ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ
THΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ
(τρίτο τμήμα)

της 5ης Δεκεμβρίου 2012

Υπόθεση F‑6/12

Julien Bourtembourg

κατά

Ευρωπαϊκής Επιτροπής

«Υπαλληλική υπόθεση — Υπάλληλοι — Αποζημίωση αποδημίας — Έννοια της συνήθους κατοικίας — Μόνιμο ή σύνηθες κέντρο των συμφερόντων — Προσωρινή κατοικία για την πραγματοποίηση σπουδών — Τόπος ασκήσεως της επαγγελματικής δραστηριότητας — Σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου»

Αντικείμενο: Προσφυγή ασκηθείσα δυνάμει του άρθρου 270 ΣΛΕΕ, το οποίο έχει εφαρμογή στη Συνθήκη ΕΚΑΕ βάσει του άρθρου 106α της Συνθήκης αυτής, με την οποία ο J. Bourtembourg ζητεί την ακύρωση της αποφάσεως της αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (στο εξής: ΑΔΑ) της 11ης Οκτωβρίου 2011, με την οποία απορρίφθηκε η διοικητική ένστασή του κατά της αποφάσεως της Επιτροπής της 24ης Μαΐου 2001 περί μη χορηγήσεως επιδόματος αποδημίας.

Απόφαση: Η απόφαση της Επιτροπής ακυρώνεται. Η Επιτροπή φέρει τα δικαστικά έξοδά της καθώς και τα δικαστικά έξοδα του προσφεύγοντος.

Περίληψη

1.      Υπάλληλοι — Αποδοχές — Αποζημίωση αποδημίας — Αντικείμενο — Έννοια της αποδημίας — Υπάλληλοι που έχουν την ιθαγένεια του κράτους μέλους υπηρεσίας — Τεκμήριο υπάρξεως πολλαπλών και στενών δεσμών με το κράτος αυτό — Αμφισβήτηση — Ο υπάλληλος φέρει το βάρος αποδείξεως

(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, παράρτημα VII, άρθρο 4 § 1, στοιχείο β΄)

2.      Υπάλληλοι — Αποδοχές — Αποζημίωση αποδημίας — Προϋποθέσεις χορηγήσεως — Υπάλληλοι που έχουν την ιθαγένεια του κράτους μέλους υπηρεσίας — Συνήθης κατοικία εκτός του κράτους μέλους υπηρεσίας κατά τη διάρκεια της περιόδου αναφοράς — Έννοια της συνήθους κατοικίας — Κατοικία για δύο χρονικές περιόδους μόνο για τη συμμετοχή σε πρακτική άσκηση και βάσει συμβάσεως εργασίας ορισμένου χρόνου — Περιπτώσεις βάσει των οποίων δεν μπορεί να λογίζεται ως συνήθης κατοικία ο τόπος υπηρεσίας

(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, παράρτημα VII, άρθρο 4 § 1, στοιχείο β΄)

1.      Η χορήγηση της αποζημιώσεως αποδημίας αποσκοπεί στην αντιστάθμιση των ιδιαιτέρων βαρών και μειονεκτημάτων που είναι απότοκα της αναλήψεως καθηκόντων στην Ένωση για τους υπαλλήλους οι οποίοι υποχρεώνονται για τον λόγο αυτό να μεταφέρουν την κατοικία τους στη χώρα υπηρεσίας τους και να ενταχθούν σε νέο περιβάλλον. Η έννοια της αποδημίας εξαρτάται από την υποκειμενική κατάσταση του υπαλλήλου, ήτοι από τον βαθμό εντάξεώς του στο νέο περιβάλλον καθώς και, ειδικότερα, από το αν ο ενδιαφερόμενος, καίτοι έχει την ιθαγένεια του κράτους μέλους του τόπου υπηρεσίας του, έχει όντως διακόψει τους κοινωνικούς και επαγγελματικούς του δεσμούς με το εν λόγω κράτος.

Συναφώς, το άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, του παραρτήματος VII του ΚΥΚ στηρίζεται στο τεκμήριο ότι η ιθαγένεια ενός ατόμου αποτελεί σοβαρή ένδειξη περί της υπάρξεως πολλαπλών και στενών δεσμών μεταξύ αυτού και της χώρας ιθαγενείας του. Το τεκμήριο νομιμότητας που ισχύει καταρχήν για τις διοικητικές πράξεις και το ειδικότερο αυτό τεκμήριο που συνδέεται με την ιθαγένεια συνεπάγονται ότι ο προσφεύγων φέρει το βάρος της αποδείξεως του ότι καθόρισε το κέντρο των συμφερόντων του σε άλλη χώρα καθ’ όλη τη δεκαετή περίοδο αναφοράς και του ότι το θεσμικό όργανο που αρνείται τη χορήγηση αποζημιώσεως αποδημίας ενεργεί κατά παράβαση της διατάξεως αυτής.

(βλ. σκέψεις 25, 26 και 29)

Παραπομπή:

ΔΕΕ: 2 Μαΐου 1985, 246/83, De Angelis κατά Επιτροπής, σκέψη 13· 13 Νοεμβρίου 1986, 330/85, Richter κατά Επιτροπής, σκέψη 6· 15 Σεπτεμβρίου 1994, C‑452/93 P, Magdalena Fernández κατά Επιτροπής, σκέψεις 20 και 22

ΔΔΔΕΕ: 11 Ιουλίου 2007, F‑7/06, B κατά Επιτροπής, σκέψη 39· 20 Νοεμβρίου 2007, F‑120/05, Κυριαζής κατά Επιτροπής, σκέψεις 47 και 48 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία

2.      Όσον αφορά την αποζημίωση αποδημίας, συνήθης κατοικία είναι ο τόπος τον οποίο καθόρισε ο ενδιαφερόμενος, με τη βούληση να του προσδώσει διαρκή χαρακτήρα, ως μόνιμο ή σύνηθες κέντρο των συμφερόντων του, υπό την προϋπόθεση ότι, για τον υπάλληλο που έχει την ιθαγένεια της χώρας υπηρεσίας, όταν διατηρεί τη συνήθη κατοικία του στη χώρα αυτή ή την επιλέγει ως συνήθη κατοικία, έστω και ένα πολύ μικρό χρονικό διάστημα, κατά τη διάρκεια της δεκαετούς περιόδου αναφοράς, η περίσταση αυτή αρκεί για να επιφέρει την απώλεια της αποζημιώσεως αποδημίας ή την άρνηση χορηγήσεώς της.

Εντούτοις, από την προσωρινή διαμονή στη χώρα υπηρεσίας για σπουδές δεν τεκμαίρεται, καταρχήν, η επιθυμία μεταφοράς του κέντρου των συμφερόντων του, εκτός αν η διαμονή αυτή, η οποία λαμβάνεται υπόψη μαζί με άλλα συναφή στοιχεία, αποδεικνύει την ύπαρξη διαρκών κοινωνικών και επαγγελματικών δεσμών του ενδιαφερομένου με τη χώρα αυτή.

Επιπλέον, μολονότι ο τόπος ασκήσεως επαγγελματικής δραστηριότητας ατόμου αποτελεί σοβαρή ένδειξη για τον προσδιορισμό του τόπου συνήθους κατοικίας, απλώς και μόνον από το γεγονός ότι ο ενδιαφερόμενος έχει διαμείνει στη χώρα υπηρεσίας του για περιορισμένο χρονικό διάστημα σε εκτέλεση συμβάσεως εργασίας ορισμένου χρόνου δεν μπορεί να συναχθεί κάποια βούλησή του να μεταφέρει εκεί το μόνιμο ή σύνηθες κέντρο των συμφερόντων του.

(βλ. σκέψεις 28, 36, 39 και 40)

Παραπομπή:

ΔΕΕ: Magdalena Fernández κατά Επιτροπής, προαναφερθείσα, σκέψη 22

ΓΔΕΕ: 27 Σεπτεμβρίου 2006, T‑259/04, Koistinen κατά Επιτροπής, σκέψη 38

ΔΔΔΕΕ: B κατά Επιτροπής, προαναφερθείσα, σκέψη 38 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία· 26 Σεπτεμβρίου 2007, F‑129/06, Salvador Roldán κατά Επιτροπής, σκέψη 51· Κυριαζής κατά Επιτροπής, προαναφερθείσα, σκέψη 47