ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (έβδομο πενταμελές τμήμα)

της 13ης Ιουλίου 2022 (*)

«Ρήτρα διαιτησίας – Διεθνής συμβασιούχος υπάλληλος της EUCAP Somalia – Αποστολή εμπίπτουσα στην εξωτερική πολιτική και στην πολιτική ασφαλείας – Μη ανανέωση σύμβασης εργασίας κατόπιν της αποχώρησης του Ηνωμένου Βασιλείου από την Ένωση – Δικαίωμα ακροάσεως – Ίση μεταχείριση – Απαγόρευση των διακρίσεων λόγω ιθαγένειας – Μεταβατική περίοδος που ορίζεται στη συμφωνία για την αποχώρηση του Ηνωμένου Βασιλείου από την Ένωση – Προσφυγή ακυρώσεως – Αγωγή αποζημιώσεως – Πράξεις που συνδέονται αναπόσπαστα με τη σύμβαση – Απαράδεκτο»

Στην υπόθεση T‑194/20,

JF, εκπροσωπούμενος από την A. Kunst, δικηγόρο,

προσφεύγων-ενάγων,

κατά

EUCAP Somalia, εκπροσωπούμενης από την E. Raoult, δικηγόρο,

καθής-εναγομένης,

ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έβδομο πενταμελές τμήμα),

συγκείμενο από τους R. da Silva Passos (εισηγητή), πρόεδρο, V. Valančius, I. Reine, L. Truchot και M. Sampol Pucurull, δικαστές,

γραμματέας: P. Cullen, διοικητικός υπάλληλος,

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,

κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 9ης Δεκεμβρίου 2021,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1        Με την προσφυγή-αγωγή του [στο εξής: προσφυγή], ο προσφεύγων‑ενάγων, JF [στο εξής: προσφεύγων], ζητεί, κυρίως, αφενός, βάσει του άρθρου 263 ΣΛΕΕ, την ακύρωση του σημειώματος της EUCAP Somalia της 18ης Ιανουαρίου 2020 (στο εξής: σημείωμα της 18ης Ιανουαρίου 2020) και της επιστολής της 29ης Ιανουαρίου 2020 (στο εξής: επιστολή της 29ης Ιανουαρίου 2020) με τα οποία η τελευταία αποφάσισε να μην ανανεώσει τη σύμβαση εργασίας του (στο εξής, από κοινού: επίδικες πράξεις) και, αφετέρου, βάσει του άρθρου 268 ΣΛΕΕ, την αποκατάσταση της ζημίας που υπέστη από τις πράξεις αυτές, επικουρικώς δε, βάσει του άρθρου 272 ΣΛΕΕ, την κήρυξη των επίδικων πράξεων ως παράνομων, καθώς και την αποκατάσταση της ζημίας που υπέστη από τις πράξεις αυτές.

I.      Ιστορικό της διαφοράς

2        Η ΕUCAP Somalia, πρώην EUCAP NESTOR, συνιστά αποστολή της Ένωσης στο πλαίσιο της κοινής εξωτερικής πολιτικής και πολιτικής ασφαλείας (ΚΕΠΠΑ), συσταθείσα με την απόφαση 2012/389/ΚΕΠΠΑ του Συμβουλίου, της 16ης Ιουλίου 2012, σχετικά με την αποστολή της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την οικοδόμηση ικανοτήτων [στη Σομαλία (EUCAP Somalia)] (ΕΕ 2012, L 187, σ. 40), η οποία εκδόθηκε κατ’ εφαρμογή του σχετικού με την ΚΕΠΠΑ κεφαλαίου 2 του τίτλου V της Συνθήκης ΕΕ. Σύμφωνα με το άρθρο 2 της απόφασης 2012/389, όπως τροποποιήθηκε με την απόφαση (ΚΕΠΠΑ) 2018/1942 του Συμβουλίου, της 10ης Δεκεμβρίου 2018 (ΕΕ 2018, L 314, σ. 56), η EUCAP Somalia έχει ως στόχο την παροχή βοήθειας στη Σομαλία, προκειμένου η τελευταία να ενισχύσει τις ικανότητές της σε ζητήματα θαλάσσιας ασφάλειας και να είναι σε θέση να τηρεί με αποτελεσματικότερο τρόπο το δίκαιο της θάλασσας.

3        Κατά το άρθρο 7, παράγραφος 3, της απόφασης 2012/389, όπως τροποποιήθηκε με την απόφαση 2018/1942, «η EUCAP Somalia […] προσλαμβάνει επίσης διεθνές και τοπικό προσωπικό, σε συμβατική βάση, εάν δεν παρέχονται τα απαιτούμενα καθήκοντα από το αποσπασθέν προσωπικό των κρατών μελών». Στη συγκεκριμένη διάταξη ορίζεται περαιτέρω ότι, «κατ’ εξαίρεση, σε δεόντως αιτιολογημένες περιπτώσεις, εάν δεν έχουν υποβληθεί αιτήσεις από πρόσωπα με κατάλληλα προσόντα από τα κράτη μέλη, μπορούν να προσλαμβάνονται υπήκοοι των συμμετεχόντων τρίτων κρατών, σε συμβατική βάση, όπως ενδείκνυται». Στο άρθρο 7, παράγραφος 4, της απόφασης 2012/389, όπως τροποποιήθηκε με την απόφαση 2018/1942, διευκρινίζεται ότι «οι όροι εργασίας, τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις για το διεθνές και τοπικό προσωπικό καθορίζονται στις συμβάσεις μεταξύ της EUCAP Somalia και των μελών του προσωπικού».

4        Σύμφωνα με το άρθρο 12 της απόφασης 2012/389, όπως τροποποιήθηκε με την απόφαση 2018/1942, «η EUCAP Somalia έχει την ικανότητα να αγοράζει υπηρεσίες και προμήθειες, να συνάπτει συμβάσεις και να συμφωνεί διοικητικές ρυθμίσεις, να απασχολεί προσωπικό, να διατηρεί τραπεζικούς λογαριασμούς, να αγοράζει και να διαθέτει περιουσιακά στοιχεία και να εξοφλεί τα χρέη της, καθώς και να είναι διάδικος, εφόσον απαιτείται για την εφαρμογή της παρούσας αποφάσεως».

5        Μεταξύ της [εμπιστευτικό] και της 31ης Ιανουαρίου 2020, περιόδου κατά την οποία υπέγραψε πλείονες συναπτές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, ο προσφεύγων ήταν συμβασιούχος υπάλληλος της EUCAP Somalia, όπου ασκούσε καθήκοντα [εμπιστευτικό].

6        Το άρθρο 17 της τελευταίας σύμβασης εργασίας του (στο εξής: επίμαχη σύμβαση), με τίτλο «Διάρκεια», όριζε στην παράγραφο 1 τα εξής:

«Ο εργαζόμενος αρχίζει να εργάζεται την 1η [Νοεμβρίου] 2019 και η διάρκεια της σύμβασης αυτής λήγει στις 31 [Ιανουαρίου] 2020.»

7        Η επίμαχη σύμβαση περιείχε, στο άρθρο 22, παράγραφος 1, ρήτρα διαιτησίας η οποία είχε ως εξής:

«Οι διαφορές που προκύπτουν από τη σύμβαση αυτή υπάγονται στην αρμοδιότητα του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης σύμφωνα με το άρθρο 272 [ΣΛΕΕ].»

8        Στις 29 Μαρτίου 2017 το Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας γνωστοποίησε στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο την πρόθεσή του να αποχωρήσει από την Ευρωπαϊκή Ένωση κατ’ εφαρμογή του άρθρου 50, παράγραφος 2, ΣΕΕ και, κατόπιν τούτου, ακολούθησαν διαπραγματεύσεις επί συμφωνίας καθορίζουσας τις λεπτομέρειες αποχώρησης, σύμφωνα με την ίδια αυτή διάταξη.

9        Συναφώς, αφενός, σε καθεμία από τις τέσσερις τελευταίες συμβάσεις εργασίας του προσφεύγοντος, οι οποίες κάλυπταν συνολικά την περίοδο από την 1η Ιανουαρίου 2019 έως την 31η Ιανουαρίου 2020, περιλαμβανόταν συμβατικός όρος που συνέπιπτε κάθε φορά με τις καταληκτικές ημερομηνίες οι οποίες ορίζονταν διαδοχικά για τη διαπραγμάτευση συμφωνίας αποχώρησης και οι οποίες καθίσταντο, ελλείψει τέτοιας συμφωνίας ή παράτασης της περιόδου διαπραγμάτευσης, ημερομηνίες αποχώρησης χωρίς συμφωνία, σύμφωνα με το άρθρο 50, παράγραφος 3, ΣΕΕ.

10      Αφετέρου, οι δύο τελευταίες συμβάσεις εργασίας που συνήψε ο προσφεύγων, ήτοι η σύμβαση από 13 Απριλίου έως 31 Οκτωβρίου 2019 και η επίμαχη σύμβαση, περιλάμβαναν το άρθρο 18, με τίτλο «Καταγγελία», το οποίο είχε ως ακολούθως:

«18.1.      Η παρούσα σύμβαση μπορεί να λυθεί είτε από τον εργοδότη είτε από τον εργαζόμενο με γραπτή προειδοποίηση [ενός] μηνός και μνεία του λόγου της καταγγελίας. Ο εργαζόμενος πρέπει να τύχει ακροάσεως από τον αναπληρωτή Αρχηγό αποστολής πριν από τη λήψη της σχετικής απόφασης, ενώ ο Αρχηγός αποστολής τηρείται ανά πάσα στιγμή ενήμερος.

[…]

18.3.      Η παρούσα σύμβαση μπορεί ιδίως να λυθεί πριν από τη λήξη της, εάν το Ηνωμένο Βασίλειο παύσει να αποτελεί μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η υποχρέωση του εργοδότη να τηρήσει προθεσμία ενός μηνός καταργείται. Ο εργοδότης οφείλει να επιδιώκει την τήρηση της προειδοποίησης για την εν λόγω λύση.»

11      Με το σημείωμα της 18ης Ιανουαρίου 2020, ο αρχηγός αποστολής της EUCAP Somalia (στο εξής: αρχηγός αποστολής) ενημέρωσε τους διεθνείς συμβασιούχους υπαλλήλους της αποστολής οι οποίοι ήταν υπήκοοι του Ηνωμένου Βασιλείου ότι, λόγω της πιθανής αποχώρησης του Ηνωμένου Βασιλείου από την Ένωση στις 31 Ιανουαρίου 2020, οι συμβάσεις εργασίας τους θα έληγαν την ημερομηνία αυτή, την οποία άλλωστε προέβλεπαν ήδη οι συμβάσεις, ενώ είχαν ήδη επιλεγεί υποψήφιοι για τις θέσεις τους.

12      Στις 24 Ιανουαρίου 2020, οι εκπρόσωποι της Ένωσης και του Ηνωμένου Βασιλείου υπέγραψαν τη συμφωνία για την αποχώρηση του Ηνωμένου Βασιλείου και της Βόρειας Ιρλανδίας από την Ευρωπαϊκή Ένωση και την Ευρωπαϊκή Κοινότητα Ατομικής Ενέργειας (ΕΕ 2020, L 29, σ. 7, στο εξής: συμφωνία για την αποχώρηση του Ηνωμένου Βασιλείου).

13      Την ίδια ημέρα, ο προσφεύγων προσέβαλε ενώπιον του ιεραρχικά προϊσταμένου του με εσωτερική μη πειθαρχικού χαρακτήρα προσφυγή το σημείωμα της 18ης Ιανουαρίου 2020, δυνάμει του άρθρου 21 της επίμαχης σύμβασης, το οποίο φέρει τον τίτλο «Διαδικασία μη πειθαρχικής προσφυγής» και έχει ως εξής:

«1.      Ο εργαζόμενος μπορεί να ασκήσει προσφυγή κατά βλαπτικής γι’ αυτόν πράξης κατά του εργοδότη εντός προθεσμίας ενός μηνός από την ημερομηνία τέλεσης της πράξης. Οι προσφυγές πρέπει να υποβάλλονται στον εργοδότη μέσω του άμεσου προϊσταμένου του μέλους του προσωπικού, εκτός εάν η προσφυγή αφορά τον εν λόγω προϊστάμενο, οπότε μπορεί να υποβληθεί απευθείας στον εργοδότη. Πριν από τη λήψη οποιασδήποτε αποφάσεως, ο εργαζόμενος πρέπει να τύχει ακροάσεως από τον αναπληρωτή Αρχηγό αποστολής, ενώ ο Αρχηγός αποστολής τηρείται συνεχώς ενήμερος.

2.      Η αρχική διαδικασία προσφυγής δεν έχει ανασταλτικό αποτέλεσμα. Ο εργοδότης κοινοποιεί στο μέλος του προσωπικού την αιτιολογημένη απόφασή του εντός ενός μηνός από την ημερομηνία άσκησης της προσφυγής […]».

14      Με επιστολή της 29ης Ιανουαρίου 2020, η οποία κοινοποιήθηκε στον προσφεύγοντα στις 31 Ιανουαρίου 2020, ο αρχηγός αποστολής απέρριψε την εν λόγω προσφυγή και ενημέρωσε εκ νέου τον προσφεύγοντα ότι η επίμαχη σύμβαση επρόκειτο να λήξει στις 31 Ιανουαρίου 2020 λόγω της αποχώρησης του Ηνωμένου Βασιλείου από την Ένωση.

15      Επίσης στις 29 Ιανουαρίου, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ενέκρινε τη σύναψη της συμφωνίας για την αποχώρηση του Ηνωμένου Βασιλείου.

16      Στις 30 Ιανουαρίου 2020, το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης εξέδωσε την απόφαση (ΕΕ) 2020/135, σχετικά με τη σύναψη της συμφωνίας για την αποχώρηση του Ηνωμένου Βασιλείου (ΕΕ 2020, L 29, σ. 1). Δυνάμει του άρθρου 1 της απόφασης αυτής, η συμφωνία για την αποχώρηση του Ηνωμένου Βασιλείου εγκρίθηκε εξ ονόματος της Ένωσης και της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Ατομικής Ενέργειας.

17      Η συμφωνία ορίζει, στο άρθρο 126, μεταβατική περίοδο η οποία αρχίζει από την ημερομηνία ενάρξεως ισχύος της συμφωνίας και λήγει στις 31 Δεκεμβρίου 2020 (στο εξής: μεταβατική περίοδος).

18      Στις 31 Ιανουαρίου 2020 τα μεσάνυχτα, το Ηνωμένο Βασίλειο αποχώρησε από την Ένωση και από την Ευρωπαϊκή Κοινότητα Ατομικής Ενέργειας και, την 1η Φεβρουαρίου 2020, η συμφωνία για την αποχώρηση του Ηνωμένου Βασιλείου τέθηκε σε ισχύ, σύμφωνα με το άρθρο 185 αυτής.

II.    Αιτήματα των διαδίκων

19      Ο προσφεύγων ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:

–        κυρίως, να ακυρώσει τις επίδικες πράξεις και, επικουρικώς, να τις κηρύξει παράνομες·

–        κυρίως, να υποχρεώσει την EUCAP Somalia να του καταβάλει αποζημίωση για την υλική ζημία και χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη λόγω εξωσυμβατικής της ευθύνης και, επικουρικώς, να την υποχρεώσει να του καταβάλει αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω συμβατικής ευθύνης της·

–        να καταδικάσει την EUCAP Somalia στα δικαστικά έξοδα, πλέον τόκων υπολογιζομένων με επιτόκιο 8 %.

20      Η EUCAP Somalia ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:

–        να απορρίψει την προσφυγή ως απαράδεκτη ή, εν πάση περιπτώσει, ως προδήλως αβάσιμη·

–        να καταδικάσει τον προσφεύγοντα στα δικαστικά έξοδα.

III. Σκεπτικό

21      Με την υπό κρίση προσφυγή προβάλλονται, κυρίως, ακυρωτικό αίτημα βάσει του άρθρου 263 ΣΛΕΕ και αποζημιωτικό αίτημα βάσει του άρθρου 268 ΣΛΕΕ, καθώς και, επικουρικώς, αιτήματα βάσει του άρθρου 272 ΣΛΕΕ.

Α.      Επί των κύριων αιτημάτων, που στηρίζονται στα άρθρα 263 και 268 ΣΛΕΕ

22      Χωρίς να προβάλλει τύποις ένσταση κατά την έννοια του άρθρου 130, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου, η EUCAP Somalia αμφισβητεί το παραδεκτό της υπό κρίση προσφυγής, διότι έχει ως κύριες βάσεις στα άρθρα 263 και 268 ΣΛΕΕ, μολονότι ανάγεται σε συμβατική διαφορά για τον λόγο ότι οι επίδικες πράξεις δεν μπορούν να διαχωριστούν από την επίμαχη σύμβαση.

23      Ο προσφεύγων αμφισβητεί την επιχειρηματολογία της EUCAP Somalia.

24      Καταρχάς, ο προσφεύγων υποστηρίζει ότι ο δικαστής της Ένωσης έχει ήδη κρίνει εαυτόν αρμόδιο βάσει των άρθρων 263 και 268 ΣΛΕΕ στο πλαίσιο προσφυγής υπαλλήλων αποσπασμένων σε αποστολές της ΚΕΠΠΑ κατά πράξεων διαχείρισης του προσωπικού. Επομένως, οι προσφυγές συμβασιούχων υπαλλήλων των ίδιων αυτών αποστολών πρέπει ομοίως να εμπίπτουν στις ίδιες αυτές διατάξεις.

25      Στη συνέχεια, ο προσφεύγων ισχυρίζεται ότι η εργασιακή του σχέση με την EUCAP Somalia διεπόταν από διατάξεις δημοσίου δικαίου και ότι ο ίδιος δεν διαπραγματεύθηκε ελεύθερα τις συμβάσεις εργασίας του με την EUCAP Somalia.

26      Τέλος, κατά τον προσφεύγοντα, οι επίδικες πράξεις είναι διοικητικές αποφάσεις δυνάμενες να αποσπαστούν από την επίμαχη σύμβαση, στο μέτρο που εκδόθηκαν κατ’ εκτέλεση διαφόρων οδηγιών που απηύθυνε ο διοικητής μη στρατιωτικών επιχειρήσεων προς τον αρχηγό αποστολής.

1.      Επί του παραδεκτού του στηριζόμενου στο άρθρο 263 ΣΛΕΕ ακυρωτικού αιτήματος

27      Προκαταρκτικά, πρέπει να υπενθυμιστεί ότι, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, η προσφυγή ακυρώσεως δυνάμει του άρθρου 263 ΣΛΕΕ μπορεί να ασκείται κατά όλων των πράξεων των θεσμικών οργάνων, ανεξάρτητα από τη φύση ή τη μορφή τους, οι οποίες αποσκοπούν στην παραγωγή δεσμευτικών εννόμων αποτελεσμάτων ικανών να θίξουν τα συμφέροντα του προσφεύγοντος, μεταβάλλοντας ουσιωδώς τη νομική του κατάσταση (βλ. απόφαση της 25ης Ιουνίου 2020, SC κατά Eulex Κοσσυφοπέδιο, C‑730/18 P, EU:C:2020:505, σκέψη 31 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

28      Εξάλλου, το άρθρο 272 ΣΛΕΕ συνιστά ιδιόμορφο κανόνα ο οποίος επιτρέπει την προσφυγή ενώπιον του δικαστή της Ένωσης δυνάμει ρήτρας διαιτησίας συνομολογηθείσας από τους συμβαλλομένους στο πλαίσιο συμβάσεων δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, τούτο δε άνευ περιορισμών όσον αφορά τη φύση του ασκούμενου ενώπιον του δικαστή της Ένωσης ενδίκου βοηθήματος (βλ. απόφαση της 25ης Ιουνίου 2020, SC κατά Eulex Κοσσυφοπέδιο, C‑730/18 P, EU:C:2020:505, σκέψη 30 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

29      Συνεπώς, όταν έχει συναφθεί σύμβαση μεταξύ του προσφεύγοντος και ενός θεσμικού οργάνου της Ένωσης, ο δικαστής της Ένωσης μπορεί να επιληφθεί προσφυγής βάσει του άρθρου 263 ΣΛΕΕ μόνον αν η προσβαλλόμενη πράξη αποσκοπεί στην παραγωγή δεσμευτικών εννόμων αποτελεσμάτων εκτός των ορίων της συμβατικής σχέσεως που συνδέει τους συμβαλλομένους, τα οποία συναρτώνται με την άσκηση προνομιών δημόσιας εξουσίας που απονέμονται στο συμβαλλόμενο θεσμικό όργανο ως διοικητική αρχή (βλ. απόφαση της 25ης Ιουνίου 2020, SC κατά Eulex Κοσσυφοπέδιο, C‑730/18 P, EU:C:2020:505, σκέψη 32 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

30      Επομένως, όταν, όπως εν προκειμένω, ο προσφεύγων και o καθού συνδέονται με σύμβαση, επιλαμβάνεται καταρχήν ο δικαστής που είναι αρμόδιος για την εκδίκαση διαφορών από τη σύμβαση. Η περίπτωση για την οποία έγινε λόγος στη σκέψη 29 ανωτέρω αποτελεί, ως εκ τούτου, εξαίρεση από την αρχή αυτή, οπότε οι σχετικές προϋποθέσεις πρέπει να ερμηνεύονται στενά.

31      Η υπό κρίση προσφυγή αφορά τη μη ανανέωση της επίμαχης σύμβασης εργασίας πέραν της ημερομηνίας λήξης της, η οποία γνωστοποιήθηκε στον προσφεύγοντα με το σημείωμα της 18ης Ιανουαρίου 2020 και επιβεβαιώθηκε με την επιστολή της 29ης Ιανουαρίου 2020.

32      Πρώτον, κατά το άρθρο 7, παράγραφος 4, της απόφασης 2012/389, όπως τροποποιήθηκε με την απόφαση 2018/1942, οι όροι απασχόλησης, καθώς και τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις του διεθνούς προσωπικού της EUCAP Somalia καθορίζονται με σύμβαση. Επομένως, η εργασιακή σχέση μεταξύ του προσφεύγοντος και της EUCAP Somalia, η οποία έληξε στις 31 Ιανουαρίου 2020, ήταν συμβατικής φύσης.

33      Δεύτερον, η επιστολή της 29ης Ιανουαρίου 2020 αποτέλεσε συνέχεια της άσκησης από τον προσφεύγοντα εσωτερικής μη πειθαρχικού χαρακτήρα προσφυγής δυνάμει συμβατικών διατάξεων, ήτοι του άρθρου 21, παράγραφος 1, της επίμαχης σύμβασης (βλ. σκέψη 13 ανωτέρω).

34      Τρίτον, οι επίδικες πράξεις έχουν ως αντικείμενο τη μη ανανέωση της επίμαχης σύμβασης, κατόπιν της αποχώρησης του Ηνωμένου Βασιλείου από την Ένωση.

35      Συναφώς, αφενός, δεν αμφισβητείται από τους διαδίκους ότι η διάρκεια των τεσσάρων τελευταίων συμβάσεων εργασίας του προσφεύγοντος, η οποία κάλυπτε συνολικά την περίοδο από την 1η Ιανουαρίου 2019 έως την 31η Ιανουαρίου 2020, ορίστηκε σε συνάρτηση με τις ημερομηνίες που είχαν καθοριστεί διαδοχικά για τη διαπραγμάτευση συμφωνίας αποχώρησης, οι οποίες, ελλείψει σύναψης τέτοιας συμφωνίας ή παράτασης της περιόδου διαπραγμάτευσης, θα καθίσταντο, σύμφωνα με το άρθρο 50, παράγραφος 3, ΣΕΕ, ημερομηνίες αποχώρησης χωρίς συμφωνία (βλ. σκέψη 9 ανωτέρω). Συνεπώς, συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων ότι η περίοδος απασχόλησης του προσφεύγοντος στην EUCAP Somalia δεν θα μπορούσε, καταρχήν, να έχει διάρκεια πέραν της ημερομηνίας αποχώρησης του Ηνωμένου Βασιλείου από την Ένωση.

36      Αφετέρου, καθεμία από τις δύο τελευταίες συμβάσεις εργασίας του προσφεύγοντος περιλάμβανε, στο άρθρο 18, παράγραφος 3, ρήτρα κατά την οποία οι συμβάσεις αυτές μπορούσαν να καταγγελθούν πριν από τη λήξη τους, σε περίπτωση που το Ηνωμένο Βασίλειο καθίστατο τρίτο κράτος (βλ. σκέψη 10 ανωτέρω). Μολονότι, όπως υπογραμμίζει ο προσφεύγων, η ρήτρα αυτή δεν εφαρμόστηκε, η ύπαρξή της αποδεικνύει εντούτοις ότι η ιδιότητα του κράτους μέλους για το Ηνωμένο Βασίλειο συνιστούσε συμβατική προϋπόθεση προκειμένου ο προσφεύγων να εξακολουθήσει να απασχολείται στην EUCAP Somalia.

37      Τέταρτον, από τη δικογραφία προκύπτει ότι οι διαδοχικές συμβάσεις εργασίας του προσφεύγοντος περιλάμβαναν, σε παράρτημα, έγγραφο με τίτλο «Περιγραφή της θέσης», κατά το οποίο η θέση απασχόλησης [εμπιστευτικό] που κατείχε ο προσφεύγων δεν ήταν ανοικτή στους υπηκόους τρίτων κρατών.

38      Πέμπτον, είναι αληθές ότι, όπως υπογραμμίζει ο προσφεύγων, στην επιστολή της 29ης Ιανουαρίου 2020, ο αρχηγός αποστολής έκανε αναφορά σε εντολή του διοικητή μη στρατιωτικών επιχειρήσεων, με ημερομηνία 30 Οκτωβρίου 2019, σύμφωνα με την οποία ο τελευταίος επισήμανε στους αρχηγούς των αποστολών που εμπίπτουν στην ΚΕΠΠΑ ότι οι ανανεώσεις συμβάσεων τις οποίες μπορούσαν να προτείνουν στους διεθνείς συμβασιούχους υπαλλήλους τους που ήταν υπήκοοι του Ηνωμένου Βασιλείου δεν μπορούσαν να παραταθούν πέραν της 31ης Ιανουαρίου 2020. Εντούτοις, το γεγονός αυτό δεν αρκεί για να θεωρηθεί ότι οι επίδικες πράξεις κείνται εκτός της συμβατικής σχέσης για τον λόγο ότι ο αρχηγός αποστολής απλώς εκτέλεσε την εν λόγω εντολή.

39      Πράγματι, αφενός, η εντολή του διοικητή μη στρατιωτικών επιχειρήσεων της 30ής Οκτωβρίου 2019 εκδόθηκε κατόπιν της παράτασης της καταληκτικής ημερομηνίας για τη διαπραγμάτευση της συμφωνίας αποχώρησης έως τις 31 Ιανουαρίου 2020, σύμφωνα με το άρθρο 50, παράγραφος 3, ΣΕΕ. Αυτός ήταν ο λόγος για τον οποίον ο διοικητής μη στρατιωτικών επιχειρήσεων υπέδειξε στους αρχηγούς των αποστολών της ΚΕΠΠΑ ότι η διάρκεια των συμβάσεων εργασίας για το προσωπικό με ιθαγένεια Ηνωμένου Βασιλείου δεν μπορούσε να παραταθεί πέραν της 31ης Ιανουαρίου 2020, χωρίς ωστόσο να λάβει θέση σχετικά με τη δυνατότητα ενδεχόμενης ανανέωσης των συμβάσεων μετά την ημερομηνία αυτή. Αφετέρου, με την ίδια εντολή, ο διοικητής μη στρατιωτικών επιχειρήσεων διευκρίνισε ότι η ανανέωση των συμβάσεων εργασίας των συμβασιούχων υπαλλήλων που ήταν υπήκοοι του Ηνωμένου Βασιλείου προϋπόθετε αξιολόγηση του συμφέροντος της υπηρεσίας, όπερ σημαίνει ότι ο αρχηγός αποστολής διέθετε ορισμένο περιθώριο εκτίμησης ως προς τη σκοπιμότητα μιας τέτοιας ανανέωσης, ενδεχομένως με ατομικές αποφάσεις εντασσόμενες στο πλαίσιο των συμβατικών σχέσεων που συνάπτονται με το οικείο προσωπικό.

40      Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι, όπως ορθώς υποστηρίζει η EUCAP Somalia, οι επίδικες πράξεις ανάγονται στη σύμβαση. Επομένως, δεν αποσκοπούν στην παραγωγή δεσμευτικών έννομων αποτελεσμάτων εκτός των ορίων της συμβατικής σχέσης μεταξύ του προσφεύγοντος και της EUCAP Somalia, συναρτώμενων με την εκ μέρους της τελευταίας άσκηση προνομιών δημόσιας εξουσίας. Ως εκ τούτου, οι πράξεις αυτές δεν μπορούν να θεωρηθούν δεκτικές προσφυγής ακυρώσεως δυνάμει του άρθρου 263 ΣΛΕΕ.

41      Το αίτημα το οποίο υποβλήθηκε βάσει του άρθρου 263 ΣΛΕΕ για την ακύρωση των επίδικων πράξεων πρέπει, κατά τα ανωτέρω, να απορριφθεί ως απαράδεκτο.

2.      Επί του παραδεκτού του στηριζόμενου στο άρθρο 268 ΣΛΕΕ αποζημιωτικού αιτήματος 

42      Κατά τη νομολογία, προκειμένου να κριθεί αν μια αγωγή αποζημίωσης έχει ως αντικείμενο τη συμβατική ή την εξωσυμβατική ευθύνη της Ένωσης, τα δικαιοδοτικά όργανα της Ένωσης οφείλουν να ελέγχουν αν η αγωγή έχει ως αντικείμενο αποζημιωτικό αίτημα το οποίο στηρίζεται, βάσει αντικειμενικής και σφαιρικής εκτίμησης, σε δικαιώματα και υποχρεώσεις που απορρέουν από συμβατική σχέση. Προς τούτο, τα εν λόγω δικαιοδοτικά όργανα υποχρεούνται να ελέγχουν, αναλύοντας τα διάφορα στοιχεία της δικογραφίας, ιδίως δε τον κανόνα δικαίου που ενδέχεται να παραβιάστηκε, τη φύση της προβαλλομένης ζημίας, την προσαπτόμενη συμπεριφορά, καθώς και τις τυχόν έννομες σχέσεις των διαδίκων, αν υφίσταται μεταξύ αυτών ένα πραγματικό συμβατικό πλαίσιο το οποίο να συνδέεται με το αντικείμενο της διαφοράς και να πρέπει οπωσδήποτε να εξεταστεί σε βάθος προκειμένου να καταστεί δυνατή η επίλυσή της (πρβλ. απόφαση της 18ης Απριλίου 2013, Επιτροπή κατά Systran και Systran Luxembourg, C‑103/11 P, EU:C:2013:245, σκέψη 66).

43      Τα δικαιοδοτικά όργανα της Ένωσης δεν μπορούν να λαμβάνουν απλώς ως δεδομένους τους κανόνες τους οποίους επικαλούνται οι διάδικοι. Επομένως, το γεγονός και μόνον ότι γίνεται επίκληση νομικών κανόνων που, χωρίς να απορρέουν από την οικεία σύμβαση, είναι δεσμευτικοί για τα συμβαλλόμενα μέρη δεν σημαίνει ότι μεταβάλλεται η συμβατική φύση της διαφοράς. Σε διαφορετική περίπτωση, η φύση της διαφοράς θα μεταβαλλόταν αναλόγως των διατάξεων που επικαλούνται τα μέρη (πρβλ. απόφαση της 18ης Απριλίου 2013, Επιτροπή κατά Systran και Systran Luxembourg, C‑103/11 P, EU:C:2013:245, σκέψεις 64 και 65 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

44      Εν προκειμένω, με το αποζημιωτικό αίτημά του, ο προσφεύγων ζητεί την αποκατάσταση της υλικής ζημίας και την ικανοποίηση της ηθικής βλάβης που του προξένησαν οι επίδικες πράξεις.

45      Όπως, όμως, διαπιστώθηκε στη σκέψη 40 ανωτέρω, οι πράξεις αυτές ανάγονται στη σύμβαση.

46      Επιπλέον, όπως προκύπτει από το δικόγραφο της προσφυγής, η ηθική βλάβη της οποίας την ικανοποίηση ζητεί ο προσφεύγων απορρέει, μεταξύ άλλων, από την ίδια την αιτιολογία των εν λόγω πράξεων και συνίσταται επίσης σε πλήγμα στην επαγγελματική του προοπτική να συνεχίσει τη σχέση εργασίας του με την EUCAP Somalia, η οποία ήταν συμβατικής φύσης (βλ. σκέψη 32 ανωτέρω). Όσον αφορά την υλική ζημία για την οποία ο προσφεύγων αιτείται αποζημίωση, αυτή αντιστοιχεί ιδίως στην απώλεια των μισθών και απολαβών που θα ελάμβανε και των δικαιωμάτων των οποίων θα ετύγχανε εάν η επίμαχη σύμβαση είχε ανανεωθεί κατά τη διάρκεια της μεταβατικής περιόδου.

47      Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι το αποζημιωτικό αίτημα του προσφεύγοντος εντάσσεται σε ένα πραγματικό συμβατικό πλαίσιο, κατά την έννοια της νομολογίας που παρατίθεται στη σκέψη 42 ανωτέρω, και επομένως ανάγεται στη συμβατική ευθύνη της Ένωσης. Ως εκ τούτου, το αίτημα αποζημίωσης το οποίο στήριξε ο προσφεύγων, κυρίως, στο άρθρο 268 ΣΛΕΕ και έχει ως αντικείμενο την εξωσυμβατική ευθύνη της Ένωσης για τις ενέργειες της EUCAP Somalia πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτο.

Β.      Επί των επικουρικών αιτημάτων που στηρίζονται στο άρθρο 272 ΣΛΕΕ

48      Επικουρικώς, ο προσφεύγων προβάλλει αίτημα βάσει του άρθρου 272 ΣΛΕΕ με το οποίο ζητεί, αφενός, να κηρυχθούν οι επίδικες πράξεις παράνομες και, αφετέρου, να αναγνωρισθεί η συμβατική ευθύνη της EUCAP Somalia.

1.      Επί της αρμοδιότητας του Γενικού Δικαστηρίου

49      Κατά το άρθρο 272 ΣΛΕΕ, σε συνδυασμό με το άρθρο 256 ΣΛΕΕ, το Γενικό Δικαστήριο είναι αρμόδιο να λαμβάνει αποφάσεις, σε πρώτο βαθμό, δυνάμει ρήτρας διαιτησίας η οποία περιέχεται σε σύμβαση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, συναφθείσα από την Ένωση ή για λογαριασμό της.

50      Εν προκειμένω, λαμβανομένου υπόψη του γράμματος της ρήτρας διαιτησίας που μνημονεύεται στη σκέψη 7 ανωτέρω, το Γενικό Δικαστήριο είναι αρμόδιο να αποφανθεί επί των επικουρικών αιτημάτων του προσφεύγοντος, κάτι το οποίο, άλλωστε, δεν αμφισβητεί η EUCAP Somalia.

2.      Επί του εφαρμοστέου δικαίου

51      Υπενθυμίζεται ότι, κατά το άρθρο 340, πρώτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, η συμβατική ευθύνη της Ένωσης διέπεται από το δίκαιο που εφαρμόζεται στη σχετική σύμβαση.

52      Οι διαφορές που γεννώνται κατά την εκτέλεση ορισμένης σύμβασης πρέπει να επιλύονται καταρχήν βάσει των συμβατικών ρητρών (βλ. απόφαση της 18ης Νοεμβρίου 2015, Synergy Hellas κατά Επιτροπής, T‑106/13, EU:T:2015:860, σκέψη 37 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). Η ερμηνεία της σύμβασης με βάση τις διατάξεις του εφαρμοστέου στη σύμβαση εθνικού δικαίου δεν δικαιολογείται παρά μόνο σε περίπτωση αμφιβολίας περί του περιεχομένου της σύμβασης ή περί της σημασίας ορισμένων ρητρών της, ή όταν μόνη η σύμβαση δεν παρέχει τη δυνατότητα επιλύσεως όλων των πτυχών της διαφοράς. Επομένως, το βάσιμο της αγωγής πρέπει να εκτιμάται με γνώμονα μόνον τις συμβατικές διατάξεις, η δε προσφυγή στο εφαρμοστέο στη σύμβαση εθνικό δίκαιο είναι αναγκαία μόνον αν οι διατάξεις αυτές δεν παρέχουν δυνατότητα επιλύσεως της διαφοράς (πρβλ. απόφαση της 13ης Ιουλίου 2017, Talanton κατά Επιτροπής, T‑65/15, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2017:491, σκέψη 43 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

53      Η εν λόγω αρχή δεν μπορεί, ωστόσο, να οδηγήσει στην εφαρμογή ρητρών σύμβασης οι οποίες επιτρέπουν στα μέρη να παρακάμπτουν τις αναγκαστικού δικαίου διατάξεις του εφαρμοστέου εθνικού δικαίου, από τις οποίες δεν χωρεί παρέκκλιση και σύμφωνα με τις οποίες πρέπει να εκπληρώνονται ή έχουν εκπληρωθεί οι απορρέουσες από τη σύμβαση υποχρεώσεις.

54      Εξάλλου, όταν τα θεσμικά και λοιπά όργανα ή οι οργανισμοί της Ένωσης εκτελούν μια σύμβαση, εξακολουθούν να υπόκεινται στις υποχρεώσεις που υπέχουν από τον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: Χάρτης) και τις γενικές αρχές του δικαίου της Ένωσης (πρβλ. απόφαση της 16ης Ιουλίου 2020, ADR Center κατά Επιτροπής, C‑584/17 P, EU:C:2020:576, σκέψη 86). Συνεπώς, αν οι διάδικοι αποφασίσουν, μέσω ρήτρας διαιτησίας στη μεταξύ τους σύμβαση, να αναγνωρίσουν στον δικαστή της Ένωσης αρμοδιότητα να αποφαίνεται επί διαφορών σχετικών με τη σύμβαση, ο εν λόγω δικαστής θα είναι αρμόδιος να εξετάσει ενδεχόμενες παραβάσεις του Χάρτη και παραβιάσεις των γενικών αρχών του δικαίου της Ένωσης, ανεξάρτητα από το εφαρμοστέο δίκαιο που προβλέπει η σύμβαση (απόφαση της 16ης Ιουλίου 2020, Inclusion Alliance for Europe κατά Επιτροπής, C‑378/16 P, EU:C:2020:575, σκέψη 81).

55      Σε περίπτωση σιωπής της συμβάσεως, ο δικαστής της Ένωσης οφείλει, κατά περίπτωση, να καθορίσει το εφαρμοστέο δίκαιο κάνοντας χρήση των κανόνων οι οποίοι προβλέπονται στον κανονισμό (ΕΚ) 593/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 17ης Ιουνίου 2008, για το εφαρμοστέο δίκαιο στις συμβατικές ενοχές (Ρώμη Ι) (ΕΕ 2008, L 177, σ. 6) (πρβλ. απόφαση της 18ης Φεβρουαρίου 2016, Calberson GE κατά Επιτροπής, T‑164/14, EU:T:2016:85, σκέψη 25).

56      Εν προκειμένω, στην επίμαχη σύμβαση δεν προσδιορίζεται το εφαρμοστέο σ’ αυτή δίκαιο, εξαιρουμένων των ζητημάτων κοινωνικής ασφάλισης, φορολογίας και συντάξεων, τα οποία δεν αποτελούν αντικείμενο της παρούσας διαφοράς.

57      Εντούτοις, προς στήριξη των επικουρικών αιτημάτων του δυνάμει του άρθρου 272 ΣΛΕΕ, ο προσφεύγων προβάλλει αποκλειστικώς λόγους που αντλούνται από παραβιάσεις του δικαίου της Ένωσης, ιδίως από την παραβίαση των γενικών αρχών του δικαίου της Ένωσης και του Χάρτη. Επιπλέον, δεν προκύπτει ότι, για την επίλυση της υπό κρίση διαφοράς, είναι αναγκαία η εφαρμογή διατάξεων αναγκαστικού δικαίου της εθνικής νομοθεσίας.

58      Σε απάντηση ερωτήσεως που τους τέθηκε κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, οι διάδικοι επιβεβαίωσαν ότι για την εξέταση της ενδεχόμενης συμβατικής ευθύνης της EUCAP Somalia αρκούσε η ανάλυση της επίμαχης σύμβασης, η οποία περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, δυνάμει του άρθρου 1, παράγραφος 1, τις τυποποιημένες επιχειρησιακές διαδικασίες της EUCAP Somalia.

59      Υπό αυτές τις συνθήκες, δεν είναι αναγκαίο να προσδιοριστεί το εθνικό δίκαιο το οποίο εφαρμόζεται στην υπό κρίση διαφορά, η οποία μπορεί να διευθετηθεί βάσει της επίμαχης σύμβασης, των τυποποιημένων επιχειρησιακών διαδικασιών της EUCAP Somalia στις οποίες παραπέμπει η σύμβαση, καθώς και βάσει του Χάρτη και των γενικών αρχών του δικαίου της Ένωσης.

3.      Επί του παραδεκτού

60      Χωρίς να προβάλλει τύποις ένσταση κατά την έννοια του άρθρου 130, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, η EUCAP Somalia αμφισβητεί επίσης το παραδεκτό της υπό κρίση προσφυγής, καθόσον στηρίζεται επικουρικώς στο άρθρο 272 ΣΛΕΕ.

61      Πρώτον, η EUCAP Somalia αμφισβητεί ότι ο προσφεύγων μπορεί να θεμελιώσει το υπό κρίση ένδικο βοήθημα σε επικουρική νομική βάση. Συναφώς, αφενός, υποστηρίζει ότι η θεμελίωσή του επί δύο νομικών βάσεων, μιας κύριας και μιας επικουρικής, ισοδυναμεί με αίτημα να προσδιορίσει το Γενικό Δικαστήριο την προσήκουσα νομική βάση. Αφετέρου, υπογραμμίζει ότι η αβεβαιότητα που συνδέεται με τη νομική βάση περιέπλεξε τον τρόπο με τον οποίο χρειάστηκε να οργανώσει την άμυνά της σε απάντηση των επικουρικών αιτημάτων του προσφεύγοντος, τα οποία στηρίζονται στο άρθρο 272 ΣΛΕΕ.

62      Δεύτερον, η EUCAP Somalia υποστηρίζει ότι αποκλείεται ο αναχαρακτηρισμός της προσφυγής, δεδομένου ότι, μεταξύ των πέντε λόγων που επικαλείται ο προσφεύγων, ουδείς δεν αναφέρεται, με επαρκή ακρίβεια, σε παραβάσεις κανόνων που διέπουν τη συμβατική σχέση μεταξύ αυτού και της EUCAP Somalia.

63      Ο προσφεύγων αμφισβητεί την επιχειρηματολογία της EUCAP Somalia.

64      Πρώτον, είναι αληθές ότι, όπως υπογραμμίζει η EUCAP Somalia, εναπόκειται στον προσφεύγοντα να επιλέξει το νομικό έρεισμα της προσφυγής του και όχι στον δικαστή της Ένωσης να επιλέξει εκείνος την καταλληλότερη νομική βάση (βλ. απόφαση της 15ης Μαρτίου 2005, Ισπανία κατά Eurojust, C‑160/03, EU:C:2005:168, σκέψη 35 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

65      Εντούτοις, εν προκειμένω ο προσφεύγων προέβη ακριβώς σε μια τέτοια επιλογή, καθώς από το δικόγραφό του, και συγκεκριμένα από το τμήμα του που αφορά τα αιτήματα προς στήριξη της υπό κρίση προσφυγής, σαφώς προκύπτει ότι επέλεξε να στηρίξει την προσφυγή του, κυρίως, στα άρθρα 263 και 268 ΣΛΕΕ και, επικουρικώς, στο άρθρο 272 ΣΛΕΕ.

66      Επισημαίνεται συναφώς ότι, αντιθέτως προς όσα ισχυρίζεται η EUCAP Somalia, η αρχή της οποίας γίνεται μνεία στη σκέψη 64 ανωτέρω δεν απαγορεύει αυτή καθεαυτή στον προσφεύγοντα να θεμελιώσει την προσφυγή του επί ορισμένης νομικής βάσης και να επικαλεσθεί, επικουρικώς και σε περίπτωση μη παραδεκτού της πρώτης βάσης, άλλη νομική βάση (πρβλ. απόφαση της 8ης Μαΐου 2007, Citymo κατά Επιτροπής, T‑271/04, EU:T:2007:128, σκέψεις 66 και 67).

67      Επιπλέον, πρέπει να απορριφθεί το επιχείρημα της EUCAP Somalia ότι η προβολή επικουρικών αιτημάτων βάσει του άρθρου 272 ΣΛΕΕ δεν της επέτρεψε να οργανώσει την άμυνά της. Πράγματι, αφενός, οι επίδικες πράξεις οι οποίες προσβάλλονται με την υπό κρίση προσφυγή καθόσον αυτή στηρίζεται, επικουρικώς, στο άρθρο 272 ΣΛΕΕ είναι πανομοιότυπες με εκείνες που προσβάλλονται με την υπό κρίση προσφυγή καθόσον αυτή στηρίζεται, κυρίως, στα άρθρα 263 και 268 ΣΛΕΕ. Αφετέρου, ο προσφεύγων υπογράμμισε ότι οι λόγοι προσφυγής που αντλούνται από παραβιάσεις του δικαίου της Ένωσης και οι οποίοι προβλήθηκαν προς στήριξη των κύριων αιτημάτων του βάσει των άρθρων 263 και 268 ΣΛΕΕ πρέπει να θεωρηθούν ως λόγοι αντλούμενοι από συμβατικές παραβάσεις σε περίπτωση που η προσφυγή του εξεταστεί βάσει του άρθρου 272 ΣΛΕΕ, το οποίο επικαλέστηκε επικουρικώς.

68      Επιβάλλεται, εξάλλου, η διαπίστωση ότι η EUCAP Somalia όντως αμφισβήτησε το βάσιμο των διαφόρων λόγων που προέβαλε ο προσφεύγων προς στήριξη της προσφυγής του.

69      Δεύτερον, όσον αφορά το επιχείρημα της EUCAP Somalia, το οποίο παρατίθεται στη σκέψη 62 ανωτέρω και άπτεται της φύσης των λόγων που προέβαλε ο προσφεύγων, διαπιστώνεται ότι, προς στήριξη των βασιζόμενων στο άρθρο 272 ΣΛΕΕ αιτημάτων του, ο προσφεύγων προβάλλει λόγους αντλούμενους, μεταξύ άλλων, από προσβολή του δικαιώματος ακροάσεως, το οποίο κατοχυρώνεται στο άρθρο 41, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ, του Χάρτη, καθώς και από παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης και της αρχής της απαγόρευσης των διακρίσεων, οι οποίες κατοχυρώνονται, αντιστοίχως, στα άρθρα 20 και 21 του Χάρτη. Επιπλέον, ο προσφεύγων επικαλείται λόγο σχετικό με παραβίαση της αρχής της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, η οποία συνιστά γενική αρχή του δικαίου της Ένωσης (βλ. απόφαση της 26ης Φεβρουαρίου 2016, Šumelj κ.λπ. κατά Επιτροπής, T‑546/13, T‑108/14 και T‑109/14, EU:T:2016:107, σκέψη 72 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

70      Όπως προκύπτει από τη νομολογία που παρατίθεται στη σκέψη 54 ανωτέρω, ο προσφεύγων, επικαλούμενος προς στήριξη των βασιζόμενων στο άρθρο 272 ΣΛΕΕ αιτημάτων του παραβίαση αρχών που κατοχυρώνονται στον Χάρτη και παραβίαση των γενικών αρχών του δικαίου της Ένωσης, επικαλείται κανόνες τους οποίους η ενωσιακή Διοίκηση οφείλει να τηρεί σε συμβατικό πλαίσιο. Ως εκ τούτου, ο προσφεύγων δεν μπορεί να εμποδιστεί να επικαλεστεί παραβίαση των αρχών αυτών προς στήριξη των βασιζόμενων στο άρθρο 272 ΣΛΕΕ αιτημάτων του, με το σκεπτικό ότι μπορεί βασίμως να επικαλεστεί μόνο μη εκτέλεση ρητρών της σύμβασής του ή παραβίαση του εφαρμοστέου σε αυτήν δικαίου, διότι τούτο θα συνεπαγόταν παραβίαση της αρχής της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας, η οποία κατοχυρώνεται στο άρθρο 47 του Χάρτη (πρβλ. απόφαση της 16ης Ιουλίου 2020, ADR Center κατά Επιτροπής, C‑584/17 P, EU:C:2020:576, σκέψεις 85 έως 89).

71      Υπό τις συνθήκες αυτές, η υπό κρίση προσφυγή είναι παραδεκτή καθόσον στηρίζεται στο άρθρο 272 ΣΛΕΕ.

4.      Επί της ουσίας

72      Όπως υπομνήσθηκε στη σκέψη 48 ανωτέρω, ο προσφεύγων προβάλλει επικουρικά αιτήματα με τα οποία ζητεί, αφενός, να κηρυχθούν οι επίδικες πράξεις παράνομες και, αφετέρου, να αναγνωριστεί η συμβατική ευθύνη της Ένωσης λόγω των πράξεων αυτών.

73      Προς στήριξη των σχετικών αιτημάτων, ο προσφεύγων προβάλλει, κατ’ ουσίαν, τέσσερις λόγους, εκ των οποίων ο πρώτος αντλείται από προσβολή του δικαιώματος ακροάσεως, ο δεύτερος από παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης και της απαγόρευσης των διακρίσεων, ο τρίτος από παράβαση της συμφωνίας αποχώρησης του Ηνωμένου Βασιλείου και ο τέταρτος από παραβίαση της αρχής της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης.

α)      Επί του πρώτου λόγου, ο οποίος αφορά προσβολή του δικαιώματος ακροάσεως 

74      Με τον πρώτο λόγο, ο προσφεύγων υποστηρίζει ότι έπρεπε να είχε τύχει ακροάσεως πριν από τη σύνταξη του σημειώματος της 18ης Ιανουαρίου 2020. Αφενός, υπογραμμίζει ότι με το εν λόγω σημείωμα επήλθαν δυσμενείς συνέπειες εις βάρος του, καθόσον διακόπηκε απότομα η απασχόλησή του σε θέση που κατείχε επί σειρά ετών στην EUCAP Somalia. Ο προσφεύγων αμφισβητεί ότι έτυχε ακροάσεως στο πλαίσιο συνάντησης στις 13 Ιανουαρίου 2020, παρουσία όλου του προσωπικού, καθώς και στο πλαίσιο γεύματος εργασίας στις 24 Ιανουαρίου του ίδιου έτους, υποστηρίζει δε ότι οι σχετικές βεβαιώσεις του αρχηγού της αποστολής είναι απαράδεκτες λόγω της εκπρόθεσμης καταθέσεώς τους ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου. Αφετέρου, ισχυρίζεται ότι το άρθρο 21 της επίμαχης σύμβασης επέβαλλε την ακρόασή του από τον αρχηγό αποστολής, πριν o τελευταίος συντάξει το σημείωμα της 18ης Ιανουαρίου 2020.

75      Η EUCAP Somalia αμφισβητεί την επιχειρηματολογία αυτή.

76      Προκειμένου να εξεταστεί ο πρώτος λόγος, ο οποίος αντλείται από προσβολή του δικαιώματος ακροάσεως, πρέπει καταρχάς να γίνει αναφορά στις συμβατικές διατάξεις, καθώς και να εξακριβωθεί αν και σε ποιο βαθμό διασφαλιζόταν με τις διατάξεις αυτές στον προσφεύγοντα δικαίωμα ακροάσεως από τη σύνταξη του σημειώματος της 18ης Ιανουαρίου 2020. Εν πάση περιπτώσει, θα πρέπει να εξεταστεί αν το άρθρο 41, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ, του Χάρτη επέβαλλε στην EUCAP Somalia να προβεί σε ακρόαση του προσφεύγοντος πριν από τη σύνταξη του επίμαχου σημειώματος.

77      Εν προκειμένω, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι ο προσφεύγων και η EUCAP Somalia συνδέονταν με σχέση εξαρτημένης εργασίας και, σύμφωνα με το άρθρο 7, παράγραφος 4, της απόφασης 2012/389, όπως αυτή τροποποιήθηκε με την απόφαση 2018/1942, οι όροι απασχόλησης, καθώς και τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις του προσφεύγοντος καθορίζονταν στην επίμαχη σύμβαση (βλ. σκέψη 32 ανωτέρω).

78      Συναφώς, καταρχάς, στο άρθρο 17 της επίμαχης σύμβασης οριζόταν ότι η διάρκεια της σύμβασης θα εκτεινόταν από την 1η Νοεμβρίου 2019 έως την 31η Ιανουαρίου 2020. Καμία άλλη ρήτρα της σύμβασης αυτής δεν αφορούσε τη λήξη της ούτε προέβλεπε τη δυνατότητα ανανέωσής της.

79      Ακολούθως, επισημαίνεται ότι, βεβαίως, οι τυποποιημένες επιχειρησιακές διαδικασίες αριθ. 4.4 της EUCAP Somalia, οι οποίες αποτελούσαν μέρος της επίμαχης σύμβασης, είχαν ως αντικείμενο «την τυποποίηση των διαδικασιών σχετικά με […] την ανανέωση της σύμβασης εργασίας των συμβασιούχων υπαλλήλων», προκειμένου «να διασφαλίζεται ότι η διαδικασία για […] την ανανέωση της σύμβασης θα πραγματοποιείται με τρόπο διαφανή και υπεύθυνο, με την υιοθέτηση των βέλτιστων πρακτικών». Προβλεπόταν ιδίως ότι την πρωτοβουλία για τη διαδικασία ανανέωσης της σύμβασης είχε η υπηρεσία διαχείρισης ανθρώπινου δυναμικού, η οποία όφειλε να ξεκινά διάλογο με τους υπαλλήλους των οποίων η σύμβαση εργασίας επρόκειτο να λήξει, με πρόσκληση απευθυνόμενη προς αυτούς να ξεκινήσουν την οικεία «έκθεση αξιολόγησης της επίδοσης».

80      Εντούτοις, δεν αμφισβητείται από τους διαδίκους ότι η διαδικασία αυτή μπορούσε να εφαρμοστεί μόνον όταν η απόφαση σχετικά με την ανανέωση της σύμβασης εξαρτιόταν από την αξιολόγηση των επιδόσεων του συμβασιούχου υπαλλήλου. Τούτο δεν ισχύει όσον αφορά τις επίδικες πράξεις, οι οποίες εκδόθηκαν κατόπιν της αποχώρησης του Ηνωμένου Βασιλείου από την Ένωση και αφορούσαν όλο το προσωπικό με συμβάσεις εργασίας της EUCAP Somalia που είχε την ιθαγένεια του εν λόγω κράτους. Επομένως, ο προσφεύγων δεν είχε δικαίωμα ακροάσεως στο πλαίσιο της διαδικασίας αυτής.

81      Εξάλλου, αντιθέτως προς όσα υποστηρίζει ο προσφεύγων, το άρθρο 21, παράγραφος 1, της επίδικης σύμβασης δεν υποχρέωνε τον αρχηγό αποστολής να τον ακούσει πριν από τη σύνταξη του σημειώματος της 18ης Ιανουαρίου 2020. Συγκεκριμένα, η ρήτρα αυτή αφορούσε τις εσωτερικές μη πειθαρχικού χαρακτήρα προσφυγές κατά βλαπτικών πράξεων και προέβλεπε ακρόαση από τον αναπληρωτή αρχηγό αποστολής μόνο μετά την άσκηση τέτοιας προσφυγής.

82      Τέλος, ούτε από το άρθρο 18, παράγραφος 1, της επίδικης σύμβασης, το περιεχόμενο του οποίου παρατίθεται στη σκέψη 10 ανωτέρω, προκύπτει ότι ο αρχηγός αποστολής όφειλε να ακούσει τον προσφεύγοντα πριν συντάξει το σημείωμα της 18ης Ιανουαρίου 2020. Συγκεκριμένα, η ρήτρα αυτή επέβαλλε στην EUCAP Somalia την υποχρέωση να ακούσει τον προσφεύγοντα και να τηρήσει την υποχρέωση προειδοποίησης ενός μηνός σε περίπτωση λύσης της σύμβασης πριν από τη λήξη της, πράγμα που δεν συνέβη εν προκειμένω.

83      Επομένως, ούτε από τις ρήτρες της επίμαχης σύμβασης ούτε από τις τυποποιημένες επιχειρησιακές διαδικασίες της EUCAP Somalia, στις οποίες η εν λόγω σύμβαση παραπέμπει, προκύπτει ότι ο αρχηγός αποστολής όφειλε να ακούσει τον προσφεύγοντα πριν συντάξει το σημείωμα της 18ης Ιανουαρίου 2020.

84      Όσον αφορά το δικαίωμα ακροάσεως όπως αυτό κατοχυρώνεται στον Χάρτη, το άρθρο 41, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ, του Χάρτη, το οποίο έχει γενική εφαρμογή, αναγνωρίζει «το δικαίωμα κάθε προσώπου σε προηγούμενη ακρόαση πριν να ληφθεί ατομικό μέτρο εις βάρος του». Συνακόλουθα, ο σεβασμός του δικαιώματος ακροάσεως, ο οποίος πρέπει να διασφαλίζεται ακόμη και ελλείψει οποιασδήποτε εφαρμοστέας ρυθμίσεως, απαιτεί να παρέχεται προηγουμένως στον ενδιαφερόμενο η δυνατότητα να καταστήσει λυσιτελώς γνωστή την άποψή του σχετικά με τα στοιχεία που θα μπορούσαν να γίνουν δεκτά σε βάρος του στην επικείμενη πράξη (πρβλ. αποφάσεις της 14ης Ιουνίου 2016, Marchiani κατά Κοινοβουλίου, C‑566/14 P, EU:C:2016:437, σκέψη 51, και της 19ης Δεκεμβρίου 2019, Probelte κατά Επιτροπής, T‑67/18, EU:T:2019:873, σκέψη 86).

85      Εν προκειμένω, επισημαίνεται εκ προοιμίου ότι, με τις επίδικες πράξεις, η EUCAP Somalia δεν στέρησε από τον προσφεύγοντα το δικαίωμα, το οποίο δεν είχε, να ανανεωθεί η επίμαχη σύμβαση, όπως προκύπτει από τη σκέψη 78 ανωτέρω. Ομοίως, όπως προκύπτει από τις σκέψεις 79 και 80 ανωτέρω, μολονότι υπήρχε ειδική εσωτερική διαδικασία στην EUCAP Somalia για την ανανέωση των συμβάσεων εργασίας των διεθνών συμβασιούχων υπαλλήλων, η διαδικασία αυτή δεν ετύγχανε εφαρμογής στο πλαίσιο της έκδοσης των επίδικων πράξεων.

86      Όσον αφορά ειδικότερα το σημείωμα της 18ης Ιανουαρίου 2020, πριν από το οποίο ο προσφεύγων υποστηρίζει ότι έπρεπε να ακουστεί, ο αρχηγός αποστολής κατέστησε σαφές με το σημείωμα αυτό στους διεθνείς συμβασιούχους υπαλλήλους που ήταν υπήκοοι του Ηνωμένου Βασιλείου της EUCAP Somalia, περιλαμβανομένου του προσφεύγοντος, ότι θα άφηνε να λήξει η ισχύς των συμβάσεων εργασίας τους, σύμφωνα με τη συνομολογηθείσα με τις συμβάσεις αυτές λήξη της προθεσμίας η οποία και ήταν γνωστή στον προσφεύγοντα ήδη από την υπογραφή της επίμαχης σύμβασης. Ο αρχηγός αποστολής διευκρίνισε, επίσης, ότι είχαν ήδη επιλεγεί υποψήφιοι για τις θέσεις τους.

87      Επισημαίνεται, περαιτέρω, ότι οι προϋποθέσεις για την παραμονή του προσφεύγοντος στην υπηρεσία συνδέονταν στενά με τους όρους της αποχώρησης του Ηνωμένου Βασιλείου από την Ένωση. Πράγματι, όπως αναγνωρίζει και ο ίδιος ο προσφεύγων στο πλαίσιο της υπό κρίση προσφυγής, η διάρκεια των τεσσάρων τελευταίων του συμβάσεων είχε ευθυγραμμισθεί με το χρονοδιάγραμμα των διαπραγματεύσεων για την εν λόγω αποχώρηση (βλ. σκέψη 9 ανωτέρω). Στο πλαίσιο αυτό, ο προσφεύγων μπορούσε να αναμένει ότι η διεξαγωγή και η έκβαση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της Ένωσης και του Ηνωμένου Βασιλείου, των οποίων η καταληκτική ημερομηνία ήταν η 31η Ιανουαρίου 2020, ήτοι η ημερομηνία λήξης της επίμαχης σύμβασης, θα επηρέαζαν την επιλογή της EUCAP Somalia να του προτείνει ή όχι ανανέωση της σύμβασης αυτής.

88      Επιπλέον, κατά τον χρόνο σύνταξης του σημειώματος της 18ης Ιανουαρίου 2020, ήτοι λιγότερο από δύο εβδομάδες πριν από τη λήξη της επίμαχης σύμβασης, ο προσφεύγων δεν είχε εκφράσει κάποιο ενδιαφέρον σχετικά με την ανανέωση της επίμαχης σύμβασης, όπως παραδέχθηκε απαντώντας σε ερώτηση του Γενικού Δικαστηρίου κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση. Ούτε από τη δικογραφία προκύπτει ότι, στο διάστημα μεταξύ της έναρξης της επίμαχης σύμβασης, την 1η Νοεμβρίου 2019, και του σημειώματος της 18ης Ιανουαρίου 2020, ο προσφεύγων ζήτησε από τον αρχηγό αποστολής πληροφορίες σχετικά με ενδεχόμενη ανανέωση της επίμαχης σύμβασης μετά τη λήξη της.

89      Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι με το σημείωμα της 18ης Ιανουαρίου 2020 ο αρχηγός αποστολής περιορίστηκε να υπενθυμίσει τις διατάξεις της επίμαχης σύμβασης σχετικά με την ημερομηνία λήξης, το δε σημείωμα δεν περιέχει οιοδήποτε νέο στοιχείο σε σχέση με τις εν λόγω διατάξεις. Συνεπώς, η επιλογή της EUCAP Somalia να μην κάνει χρήση της δυνατότητάς της να ανανεώσει την επίμαχη σύμβαση, όπως αυτή καταγράφηκε στο σημείωμα της 18ης Ιανουαρίου 2020 και επιβεβαιώθηκε με την επιστολή της 29ης Ιανουαρίου 2020, δεν αποτελούσε, κατά την έννοια του άρθρου 41, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ, του Χάρτη, μέτρο ληφθέν εις βάρος του προσφεύγοντος το οποίο τον επηρέαζε δυσμενώς.

90      Κατά συνέπεια, το άρθρο 41, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ, του Χάρτη δεν επέβαλλε στην EUCAP Somalia την υποχρέωση να ακούσει τον προσφεύγοντα πριν από τη σύνταξη του σημειώματος της 18ης Ιανουαρίου 2020. Η EUCAP Somalia μπορούσε όντως να αφήσει να λήξει η επίμαχη σύμβαση κατά τη συμφωνηθείσα σε αυτήν ημερομηνία.

91      Εν πάση περιπτώσει, πρέπει να υπενθυμιστεί ότι η προσβολή του δικαιώματος ακροάσεως μπορεί να οδηγήσει στην ακύρωση μιας πράξης μόνον όταν αποδεικνύεται ότι η διαδικασία θα μπορούσε να είχε καταλήξει σε διαφορετικό αποτέλεσμα εάν δεν είχε χωρήσει η προσβολή αυτή (πρβλ. απόφαση της 9ης Δεκεμβρίου 2020, Adraces κατά Επιτροπής, T‑714/18, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2020:591, σκέψη 89 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

92      Εν προκειμένω, είναι αληθές ότι, αν είχε τύχει ακροάσεως πριν από τη σύνταξη του σημειώματος της 18ης Ιανουαρίου 2020, ο προσφεύγων θα μπορούσε να προβάλει επιχειρήματα σχετικά με τη δυνατότητα παραμονής στην υπηρεσία των υπαλλήλων με ιθαγένεια του Ηνωμένου Βασιλείου κατά τη μεταβατική περίοδο, δυνάμει της συμφωνίας για την αποχώρηση του Ηνωμένου Βασιλείου.

93      Ωστόσο, το γεγονός αυτό και μόνον δεν αρκεί για να αποδειχθεί ότι η διαδικασία θα μπορούσε να είχε καταλήξει σε διαφορετικό αποτέλεσμα.

94      Συγκεκριμένα, πρώτον, όπως διαπιστώθηκε στις σκέψεις 78 και 85 ανωτέρω, ο προσφεύγων δεν είχε κανένα κεκτημένο δικαίωμα για την ανανέωση της επίμαχης σύμβασης. Δεύτερον, πριν από τη σύνταξη του σημειώματος της 18ης Ιανουαρίου 2020, δεν ήταν ακόμη βέβαιο ότι η συμφωνία για την αποχώρηση του Ηνωμένου Βασιλείου θα ετίθετο σε ισχύ, δεδομένου ότι συνήφθη από το Συμβούλιο μόλις στις 30 Ιανουαρίου του ίδιου έτους (βλ. σκέψη 16 ανωτέρω). Επομένως, μόλις την παραμονή της λήξης ισχύος της επίμαχης σύμβασης συγκεκριμενοποιήθηκε από νομικής απόψεως η δυνατότητα να προταθεί στον προσφεύγοντα ανανέωση της σύμβασης. Τρίτον, από τη δικογραφία προκύπτει ότι, πριν από τη σύνταξη του σημειώματος της 18ης Ιανουαρίου 2020, η EUCAP Somalia είχε ήδη προβεί στην πρόσληψη πολίτη της Ένωσης, προκειμένου αυτός να διαδεχθεί τον προσφεύγοντα στη θέση του σε περίπτωση αποχώρησης του Ηνωμένου Βασιλείου από την Ένωση.

95      Υπό τις συνθήκες αυτές, το Γενικό Δικαστήριο εκτιμά ότι, ακόμη και αν υποτεθεί ότι ο προσφεύγων είχε δικαίωμα ακροάσεως πριν από τη σύνταξη του σημειώματος της 18ης Ιανουαρίου 2020, η διαδικασία δεν θα μπορούσε να έχει καταλήξει σε διαφορετικό αποτέλεσμα, αν ο προσφεύγων είχε ασκήσει το δικαίωμα αυτό.

96      Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, ο πρώτος λόγος πρέπει να απορριφθεί. Δεδομένου ότι το συμπέρασμα αυτό δεν στηρίζεται στις βεβαιώσεις του αρχηγού αποστολής σχετικά με τη συνάντηση της 13ης Ιανουαρίου 2020 και το γεύμα εργασίας της 24ης Ιανουαρίου του ίδιου έτους, δεν είναι αναγκαίο να αποφανθεί το Γενικό Δικαστήριο επί του παραδεκτού των εγγράφων αυτών, το οποίο αμφισβητεί ο προσφεύγων.

β)      Επί του δευτέρου λόγου, που αντλείται από παραβίαση των αρχών της ίσης μεταχείρισης και της απαγόρευσης των διακρίσεων

97      Στο πλαίσιο του δευτέρου λόγου, ο προσφεύγων υποστηρίζει, πρώτον, ότι οι επίδικες πράξεις συνιστούν δυσμενή διάκριση καθόσον έχουν ως αντικείμενο τη μη ανανέωση της επίμαχης σύμβασης λόγω της ιδιότητάς του ως υπηκόου του Ηνωμένου Βασιλείου, ενώ οι συνάδελφοί του άλλης ιθαγένειας παρέμειναν στην υπηρεσία. Προσθέτει ότι οι επίδικες πράξεις δεν μπορούν να στηριχθούν λυσιτελώς στη συμφωνία για την αποχώρηση του Ηνωμένου Βασιλείου, στο μέτρο που, βάσει της συμφωνίας αυτής, το Ηνωμένο Βασίλειο έπρεπε να αντιμετωπιστεί ως κράτος μέλος μέχρι τη λήξη της μεταβατικής περιόδου, οπότε, κατά τη διάρκεια της περιόδου αυτής, η κατάσταση των υπαλλήλων που ήταν υπήκοοι του Ηνωμένου Βασιλείου και των υπαλλήλων που ήταν υπήκοοι άλλων κρατών μελών ήταν παρεμφερής.

98      Δεύτερον, ο προσφεύγων υποστηρίζει ότι οι επίδικες πράξεις παραβιάζουν την αρχή της ίσης μεταχείρισης, στο μέτρο που για 20 διεθνείς συμβασιούχους υπαλλήλους άλλων αποστολών της ΚΕΠΠΑ, πέραν της αποστολής EUCAP Somalia, οι οποίοι έχουν επίσης ιθαγένεια Ηνωμένου Βασιλείου, οι συμβάσεις εργασίας παρατάθηκαν κατά τη μεταβατική περίοδο.

99      Τρίτον, ο προσφεύγων αμφισβητεί ότι η EUCAP Somalia μπορεί να στηριχθεί για πρώτη φορά, κατά το στάδιο της ένδικης διαδικασίας, στην ιδιαιτερότητα των καθηκόντων του ως [εμπιστευτικό] και στην παρέκκλιση του άρθρου 127, παράγραφος 7, στοιχείο βʹ, της συμφωνίας για την αποχώρηση του Ηνωμένου Βασιλείου, χωρίς να έχει αναφερθεί στους λόγους αυτούς στις επίδικες πράξεις.

100    Η EUCAP Somalia αμφισβητεί την επιχειρηματολογία του προσφεύγοντος, υπογραμμίζοντας, μεταξύ άλλων, την ιδιαίτερη κατάστασή του λόγω του ευαίσθητου χαρακτήρα των καθηκόντων του [εμπιστευτικό], η οποία εμπόδιζε την ανανέωση της σύμβασής του, σύμφωνα με το άρθρο 127, παράγραφος 7, στοιχείο βʹ, της συμφωνίας για την αποχώρηση του Ηνωμένου Βασιλείου. Συναφώς, η EUCAP Somalia υποστηρίζει ότι η αναφορά της στο άρθρο αυτό αποτελεί απλώς συμπλήρωμα της αιτιολογίας που ήδη περιέχεται στις επίδικες πράξεις, προς δικαιολόγηση της μη ανανέωσης της επίμαχης σύμβασης.

101    Προκαταρκτικώς, όσον αφορά την πρόσθετη αιτιολογία που προέβαλε η EUCAP Somalia κατά τη διάρκεια της δίκης, διαπιστώνεται ότι η παράγραφος 21 του άρθρου 2 της επίμαχης σύμβασης, της οποίας το γράμμα παρατίθεται στη σκέψη 13 ανωτέρω, υποχρέωνε την EUCAP Somalia να αιτιολογήσει την απάντησή της στην προσφυγή που άσκησε ο προσφεύγων βάσει της παραγράφου 1 του ίδιου άρθρου.

102    Επιπλέον, πρέπει να υπενθυμιστεί ότι η υποχρέωση της Διοίκησης της Ένωσης να αιτιολογεί τις αποφάσεις της προβλέπεται, ιδίως, στο άρθρο 41, παράγραφος 2, στοιχείο γʹ, του Χάρτη και ισχύει, ως εκ τούτου, και στην περίπτωση που αυτή ενεργεί σε συμβατικό πλαίσιο, όπως επισημάνθηκε στη σκέψη 54 ανωτέρω (πρβλ. απόφαση της 24ης Φεβρουαρίου 2021, Universität Koblenz-Landau κατά EACEA, T‑606/18, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2021:105, σκέψεις 27 έως 32).

103    Συναφώς, η υποχρέωση αιτιολόγησης έχει ως σκοπό να παράσχει στον μεν δικαστή της Ένωσης τη δυνατότητα να ασκήσει τον έλεγχό του επί της νομιμότητας ορισμένης αποφάσεως, στον δε ενδιαφερόμενο επαρκείς ενδείξεις ως προς το αν η εν λόγω απόφαση είναι βάσιμη ή αν πάσχει ελάττωμα λόγω του οποίου θα μπορούσε να αμφισβητηθεί η νομιμότητά της (πρβλ. απόφαση της 11ης Ιουνίου 2020, Επιτροπή κατά Di Bernardo, C‑114/19 P, EU:C:2020:457, σκέψη 51 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). Επομένως, κατά πάγια νομολογία διαμορφωθείσα στο πεδίο των ακυρωτικών προσφυγών, η οποία μπορεί να τύχει εφαρμογής στο συμβατικό πλαίσιο της υπό κρίση υπόθεσης, η υποχρέωση αιτιολόγησης δεν επιτρέπει στο καθού θεσμικό όργανο να αντικαταστήσει, κατά το στάδιο της ένδικης διαδικασίας, με εντελώς νέα αιτιολογία την αρχική αιτιολογία της προσβαλλομένης απόφασης (πρβλ. αποφάσεις της 7ης Φεβρουαρίου 1990, Culin κατά Επιτροπής, C‑343/87, EU:C:1990:49, σκέψη 15, της 21ης Μαρτίου 1996, Farrugia κατά Επιτροπής, T‑230/94, EU:T:1996:40, σκέψη 36, και της 22ας Απριλίου 2015, Tomana κ.λπ. κατά Συμβουλίου και Επιτροπής, T‑190/12, EU:T:2015:222, σκέψη 151 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

104    Εν προκειμένω, το Γενικό Δικαστήριο κρίνει σκόπιμο να εξετάσει τον δεύτερο λόγο, ο οποίος αντλείται από παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης και της απαγόρευσης των διακρίσεων, υπό το πρίσμα των λόγων που παρατίθενται στις επίδικες πράξεις, τούτο δε προτού εξετάσει ενδεχομένως αν είναι αναγκαίο να ληφθεί υπόψη η συμπληρωματική αιτιολογία που προέβαλε η EUCAP Somalia κατά τη διάρκεια της δίκης και, ως εκ τούτου, προτού κρίνει αν η αιτιολογία αυτή μπορεί να ληφθεί υπόψη ή αν πρέπει να απορριφθεί ως εντελώς νέα.

105    Συναφώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι, με το σημείωμα της 18ης Ιανουαρίου 2020, οι διεθνείς συμβασιούχοι υπάλληλοι της EUCAP Somalia οι οποίοι ήταν υπήκοοι του Ηνωμένου Βασιλείου ενημερώθηκαν όλοι, ανεξαρτήτως των καθηκόντων τους, ότι οι συμβάσεις εργασίας τους δεν επρόκειτο να ανανεωθούν και ότι θα έληγαν κατά τη συμφωνηθείσα ημερομηνία λήξης, ήτοι στις 31 Ιανουαρίου 2020. Στο σημείωμα αυτό, καταρχάς, ο αρχηγός αποστολής εκτίμησε ότι το Ηνωμένο Βασίλειο θα καθίστατο τρίτο κράτος από 1ης Φεβρουαρίου 2020 και επισήμανε ότι, σύμφωνα με την απόφαση 2012/389, η πρόσληψη υπηκόων τρίτων κρατών ως διεθνών συμβασιούχων υπαλλήλων επιτρεπόταν μόνον κατ’ εξαίρεση, όταν δεν είναι δυνατή η επιλογή υποψηφίου που είναι υπήκοος κράτους μέλους. Εν συνεχεία, επισήμανε ότι η συμφωνία για την αποχώρηση του Ηνωμένου Βασιλείου προέβλεπε μεταβατική περίοδο κατά τη διάρκεια της οποίας θα μπορούσε να συναφθεί μεταξύ της Ένωσης και του κράτους αυτού συμφωνία‑πλαίσιο όσον αφορά τη συμμετοχή των υπηκόων του στις αποστολές που σχετίζονται με την ΚΕΠΠΑ, πιθανώς μετά από μια περίοδο διαπραγματεύσεων. Τέλος, ενημέρωσε τους ενδιαφερόμενους υπαλλήλους ότι είχαν επιλεγεί υποψήφιοι για τις θέσεις τους.

106    Με την επιστολή της 29ης Ιανουαρίου 2020, ο αρχηγός αποστολής, αφού επανέλαβε τους λόγους που περιέχονταν στο σημείωμα της 18ης Ιανουαρίου 2020, διευκρίνισε στον προσφεύγοντα ότι η μη ανανέωση της επίμαχης σύμβασης βασιζόταν σε επιχειρησιακή αξιολόγηση της αποστολής προς το συμφέρον της υπηρεσίας που αφορά τις μελλοντικές ανανεώσεις συμβάσεων, σύμφωνα με εντολή του διοικητή μη στρατιωτικών επιχειρήσεων της 30ής Οκτωβρίου 2019 και σύμφωνα με τις συστάσεις της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Εξωτερικής Δράσης (ΕΥΕΔ). Ο αρχηγός αποστολής κατέληξε στο συμπέρασμα ότι το σημείωμα της 18ης Ιανουαρίου 2020 συντάχθηκε «λαμβανομένων υπόψη των κινδύνων και των αμφιβολιών ως προς τις διαπραγματεύσεις μεταξύ [του Ηνωμένου Βασιλείου] και της [Ένωσης], του χρονοδιαγράμματός τους και της πιθανότητας ενός σκληρού Brexit, λαμβανομένων υπόψη των δυσχερειών που συνδέονται με διαδοχικές συμβάσεις μικρής διάρκειας λόγω της αβεβαιότητας και του χρονοδιαγράμματος των εξελίξεων του Brexit, λαμβανομένων υπόψη [των] ετών υπηρεσίας [του προσφεύγοντος] και λαμβανομένης, επίσης, υπόψη της ανάγκης να διασφαλιστεί η συνέχεια των δραστηριοτήτων της υπηρεσίας».

107    Κατά πάγια νομολογία, η αρχή της ίσης μεταχείρισης και η αρχή της απαγόρευσης των διακρίσεων αποτελούν δύο εκφάνσεις της ίδιας γενικής αρχής του δικαίου, δυνάμει της οποίας απαγορεύεται, αφενός, η διαφορετική μεταχείριση παρόμοιων καταστάσεων και, αφετέρου, η μεταχείριση διαφορετικών καταστάσεων κατά τον ίδιο τρόπο, εκτός εάν υπάρχουν αντικειμενικοί λόγοι που δικαιολογούν την εκάστοτε μεταχείριση [πρβλ. αποφάσεις της 27ης Ιανουαρίου 2005, Europe Chemi-Con (Deutschland) κατά Συμβουλίου, C‑422/02 P, EU:C:2005:56, σκέψη 33, και της 20ής Νοεμβρίου 2017, Voigt κατά Κοινοβουλίου, T‑618/15, EU:T:2017:821, σκέψη 98].

108    Ειδικότερα, το άρθρο 21, παράγραφος 2, του Χάρτη απαγορεύει κάθε διάκριση λόγω ιθαγένειας. Η διάταξη αυτή αφορά καταστάσεις εμπίπτουσες στο πεδίο εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης στις οποίες υπήκοος κράτους μέλους υφίσταται δυσμενή διάκριση έναντι υπηκόων άλλου κράτους μέλους απλώς και μόνο λόγω της ιθαγένειάς του και δεν προορίζεται να έχει εφαρμογή σε περιπτώσεις ενδεχόμενης διαφορετικής μεταχείρισης μεταξύ υπηκόων των κρατών μελών και υπηκόων τρίτων κρατών (πρβλ. απόφαση της 20ής Νοεμβρίου 2017, Petrov κ.λπ. κατά Κοινοβουλίου, T‑452/15, EU:T:2017:822, σκέψεις 39 και 40 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

109    Βάσει των ανωτέρω σκέψεων πρέπει να εξετασθεί αν, υπό το πρίσμα των λόγων που εκτέθηκαν στις σκέψεις 105 και 106 ανωτέρω, οι επίδικες πράξεις, αφενός, συνιστούν διάκριση λόγω ιθαγένειας σε βάρος του προσφεύγοντος και, αφετέρου, συνεπάγονται άνιση μεταχείριση μεταξύ των υπαλλήλων με ιθαγένεια Ηνωμένου Βασιλείου οι οποίοι απασχολούνται σε διάφορες αποστολές που εμπίπτουν στην ΚΕΠΠΑ.

1)      Επί της προβαλλομένης δυσμενούς διάκρισης λόγω ιθαγένειας

110    Διαπιστώνεται εκ προοιμίου ότι το Ηνωμένο Βασίλειο αποχώρησε από την Ένωση και κατέστη τρίτο κράτος την 1η Φεβρουαρίου 2020 (απόφαση της 15ης Ιουλίου 2021, The Department for Communities in Northern Ireland, C‑709/20, EU:C:2021:602, σκέψη 47).

111    Επομένως, κατά τον χρόνο εκδόσεως των επίδικων πράξεων, ήτοι στις 18 και 29 Ιανουαρίου 2020, ο προσφεύγων εξακολουθούσε να είναι υπήκοος κράτους μέλους της Ένωσης, οπότε, προς αμφισβήτηση του βασίμου των πράξεων αυτών, μπορεί να επικαλεστεί την αρχή της απαγόρευσης των διακρίσεων λόγω ιθαγένειας.

112    Επιπλέον, όπως προκύπτει από τις σκέψεις 105 και 106 ανωτέρω, οι επίδικες πράξεις εκδόθηκαν λόγω της ιδιότητας του προσφεύγοντος ως υπηκόου του Ηνωμένου Βασιλείου.

113    Ωστόσο, το γεγονός ότι ο αρχηγός αποστολής εξέδωσε τις επίδικες πράξεις λαμβάνοντας υπόψη την ιθαγένεια του προσφεύγοντος δεν συνεπάγεται κατ’ ανάγκη ότι οι πράξεις αυτές συνιστούν δυσμενή διάκριση λόγω ιθαγένειας.

114    Πράγματι, στο μέτρο που ο προσφεύγων εκτιμά ότι έτυχε διαφορετικής μεταχείρισης σε σχέση με τους υπαλλήλους της EUCAP Somalia που είναι υπήκοοι άλλων κρατών μελών, πρέπει ακόμη να εξεταστεί αν ο προσφεύγων μπορούσε να θεωρηθεί ότι βρίσκεται σε κατάσταση παρεμφερή με εκείνη των λοιπών υπαλλήλων.

115    Ο προσφεύγων ήταν υπήκοος κράτους μέλους το οποίο είχε κινήσει διαδικασία αποχώρησης από την Ένωση δυνάμει του άρθρου 50 ΣΕΕ, γεγονός ικανό να τον περιαγάγει αντικειμενικά σε διαφορετική θέση από εκείνη των υπηκόων των λοιπών κρατών μελών.

116    Πράγματι, η συμφωνία για την αποχώρηση του Ηνωμένου Βασιλείου υπογράφηκε από την Ένωση και το κράτος αυτό στις 24 Ιανουαρίου 2020 (βλ. σκέψη 12 ανωτέρω), εγκρίθηκε δε από το Συμβούλιο στις 30 Ιανουαρίου 2020 (βλ. σκέψη 16 ανωτέρω). Επομένως, έως μια ημερομηνία κοντινή στη λήξη της επίμαχης σύμβασης, η οποία προβλεπόταν για τις 31 Ιανουαρίου 2020, δεν μπορούσε να αποκλειστεί η αποχώρηση του Ηνωμένου Βασιλείου από την Ένωση χωρίς την επίτευξη συμφωνίας, γεγονός που θα παρακώλυε, πλην εξαιρετικής περιπτώσεως, τη δυνατότητα να προταθεί στον προσφεύγοντα ανανέωση της επίμαχης σύμβασης, σύμφωνα με το άρθρο 7, παράγραφος 3, της απόφασης 2012/389 (βλ. σκέψη 3 ανωτέρω).

117    Ως εκ τούτου, ο προσφεύγων, ο οποίος ανήκε στο απασχολούμενο με συμβάσεις εργασίας προσωπικό ιθαγένειας Ηνωμένου Βασιλείου της EUCAP Somalia, δεν βρισκόταν αντικειμενικά σε κατάσταση παρεμφερή με εκείνη των διεθνών συμβασιούχων υπαλλήλων της αποστολής αυτής που είναι υπήκοοι άλλου κράτους μέλους, όπερ συνεπάγεται ότι ο αρχηγός αποστολής μπορούσε να αποφασίσει να μην ανανεώσει τη σύμβαση εργασίας του προσφεύγοντος μετά τις 31 Ιανουαρίου 2020, χωρίς αυτό να συνιστά δυσμενή διάκριση λόγω ιθαγένειας.

118    Κατά τα λοιπά, δεν αμφισβητείται από τους διαδίκους ότι η σύμβαση όλων των συμβασιούχων υπαλλήλων υπηκόων του Ηνωμένου Βασιλείου οι οποίοι υπηρετούσαν στην EUCAP Somalia και των οποίων η κατάσταση ήταν, από την άποψη αυτή, παρεμφερής με εκείνη του προσφεύγοντος έληξε στις 31 Ιανουαρίου 2020.

119    Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, εκδίδοντας τις επίδικες πράξεις, ο αρχηγός αποστολής δεν παραβίασε την αρχή της απαγόρευσης των διακρίσεων λόγω ιθαγένειας.

2)      Επί της προβαλλομένης παραβίασης της αρχής της ίσης μεταχείρισης σε σχέση με τους υπαλλήλους άλλων αποστολών της ΚΕΠΠΑ οι οποίοι είναι υπήκοοι του Ηνωμένου Βασιλείου

120    Όσον αφορά το επιχείρημα του προσφεύγοντος που αντλείται από το γεγονός ότι διεθνείς συμβασιούχοι υπάλληλοι υπήκοοι Ηνωμένου Βασιλείου συνέχισαν να απασχολούνται σε άλλες αποστολές που εμπίπτουν στην ΚΕΠΠΑ κατά τη διάρκεια της μεταβατικής περιόδου, πρέπει να εξακριβωθεί αν ο προσφεύγων βρισκόταν σε κατάσταση παρεμφερή με εκείνη των λοιπών υπαλλήλων όσον αφορά τη διατήρηση της θέσης εργασίας.

121    Στο πλαίσιο αυτό πρέπει, αφενός, να σημειωθεί ότι δεν έχει εκδοθεί οιαδήποτε νομική πράξη της Ένωσης, κατά την έννοια του άρθρου 288 ΣΛΕΕ, με σκοπό να θεσπιστεί ενιαίο καθεστώς για τους συμβασιούχους υπαλλήλους των αποστολών που εμπίπτουν στην ΚΕΠΠΑ, όπως η EUCAP Somalia.

122    Αφετέρου, όπως ορθώς υπογράμμισε η EUCAP Somalia, οι αποστολές που εμπίπτουν στην ΚΕΠΠΑ αποτελούν εκάστη αντικείμενο απόφασης του Συμβουλίου που εκδίδεται δυνάμει του άρθρου 43, παράγραφος 2, ΣΕΕ και η οποία ορίζει, σύμφωνα με την εν λόγω διάταξη, «το στόχο και το περιεχόμενό τους καθώς και τις γενικές ρυθμίσεις εφαρμογής τους».

123    Στην περίπτωση της EUCAP Somalia, τα άρθρα 7 έως 12α της απόφασης 2012/389, όπως τροποποιήθηκε με την απόφαση 2018/1942, της προσδίδουν τη νομική ικανότητα να συνάπτει συμβάσεις με σκοπό την πρόσληψη προσωπικού (βλ. σκέψεις 3 και 4 ανωτέρω). Επιπλέον, από το άρθρο 6 της ίδιας απόφασης προκύπτει ότι ο αρχηγός αποστολής διαθέτει γενική αρμοδιότητα στον τομέα της διαχείρισης του προσωπικού.

124    Λαμβανομένης υπόψη της ύπαρξης διατάξεων που προσιδιάζουν σε κάθε αποστολή της Ένωσης και λαμβανομένης υπόψη της αυτοτέλειας των αποστολών κατά την πρόσληψη και τη διαχείριση του συμβασιούχου προσωπικού τους, ο προσφεύγων δεν απέδειξε με ποιον τρόπο η εσωτερική κατάσταση και οι ανάγκες των λοιπών αποστολών στον τομέα του προσωπικού ήταν παρεμφερείς με εκείνες της EUCAP Somalia. Επομένως, η προσέγγιση όσον αφορά τη συνέχεια της απασχόλησης των υπηκόων του Ηνωμένου Βασιλείου κατά τη διάρκεια της μεταβατικής περιόδου μπορούσε να διαφέρει μεταξύ των αποστολών που εμπίπτουν στην ΚΕΠΠΑ.

125    Υπό τις συνθήκες αυτές, ο προσφεύγων δεν μπορεί να επικαλεστεί, προς στήριξη της προβαλλόμενης παραβίασης της αρχής της ίσης μεταχείρισης, μέτρα ληφθέντα στο πλαίσιο άλλων αποστολών της Ένωσης πέραν της EUCAP Somalia, έναντι των διεθνών συμβασιούχων υπαλλήλων τους ιθαγένειας Ηνωμένου Βασιλείου.

126    Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, ο δεύτερος λόγος πρέπει να απορριφθεί βάσει της αιτιολογίας που παρατίθεται στις επίδικες πράξεις. Επομένως, δεν είναι αναγκαίο να κριθεί αν μπορεί να ληφθεί υπόψη η πρόσθετη αιτιολογία που προέβαλε η EUCAP Somalia κατά τη διάρκεια της δίκης, η οποία αντλείται από την ευαίσθητη φύση των καθηκόντων του προσφεύγοντος και την εφαρμογή του άρθρου 127, παράγραφος 7, στοιχείο βʹ, της συμφωνίας για την αποχώρηση του Ηνωμένου Βασιλείου.

γ)      Επί του τρίτου λόγου, που αντλείται από παράβαση της συμφωνίας για την αποχώρηση του Ηνωμένου Βασιλείου

127    Κατά τον προσφεύγοντα, η EUCAP Somalia παρέβη με τις επίδικες πράξεις τη συμφωνία για την αποχώρηση του Ηνωμένου Βασιλείου, αγνοώντας τη δυνατότητα, η οποία προβλέπεται στην εν λόγω συμφωνία, συνέχισης της απασχόλησης υπηκόων του Ηνωμένου Βασιλείου κατά τη μεταβατική περίοδο. Αφενός, ο προσφεύγων υποστηρίζει ότι, δυνάμει συνδυασμένης εφαρμογής των παραγράφων 2 και 6 του άρθρου 127 της συμφωνίας για την αποχώρηση του Ηνωμένου Βασιλείου, οι υπήκοοι του κράτους αυτού έπρεπε να θεωρηθούν υπήκοοι κράτους μέλους κατά τη μεταβατική περίοδο, ιδίως όσον αφορά τις σχετικές με την ΚΕΠΠΑ διατάξεις του δικαίου της Ένωσης. Αφετέρου, ο προσφεύγων υπογραμμίζει ότι το άρθρο 129, παράγραφος 7, της ίδιας συμφωνίας απέκλειε μόνον, κατά τη μεταβατική περίοδο, τη διάθεση από το Ηνωμένο Βασίλειο των υπηκόων του για την κάλυψη ορισμένων επιτελικών θέσεων σε αποστολές εμπίπτουσες στην ΚΕΠΠΑ, αλλά δεν απέκλειε τη διατήρηση, από τις αποστολές αυτές, των διεθνών συμβασιούχων υπαλλήλων τους ιθαγένειας Ηνωμένου Βασιλείου κατά τη διάρκεια της εν λόγω περιόδου.

128    Η EUCAP Somalia αμφισβητεί την επιχειρηματολογία του προσφεύγοντος.

129    Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι, δυνάμει του άρθρου 216, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ, οι διεθνείς συμφωνίες που συνάπτει η Ένωση δεσμεύουν τα θεσμικά όργανα της Ένωσης.

130    Εν προκειμένω, όμως, η συμφωνία για την αποχώρηση του Ηνωμένου Βασιλείου συνήφθη από το Συμβούλιο στις 30 Ιανουαρίου 2020 (βλ. σκέψη 16 ανωτέρω). Επομένως, κατά τον χρόνο έκδοσης των επίδικων πράξεων, στις 18 και 29 Ιανουαρίου 2020, η EUCAP Somalia δεν δεσμευόταν ακόμη από τη συμφωνία αυτή, οπότε δεν μπορεί να της προσαφθεί ότι την παρέβη.

131    Εν πάση περιπτώσει, όσον αφορά το χρονικό πεδίο εφαρμογής νέων κανόνων, υφίσταται διάκριση αναλόγως του αν συνιστούν διαδικαστικούς ή ουσιαστικούς κανόνες. Οι πρώτοι εφαρμόζονται γενικώς επί όλων των διαφορών που εκκρεμούν κατά το χρονικό σημείο της έναρξης ισχύος τους, ενώ δεν συμβαίνει το ίδιο με τους δεύτερους, οι οποίοι ερμηνεύονται συνήθως υπό την έννοια ότι εφαρμόζονται επί των μελλοντικών αποτελεσμάτων καταστάσεων οι οποίες γεννήθηκαν υπό το κράτος της προγενέστερης νομοθεσίας, καθώς και στις νέες έννομες καταστάσεις, αλλά όχι σε καταστάσεις που διαμορφώθηκαν πριν από την έναρξη ισχύος των κανόνων αυτών, εκτός εάν από το γράμμα, τον σκοπό ή την όλη οικονομία τους προκύπτει σαφώς ότι πρέπει να παράγουν τέτοια αποτελέσματα (βλ. απόφαση της 21ης Οκτωβρίου 2021, Beeren-, Wild-, Feinfrucht, C‑825/19, EU:C:2021:869, σκέψη 31 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία· πρβλ., επίσης, απόφαση της 12ης Μαΐου 2005, Επιτροπή κατά Huhtamaki Dourdan, C‑315/03, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2005:284, σκέψη 51 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

132    Όσον αφορά, εν προκειμένω, τις διατάξεις της συμφωνίας για την αποχώρηση του Ηνωμένου Βασιλείου τις οποίες επικαλείται ο προσφεύγων, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, αφενός, το άρθρο 127 της συμφωνίας αυτής, με τίτλο «Πεδίο εφαρμογής της μεταβατικής περιόδου», ορίζει τα εξής:

«1.      Εκτός εάν προβλέπεται διαφορετικά στην παρούσα συμφωνία, το δίκαιο της Ένωσης εφαρμόζεται για το Ηνωμένο Βασίλειο και εντός αυτού κατά τη διάρκεια της μεταβατικής περιόδου.

[…]

2.      Στην περίπτωση που η Ένωση και το Ηνωμένο Βασίλειο καταλήξουν σε συμφωνία η οποία διέπει τη μελλοντική τους σχέση στους τομείς της κοινής εξωτερικής πολιτικής και πολιτικής ασφάλειας και της κοινής πολιτικής ασφάλειας και άμυνας, και η οποία τίθεται σε εφαρμογή κατά τη διάρκεια της μεταβατικής περιόδου, ο τίτλος V κεφάλαιο 2 της ΣΕΕ και οι πράξεις που εκδίδονται βάσει των εν λόγω διατάξεων παύουν να εφαρμόζονται στο Ηνωμένο Βασίλειο από την ημερομηνία εφαρμογής της εν λόγω συμφωνίας.

[…]

6.      Εκτός εάν προβλέπεται διαφορετικά στην παρούσα συμφωνία, κατά τη διάρκεια της μεταβατικής περιόδου, οποιαδήποτε αναφορά στα κράτη μέλη η οποία περιλαμβάνεται στο εφαρμοστέο δυνάμει της παραγράφου 1 δίκαιο της Ένωσης, μεταξύ άλλων όπως υλοποιείται και εφαρμόζεται από τα κράτη μέλη, θεωρείται ότι καλύπτει και το Ηνωμένο Βασίλειο.»

133    Αφετέρου, το άρθρο 129 της ίδιας συμφωνίας, με τίτλο «Ειδικές ρυθμίσεις σχετικά με την εξωτερική δράση της Ένωσης», ορίζει στην παράγραφο 7 τα εξής:

«Κατά τη διάρκεια της μεταβατικής περιόδου, το Ηνωμένο Βασίλειο δεν παρέχει διοικητές μη στρατιωτικών επιχειρήσεων, επικεφαλής αποστολών, διοικητές επιχειρήσεων ή διοικητές στρατιωτικών δυνάμεων για αποστολές ή επιχειρήσεις που διεξάγονται δυνάμει των άρθρων 42, 43 και 44 […] ΣΕΕ ούτε παρέχει επιχειρησιακά στρατηγεία για τέτοιου είδους αποστολές ή επιχειρήσεις και δεν ενεργεί ως έθνος-πλαίσιο για τις μάχιμες μονάδες της Ένωσης. Κατά τη διάρκεια της μεταβατικής περιόδου, το Ηνωμένο Βασίλειο δεν παρέχει τον επικεφαλής οποιασδήποτε επιχειρησιακής δράσης που αναλαμβάνεται βάσει του άρθρου 28 […] ΣΕΕ.»

134    Επομένως, το άρθρο 127, παράγραφοι 2 και 6, και το άρθρο 129, παράγραφος 7, της συμφωνίας για την αποχώρηση του Ηνωμένου Βασιλείου ρυθμίζουν τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες το δίκαιο της Ένωσης εφαρμόζεται στο Ηνωμένο Βασίλειο κατά τη μεταβατική περίοδο και, ως εκ τούτου, συνιστούν ουσιαστικούς κανόνες. Εξάλλου, ούτε από το γράμμα ούτε από τον σκοπό ή την οικονομία των εν λόγω διατάξεων προκύπτει ότι αυτές πρέπει να εφαρμόζονται σε νομικές καταστάσεις που διαμορφώθηκαν πριν από την έναρξη ισχύος της συμφωνίας για την αποχώρηση του Ηνωμένου Βασιλείου. Αντιθέτως, οι εν λόγω διατάξεις αφορούν τη μεταβατική περίοδο που αρχίζει, κατά το άρθρο 126 της συμφωνίας αυτής, από την ημερομηνία ενάρξεως ισχύος της τελευταίας (βλ. σκέψη 17 ανωτέρω).

135    Επομένως, δυνάμει της αρχής που υπομνήσθηκε στη σκέψη 131 ανωτέρω, το άρθρο 127, παράγραφοι 2 και 6, και το άρθρο 129, παράγραφος 7, της συμφωνίας για την αποχώρηση του Ηνωμένου Βασιλείου άρχισαν να εφαρμόζονται κατά τον χρόνο ενάρξεως ισχύος της συμφωνίας αυτής, την 1η Φεβρουαρίου 2020 (βλ. σκέψη 18 ανωτέρω). Επομένως, σύμφωνα με την ίδια αρχή, η παράβαση των ως άνω διατάξεων δεν μπορεί να προβληθεί προς στήριξη προσφυγής αφορώσας πράξη προγενέστερη της ημερομηνίας αυτής.

136    Εν προκειμένω, οι επίδικες πράξεις, οι οποίες φέρουν ημερομηνία 18 Ιανουαρίου 2020 και 29 Ιανουαρίου 2020 και αφορούν τη μη ανανέωση της επίμαχης σύμβασης η οποία, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου της 17, έληξε στις 31 Ιανουαρίου του ίδιου έτους, είναι προγενέστερες της θέσεως σε ισχύ, την 1η Φεβρουαρίου 2020, της συμφωνίας για την αποχώρηση του Ηνωμένου Βασιλείου. Επομένως, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι οι επίδικες πράξεις αποτελούν παράβαση της συμφωνίας αποχώρησης.

137    Ως εκ τούτου, ο τρίτος λόγος πρέπει εν πάση περιπτώσει να απορριφθεί, χωρίς να απαιτείται να αποφανθεί το Γενικό Δικαστήριο επί του ζητήματος αν μπορεί να προβληθεί παράβαση της συμφωνίας για την αποχώρηση του Ηνωμένου Βασιλείου στο πλαίσιο αγωγής βάσει του άρθρου 272 ΣΛΕΕ.

δ)      Επί του τέταρτου λόγου, ο οποίος αντλείται από παραβίαση της αρχής της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης

138    Ο προσφεύγων υποστηρίζει ότι, με τη μη ανανέωση της σύμβασής του κατόπιν των επίδικων πράξεων, η EUCAP Somalia παραβίασε την αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης. Αφενός, μεταξύ Σεπτεμβρίου του 2016 και Σεπτεμβρίου του 2019, ο ίδιος έλαβε συγκεκριμένες διαβεβαιώσεις ως προς τη συνέχιση της απασχόλησης των διεθνών συμβασιούχων υπαλλήλων υπηκόων Ηνωμένου Βασιλείου κατά τη διάρκεια της μεταβατικής περιόδου σε περίπτωση σύναψης συμφωνίας για την αποχώρηση του Ηνωμένου Βασιλείου. Αφετέρου, λαμβανομένων υπόψη των διαφόρων ανανεώσεων της σύμβασης εργασίας του, σε συνάρτηση με τις ημερομηνίες λήξης που είχαν καθοριστεί διαδοχικά για τη διαπραγμάτευση μιας τέτοιας συμφωνίας, καθώς και της υπηρεσιακής αρχαιότητάς του εντός της EUCAP Somalia, ο προσφεύγων μπορούσε θεμιτώς να προσδοκά ότι η σύμβασή του θα ανανεωνόταν κατά τη διάρκεια της μεταβατικής περιόδου.

139    Η EUCAP Somalia αμφισβητεί την επιχειρηματολογία του προσφεύγοντος.

140    Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι, κατά πάγια νομολογία, το δικαίωμα επικλήσεως της αρχής της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης προϋποθέτει ότι στον ενδιαφερόμενο έχουν δοθεί από τις αρμόδιες αρχές της Ένωσης συγκεκριμένες, ανεπιφύλακτες και συγκλίνουσες διαβεβαιώσεις, προερχόμενες από αρμόδιες και αξιόπιστες πηγές. Αντιθέτως, ουδείς δύναται να επικαλεστεί παραβίαση της αρχής αυτής ελλείψει τέτοιων διαβεβαιώσεων (βλ. απόφαση της 16ης Ιουλίου 2020, ADR Center κατά Επιτροπής, C‑584/17 P, EU:C:2020:576, σκέψη 75 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

141    Εν προκειμένω, ούτε η αρχαιότητα του προσφεύγοντος στην EUCAP Somalia ούτε το γεγονός ότι η σύμβαση εργασίας του ανανεώθηκε κατά τις διαδοχικές περιόδους διαπραγμάτευσης της συμφωνίας αποχώρησης μεταξύ του Ηνωμένου Βασιλείου και της Ένωσης μπορούν να εξομοιωθούν με συγκεκριμένες, ανεπιφύλακτες και συγκλίνουσες διαβεβαιώσεις, κατά την έννοια της νομολογίας που παρατίθεται στη σκέψη 140 ανωτέρω. Επιπλέον, ο προσφεύγων ισχυρίζεται ότι η προηγούμενη αρχηγός αποστολής της EUCAP Somalia είχε παράσχει στους διεθνείς συμβασιούχους υπαλλήλους ιθαγένειας Ηνωμένου Βασιλείου τη διαβεβαίωση ότι οι συμβάσεις εργασίας τους θα ανανεώνονταν κατά τη διάρκεια της μεταβατικής περιόδου, πλην όμως δεν προσκομίζει αποδεικτικά στοιχεία προς στήριξη των ισχυρισμών του.

142    Το μόνο συγκεκριμένο στοιχείο που επικαλείται ο προσφεύγων είναι μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου του προϊσταμένου του τμήματος ΕΥΕΔ για το προσωπικό των αποστολών που εμπίπτουν στην ΚΕΠΠΑ. Επισημαίνεται όμως επ’ αυτού, αφενός, ότι η απόφαση για την πρόταση στον προσφεύγοντα ανανέωσης της επίμαχης σύμβασης κατά τη διάρκεια της μεταβατικής περιόδου ενέπιπτε στην αρμοδιότητα του αρχηγού αποστολής και όχι σε αρμοδιότητα προϊσταμένου τμήματος της ΕΥΕΔ. Αφετέρου, από το εν λόγω ηλεκτρονικό μήνυμα δεν μπορεί να συναχθεί ότι ο προσφεύγων είχε λάβει συγκεκριμένες διαβεβαιώσεις ότι η επίμαχη σύμβαση θα ανανεωνόταν κατά τη μεταβατική περίοδο. Αντιθέτως, στο εν λόγω μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, ο προϊστάμενος του τμήματος της ΕΥΕΔ για το προσωπικό των αποστολών που εμπίπτουν στην ΚΕΠΠΑ επισήμανε σαφώς ότι η διατήρηση των υπαλλήλων ιθαγένειας Ηνωμένου Βασιλείου, αποσπασμένων ή συμβασιούχων, στο πλαίσιο τέτοιων αποστολών εξαρτάται από εκτίμηση του συμφέροντος της υπηρεσίας από τους αρχηγούς αποστολής. Ως εκ τούτου, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι ο προσφεύγων έλαβε συγκεκριμένες διαβεβαιώσεις, κατά την έννοια της νομολογίας που παρατίθεται στη σκέψη 140 ανωτέρω, ότι η επίμαχη σύμβαση θα ανανεωνόταν κατά τη μεταβατική περίοδο.

143    Κατά συνέπεια, ο τέταρτος λόγος είναι απορριπτέος.

5.      Συμπέρασμα

144    Δεδομένου ότι απορρίφθηκαν όλοι οι λόγοι που προέβαλε ο προσφεύγων προς στήριξη των αιτημάτων του δυνάμει του άρθρου 272 ΣΛΕΕ, η προσφυγή πρέπει να απορριφθεί.

 IV.      Επί των δικαστικών εξόδων

145    Κατά το άρθρο 134, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι ο προσφεύγων-ενάγων ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα, σύμφωνα με το σχετικό αίτημα της EUCAP Somalia.

Για τους λόγους αυτούς,

ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έβδομο πενταμελές τμήμα)

αποφασίζει:

1)      Απορρίπτει την προσφυγήαγωγή.

2)      Καταδικάζει τον JF στα δικαστικά έξοδα.

da Silva Passos

Valančius

Reine

Truchot

 

      Sampol Pucurull

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο, στις 13 Ιουλίου 2022.

(υπογραφές)


Περιεχόμενα


I. Ιστορικό της διαφοράς

II. Αιτήματα των διαδίκων

III. Σκεπτικό

Α. Επί των κύριων αιτημάτων, που στηρίζονται στα άρθρα 263 και 268 ΣΛΕΕ

1. Επί του παραδεκτού του στηριζόμενου στο άρθρο 263 ΣΛΕΕ ακυρωτικού αιτήματος

2. Επί του παραδεκτού του στηριζόμενου στο άρθρο 268 ΣΛΕΕ αποζημιωτικού αιτήματος

Β. Επί των επικουρικών αιτημάτων που στηρίζονται στο άρθρο 272 ΣΛΕΕ

1. Επί της αρμοδιότητας του Γενικού Δικαστηρίου

2. Επί του εφαρμοστέου δικαίου

3. Επί του παραδεκτού

4. Επί της ουσίας

α) Επί του πρώτου λόγου, ο οποίος αφορά προσβολή του δικαιώματος ακροάσεως

β) Επί του δευτέρου λόγου, που αντλείται από παραβίαση των αρχών της ίσης μεταχείρισης και της απαγόρευσης των διακρίσεων

1) Επί της προβαλλομένης δυσμενούς διάκρισης λόγω ιθαγένειας

2) Επί της προβαλλομένης παραβίασης της αρχής της ίσης μεταχείρισης σε σχέση με τους υπαλλήλους άλλων αποστολών της ΚΕΠΠΑ οι οποίοι είναι υπήκοοι του Ηνωμένου Βασιλείου

γ) Επί του τρίτου λόγου, που αντλείται από παράβαση της συμφωνίας για την αποχώρηση του Ηνωμένου Βασιλείου

δ) Επί του τέταρτου λόγου, ο οποίος αντλείται από παραβίαση της αρχής της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης

5. Συμπέρασμα

IV. Επί των δικαστικών εξόδων


*      Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική.