ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (πρώτο τμήμα)

της 10ης Μαρτίου 2020 (*)

«Αλιεία – Διατήρηση των βιολογικών πόρων της θάλασσας – Κανονισμός (ΕΕ) 2018/120 – Μέτρα όσον αφορά την αλιεία λαβρακιού (Dicentrarchus labrax) – Προσφυγή ακυρώσεως ασκηθείσα από ένωση – Άρθρο 263 ΣΛΕΕ – Κανονιστική πράξη για την εφαρμογή της οποίας δεν απαιτούνται εκτελεστικά μέτρα – Πράξη που αφορά άμεσα τα μέλη της ενώσεως – Παραδεκτό – Αρμοδιότητα της Ένωσης για τη ρύθμιση της ερασιτεχνικής αλιείας – Ασφάλεια δικαίου – Προστασία της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης – Ίση μεταχείριση – Αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων – Αναλογικότητα – Αρχή της προφυλάξεως – Ελευθερία του συνεταιρίζεσθαι και επιχειρηματική ελευθερία»

Στην υπόθεση T‑251/18,

International Forum for Sustainable Underwater Activities (IFSUA), με έδρα τη Βαρκελώνη (Ισπανία), εκπροσωπούμενο από τους T. Gui Mori και R. Agut Jubert, δικηγόρους,

προσφεύγον,

κατά

Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εκπροσωπούμενου από τον F. Naert και την P. Plaza García,

καθού,

υποστηριζόμενου από την

Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τις M. Morales Puerta, F. Moro και A. Stobiecka-Kuik,

παρεμβαίνουσα,

με αντικείμενο προσφυγή, δυνάμει του άρθρου 263 ΣΛΕΕ, με αίτημα τη μερική ακύρωση του κανονισμού (ΕΕ) 2018/120 του Συμβουλίου, της 23ης Ιανουαρίου 2018, σχετικά με τον καθορισμό για το 2018, για ορισμένα αποθέματα ιχθύων και ομάδες αποθεμάτων ιχθύων, των αλιευτικών δυνατοτήτων στα ενωσιακά ύδατα, και για τα ενωσιακά αλιευτικά σκάφη, σε ορισμένα μη ενωσιακά ύδατα, καθώς και για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) 2017/127 (ΕΕ 2018, L 27, σ. 1).

ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πρώτο τμήμα),

συγκείμενο από τους V. Valančius, προεδρεύοντα, P. Nihoul (εισηγητή) και J. Svenningsen, δικαστές,

γραμματέας: J. Palacio González, κύριος διοικητικός υπάλληλος,

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 16ης Οκτωβρίου 2019,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

 Ιστορικό της διαφοράς

1        Το προσφεύγον International Forum for Sustainable Underwater Activities (IFSUA) αποτελεί ένωση μη κερδοσκοπικού σκοπού ισπανικού δικαίου, στην οποία μετέχουν περίπου τριάντα φορείς διαφόρων κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Οι φορείς αυτοί συνίστανται, αφενός, σε ομοσπονδίες, ενώσεις και αθλητικούς συλλόγους που ασχολούνται με τον τομέα των υποβρύχιων δραστηριοτήτων και της ερασιτεχνικής θαλάσσιας αλιείας και, αφετέρου, σε επιχειρήσεις που κατασκευάζουν ή εμπορεύονται εξοπλισμό υποβρύχιας αλιείας.

2        Το προσφεύγον έχει ως αποστολή να προασπίζει τα συμφέροντα των μελών του, στο πλαίσιο της ασκήσεως υποβρύχιων δραστηριοτήτων στο θαλάσσιο περιβάλλον. Έχει επίσης ως σκοπό την άσκηση επιρροής, μέσω των γνώσεων και της πείρας των μελών του, όσον αφορά τη διαμόρφωση της εθνικής και διεθνούς νομοθεσίας σχετικά με τη βιώσιμη χρήση του θαλάσσιου περιβάλλοντος. Είναι, επίσης, μόνιμο μέλος της ομάδας εργασίας για την αξιολόγηση της ερασιτεχνικής αλιείας στο πλαίσιο του Διεθνούς Συμβουλίου για την Εξερεύνηση των Θαλασσών (ICES). Το συμβούλιο αυτό έχει επιστημονικό και τεχνικό χαρακτήρα, προβαίνει δε σε εκτιμήσεις όσον αφορά τα είδη των ψαριών, τις ομάδες ειδών και τους τύπους αλιείας. Εκδίδει γνωμοδοτήσεις, στηριζόμενες κατ’ ουσίαν σε βιολογικά κριτήρια, και διατυπώνει συστάσεις ως προς τα επίπεδα αλιευμάτων και τα συνοδευτικά τεχνικά μέτρα.

3        Βάσει του άρθρου 43, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ και σύμφωνα με τους όρους που προβλέπονται στον κανονισμό (ΕΕ) 1380/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Δεκεμβρίου 2013, σχετικά με την Κοινή Αλιευτική Πολιτική, την τροποποίηση των κανονισμών του Συμβουλίου (ΕΚ) 1954/2003 και (ΕΚ) 1224/2009 και την κατάργηση των κανονισμών του Συμβουλίου (ΕΚ) 2371/2002 και (ΕΚ) 639/2004 και της απόφασης 2004/585/ΕΚ του Συμβουλίου (ΕΕ 2013, L 354, σ. 22, στο εξής: κανονισμός ΚΑΠ), το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης προβαίνει ετησίως στον καθορισμό και την κατανομή των αλιευτικών δυνατοτήτων.

4        Στις 23 Ιανουαρίου 2018, το Συμβούλιο εξέδωσε τον κανονισμό (ΕΕ) 2018/120, σχετικά με τον καθορισμό για το 2018, για ορισμένα αποθέματα ιχθύων και ομάδες αποθεμάτων ιχθύων, των αλιευτικών δυνατοτήτων στα ενωσιακά ύδατα, και για τα ενωσιακά αλιευτικά σκάφη, σε ορισμένα μη ενωσιακά ύδατα, καθώς και για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) 2017/127 (ΕΕ 2018, L 27, σ. 1, στο εξής: προσβαλλόμενος κανονισμός).

5        Το άρθρο 2, παράγραφος 2, του προσβαλλομένου κανονισμού, το οποίο αφορά το πεδίο εφαρμογής του εν λόγω κανονισμού, ορίζει ότι αυτός έχει εφαρμογή στην περίπτωση της ερασιτεχνικής αλιείας, οσάκις αυτή μνημονεύεται ρητώς στις διατάξεις του.

6        Το άρθρο 3, στοιχείο βʹ, του προσβαλλομένου κανονισμού ορίζει την ερασιτεχνική αλιεία ως τις «μη εμπορικές αλιευτικές δραστηριότητες, όπως για αναψυχή, τουρισμό ή άθληση, στο πλαίσιο των οποίων γίνεται εκμετάλλευση θαλάσσιων βιολογικών πόρων».

7        Το άρθρο 9, παράγραφοι 1 έως 3, του προσβαλλομένου κανονισμού προβλέπει τα μέτρα που αφορούν την εμπορικού χαρακτήρα αλιεία λαβρακιού.

8        Με το άρθρο 9, παράγραφοι 4 και 5, του προσβαλλομένου κανονισμού ρυθμίζεται το ζήτημα της ερασιτεχνικής αλιείας λαβρακιού σε δύο ζώνες.

9        Κείμενη βορείως, η πρώτη ζώνη που διαλαμβάνεται στη σκέψη 8 ανωτέρω περιλαμβάνει τις στατιστικές ζώνες οι οποίες προσδιορίσθηκαν και καθορίσθηκαν από το ICES (στο εξής: διαιρέσεις ICES) ως διαιρέσεις ICES 4b, 4c και 7a έως 7k, και οι οποίες αντιστοιχούν στο κεντρικό και νότιο τμήμα της Βόρειας Θάλασσας, την Ιρλανδική Θάλασσα, τα δυτικά της Ιρλανδίας, την Porcupine Bank, τη Μάγχη, τον Κόλπο του Μπρίστολ, την Κελτική Θάλασσα και τα νοτιοδυτικά της Ιρλανδίας (στο εξής: πρώτη ζώνη).

10      Στην πρώτη ζώνη, βάσει του άρθρου 9, παράγραφος 4, του προσβαλλομένου κανονισμού, επιτρέπεται, στο πλαίσιο δραστηριοτήτων ερασιτεχνικής αλιείας, μόνον η αλιεία τύπου «σύλληψη και ελευθέρωση» όσον αφορά το λαβράκι. Ως εκ τούτου απαγορεύονται στους ερασιτέχνες αλιείς η διατήρηση επί του σκάφους, η μεταφόρτωση, η μετατόπιση ή η εκφόρτωση λαβρακιού που αλιεύεται στην εν λόγω περιοχή.

11      Ευρισκόμενη στα δυτικά, η δεύτερη ζώνη που διαλαμβάνεται στη σκέψη 8 ανωτέρω περιλαμβάνει τις διαιρέσεις ICES 8a και 8b, που αντιστοιχούν σε μέρος του Βισκαϊκού κόλπου (στο εξής: δεύτερη ζώνη).

12      Στη δεύτερη ζώνη, οι ερασιτέχνες αλιείς δύνανται να διατηρούν λαβράκια, πλην όμως ο αριθμός των δειγμάτων περιορίζεται στα τρία δείγματα λαβρακιού ημερησίως ανά αλιέα, σύμφωνα με το άρθρο 9, παράγραφος 5, του προσβαλλομένου κανονισμού.

 Διαδικασία και αιτήματα των διαδίκων

13      Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 23 Απριλίου 2018, το προσφεύγον άσκησε την υπό κρίση προσφυγή.

14      Με χωριστό δικόγραφο που κατέθεσε στις 7 Ιουνίου 2018, το προσφεύγον υπέβαλε αίτηση λήψεως προσωρινών μέτρων με αντικείμενο την αναστολή εκτελέσεως του άρθρου 2, παράγραφος 2, και του άρθρου 9, παράγραφοι 4 και 5, του προσβαλλομένου κανονισμού. Με διάταξη της 20ής Αυγούστου 2018, IFSUA κατά Συμβουλίου (T-251/18 R, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2018:516), ο Πρόεδρος του Γενικού Δικαστηρίου απέρριψε την αίτηση ασφαλιστικών μέτρων και επιφυλάχθηκε ως προς τα δικαστικά έξοδα.

15      Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 10 Αυγούστου 2018, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ζήτησε να παρέμβει υπέρ των αιτημάτων του Συμβουλίου. Με απόφαση της 17ης Σεπτεμβρίου 2018, ο πρόεδρος του πρώτου τμήματος του Γενικού Δικαστηρίου δέχθηκε το αίτημα παρεμβάσεως. Η παρεμβαίνουσα κατέθεσε το υπόμνημά της παρεμβάσεως, οι δε κύριοι διάδικοι κατέθεσαν τις παρατηρήσεις τους επί του υπομνήματος αυτού εντός των ταχθεισών προθεσμιών.

16      Στο πλαίσιο μέτρου οργανώσεως της διαδικασίας, βάσει του άρθρου 89 παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου, το Γενικό Δικαστήριο έθεσε γραπτές ερωτήσεις στο προσφεύγον και κάλεσε τους λοιπούς διαδίκους να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους επί των απαντήσεων του προσφεύγοντος.

17      Οι διάδικοι ανέπτυξαν προφορικώς τις απόψεις τους κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 16ης Οκτωβρίου 2019.

18      Το προσφεύγον ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:

–        να ακυρώσει το άρθρο 2, παράγραφος 2, και το άρθρο 9, παράγραφοι 4 και 5, του προσβαλλομένου κανονισμού·

–        να ακυρώσει τις σχετικές με τις διατάξεις αυτές αιτιολογικές σκέψεις του εν λόγω κανονισμού.

19      Με τις παρατηρήσεις του επί του υπομνήματος παρεμβάσεως, το προσφεύγον παραιτήθηκε από το αίτημα ακυρώσεως του άρθρου 2, παράγραφος 2, του προσβαλλομένου κανονισμού.

20      Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, το προσφεύγον διευκρίνισε ότι η προσφυγή δεν έβαλλε κατά των αιτιολογικών σκέψεων του προσβαλλομένου κανονισμού, αντιθέτως προς ό,τι μνημονευόταν στο δεύτερο εδάφιο της πρώτης σελίδας του δικογράφου της προσφυγής, στοιχείο το οποίο σημειώθηκε στα πρακτικά της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως.

21      Το Συμβούλιο ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:

–        να απορρίψει την προσφυγή ως εν μέρει απαράδεκτη και, κατά τα λοιπά, ως αβάσιμη·

–        να καταδικάσει το προσφεύγον στα δικαστικά έξοδα.

22      Η Επιτροπή ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:

–        να απορρίψει την προσφυγή ως απαράδεκτη ή ως αβάσιμη, και

–        να καταδικάσει το προσφεύγον στα δικαστικά έξοδα.

 Σκεπτικό

23      Επισημαίνεται ευθύς εξαρχής ότι, κατά την ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου διαδικασία, το προσφεύγον παραιτήθηκε από τα αιτήματά του καθόσον έβαλλαν, αφενός, κατά του άρθρου 2, παράγραφος 2, του προσβαλλομένου κανονισμού και, αφετέρου, κατά των αιτιολογικών σκέψεων του προσβαλλομένου κανονισμού που αφορούν το άρθρο του 2, παράγραφος 2, και το άρθρο του 9, παράγραφοι 4 και 5, οπότε παρέλκει η απόφανση επί των αιτημάτων αυτών.

 Επί του παραδεκτού

 Επί της δυνατότητας διαχωρισμού των προσβαλλομένων διατάξεων

24      Κατά την Επιτροπή, η προσφυγή είναι απαράδεκτη καθόσον με αυτή ζητείται η μερική ακύρωση του προσβαλλομένου κανονισμού. Συγκεκριμένα, αντιθέτως προς ό,τι επιτάσσει η νομολογία, το άρθρο 9, παράγραφοι 4 και 5, του εν λόγω κανονισμού του οποίου την ακύρωση ζητεί το προσφεύγον (στο εξής: προσβαλλόμενες διατάξεις) δεν μπορεί να διαχωρισθεί από τον υπόλοιπο προσβαλλόμενο κανονισμό.

25      Συναφώς, μολονότι ως παρεμβαίνουσα η Επιτροπή δεν δύναται, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 142, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας, να προβάλει ένσταση απαραδέκτου με δική της πρωτοβουλία (πρβλ. απόφαση της 20ής Ιουνίου 2019, a&o hostel and hotel Berlin κατά Επιτροπής, T-578/17, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2019:437, σκέψη 36), το Γενικό Δικαστήριο οφείλει, εν πάση περιπτώσει, να εξετάσει το επίμαχο ζήτημα, δεδομένου ότι το παραδεκτό της προσφυγής αποτελεί ζήτημα δημοσίας τάξεως (πρβλ. διάταξη της 25ης Ιανουαρίου 2017, Internacional de Productos Metálicos κατά Επιτροπής, T‑217/16, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2017:37, σκέψη 24, και απόφαση της 20ής Ιουνίου 2019, a&o hostel and hotel Berlin κατά Επιτροπής, T-578/17, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2019:437, σκέψη 36).

26      Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι η εκ μέρους του δικαστή της Ένωσης μερική ακύρωση πράξεως του δικαίου της Ένωσης είναι δυνατή μόνον εφόσον τα στοιχεία των οποίων ζητείται η ακύρωση δύνανται να διαχωρισθούν από την υπόλοιπη πράξη. Τούτο δεν συμβαίνει ιδίως οσάκις η μερική ακύρωση πράξεως της Ένωσης θα είχε ως αποτέλεσμα μεταβολή της ουσίας της πράξεως αυτής (βλ. απόφαση της 27ης Ιουνίου 2006, Κοινοβούλιο κατά Συμβουλίου, C‑540/03, EU:C:2006:429, σκέψεις 27 και 28 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

27      Εν προκειμένω, οι προσβαλλόμενες διατάξεις αφορούν ένα ειδικό αντικείμενο, συγκεκριμένα δε την ερασιτεχνική αλιεία του λαβρακιού εντός συγκεκριμένων ζωνών, και διακρίνονται ως προς τούτο από τις λοιπές διατάξεις του προσβαλλομένου κανονισμού, ιδίως δε από εκείνες οι οποίες, περιλαμβανόμενες στο άρθρο 9, παράγραφοι 1 έως 3, του κανονισμού, αφορούν την εμπορική αλιεία του συγκεκριμένου είδους ψαριού, μολονότι οι τελευταίες αυτές διατάξεις αφορούν τις ίδιες γεωγραφικές ζώνες.

28      Επομένως, η ακύρωση των προσβαλλομένων διατάξεων, όπως ζητεί το προσφεύγον, δεν θα είχε συνέπειες, σε περίπτωση κατά την οποία το αίτημα αυτό γινόταν δεκτό από το Γενικό Δικαστήριο, όσον αφορά την ουσία των λοιπών διατάξεων του προσβαλλομένου κανονισμού τις οποίες δεν αφορά το αίτημα ακυρώσεως, ειδικότερα δε το άρθρο 9, παράγραφοι 1 έως 3, του κανονισμού, δεδομένου ότι δεν θα επηρεάζονταν οι περιορισμοί που επιβάλλονται στην εμπορική αλιεία του λαβρακιού, τους οποίους αφορούν οι τελευταίες αυτές διατάξεις.

29      Ως εκ τούτου, πρέπει να γίνει δεκτό ότι οι προσβαλλόμενες διατάξεις μπορούν να διαχωρισθούν από τις λοιπές διατάξεις του προσβαλλομένου κανονισμού και ότι το αίτημα μερικής ακυρώσεως του κανονισμού είναι παραδεκτό.

 Επί της ενεργητικής νομιμοποιήσεως

30      Κατά το Συμβούλιο και την Επιτροπή, η προσφυγή πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, διότι το προσφεύγον δεν πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ όσον αφορά την άσκηση προσφυγής από φυσικό ή νομικό πρόσωπο.

31      Υπενθυμίζεται εξαρχής ότι, κατά το άρθρο 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, «[κ]άθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο μπορεί, υπό τις προϋποθέσεις του πρώτου και του δευτέρου εδαφίου, να ασκεί προσφυγή κατά των πράξεων των οποίων είναι αποδέκτης ή που το αφορούν άμεσα και ατομικά, καθώς και κατά των κανονιστικών πράξεων που το αφορούν άμεσα χωρίς να [απαιτούν] εκτελεστικά μέτρα».

32      Το προσφεύγον υποστηρίζει ότι εμπίπτει στην τελευταία περίπτωση του άρθρου 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, δεδομένου ότι, κατά την άποψή του, οι προσβαλλόμενες διατάξεις έχουν κανονιστικό χαρακτήρα, δεν απαιτούν για την εφαρμογή τους τη λήψη εκτελεστικών μέτρων και θίγουν άμεσα τα μέλη του.

33      Συναφώς, κατά πρώτον, επισημαίνεται ότι, όπως αναγνώρισε το σύνολο των διαδίκων, οι προσβαλλόμενες διατάξεις έχουν κανονιστικό χαρακτήρα κατά την έννοια του άρθρου 263, τέταρτο εδάφιο, τελευταία ημιπερίοδος, ΣΛΕΕ.

34      Πράγματι, η έννοια της κανονιστικής πράξεως κατά τη διάταξη αυτή αφορά κάθε πράξη γενικής ισχύος, πλην των νομοθετικών πράξεων (απόφαση της 3ης Οκτωβρίου 2013, Inuit Tapiriit Kanatami κ.λπ. κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, C-583/11 P, EU:C:2013:625, σκέψεις 60 και 61).

35      Αφενός, οι προσβαλλόμενες διατάξεις έχουν γενική ισχύ, καθόσον έχουν εφαρμογή επί αντικειμενικώς καθοριζομένων περιπτώσεων και παράγουν έννομα αποτελέσματα έναντι κατηγοριών προσώπων οι οποίες προσδιορίζονται κατά τρόπο γενικό και αφηρημένο.

36      Αφετέρου, οι προσβαλλόμενες διατάξεις δεν έχουν νομοθετικό χαρακτήρα, δεδομένου ότι, όπως και ο προσβαλλόμενος κανονισμός που τις περιέχει, στηρίζονται στο άρθρο 43, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ και εκδόθηκαν από το Συμβούλιο κατόπιν προτάσεως της Επιτροπής, χωρίς παρέμβαση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, σύμφωνα με διαδικασία που δεν είναι νομοθετική (διάταξη της 10ης Φεβρουαρίου 2017, Acerga κατά Συμβουλίου, T-153/16, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2017:73, σκέψη 33).

37      Κατά δεύτερον, διαπιστώνεται, όπως συμφωνούν και οι διάδικοι, ότι οι προσβαλλόμενες διατάξεις καθορίζουν αφεαυτών τους περιορισμούς που ισχύουν στην περίπτωση της ερασιτεχνικής αλιείας του λαβρακιού εντός των δύο επίμαχων γεωγραφικών ζωνών και παράγουν επομένως τα αποτελέσματά τους, ιδίως έναντι των ερασιτεχνών αλιέων, χωρίς να απαιτείται η λήψη εκτελεστικών μέτρων ούτε στο επίπεδο της Ένωσης ούτε σε αυτό των κρατών μελών.

38      Κατά τρίτον, οι προσβαλλόμενες διατάξεις θίγουν άμεσα ορισμένα μέλη του προσφεύγοντος, συγκεκριμένα δε, πρώτον, τη Fédération nautique de pêche sportive en apnée (FNPSA), δεύτερον, τη Fédération de la chasse sous-marine passion (FCSMP) και, τρίτον, την Emerald Water Normandie Spearfishing.

39      Συγκεκριμένα, η FNPSA είναι μη κερδοσκοπική ένωση εδρεύουσα στο Pau (νομός Pyrénées-Atlantiques, Γαλλία) και έχει ως σκοπό, όπως μνημονεύεται στο καταστατικό της, την προώθηση, την οργάνωση και την ανάπτυξη της δραστηριότητας της αθλητικού χαρακτήρα υποβρύχιας αλιείας, την παρατήρηση, τη γνώση, την προστασία και την αποκατάσταση του θαλάσσιου περιβάλλοντος. Μέλη της ενώσεως αυτής είναι φορείς και φυσικά πρόσωπα που κατέχουν άδεια παρέχουσα το δικαίωμα ασκήσεως της αθλητικού χαρακτήρα υποβρύχιας αλιείας. Επομένως, μεταξύ των μελών της FNPSA καταλέγονται πρόσωπα τα οποία ασχολούνται με την υποβρύχια αλιεία.

40      Εν συνεχεία, η FCSMP είναι επίσης μη κερδοσκοπική ένωση εδρεύουσα στο Ollioules (νομός Var, Γαλλία), της οποίας μέλη είναι, όπως μνημονεύεται στο καταστατικό της, πρόσωπα ασχολούμενα με την υποβρύχια αλιεία. Σκοπός της είναι, ιδίως, η προστασία της βιωσιμότητας της δραστηριότητας αναψυχής της υποβρύχιας αλιείας ως στοιχείου της πολιτιστικής και αθλητικής κληρονομιάς, η προστασία της ελεύθερης προσβάσεως και ενασχολήσεως με τη δραστηριότητα αυτή του μεγαλύτερου δυνατού αριθμού ατόμων, ειδικότερα δε των νέων, καθώς και η διασφάλιση της ισότιμης μεταχείρισης σε σχέση με τα λοιπά είδη αλιείας.

41      Όσον αφορά την Emerald Water Normandie Spearfishing, πρόκειται για ένωση με σκοπό την προώθηση της υποβρύχιας αλιείας σε τοπικό, περιφερειακό ή ακόμη και σε εθνικό επίπεδο, υπό τη μορφή ενημερωτικών εκστρατειών με κάθε είδους υπόθεμα και κάθε είδους μέσο ενημερώσεως, με τη διοργάνωση αγώνων και εκδηλώσεων, καθώς και με κάθε άλλο διαθέσιμο νόμιμο μέσο. Η ένωση αυτή εδρεύει στη Χάβρη (νομός Seine-Maritime, Γαλλία) και έχει ως ενεργά μέλη άτομα ηλικίας τουλάχιστον 16 ετών τα οποία έχουν προσκομίσει ιατρικό πιστοποιητικό περί του ότι δεν υφίστανται αντενδείξεις για την εκ μέρους τους άσκηση υποβρύχιας αλιείας και θήρας.

42      Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι οι αλιείς που είναι μέλη των τριών αυτών ενώσεων δεν δραστηριοποιούνται στις γεωγραφικές ζώνες τις οποίες αφορούν οι προσβαλλόμενες διατάξεις, στοιχείο που συνεπάγεται, κατ’ αυτήν, το απαράδεκτο της προσφυγής.

43      Συναφώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι, όπως επισημάνθηκε στις σκέψεις 8 έως 11 ανωτέρω, οι προσβαλλόμενες διατάξεις αφορούν την ερασιτεχνική αλιεία του λαβρακιού εντός δύο καθορισμένων γεωγραφικών ζωνών, συγκεκριμένα δε της πρώτης και της δεύτερης ζώνης.

44      Εν προκειμένω, το προσφεύγον προσκόμισε, για τις τρεις ενδιαφερόμενες ενώσεις, βεβαίωση υπογεγραμμένη από τον πρόεδρό τους με την οποία πιστοποιείται ότι τα μέλη τους δραστηριοποιούνταν στην πρώτη ζώνη, όπου ασχολούνται με την υποβρύχια αλιεία. Το στοιχείο αυτό δεν αμφισβητήθηκε από το Συμβούλιο. Επομένως, μπορεί να γίνει δεκτό, κατόπιν εξετάσεως των εγγράφων που προσκόμισαν οι ενδιαφερόμενες ενώσεις, ότι πληρούται στην περίπτωσή τους η προϋπόθεση του παραδεκτού όσον αφορά τις εφαρμοστέες στην πρώτη ζώνη διατάξεις.

45      Εξάλλου, το προσφεύγον επισήμανε, με τις απαντήσεις του στις γραπτές ερωτήσεις του Γενικού Δικαστηρίου, ότι μία από τις ενώσεις του, συγκεκριμένα δε η FNPSA, είχε διοργανώσει εντός της δεύτερης γεωγραφικής ζώνης το γαλλικό πρωτάθλημα υποβρύχιας αλιείας του έτους 2018, οπότε η προϋπόθεση του παραδεκτού πληρούται και όσον αφορά τη ζώνη αυτή.

46      Ομοίως, το προσφεύγον προσκόμισε, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, γραπτή δήλωση του προέδρου της FNPSA, στην οποία μνημονευόταν ότι, κατ’ εφαρμογήν των προσβαλλομένων διατάξεων, τα αλιεύματα λαβρακιού εντός της δεύτερης γεωγραφικής ζώνης είχαν περιοριστεί στα τρία δείγματα κατά τη διάρκεια του πρωταθλήματος του 2018.

47      Με την ίδια δήλωση, ο πρόεδρος της FNPSA διευκρινίζει εξάλλου ότι η θέση σε ισχύ των προσβαλλομένων διατάξεων είχε ως συνέπεια τη μείωση του αριθμού των εγγραφών στους αγώνες που διοργανώνει η ένωση αυτή, ιδίως δε στη δεύτερη ζώνη.

48      Το Συμβούλιο και η Επιτροπή υποστηρίζουν ότι η ανωτέρω δήλωση δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη, διότι προσκομίσθηκε εκπροθέσμως.

49      Συναφώς, επισημαίνεται ότι τα αποτελέσματα των προσβαλλομένων διατάξεων επί του αριθμού των εγγραφών στους αγώνες που διοργανώνει η FNPSA έγιναν αισθητά σταδιακά, κατόπιν της θέσεως σε ισχύ των προσβαλλομένων διατάξεων, στοιχείο το οποίο εξηγεί, αφενός, την αδυναμία του προσφεύγοντος να διαπιστώσει το φαινόμενο αυτό πριν από την επ’ ακροατηρίου συζήτηση και, αφετέρου, το γεγονός ότι τούτο περιήλθε σε γνώση του Γενικού Δικαστηρίου μόνον κατά τη διάρκεια της δίκης.

50      Για τους λόγους αυτούς, η ως άνω δήλωση, την οποία προσκόμισε το προσφεύγον κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, πρέπει να κριθεί παραδεκτή κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 85, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας, το οποίο διέπει την προσκόμιση νέων εγγράφων ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου.

51      Λαμβανομένων υπόψη των στοιχείων αυτών, το Γενικό Δικαστήριο διαπιστώνει, αφενός, ότι οι τρεις φορείς των οποίων οι περιπτώσεις εξετάσθηκαν ανωτέρω περιλαμβάνουν μεταξύ των μελών τους πρόσωπα που ασχολούνται με την ερασιτεχνική αλιεία ή διοργανώνουν αγώνες αλιείας στις γεωγραφικές ζώνες τις οποίες αφορούν οι προσβαλλόμενες διατάξεις και, αφετέρου, ότι η νομική κατάσταση των ενδιαφερομένων φορέων και αλιέων εθίγη άμεσα από τις εν λόγω διατάξεις, δεδομένου ότι αντιμετώπισαν, κατά την άσκηση των δραστηριοτήτων τους, τους προβλεπόμενους στις διατάξεις αυτές περιορισμούς.

52      Υπενθυμίζεται συναφώς ότι ενώσεις δύνανται να ασκούν προσφυγή ενώπιον δικαιοδοτικού οργάνου της Ένωσης, μεταξύ άλλων, εφόσον μεταξύ των μελών τους καταλέγονται πρόσωπα που πληρούν τις προϋποθέσεις περί παραδεκτού τις οποίες προβλέπει το άρθρο 263 ΣΛΕΕ (πρβλ. απόφαση της 15ης Σεπτεμβρίου 2016, Molinos Río de la Plata κ.λπ. κατά Συμβουλίου, T-112/14 έως T-116/14 και T‑119/14, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2016:509, σκέψη 33 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

53      Ως εκ τούτου, πρέπει να γίνει δεκτό ότι οι προσβαλλόμενες διατάξεις αφορούν άμεσα το προσφεύγον, του οποίου μέλη είναι φορείς στους οποίους μετέχουν αλιείς θιγόμενοι από τις διατάξεις αυτές.

54      Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω, η προσφυγή πρέπει να κριθεί παραδεκτή.

 Επί της ουσίας

55      Προς στήριξη της προσφυγής, το προσφεύγον προβάλλει τέσσερις λόγους ακυρώσεως οι οποίοι αφορούν, αντιστοίχως:

–        αναρμοδιότητα της Ένωσης να δράσει στον τομέα της ερασιτεχνικής αλιείας διά της θεσπίσεως των προσβαλλομένων διατάξεων·

–        παραβίαση των αρχών της ασφάλειας δικαίου και της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης·

–        παραβίαση των αρχών της ίσης μεταχειρίσεως και της απαγορεύσεως των διακρίσεων·

–        παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας και προσβολή της ελευθερίας του συνεταιρίζεσθαι και της επιχειρηματικής ελευθερίας.

56      Ο τρίτος και ο τέταρτος λόγος ακυρώσεως αφορούν αποκλειστικώς το άρθρο 9, παράγραφος 4, του προσβαλλομένου κανονισμού.

 Επί του πρώτου λόγου ακυρώσεως, με τον οποίο προβάλλεται αναρμοδιότητα της Ένωσης

57      Το προσφεύγον υποστηρίζει ότι η Ένωση δεν ήταν αρμόδια να ρυθμίσει το ζήτημα της ερασιτεχνικής αλιείας του λαβρακιού, όπως έπραξε με τις προσβαλλόμενες διατάξεις.

58      Το Συμβούλιο, υποστηριζόμενο από την Επιτροπή, αμφισβητεί τα επιχειρήματα του προσφεύγοντος.

59      Συναφώς, επισημαίνεται ότι, όπως προκύπτει από το προοίμιό του, ο προσβαλλόμενος κανονισμός εκδόθηκε βάσει του άρθρου 43, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ, το οποίο περιλαμβάνεται στο τρίτο μέρος, τίτλος III, της Συνθήκης ΛΕΕ, που αφορά τη γεωργία και την αλιεία, και κατά το οποίο «[τ]ο Συμβούλιο, μετά από πρόταση της Επιτροπής, εκδίδει μέτρα σχετικά […] με τον καθορισμό και την κατανομή των αλιευτικών δυνατοτήτων».

60      Κατά το άρθρο 4, παράγραφος 2, στοιχείο δʹ, ΣΛΕΕ, οι αρμοδιότητες που απονέμονται στην Ένωση στον τομέα της γεωργίας και της αλιείας είναι συντρέχουσες.

61      Ωστόσο, ο συντρέχων χαρακτήρας των αρμοδιοτήτων που απονέμονται στην Ένωση στον τομέα της γεωργίας και της αλιείας βρίσκει το όριό του στο άρθρο 4, παράγραφος 2, στοιχείο δʹ, ΣΛΕΕ, δεδομένου ότι τα μέτρα που θεσπίζονται στο πλαίσιο της πολιτικής αυτής δεν εμπίπτουν πλέον σε συντρέχουσα, αλλά σε αποκλειστική αρμοδιότητα, οσάκις αφορούν τη διατήρηση των βιολογικών πόρων της θάλασσας, τομέα στον οποίο η Ένωση έχει τέτοια αρμοδιότητα δυνάμει του άρθρου 3, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, ΣΛΕΕ.

62      Οι προσβαλλόμενες διατάξεις, όμως, θεσπίσθηκαν ακριβώς για την επίτευξη του σκοπού της διατηρήσεως των βιολογικών πόρων της θάλασσας, στο πλαίσιο μέτρων σχετικά με τον καθορισμό και την κατανομή των αλιευτικών δυνατοτήτων κατά την έννοια του άρθρου 43, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ.

63      Πράγματι, ο προσβαλλόμενος κανονισμός εκδόθηκε, όπως μνημονεύεται στην αιτιολογική του σκέψη 1, προκειμένου να καθορισθούν για το έτος 2018 οι αλιευτικές δυνατότητες όσον αφορά ορισμένα αποθέματα ιχθύων ή ομάδες αποθεμάτων ιχθύων στα ύδατα της Ένωσης.

64      Στο πλαίσιο αυτό και όπως προκύπτει από τις αιτιολογικές σκέψεις 7 και 8 του προσβαλλομένου κανονισμού, το Συμβούλιο επιδίωξε να μειώσει τη θνησιμότητα του λαβρακιού, αφού έλαβε από το ICES, αφενός, ανησυχητικά στοιχεία σχετικά με την εξέλιξη του αποθέματος του είδους αυτού ψαριού και, αφετέρου, συστάσεις που το ενθάρρυναν να λάβει μέτρα διατηρήσεως.

65      Υπό τις συνθήκες αυτές, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι ο νομοθέτης της Ένωσης, θεσπίζοντας τις προσβαλλόμενες διατάξεις στο πλαίσιο μέτρων σχετικών με τον καθορισμό και την κατανομή των αλιευτικών δυνατοτήτων κατά την έννοια του άρθρου 43, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ, ενήργησε στον τομέα της αποκλειστικής αρμοδιότητας που του ανατίθεται βάσει του άρθρου 3, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, ΣΛΕΕ.

66      Η εκτίμηση αυτή δεν κλονίζεται από τα επιχειρήματα του προσφεύγοντος.

67      Πρώτον, το προσφεύγον υποστηρίζει ότι η απονεμηθείσα στην Ένωση αρμοδιότητα στον τομέα της αλιείας και της γεωργίας περιορίζεται στις εμπορικές δραστηριότητες και δεν περιλαμβάνει την ερασιτεχνική αλιεία, με συνέπεια να μην επιτρέπεται να θεσπισθούν οι προσβαλλόμενες διατάξεις στο πλαίσιο της πολιτικής αυτής.

68      Κατά το άρθρο 43, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ, όμως, το Συμβούλιο λαμβάνει, κατόπιν προτάσεως της Επιτροπής, μέτρα σχετικά με τον καθορισμό των τιμών, των εισφορών, των ενισχύσεων και των ποσοτικών περιορισμών, καθώς και σχετικά με τον καθορισμό και την κατανομή των αλιευτικών δυνατοτήτων.

69      Επομένως, το άρθρο 43, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ ουδόλως διακρίνει μεταξύ των αλιευτικών δραστηριοτήτων αναλόγως του αν έχουν εμπορικό χαρακτήρα ή όχι, δεδομένου ότι λαμβάνεται υπόψη μόνον η δραστηριότητα αυτή καθεαυτήν, συγκεκριμένα δε εκείνη που συνίσταται στην αλίευση ιχθύων από τους διαθέσιμους πόρους.

70      Εν προκειμένω, από το περιεχόμενο των προσβαλλομένων διατάξεων προκύπτει ότι αυτές θεσπίσθηκαν κατ’ εφαρμογήν της τελευταίας ημιπεριόδου του άρθρου 43, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ, το οποίο παρέχει στο Συμβούλιο τη δυνατότητα να καθορίζει, κατόπιν προτάσεως της Επιτροπής, τις αλιευτικές δυνατότητες.

71      Ως εκ του αντικειμένου του, το άρθρο 43, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ αποσκοπεί, αφενός, στην κατανομή των δυνατοτήτων μεταξύ των αλιέων αλλά και, αφετέρου, στη διαχείριση του διαθέσιμου αποθέματος προς διασφάλιση της βιωσιμότητας της δραστηριότητας αυτής.

72      Κατά συνέπεια, προκειμένου να διασφαλισθεί η επίτευξη του σκοπού που επιδιώκεται με το άρθρο 43, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ, ήταν θεμιτό, σκόπιμο, μάλιστα δε και αναγκαίο για το Συμβούλιο να λάβει υπόψη, κατά τη θέσπιση των προσβαλλομένων διατάξεων, όλες τις δραστηριότητες που μπορούσαν να έχουν επιπτώσεις στην κατάσταση των αποθεμάτων του λαβρακιού και την αποκατάστασή τους, ανεξαρτήτως του εμπορικού ή μη χαρακτήρα των δραστηριοτήτων αυτών.

73      Δεύτερον, το προσφεύγον φρονεί ότι η ερασιτεχνική αλιεία δεν μπορούσε να ρυθμισθεί βάσει της πολιτικής στον τομέα της γεωργίας και της αλιείας, διότι η εν λόγω δραστηριότητα εμπίπτει στους τομείς του αθλητισμού και του τουρισμού, για τους οποίους η αρμοδιότητα της Ένωσης περιορίζεται στον συντονισμό εθνικών δράσεων σύμφωνα με το άρθρο 6, στοιχεία δʹ και εʹ, ΣΛΕΕ.

74      Προς στήριξη της απόψεως αυτής, το προσφεύγον παραπέμπει στην αιτιολογική σκέψη 3 του κανονισμού ΚΑΠ, η οποία, κατά την άποψή του, απονέμει στα κράτη μέλη την αρμοδιότητα να ρυθμίζουν τις δραστηριότητες της ερασιτεχνικής αλιείας.

75      Συναφώς, επισημαίνεται ότι η αιτιολογική σκέψη 3 του κανονισμού ΚΑΠ δεν έχει το περιεχόμενο το οποίο της αποδίδει το προσφεύγον.

76      Συγκεκριμένα, η αιτιολογική σκέψη 3 του κανονισμού ΚΑΠ αποτελείται από δύο ημιπεριόδους όπου μνημονεύεται, αφενός, ότι «η ερασιτεχνική αλιεία μπορεί να έχει σημαντικές επιπτώσεις στους αλιευτικούς πόρους» και, αφετέρου, ότι «τα κράτη μέλη θα πρέπει να εξασφαλίσουν ότι διεξάγεται κατά τρόπο συμβατό προς τους στόχους της [κοινής αλιευτικής πολιτικής]».

77      Επομένως, στην πρώτη ημιπερίοδο της αιτιολογικής σκέψεως 3 του κανονισμού ΚΑΠ αναδεικνύονται οι επιπτώσεις που μπορεί να έχει η ερασιτεχνική αλιεία επί των αποθεμάτων ιχθύων και, κατά συνέπεια, η σημασία δράσεων που αποσκοπούν στη διατήρηση των βιολογικών πόρων, όπως οι δράσεις τις οποίες θέτουν σε εφαρμογή οι προσβαλλόμενες με την υπό κρίση προσφυγή διατάξεις.

78      Όσον αφορά τη δεύτερη ημιπερίοδο της αιτιολογικής σκέψεως 3 του κανονισμού ΚΑΠ, αυτή απαιτεί από τα κράτη μέλη να επαγρυπνούν σε ορισμένο βαθμό προκειμένου να διασφαλίζουν ότι οι αλιευτικές δραστηριότητες ασκούνται κατά τρόπο συμβατό με την κοινή αλιευτική πολιτική.

79      Η απαίτηση αυτή αντιστοιχεί, εν γένει, στην αρμοδιότητα που παρέχεται στις εθνικές διοικητικές αρχές κατά την εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης και δεν μπορεί να ερμηνευθεί ως αναγνώριση ειδικής νομοθετικής αρμοδιότητας των κρατών μελών όσον αφορά την ερασιτεχνική αλιεία.

80      Αντιθέτως, υπογραμμίζοντας τη σημασία της μέριμνας για την τήρηση των σκοπών που καθορίζονται στο πλαίσιο της κοινής αλιευτικής πολιτικής, η αιτιολογική σκέψη 3 του κανονισμού ΚΑΠ προϋποθέτει τη λήψη μέτρων για τον καθορισμό των σκοπών αυτών, στοιχείο το οποίο, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 43, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ, συνεπάγεται παρέμβαση εκ μέρους των θεσμικών οργάνων της Ένωσης, καθένα εκ των οποίων ενεργεί στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων που του απονέμουν οι Συνθήκες.

81      Επομένως, η αιτιολογική σκέψη 3 του κανονισμού ΚΑΠ, την οποία επικαλείται το προσφεύγον, όχι μόνο δεν στηρίζει την άποψη ότι τα κράτη μέλη είναι αρμόδια να ρυθμίζουν την ερασιτεχνική αλιεία του λαβρακιού, αλλά μάλλον ενισχύει την άποψη του Συμβουλίου και της Επιτροπής που υποστήριξαν ότι έπρεπε να ληφθούν μέτρα για τη διατήρηση των βιολογικών πόρων της θάλασσας βάσει του άρθρου 3, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, και του άρθρου 43, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ.

82      Τρίτον, το προσφεύγον υποστηρίζει ότι, καθόσον με τις προσβαλλόμενες διατάξεις καθορίζεται ο τρόπος ασκήσεως της ερασιτεχνικής αλιείας του λαβρακιού, οι διατάξεις αυτές προσομοιάζουν με εναρμόνιση εκφράζουσα την εκ μέρους του Συμβουλίου βούληση ρυθμίσεως συγκεκριμένου οικονομικού τομέα.

83      Μια τέτοια παρέμβαση, όμως, θα αντέβαινε, κατά το προσφεύγον, στη Συνθήκη ΛΕΕ, όπως έκρινε το Δικαστήριο στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της 5ης Οκτωβρίου 2000, Γερμανία κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου (C-376/98, EU:C:2000:544), με την οποία ακυρώθηκε οδηγία περί εναρμονίσεως εθνικών μέτρων εφαρμοστέων σε διάφορες δραστηριότητες σχετικές με τον καπνό, επειδή ο νομοθέτης της Ένωσης είχε υπερβεί την αρμοδιότητά του.

84      Προς απόρριψη της επιχειρηματολογίας αυτής αρκεί η επισήμανση ότι, με την απόφαση της 5ης Οκτωβρίου 2000, Γερμανία κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου (C-376/98, EU:C:2000:544), το Δικαστήριο ακύρωσε την οδηγία της οποίας η νομιμότητα είχε αμφισβητηθεί καθόσον, κατ’ ουσίαν, είχε καταστρατηγηθεί ο ρητός αποκλεισμός κάθε ενδεχομένου εναρμονίσεως όσον αφορά τον επίμαχο τομέα, ενώ εν προκειμένω δεν υφίσταται τέτοια απαγόρευση και, εν πάση περιπτώσει, όπως προκύπτει από τις σκέψεις 57 έως 65 της παρούσας αποφάσεως, ο προσβαλλόμενος κανονισμός εκδόθηκε με ρητή και προσήκουσα νομική βάση.

85      Ως εκ τούτου, ο πρώτος λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

 Επί του δευτέρου λόγου ακυρώσεως, με τον οποίο προβάλλεται παραβίαση των αρχών της ασφάλειας δικαίου και της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης

86      Το προσφεύγον υποστηρίζει ότι, περιορίζοντας την ερασιτεχνική αλιεία του λαβρακιού, ο νομοθέτης της Ένωσης τροποποίησε, ριζικά και απρόβλεπτα, τους κανόνες που εφαρμόζονταν στην ερασιτεχνική αλιεία και έθιξε, αφενός, την ασφάλεια δικαίου και, αφετέρου, τη δικαιολογημένη εμπιστοσύνη που δημιούργησε με τις προηγούμενες πράξεις του.

87      Το Συμβούλιο, υποστηριζόμενο από την Επιτροπή, αμφισβητεί τα επιχειρήματα του προσφεύγοντος.

88      Υπενθυμίζεται συναφώς ότι, κατά πάγια νομολογία, η αρχή της ασφάλειας δικαίου επιτάσσει, αφενός, οι κανόνες δικαίου να είναι σαφείς και ακριβείς και, αφετέρου, η εφαρμογή τους να είναι προβλέψιμη από τους διοικούμενους (πρβλ. απόφαση της 11ης Σεπτεμβρίου 2019, Călin, C-676/17, EU:C:2019:700, σκέψη 50 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

89      Με τη νομολογία διευκρινίζεται ότι η αρχή της ασφάλειας δικαίου έχει ως αναγκαία συνέπεια την υποχρέωση της ενωσιακής διοίκησης να προστατεύει τη δικαιολογημένη εμπιστοσύνη οσάκις η ίδια δημιούργησε στον προσφεύγοντα βάσιμες προσδοκίες (πρβλ. απόφαση της 29ης Νοεμβρίου 2016, T & L Sugars και Sidul Açúcares κατά Επιτροπής, T-103/12, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2016:682, σκέψη 150).

90      Εντούτοις, κατά τη νομολογία, δεν είναι δυνατόν να υφίσταται δικαιολογημένη εμπιστοσύνη για τη διατήρηση υφισταμένης καταστάσεως σε περίπτωση κατά την οποία, λόγω του τομέα στον οποίο εμπίπτει η κατάσταση αυτή, είναι δυνατή η μεταβολή της (πρβλ. απόφαση της 18ης Ιουνίου 2014, Ισπανία κατά Επιτροπής, T-260/11, EU:T:2014:555, σκέψη 87).

91      Η δυνατότητα, όμως, τροποποιήσεως των κανόνων περί αλιευτικών δραστηριοτήτων είναι συμφυής της κοινής αλιευτικής πολιτικής η οποία αποτελεί τομέα στον οποίο τα θεσμικά όργανα της Ένωσης διαθέτουν εξουσία εκτιμήσεως προκειμένου να μπορούν να προσαρμόζουν τα ισχύοντα μέτρα στις διακυμάνσεις της οικονομικής καταστάσεως (πρβλ. απόφαση της 18ης Ιουνίου 2014, Ισπανία κατά Επιτροπής, T-260/11, EU:T:2014:555, σκέψη 87) και, εν πάση περιπτώσει, στην εξέλιξη των αποθεμάτων ενός συγκεκριμένου αλιεύματος [πρβλ. αποφάσεις της 30ής Απριλίου 2019, Ιταλία κατά Συμβουλίου (Αλιευτική ποσόστωση για τον ξιφία της Μεσογείου), C‑611/17, EU:C:2019:332, σκέψεις 30 και 58 έως 61, και της 11ης Ιανουαρίου 2017, Ισπανία κατά Συμβουλίου, C-128/15, EU:C:2017:3, σκέψεις 50 έως 52].

92      Όπως προκύπτει ιδίως από τη σκέψη 64 ανωτέρω, ο νομοθέτης της Ένωσης βρέθηκε αντιμέτωπος εν προκειμένω με κατάσταση όπου, πρώτον, διαπιστωνόταν ανησυχητική μείωση του αποθέματος λαβρακιού, δεύτερον, η ερασιτεχνική αλιεία συνέβαλλε στη θνησιμότητα του είδους και, τρίτον, η αρχή της προφυλάξεως επέβαλλε, κατά το ICES, αφενός, την απαγόρευση των αλιευμάτων του είδους που προέρχονταν από αυτή τη μορφή αλιείας στην πρώτη ζώνη και, αφετέρου, τη σημαντική μείωσή τους στη δεύτερη.

93      Υπό τις συνθήκες αυτές, ο νομοθέτης της Ένωσης νομίμως έκανε χρήση της αρμοδιότητας που του απονέμεται βάσει του άρθρου 3, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, ΣΛΕΕ, θεσπίζοντας διατάξεις βάσει του άρθρου 43, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ, κατά μείζονα δε λόγο αν ληφθεί υπόψη ότι, κατά τη νομολογία, δεν χωρεί επίκληση της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης οσάκις, όπως στην περίπτωση της κοινής αλιευτικής πολιτικής, η δυνατότητα λήψεως των προσβαλλομένων μέτρων προβλέπεται από διάταξη της Ένωσης (πρβλ. απόφαση της 17ης Μαρτίου 2011, AJD Tuna, C-221/09, EU:C:2011:153, σκέψη 75).

94      Η εκτίμηση αυτή δεν δύναται να κλονισθεί από τα επιχειρήματα του προσφεύγοντος.

95      Πρώτον, το προσφεύγον υποστηρίζει ότι τα μέτρα που είχαν ληφθεί προγενέστερα προς διασφάλιση της διατηρήσεως των βιολογικών πόρων της θάλασσας δεν ρύθμιζαν το ζήτημα της ψυχαγωγικής αλιείας, στοιχείο βάσει του οποίου θεωρεί ότι το είδος αυτό δραστηριότητας εκφεύγει της αρμοδιότητας που σκόπευε να ασκήσει επί του παρόντος το Συμβούλιο.

96      Επισημαίνεται συναφώς ότι οι προσβαλλόμενες διατάξεις αποτελούν συνέχεια του κανονιστικού πλαισίου, καθόσον παρόμοια μέτρα, τα οποία περιορίζουν τον αριθμό των δειγμάτων λαβρακιού που επιτρέπεται να διατηρηθούν στο πλαίσιο ερασιτεχνικής αλιείας, έχουν θεσπισθεί ήδη από το 2015 με τον κανονισμό (ΕΕ) 2015/523 του Συμβουλίου, της 25ης Μαρτίου 2015, για την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΕ) 43/2014 και 2015/104 όσον αφορά ορισμένες αλιευτικές δυνατότητες (ΕΕ 2015, L 84, σ. 1).

97      Το ίδιο είδος μέτρου θεσπίσθηκε το 2016 με τον κανονισμό (ΕΕ) 2016/72 του Συμβουλίου, της 22ας Ιανουαρίου 2016, σχετικά με τον καθορισμό, για το 2016, για ορισμένα αποθέματα ιχθύων και ομάδες αποθεμάτων ιχθύων, των αλιευτικών δυνατοτήτων στα ενωσιακά ύδατα, και για τα ενωσιακά αλιευτικά σκάφη, σε ορισμένα μη ενωσιακά ύδατα, καθώς και για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) 2015/104 (ΕΕ 2016, L 22, σ. 1), και το 2017 με τον κανονισμό (ΕΕ) 2017/127 του Συμβουλίου, της 20ής Ιανουαρίου 2017, σχετικά με τον καθορισμό, για το 2017, για ορισμένα αποθέματα ιχθύων και ομάδες αποθεμάτων ιχθύων, των αλιευτικών δυνατοτήτων στα ενωσιακά ύδατα και, για τα ενωσιακά αλιευτικά σκάφη, σε ορισμένα μη ενωσιακά ύδατα (ΕΕ 2017, L 24, σ. 1).

98      Επομένως, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, αντιθέτως προς όσα υποστηρίζει το προσφεύγον, οι προσβαλλόμενες διατάξεις δεν συνιστούν τα πρώτα μέτρα που είχαν ως αντικείμενο τον περιορισμό της ερασιτεχνικής αλιείας στα ευρωπαϊκά ύδατα ούτε, ειδικότερα, την ερασιτεχνική αλιεία του λαβρακιού στα ύδατα αυτά.

99      Δικαιολογημένη εμπιστοσύνη, όμως, μπορεί να υφίσταται μόνον εφόσον πληρούνται πλείονες προϋποθέσεις, μεταξύ των οποίων η προϋπόθεση περί του ότι πρέπει να έχουν παρασχεθεί από την ενωσιακή διοίκηση συγκεκριμένες, ανεπιφύλακτες και συγκλίνουσες διαβεβαιώσεις, προερχόμενες από αρμόδιες και αξιόπιστες πηγές (βλ. απόφαση της 15ης Νοεμβρίου 2018, Deutsche Telekom κατά Επιτροπής, T-207/10, EU:T:2018:786, σκέψη 46 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

100    Λαμβανομένης υπόψη της υπάρξεως προγενέστερων μέτρων, δεν μπορεί να γίνει δεκτό, εν προκειμένω, ότι παρασχέθηκαν στο προσφεύγον συγκεκριμένες, ανεπιφύλακτες και συγκλίνουσες πληροφορίες βάσει των οποίων θα μπορούσε να θεωρήσει, κατά τον χρόνο θεσπίσεως των προσβαλλομένων διατάξεων, ότι η Ένωση δεν επρόκειτο να ρυθμίσει ή δεν θα ρύθμιζε πλέον την ερασιτεχνική αλιεία του λαβρακιού εντός των οικείων γεωγραφικών ζωνών.

101    Δεύτερον, το προσφεύγον υποστηρίζει ότι της δημιουργήθηκε δικαιολογημένη προσδοκία από δήλωση στην οποία προέβη το 2011 ο αρμόδιος για τις Θαλάσσιες Υποθέσεις και την Αλιεία Επίτροπος.

102    Είναι ακριβές ότι, όπως υποστηρίζει το προσφεύγον, το τότε αρμόδιο για τα θέματα αυτά μέλος της Επιτροπής είχε δηλώσει το 2011, κατά τη διάρκεια συζητήσεως στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, τα εξής:

«Η ερασιτεχνική αλιεία δεν αποτελεί […] αρμοδιότητα της Έ[νωσης]. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δεν είναι […] υπεύθυνη, οι δε εθνικές κυβερνήσεις πρέπει να αντιμετωπίσουν όλα αυτά τα προβλήματα […]. Μόνη ευθύνη της Επιτροπής είναι να μεριμνά, στην περίπτωση της ερασιτεχνικής αλιείας, ώστε το προϊόν να μην μπορεί να πωληθεί. Όλα τα υπόλοιπα εμπίπτουν στην αρμοδιότητα των εθνικών κυβερνήσεων.»

103    Ωστόσο, κατά τη νομολογία που μνημονεύθηκε στη σκέψη 99 ανωτέρω, προκειμένου να δημιουργηθούν δικαιολογημένες προσδοκίες στον ενδιαφερόμενο απαιτούνται συγκεκριμένες, ανεπιφύλακτες και συγκλίνουσες διαβεβαιώσεις, προερχόμενες από αρμόδιες και αξιόπιστες πηγές, τις οποίες παρέσχε σε αυτόν η διοίκηση.

104    Εν προκειμένω, όμως, δεν πληρούνται τουλάχιστον δύο από τις απαιτήσεις αυτές.

105    Αφενός, η επίμαχη δήλωση δεν μπορεί να συνιστά «συγκλίνουσες» διαβεβαιώσεις, δεδομένου ότι πρόκειται απλώς για μεμονωμένη και ανεπίσημη θέση μέλους της Επιτροπής, ότι κάθε πρόταση κανονισμού στον τομέα αυτόν πρέπει να εγκρίνεται από την ολομέλεια του εν λόγω θεσμικού οργάνου και ότι η δήλωση αυτή τελεί εν πάση περιπτώσει σε πρόδηλη αντίφαση προς τη ρύθμιση της Ένωσης που μνημονεύεται στις σκέψεις 96 και 97 ανωτέρω.

106    Αφετέρου, η επίμαχη δήλωση δεν έχει τον χαρακτήρα «εξουσιοδοτημένης» δηλώσεως που απαιτείται για να δημιουργηθεί δικαιολογημένη προσδοκία, δεδομένου ότι, στον τομέα του καθορισμού και της κατανομής των αλιευτικών δυνατοτήτων, τα μέτρα πρέπει να θεσπίζονται από το Συμβούλιο και το Κοινοβούλιο, ο δε ρόλος της Επιτροπής περιορίζεται στη νομοθετική πρωτοβουλία και στην εφαρμογή των αποφάσεων που λαμβάνει ο νομοθέτης.

107    Ως εκ τούτου, ο δεύτερος λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

 Επί του τρίτου λόγου ακυρώσεως, με τον οποίο προβάλλεται παραβίαση των αρχών της ίσης μεταχειρίσεως και της απαγορεύσεως των διακρίσεων

108    Το προσφεύγον υποστηρίζει ότι μία από τις προσβαλλόμενες διατάξεις, συγκεκριμένα δε το άρθρο 9, παράγραφος 4, του προσβαλλομένου κανονισμού, παραβιάζει την «αρχή της ισότητας εισάγοντας απαγορευόμενες διακρίσεις».

109    Το Συμβούλιο, υποστηριζόμενο από την Επιτροπή, αμφισβητεί τα επιχειρήματα του προσφεύγοντος.

110    Συναφώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι η υποχρέωση διασφαλίσεως της ίσης μεταχειρίσεως συνιστά γενική αρχή του δικαίου της Ένωσης, την οποία καθιερώνουν τα άρθρα 20 και 21 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: Χάρτης).

111    Κατά τη νομολογία, η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως επιτάσσει, αφενός, να μην αντιμετωπίζονται διαφορετικά παρεμφερείς καταστάσεις και, αφετέρου, να μην αντιμετωπίζονται κατά τον ίδιο τρόπο διαφορετικές καταστάσεις, εκτός αν η αντιμετώπιση αυτή δικαιολογείται βάσει αντικειμενικού και εύλογου κριτηρίου και εφόσον είναι ανάλογη προς τον επιδιωκόμενο σκοπό (πρβλ. αποφάσεις της 14ης Σεπτεμβρίου 2010, Akzo Nobel Chemicals και Akcros Chemicals κατά Επιτροπής, C-550/07 P, EU:C:2010:512, σκέψη 55 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία, και της 16ης Μαρτίου 2004, Afari κατά ΕΚΤ, T-11/03, EU:T:2004:77, σκέψη 65).

112    Οσάκις ο νομοθέτης της Ένωσης διαθέτει ευρεία εξουσία εκτιμήσεως, όπως συμβαίνει στον τομέα της κοινής αλιευτικής πολιτικής, ο έλεγχος της αναλογικότητας πρέπει να περιορίζεται στο ζήτημα αν η διαφορετική μεταχείριση είναι προδήλως ακατάλληλη ή αυθαίρετη σε σχέση με τον επιδιωκόμενο από τον νομοθέτη σκοπό, ανεξαρτήτως αν το μέτρο του οποίου αποφασίσθηκε η λήψη ήταν το μόνο ή το καλύτερο δυνατό (πρβλ. απόφαση της 15ης Σεπτεμβρίου 1982, Kind κατά ΕΟΚ, 106/81, EU:C:1982:291, σκέψη 24).

113    Ο τρίτος λόγος ακυρώσεως αποτελείται από δύο σκέλη, με τα οποία το προσφεύγον υποστηρίζει ότι, εν προκειμένω, οι προσβαλλόμενες διατάξεις εισήγαγαν απαγορευμένη διάκριση μεταξύ, αφενός, της εμπορικής και της ερασιτεχνικής αλιείας και, αφετέρου, μεταξύ διαφόρων μορφών ερασιτεχνικής αλιείας.

–       Επί του πρώτου σκέλους του τρίτου λόγου ακυρώσεως, με το οποίο προβάλλεται διάκριση μεταξύ της εμπορικής και της ερασιτεχνικής αλιείας

114    Πρώτον, το προσφεύγον υποστηρίζει ότι ο νομοθέτης της Ένωσης δεν μπορούσε να υπαγάγει στο ίδιο κανονιστικό πλαίσιο δραστηριότητες τόσο διαφορετικές όπως η εμπορική και η ερασιτεχνική αλιεία.

115    Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι η διαπίστωση περί παραβιάσεως της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων λόγω πανομοιότυπης μεταχειρίσεως διαφορετικών καταστάσεων προϋποθέτει ότι οι σχετικές καταστάσεις δεν είναι παρεμφερείς λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των στοιχείων που τις χαρακτηρίζουν, δεδομένου ότι τα στοιχεία αυτά πρέπει να προσδιορίζονται και να εκτιμώνται με γνώμονα το αντικείμενο και τον σκοπό της οικείας πράξεως της Ένωσης, λαμβανομένων, επιπλέον, υπόψη των αρχών και των σκοπών του τομέα στον οποίο εμπίπτει η επίμαχη πράξη (πρβλ. απόφαση της 18ης Ιουνίου 2014, Ισπανία κατά Επιτροπής, T-260/11, EU:T:2014:555, σκέψη 93).

116    Εν προκειμένω, όμως, η εμπορική και η ερασιτεχνική αλιεία μπορούν να θεωρηθούν παρεμφερείς με γνώμονα τον ουσιώδη σκοπό που επιδιώκεται με τις προσβαλλόμενες διατάξεις, δεδομένου ότι αμφότερες έχουν συνέπειες για τον πληθυσμό του λαβρακιού, στην προστασία του οποίου αποσκοπούν οι διατάξεις αυτές, και επομένως τα επιχειρήματα του προσφεύγοντος δεν μπορούν να ευδοκιμήσουν.

117    Δεύτερον, το προσφεύγον διατείνεται ότι, ακόμη και αν υποτεθεί ότι οι δύο δραστηριότητες μπορούν να θεωρηθούν παρεμφερείς, η εμπορική και η ερασιτεχνική αλιεία τυγχάνουν, κατά τρόπο ανεπίτρεπτο, διαφορετικής μεταχειρίσεως, δεδομένου ότι, με τις προσβαλλόμενες διατάξεις, στην περίπτωση της πρώτης επιβάλλεται προσωρινή απαγόρευση συνοδευόμενη από εξαιρέσεις για κάθε είδος εμπορικής αλιείας, ενώ οι περιορισμοί που αφορούν τη δεύτερη ισχύουν για όλα τα είδη ερασιτεχνικής αλιείας του λαβρακιού.

118    Συναφώς, επισημαίνεται ότι, όπως αναφέρει το προσφεύγον, το άρθρο 9 του προσβαλλομένου κανονισμού εισάγει διαφορετική μεταχείριση μεταξύ της ερασιτεχνικής και της εμπορικής αλιείας, στο μέτρο που, όσον αφορά την πρώτη, επιτρέπεται μόνον η αλιεία τύπου «σύλληψη και ελευθέρωση» στην πρώτη γεωγραφική ζώνη, ενώ, για τη δεύτερη, η κατοχή λαβρακιού επιτρέπεται, για ορισμένη περίοδο του έτους, υπό ορισμένες προϋποθέσεις.

119    Επομένως, πρέπει, αφενός, να καθοριστεί, σύμφωνα με τη νομολογία που μνημονεύθηκε στη σκέψη 111 ανωτέρω, αν η διαφορετική αυτή μεταχείριση των δύο επίμαχων δραστηριοτήτων δικαιολογείται βάσει αντικειμενικού και εύλογου κριτηρίου.

120    Πρέπει να επισημανθεί συναφώς ότι η εμπορική αλιεία, αφενός, ασκείται από πρόσωπα τα οποία την ασκούν επαγγελματικά και, αφετέρου, επηρεάζει, τουλάχιστον δυνητικά, το σύνολο των καταναλωτών. Αντιθέτως, η ερασιτεχνική αλιεία αποτελεί δραστηριότητα αναψυχής, μολονότι εμμέσως δύναται να επηρεάζει επιχειρήσεις, ιδίως δε εκείνες που εμπορεύονται τον σχετικό εξοπλισμό.

121    Επομένως, διαπιστώνεται ότι η διαφορετική μεταχείριση των δύο επίμαχων δραστηριοτήτων, όπως προκύπτει από τις προσβαλλόμενες διατάξεις, συνδέεται με την αντίστοιχη φύση τους και ευθυγραμμίζεται με τους σκοπούς που επιδιώκονται στο πλαίσιο της κοινής αλιευτικής πολιτικής. Πράγματι, όπως μνημονεύεται στο άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού ΚΑΠ, σκοπός της πολιτικής της Ένωσης στον τομέα αυτόν είναι, μεταξύ άλλων, να «διασφαλίζει ότι οι δραστηριότητες αλιείας και υδατοκαλλιέργειας […] υπόκεινται σε διαχείριση με τρόπο που είναι συμβατός με τον στόχο της επίτευξης οικονομικών, κοινωνικών οφελών και οφελών για την απασχόληση, συμβάλλοντας παράλληλα στη διαθεσιμότητα του επισιτιστικού εφοδιασμού».

122    Επομένως, η οικονομική φύση της εμπορικής αλιείας δύναται να δικαιολογήσει, αφενός, την προσοχή του νομοθέτη της Ένωσης στον αντίκτυπο που θα έχουν οι περιορισμοί τους οποίους προτίθεται να επιβάλει σε κάθε είδος εμπορικής αλιείας και, αφετέρου, την προσαρμογή των ορίων αυτών, κατά τρόπο που ανέχεται, σε ορισμένες περιπτώσεις, μόνον τα αναπόφευκτα παρεμπίπτοντα αλιεύματα και επιτρέπει σε ορισμένο βαθμό, σε άλλες περιπτώσεις, την κατευθυνόμενη αλιεία λαβρακιού.

123    Αφετέρου, επισημαίνεται ότι, σύμφωνα με τη νομολογία που μνημονεύθηκε στις σκέψεις 111 έως 112 ανωτέρω, η διαφορετική μεταχείριση των δύο επίμαχων δραστηριοτήτων δεν είναι προδήλως ακατάλληλη ή αυθαίρετη για μια δραστηριότητα αναψυχής, δεδομένου ότι σκοπός της επίμαχης ρυθμίσεως είναι να διατηρηθούν οι βιολογικοί πόροι της θάλασσας και, εν τέλει, να διασφαλισθεί ότι η δραστηριότητα αυτή μπορεί, μετά την ανασύσταση των αποθεμάτων, να ασκηθεί εκ νέου απρόσκοπτα.

124    Συνεπώς, το πρώτο σκέλος του τρίτου λόγου ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί.

–       Επί του δευτέρου σκέλους του τρίτου λόγου ακυρώσεως, με το οποίο προβάλλεται διάκριση μεταξύ διαφόρων μορφών ερασιτεχνικής αλιείας

125    Το προσφεύγον φρονεί ότι οι προσβαλλόμενες διατάξεις εισάγουν διάκριση στο πλαίσιο της ερασιτεχνικής αλιείας μεταξύ, αφενός, της υποβρύχιας αλιείας και, αφετέρου, των λοιπών δραστηριοτήτων που εμπίπτουν στην κατηγορία της ερασιτεχνικής αλιείας.

126    Στο πλαίσιο αυτό, το προσφεύγον υποστηρίζει, κατ’ ουσίαν, ότι οι κανόνες που αφορούν την εμπορική αλιεία λαμβάνουν υπόψη τους διάφορους τρόπους που χρησιμοποιούνται για την αλιεία στον κλάδο της ιχθυοκαλλιέργειας και προβαίνουν σε κατανομή του ποσοστού θνησιμότητας που είναι ανεκτή εκ μέρους του νομοθέτη της Ένωσης, έτσι ώστε να διασφαλίζεται ότι οι περιορισμοί που επιβάλλονται βάσει του άρθρου 9, παράγραφοι 1 έως 3, του προσβαλλομένου κανονισμού δεν έχουν ως αποτέλεσμα ιδιαίτερο μειονέκτημα για κανέναν συγκεκριμένο τρόπο αλιείας.

127    Δεν ισχύει το ίδιο, κατά το προσφεύγον, στην περίπτωση της ερασιτεχνικής αλιείας, δεδομένου ότι ο νομοθέτης, επιτρέποντας μόνον την αλιεία τύπου «σύλληψη και ελευθέρωση», στο πλαίσιο της οποίας τα ψάρια συλλαμβάνονται και εν συνεχεία ρίχνονται ξανά στη θάλασσα, απαγόρευσε στην πράξη την υποβρύχια αλιεία η οποία, ως εκ της φύσεώς της, ασκείται με τη χρήση τουφεκιού ή, εν πάση περιπτώσει, βλημάτων που προκαλούν τον θάνατο των ψαριών και αποκλείουν την περίπτωση το ψάρι να ριφθεί εκ νέου ζωντανό στη θάλασσα.

128    Επομένως, κατά το προσφεύγον, το γεγονός ότι επιτρέπεται η αλιεία τύπου «σύλληψη και ελευθέρωση» εισάγει διάκριση μεταξύ των διαφόρων τρόπων που χρησιμοποιούνται στο πλαίσιο της ερασιτεχνικής αλιείας, η οποία είναι κατά μείζονα λόγο αδικαιολόγητη αν ληφθεί υπόψη ότι, αφενός, ο αντίκτυπος της υποβρύχιας αλιείας στα αλιευτικά αποθέματα είναι περιορισμένος και, αφετέρου, ότι η μορφή αυτή ερασιτεχνικής αλιείας είναι ως εκ της φύσεώς της ιδιαιτέρως επιλεκτική.

129    Πράγματι, από μελέτη που προσκόμισε το προσφεύγον φέρεται να προκύπτει ότι η υποβρύχια αλιεία ευθύνεται στην πράξη για μικρότερη ποσότητα αλιευμάτων από ό,τι οι λοιπές μορφές ερασιτεχνικής αλιείας, συγκεκριμένα δε για ποσοστό περίπου 5,5 % του συνόλου των αλιευμάτων της ερασιτεχνικής αλιείας όσον αφορά το λαβράκι.

130    Εξάλλου, η υποβρύχια αλιεία απαιτεί από τον αλιέα πρώτα να σκοπεύσει και μετά να βάλει κατά του στόχου του, στοιχείο το οποίο συνεπάγεται ότι μπορεί να διακρίνει εκ των προτέρων αν το δείγμα ανήκει σε συγκεκριμένο είδος και αν πληροί τις εκ του νόμου απαιτήσεις περί ελαχίστου μεγέθους.

131    Διαπιστώνεται συναφώς ότι, όπως ορθώς υπογραμμίζει το Συμβούλιο, η υποβρύχια αλιεία έχει σχεδόν αναπόφευκτα ως αποτέλεσμα, λόγω της φύσεώς της, τον θάνατο του ψαριού, καθόσον προϋποθέτει ότι το ψάρι θα πληγεί από βλήμα που το ακινητοποιεί, ενώ, αντιθέτως, η αλιεία τύπου «σύλληψη και ελευθέρωση» ενέχει απλώς κίνδυνο για το ψάρι, δεδομένου ότι η πιθανότητα θανάτου περιορίζεται στην περίπτωση αυτή στο 15 %, σύμφωνα με την εκτίμηση που διατύπωσε το ICES στη γνωμοδότησή του της 24ης Οκτωβρίου 2017.

132    Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτό ότι, καθόσον διαφέρουν αντικειμενικώς ως προς το θανατηφόρο αποτέλεσμά τους επί του αποθέματος ιχθύων, η υποβρύχια αλιεία και οι λοιπές μορφές ερασιτεχνικής αλιείας στο πλαίσιο των οποίων είναι δυνατή η αλιεία τύπου «σύλληψη και ελευθέρωση» επιδέχονταν διαφορετική μεταχείριση.

133    Κατά συνέπεια, οι δύο επίμαχες καταστάσεις δεν μπορούν να χαρακτηρισθούν ως αντικειμενικώς παρεμφερείς με γνώμονα τον επιδιωκόμενο από τις προσβαλλόμενες διατάξεις σκοπό, οπότε τα επιχειρήματα του προσφεύγοντος δεν μπορούν να ευδοκιμήσουν.

134    Επομένως, πρέπει να απορριφθεί το δεύτερο σκέλος του τρίτου λόγου ακυρώσεως και, ως εκ τούτου, ο τρίτος λόγος ακυρώσεως στο σύνολό του.

 Επί του τετάρτου λόγου ακυρώσεως, με τον οποίο προβάλλεται παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας και προσβολή της ελευθερίας του συνεταιρίζεσθαι και της επιχειρηματικής ελευθερίας

135    Ο τέταρτος λόγος ακυρώσεως διαιρείται σε δύο σκέλη. Αφενός, το προσφεύγον υποστηρίζει ότι το άρθρο 9, παράγραφος 4, του προσβαλλομένου κανονισμού παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας. Αφετέρου, υποστηρίζει ότι η διάταξη αυτή συνιστά προσβολή της ελευθερίας του συνεταιρίζεσθαι και της επιχειρηματικής ελευθερίας.

136    Το Συμβούλιο, υποστηριζόμενο από την Επιτροπή, αμφισβητεί τα επιχειρήματα του προσφεύγοντος.

–       Επί του πρώτου σκέλους του τετάρτου λόγου ακυρώσεως, με το οποίο προβάλλεται παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας και της αρχής της προφυλάξεως

137    Το προσφεύγον υποστηρίζει ότι τα μέτρα που προβλέπει το άρθρο 9, παράγραφος 4, του προσβαλλομένου κανονισμού δεν τελούν σε αναλογία προς την αρχή της προφυλάξεως που πρέπει να εφαρμοσθεί εν προκειμένω.

138    Συναφώς, αφενός, υπενθυμίζεται ότι, κατά τη νομολογία, η αρχή της αναλογικότητας, η οποία καταλέγεται μεταξύ των γενικών αρχών του δικαίου της Ένωσης, επιτάσσει τα θεσμικά όργανα της Ένωσης, πρώτον, να μην υπερβαίνουν τα όρια του προσήκοντος και αναγκαίου μέτρου για την επίτευξη των θεμιτών σκοπών που επιδιώκονται με τη σχετική ρύθμιση και, δεύτερον, να προσφεύγουν στα λιγότερο επαχθή μέτρα για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού, χωρίς, τρίτον, τα μειονεκτήματα που προκαλούνται να είναι υπέρμετρα σε σχέση με τους επιδιωκόμενους σκοπούς (πρβλ. απόφαση της 11ης Ιανουαρίου 2017, Ισπανία κατά Συμβουλίου, C-128/15, EU:C:2017:3, σκέψη 71 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

139    Αφετέρου, η νομιμότητα μέτρων που έχουν θεσπισθεί σε τομείς στους οποίους, όπως συμβαίνει σε αυτόν της κοινής αλιευτικής πολιτικής, ο νομοθέτης της Ένωσης διαθέτει ευρεία εξουσία εκτιμήσεως δύναται να θιγεί μόνον εάν το μέτρο που έχει αποφασισθεί είναι προδήλως ακατάλληλο ή αυθαίρετο σε σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό, ανεξαρτήτως αν το μέτρο αυτό είναι το μόνο ή το καλύτερο δυνατό (πρβλ. αποφάσεις της 23ης Μαρτίου 2006, Unitymark και North Sea Fishermen’s Organisation, C-535/03, EU:C:2006:193, σκέψεις 57 και 58 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία, και της 11ης Ιανουαρίου 2017, Ισπανία κατά Συμβουλίου, C-128/15, EU:C:2017:3, σκέψη 72 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

140    Με τα επιχειρήματά του, το προσφεύγον δεν αμφισβητεί ότι πριν από την έκδοση του προσβαλλομένου κανονισμού το λαβράκι απειλούνταν στις γεωγραφικές ζώνες τις οποίες αφορούν οι προσβαλλόμενες διατάξεις, ούτε αμφισβητεί την ανάγκη λήψεως μέτρων για τη μείωση, στις ζώνες αυτές, της θνησιμότητας του ψαριού και την αύξηση της βιομάζας.

141    Ωστόσο, το προσφεύγον υποστηρίζει ότι οι περιορισμοί που προβλέπονται στο άρθρο 9, παράγραφος 4, του προσβαλλομένου κανονισμού δεν μπορούσαν να επιβληθούν ελλείψει πειστικών επιστημονικών στοιχείων ως προς τις επιπτώσεις της ερασιτεχνικής αλιείας στα αποθέματα λαβρακιού.

142    Επισημαίνεται συναφώς ότι, σύμφωνα με τη γνωμοδότηση του ICES της 24ης Οκτωβρίου 2017, τα αλιεύματα λαβρακιού που προέρχονταν από την ερασιτεχνική αλιεία εκτιμήθηκαν για το έτος 2016, στην πρώτη ζώνη, στους 1 627 τόνους και υπερέβαιναν επομένως τις ποσότητες αλιευμάτων που προέρχονταν από την εμπορική αλιεία, τα οποία υπολογίζονταν, όσον τα αφορά, σε 1 295 τόνους.

143    Ακόμη και μετά την επικαιροποίηση της εκτιμήσεως αυτής, το 2018, λαμβανομένων υπόψη των αποτελεσμάτων που είχαν οι επιβληθέντες από το Συμβούλιο περιορισμοί των ποσοτήτων αλιευμάτων και ακόμη και αν υποτεθεί ότι οι περιορισμοί αυτοί τηρούνταν πλήρως, η επίπτωση της ερασιτεχνικής αλιείας στη θνησιμότητα του λαβρακιού εντός της πρώτης ζώνης εξακολούθησε να είναι σημαντική, καθόσον αντιστοιχούσε σε ποσοστό περίπου 14 % των αλιευμάτων λαβρακιού, όπως προκύπτει από τα στοιχεία που περιέχονται στη γνωμοδότηση του ICES της 29ης Ιουνίου 2018.

144    Το άρθρο 2, παράγραφος 2, του κανονισμού ΚΑΠ, όμως, απαιτεί την εφαρμογή της αρχής της προφυλάξεως κατά τον καθορισμό των αλιευτικών δυνατοτήτων.

145    Υπό τις συνθήκες αυτές, το Συμβούλιο έκρινε αναγκαίο να επιβάλει τους επίμαχους περιορισμούς προκειμένου να αντιμετωπίσει τη θνησιμότητα που οφείλεται στην ερασιτεχνική αλιεία. Αφενός, επέτρεψε την αλιεία του τύπου «σύλληψη και ελευθέρωση», επιτρέποντας, επομένως, στους ερασιτέχνες αλιείς να συνεχίσουν να ασκούν τις περισσότερες μορφές ερασιτεχνικής αλιείας παρά τη σύσταση του ICES περί ολοκληρωτικής απαγορεύσεως της αλιείας του συγκεκριμένου είδους ψαριού. Αφετέρου, προέβλεψε έναν κανόνα, τον σχετικό με την αλιεία τύπου «σύλληψη και ελευθέρωση», ο οποίος ευλόγως μπορεί να εφαρμοσθεί σε μία μόνον δραστηριότητα αναψυχής.

146    Τα μέτρα αυτά δεν μπορούν να χαρακτηρισθούν ως προδήλως ακατάλληλα ή αυθαίρετα σε σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό, οπότε δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι, αποφασίζοντας τη λήψη τους, ο νομοθέτης υπερέβη τα όρια της εξουσίας εκτιμήσεως που διαθέτει και ότι παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας. Κατά συνέπεια, το πρώτο σκέλος του τετάρτου λόγου ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί.

–       Επί του δευτέρου σκέλους του τετάρτου λόγου ακυρώσεως, με το οποίο προβάλλεται προσβολή της ελευθερίας του συνεταιρίζεσθαι και της επιχειρηματικής ελευθερίας

147    Το προσφεύγον υποστηρίζει ότι η απαγόρευση της υποβρύχιας αλιείας συνιστά προσβολή της ελευθερίας του συνεταιρίζεσθαι και της επιχειρηματικής ελευθερίας που κατοχυρώνονται στα άρθρα 12 και 16 του Χάρτη, καθόσον επηρεάζει τις υποδομές στους λιμένες αναψυχής, την κατασκευή ειδικού εξοπλισμού για τους λιμένες αυτούς και την παροχή των σχετικών τουριστικών υπηρεσιών.

148    Καταρχάς, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι το προσφεύγον δεν προσκομίζει κανένα στοιχείο προς στήριξη του επιχειρήματός του ότι παραβιάσθηκε η ελευθερία του συνεταιρίζεσθαι. Κατά τη νομολογία, όμως, απλώς και μόνον η αφηρημένη προβολή λόγου ακυρώσεως δεν πληροί τις απαιτήσεις του άρθρου 76, στοιχείο δʹ, του Κανονισμού Διαδικασίας (απόφαση της 29ης Μαρτίου 2012, Telefónica και Telefónica de España κατά Επιτροπής, T-336/07, EU:T:2012:172, σκέψη 59). Ως εκ τούτου, το δεύτερο σκέλος του τετάρτου λόγου ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτο, καθόσον με αυτό προβάλλεται προσβολή της ελευθερίας του συνεταιρίζεσθαι.

149    Όσον αφορά την επιχειρηματική ελευθερία, η οποία αναγνωρίζεται με το άρθρο 16 του Χάρτη, αυτή περιλαμβάνει το δικαίωμα ασκήσεως οικονομικής ή εμπορικής δραστηριότητας, την ελευθερία συνάψεως συμβάσεων και τον ελεύθερο ανταγωνισμό.

150    Εν προκειμένω, πρέπει να επισημανθεί ότι ενδεχόμενη προσβολή της επιχειρηματικής ελευθερίας θα μπορούσε να επηρεάσει τις επιχειρήσεις που ασκούν εμπορική δραστηριότητα συνδεόμενη με την άσκηση υποβρύχιας αλιείας, όπως είναι η πώληση εξοπλισμού. Αντιθέτως, μια τέτοια προσβολή δεν μπορεί να θίγει τους ίδιους τους ερασιτέχνες αλιείς, δεδομένου ότι, όπως προκύπτει από το άρθρο 3, στοιχείο βʹ, του προσβαλλομένου κανονισμού, οι αλιείς αυτοί δεν ασκούν τέτοια δραστηριότητα καθόσον δεν μπορούν να πωλούν τα ψάρια που αλιεύουν.

151    Όσον αφορά τις επιχειρήσεις που ασκούν εμπορική δραστηριότητα συνδεόμενη με την άσκηση υποβρύχιας αλιείας, παρατηρείται ότι το επίμαχο μέτρο θα μπορούσε πράγματι να έχει οικονομικές συνέπειες για τις δραστηριότητές τους, δυνάμενες να επηρεάσουν την απόφασή τους να συνεχίσουν τις εν λόγω δραστηριότητες, και, ως εκ τούτου, θα μπορούσε να συνιστά δυνητικώς περιορισμό της επιχειρηματικής ελευθερίας τους.

152    Συναφώς, το προσφεύγον προσκόμισε έρευνες προκειμένου να καταδειχθεί ότι το λαβράκι είναι το πλέον δημοφιλές είδος για τους ερασιτέχνες αλιείς που ασκούν υποβρύχια αλιεία, για ορισμένους δε από αυτούς αποτελεί το είδος ψαριού που δικαιολογεί την άσκηση της συγκεκριμένης δραστηριότητας. Εάν η τάση αυτή αντικατοπτρίζει την πραγματικότητα, έχει οπωσδήποτε συνέπειες επί του κύκλου εργασιών των επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται στον οικείο τομέα.

153    Ωστόσο, το άρθρο 52, παράγραφος 1, του Χάρτη επιτρέπει την επιβολή περιορισμών στην άσκηση των δικαιωμάτων και των ελευθεριών που κατοχυρώνονται στον Χάρτη, υπό την προϋπόθεση ότι οι εν λόγω περιορισμοί προβλέπονται από τον νόμο, σέβονται το ουσιώδες περιεχόμενο των ως άνω δικαιωμάτων και ελευθεριών και ότι, τηρουμένης της αρχής της αναλογικότητας, είναι αναγκαίοι και ανταποκρίνονται πραγματικά σε αναγνωρισμένους από την Ένωση σκοπούς γενικού συμφέροντος ή στην ανάγκη προστασίας των δικαιωμάτων και ελευθεριών των τρίτων.

154    Τούτο συμβαίνει εν προκειμένω, δεδομένου ότι, πρώτον, το επίμαχο μέτρο προβλέπεται από τον προσβαλλόμενο κανονισμό. Δεύτερον, δεν περιέχει καμία απαγόρευση απευθυνόμενη προς τις επιχειρήσεις που ασκούν εμπορική δραστηριότητα συνδεόμενη με την άσκηση υποβρύχιας αλιείας, οπότε σέβεται το ουσιώδες περιεχόμενο της επιχειρηματικής ελευθερίας. Τρίτον, όπως προκύπτει από την εκτίμηση επί του πρώτου σκέλους του τετάρτου λόγου ακυρώσεως, είναι σύμφωνο με την αρχή της αναλογικότητας, δεδομένου ότι ο επιδιωκόμενος σκοπός είναι, προς το γενικό συμφέρον, η διατήρηση των βιολογικών πόρων της θάλασσας.

155    Το συμπέρασμα αυτό αμφισβητείται από το προσφεύγον, το οποίο υποστηρίζει ότι οι συνέπειες του προσβαλλομένου κανονισμού θα μπορούσαν να μετριασθούν διά της χρήσεως κριτηρίου προσωρινής φύσεως ή διά της προβλέψεως μη αυτόματου μηχανισμού. Αντιθέτως, κατά το προσφεύγον, ο εν λόγω κανονισμός τέθηκε σε ισχύ αμέσως, χωρίς «καμία διαφοροποίηση».

156    Συναφώς, επισημαίνεται ότι ο μη προσωρινός χαρακτήρας του επίμαχου μέτρου διαψεύδεται από τη φύση του προσβαλλομένου κανονισμού, ο οποίος πρόκειται να εφαρμοστεί επί ένα μόνον έτος, εν προκειμένω κατά το έτος 2018.

157    Εξάλλου, αντιθέτως προς όσα υποστηρίζει το προσφεύγον, το επίμαχο μέτρο δεν επιβλήθηκε εκ νέου και αμέσως στην πράξη, δεδομένου ότι το ίδιο μέτρο εφαρμοζόταν ήδη στην πρώτη ζώνη δυνάμει του άρθρου 9, παράγραφος 4, του προϊσχύσαντος κανονισμού, δηλαδή του κανονισμού 2017/127.

158    Επομένως, πρέπει να απορριφθεί ο τέταρτος λόγος ακυρώσεως και, ως εκ τούτου, η προσφυγή στο σύνολό της.

 Επί των δικαστικών εξόδων

159    Κατά το άρθρο 134, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου.

160    Δεδομένου ότι το προσφεύγον ηττήθηκε, πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδά του, καθώς και στα δικαστικά έξοδα στα οποία υποβλήθηκε το Συμβούλιο, περιλαμβανομένων εκείνων της διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων, σύμφωνα με το αίτημα του τελευταίου.

161    Κατά το άρθρο 138, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, τα θεσμικά όργανα που παρεμβαίνουν στη δίκη φέρουν τα δικαστικά έξοδά τους. Κατά συνέπεια, η Επιτροπή φέρει τα δικαστικά έξοδά της.

Για τους λόγους αυτούς,

ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πρώτο τμήμα)

αποφασίζει:

1)      Απορρίπτει την προσφυγή.

2)      Καταδικάζει το International Forum for Sustainable Underwater Activities (IFSUA) στα δικαστικά έξοδά του, καθώς και στα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, περιλαμβανομένων των σχετικών με τη διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων.

3)      Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή φέρει τα δικαστικά έξοδά της.

Valančius

Nihoul

Svenningsen

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 10 Μαρτίου 2020.

(υπογραφές)


*      Γλώσσα διαδικασίας: η ισπανική.