ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ
(τρίτο τμήμα)

της 24ης Φεβρουαρίου 2010

Υπόθεση F-89/08

P

κατά

Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου

«Υπαλληλική υπόθεση — Έκτακτοι υπάλληλοι — Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο — Απόλυση — Απώλεια εμπιστοσύνης»

Αντικείμενο: Προσφυγή ασκηθείσα δυνάμει των άρθρων 236 ΕΚ και 152 EA, με την οποία η προσφεύγουσα ζητεί, πρώτον, την ακύρωση της από 15 Απριλίου 2008 αποφάσεως του Κοινοβουλίου, με την οποία καταγγέλλεται η σύμβαση εργασίας της ως έκτακτης υπαλλήλου, δεύτερον, την επανένταξή της με αναδρομική ισχύ, τρίτον, την καταβολή του από 15 Ιουλίου 2008 μισθού της, τέταρτον, την καταβολή αποζημιώσεως λόγω ηθικής βλάβης και λόγω βλάβης στη σταδιοδρομία που ισχυρίζεται ότι υπέστη εξαιτίας της αποφάσεως απολύσεώς της και, πέμπτον, την καταδίκη του Κοινοβουλίου στα δικαστικά έξοδα.

Απόφαση: Η προσφυγή απορρίπτεται. Κάθε διάδικος φέρει τα δικαστικά έξοδά του.

Περίληψη

1.      Υπάλληλοι — Έκτακτοι υπάλληλοι — Έκτακτοι υπάλληλοι του άρθρου 2, στοιχείο γ΄, του Καθεστώτος που εφαρμόζεται επί του Λοιπού Προσωπικού — Έκτακτος υπάλληλος τοποθετημένος σε πολιτική ομάδα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου

(Καθεστώς που εφαρμόζεται επί του Λοιπού Προσωπικού, άρθρο 2, στοιχείο γ΄)

2.      Υπάλληλοι — Έκτακτοι υπάλληλοι — Έκτακτοι υπάλληλοι του άρθρου 2, στοιχείο γ΄, του Καθεστώτος που εφαρμόζεται επί του Λοιπού Προσωπικού — Έκτακτος υπάλληλος απασχολούμενος σε πολιτική ομάδα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου

(Καθεστώς που εφαρμόζεται επί του Λοιπού Προσωπικού, άρθρο 2, στοιχείο γ΄)

3.      Υπάλληλοι — Έκτακτοι υπάλληλοι — Απόφαση περί απολύσεως — Υποχρέωση αιτιολογήσεως — Περιεχόμενο

(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρο 25, εδ. 2, και άρθρο 90, § 2· Καθεστώς που εφαρμόζεται επί του Λοιπού Προσωπικού, άρθρο 2, στοιχείο γ΄)

4.      Προσφυγή ακυρώσεως — Λόγοι — Κατάχρηση εξουσίας — Έννοια

5.      Υπάλληλοι — Καθήκον αρωγής που υπέχει η διοίκηση — Περιεχόμενο — Όρια

(Καθεστώς που εφαρμόζεται επί του Λοιπού Προσωπικού, άρθρο 2, στοιχείο γ΄)

6.      Υπάλληλοι — Προσφυγή — Αντικείμενο — Διαταγή απευθυνόμενη στη διοίκηση — Απαράδεκτο

(Άρθρο 233 ΕΚ· Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρο 91)

1.      Ο σεβασμός των δικαιωμάτων άμυνας σε κάθε διαδικασία κινούμενη εναντίον ενός προσώπου και ικανή να καταλήξει σε βλαπτική γι’ αυτό πράξη συνιστά θεμελιώδη αρχή του κοινοτικού δικαίου και πρέπει να διασφαλίζεται ακόμη και εν απουσία οποιασδήποτε κανονιστικής ρυθμίσεως σχετικής με τη συγκεκριμένη διαδικασία. Δυνάμει της αρχής αυτής, ο ενδιαφερόμενος πρέπει να είναι σε θέση, πριν την έκδοση αποφάσεως που τον αφορά, να καταστήσει λυσιτελώς γνωστή την άποψή του επί του υποστατού και της λυσιτέλειας των πραγματικών περιστατικών, των αιτιάσεων και των περιστάσεων βάσει των οποίων εκδόθηκε η απόφαση αυτή.

Εντούτοις, σε περίπτωση εκδόσεως αποφάσεως για τον τερματισμό της αποσπάσεως ενός υπαλλήλου σε πολιτική ομάδα του Κοινοβουλίου, δεν μπορεί να προβληθεί λυσιτελώς λόγος ακυρώσεως αντλούμενος από προσβολή δικαιωμάτων άμυνας. Πράγματι, λαμβανομένης υπόψη της ειδικής φύσεως των καθηκόντων που ασκούνται στο πλαίσιο μιας πολιτικής ομάδας και της ανάγκης διασφαλίσεως, εντός ενός τέτοιου πολιτικού περιβάλλοντος, σχέσεων αμοιβαίας εμπιστοσύνης μεταξύ της ομάδας αυτής και των υπαλλήλων που έχουν αποσπαστεί σε αυτή, η υποχρέωση ακροάσεως του ενδιαφερομένου πριν την έκδοση αποφάσεως με την οποία τίθεται τέρμα στα καθήκοντά του δεν επιβάλλεται σε αυτήν την περίπτωση.

Η εξαίρεση αυτή εφαρμόζεται κάθε φορά που προκύπτει ζήτημα ανάγκης διατηρήσεως των «σχέσεων εμπιστοσύνης», δηλαδή σε όλους τους έκτακτους υπαλλήλους που προσελήφθησαν δυνάμει του άρθρου 2, στοιχείο γ΄, του Καθεστώτος που εφαρμόζεται επί του Λοιπού Προσωπικού —ας σημειωθεί ότι η αμοιβαία εμπιστοσύνη αποτελεί σημαντικό στοιχείο των συμβάσεων εργασίας των εκτάκτων υπαλλήλων στους οποίους εφαρμόζεται η διάταξη αυτή—, εφόσον έληξε η σύμβαση εργασίας τους λόγω κλονισμού της σχέσεως εμπιστοσύνης. Επομένως, η έκδοση αποφάσεως με την οποία λύεται, λόγω κλονισμού της σχέσεως εμπιστοσύνης, σύμβαση συναφθείσα σύμφωνα με το άρθρο 2, στοιχείο γ΄, του Καθεστώτος που εφαρμόζεται επί του Λοιπού Προσωπικού, δεν προϋποθέτει την προηγούμενη ακρόαση του ενδιαφερομένου.

(βλ. σκέψεις 29 έως 33)

Παραπομπή:

ΔΕΕ: 15 Ιουλίου 1970, 44/69, Buchler κατά Επιτροπής, Συλλογή τόμος 1969-1971, σ. 457, σκέψη 9· 10 Ιουλίου 1986, 234/84, Βέλγιο κατά Επιτροπής, Συλλογή 1986, σ. 2263, σκέψη 27· 3 Οκτωβρίου 2000, C‑458/98 P, Industrie des poudres sphériques κατά Συμβουλίου, Συλλογή 2000, σ. I‑8147, σκέψη 99· 5 Οκτωβρίου 2000, C‑288/96, Γερμανία κατά Επιτροπής, Συλλογή 2000, σ. I‑8237, σκέψη 99· 29 Απριλίου 2004, C‑111/02 P, Κοινοβούλιο κατά Reynolds, Συλλογή 2004, σ. I‑5475, σκέψεις 50 έως 60· 9 Νοεμβρίου 2006, C‑344/05 P, Επιτροπή κατά De Bry, Συλλογή 2006, σ. I‑10915, σκέψη 37

ΓΔΕΕ: 28 Ιανουαρίου 1992, T‑45/90, Speybrouck κατά Κοινοβουλίου, Συλλογή 1992, σ. II‑33, σκέψη 94· 17 Οκτωβρίου 2006, T‑406/04, Bonnet κατά Δικαστηρίου, Συλλογή Υπ.Υπ. 2006, σ. I‑A‑2‑213 και II‑A‑2‑1097, σκέψη 79

2.      Στο πλαίσιο των διατάξεων του άρθρου 4 της αποφάσεως του προεδρείου του Κοινοβουλίου της 3ης Μαΐου 2004, σχετικά με τη μεταβίβαση των εξουσιών της αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής και της αρχής σύναψης συμβάσεων απασχόλησης, όπως τροποποιήθηκε με την από 26 Οκτωβρίου 2004 απόφαση του προεδρείου σχετικά με μη εγγεγραμμένα μέλη, ο Γενικός Γραμματέας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ασκεί τις εξουσίες της αρχής σύναψης συμβάσεως απασχόλησης για τους έκτακτους υπαλλήλους που αναφέρονται στο άρθρο 2, στοιχείο γ΄, του Καθεστώτος που εφαρμόζεται επί του Λοιπού Προσωπικού, οι οποίοι προσλαμβάνονται προκειμένου να ασκήσουν τα καθήκοντά τους στην υπηρεσία των βουλευτών αυτών. Συνεπώς, ο Γενικός Γραμματέας του Κοινοβουλίου είναι αρμόδιος για την έκδοση αποφάσεως απολύσεως ενός έκτακτου υπαλλήλου ασκούντος καθήκοντα στην υπηρεσία μη εγγεγραμμένων μελών. Εντούτοις, οι πολιτικές ομάδες διαθέτουν διακριτική ευχέρεια τόσο ως προς την επιλογή των συνεργατών που επιθυμούν να προσλάβουν για την άσκηση προσωρινών καθηκόντων στην ομάδα όσο και για τον τερματισμό της σχέσεώς τους εργασίας.

Σε ό,τι αφορά τα μη εγγεγραμμένα μέλη, τα οποία είναι βουλευτές που δεν έχουν τη δυνατότητα δημιουργίας πολιτικής ομάδας, ένας διοικητικός υπάλληλος, ο «συντονιστής των μη εγγεγραμμένων μελών», αναλαμβάνει το καθήκον της διατηρήσεως του συνδέσμου μεταξύ των μη εγγεγραμμένων μελών, καθώς και μεταξύ των μη εγγεγραμμένων μελών και των άλλων πολιτικών ομάδων ή των διοικητικών υπηρεσιών του Κοινοβουλίου. Ο συντονιστής αυτός διαχειρίζεται επίσης τους κοινούς πόρους που τίθενται στη διάθεση των μη εγγεγραμμένων μελών και οφείλει να διασφαλίζει, κατ’ αυτό τον τρόπο, την εφαρμογή του Καθεστώτος που εφαρμόζεται επί του Λοιπού Προσωπικού που αφορά τους έκτακτους υπαλλήλους οι οποίοι απασχολούνται στα εν λόγω μέλη.

Οι εν λόγω έκτακτοι υπάλληλοι ασκούν κυρίως τα καθήκοντά τους στην υπηρεσία ενός μόνο βουλευτή, ο οποίος είναι ο άμεσα διοικητικός υπεύθυνός τους. Αυτός υπογράφει, μεταξύ άλλων, τις εντολές αποστολών τους. Επομένως, σε περίπτωση που στην πράξη και προκειμένου να διασφαλιστεί η καθημερινή διοικητική λειτουργία της «ομάδας» των μη εγγεγραμμένων μελών ένας έκτακτος υπάλληλος εκτελεί κατ’ ανάγκη καθήκοντα που αφορούν άλλα μη εγγεγραμμένα μέλη πέραν του άμεσα διοικητικού υπεύθυνού του, ο τελευταίος παραμένει το πρόσωπο με το οποίο πρέπει να διατηρείται η σχέση εμπιστοσύνης. Συνεπώς, σε περίπτωση που προκύψει κλονισμός της σχέσεως εμπιστοσύνης μεταξύ του άμεσα διοικητικού υπεύθυνου ενός υπαλλήλου και του υπαλλήλου αυτού, ο συντονιστής των μη εγγεγραμμένων μελών διαβιβάζει στον Γενικό Γραμματέα του Κοινοβουλίου αίτηση απολύσεως και, βάσει αυτής της αιτήσεως, ο Γενικός Γραμματέας του Κοινοβουλίου εκδίδει απόφαση περί απολύσεως. Καθόσον η απόφαση αυτή στηρίζεται στην απώλεια εμπιστοσύνης του άμεσα διοικητικού υπεύθυνου, δεν μπορεί να ακυρωθεί για τον μόνο λόγο ότι η απώλεια εμπιστοσύνης αφορά μόνον ένα μη εγγεγραμμένο μέλος.

(βλ. σκέψεις 39 έως 43, 45 και 46)

Παραπομπή:

ΔΕΕ: Κοινοβούλιο κατά Reynolds, προπαρατεθείσα, σκέψη 50

3.      Κανένας επιτακτικός λόγος δεν επιβάλλει τον αποκλεισμό των εκτάκτων υπαλλήλων από την προστασία κατά των αδικαιολόγητων απολύσεων, ιδίως όταν υπηρετούν με σύμβαση αορίστου χρόνου ή όταν, υπηρετούντες με σύμβαση ορισμένου χρόνου, απολύονται πριν από την προβλεπόμενη λήξη της. Για να εξασφαλιστεί όμως επαρκής προστασία, πρέπει να παρέχεται στους ενδιαφερομένους η δυνατότητα να διαπιστώνουν εάν τα έννομα συμφέροντά τους έγιναν ή όχι σεβαστά και να εκτιμούν τη σκοπιμότητα προσφυγής στη δικαιοσύνη, στην οποία πρέπει να παρέχεται η δυνατότητα να ασκεί τον έλεγχό της, τούτο δε συνεπάγεται ότι η αρχή έχει την υποχρέωση αιτιολογήσεως.

Όταν εκδίδεται απόφαση περί απολύσεως λόγω απώλειας της εμπιστοσύνης, ο ενδιαφερόμενος δεν διαθέτει τις διαδικαστικές εγγυήσεις, όπως το δικαίωμα ακροάσεως κατά τη διάρκεια της διοικητικής διαδικασίας. Επομένως, η υποχρέωση αιτιολογήσεως και η τήρησή της εκ μέρους της διοικήσεως αποτελούν τη μοναδική εγγύηση που του επιτρέπει, τουλάχιστον κατόπιν της εκδόσεως της βλαπτικής για αυτόν αποφάσεως, να ασκήσει επωφελώς τα ένδικα βοηθήματα που έχει στη διάθεσή του για να αμφισβητήσει τη νομιμότητα της εν λόγω αποφάσεως.

Εντούτοις, ο κλονισμός της σχέσεως εμπιστοσύνης, ήτοι μιας προσωπικής σχέσεως, δεν στηρίζεται απαραιτήτως σε αντικειμενικά στοιχεία. Συνεπώς, η απλή διαπίστωση της υπάρξεως κλονισμού της σχέσεως εμπιστοσύνης μπορεί να είναι αρκετή για να δικαιολογήσει την έκδοση αποφάσεως περί απολύσεως. Ως εκ τούτου, εάν μια απόφαση περί απολύσεως στηρίζεται αποκλειστικά σε μια τέτοια διαπίστωση, περιορίζεται και η απαίτηση ακρίβειας στην παρουσίαση των πραγματικών περιστατικών που αποκαλύπτουν ή δικαιολογούν αυτόν τον κλονισμό της σχέσεως εμπιστοσύνης στο αιτιολογικό της αποφάσεως.

Επισημαίνεται, εντούτοις, ότι η αιτιολογία αποφάσεως περί απολύσεως που στηρίζεται σε απώλεια της εμπιστοσύνης, κυρίως όσον αφορά τους έκτακτους υπαλλήλους οι οποίοι έχουν τοποθετηθεί στην υπηρεσία μη εγγεγραμμένων μελών του Κοινοβουλίου, πρέπει απαραιτήτως να περιλαμβάνει επαρκείς διευκρινίσεις όσον αφορά το πρόσωπο ως προς το οποίο κλονίστηκε η σχέση εμπιστοσύνης. Πράγματι, ο εν λόγω υπάλληλος μπορεί με αυτόν τον τρόπο να διασφαλίσει ότι η απόφαση αφορά τον άμεσα διοικητικό υπεύθυνό του, ήτοι το μη εγγεγραμμένο μέλος με το οποίο πρέπει να υφίσταται σχέση εμπιστοσύνης.

Σε περίπτωση ανεπαρκώς αιτιολογημένης αποφάσεως, δεν εναπόκειται στον έκτακτο υπάλληλο να ενημερώνεται ο ίδιος για το αιτιολογικό της αποφάσεως. Επομένως, όταν μια απόφαση δεν έχει αιτιολογηθεί επαρκώς, η διοίκηση δεν μπορεί να προβάλει τον ισχυρισμό ότι οι αιτιολογικοί λόγοι της αποφάσεως περιλαμβάνονταν στον ατομικό φάκελο του οικείου υπαλλήλου προκειμένου να ζητήσει από τον δικαστή να απορρίψει, στο στάδιο της ένδικης διαδικασίας, τον στηριζόμενο στην εν προκειμένω ανεπαρκή αιτιολόγηση λόγο ακυρώσεως. Εντούτοις, εφόσον προκύπτει από το περιεχόμενο της ενστάσεως που υπέβαλε ο υπάλληλος δυνάμει του άρθρου 90, παράγραφος 2, του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων ότι ο ίδιος ενημερώθηκε για το αιτιολογικό μιας αποφάσεως συμβουλευόμενος τον ατομικό του φάκελο, θα ήταν δυσανάλογη η ακύρωση αυτής της αποφάσεως για τον λόγο ότι το θεσμικό όργανο δεν εξέθεσε ρητώς τους λόγους κατά την απόρριψη της εν λόγω ενστάσεως, καίτοι η παράλειψή του αυτή είναι επικριτέα.

(βλ. σκέψεις 69 έως 74, 77 και 81 έως 83)

Παραπομπή:

ΓΔΕΕ: 8 Δεκεμβρίου 2005, T‑237/00, Reynolds κατά Κοινοβουλίου, Συλλογή Υπ.Υπ. 2005, σ. I‑A‑385 και II‑1731, σκέψη 95· 8 Σεπτεμβρίου 2009, T‑404/06 P, ETF κατά Landgren, Συλλογή 2009, σ. II‑2841

ΔΔΔΕΕ: 26 Οκτωβρίου 2006, F‑1/05, Landgren κατά ETF, Συλλογή Υπ.Υπ. 2006, σ. I‑A‑1‑123 και II‑A‑1‑459, σκέψεις 73 και 74

4.      Μια πράξη έχει εκδοθεί κατά κατάχρηση εξουσίας μόνον εφόσον προκύπτει, βάσει αντικειμενικών, κρισίμων και συγκλινουσών ενδείξεων, ότι εκδόθηκε με αποκλειστικό ή, τουλάχιστον, πρωταρχικό σκοπό άλλον από αυτούς που η ίδια αναφέρει ή προς καταστρατήγηση της διαδικασίας που ειδικώς προβλέπεται από τη Συνθήκη.

(βλ. σκέψη 87)

Παραπομπή:

ΔΕΕ: 21 Ιουνίου 1958, 8/57, Groupement des hauts fourneaux et aciéries belges κατά Ανωτάτης Αρχής, Συλλογή τόμος 1954-1964, σ. 271· 10 Μαρτίου 2005, C‑342/03, Ισπανία κατά Συμβουλίου, Συλλογή 2005, σ. I‑1975, σκέψη 64· 7 Σεπτεμβρίου 2006, C‑310/04, Ισπανία κατά Συμβουλίου, Συλλογή 2006, σ. I‑7285, σκέψη 69

5.       Η έννοια του καθήκοντος αρωγής που έχει η διοίκηση απηχεί την ισορροπία αμοιβαίων δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που προβλέπει ο Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων στο πλαίσιο των σχέσεων μεταξύ της δημόσιας αρχής και των υπαλλήλων αυτής. Η ισορροπία αυτή έχει κυρίως ως συνέπεια, οσάκις λαμβάνει απόφαση σχετικά με την κατάσταση υπαλλήλου, η διοίκηση να λαμβάνει υπόψη το σύνολο των στοιχείων τα οποία είναι ικανά να επηρεάσουν την απόφασή της και, ενεργώντας κατά τον τρόπο αυτό, να λαμβάνει υπόψη το συμφέρον όχι μόνο της υπηρεσίας αλλά και του οικείου υπαλλήλου. Εντούτοις, η αμοιβαία εμπιστοσύνη αποτελεί ουσιαστικό στοιχείο των συμβάσεων εργασίας των εκτάκτων υπαλλήλων που προβλέπονται στο άρθρο 2, στοιχείο γ΄, του Καθεστώτος που εφαρμόζεται επί του Λοιπού Προσωπικού. Επομένως, εκτός από εξαιρετικές περιπτώσεις, οι ενδεχόμενοι περιορισμοί που τίθενται στη συμπεριφορά της διοικήσεως, τα τυχόν όρια της δράσεως της διοικήσεως, τα οποία απορρέουν από το καθήκον αρωγής, δεν εμποδίζουν, εφόσον υπάρχει κλονισμός της σχέσεως εμπιστοσύνης, την έκδοση αποφάσεως περί απολύσεως που στηρίζεται σε αυτόν τον λόγο.

(βλ. σκέψεις 112 και 113)

Παραπομπή:

ΔΕΕ: 28 Μαΐου 1980, 33/79 και 75/79, Kuhner κατά Επιτροπής, Συλλογή τόμος 1980/ΙΙ, σ. 221, σκέψη 22· 29 Ιουνίου 1994, C‑298/93 P, Klinke κατά Δικαστηρίου, Συλλογή 1994, σ. I‑3009, σκέψη 38

ΓΔΕΕ: Speybrouck κατά Κοινοβουλίου, προπαρατεθείσα, σκέψη 94· Bonnet κατά Δικαστηρίου, προπαρατεθείσα, σκέψη 47

6.      Στο πλαίσιο προσφυγής ασκηθείσας δυνάμει του άρθρου 91 του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, δεν εναπόκειται στον κοινοτικό δικαστή να απευθύνει διαταγές στα θεσμικά όργανα της Ένωσης. Πράγματι, αφενός, είναι παντελώς αναρμόδιος να απευθύνει διαταγές στα εν λόγω θεσμικά όργανα και, αφετέρου, σε περίπτωση ακυρώσεως πράξεως το ενδιαφερόμενο θεσμικό όργανο πρέπει να λάβει τα μέτρα που συνεπάγεται η εκτέλεση της αποφάσεως.

(βλ. σκέψη 120)

Παραπομπή:

ΓΔΕΕ: 27 Ιουνίου 2002, T‑373/00, T‑27/01, T‑56/01 και Τ-69/01, Tralli κατά ΕΚΤ, Συλλογή Υπ.Υπ. 2002, σ. I‑A‑97 και II‑453, σκέψη 42 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία