ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (τέταρτο τμήμα)

της 8ης Ιουλίου 2020 (*)

«Δημόσιες συμβάσεις υπηρεσιών – Διαδικασία υποβολής προσφορών – Συντήρηση των εγκαταστάσεων ασφαλείας στα κτίρια που χρησιμοποιεί και/ή διαχειρίζεται η Επιτροπή στο Βέλγιο και το Λουξεμβούργο – Απόρριψη της προσφοράς ενός προσφέροντος – Ανάθεση της συμβάσεως σε άλλον προσφέροντα – Κριτήρια επιλογής – Παράνομη ρήτρα της συγγραφής υποχρεώσεων – Ίση μεταχείριση»

Στην υπόθεση T‑661/18,

Securitec, με έδρα τη Livange (Λουξεμβούργο), εκπροσωπούμενη από τον P. Peuvrel, δικηγόρο,

προσφεύγουσα,

κατά

Ευρωπαϊκής Επιτροπής, εκπροσωπούμενης από τις M. Ilkova και A. Κατσιμέρου και τον J. Estrada de Solà,

καθής,

με αντικείμενο προσφυγή, δυνάμει του άρθρου 263 ΣΛΕΕ, με αίτημα την ακύρωση, αφενός, της αποφάσεως της Επιτροπής, της 7ης Σεπτεμβρίου 2018, περί απορρίψεως της προσφοράς που υπέβαλε η προσφεύγουσα για το τμήμα αριθ. 4 της συμβάσεως που αποτέλεσε το αντικείμενο της διαδικασίας κλειστού διαγωνισμού HR/R1/PR/2017/059 και σχετικά με τη «συντήρηση των εγκαταστάσεων ασφαλείας στα κτίρια που χρησιμοποιεί και/ή διαχειρίζεται η Ευρωπαϊκή Επιτροπή στο Βέλγιο και στο Λουξεμβούργο», καθώς και, αφετέρου, της αποφάσεως της Επιτροπής, της 17ης Σεπτεμβρίου 2018, περί μη παροχής των διευκρινίσεων που είχε ζητήσει η προσφεύγουσα στο πλαίσιο της ίδιας διαδικασίας στις 11 Σεπτεμβρίου 2018,

ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τέταρτο τμήμα),

συγκείμενο από τους S. Gervasoni, πρόεδρο, P. Nihoul (εισηγητή) και J. Martín y Pérez de Nansees, δικαστές,

γραμματέας: L. Ramette, διοικητικός υπάλληλος,

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 5ης Φεβρουαρίου 2020,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

 Ιστορικό της διαφοράς

1        Με προκήρυξη διαγωνισμού που δημοσιεύθηκε στο συμπλήρωμα της Επίσημης Εφημερίδας της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ 2018/S 064-141552), η Ευρωπαϊκή Επιτροπή κίνησε διαδικασία κλειστού διαγωνισμού για τη «συντήρηση των εγκαταστάσεων ασφαλείας στα κτίρια που χρησιμοποιεί και/ή διαχειρίζεται η Ευρωπαϊκή Επιτροπή στο Βέλγιο και στο Λουξεμβούργο».

2        Η σύμβαση περιελάμβανε επτά τμήματα, εκ των οποίων το τέταρτο, το μόνο που αφορά η υπό κρίση υπόθεση, είχε τίτλο: «Εκτέλεση εντός εσωτερικών χώρων εργασιών συντηρήσεως εν λειτουργία της βιντεοεπιτηρήσεως (κάμερα CCTV), του ελέγχου προσβάσεως, των μη φυλασσόμενων περασμάτων, εσωτερικών παραθυρόφυλλων, εσωτερικής περιστροφικής πόρτας, πόρτας ασφαλείας, κλειδαριών και μεταλλικών ερμαριών διαχειρίσεως κλειδιών στο Λουξεμβούργο».

3        Όσον αφορά την επιλογή των υποψηφίων, ήτοι την πρώτη φάση της διαδικασίας υποβολής προσφορών, το σημείο III.3.2.B, με τίτλο «Επαγγελματική ικανότητα της ομάδας ανά υποψήφιο», της συγγραφής υποχρεώσεων απαιτούσε, στο πλαίσιο των απαιτούμενων «ελάχιστων ικανοτήτων», ο τεχνικός «προϊστάμενος χώρου» να διαθέτει «πιστοποιητικό εις βάθος καταρτίσεως σε πλατφόρμα λογισμικού για τη διαχείριση της ασφάλειας της εταιρίας NEDAP» (στο εξής: κατάρτιση NEDAP). Ως δικαιολογητικό, ο υποψήφιος έπρεπε να προσκομίσει ένα τέτοιο πιστοποιητικό «ή υπεύθυνη δήλωση ότι [το πιστοποιητικό αυτό θα λαμβανόταν], σε περίπτωση αναθέσεως, το αργότερο πέντε ημέρες μετά την υπογραφή της συμβάσεως».

4        Όσον αφορά την ανάθεση της συμβάσεως, ήτοι τη δεύτερη φάση της διαδικασίας υποβολής προσφορών, η συγγραφή υποχρεώσεων προέβλεπε, στο σημείο IV.1, ότι «η σύμβαση θα [ανετίθετο] ανά τμήμα στην προσφορά που θα αντιστοιχούσε στη χαμηλότερη τιμή μεταξύ των κανονικών και σύμφωνων προς τις τιθέμενες απαιτήσεις προσφορών».

5        Αρχικώς, ως καταληκτική ημερομηνία για την παραλαβή των αιτήσεων συμμετοχής είχε ορισθεί η 30ή Απριλίου 2018. Με διορθωτική ανακοίνωση που δημοσιεύθηκε στις 28 Απριλίου 2018, η ημερομηνία αυτή μετατέθηκε για τις 16 Μαΐου 2018.

6        Στις 26 Απριλίου 2018, η προσφεύγουσα υπέβαλε αίτηση συμμετοχής για το τμήμα αριθ. 4. Πέντε άλλοι υποψήφιοι υπέβαλαν αιτήσεις συμμετοχής για το ίδιο αυτό τμήμα.

7        Με μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της 13ης και της 26ης Ιουνίου 2018, η Επιτροπή ζήτησε από την προσφεύγουσα διευκρινίσεις σχετικά με την υποψηφιότητά της. Η προσφεύγουσα τις απέστειλε με μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της 19ης και της 28ης Ιουνίου 2018.

8        Στις 6 και στις 11 Ιουλίου 2018, η Επιτροπή διαπίστωσε, βάσει των προσκομισθέντων εγγράφων, ότι όλοι οι υποψήφιοι, συμπεριλαμβανομένης της προσφεύγουσας, πληρούσαν τα κριτήρια επιλογής και, κατά συνέπεια, τους κάλεσε να υποβάλουν την προσφορά τους έως τις 6 Αυγούστου 2018 το αργότερο.

9        Στις 4 Αυγούστου 2018, η προσφεύγουσα υπέβαλε την προσφορά της. Το ίδιο έπραξαν και δύο άλλες εταιρίες.

10      Με μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της 7ης Σεπτεμβρίου 2018, η Επιτροπή ενημέρωσε την προσφεύγουσα ότι η σύμβαση είχε ανατεθεί στην εταιρία Omnisecurity SA, η οποία είχε υποβάλει τη φθηνότερη προσφορά, και ότι η τιμή της προσφοράς της ήταν κατά 48,55 % υψηλότερη από εκείνη της αναδόχου.

11      Με μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της 11ης Σεπτεμβρίου 2018, η προσφεύγουσα ζήτησε από την Επιτροπή να της παράσχει περισσότερες πληροφορίες σχετικά με τους λόγους απορρίψεως της προσφοράς της. Ειδικότερα, η προσφεύγουσα ζήτησε, αφενός, να διευκρινιστεί αν η ανάδοχος κατείχε πιστοποίηση NEDAP, όπως απαιτούσε το σημείο III.3.2.Β της συγγραφής υποχρεώσεων, υποστηρίζοντας ότι μόνον η ίδια και μια άλλη εταιρία, η οποία δεν είχε υποβάλει προσφορά, διέθεταν την πιστοποίηση αυτή στο Λουξεμβούργο, και, αφετέρου, αν η ανάδοχος έκανε χρήση υπηρεσιών υπεργολάβου και, σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, ποιο ήταν το όνομα του υπεργολάβου.

12      Στις 17 Σεπτεμβρίου 2018, η Επιτροπή απάντησε στο ως άνω μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της προσφεύγουσας, παραπέμποντας στο μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της 7ης Σεπτεμβρίου 2018, το οποίο περιείχε όλες τις πληροφορίες που έπρεπε, κατά την άποψή της, να κοινοποιηθούν στους απορριφθέντες προσφέροντες, σύμφωνα με το άρθρο 113 του κανονισμού (ΕΕ, Ευρατόμ) 966/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Οκτωβρίου 2012, σχετικά με τους δημοσιονομικούς κανόνες που εφαρμόζονται στον γενικό προϋπολογισμό της Ένωσης και την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1605/2002 του Συμβουλίου (ΕΕ 2012, L 298, σ. 1), όπως τροποποιήθηκε, για τελευταία φορά, με τον κανονισμό (ΕΕ, Ευρατόμ) 2015/1929 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 28ης Οκτωβρίου 2015 (ΕΕ 2015, L 286, σ. 1) (στο εξής, όπως τροποποιήθηκε: δημοσιονομικός κανονισμός)

13      Με το μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της 17ης Σεπτεμβρίου 2018, η Επιτροπή διευκρίνισε ότι όλοι οι υποψήφιοι που είχαν κληθεί να υποβάλουν προσφορά πληρούσαν τα κριτήρια επιλογής, συμπεριλαμβανομένου του προβλεπομένου στο σημείο III.3.2.Β της συγγραφής υποχρεώσεων, και ότι οι πληροφορίες σχετικά με την ενδεχόμενη χρήση από την ανάδοχο υπηρεσιών υπεργολάβου θα γνωστοποιούνταν στην ανακοίνωση περί αναθέσεως.

14      Η σύμβαση-πλαίσιο για το τμήμα αριθ. 4 υπογράφηκε με την ανάδοχο στις 19 Σεπτεμβρίου 2018. Η ανακοίνωση περί αναθέσεως της συμβάσεως δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα στις 30 Οκτωβρίου 2018 υπό τα στοιχεία 2018/S 209-476275.

 Διαδικασία και αιτήματα των διαδίκων

15      Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 7 Νοεμβρίου 2018, η προσφεύγουσα άσκησε την υπό κρίση προσφυγή.

16      Στο πλαίσιο των μέτρων οργανώσεως της διαδικασίας που προβλέπει το άρθρο 89 του Κανονισμού του Διαδικασίας, το Γενικό Δικαστήριο κάλεσε τους διαδίκους να καταθέσουν ορισμένα έγγραφα και τους έθεσε ορισμένες γραπτές ερωτήσεις. Οι διάδικοι απάντησαν εντός της ταχθείσας προθεσμίας.

17      Η προσφεύγουσα ζητεί κατ’ ουσίαν από το Γενικό Δικαστήριο:

–        να ακυρώσει τις αποφάσεις που περιέχονται στα από 7 και 17 Σεπτεμβρίου 2018 μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της Επιτροπής·

–        να διατάξει «ό,τι επιτάσσει το δίκαιο στην προκειμένη περίπτωση»·

–        να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.

18      Η Επιτροπή ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:

–        να κρίνει την προσφυγή απαράδεκτη κατά το μέρος που στρέφεται κατά της αποφάσεως της 17ης Σεπτεμβρίου 2018·

–        κατά τα λοιπά, να απορρίψει την προσφυγή στο σύνολό της ως αβάσιμη·

–        να καταδικάσει την προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα.

 Σκεπτικό

 Επί του αντικειμένου της προσφυγής

19      Με την προσφυγή ακυρώσεως η προσφεύγουσα βάλλει κατά των αποφάσεων που περιέχονται σε δύο μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της Επιτροπής, ήτοι, αφενός, στο μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της 7ης Σεπτεμβρίου 2018, με το οποίο η Επιτροπή την ενημέρωσε ότι η προσφορά της δεν είχε γίνει δεκτή και, αφετέρου, στο μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της 17ης Σεπτεμβρίου 2018, με το οποίο η Επιτροπή απάντησε στο αίτημά της παροχής πληροφοριών.

20      Η Επιτροπή εκτιμά ότι η προσφυγή πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη στο μέτρο που βάλλει κατά της αποφάσεως που περιέχεται στο μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της 17ης Σεπτεμβρίου 2018, για τον λόγο ότι η απόφαση αυτή, δεδομένου ότι έχει αμιγώς επιβεβαιωτικό χαρακτήρα, δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως «πράξη» κατά την έννοια του άρθρου 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ. Συγκεκριμένα, με αυτό το μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, η Επιτροπή παρέπεμψε απλώς στις πληροφορίες που περιλαμβάνονταν στο μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της 7ης Σεπτεμβρίου 2018, με το οποίο γνωστοποίησε στην προσφεύγουσα την απόρριψη της προσφοράς της, τους λόγους της απορρίψεως αυτής καθώς και την ταυτότητα της αναδόχου.

21      Η προσφεύγουσα επαφίεται στη σώφρονα κρίση του Γενικού Δικαστηρίου, επισημαίνοντας ταυτόχρονα ότι, κατά την άποψή της, η απόφαση που περιέχεται στο μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της 17ης Σεπτεμβρίου 2018 συνιστά όντως «πράξη» κατά την έννοια του άρθρου 263 ΣΛΕΕ.

22      Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι, κατά πάγια νομολογία, προσφυγή ακυρώσεως κατά πράξεως αμιγώς επιβεβαιωτικής προγενέστερης αποφάσεως η οποία δεν προσβλήθηκε και, ως εκ τούτου, κατέστη απρόσβλητη είναι απαράδεκτη. Μια πράξη θεωρείται αμιγώς επιβεβαιωτική προγενέστερης αποφάσεως εάν δεν περιέχει κανένα νέο στοιχείο σε σχέση με την προγενέστερη απόφαση και δεν προηγήθηκε της εκδόσεώς της επανεξέταση της καταστάσεως του αποδέκτη της αποφάσεως αυτής (πρβλ. απόφαση της 7ης Φεβρουαρίου 2001, Inpesca κατά Επιτροπής, T‑186/98, EU:T:2001:42, σκέψη 44 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

23      Πριν εξεταστεί το ζήτημα αν το μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της 17ης Σεπτεμβρίου 2018 περιέχει απόφαση αμιγώς επιβεβαιωτική της περιεχόμενης στο μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της 7ης Σεπτεμβρίου του ίδιου έτους, πρέπει να εξακριβωθεί αν η τελευταία αυτή απόφαση είχε καταστεί απρόσβλητη έναντι της προσφεύγουσας κατά τον χρόνο ασκήσεως της υπό κρίση προσφυγής (πρβλ. απόφαση της 16ης Σεπτεμβρίου 1998, Waterleiding Maatschappij κατά Επιτροπής, T‑188/95, EU:T:1998:217, σκέψη 108).

24      Πράγματι, σε περίπτωση που η επιβεβαιούμενη απόφαση δεν έχει καταστεί απρόσβλητη κατά τον χρόνο ασκήσεως της προσφυγής ακυρώσεως, ο ενδιαφερόμενος δικαιούται να προσβάλει είτε την επιβεβαιούμενη είτε την επιβεβαιωτική απόφαση ή και τις δύο (αποφάσεις της 11ης Μαΐου 1989, Maurissen και Union syndicale κατά Ελεγκτικού Συνεδρίου, 193/87 και 194/87, μη δημοσιευθείσα, EU:C:1989:185, σκέψη 26, και της 31ης Μαΐου 2017, ΔΕΗ κατά Επιτροπής, C‑228/16 P, EU:C:2017:409, σκέψη 35).

25      Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι, κατά το άρθρο 263, τελευταίο εδάφιο, ΣΛΕΕ, οι προσφυγές ακυρώσεως ασκούνται εντός δύο μηνών, υπολογιζόμενων, κατά περίπτωση, από τη δημοσίευση της πράξεως, την κοινοποίησή της στον προσφεύγοντα ή, ελλείψει δημοσιεύσεως ή κοινοποιήσεως, από την ημέρα κατά την οποία ο προσφεύγων έλαβε γνώση της πράξεως. Η προθεσμία αυτή μπορεί ενδεχομένως να παραταθεί λόγω αποστάσεως, σύμφωνα με το άρθρο 60 του Κανονισμού Διαδικασίας.

26      Εν προκειμένω, η προσφυγή ακυρώσεως ασκήθηκε στις 7 Νοεμβρίου 2018, ήτοι σε ημερομηνία κατά την οποία η προθεσμία ασκήσεως προσφυγής κατά της αποφάσεως που περιεχόταν στο μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της 7ης Σεπτεμβρίου 2018 δεν είχε ακόμη λήξει.

27      Επομένως, κατ’ εφαρμογήν της νομολογίας που υπομνήσθηκε στη σκέψη 24 ανωτέρω, η προσφεύγουσα μπορούσε να ασκήσει την προσφυγή της όχι μόνον κατά της αποφάσεως που περιέχεται στο μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της 7ης Σεπτεμβρίου 2018, αλλά και κατά της αποφάσεως που περιέχεται στο μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της 17ης Σεπτεμβρίου του ίδιου έτους.

28      Κατά συνέπεια, η προσφυγή είναι παραδεκτή τόσο κατά το μέρος που βάλλει κατά της αποφάσεως που περιέχεται στο μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της 17ης Σεπτεμβρίου 2018 όσο και κατά το μέρος που βάλλει κατά της αποφάσεως που περιέχεται στο μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της 7ης Σεπτεμβρίου του ίδιου έτους (στο εξής: προσβαλλόμενες αποφάσεις).

 Επί της ουσίας

29      Κατά τη διάρκεια της διαδικασίας, η προσφεύγουσα προέβαλε τέσσερις λόγους ακυρώσεως.

30      Με τον πρώτο λόγο, υποστηρίζει ότι η Επιτροπή παρέβη την υποχρέωση αιτιολογήσεως.

31      Ο δεύτερος λόγος ακυρώσεως αφορά το σημείο III.3.2.Β της συγγραφής υποχρεώσεων.

32      Με τον τρίτο λόγο ακυρώσεως, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι οι προσβαλλόμενες αποφάσεις εκδόθηκαν κατά παραβίαση των αρχών της διαφάνειας, της ίσης μεταχειρίσεως και της απαγορεύσεως των δυσμενών διακρίσεων.

33      Με τον τέταρτο λόγο ακυρώσεως, η προσφεύγουσα, αφού της παρασχέθηκε η δυνατότητα να εξετάσει την έκθεση αξιολογήσεως των προσφορών που προσκόμισε η Επιτροπή στο πλαίσιο μέτρου οργανώσεως της διαδικασίας, ισχυρίζεται ότι η τελικώς επιλεγείσα προσφορά ήταν, κατά την έννοια της νομοθεσίας περί δημοσίων συμβάσεων, ασυνήθιστα χαμηλή, πράγμα που, κατ’ αυτήν, καθιστά ελαττωματικές τις προσβαλλόμενες αποφάσεις.

 Επί του πρώτου λόγου ακυρώσεως περί παραβάσεως της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως

34      Η προσφεύγουσα φρονεί ότι οι προσβαλλόμενες αποφάσεις είναι ανεπαρκώς αιτιολογημένες, δεδομένου ότι ο μόνος λόγος που επικαλέσθηκε η Επιτροπή για να δικαιολογήσει την απόρριψη της προσφοράς της είναι ότι η τιμή που δεν ήταν η χαμηλότερη τιμή μεταξύ των προσφορών που έλαβε, καθώς ήταν κατά 48,55 % υψηλότερη από την τιμή της προσφοράς της αναδόχου. Φρονεί ότι η Επιτροπή δεν εξήγησε στην προσφεύγουσα ποια άλλα κριτήρια δεν πληρούσε ούτε ανέφερε τα στοιχεία της επιλεγείσας προσφοράς των οποίων το ύψος διέφερε από τη δική της και τα οποία δικαιολογούσαν μια διαφορά τιμής της τάξεως του 48,55 %. Λόγω της λακωνικής αυτή αιτιολογίας, δεν είχε τη δυνατότητα να αμυνθεί αποτελεσματικά.

35      Η προσφεύγουσα υπογραμμίζει επιπλέον ότι, με μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της 11ης Σεπτεμβρίου 2018, ζήτησε, σύμφωνα με το άρθρο 113, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο, στοιχείο αʹ, του δημοσιονομικού κανονισμού και το άρθρο 161, παράγραφος 2, του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού (ΕΕ) 1268/2012 της Επιτροπής, της 29ης Οκτωβρίου 2012, σχετικά με τους κανόνες εφαρμογής του κανονισμού (ΕΕ, Ευρατόμ) 966/2012 (ΕΕ 2012, L 362, σ. 1), όπως τροποποιήθηκε για τελευταία φορά με τον κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμό (ΕΕ) 2015/2462 της Επιτροπής, της 30ής Οκτωβρίου 2015 (ΕΕ 2015, L 342, σ. 7) (στο εξής, όπως τροποποιήθηκε: κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμός), να λάβει γνώση των χαρακτηριστικών και των σχετικών πλεονεκτημάτων της επιλεγείσας προσφοράς, πλην όμως το μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της Επιτροπής της 17ης Σεπτεμβρίου 2018 δεν της παρέσχε τις πληροφορίες αυτές. Με το υπόμνημα απαντήσεως, ισχυρίζεται ειδικότερα ότι η Επιτροπή δεν τοποθετήθηκε ως προς το ζήτημα αν η ανάδοχος πληρούσε το κριτήριο της καταρτίσεως NEDAP, μολονότι την είχε ερωτήσει επί του σημείου αυτού με το μήνυμά της ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της 11ης Σεπτεμβρίου 2018.

36      Η Επιτροπή αντικρούει την επιχειρηματολογία της προσφεύγουσας.

37      Υπενθυμίζεται συναφώς ότι, κατά το άρθρο 41, παράγραφος 2, στοιχείο γʹ, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η διοίκηση έχει την υποχρέωση να αιτιολογεί τις αποφάσεις της. Κατά πάγια νομολογία, η ως άνω υποχρέωση αιτιολογήσεως σημαίνει ότι, σύμφωνα με το άρθρο 296, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ, το όργανο που εκδίδει την πράξη οφείλει να εκθέτει κατά τρόπο σαφή και μη διφορούμενο τη συλλογιστική στην οποία στηρίζεται η πράξη, ώστε να παρέχεται η δυνατότητα, αφενός, στους ενδιαφερομένους να γνωρίζουν τους λόγους που δικαιολογούν τη λήψη του μέτρου, για να μπορούν να ασκήσουν τα δικαιώματά τους, και, αφετέρου, στον δικαστή να ασκήσει τον δικαστικό έλεγχο (αποφάσεις της 25ης Φεβρουαρίου 2003, Strabag Benelux κατά Συμβουλίου, T‑183/00, EU:T:2003:36, σκέψη 55, της 24ης Απριλίου 2013, Ευρωπαϊκή Δυναμική κατά Επιτροπής, T‑32/08, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2013:213, σκέψη 37, και της 16ης Μαΐου 2019, Transtec κατά Επιτροπής, T‑228/18, EU:T:2019:336, σκέψη 91).

38      Περαιτέρω, η υποχρέωση αιτιολογήσεως πρέπει να εκτιμάται αναλόγως των περιστάσεων της εκάστοτε περιπτώσεως, ιδίως αναλόγως του περιεχομένου της πράξεως, της φύσεως των προβαλλομένων λόγων και του συμφέροντος που έχουν ενδεχομένως στην παροχή διευκρινίσεων οι αποδέκτες ή άλλα πρόσωπα τα οποία η πράξη αφορά άμεσα και ατομικά. Η αιτιολογία δεν απαιτείται να εξειδικεύει όλα τα ουσιώδη πραγματικά και νομικά στοιχεία, καθόσον το ζήτημα αν η αιτιολογία μιας πράξεως ικανοποιεί τις επιταγές του άρθρου 296 ΣΛΕΕ πρέπει να εκτιμάται όχι μόνο βάσει του γράμματός της, αλλά και βάσει του πλαισίου στο οποίο εντάσσεται, καθώς και του συνόλου των κανόνων δικαίου που διέπουν το σχετικό θέμα (αποφάσεις της 29ης Σεπτεμβρίου 2011, Elf Aquitaine κατά Επιτροπής, C‑521/09 P, EU:C:2011:620, σκέψη 150, και της 11ης Ιουλίου 2013, Ziegler κατά Επιτροπής, C‑439/11 P, EU:C:2013:513, σκέψη 116).

39      Όσον αφορά τις δημόσιες συμβάσεις που συνάπτονται από τα θεσμικά όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αφενός, το άρθρο 113, παράγραφος 2, του δημοσιονομικού κανονισμού ορίζει ότι η αναθέτουσα αρχή γνωστοποιεί σε όλους τους προσφέροντες τους λόγους απορρίψεως της προσφοράς τους. Αφετέρου, κατά το άρθρο 113, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο, στοιχείο αʹ, του ίδιου κανονισμού, η αναθέτουσα αρχή ενημερώνει κάθε προσφέροντα ο οποίος πληροί τα κριτήρια αποκλεισμού και επιλογής και ο οποίος υποβάλλει εγγράφως αίτηση προς τούτο για τα σχετικά χαρακτηριστικά και πλεονεκτήματα της επιλεγείσας προσφοράς καθώς και για το όνομα του αναδόχου και το αντίτιμο που κατεβλήθη ή την αξία της συμβάσεως, ανάλογα με την περίπτωση. Επί του τελευταίου αυτού σημείου, το άρθρο 161, παράγραφος 2, του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού διευκρινίζει ότι «[η] αναθέτουσα αρχή γνωστοποιεί, εντός το πολύ δεκαπέντε ημερολογιακών ημερών από την παραλαβή σχετικής γραπτής αίτησης, τις πληροφορίες που προβλέπονται στο άρθρο 113 παράγραφος 2 του δημοσιονομικού κανονισμού».

40      Συνεπώς, το άρθρο 113, παράγραφοι 2 και 3, του δημοσιονομικού κανονισμού και το άρθρο 161, παράγραφος 2, του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού προβλέπουν, όσον αφορά τους προσφέροντες των οποίων η προσφορά απορρίφθηκε, αιτιολόγηση σε δύο στάδια. Κατ’ αρχάς, η αναθέτουσα αρχή ενημερώνει τους απορριφθέντες προσφέροντες ότι η προσφορά τους απορρίφθηκε και τους γνωστοποιεί τους λόγους της απορρίψεως αυτής. Εν συνεχεία, βάσει των ιδίων ως άνω διατάξεων, στην περίπτωση που ο απορριφθείς προσφέρων δεν πληροί κανένα κριτήριο αποκλεισμού, αλλά πληροί τα κριτήρια επιλογής, και υποβάλλει εγγράφως αίτηση προς τούτο, η αναθέτουσα αρχή τού γνωστοποιεί το ταχύτερο δυνατόν και, σε κάθε περίπτωση, εντός δεκαπέντε ημερών από την παραλαβή της αιτήσεως αυτής τα σχετικά χαρακτηριστικά και πλεονεκτήματα της επιλεγείσας προσφοράς καθώς και το όνομα του αναδόχου και την τιμή ή την αξία της συμβάσεως (πρβλ. απόφαση της 26ης Απριλίου 2018, European Dynamics Luxembourg και Ευρωπαϊκή Δυναμική κατά Επιτροπής, T‑752/15, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2018:233, σκέψη 27 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

41      Εν προκειμένω, διαπιστώνεται ότι η Επιτροπή τήρησε το πρώτο από τα στάδια αυτά, δεδομένου ότι, στο από 7 Σεπτεμβρίου 2018 μήνυμά της ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, έγραψε στην προσφεύγουσα: «Μετά λύπης σας ενημερώνουμε ότι η προσφορά σας δεν έγινε δεκτή, διότι από την αξιολόγηση προέκυψε ότι αυτή δεν πρότεινε τη χαμηλότερη τιμή μεταξύ των προσφορών που υποβλήθηκαν».

42      Όσον αφορά τους λόγους απορρίψεως της προσφοράς, η πληροφορία αυτή είναι επαρκής δεδομένου ότι, όπως προκύπτει από το σημείο IV.1 της συγγραφής υποχρεώσεων, το μόνο κριτήριο αναθέσεως ήταν η τιμή. Επομένως, η αιτιολογία της απορρίψεως της προσφοράς της προσφεύγουσας έπρεπε να αναφέρεται μόνο σ’ αυτό το κριτήριο.

43      Όσον αφορά τις πληροφορίες που πρέπει να γνωστοποιηθούν κατά το δεύτερο στάδιο, ήτοι τα σχετικά χαρακτηριστικά και πλεονεκτήματα της επιλεγείσας προσφοράς, το όνομα του αναδόχου και την τιμή ή την αξία της συμβάσεως, φαίνεται ότι αυτές διαβιβάστηκαν, συγχρόνως με εκείνες που αφορούσαν το πρώτο στάδιο, με το ίδιο μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της 7ης Σεπτεμβρίου 2018. Συγκεκριμένα, το εν λόγω μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου αναφέρει επίσης τα εξής:

«Κατόπιν της αξιολογήσεως των προσφορών που πραγματοποιήθηκε σύμφωνα με το σημείο IV.1 της συγγραφής υποχρεώσεων και το σημείο II.2.5 της προκηρύξεως του διαγωνισμού, η εταιρία Omnisecurity SA, που υπέβαλε την προσφορά με τη χαμηλότερη και απολύτως σύμφωνη με τις απαιτήσεις της συγγραφής υποχρεώσεων τιμή, αναδείχθηκε ανάδοχος. Συγκεκριμένα, η τιμή της προσφοράς σας ήταν κατά 48,55 % υψηλότερη από την τιμή της αναδόχου.»

44      Όπως απαιτεί το άρθρο 113, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο, στοιχείο αʹ, του δημοσιονομικού κανονισμού, η πληροφορία αυτή περιλαμβάνει το όνομα του αναδόχου, ήτοι της εταιρίας Omnisecurity SA.

45      Όσον αφορά το τίμημα της σύμβασης, διαπιστώνεται ότι η Επιτροπή δεν την ανέφερε ρητώς στο μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της 7ης Σεπτεμβρίου 2018 ούτε εξάλλου σε αυτό της 17ης Σεπτεμβρίου του ίδιου έτους, αλλά ότι η προσφεύγουσα, γνωρίζοντας το ύψος της προσφοράς της, μπορούσε ευχερώς να την συναγάγει από τη διαφορά τιμής που μνημονευόταν στο πρώτο από τα εν λόγω μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου.

46      Όσον αφορά τα σχετικά χαρακτηριστικά και πλεονεκτήματα της επιλεγείσας προσφοράς, υπενθυμίζεται ότι, δεδομένου ότι, όπως υπομνήσθηκε στη σκέψη 42 ανωτέρω, το μόνο κριτήριο αναθέσεως ήταν η τιμή, το πλεονέκτημα της επιλεγείσας προσφοράς μπορούσε να συνίσταται μόνον σε διαφορά τιμής. Όπως εκτίθεται στη σκέψη 43 ανωτέρω, η διαφορά αυτή του 48,55 % μνημονευόταν στο μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της 7ης Σεπτεμβρίου 2018.

47      Δεδομένου ότι περιείχε όλα τα απαιτούμενα από το άρθρο 113, παράγραφοι 2 και 3, του δημοσιονομικού κανονισμού στοιχεία, η πληροφορία που παρασχέθηκε με το μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της 7ης Σεπτεμβρίου 2018 ήταν επαρκής υπό το πρίσμα της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως.

48      Το συμπέρασμα αυτό δεν ανατρέπεται από τα ακόλουθα επιχειρήματα της προσφεύγουσας.

49      Πρώτον, η προσφεύγουσα προσάπτει στην Επιτροπή ότι δεν ανέφερε στα μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της 7ης και της 17 Σεπτεμβρίου 2018 τα στοιχεία της επιλεγείσας προσφοράς των οποίων το ύψος διέφερε από τη δική της και τα οποία εξηγούσαν μια διαφορά τιμής ύψους 48,55 %.

50      Συναφώς, επισημαίνεται, κατ’ αρχάς, ότι η προσφεύγουσα δεν υπέβαλε τέτοιο αίτημα με το από 11 Σεπτεμβρίου 2018 μήνυμά της ηλεκτρονικού ταχυδρομείου. Για τον πρώτο αυτό λόγο, δεν μπορεί να προσαφθεί στην αναθέτουσα αρχή ότι δεν απάντησε στο εν λόγω αίτημα, δεδομένου ότι τα μόνα στοιχεία που πρέπει να παράσχει η αναθέτουσα αρχή στους απορριφθέντες προσφέροντες είναι εκείνα που απαριθμούνται στο άρθρο 113, παράγραφοι 2 και 3, του δημοσιονομικού κανονισμού.

51      Περαιτέρω, κατά πάγια νομολογία, δεν μπορεί να απαιτείται από την Επιτροπή να διαβιβάσει σε προσφέροντα του οποίου η προσφορά δεν επελέγη εμπεριστατωμένη συγκριτική εξέταση της προσφοράς του και της επιλεγείσας προσφοράς (πρβλ. απόφαση της 4ης Οκτωβρίου 2012, Ευρωπαϊκή Δυναμική κατά Επιτροπής, C‑629/11 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2012:617, σκέψη 21 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). Ομοίως, η αναθέτουσα αρχή δεν υποχρεούται να παράσχει στον προσφέροντα του οποίου η προσφορά δεν επελέγη, ο οποίος έχει υποβάλει σχετικό γραπτό αίτημα, πλήρες αντίγραφο της εκθέσεως αξιολογήσεως (πρβλ. απόφαση της 4ης Οκτωβρίου 2012, Ευρωπαϊκή Δυναμική κατά Επιτροπής, C‑629/11 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2012:617, σκέψη 22 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

52      Τέλος, η αποκάλυψη των ανά μονάδα τιμών του αναδόχου μπορεί να βλάψει τα εμπορικά συμφέροντά του καθώς και τον θεμιτό ανταγωνισμό μεταξύ των φορέων εκμεταλλεύσεως (πρβλ. απόφαση της 9ης Απριλίου 2014, CITEB και Belgo-Metal κατά Κοινοβουλίου, T‑488/12, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2014:195, σκέψη 46). Πάντως, το άρθρο 113, παράγραφος 3, τελευταίο εδάφιο, του δημοσιονομικού κανονισμού παρέχει στην αναθέτουσα αρχή τη δυνατότητα να μην κοινοποιήσει ορισμένα στοιχεία που ενδέχεται να βλάψουν τα συμφέροντα αυτά.

53      Ως εκ τούτου, δεν μπορεί να προσαφθεί στην Επιτροπή ότι δεν γνωστοποίησε, με τα μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της 7ης και της 17ης Σεπτεμβρίου 2018, τα στοιχεία της επιλεγείσας προσφοράς των οποίων το ποσό εξηγούσε τη διαφορά τιμής ύψους 48,55 % σε σχέση με την προσφορά της προσφεύγουσας.

54      Δεύτερον, η προσφεύγουσα προσάπτει στην Επιτροπή ότι δεν απάντησε, με το μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της 17ης Σεπτεμβρίου 2018, στα αιτήματά της που αφορούσαν, αφενός, «τα σχετικά χαρακτηριστικά και πλεονεκτήματα της επιλεγείσας προσφοράς» και, αφετέρου, το ζήτημα αν η ανάδοχος πληρούσε το κριτήριο της καταρτίσεως Nedap.

55      Όσον αφορά την αιτίαση σχετικά με τα «σχετικά χαρακτηριστικά και τα πλεονεκτήματα της επιλεγείσας προσφοράς», επισημαίνεται ότι, αντιθέτως προς όσα υποστηρίζει, η προσφεύγουσα δεν διατύπωσε το αίτημα αυτό με το μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της 11ης Σεπτεμβρίου 2018. Επιπλέον, από τη σκέψη 46 ανωτέρω προκύπτει ότι η Επιτροπή παρέσχε επαρκείς πληροφορίες επί του σημείου αυτού, καθόσον, με το μήνυμά της ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της 7ης Σεπτεμβρίου 2018, επισήμανε ότι «η τιμή της προσφοράς της προσφεύγουσας αποδείχθηκε κατά 48,55 % υψηλότερη από την τιμή της αναδόχου».

56      Επομένως, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι η Επιτροπή παρέβη την υποχρέωση αιτιολογήσεως για τον λόγο ότι δεν απάντησε, με το μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της 17ης Σεπτεμβρίου 2018, στο αίτημα της προσφεύγουσας σχετικά με τα χαρακτηριστικά και τα πλεονεκτήματα της επιλεγείσας προσφοράς.

57      Όσον αφορά την αιτίαση σχετικά με την παράλειψη της Επιτροπής να απαντήσει στο ερώτημα σχετικά με την κατάρτιση Nedap της αναδόχου, το οποίο όντως περιλαμβανόταν στο μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της 11ης Σεπτεμβρίου 2018, διαπιστώνεται ότι η αιτίαση αυτή είναι αβάσιμη.

58      Πράγματι, αντιθέτως προς όσα υποστηρίζει η προσφεύγουσα, η Επιτροπή επισήμανε, με το από 17 Σεπτεμβρίου 2018 μήνυμά της ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, ότι η επιτροπή αξιολογήσεως είχε δεόντως εξετάσει αν οι υποψήφιοι πληρούσαν τα κριτήρια επιλογής, συμπεριλαμβανομένου του προβλεπόμενου στο σημείο III.3.2.Β της συγγραφής υποχρεώσεων. Επομένως, είναι ανακριβής ο άνευ περαιτέρω διευκρινίσεων ισχυρισμός ότι η Επιτροπή δεν απάντησε στο αίτημα της προσφεύγουσας σχετικά με την κατάρτιση Nedap της αναδόχου.

59      Επομένως, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι η Επιτροπή παρέβη την υποχρέωση αιτιολογήσεως για τον λόγο ότι δεν απάντησε, με το μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της 17ης Σεπτεμβρίου 2018, στο ζήτημα αν η ανάδοχος πληρούσε το κριτήριο της καταρτίσεως Nedap.

60      Κατά συνέπεια, ο πρώτος λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

 Επί του δευτέρου λόγου ακυρώσεως ο οποίος αφορά το σημείο III.3.2.Β της συγγραφής υποχρεώσεων

61      Με τον δεύτερο λόγο ακυρώσεως, η προσφεύγουσα αμφισβητεί τη νομιμότητα των προσβαλλομένων αποφάσεων για λόγους που αφορούν του σημείο III.3.2.Β της συγγραφής υποχρεώσεων.

62      Ο λόγος αυτός διαιρείται σε τρία σκέλη.

–       Επί του πρώτου σκέλους, που αφορά το νομότυπο της δηλώσεως της αναδόχου

63      Με το πρώτο σκέλος του δευτέρου λόγου ακυρώσεως, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι το έγγραφο που προσκόμισε η ανάδοχος για να αποδείξει ότι πληρούσε την προβλεπόμενη στο σημείο III.3.2.Β της συγγραφής υποχρεώσεων προϋπόθεση δεν είναι σύμφωνο με τη διάταξη αυτή.

64      Συναφώς, επισημαίνεται ότι, όπως επισημάνθηκε στη σκέψη 3 ανωτέρω, το σημείο III.3.2.Β της συγγραφής υποχρεώσεων απαιτούσε, για το τμήμα αριθ. 4, ως αναγκαίες «ελάχιστες ικανότητες», ο τεχνικός «προϊστάμενος χώρου» να διαθέτει «πιστοποιητικό εις βάθος καταρτίσεως σε πλατφόρμα λογισμικού για τη διαχείριση της ασφάλειας της εταιρίας Nedap».

65      Για να αποδείξουν ότι πληρούσαν την προϋπόθεση σχετικά με την κατάρτιση Nedap, οι υποψήφιοι όφειλαν, κατά την ίδια διάταξη, να προσκομίσουν είτε «πιστοποιητικό καταρτίσεως στη πλατφόρμα λογισμικού για τη διαχείριση της ασφάλειας της εταιρίας Nedap» είτε «υπεύθυνη δήλωση ότι [το πιστοποιητικό αυτό θα λαμβανόταν], σε περίπτωση αναθέσεως, το αργότερο πέντε ημέρες μετά την υπογραφή της συμβάσεως».

66      Με το υπόμνημα αντικρούσεως, η Επιτροπή επισήμανε ότι ο ανάδοχος είχε επιλέξει τη δεύτερη δυνατότητα που παρείχε το σημείο III.3.2.Β της συγγραφής υποχρεώσεων και ότι, ως εκ τούτου, είχε υποβάλει την προβλεπόμενη στο σημείο αυτό υπεύθυνη δήλωση.

67      Ερωτηθείσα συναφώς από το Γενικό Δικαστήριο στο πλαίσιο μέτρου οργανώσεως της διαδικασίας, η Επιτροπή προσκόμισε το έγγραφο που θεωρούσε ότι συνιστούσε τη δήλωση αυτή. Το έγγραφο αυτό αναφέρει για τον τεχνικό «προϊστάμενο χώρου» που θα ήταν επιφορτισμένος με την υλοποίηση της συμβάσεως τα εξής:

«Πιστοποιητικό  Nedap: όχι, η εφαρμογή αυτή δεν έχει αναπτυχθεί στο Λουξεμβούργο επί του παρόντος. Αν αποδειχθεί αναγκαία για το μέλλον, βεβαιώνουμε δια της παρούσης ότι η πιστοποίηση αυτή θα ζητηθεί εγκαίρως από την εταιρία Nedap.»

68      Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η προσφεύγουσα υποστήριξε, για πρώτη φορά, ότι η βεβαίωση αυτή δεν ήταν σύμφωνη με τις απαιτήσεις της συγγραφής υποχρεώσεων. Κατ’ αρχάς, το έγγραφο που προσκόμισε η ανάδοχος δεν περιείχε «υπεύθυνη δήλωση». Περαιτέρω, το έγγραφο δεν περιείχε καμία δέσμευση προσκομίσεως του πιστοποιητικού εντός πέντε ημερών από της υπογραφής της συμβάσεως, αλλά περιέχει απλώς την πολύ αόριστη διατύπωση ότι η πιστοποίηση θα πραγματοποιηθεί «αν αποδειχθεί αναγκαία για το μέλλον» και «εγκαίρως».

69      Η Επιτροπή αντικρούει τα επιχειρήματα αυτά, εκτιμώντας ότι, καθώς «θα ήταν κάπως τυπολατρικό να απαιτηθεί συγκεκριμένη διατύπωση», μπορούσε νομίμως να θεωρήσει, όπως έπραξε με την απόφαση της 7ης Σεπτεμβρίου 2018, χωρίς να ζητήσει διευκρινίσεις από την ανάδοχο, ότι η προσφορά που υπέβαλε η ανάδοχος ήταν «απολύτως σύμφωνη με τις απαιτήσεις της συγγραφής υποχρεώσεων». Κατά τα λοιπά, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η αιτίαση αυτή της προσφεύγουσας δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη, διότι προβλήθηκε κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση και, συνεπώς, εκπρόθεσμα.

70      Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι, κατά το άρθρο 84, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, απαγορεύεται κατά τη διάρκεια της δίκης η προβολή νέων ισχυρισμών, εκτός αν στηρίζονται σε νομικά και πραγματικά στοιχεία που ανέκυψαν κατά τη διαδικασία.

71      Το άρθρο 84, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας ορίζει επιπλέον ότι, αν τα νομικά και πραγματικά στοιχεία που δικαιολογούν την προβολή των νέων ισχυρισμών γίνουν γνωστά μετά τη δεύτερη ανταλλαγή υπομνημάτων, ο ενδιαφερόμενος κύριος διάδικος προβάλλει τους νέους ισχυρισμούς μόλις λάβει γνώση των στοιχείων αυτών. Επιπλέον, η διάταξη αυτή ουδόλως αποκλείει το ενδεχόμενο τα εν λόγω στοιχεία να έχουν προκύψει, όπως εν προκειμένω, επ’ ευκαιρία μέτρου οργανώσεως της διαδικασίας (πρβλ. απόφαση της 15ης Οκτωβρίου 2002, Limburgse Vinyl Maatschappij κ.λπ. κατά Επιτροπής, C‑238/99 P, C‑244/99 P, C‑245/99 P, C‑247/99 P, C‑250/99 P έως C‑252/99 P και C‑254/99 P, EU:C:2002:582, σκέψη 370, και της 13ης Δεκεμβρίου 2016, European Dynamics Luxembourg και Ευρωπαϊκή Δυναμική κατά Επιτροπής, T‑764/14, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2016:723, σκέψη 48).

72      Εν προκειμένω, διαπιστώνεται ότι το έγγραφο που περιέχει τη φερόμενη υπεύθυνη δήλωση προσκομίστηκε από την Επιτροπή στις 9 Αυγούστου 2019, σε απάντηση μέτρου οργανώσεως της διαδικασίας που έλαβε το Γενικό Δικαστήριο μετά την ανταλλαγή υπομνημάτων.

73      Κατόπιν της προσκομίσεως του εγγράφου αυτού, στις 24 Σεπτεμβρίου 2019, το Γενικό Δικαστήριο κάλεσε την προσφεύγουσα να υποβάλει τις παρατηρήσεις της «επί των εγγράφων και των απαντήσεων» που είχε κοινοποιήσει η Επιτροπή.

74      Εντούτοις, όπως αναγνώρισε η ίδια κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η προσφεύγουσα δεν διατύπωσε, με τις παρατηρήσεις της, κανένα επιχείρημα ως προς τη μορφή ή το περιεχόμενο της δηλώσεως που περιλαμβάνεται στο έγγραφο αυτό.

75      Επομένως, αντιθέτως προς τα προβλεπόμενα στο άρθρο 84, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, η προσφεύγουσα δεν διατύπωσε την οικεία αιτίαση μόλις έλαβε γνώση του εν λόγω εγγράφου.

76      Για τον λόγο αυτό, η αιτίαση πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη.

77      Επομένως, το πρώτο σκέλος του δευτέρου λόγου ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί.

–       Επί του δευτέρου σκέλους που αφορά την πιστοποίηση που προσκόμισε η ανάδοχος

78      Με το δεύτερο σκέλος του δευτέρου λόγου ακυρώσεως, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι η πιστοποίηση που προσκόμισε η ανάδοχος μετά την υπογραφή της συμβάσεως δεν πληρούσε τις απαιτήσεις του σημείου III.3.2.Β της συγγραφής υποχρεώσεων. Αφενός, το πιστοποιητικό δεν προσκομίστηκε εντός πέντε ημερών από της υπογραφής της συμβάσεως. Αφετέρου, το εν λόγω πιστοποιητικό δεν προέρχεται από την εταιρία Nedap, αλλά από άλλη εταιρία, μη εξουσιοδοτημένη να χορηγεί τέτοια πιστοποιητικά, όπως προκύπτει από αλληλογραφία που αντηλλάγη επί του θέματος αυτού μεταξύ της προσφεύγουσας και εκπροσώπων της εταιρίας Nedap.

79      Η Επιτροπή αντικρούει την επιχειρηματολογία αυτή.

80      Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι η διαδικασία των δημοσίων συμβάσεων περιλαμβάνει πλείονα στάδια.

81      Πρώτον, συντάσσεται συγγραφή υποχρεώσεων, η οποία διευκρινίζει, μεταξύ άλλων, τις προσδοκώμενες από τον ανάδοχο υπηρεσίες, τα κριτήρια επιλογής που πρέπει να πληρούν οι υποψήφιοι ή οι προσφέροντες προκειμένου να τους επιτραπεί να υποβάλουν προσφορά και τα κριτήρια αναθέσεως βάσει των οποίων θα αξιολογηθούν οι προσφορές.

82      Δεύτερον, οι υποψήφιοι που υπέβαλαν αίτηση συμμετοχής επιλέγονται βάσει των κριτηρίων επιλογής που αναφέρονται στη συγγραφή υποχρεώσεων. Οι επιλεγέντες υποψήφιοι δύνανται να υποβάλουν προσφορά.

83      Τρίτον, οι προσφορές που υποβάλλονται στην αναθέτουσα αρχή αξιολογούνται βάσει των κριτηρίων αναθέσεως που προβλέπει η συγγραφή υποχρεώσεων και μία εξ αυτών επιλέγεται για την ανάθεση, εν συνεχεία δε υπογράφεται η σύμβαση.

84      Τέλος, η υπογραφείσα σύμβαση εκτελείται από τον ανάδοχο.

85      Όπως προκύπτει από τη διαδοχή των σταδίων αυτών, το ζήτημα αν έγγραφο προσκομισθέν από ανάδοχο μετά την ανάθεση της συμβάσεως είναι σύμφωνο προς τους όρους της συγγραφής υποχρεώσεων, ακόμη και αν υποτεθεί ότι οι όροι αυτοί είναι έγκυροι, δεν αφορά το τρίτο στάδιο, ήτοι την ανάθεση της συμβάσεως, η οποία αποτελεί αντικείμενο της υπό κρίση προσφυγής, αλλά το τελευταίο, ήτοι την υλοποίηση των παροχών που αποτελούν το αντικείμενο της συμβάσεως και, επομένως, δεν αφορά τις προσβαλλόμενες αποφάσεις.

86      Για τον λόγο αυτό, παρέλκει η εξέταση, στο πλαίσιο της υπό κρίση προσφυγής, αν η πιστοποίηση που προσκόμισε η ανάδοχος μετά την υπογραφή της συμβάσεως πληρούσε τις απαιτήσεις του σημείου III.3.2.Β της συγγραφής υποχρεώσεων.

87      Επομένως, το δεύτερο σκέλος του δευτέρου λόγου ακυρώσεως είναι απορριπτέο.

–       Επί του τρίτου σκέλους, που αφορά την έλλειψη νομιμότητας του σημείου III.3.2.Β της συγγραφής υποχρεώσεων

88      Με το τρίτο σκέλος του δευτέρου λόγου ακυρώσεως, η προσφεύγουσα προβάλλει ένσταση ελλείψεως νομιμότητας κατά της ρήτρας του σημείου III.3.2.Β της συγγραφής υποχρεώσεων, η οποία επιτρέπει στους υποψηφίους να προσκομίσουν, κατά το στάδιο της επιλογής, δήλωση ότι, αν η προσφορά τους επιλεγεί, θα προσκομίσουν πιστοποιητικό καταρτίσεως Nedap εντός πέντε ημερών από της υπογραφής της συμβάσεως.

89      Με το υπόμνημα απαντήσεως, η προσφεύγουσα υποστήριξε συγκεκριμένα ότι η παρεχόμενη από τη συγγραφή υποχρεώσεων δυνατότητα προσκομίσεως πιστοποιητικού καταρτίσεως Nedap μετά την υπογραφή της συμβάσεως είναι «παράλογη, ακατανόητη, ή ακόμη και παρακινδυνευμένη, διότι μπορεί να οδηγήσει σε ανασφάλεια από νομικής και τεχνικής απόψεως, καθιστώντας πιθανά τα χειρότερα ενδεχόμενα για την περίπτωση που ένας ανάδοχος δεν τηρήσει την προϋπόθεση αυτή μετά την επιλογή του».

90      Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η προσφεύγουσα υποστήριξε, επιπλέον, ότι η εν λόγω ρήτρα ήταν μη ρεαλιστική, παράνομη και άδικη, καθόσον παρείχε στην αναθέτουσα αρχή τη δυνατότητα να αναθέσει τη σύμβαση σε προσφέροντα για τον οποίο δεν μπορούσε να είναι βέβαιη ότι θα προσκόμιζε το ζητηθέν πιστοποιητικό και ότι, επομένως, θα είχε τη δυνατότητα να εκτελέσει τη σύμβαση, ενώ άλλοι προσφέροντες που διέθεταν το εν λόγω πιστοποιητικό αποκλείστηκαν από αυτήν.

91      Η Επιτροπή φρονεί ότι το επιχείρημα είναι αβάσιμο και ότι, εν πάση περιπτώσει, είναι απαράδεκτο, διότι προβλήθηκε για πρώτη φορά με το υπόμνημα απαντήσεως και διατυπώθηκε κατά τρόπο υπερβολικά αόριστο.

92      Όσον αφορά το παραδεκτό, υπενθυμίζεται ότι, κατά το άρθρο 84, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, απαγορεύεται κατά τη διάρκεια της δίκης η προβολή νέων ισχυρισμών, εκτός αν στηρίζονται σε νομικά και πραγματικά στοιχεία που ανέκυψαν κατά τη διαδικασία.

93      Εν προκειμένω, διαπιστώνεται ότι η Επιτροπή αποκάλυψε ότι η ανάδοχος είχε προσκομίσει υπεύθυνη δήλωση με το υπόμνημα αντικρούσεως, απαντώντας στον δεύτερο λόγο ακυρώσεως,.

94      Επομένως, πριν από τη δήλωση αυτή, η προσφεύγουσα δεν μπορούσε να γνωρίζει τον ακριβή τρόπο με τον οποίο η ανάδοχος είχε δικαιολογήσει ότι πληρούσε το σχετικό με την κατάρτιση Nedap κριτήριο: με πιστοποιητικό χορηγηθέν στην ίδια την ανάδοχο, με πιστοποιητικό χορηγηθέν σε υπεργολάβο, με υπεύθυνη δήλωση της αναδόχου ή με υπεύθυνη δήλωση υπεργολάβου.

95      Υπό τις συνθήκες αυτές, δεν μπορεί να προσαφθεί στην προσφεύγουσα ότι προέβαλε για πρώτη φορά με το υπόμνημα απαντήσεως την αιτίαση ότι το σημείο III.3.2.Β στερείτο νομιμότητας, εκ του λόγου ότι παρεχόταν στους υποψηφίους η δυνατότητα να προσκομίσουν, κατά το στάδιο της επιλογής, υπεύθυνη δήλωση με την οποία δεσμεύονταν, σε περίπτωση αναθέσεως, να λάβουν πιστοποιητικό καταρτίσεως Nedap εντός πέντε ημερών από τη σύναψη της συμβάσεως. Πράγματι, η προσφεύγουσα μπόρεσε να αναπτύξει την επιχειρηματολογία της κατά τρόπο ακριβή και συγκεκριμένο μόνον από τη στιγμή που έλαβε γνώση του τρόπου που πράγματι χρησιμοποίησε η ανάδοχος για να αποδείξει ότι πληρούσε την εν λόγω προϋπόθεση επιλογής. Η γνώση του τρόπου προσκομίσεως υπεύθυνης δηλώσεως από την ανάδοχο ήταν αναγκαία προκειμένου η προσφεύγουσα να μπορέσει να προβάλει λυσιτελώς την έλλειψη νομιμότητας της επίμαχης διατάξεως της συγγραφής υποχρεώσεων.

96      Όσον αφορά το δεύτερο επιχείρημα σχετικά με το απαράδεκτο, υπενθυμίζεται ότι, κατά πάγια νομολογία, η μνεία των ισχυρισμών και του περιεχομένου τους, την οποία απαιτεί το άρθρο 76, στοιχείο δʹ, του Κανονισμού Διαδικασίας, πρέπει να είναι αρκούντως σαφής και ακριβής, ώστε να μπορεί ο μεν καθού να προετοιμάσει την άμυνά του, το δε Γενικό Δικαστήριο να αποφανθεί επί της προσφυγής, χωρίς να χρειάζεται ενδεχομένως άλλα στοιχεία (πρβλ. απόφαση της 25ης Ιανουαρίου 2018, BSCA κατά Επιτροπής, T‑818/14, EU:T:2018:33, σκέψη 95 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

97      Για να εξασφαλιστεί η ασφάλεια δικαίου και η ορθή απονομή της δικαιοσύνης είναι απαραίτητο, για να είναι παραδεκτή η προσφυγή, τα ουσιώδη πραγματικά και νομικά στοιχεία επί των οποίων στηρίζεται να προκύπτουν τουλάχιστον συνοπτικά, αλλά κατά τρόπο συνεκτικό και κατανοητό, από το ίδιο το δικόγραφο (πρβλ. απόφαση της 25ης Ιανουαρίου 2018, BSCA κατά Επιτροπής, T‑818/14, EU:T:2018:33, σκέψη 95 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

98      Ο κανόνας αυτός, ο οποίος διατυπώνεται σε σχέση με τους προβαλλόμενους με το δικόγραφο της προσφυγής λόγους ακυρώσεως, αφορά επίσης τους νέους λόγους που προβάλλονται με το υπόμνημα απαντήσεως, εφόσον αυτοί προκύπτουν από πραγματικά ή νομικά στοιχεία που ανέκυψαν κατά τη διαδικασία.

99      Εν προκειμένω, διαπιστώνεται ότι η διατύπωση του επίμαχου επιχειρήματος, όπως αυτή προκύπτει από το υπόμνημα απαντήσεως, είναι αρκούντως ακριβής ώστε να παρέχει τη δυνατότητα στην Επιτροπή και στο Γενικό Δικαστήριο να κατανοήσουν ότι η δυνατότητα που παρέχεται στον υποψήφιο να αποδείξει ότι πληροί την προϋπόθεση περί καταρτίσεως που προβλέπεται στο σημείο III.3.2.Β της συγγραφής υποχρεώσεων με την προσκόμιση υπεύθυνης δηλώσεως αμφισβητείται στο μέτρο που δεν διασφαλίζει ότι ο ανάδοχος πληροί το κριτήριο επιλογής πριν από τη σύναψη της συμβάσεως, με τον κίνδυνο η σύμβαση να ανατεθεί σε προσφέροντα ο οποίος δεν έχει την τεχνική ικανότητα να την εκτελέσει.

100    Για τους λόγους αυτούς, πρέπει να γίνει δεκτό ότι το τρίτο σκέλος του υπό κρίση λόγου ακυρώσεως είναι παραδεκτό.

101    Επί της ουσίας, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η ρήτρα που περιγράφεται στο σημείο III.3.2.Β της συγγραφής υποχρεώσεων πρέπει να θεωρηθεί έγκυρη, καθόσον παρέχει στους υποψηφίους τη δυνατότητα να δηλώσουν υπευθύνως ότι δεσμεύονται να λάβουν την πιστοποίηση σχετικά με την κατάρτιση Nedap, εφόσον τους ανατεθεί η σύμβαση, εντός πέντε ημερών από την υπογραφή της συμβάσεως.

102    Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι τα κονδύλια που προέρχονται από τον προϋπολογισμό της Ένωσης πρέπει να χρησιμοποιούνται κατά τρόπο που να διασφαλίζει ότι οι πόροι που διατίθενται στα θεσμικά όργανα χρησιμοποιούνται με τον καλύτερο δυνατό τρόπο.

103    Το άρθρο 102, παράγραφος 1, του δημοσιονομικού κανονισμού προβλέπει ότι οι δημόσιες συμβάσεις που χρηματοδοτούνται εξ ολοκλήρου ή εν μέρει από τον προϋπολογισμό της Ένωσης τηρούν τις αρχές της διαφάνειας, της αναλογικότητας, της ίσης μεταχειρίσεως και της απαγορεύσεως των διακρίσεων.

104    Με τη διάταξη αυτή, ο νομοθέτης της Ένωσης θέλησε να δημιουργήσει, για τις δημόσιες συμβάσεις, ένα πλαίσιο εντός του οποίου να συγκρίνονται οι προσφορές που υποβάλλουν δεόντως επιλεγμένες επιχειρήσεις, προκειμένου να επιλεγεί εκείνη που είναι η καταλληλότερη για την εκτέλεση της συμβάσεως.

105    Από τις επιταγές αυτές απορρέει η υποχρέωση της αναθέτουσας αρχής να ελέγχει, το αργότερο κατά το χρονικό σημείο της αναθέσεως, αν ο προσφέρων που υπέβαλε την καλύτερη προσφορά πληροί πράγματι τους όρους που απαιτούνται από τη συγγραφή υποχρεώσεων.

106    Η υποχρέωση αυτή δεν τηρείται όταν, όπως εν προκειμένω, η συγγραφή υποχρεώσεων επιτρέπει την ανάθεση της συμβάσεως βάσει δηλώσεως του προσφέροντος, με την οποία αυτός δεσμεύεται να πληροί, μετά την υπογραφή της συμβάσεως, μια προϋπόθεση τεχνικής και επαγγελματικής ικανότητας η οποία παρουσιάζεται ως «ελάχιστο προαπαιτούμενο» για την εκτέλεση της συμβάσεως.

107    Διευκρινίζοντας ότι η ως άνω απαίτηση είχε χαρακτήρα «ελάχιστου προαπαιτούμενου», η αναθέτουσα αρχή επισήμανε στη συγγραφή υποχρεώσεων ότι η κατοχή του οικείου πιστοποιητικού και, ως εκ τούτου, η κατάρτιση που έπρεπε να πραγματοποιηθεί για τη λήψη του πιστοποιητικού αυτού αποτελούσαν απαραίτητη προϋπόθεση προκειμένου ο προσφέρων να είναι σε θέση να εκτελέσει ικανοποιητικά τη σχετική σύμβαση.

108    Συναφώς, κατόπιν των όσων τονίζει η προσφεύγουσα, πρέπει να γίνει δεκτό ότι ρήτρα προβλέπουσα τη δυνατότητα αποκτήσεως, μετά την υπογραφή της συμβάσεως, επαγγελματικής καταρτίσεως που παρουσιάζεται ως «ελάχιστο προαπαιτούμενο» στη συγγραφή υποχρεώσεων δεν μπορεί να θεωρηθεί σύμφωνη με την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως, διότι μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την ανάθεση της συμβάσεως σε προσφέροντα που δεν πληροί την απαίτηση αυτή, ενώ άλλοι συμμετέχοντες, οι οποίοι έχουν την κατάρτιση αυτή κατά τον χρόνο της αναθέσεως, δεν γίνονται δεκτοί.

109    Εξάλλου, η εξέταση, σε στάδιο μεταγενέστερο της αναθέσεως της συμβάσεως, του κατά πόσον ο ανάδοχος διαθέτει πράγματι τις επαγγελματικές ικανότητες που απαιτούνται για την εκτέλεση της συμβάσεως θα συνεπαγόταν, κατά παραβίαση της αρχής της ασφάλειας δικαίου, σε περίπτωση που αποδειχθεί ότι ο ανάδοχος αδυνατεί να προσκομίσει το οικείο πιστοποιητικό, την καταγγελία της συμβάσεως, οπότε θα έπρεπε να οργανωθεί νέα διαδικασία για την εξασφάλιση της υλοποιήσεως του έργου που αποτελεί το αντικείμενο της επίμαχης συμβάσεως.

110    Συναφώς, επισημαίνεται ότι, κατά την προφορική διαδικασία, διατυπώθηκαν αμφιβολίες, αφενός, ως προς το αν το έγγραφο που υπέβαλε η ανάδοχος στην Επιτροπή μετά την υπογραφή της συμβάσεως πληροί τους όρους που θέτει η συγγραφή υποχρεώσεων και, αφετέρου, ως προς την τήρηση της πενθήμερης προθεσμίας που προβλέπει η ίδια συγγραφή υποχρεώσεων, δεδομένου ότι η ανάδοχος χρειάστηκε δεκαπέντε ημέρες για να προβεί στις αναγκαίες ενέργειες και δύο μήνες για να προσκομίσει το ζητηθέν πιστοποιητικό.

111    Εν πάση περιπτώσει, υπογραμμίζεται ότι η υποχρέωση ελέγχου, κατά το στάδιο της αναθέσεως, του αν ο επιλεγείς προσφέρων πληροί τις προϋποθέσεις ως προς την ικανότητα την οποία απαιτεί η συγγραφή υποχρεώσεων προβλέπεται από την ίδια την κανονιστική ρύθμιση.

112    Πράγματι, το άρθρο 110, παράγραφος 1, του δημοσιονομικού κανονισμού ορίζει ότι οι συμβάσεις ανατίθενται υπό την προϋπόθεση ότι η αναθέτουσα αρχή έχει επαληθεύσει, μεταξύ άλλων, ότι ο υποψήφιος ή ο προσφέρων πληροί τα κριτήρια επιλογής που αναφέρονται στα έγγραφα της συμβάσεως.

113    Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι καμία σύμβαση δεν μπορεί να ανατεθεί χωρίς να έχει δεόντως επαληθευθεί και αποδειχθεί ότι ο προσφέρων πληροί τις προϋποθέσεις ως προς την ικανότητα τις οποίες προβλέπει η συγγραφή υποχρεώσεων.

114    Κατά συνέπεια, πρέπει να θεωρηθεί ότι η περιλαμβανόμενη στο σημείο III.3.2.Β της συγγραφής υποχρεώσεων ρήτρα, κατά το μέρος που επιτρέπει την εξακρίβωση της προϋποθέσεως περί καταρτίσεως Nedap μετά την ανάθεση της συμβάσεως, είναι παράνομη.

115    Κατά της απόψεως αυτής, η Επιτροπή προβάλλει διάφορα επιχειρήματα.

116    Πρώτον, υποστηρίζει ότι, όπως επισημάνθηκε στη σκέψη 3 ανωτέρω, η συγγραφή υποχρεώσεων επέτρεπε, προκειμένου να δικαιολογηθεί η προβλεπόμενη από την ως άνω ρήτρα κατάρτιση. την προσκόμιση του ίδιου του πιστοποιητικού καταρτίσεως ή την υποβολή υπεύθυνης δηλώσεως ότι το έγγραφο αυτό θα ληφθεί εντός πέντε ημερών από της υπογραφής της συμβάσεως. Επομένως, η δυνατότητα υποβολής δηλώσεως προβλεπόταν, κατά την Επιτροπή, στη συγγραφή υποχρεώσεων, ως κριτήριο επιλογής. Κατά το πέρας της διαδικασίας, η Επιτροπή εξέτασε αν η επιλεγείσα προσφορά ήταν σύμφωνη προς τις απαιτήσεις της εν λόγω συγγραφής υποχρεώσεων. Δεδομένου ότι προβλεπόταν η δυνατότητα υποβολής της εν λόγω δηλώσεως, θεώρησε ότι η σύμβαση μπορούσε να ανατεθεί στον τελικώς επιλεγέντα προσφέροντα.

117    Συναφώς, επισημαίνεται ότι, με την ένσταση ελλείψεως νομιμότητας την οποία προέβαλε, η προσφεύγουσα δεν αμφισβητεί τη συμβατότητα της αποφάσεως περί αναθέσεως με τη συγγραφή υποχρεώσεων, αλλά τη νομιμότητα ρήτρας η οποία περιλαμβάνεται στη συγγραφή υποχρεώσεων και προβλέπει ότι η σύμβαση μπορεί να ανατεθεί βάσει δηλώσεως υποβαλλόμενης από προσφέροντα και περιέχουσας δέσμευση, ήτοι υπόσχεση, για την προσκόμιση. μετά την υπογραφή της συμβάσεως, πιστοποιητικού ότι ο ανάδοχος έχει παρακολουθήσει κατάρτιση με σκοπό την απόκτηση ικανότητας που κρίνεται ως «ελάχιστο προαπαιτούμενο» για την εκτέλεση της συμβάσεως.

118    Μια τέτοια δέσμευση, αφενός, δεν παρουσιάζει την απαιτούμενη αξιοπιστία για την ανάθεση συμβάσεως υπό συνθήκες που να διασφαλίζουν την αναγκαία ασφάλεια δικαίου για την ορθή χρήση των πόρων της Ένωσης και, αφετέρου, δεν εξασφαλίζει την ίση μεταχείριση των συμμετεχόντων, δεδομένου ότι η δέσμευση προσκομίσεως πιστοποιητικού καταρτίσεως δεν μπορεί να θεωρηθεί ισοδύναμη, στο πλαίσιο αντικειμενικής συγκρίσεως, προς την αποκτηθείσα χάρη στην κατάρτιση αυτή ικανότητα.

119    Δεύτερον, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η προσβαλλόμενη ρήτρα αποσκοπούσε στο άνοιγμα της αγοράς σε υποψηφίους οι οποίοι, κατά τον χρόνο υποβολής της αιτήσεώς τους συμμετοχής, δεν είχαν ακόμη στην κατοχή τους το πιστοποιητικό καταρτίσεως Nedap. Εξάλλου, δεδομένου ότι η κατάρτιση αυτή είχε κόστος, δεν έπρεπε να υποχρεωθούν στη δαπάνη αυτή υποψήφιοι των οποίων η προσφορά ίσως να μη γινόταν δεκτή.

120    Συναφώς, υπογραμμίζεται ότι η μέριμνα για την απαλλαγή των υποψηφίων από έξοδα δεν μπορεί να δικαιολογήσει παρέκκλιση από την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως και από την ασφάλεια δικαίου: η σύμβαση πρέπει να ανατεθεί στην επιχείρηση της οποίας η προσφορά είναι η πλέον συμφέρουσα από οικονομικής απόψεως και η οποία δικαιολόγησε την τεχνική ικανότητά της να εκτελέσει την εν λόγω σύμβαση. Η αναθέτουσα αρχή, όταν επιθυμεί να διευρύνει τον αριθμό των συμμετεχόντων σε μια δημόσια σύμβαση, διαθέτει επιτρεπτούς μηχανισμούς βάσει των εφαρμοστέων κανόνων και αρχών. Ειδικότερα, μπορεί να προβλέψει ευρύτερες προϋποθέσεις τεχνικής και επαγγελματικής ικανότητας τις οποίες να μπορεί να πληροί ένας μεγαλύτερος αριθμός επιχειρήσεων.

121    Τρίτον, η Επιτροπή υποστήριξε κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση ότι, με την απόφαση της 25ης Νοεμβρίου 2014, Alfastar Benelux κατά Συμβουλίου (T‑394/12, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2014:992), το Γενικό Δικαστήριο δέχθηκε τον έλεγχο ενός κριτηρίου επιλογής μετά την ανάθεση της συμβάσεως.

122    Συναφώς, επισημαίνεται ότι η απόφαση που παραθέτει η Επιτροπή αφορούσε, όπως επισημαίνει η ίδια, σύμβαση στην οποία, μεταξύ άλλων, απαιτείτο από τον προσφέροντα να διαθέτει πιστοποίηση ασφαλείας, η οποία μπορούσε να αντικατασταθεί από δήλωση προθέσεως να λάβει τα αναγκαία μέτρα για την απόκτησή της (απόφαση της 25ης Νοεμβρίου 2014, Alfastar Benelux κατά Συμβουλίου T‑394/12, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2014:992, σκέψη 165).

123    Στην υπόθεση εκείνη, η προσφεύγουσα προσήψε στο Συμβούλιο ότι είχε επισημάνει ότι, στο στάδιο της επιλογής, οι επιχειρήσεις μπορούσαν να υποβάλουν απλώς δήλωση προθέσεως, χωρίς να υποχρεούνται να αποδείξουν ότι διέθεταν ήδη, στο στάδιο αυτό της διαδικασίας, για το σύνολο του οικείου προσωπικού, την ίδια την πιστοποίηση (απόφαση της 25ης Νοεμβρίου 2014, Alfastar Benelux κατά Συμβουλίου, T‑394/12, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2014:992, σκέψη 202).

124    Στο πλαίσιο αυτό, το Γενικό Δικαστήριο εξέτασε αν, στο στάδιο της επιλογής, η αποδοχή δηλώσεως προθέσεως ήταν νόμιμη υπό το πρίσμα της ευρείας εξουσίας εκτιμήσεως που η νομολογία αναγνωρίζει στην αναθέτουσα αρχή όσον αφορά τον καθορισμό και την αξιολόγηση των κριτηρίων που πρέπει να πληρούν οι επιχειρήσεις κατά το στάδιο αυτό της διαδικασίας.

125    H υπό κρίση υπόθεση διαφέρει, καθόσον το ζητούμενο δεν είναι να καθοριστεί αν μια υπεύθυνη δήλωση μπορούσε να γίνει δεκτή κατά το στάδιο της επιλογής, αλλά να καθοριστεί αν η σύμβαση μπορούσε να ανατεθεί και αν, μεταγενέστερα, η σύμβαση μπορούσε να υπογραφεί με μόνη την υποβολή υπεύθυνης δηλώσεως, χωρίς να εξακριβωθεί αν ο επιλεγείς προσφέρων διέθετε πραγματικά την τεχνική ικανότητα που απαιτούσε η συγγραφή υποχρεώσεων στο πλαίσιο των κριτηρίων επιλογής.

126    Επί του σημείου αυτού, το Γενικό Δικαστήριο δεν διατύπωσε, με την απόφαση της 25ης Νοεμβρίου 2014, Alfastar Benelux κατά Συμβουλίου (T‑394/12, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2014:992), την οποία παραθέτει η Επιτροπή, διαφορετική θέση από εκείνη που διατυπώνει στην υπό κρίση υπόθεση, καθόσον επισήμανε ότι το Συμβούλιο είχε «διαπιστώσει», στο στάδιο της αναθέσεως, ότι η προσφεύγουσα «είχε ήδη στην κατοχή της τις απαιτούμενες πιστοποιήσεις» (πρβλ. σκέψη 167 της αποφάσεως), πράγμα που σημαίνει ότι στο στάδιο αυτό είχε εξακριβωθεί το κατά πόσον η επιλεγείσα επιχείρηση διέθετε πράγματι τις απαιτούμενες από τη συγγραφή υποχρεώσεων ικανότητες για την εκτέλεση της συμβάσεως.

127    Τέταρτον, η Επιτροπή εξέθεσε ότι, κατά τον χρόνο συντάξεως της συγγραφής υποχρεώσεων, τα προϊόντα που απαιτούσαν την κατάρτιση Nedap δεν είχαν ακόμη εγκατασταθεί στο κτίριο που αφορούσε η σύμβαση, οπότε η κατάρτιση αυτή δεν ήταν αναγκαία κατά την έναρξη εκτελέσεως της συμβάσεως. Επιπλέον, δεν ήταν βέβαιο ότι τα προϊόντα που απαιτούσαν την κατάρτιση Nedap θα εγκαθίσταντο κατά τη διάρκεια της εν λόγω συμβάσεως, οπότε η σχετική με τα προϊόντα της κατάρτιση ενδεχομένως να μην ήταν αναγκαία.

128    Συναφώς, αρκεί να υπομνησθεί ότι οι δημόσιες συμβάσεις πρέπει να ανατίθενται τηρουμένων των όρων και των απαιτήσεων που μνημονεύονται στη συγγραφή υποχρεώσεων.

129    Εν προκειμένω, η συγκεκριμένη συγγραφή υποχρεώσεων απαιτούσε, όπως επισημάνθηκε στη σκέψη 3 ανωτέρω, ως απαιτούμενες «ελάχιστες ικανότητες», ο τεχνικός «προϊστάμενος χώρου» του προσφέροντος να έχει στην κατοχή του πιστοποιητικό εις βάθος καταρτίσεως Nedap.

130    Επομένως, όπως επισημάνθηκε στη σκέψη 114 ανωτέρω, πριν από την ανάθεση της συμβάσεως και την υπογραφή της συμβάσεως έπρεπε να εξακριβωθεί, κατ’ εφαρμογήν των διατάξεων που μνημονεύονται στις σκέψεις 103 και 112 ανωτέρω, αν ο επιλεγείς προσφέρων όντως πληρούσε την τεχνική αυτή απαίτηση.

131    Για τους λόγους αυτούς, τα επιχειρήματα της Επιτροπής πρέπει να απορριφθούν.

132    Κατά συνέπεια, πρέπει να γίνει δεκτό το τρίτο σκέλος του δευτέρου λόγου ακυρώσεως και να ακυρωθούν οι προσβαλλόμενες αποφάσεις, παρέλκει δε η εξέταση των λοιπών λόγων ακυρώσεως που προέβαλε η προσφεύγουσα.

133    Με το δεύτερο αίτημά της, η προσφεύγουσα ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο να διατάξει «ό,τι επιτάσσει το δίκαιο στην προκειμένη περίπτωση».

134    Εντούτοις, το αίτημα αυτό δεν είναι αρκούντως σαφές, κατά παράβαση του άρθρου 76, στοιχεία δʹ και εʹ, του Κανονισμού Διαδικασίας. Εξάλλου, ακόμη και αν υποτεθεί ότι το αίτημα αυτό συνίσταται στο να απευθύνει το Δικαστήριο εντολή προς την Επιτροπή, υπενθυμίζεται ότι, όταν το Γενικό Δικαστήριο εκδικάζει προσφυγή στηριζομένη στο άρθρο 173 της Συνθήκης, δεν είναι αρμόδιο να απευθύνει εντολές στα θεσμικά όργανα (πρβλ. απόφαση της 11ης Ιουλίου 1996, Bernardi κατά Κοινοβουλίου, T‑146/95, EU:T:1996:105, σκέψη 27).

 Επί των δικαστικών εξόδων

135    Κατά το άρθρο 134, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου.

136    Δεδομένου ότι η Επιτροπή ηττήθηκε πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά της έξοδα καθώς και στα δικαστικά έξοδα της προσφεύγουσας, σύμφωνα με το αίτημα της προσφεύγουσας.

Για τους λόγους αυτούς,

ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τέταρτο τμήμα)

αποφασίζει:

1)      Ακυρώνει την απόφαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, της 7ης Σεπτεμβρίου 2018, περί απορρίψεως της προσφοράς που υπέβαλε η Securitec για το τμήμα αριθ. 4 της συμβάσεως που αποτέλεσε το αντικείμενο της διαδικασίας κλειστού διαγωνισμού HR/R1/PR/2017/059, σχετικά με τη «συντήρηση των εγκαταστάσεων ασφαλείας στα κτίρια που χρησιμοποιεί και/ή διαχειρίζεται η Ευρωπαϊκή Επιτροπή στο Βέλγιο και στο Λουξεμβούργο», καθώς και την απόφαση της Επιτροπής της 17ης Σεπτεμβρίου 2018 περί μη παροχής των διευκρινίσεων που είχε ζητήσει η Securitec στο πλαίσιο της ίδιας διαδικασίας στις 11 Σεπτεμβρίου 2018.

2)      Απορρίπτει κατά τα λοιπά την προσφυγή.

3)      Καταδικάζει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.

Gervasoni

Nihoul

Martín y Pérez de Nanclares

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 8 Ιουλίου 2020.

(υπογραφές)


*      Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.