Αναίρεση που άσκησαν στις 18 Δεκεμβρίου 2020 οι Casino, Guichard-Perrachon και Achats Marchandises Casino κατά της αποφάσεως που εξέδωσε το Γενικό Δικαστήριο (ένατο πενταμελές τμήμα) στις 5 Οκτωβρίου 2020 στην υπόθεση T-249/17, Casino, Guichard-Perrachon και AMC κατά Επιτροπής

(Υπόθεση C-690/20 P)

Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική

Διάδικοι

Αναιρεσείουσες: Casino, Guichard-Perrachon, Achats Marchandises Casino, (εκπρόσωποι: O. de Juvigny, A. Sunderland, I. Simic, G. Aubron, avocats)

Λοιποί διάδικοι στην αναιρετική διαδικασία: Ευρωπαϊκή Επιτροπή, Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης

Αιτήματα

Οι αναιρεσείουσες ζητούν από το Δικαστήριο:

να αναιρέσει το σημείο 2 του διατακτικού της αποφάσεως που εξέδωσε το Γενικό Δικαστήριο στις 5 Οκτωβρίου 2020 στην υπόθεση T-249/17·

να δεχθεί τα αιτήματα που είχαν υποβάλει οι προσφεύγουσες πρωτοδίκως και, συνακόλουθα, να ακυρώσει στο σύνολό της την απόφαση C(2017) 1054 της Ευρωπαϊκής Επιτροπής της 9ης Φεβρουαρίου 2017, βάσει των άρθρων 263 και 277 ΣΛΕΕ ;

να καταδικάσει την Ευρωπαϊκή Επιτροπή στα έξοδα της αναιρετικής διαδικασίας καθώς και σε εκείνα στα οποία υποβλήθηκαν οι αναιρεσείουσες σε πρώτο βαθμό ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου.

Λόγοι αναιρέσεως και κύρια επιχειρήματα

Οι αναιρεσείουσες υποστηρίζουν ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ενέχει παράβαση:

1. του άρθρου 7 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της απαίτησης προστασίας από αυθαίρετες ή δυσανάλογα επαχθείς παρεμβάσεις της δημόσιας αρχής στη σφαίρα της ιδιωτικής δραστηριότητας ενός φυσικού ή νομικού προσώπου, του άρθρου 19 του κανονισμού (ΕΚ) 1/2003 του Συμβουλίου και του άρθρου 3 του κανονισμού (ΕΚ) 773/2004 της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, καθόσον το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι (i) οι διατάξεις αυτές δεν επέβαλαν στην Επιτροπή την υποχρέωση καταγραφής των προφορικών δηλώσεων προμηθευτών και (ii) ότι οι «περιλήψεις» αυτών των συνεντεύξεων που συντάχθηκαν μονομερώς από την Επιτροπή αποτελούσαν έγκυρη απόδειξη του ότι η Επιτροπή διέθετε ενδείξεις οι οποίες δικαιολογούσαν την απόφαση C(2017) 1054 της Ευρωπαϊκής Επιτροπής·

2. του άρθρου 7 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της απαίτησης προστασίας από αυθαίρετες ή δυσανάλογα επαχθείς παρεμβάσεις της δημόσιας αρχής στη σφαίρα της ιδιωτικής δραστηριότητας ενός φυσικού ή νομικού προσώπου, καθόσον το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι το θεμελιώδες δικαίωμα του απαραβίαστου της κατοικίας δεν επέβαλε όπως η απόφαση C(2017)1054 της Ευρωπαϊκής Επιτροπής:

(i) περιορίζει χρονικά τις εξουσίες της Επιτροπής περί διεξαγωγής επιθεωρήσεων ελέγχου· και

(ii) περιορίζει τα πρόσωπα και τις εγκαταστάσεις τα οποία υπόκεινται σε ελέγχους·

3. του άρθρου 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης καθόσον το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι το νομικό καθεστώς που έχει εφαρμογή στους ελέγχους της Επιτροπής συνάδει με το θεμελιώδες δικαίωμα πραγματικής προσφυγής.

____________