία φορά κάθε έντεκα μέρες, εφημερεύουν από το πέρας του κανονικού ωραρίου μέχρι τις 8 π.μ. της επόμενης ημέρας, πέρα από τααπρόβλεπτα, και ότι, όσον αφορά τον χρόνο εργασίας των άλλων ομάδων πρώτων βοηθειών της Περιφέρειας της Βαλένθιας, το εθνικό δικαστήριο θεωρεί δεδομένο ότι οι εφημερίες πραγματοποιούνται απλώς κατά τακτά διαστήματα.

61.
    Ο χρόνος εργασίας που αναλογεί τόσο στις εφημερίες που πραγματοποιούνται υπό το καθεστώς της φυσικής παρουσίας των ιατρών των ομάδων πρώτων βοηθειών στα κέντρα υγείας όσο και στην πραγματική παροχή πρώτων βοηθειών κατά τις εφημερίες που πραγματοποιούνται υπό το καθεστώς της συνεχούς δυνατότητας επικοινωνίας ανταποκρίνεται πλήρως στις προϋποθέσεις που τίθενται για την ύπαρξη εργασίας κατά βάρδιες υπό την έννοια του άρθρου 2, σημείο 5.

62.
    Συγκεκριμένα, οι ιατροί των ομάδων πρώτων βοηθειών εργάζονται σύμφωνα με μέθοδο οργανώσεως της εργασίας κατά την οποία οι εργαζόμενοι διαδέχονται ο ένας τον άλλον στις ίδιες θέσεις εργασίας εκ περιτροπής, πράγμα το οποίο υποχρεώνει τους εργαζομένους να επιτελούν μια εργασία σε διαφορετικές ώρες σε μια δεδομένη περίοδο ημερών ή εβδομάδων.

63.
    Όσον αφορά ειδικότερα την τελευταία αυτή προϋπόθεση, τονίζεται ότι, παρά το γεγονός ότι οι εφημερίες πραγματοποιούνται κατά τακτά διαστήματα, οι οικείοι ιατροί καλούνται να επιτελούν την εργασία τους σε διαφορετικές ώρες σε μια δεδομένη περίοδο ημερών ή εβδομάδων.

64.
    Κατά συνέπεια, στο πέμπτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι η εργασία που παρέχουν οι ιατροί των ομάδων πρώτων βοηθειών κατά τις εφημερίες τους αποτελεί εργασία κατά βάρδιες και ότι οι ιατροί αυτοί είναι εργαζόμενοι σε βάρδιες υπό την έννοια του άρθρου 2, σημεία 5 και 6, της οδηγίας 93/104.

Επί της δυνατότητας εφαρμογής των παρεκκλίσεων που προβλέπονται στο άρθρο 17, παράγραφοι 2, 3 και 4, της οδηγίας 93/104 (ερώτημα 3γ)

65.
    Με το ερώτημα 3γ το αιτούν δικαστήριο ερωτά κατ' ουσίαν αν, οσάκις δεν έχουν εκδοθεί εθνικές διατάξεις που να μεταφέρουν στην εθνική νομοθεσία το άρθρο 16, σημείο 2, της οδηγίας 93/104 ή, ενδεχομένως, που να προβλέπουν ρητά μία από τις κατά το άρθρο 17, παράγραφοι 2, 3 και 4, παρεκκλίσεις, οι διατάξεις αυτές μπορούν να ερμηνευθούν ως έχουσες άμεσο αποτέλεσμα.

66.
    Υπενθυμίζεται ότι το άρθρο 16, σημείο 2, της εν λόγω οδηγίας παρέχει στα κράτη μέλη την ευχέρεια να προβλέπουν, όσον αφορά την εφαρμογή του άρθρου 6 της οδηγίας αυτής, που ρυθμίζει τη μέγιστη εβδομαδιαία διάρκεια εργασίας, περίοδο αναφοράς μη υπερβαίνουσα τους τέσσερις μήνες.

67.
    Εντούτοις, το άρθρο 17, παράγραφος 2, σημείο 2.1, στοιχείο γ´, περίπτωση i, της οδηγίας 93/104 προβλέπει ότι τα κράτη μέλη μπορούν να παρεκκλίνουν από το άρθρο 16, παράγραφος 2, της οδηγίας αυτής όσον αφορά τις δραστηριότητες που χαρακτηρίζονται από την ανάγκη να εξασφαλιστεί η συνέχεια της υπηρεσίας ή τηςπαραγωγής, και ιδίως όσον αφορά τις υπηρεσίες τις σχετικές με την υποδοχή, τη νοσηλεία ή/και την περίθαλψη που παρέχονται από νοσοκομεία ή παρόμοια ιδρύματα.

68.
    Μολονότι οι διατάξεις αυτές της οδηγίας 93/104 παρέχουν στα κράτη μέλη περιθώριο εκτιμήσεως όσον αφορά την περίοδο αναφοράς για την εφαρμογή του άρθρου 6 της οδηγίας αυτής, το γεγονός αυτό δεν θίγει τον σαφή και ανεπιφύλακτο χαρακτήρα των επίμαχων διατάξεων της οδηγίας. Συγκεκριμένα, αυτό το περιθώριο εκτιμήσεως δεν αποκλείει τη δυνατότητα καθορισμού του ελαχίστου περιεχομένου των δικαιωμάτων (βλ. συναφώς απόφαση της 14ης Ιουλίου 1994, C-91/92, Faccini Dori, Συλλογή 1994, σ. I-3325, σκέψη 17).

69.
    Από το γράμμα του άρθρου 17, παράγραφος 4, της εν λόγω οδηγίας προκύπτει συναφώς ότι η περίοδος αναφοράς δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να υπερβαίνει τους δώδεκα μήνες. Κατά συνέπεια, μπορεί να προσδιοριστεί η ελάχιστη προστασία που πρέπει οπωσδήποτε να παρέχεται.

70.
    Κατά συνέπεια, στο ερώτημα 3γ πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι, οσάκις δεν έχουν εκδοθεί εθνικές διατάξεις που να μεταφέρουν στην εθνική νομοθεσία το άρθρο 16, σημείο 2, της οδηγίας 93/104 ή, ενδεχομένως, που να προβλέπουν ρητά μία από τις κατά το άρθρο 17, παράγραφοι 2, 3 και 4, παρεκκλίσεις, οι διατάξεις αυτές μπορούν να ερμηνευθούν ως έχουσες άμεσο αποτέλεσμα και συνεπώς παρέχουν στους ιδιώτες το δικαίωμα να μην υπερβαίνει τους δώδεκα μήνες η περίοδος αναφοράς για την εφαρμογή της μέγιστης εβδομαδιαίας διάρκειας της εργασίας τους.

Επί της δυνατότητας εφαρμογής του άρθρου 18, παράγραφος 1, στοιχείο β´, της οδηγίας 93/104 (ερώτημα 3δ)

71.
    Με το ερώτημα 3δ το αιτούν δικαστήριο ερωτά κατ' ουσίαν αν η συναίνεση που δίδεται από τους συνδικαλιστικούς εκπροσώπους στο πλαίσιο συλλογικής συμβάσεως ή συμφωνίας ισοδυναμεί με συναίνεση του ίδιου του εργαζομένου, στην οποία αναφέρεται το άρθρο 18, παράγραφος 1, στοιχείο β´, περίπτωση i, πρώτη υποπερίπτωση, της οδηγίας 93/104.

72.
    Υπενθυμίζεται ότι η διάταξη αυτή επιτρέπει στα κράτη μέλη να μην εφαρμόζουν το άρθρο 6 της εν λόγω οδηγίας, το οποίο ρυθμίζει τη μέγιστη εβδομαδιαία διάρκεια εργασίας, εφόσον τηρούνται οι γενικές αρχές προστασίας της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων και εφόσον η διάρκεια της εργασίας δεν υπερβαίνει τις 48 ώρες ανά επταήμερο, το οποίο υπολογίζεται ως μέσος όρος της κατά το άρθρο 16, σημείο 2, περιόδου αναφοράς. Ο εργαζόμενος μπορεί πάντως να συναινέσει να παρέχει εργασία μεγαλύτερης διάρκειας.

73.
    Από το γράμμα του άρθρου 18, παράγραφος 1, στοιχείο β´, περίπτωση i, πρώτη υποπερίπτωση, της οδηγίας 93/104 προκύπτει σαφώς ότι η διάταξη αυτή απαιτεί την προσωπική συναίνεση του εργαζομένου. Εξάλλου, όπως ορθά τόνισε ηΚυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, αν ο κοινοτικός νομοθέτης είχε την πρόθεση να επιτρέψει την υποκατάσταση της συναινέσεως του εργαζομένου από τη συναίνεση που δίδει η συνδικαλιστική οργάνωση στο πλαίσιο συλλογικής συμβάσεως ή συμφωνίας, το άρθρο 6 της εν λόγω οδηγίας θα είχε περιληφθεί στον πίνακα των άρθρων από τα οποία επιτρέπεται παρέκκλιση βάσει συλλογικής συμβάσεως ή συμφωνίας μεταξύ κοινωνικών εταίρων, πίνακα που παρατίθεται στο άρθρο 17, παράγραφος 3, της οδηγίας.

74.
    Κατά συνέπεια, στο ερώτημα 3δ πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι η συναίνεση που δίδεται από τους συνδικαλιστικούς εκπροσώπους στο πλαίσιο συλλογικής συμβάσεως ή συμφωνίας δεν ισοδυναμεί με συναίνεση του ίδιου του εργαζομένου, στην οποία αναφέρεται το άρθρο 18, παράγραφος 1, στοιχείο β´, περίπτωση i, πρώτη υποπερίπτωση, της οδηγίας 93/104.

Επί των δικαστικών εξόδων

75.
    Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η Ισπανική και η Φινλανδική Κυβέρνηση και η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, καθώς και η Επιτροπή, που κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.

Για τους λόγους αυτούς,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,

κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε με διάταξη της 10ης Ιουλίου 1998 το Tribunal Superior de Justicia de la Comunidad Valenciana, αποφαίνεται:

1)    Μια δραστηριότητα όπως η δραστηριότητα των ιατρών των ομάδων πρώτων βοηθειών εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής των οδηγιών 89/391/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 12ης Ιουνίου 1989, σχετικά με την εφαρμογή μέτρων για την προώθηση της βελτίωσης της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων κατά την εργασία, και 93/104/ΕΚ του Συμβουλίου, της 23ης Νοεμβρίου 1993, σχετικά με ορισμένα στοιχεία της οργάνωσης του χρόνου εργασίας.

2)    Τα εθνικά δικαστήρια μπορούν, σε περίπτωση που δεν έχουν θεσπιστεί ρητά μέτρα μεταφοράς της οδηγίας 93/104 στο εθνικό δίκαιο, να εφαρμόζουν το εθνικό δίκαιο, εφόσον το δίκαιο αυτό, αν ληφθούν υπόψη τα χαρακτηριστικά της δραστηριότητας των ιατρών των ομάδωνπρώτων βοηθειών, πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 17 της οδηγίας αυτής.

3)    Όλες οι εφημερίες που πραγματοποιούν οι ιατροί των ομάδων πρώτων βοηθειών υπό το καθεστώς της φυσικής παρουσίας τους στο κέντρο υγείας πρέπει να θεωρούνται ως χρόνος εργασίας και ενδεχομένως ως υπερωριακή απασχόληση υπό την έννοια της οδηγίας 93/104. Όσον αφορά τις εφημερίες υπό το καθεστώς της συνεχούς δυνατότητας επικοινωνίας με τους ιατρούς αυτούς, μόνον ο χρόνος της πραγματικής παροχής πρώτων βοηθειών πρέπει να θεωρείται χρόνος εργασίας.

4)    Οι ιατροί των ομάδων πρώτων βοηθειών που πραγματοποιούν κατά τακτά διαστήματα εφημερίες κατά τη νύκτα δεν μπορούν να θεωρηθούν ως εργαζόμενοι τη νύκτα βάσει μόνον του άρθρου 2, σημείο 4, στοιχείο β´, της οδηγίας 93/104. Το ζήτημα αν η εθνική νομοθεσία περί νυκτερινής εργασίας των εργαζομένων με σχέση ιδιωτικού δικαίου μπορεί να εφαρμόζεται επί των ιατρών των ομάδων πρώτων βοηθειών, οι οποίοι εργάζονται με σχέση δημοσίου δικαίου, αποτελεί ζήτημα που πρέπει να επιλυθεί από το εθνικό δικαστήριο σύμφωνα με τους κανόνες της εσωτερικής νομοθεσίας.

5)    Η εργασία που παρέχουν οι ιατροί των ομάδων πρώτων βοηθειών κατά τις εφημερίες τους αποτελεί εργασία κατά βάρδιες και οι ιατροί αυτοί είναι εργαζόμενοι σε βάρδιες υπό την έννοια του άρθρου 2, σημεία 5 και 6, της οδηγίας 93/104.

6)    Οσάκις δεν έχουν εκδοθεί εθνικές διατάξεις που να μεταφέρουν στην εθνική νομοθεσία το άρθρο 16, σημείο 2, της οδηγίας 93/104 ή, ενδεχομένως, που να προβλέπουν ρητά μία από τις κατά το άρθρο 17, παράγραφοι 2, 3 και 4, παρεκκλίσεις, οι διατάξεις αυτές μπορούν να ερμηνευθούν ως έχουσες άμεσο αποτέλεσμα και συνεπώς παρέχουν στους ιδιώτες το δικαίωμα να μην υπερβαίνει τους δώδεκα μήνες η περίοδος αναφοράς για την εφαρμογή της μέγιστης εβδομαδιαίας διάρκειας της εργασίας τους.

7)    Η συναίνεση που δίδεται από τους συνδικαλιστικούς εκπροσώπους στο πλαίσιο συλλογικής συμβάσεως ή συμφωνίας δεν ισοδυναμεί με συναίνεση του ίδιου του εργαζομένου, στην οποία αναφέρεται το άρθρο 18, παράγραφος 1, στοιχείο β´, περίπτωση i, πρώτη υποπερίπτωση, της οδηγίας 93/104.

Rodríguez Iglesias

Moitinho de Almeida
Edward

Sevón

Schintgen Kapteyn
Gulmann

Puissochet

Jann Ragnemalm
Wathelet

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 3 Οκτωβρίου 2000.

Ο Γραμματέας

Ο Πρόεδρος

R. Grass

G. C. Rodríguez Iglesias


1: Γλώσσα διαδικασίας: η ισπανική.