Υπόθεση C-665/20 PPU

X

(αίτηση του Rechtbank Amsterdam για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως)

 Απόφαση του Δικαστηρίου (πέμπτο τμήμα) της 29ης Απριλίου 2021

«Προδικαστική παραπομπή – Επείγουσα προδικαστική διαδικασία – Δικαστική συνεργασία σε ποινικές υποθέσεις – Απόφαση-πλαίσιο 2002/584/ΔΕΥ – Ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης – Λόγοι προαιρετικής μη εκτέλεσης – Άρθρο 4, σημείο 5 – Εκζητούμενος που έχει δικαστεί αμετακλήτως για τις αυτές πράξεις σε τρίτη χώρα – Ποινή η οποία έχει εκτιθεί ή δεν μπορεί να εκτιθεί πλέον σύμφωνα με το δίκαιο της χώρας της καταδίκης – Εφαρμογή – Περιθώριο εκτιμήσεως της δικαστικής αρχής εκτέλεσης – Έννοια της φράσης “τις αυτές πράξεις” – Μείωση της ποινής χορηγηθείσα από μη δικαστική αρχή στο πλαίσιο γενικού μέτρου επιείκειας»

1.        Δικαστική συνεργασία σε ποινικές υποθέσεις – Απόφαση-πλαίσιο για το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης και τις διαδικασίες παράδοσης μεταξύ των κρατών μελών – Λόγοι προαιρετικής μη εκτέλεσης του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης – Εκζητούμενος που έχει δικαστεί αμετακλήτως για τις αυτές πράξεις σε τρίτη χώρα – Περιθώριο εκτιμήσεως της δικαστικής αρχής εκτέλεσης – Περιεχόμενο

(Απόφαση-πλαίσιο 2002/584 του Συμβουλίου, όπως τροποποιήθηκε με την απόφαση-πλαίσιο 2009/299, άρθρο 4, σημείο 5)

(βλ. σκέψεις 43, 44, 47, 49- 53, 55, 59, 60, 67, διατακτ. 1)

2.        Δικαστική συνεργασία σε ποινικές υποθέσεις – Αποφάσεις-πλαίσια για την προσέγγιση των εθνικών νομοθεσιών – Εκτέλεση από τα κράτη μέλη – Έννομα αποτελέσματα των αποφάσεων-πλαισίων – Υποχρέωση μη εφαρμογής διάταξης του εθνικού δικαίου που αντιβαίνει σε απόφαση-πλαίσιο – Δεν υφίσταται – Υποχρέωση σύμφωνης προς το δίκαιο της Ένωσης ερμηνείας του εθνικού δικαίου – Περιεχόμενο – Ανάγκη να διασφαλίζεται η πλήρης αποτελεσματικότητα της απόφασης-πλαισίου

(Απόφαση-πλαίσιο 2002/584 του Συμβουλίου, όπως τροποποιήθηκε με την απόφαση-πλαίσιο 2009/299)

(βλ. σκέψεις 62-64)

3.        Δικαστική συνεργασία σε ποινικές υποθέσεις – Απόφαση-πλαίσιο για το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης και τις διαδικασίες παράδοσης μεταξύ των κρατών μελών – Λόγοι προαιρετικής μη εκτέλεσης του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης – Εκζητούμενος που έχει δικαστεί αμετακλήτως για τις αυτές πράξεις σε τρίτη χώρα – Λόγοι υποχρεωτικής μη εκτέλεσης του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης – Εκζητούμενος που έχει δικαστεί αμετακλήτως για τις ίδιες πράξεις από κράτος μέλος – Έννοιες των αυτών/των ίδιων πράξεων – Ομοιόμορφη ερμηνεία

(Απόφαση-πλαίσιο 2002/584 του Συμβουλίου, όπως τροποποιήθηκε με την απόφαση-πλαίσιο 2009/299, άρθρο 3, σημείο 2, και άρθρο 4, σημείο 5)

(βλ. σκέψεις 70, 72, 75-78, 83, διατακτ. 2)

4.        Δικαστική συνεργασία σε ποινικές υποθέσεις – Απόφαση-πλαίσιο για το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης και τις διαδικασίες παράδοσης μεταξύ των κρατών μελών – Λόγοι προαιρετικής μη εκτέλεσης του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης – Εκζητούμενος που έχει δικαστεί αμετακλήτως για τις αυτές πράξεις σε τρίτη χώρα – Ποινή η οποία έχει εκτιθεί ή δεν μπορεί να εκτιθεί πλέον σύμφωνα με το δίκαιο της χώρας της καταδίκης – Έννοια – Ποινή που έχει εκτιθεί εν μέρει στην εν λόγω χώρα πριν χορηγηθεί μείωση της ποινής – Εμπίπτει – Μείωση της ποινής χορηγηθείσα από μη δικαστική αρχή στο πλαίσιο γενικού μέτρου επιείκειας που δεν στηρίζεται σε ορθολογικές εκτιμήσεις αντεγκληματικής πολιτικής – Δεν ασκεί επιρροή

(Απόφαση-πλαίσιο 2002/584 του Συμβουλίου, όπως τροποποιήθηκε με την απόφαση-πλαίσιο 2009/299, άρθρο 4, σημείο 5)

(βλ. σκέψεις 86-88, 92, 94, 98-104, διατακτ. 3)

Σύνοψη

Το Δικαστήριο αποσαφηνίζει το περιεχόμενο της αρχής ne bis in idem που έχει εφαρμογή κατά την εκτέλεση ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης για πράξεις ως προς τις οποίες έχει εκδοθεί προηγούμενη καταδικαστική απόφαση σε τρίτη χώρα

Τον Σεπτέμβριο του 2019, εκδόθηκε από τις γερμανικές δικαστικές αρχές ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης (στο εξής: ΕΕΣ) εις βάρος του X προς άσκηση ποινικής διώξεως κατ’ αυτού για πράξεις τις οποίες τέλεσε το 2012 εις βάρος της συντρόφου του και της θυγατέρας της. Τον Μάρτιο του 2020 ο Χ συνελήφθη στις Κάτω Χώρες. Άσκησε ένδικο βοήθημα κατά της παράδοσής του στις εν λόγω αρχές, ισχυριζόμενος ότι είχε ήδη διωχθεί και δικαστεί αμετάκλητα για τις αυτές πράξεις στο Ιράν. Ειδικότερα, είχε αθωωθεί ως προς κάποιες από τις πράξεις αυτές και είχε καταδικαστεί για τις υπόλοιπες σε στερητική της ελευθερίας ποινή την οποία εξέτισε σχεδόν εξ ολοκλήρου πριν του χορηγηθεί μείωση της ποινής. Η εν λόγω μείωση της επιβληθείσας ποινής χορηγήθηκε στο πλαίσιο γενικού μέτρου επιείκειας που εφαρμόστηκε από μη δικαστική αρχή, τον Ανώτατο Ηγέτη του Ιράν, εξ αφορμής της 40ής επετείου της ισλαμικής επανάστασης. Επομένως, κατά τον X, λόγω της προηγούμενης καταδίκης στο Ιράν, η αρχή ne bis in idem, η οποία αποτυπώνεται στο άρθρο 4, σημείο 5, της αποφάσεως-πλαισίου για το ΕΕΣ (1), το οποίο έχει μεταφερθεί στο ολλανδικό δίκαιο, αντιτίθεται στην εκτέλεση του ΕΕΣ που εκδόθηκε εις βάρος του.

Κατά το άρθρο αυτό, η δικαστική αρχή εκτέλεσης μπορεί να αρνηθεί την εκτέλεση ενός ΕΕΣ εάν ο εκζητούμενος έχει δικασθεί αμετακλήτως για τις αυτές πράξεις σε τρίτη χώρα, υπό τον όρο ότι, σε περίπτωση καταδίκης, η ποινή έχει εκτιθεί ή εκτίεται ή δεν μπορεί να εκτιθεί πλέον σύμφωνα με το δίκαιο της χώρας της καταδίκης. Ο λόγος αυτός «προαιρετικής μη εκτέλεσης» είναι παρεμφερής με τον λόγο «υποχρεωτικής μη εκτέλεσης» που προβλέπεται στο άρθρο 3, σημείο 2, της αποφάσεως-πλαισίου, με τη διαφορά ότι ο δεύτερος εξ αυτών αφορά δικαστική απόφαση εκδοθείσα όχι «σε τρίτη χώρα», αλλά «από κράτος μέλος».

Στο πλαίσιο αυτό, το Rechtbank Amsterdam (πλημμελειοδικείο Άμστερνταμ, Κάτω Χώρες) αποφάσισε να υποβάλει στο Δικαστήριο προδικαστικό ερώτημα σχετικά με την ερμηνεία του άρθρου 4, σημείο 5, της αποφάσεως-πλαισίου. Ειδικότερα, το δικαστήριο αυτό, το οποίο καλείται να αποφανθεί επί της παραδόσεως του Χ, διερωτάται ως προς το περιθώριο εκτιμήσεως που του καταλείπεται σε μια τέτοια περίπτωση, ως προς την έννοια της φράσης «τις αυτές πράξεις» που περιέχεται στο εν λόγω άρθρο, στο μέτρο που τα ιρανικά δικαστήρια δεν αποφάνθηκαν ρητώς επί ορισμένων πράξεων οι οποίες ελήφθησαν όμως υπόψη σε βάρος του Χ στη Γερμανία, καθώς και ως προς το περιεχόμενο της προϋποθέσεως κατά την οποία, σε περίπτωση καταδίκης, η ποινή πρέπει να «έχει εκτιθεί ή [να μην] μπορεί να εκτιθεί πλέον σύμφωνα με το δίκαιο της χώρας της καταδίκης».

Με την απόφασή του, την οποία εξέδωσε στο πλαίσιο της επείγουσας διαδικασίας, το Δικαστήριο κρίνει, κατ’ αρχάς, ότι πρέπει να καταλείπεται στη δικαστική αρχή εκτέλεσης περιθώριο εκτιμήσεως προκειμένου να κρίνει αν πρέπει να αρνηθεί την εκτέλεση ενός ΕΕΣ για τον επίμαχο λόγο. Περαιτέρω, οι φράσεις «τις ίδιες πράξεις», «τις αυτές πράξεις» (2) πρέπει να ερμηνεύονται κατά τρόπο ομοιόμορφο. Τέλος, η προϋπόθεση που αφορά την έκτιση της ποινής πληρούται σε περίπτωση όπως η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης.

Εκτίμηση του Δικαστηρίου

Πρώτον, το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι η απόφαση-πλαίσιο προβλέπει, αφενός, λόγους υποχρεωτικής μη εκτέλεσης ενός ΕΕΣ (3) και, αφετέρου, λόγους προαιρετικής μη εκτέλεσης (4) τους οποίους τα κράτη μέλη είναι ελεύθερα να μεταφέρουν ή όχι στο εσωτερικό τους δίκαιο. Εντούτοις, σε περίπτωση μεταφοράς των λόγων προαιρετικής μη εκτέλεσης στο εσωτερικό δίκαιο, τα κράτη μέλη δεν μπορούν να προβλέπουν ότι οι δικαστικές αρχές υποχρεούνται να αρνούνται αυτομάτως την εκτέλεση κάθε ΕΕΣ το οποίο εμπίπτει στους λόγους αυτούς. Ειδικότερα, οι εν λόγω αρχές πρέπει να διαθέτουν περιθώριο εκτιμήσεως το οποίο να τους παρέχει τη δυνατότητα να προβαίνουν σε κατά περίπτωση εξέταση λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο των περιστάσεων που ασκούν επιρροή συναφώς. Αν οι δικαστικές αρχές δεν είχαν τη δυνατότητα αυτή, η απλή δυνατότητα άρνησης εκτέλεσης ενός ΕΕΣ θα μετατρεπόταν σε πραγματική υποχρέωση, ενώ μια τέτοια άρνηση συνιστά την εξαίρεση και η εκτέλεση του ΕΕΣ τον κανόνα.

Επιπλέον, το Δικαστήριο τονίζει τη διαφορά σε σχέση με τον λόγο υποχρεωτικής μη εκτέλεσης που προβλέπεται στο άρθρο 3, σημείο 2, της αποφάσεως-πλαισίου, η εφαρμογή του οποίου δεν αφήνει, αντιθέτως, κανένα περιθώριο εκτιμήσεως στη δικαστική αρχή εκτέλεσης. Πράγματι, οι αρχές της αμοιβαίας εμπιστοσύνης και αναγνώρισης, οι οποίες έχουν εφαρμογή μεταξύ των κρατών μελών και τους επιβάλλουν να δέχονται ότι καθένα εξ αυτών τηρεί το δίκαιο της Ένωσης, ιδίως δε ότι σέβεται τα θεμελιώδη δικαιώματα, δεν ισχύουν άνευ ετέρου ως προς τις αποφάσεις τις οποίες εκδίδουν τα δικαστήρια τρίτων χωρών. Επομένως, δεν τεκμαίρεται υψηλός βαθμός εμπιστοσύνης στα συστήματα ποινικής δικαιοσύνης τρίτων χωρών, όπως αυτός που υφίσταται μεταξύ των κρατών μελών. Για τον λόγο αυτόν, πρέπει να αναγνωριστεί περιθώριο εκτιμήσεως στη δικαστική αρχή εκτέλεσης.

Δεύτερον, το Δικαστήριο κρίνει ότι η φράση «τις ίδιες πράξεις» που περιέχεται στο άρθρο 3, σημείο 2, και η φράση «τις αυτές πράξεις» που περιέχεται στο άρθρο 4, σημείο 5, της αποφάσεως-πλαισίου πρέπει να ερμηνεύονται κατά τρόπο ομοιόμορφο. Πράγματι, για λόγους συνοχής και ασφάλειας δικαίου, στις εν λόγω φράσεις, οι οποίες έχουν όμοια διατύπωση στις δύο διατάξεις, πρέπει να προσδίδεται το ίδιο περιεχόμενο. Το Δικαστήριο επισημαίνει επιπλέον ότι το γεγονός ότι το άρθρο 3, σημείο 2, αφορά τις αποφάσεις που εκδίδονται εντός της Ένωσης, ενώ το άρθρο 4, σημείο 5, αφορά τις αποφάσεις που εκδίδονται σε τρίτη χώρα, δεν μπορεί, αφ’ εαυτού, να δικαιολογήσει το να προσδίδεται διαφορετικό περιεχόμενο στις εν λόγω φράσεις.

Τρίτον, το Δικαστήριο κρίνει ότι η προϋπόθεση που αφορά την έκτιση της ποινής, η οποία προβλέπεται στο άρθρο 4, σημείο 5, της αποφάσεως-πλαισίου, πληρούται σε περίπτωση όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη. Συναφώς, το Δικαστήριο τονίζει ότι το εν λόγω άρθρο αναφέρεται γενικώς στο «δίκαιο της χώρας της καταδίκης», χωρίς να προσδιορίζει περαιτέρω τον λόγο για τον οποίο δεν μπορεί πλέον να εκτιθεί η ποινή. Επομένως, πρέπει, κατ’ αρχήν, να αναγνωριστεί το σύνολο των μέτρων επιείκειας τα οποία προβλέπονται από το δίκαιο της χώρας καταδίκης και τα οποία συνεπάγονται ότι η επιβληθείσα ποινή δεν μπορεί πλέον να εκτιθεί. Υπό το πρίσμα αυτό, δεν ασκούν επιρροή συναφώς η σοβαρότητα των αδικημάτων, το είδος της αρχής που εφάρμοσε το μέτρο καθώς και οι εκτιμήσεις στις οποίες στηρίζεται το μέτρο αυτό, για παράδειγμα όταν το εν λόγω μέτρο δεν στηρίζεται σε ορθολογικές εκτιμήσεις αντεγκληματικής πολιτικής.

Εντούτοις, το Δικαστήριο κρίνει επιπλέον ότι η δικαστική αρχή εκτέλεσης οφείλει να προβεί σε στάθμιση, κατά την άσκηση του περιθωρίου εκτιμήσεως που διαθέτει προς τον σκοπό της εφαρμογής του λόγου προαιρετικής μη εκτέλεσης που προβλέπεται στο άρθρο 4, σημείο 5, της αποφάσεως-πλαισίου. Πρόκειται για τον συμβιβασμό μεταξύ, αφενός, της αποτροπής της ατιμωρησίας των καταδικασθέντων και της καταστολής της εγκληματικότητας και, αφετέρου, της διαφύλαξης της ασφάλειας δικαίου ως προς τα εν λόγω πρόσωπα μέσω της συμμόρφωσης προς τις αποφάσεις των κρατικών οργάνων που έχουν καταστεί απρόσβλητες. Πράγματι, η αρχή ne bis in idem, η οποία διατυπώνεται στην απόφαση-πλαίσιο τόσο στο άρθρο 4, σημείο 5, όσο και στο άρθρο 3, σημείο 2, περιλαμβάνει αμφότερες τις πτυχές αυτές.


1      Απόφαση-πλαίσιο 2002/584/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 13ης Ιουνίου 2002, για το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης και τις διαδικασίες παράδοσης μεταξύ των κρατών μελών (ΕΕ 2002, L 190, σ. 1, και διορθωτικό ΕΕ 2013, L 222, σ. 14), όπως τροποποιήθηκε με την απόφαση-πλαίσιο 2009/299/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 2009 (ΕΕ 2009, L 81, σ. 24) (στο εξής: απόφαση-πλαίσιο).


2      Η πρώτη από τις φράσεις αυτές περιέχεται στο άρθρο 3, σημείο 2, και η δεύτερη στο άρθρο 4, σημείο 5, της αποφάσεως-πλαισίου.


3      Περιλαμβάνονται στο άρθρο 3 της αποφάσεως-πλαισίου.


4      Περιλαμβάνονται στα άρθρα 4 και 4α της αποφάσεως-πλαισίου.