Αναίρεση που άσκησε στις 2 Απριλίου 2021 η Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατά της αποφάσεως που εξέδωσε το Γενικό Δικαστήριο (τρίτο πενταμελές τμήμα) στις 27 Ιανουαρίου 2021 στην υπόθεση T-699/17, Δημοκρατία της Πολωνίας κατά Ευρωπαϊκής Επιτροπής

(Υπόθεση C-207/21 P)

Γλώσσα διαδικασίας: η πολωνική

Διάδικοι

Αναιρεσείουσα: Ευρωπαϊκή Επιτροπή (εκπρόσωποι: R. Tricot, Ł. Habiak, K. Herrmann, C. Valero)

Λοιποί διάδικοι στην αναιρετική διαδικασία: Δημοκρατία της Πολωνίας, Ουγγαρία, Δημοκρατία της Βουλγαρίας, Βασίλειο του Βελγίου, Βασίλειο της Σουηδίας, Γαλλική Δημοκρατία

Αιτήματα

Η αναιρεσείουσα ζητεί από το Δικαστήριο:

- να αναιρέσει στο σύνολό της την απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της 27ης Ιανουαρίου 2021 στην υπόθεση T-699/17, Δημοκρατία της Πολωνίας κατά Ευρωπαϊκής Επιτροπής,

- να απορρίψει τον πρώτο λόγο της προσφυγής της Δημοκρατίας της Πολωνίας στην υπόθεση T-699/17,

- να αναπέμψει την υπόθεση ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, προκειμένου αυτό να αποφανθεί επί των λόγων 2-5, οι οποίοι δεν εξετάστηκαν πρωτοδίκως,

και

- να επιφυλαχθεί ως προς τα δικαστικά έξοδα της πρωτόδικης και της αναιρετικής διαδικασίας.

Λόγοι αναιρέσεως και κύρια επιχειρήματα

Κατά την Επιτροπή, η απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου στην υπόθεση T-699/17 πρέπει να αναιρεθεί, καθόσον ενέχει νομικά σφάλματα που συνεπάγονται παράβαση του άρθρου 16, παράγραφοι 4 και 5, ΣΕΕ.

Πρώτον, το Γενικό Δικαστήριο, στηριζόμενο με τις σκέψεις 40 και 41 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης στη βασική παραδοχή ότι το δικαίωμα που παρέχει στα κράτη μέλη το άρθρο 3, παράγραφος 2, του πρωτοκόλλου αριθ. 36 να ζητούν ψηφοφορία με ειδική πλειοψηφία σύμφωνα με τους κανόνες που ορίζει το άρθρο 3, παράγραφος 3, του ίδιου αυτού πρωτοκόλλου (κανόνες της Συνθήκης της Νίκαιας) πρέπει να διατηρήσει την πρακτική αποτελεσματικότητά του και μετά την παρέλευση της μεταβατικής περιόδου στις 31 Μαρτίου 2017, παρέβη το σαφώς καθοριζόμενο χρονικό πλαίσιο της μεταβατικής περιόδου που προβλέπεται στο άρθρο 16, παράγραφος 5, ΣΕΕ. Εκτός αυτού, το Γενικό Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη τον γενικό ορισμό της ειδικής πλειοψηφίας που εισήχθη με τη Συνθήκη της Λισσαβώνας στο άρθρο 16, παράγραφος 4, ΣΕΕ και τέθηκε σε ισχύ την 1η Νοεμβρίου 2014, ο οποίος ενισχύει τη δημοκρατική νομιμοποίηση των ψηφοφοριών του Συμβουλίου και της επιτροπής που συστήθηκε δυνάμει του άρθρου 75 της οδηγίας 2010/75/ΕΕ1 . Πράττοντας τούτο, το Γενικό Δικαστήριο περιόρισε την πλήρη αποτελεσματικότητα του εν λόγω γενικού ορισμού.

Δεύτερον, το Γενικό Δικαστήριο, προβαίνοντας με τις σκέψεις 48 και 50 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης σε διασταλτική ερμηνεία του ratione temporis πεδίου εφαρμογής της μεταβατικής διάταξης που θεσπίζει το άρθρο 16, παράγραφος 5, ΣΕΕ και το άρθρο 3, παράγραφος 2, του πρωτοκόλλου αριθ. 36, δεν έλαβε υπόψη την πάγια νομολογία σχετικά με την υποχρέωση στενής ερμηνείας των μεταβατικών διατάξεων.

Τρίτον, παρά τις διαπιστώσεις που περιέχονται στις σκέψεις 53, 54 και 55 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, η ερμηνεία του άρθρου 3, παράγραφος 2, του πρωτοκόλλου αριθ. 36 στην οποία προέβη το Γενικό Δικαστήριο παραβίασε την αρχή της ασφάλειας δικαίου, διότι έχει ως συνέπεια να εξακολουθεί να εφαρμόζεται κατά τρόπο απρόβλεπτο και για απροσδιόριστο χρονικό διάστημα ο κανόνας ειδικής πλειοψηφίας της Νίκαιας ο οποίος περιέχεται στο άρθρο 3, παράγραφος 3, του πρωτοκόλλου αριθ. 36.

____________

1 Οδηγία 2010/75/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Νοεμβρίου 2010, περί βιομηχανικών εκπομπών (ολοκληρωμένη πρόληψη και έλεγχος της ρύπανσης) (ΕΕ 2010, L 334, σ. 17).