Προσωρινό κείμενο

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (δεύτερο τμήμα)

της 30ής Ιουνίου 2022 (*)

«Προδικαστική παραπομπή – Κοινωνική πολιτική – Ίση μεταχείριση ανδρών και γυναικών σε θέματα κοινωνικής ασφαλίσεως – Οδηγία 79/7/ΕΟΚ – Άρθρο 4, παράγραφος 1 – Έμμεση διάκριση λόγω φύλου – Εθνική νομοθεσία προβλέπουσα την ασυμβατότητα δύο ή πλειόνων συντάξεων λόγω ολικής μόνιμης ανικανότητας προς εργασία οι οποίες θεμελιώθηκαν στο πλαίσιο του ίδιου εκ του νόμου συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως – Συμβατότητα παρόμοιων συντάξεων όταν εμπίπτουν σε εκ του νόμου συστήματα κοινωνικής ασφαλίσεως τα οποία είναι διαφορετικά – Διαπίστωση περί υπάρξεως έμμεσης δυσμενούς διακρίσεως επί τη βάσει στατιστικών στοιχείων – Καθορισμός των προς σύγκριση θιγόμενων ομάδων – Δικαιολόγηση»

Στην υπόθεση C‑625/20,

με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Juzgado de lo Social no 26 de Barcelona (πρωτοβάθμιο δικαστήριο εργατικών και κοινωνικοασφαλιστικών διαφορών αριθ. 26 Βαρκελώνης, Ισπανία) με απόφαση της 13ης Οκτωβρίου 2020, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 19 Νοεμβρίου 2020, στο πλαίσιο της δίκης

ΚΜ

κατά

Instituto Nacional de la Seguridad Social (INSS)

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα),

συγκείμενο από τους A. Prechal (εισηγήτρια), πρόεδρος τμήματος, J. Passer, F. Biltgen, N. Wahl και M. L. Arastey Sahún, δικαστές,

γενική εισαγγελέας: L. Medina,

γραμματέας: C. Di Bella, διοικητικός υπάλληλος,

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 12ης Ιανουαρίου 2022,

λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:

–        η KM, εκπροσωπούμενη από τον I. Armenteros Rodríguez, abogado,

–        το Instituto Nacional de la Seguridad Social (INSS), εκπροσωπούμενο από την P. García Perea και τον A. R. Trillo García, letrados,

–        η Ισπανική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον J. Rodríguez de la Rúa Puig και την M. J. Ruiz Sánchez,

–        η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τις I. Galindo Martín και A. Szmytkowska,

αφού άκουσε τη γενική εισαγγελέα, που ανέπτυξε τις προτάσεις της κατά τη συνεδρίαση της 24ης Φεβρουαρίου 2022,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1        Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του άρθρου 4 της οδηγίας 79/7/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1978, περί της προοδευτικής εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως μεταξύ ανδρών και γυναικών σε θέματα κοινωνικής ασφαλίσεως (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/003, σ. 160).

2        Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της KM και του Instituto Nacional de la Seguridad Social (INSS) (Εθνικού Ιδρύματος Κοινωνικής Ασφαλίσεως, Ισπανία) σχετικά με την άρνηση του τελευταίου να αναγνωρίσει το συμβατό δύο συντάξεων λόγω ολικής μόνιμης ανικανότητας προς εργασία που αναγνωρίστηκαν στην ΚΜ δυνάμει του ίδιου εκ του νόμου συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως βάσει διαφορετικών περιόδων εισφορών και διαφορετικών βλαβών.

 Το νομικό πλαίσιο

 Το δίκαιο της Ένωσης

3        Κατά το άρθρο 1 της οδηγίας 79/7:

«Η παρούσα οδηγία αποσκοπεί στην προοδευτική εφαρμογή, στον τομέα της κοινωνικής ασφαλίσεως και των άλλων στοιχείων κοινωνικής προστασίας που προβλέπεται στο άρθρο 3 της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως μεταξύ ανδρών και γυναικών σε θέματα κοινωνικής ασφαλίσεως, η οποία καλείται στο εξής “αρχή της ίσης μεταχειρίσεως”.»

4        Το άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, ορίζει ότι η οδηγία εφαρμόζεται στα νομικά συστήματα που εξασφαλίζουν προστασία, μεταξύ άλλων, έναντι του κινδύνου «αναπηρίας».

5        Το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας προβλέπει τα εξής:

«Η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως συνεπάγεται την απουσία κάθε διακρίσεως που βασίζεται στο φύλο, είτε άμεσα είτε έμμεσα, σε συσχετισμό ιδίως με την οικογενειακή κατάσταση και ιδιαίτερα όσον αφορά:

–        το πεδίο εφαρμογής των συστημάτων και τους όρους πρόσβασης στα συστήματα αυτά,

–        την υποχρέωση καταβολής εισφορών και τον υπολογισμό των εισφορών,

–        τον υπολογισμό των παροχών, συμπεριλαμβανομένων των προσαυξήσεων λόγω συζύγου και προστατευομένου προσώπου και τις προϋποθέσεις διαρκείας και διατηρήσεως του δικαιώματος επί των παροχών.»

6        Το άρθρο 1 της οδηγίας 2006/54/EK του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 5ης Ιουλίου 2006, για την εφαρμογή της αρχής των ίσων ευκαιριών και της ίσης μεταχείρισης ανδρών και γυναικών σε θέματα εργασίας και απασχόλησης (ΕΕ 2006, L 204, σ. 23), ορίζει, μεταξύ άλλων, ότι η οδηγία περιέχει διατάξεις για την εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως όσον αφορά τα επαγγελματικά συστήματα κοινωνικής ασφαλίσεως.

7        Το άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχείο στʹ, της οδηγίας ορίζει ως «επαγγελματικά συστήματα κοινωνικής ασφάλισης» τα συστήματα που δεν διέπονται από την [οδηγία 79/7], και που έχουν ως αντικείμενο τη χορήγηση στους εργαζόμενους, μισθωτούς ή αυτοαπασχολούμενους, στο πλαίσιο επιχειρήσεως ή ομάδας επιχειρήσεων, οικονομικού κλάδου ή επαγγελματικού ή διεπαγγελματικού τομέα, παροχών που προορίζονται να συμπληρώσουν ή να υποκαταστήσουν τις παροχές των εκ του νόμου συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως, ανεξαρτήτως του αν η υπαγωγή στα συστήματα αυτά είναι υποχρεωτική.

 Το ισπανικό δίκαιο

8        Το άρθρο 9, παράγραφος 1, του Ley General de la Seguridad Social (γενικού νόμου περί κοινωνικής ασφαλίσεως), όπως κωδικοποιήθηκε και εγκρίθηκε με το Real Decreto Legislativo 8/2015 (βασιλικό νομοθετικό διάταγμα 8/2015), της 30ής Οκτωβρίου 2015 (BOE αριθ. 261, της 31ης Οκτωβρίου 2015, σ. 103291) (στο εξής: LGSS), προβλέπει τα εξής:

«Το σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως αποτελείται από τα ακόλουθα συστήματα:

a)      το γενικό σύστημα, που εμπίπτει στον τίτλο ΙΙ του παρόντος νόμου·

b)      τα ειδικά συστήματα που αναφέρονται στο επόμενο άρθρο.»

9        Το άρθρο 10 του LGSS ορίζει τα εξής:

«1.      Ειδικά συστήματα θεσπίζονται για επαγγελματικές δραστηριότητες των οποίων η φύση, οι ειδικές συνθήκες –χρονικές και τοπικές– ασκήσεως ή η εν γένει μορφή της διαδικασίας παραγωγής επιβάλλουν την εγκαθίδρυση τέτοιων συστημάτων προκειμένου να διασφαλίζεται η ορθή εφαρμογή των ευεργετημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως.

2.      Ως ειδικά συστήματα νοούνται τα συστήματα στα οποία υπάγονται οι ακόλουθες ομάδες:

a)      οι αυτοαπασχολούμενοι.

[…]»

10      Το άρθρο 163 του LGSS, που φέρει τον τίτλο «Ασυμβίβαστο μεταξύ συντάξεων», προβλέπει στην παράγραφο 1 τα εξής:

«Οι συντάξεις [του] γενικού συστήματος [κοινωνικής ασφαλίσεως] είναι ασυμβίβαστες μεταξύ τους όταν τις εισπράττει ο ίδιος δικαιούχος, εκτός αν υπάρχει ρητή αντίθετη νομοθετική ή κανονιστική διάταξη. Σε περίπτωση ασυμβιβάστου, ο δικαιούχος που θα μπορούσε να έχει δικαίωμα σε δύο ή πλείονες συντάξεις πρέπει να επιλέξει μία από αυτές.»

11      Κατά την 26η μεταβατική διάταξη του LGSS, η οποία έχει εφαρμογή στη διαφορά της κύριας δίκης:

«1.      Η ανικανότητα προς εργασία, ανεξάρτητα από την καθοριστική αιτία της, κατατάσσεται στην ακόλουθη κλίμακα:

a)      μερική ανικανότητα προς άσκηση της συνήθους εργασίας·

b)      ολική ανικανότητα προς άσκηση της συνήθους εργασίας·

c)      γενική ανικανότητα προς κάθε είδος εργασίας·

d)      ανικανότητα που καθιστά αναγκαία την παροχή συνδρομής από τρίτον.

2.      Σε περίπτωση ατυχήματος, είτε πρόκειται για επαγγελματία είτε όχι, ως συνήθης εργασία νοείται το επάγγελμα που ασκεί κανονικά ο εργαζόμενος κατά τον χρόνο του ατυχήματος. Σε περίπτωση ασθενείας, επαγγελματικής ή μη, ως συνήθης εργασία νοείται το επάγγελμα στο οποίο ο εργαζόμενος αφιέρωνε την κύρια δραστηριότητά του κατά το προ της ενάρξεως της ανικανότητας προς εργασία χρονικό διάστημα το οποίο καθορίζεται από τη νομοθεσία.

[…]

4.      Ως ολική μόνιμη ανικανότητα προς άσκηση της συνήθους εργασίας νοείται η ανικανότητα του εργαζομένου να εκτελέσει το σύνολο των καθηκόντων της συνήθους εργασίας ή των ουσιωδών καθηκόντων του, εξυπακουομένου ότι μπορεί να ασκήσει άλλη διαφορετική εργασία.

[…]»

12      Το άρθρο 34 του Decreto 2530/1970, por el que se regula el régimen especial de la Seguridad Social de los trabajadores por cuenta propia o autónomos (διατάγματος 2530/1970 περί του ειδικού συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως των ελεύθερων επαγγελματιών), της 20ής Αυγούστου 1970 (BOE αριθ. 221, της 15ης Σεπτεμβρίου 1970, σ. 15148), ορίζει τα εξής:

«Οι συντάξεις τις οποίες χορηγεί το ειδικό αυτό σύστημα στους δικαιούχους του είναι ασυμβίβαστες μεταξύ τους, εκτός αν υπάρχει ρητή αντίθετη διάταξη. Όποιος δικαιούται δύο ή πλείονες συντάξεις οφείλει να επιλέξει μία από αυτές.»

 Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα

13      Με απόφαση της 2ας Μαρτίου 1999, το INSS αναγνώρισε ότι η προσφεύγουσα της κύριας δίκης, ασφαλισμένη στο γενικό σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως (στο εξής: RGSS), είχε ολική μόνιμη ανικανότητα προς εργασία κατόπιν ισχαιμικού εγκεφαλικού επεισοδίου, ήτοι μιας μη επαγγελματικής νόσου που την εμπόδιζε να ασκήσει τη συνήθη εργασία της ως βοηθητική διοικητική υπάλληλος, και της χορήγησε σύνταξη στο πλαίσιο του RGSS, υπολογιζόμενη βάσει των εισφορών που είχε καταβάλει για την περίοδο μεταξύ Μαΐου 1989 και Απριλίου 1994.

14      Με απόφαση της 20ής Μαρτίου 2018, το INSS αναγνώρισε ότι η προσφεύγουσα της κύριας δίκης, η οποία είχε απασχοληθεί εν τω μεταξύ ως βοηθός νηπιαγωγού, είχε ολική μόνιμη ανικανότητα προς εργασία και για τη νέα συνήθη εργασία της συνεπεία μη εργατικού ατυχήματος κατά το οποίο υπέστη κάταγμα μηριαίου οστού, και της χορήγησε την αντίστοιχη σύνταξη σύμφωνα με το RGSS, υπολογισθείσα βάσει των εισφορών που είχαν καταβληθεί για την περίοδο μεταξύ Φεβρουαρίου 2015 και Ιανουαρίου 2017. Ωστόσο, το INSS έκρινε ότι, δυνάμει του άρθρου 163 του LGSS, η συγκεκριμένη σύνταξη ήταν ασυμβίβαστη με εκείνη που της είχε χορηγηθεί προηγουμένως, οπότε η προσφεύγουσα της κύριας δίκης δικαιούτο μόνον τη μία εκ των δύο.

15      Στις 23 Ιανουαρίου 2019 το INSS απέρριψε τη διοικητική ένσταση που η προσφεύγουσα είχε ασκήσει κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως.

16      Στις 12 Μαρτίου 2019 η προσφεύγουσα της κύριας δίκης άσκησε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου προσφυγή με αίτημα να αναγνωρισθεί η συμβατότητα της συντάξεως λόγω ανικανότητας προς εργασία που συνδεόταν με την εργασία της ως βοηθού νηπιαγωγού με εκείνη που συνδεόταν με το πρώην επάγγελμά της ως βοηθητικής διοικητικής υπαλλήλου, προκειμένου να μπορέσει να σωρεύσει τις δύο αυτές συντάξεις. Συναφώς, υποστήριξε, κατ’ ουσίαν, ότι το άρθρο 163 του LGSS, βάσει του οποίου το INSS κήρυξε το ασυμβίβαστο των δύο συντάξεων, δεν τυγχάνει εφαρμογής, διότι εισάγει έμμεση δυσμενή διάκριση λόγω φύλου και είναι, ως εκ τούτου, αντίθετο προς το δίκαιο της Ένωσης.

17      Το αιτούν δικαστήριο διευκρινίζει, κατ’ αρχάς, ότι η προσφεύγουσα της κύριας δίκης απέδειξε ότι κατέβαλε επαρκείς εισφορές προκειμένου να λάβει τις δύο επίμαχες συντάξεις.

18      Το αιτούν δικαστήριο εκθέτει, εν συνεχεία, ότι το ισπανικό σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως αποτελείται από διάφορα συστήματα, τα σημαντικότερα των οποίων είναι το RGSS, το οποίο καλύπτει γενικώς τους μισθωτούς, και το ειδικό σύστημα των αυτοαπασχολουμένων (στο εξής: RETA), το οποίο καλύπτει γενικώς τους αυτοαπασχολουμένους, δεδομένου ότι τα δύο αυτά συστήματα προσφέρουν, μεταξύ άλλων, παροχές λόγω ολικής μόνιμης ανικανότητας προς εργασία στους δικαιούχους που δεν είναι πλέον σε θέση να εργασθούν για λόγους υγείας.

19      Κατά το ίδιο δικαστήριο, μολονότι το άρθρο 163 του LGSS εμποδίζει τη σώρευση δύο συντάξεων λόγω ολικής μόνιμης ανικανότητας προς εργασία οι οποίες έχουν αναγνωρισθεί δυνάμει του RGSS, εντούτοις από τη νομολογία του Tribunal Supremo (Ανωτάτου Δικαστηρίου, Ισπανία) προκύπτει ότι η διάταξη αυτή, ερμηνευόμενη a contrario, επιτρέπει να γίνει δεκτή μια τέτοια σώρευση όταν οι συντάξεις αυτές προέρχονται από διαφορετικά συστήματα, ήτοι, κατά γενικό κανόνα, από το RGSS και το RETA, ακόμη και λόγω των ίδιων βλαβών. Ο λόγος υπάρξεως της ερμηνείας αυτής είναι ότι καθένα από τα συστήματα αυτά επιδιώκει ίδιο σκοπό, ήτοι το μεν RGSS επιδιώκει την αντιστάθμιση της αδυναμίας ασκήσεως μισθωτής δραστηριότητας, το δε RETA την αντιστάθμιση της αδυναμίας ασκήσεως ανεξάρτητης δραστηριότητας.

20      Το αιτούν δικαστήριο κλίνει προς την άποψη ότι η εφαρμογή ενός τέτοιου κανόνα συνεπάγεται έμμεση δυσμενή διάκριση λόγω φύλου, απαγορευόμενη από το άρθρο 4 της οδηγίας 79/7 και από το άρθρο 5 της οδηγίας 2006/54, στο μέτρο που, ακόμη και αν ο κανόνας αυτός δεν προβαίνει σε καμία διάκριση με βάση το φύλο και είναι, ως εκ τούτου, εκ πρώτης όψεως ουδέτερος ως προς το ζήτημα αυτό, η εν λόγω διάταξη θα μπορούσε παρά ταύτα να επηρεάσει περισσότερο τις γυναίκες. Σύμφωνα με τα στατιστικά στοιχεία που παρέσχε το INSS σχετικά με την ημερομηνία αναφοράς της 31ης Ιανουαρίου 2020, ενώ η κατανομή των ασφαλισμένων στο RGSS μεταξύ ανδρών και γυναικών είναι αρκετά ισορροπημένη, οι γυναίκες αντιπροσωπεύουν μόλις το 36,15 % των ασφαλισμένων στο RETA. Το χαμηλό αυτό ποσοστό αντικατοπτρίζει, κατά την άποψή του, τη μεγαλύτερη δυσχέρεια των γυναικών να αναλάβουν επαγγελματική δραστηριότητα υπό την ιδιότητα του αυτοαπασχολουμένου, δυσχέρεια που οφείλεται στο γεγονός ότι η κοινωνία εκ παραδόσεως ανέθετε σε αυτές τον ρόλο της οικοκυράς.

21      Κατά συνέπεια, δεδομένου ότι η σώρευση παροχών είναι δυνατή μόνο για τις αποκτηθείσες παροχές στο πλαίσιο διαφορετικών συστημάτων και δεδομένου ότι η αναλογία των ανδρών που είναι ασφαλισμένοι στο RETA είναι σαφώς μεγαλύτερη από αυτή των γυναικών, η σώρευση παροχών είναι ευκολότερη για τους άνδρες απ’ ό,τι για τις γυναίκες.

22      Τέλος, το αιτούν δικαστήριο εκτιμά ότι τα επιχειρήματα που προβάλλει το INSS για να δικαιολογήσει το ασυμβίβαστο των δύο επίμαχων στην κύρια δίκη συντάξεων δεν είναι πειστικά. Ως εκ τούτου, το αιτούν δικαστήριο αμφιβάλλει ως προς το βάσιμο του επιχειρήματος ότι μπορεί να υπάρξει μία μόνο σύνταξη λόγω ολικής μόνιμης ανικανότητας προς εργασία αποσκοπούσα στην αντιστάθμιση της απώλειας εισοδημάτων λόγω αδυναμίας συνεχίσεως της ασκήσεως της συνήθους εργασίας, δεδομένου ότι σε δεδομένη χρονική στιγμή μπορεί να υφίσταται μία μόνο συνήθης εργασία. Συγκεκριμένα, το ίδιο αυτό επιχείρημα θα έπρεπε να οδηγήσει στην απαγόρευση της σωρεύσεως δύο συντάξεων λόγω ολικής μόνιμης ανικανότητας προς εργασία οι οποίες χορηγούνται στο πλαίσιο διαφορετικών συστημάτων.

23      Υπό τις περιστάσεις αυτές, το Juzgado de lo Social nº 26 de Barcelona (πρωτοβάθμιο δικαστήριο εργατικών και κοινωνικοασφαλιστικών διαφορών αριθ. 26 Βαρκελώνης) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:

«1)      Αντιβαίνει στην ευρωπαϊκή νομοθεσία και συγκεκριμένα στο άρθρο 4 της [οδηγίας 79/7] και στο άρθρο 5 της [οδηγίας 2006/54] η ισπανική διάταξη περί σώρευσης παροχών του άρθρου 163, παράγραφος 1, του [LGSS], όπως έχει ερμηνευθεί από τη νομολογία, η οποία χαρακτηρίζει ως ασυμβίβαστες μεταξύ τους δύο παροχές ολικής μόνιμης ανικανότητας προς εργασία όταν αυτές χορηγούνται στο πλαίσιο του ίδιου συστήματος, πλην όμως επιτρέπει τη σωρευτική χορήγησή τους όταν αυτές χορηγούνται στο πλαίσιο διαφορετικών συστημάτων, καίτοι το δικαίωμα επ’ αυτών έχει αποκτηθεί, εν πάση περιπτώσει, βάσει χωριστών εισφορών, καθόσον η διάταξη αυτή ενδέχεται να συνεπάγεται έμμεση διάκριση λόγω βιολογικού ή κοινωνικού φύλου, λαμβανομένης υπόψη της σύνθεσης από απόψεως φύλου των διαφόρων συστημάτων της ισπανικής Κοινωνικής Ασφάλισης;

2)      Σε περίπτωση αρνητικής απάντησης στο πρώτο ερώτημα, αντιβαίνει η ισπανική νομοθεσία στην προμνησθείσα ευρωπαϊκή νομοθεσία σε περίπτωση που οι δύο παροχές έχουν ως αιτία διαφορετικές παθολογίες;»

24      Το Δικαστήριο απηύθυνε διάφορες ερωτήσεις στο INSS και στην Ισπανική Κυβέρνηση, οι οποίες απάντησαν με έγγραφα που κατέθεσαν στις 3 και στις 7 Δεκεμβρίου 2021 αντιστοίχως.

 Επί των προδικαστικών ερωτημάτων

 Επί του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος

25      Προκειμένου να διευκρινισθεί, εκ προοιμίου, το περιεχόμενο του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος, επισημαίνεται ότι το αιτούν δικαστήριο διερωτάται αν η ισπανική νομοθεσία στον τομέα της κοινωνικής ασφαλίσεως συμβιβάζεται με το άρθρο 4 της οδηγίας 79/7 και με το άρθρο 5 της οδηγίας 2006/54 όσον αφορά τις προϋποθέσεις που διέπουν τη δυνατότητα, την οποία προβλέπει η ως άνω νομοθεσία όπως ερμηνεύεται από το Tribunal Supremo (Ανώτατο Δικαστήριο), να σωρευθούν δύο συντάξεις λόγω ολικής μόνιμης ανικανότητας προς εργασία στην περίπτωση κατά την οποία ο ασφαλισμένος πληρούσε τις προϋποθέσεις χορηγήσεως των συντάξεων αυτών βάσει περιόδων καταβολής ασφαλιστικών εισφορών σε διαφορετικά συστήματα.

26      Συναφώς, όσον αφορά τη δυνατότητα εφαρμογής των οδηγιών στις οποίες αναφέρεται το αιτούν δικαστήριο, από τη δικογραφία που υποβλήθηκε στο Δικαστήριο προκύπτει ότι οι επίμαχες στην κύρια δίκη συντάξεις λόγω ολικής μόνιμης ανικανότητας προς εργασία, τις οποίες επιθυμεί να σωρεύσει η προσφεύγουσα της κύριας δίκης, χορηγούνται στο πλαίσιο του συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως που προβλέπει ο LGSS και έχουν ως σκοπό να προστατεύσουν τους ασφαλισμένους από την απώλεια εισοδημάτων που απορρέουν από την ανικανότητα ασκήσεως της συνήθους εργασίας τους.

27      Οι συντάξεις αυτές εμπίπτουν στην οδηγία 79/7, εφόσον αποτελούν μέρος ενός εκ του νόμου συστήματος για την προστασία έναντι ενός από τους κινδύνους που απαριθμούνται στο άρθρο 3, παράγραφος 1, της ως άνω οδηγίας, ήτοι την αναπηρία, και έχουν άμεση και πραγματική σχέση με την προστασία από τον κίνδυνο αυτό [πρβλ. απόφαση της 12ης Δεκεμβρίου2019, Instituto Nacional de la Seguridad Social (Προσαύξηση σύνταξης για τις μητέρες), C‑450/18, EU:C:2019:1075, σκέψη 35].

28      Αντιθέτως, όπως υπογράμμισαν το INSS, η Ισπανική Κυβέρνηση και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η οδηγία 2006/54 δεν έχει εφαρμογή στη διαφορά της κύριας δίκης. Συγκεκριμένα, από το άρθρο 1, δεύτερο εδάφιο, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2006/54, σε συνδυασμό με το άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχείο στʹ, της ίδιας οδηγίας, προκύπτει ότι η εν λόγω οδηγία δεν εφαρμόζεται επί των νομικών συστημάτων που διέπονται από την οδηγία 79/7 [απόφαση της 12ης Δεκεμβρίου2019, Instituto Nacional de la Seguridad Social (Προσαύξηση σύνταξης για τις μητέρες), C‑450/18, EU:C:2019:1075, σκέψη 34]

29      Υπό τις συνθήκες αυτές, πρέπει να γίνει δεκτό ότι με το πρώτο προδικαστικό ερώτημα το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινισθεί αν το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 79/7 έχει την έννοια ότι αντιτίθεται σε εθνική νομοθεσία η οποία εμποδίζει τους εργαζόμενους που υπάγονται στην κοινωνική ασφάλιση να λαμβάνουν σωρευτικώς δύο συντάξεις λόγω ολικής μόνιμης ανικανότητας προς εργασία όταν αυτές καταβάλλονται από το ίδιο σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως, ενώ επιτρέπει τη σώρευση αυτή όταν οι συντάξεις αυτές καταβάλλονται από διαφορετικά συστήματα κοινωνικής ασφαλίσεως.

30      Υπενθυμίζεται ότι, μολονότι δεν αμφισβητείται ότι το δίκαιο της Ένωσης σέβεται την αρμοδιότητα των κρατών μελών να οργανώνουν τα συστήματά τους κοινωνικής ασφαλίσεως και ότι, ελλείψει εναρμονίσεως στο επίπεδο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, απόκειται στη νομοθεσία κάθε κράτους μέλους να καθορίσει τις προϋποθέσεις για τη χορήγηση των κοινωνικοασφαλιστικών παροχών, εντούτοις, κατά την άσκηση της ως άνω αρμοδιότητας, τα κράτη μέλη οφείλουν να τηρούν το δίκαιο της Ένωσης (απόφαση της 14ης Απριλίου 2015, Cachaldora Fernández, C‑527/13, EU:C:2015:215, σκέψη 25).

31      Ως εκ τούτου, το δίκαιο της Ένωσης δεν εμποδίζει, κατ’ αρχήν, ένα κράτος μέλος να αποκλείει, με τη νομοθεσία του στον τομέα της κοινωνικής ασφαλίσεως, τη δυνατότητα λήψεως συγχρόνως δύο ή πλειόνων συντάξεων λόγω ολικής μόνιμης ανικανότητας προς εργασία ή να επιτρέπει τη σώρευση αυτή υπό ορισμένες προϋποθέσεις. Εντούτοις, τοιαύτη νομοθεσία πρέπει να τηρεί την οδηγία 79/7, και ιδίως το άρθρο της 4, παράγραφος 1, δυνάμει του οποίου η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως συνεπάγεται την απουσία κάθε διακρίσεως που βασίζεται στο φύλο, είτε άμεσα είτε έμμεσα, όσον αφορά, μεταξύ άλλων, τον υπολογισμό των παροχών.

32      Συναφώς, επιβάλλεται η διαπίστωση, όπως παρατήρησε το αιτούν δικαστήριο, ότι η εθνική νομοθεσία περί της οποίας γίνεται λόγος στη σκέψη 29 της παρούσας αποφάσεως εφαρμόζεται αδιακρίτως στους άνδρες εργαζόμενους και στις γυναίκες εργαζόμενες που είναι ασφαλισμένοι στα διάφορα ισπανικά συστήματα κοινωνικής ασφαλίσεως και πληρούν, κατ’ αρχήν, τις προϋποθέσεις χορηγήσεως τουλάχιστον δύο συντάξεων λόγω ολικής μόνιμης ανικανότητας προς εργασία, οπότε η εν λόγω νομοθεσία δεν συνεπάγεται άμεση δυσμενή διάκριση.

33      Όσον αφορά το ζήτημα αν η ίδια εθνική νομοθεσία ενέχει έμμεση διάκριση, πρέπει να νοηθεί, κατ’ ορθήν ερμηνεία της εννοίας αυτής, στο πλαίσιο της οδηγίας 79/7, ότι συνιστά διάκριση που βασίζεται εμμέσως στο φύλο η περίπτωση κατά την οποία μια εκ πρώτης όψεως ουδέτερη διάταξη, κριτήριο ή πρακτική θέτει σε ιδιαίτερα μειονεκτική θέση πρόσωπα ενός φύλου σε σύγκριση με πρόσωπα του άλλου φύλου, εκτός αν η διάταξη, το κριτήριο ή η πρακτική αυτή δικαιολογείται αντικειμενικώς από νόμιμο στόχο και τα μέσα για την επίτευξη του σκοπού αυτού είναι πρόσφορα και αναγκαία (πρβλ. απόφαση της 8ης Μαΐου 2019, Villar Láiz, C‑161/18, EU:C:2019:382, σκέψη 37).

34      Εν προκειμένω, το αιτούν δικαστήριο κλίνει υπέρ της απόψεως ότι η επίμαχη εθνική νομοθεσία ενέχει έμμεση δυσμενή διάκριση. Όπως εκτέθηκε στις σκέψεις 20 και 21 της παρούσας αποφάσεως, το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι, μολονότι, σύμφωνα με τα στατιστικά στοιχεία που διαθέτει, οι ασφαλισμένοι στο RGSS κατανέμονται κατά τρόπο αρκετά ισόρροπο μεταξύ των δύο φύλων, οι γυναίκες αντιπροσωπεύουν μόνον το 36 % περίπου των ασφαλισμένων στο RETA, δεδομένου ότι τα δύο αυτά συστήματα περιλαμβάνουν τη μεγάλη πλειονότητα των εργαζομένων που υπάγονται στην ισπανική κοινωνική ασφάλιση. Ως εκ τούτου, οι άνδρες βρίσκονται σε καλύτερη θέση απ’ ό,τι οι γυναίκες προκειμένου να θεμελιώσουν δικαίωμα για πλείονες συντάξεις λόγω ολικής μόνιμης ανικανότητας προς εργασία στο πλαίσιο διαφορετικών συστημάτων και να μπορέσουν να σωρεύσουν τις συντάξεις αυτές.

35      Συναφώς, πρέπει να επισημανθεί, κατά πρώτον, ότι η επίμαχη στην κύρια δίκη εθνική νομοθεσία εισάγει, μεταξύ των εργαζομένων που έχουν αποκτήσει το δικαίωμα λήψεως πλειόνων συντάξεων λόγω ολικής μόνιμης ανικανότητας προς εργασία, διαφορετική μεταχείριση βάσει ενός εκ πρώτης όψεως ουδέτερου κριτηρίου, σύμφωνα με το οποίο οι εργαζόμενοι αυτοί επιτρέπεται μόνο να σωρεύουν τέτοιες συντάξεις όταν αυτές είναι ασφαλισμένοι σε διαφορετικά συστήματα κοινωνικής ασφαλίσεως.

36      Πλην όμως, όπως προκύπτει, μια τέτοια διαφορετική μεταχείριση ευνοεί τους εργαζόμενους που μπορούν να σωρεύουν δύο ή πλείονες συντάξεις στο πλαίσιο διαφορετικών συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως όσον αφορά τον υπολογισμό του συνολικού ποσού των συντάξεων αυτών και ότι, αντιστρόφως, είναι ικανή να περιαγάγει σε μειονεκτική θέση τους εργαζόμενους οι οποίοι, έχοντας λάβει τέτοιες συντάξεις στο πλαίσιο του ιδίου συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως, δεν μπορούν να τις σωρεύσουν.

37      Το INSS και η Ισπανική Κυβέρνηση υπογραμμίζουν ότι οι συντάξεις εκάστου συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως διαφέρουν, μεταξύ άλλων, ως προς τον τρόπο καταβολής των εισφορών και υπολογισμού τους, καθώς και ως προς τους σκοπούς τους, ισχυρίζονται δε, επιπλέον, ότι τα στοιχεία αυτά αποδεικνύουν ότι οι εργαζόμενοι που μπορούν να σωρεύσουν δύο ή πλείονες συντάξεις δεν βρίσκονται σε κατάσταση συγκρίσιμη με εκείνη των εργαζομένων που δεν έχουν την ευχέρεια αυτή. Εντούτοις, τα προαναφερθέντα στοιχεία δεν φαίνεται να κλονίζουν τη διαπίστωση ότι η δυνατότητα σωρεύσεως δύο ή πλειόνων συντάξεων παρέχει, κατ’ αρχήν, στους οικείους εργαζόμενους τη δυνατότητα να λάβουν συνολική παροχή υψηλότερη από εκείνη της ενιαίας συντάξεως την οποία θα εδικαιούντο άλλως ούτε να αποδεικνύουν, εξάλλου, ότι η κατάστασή τους δεν είναι συγκρίσιμη, κατά μείζονα λόγο διότι οι συντάξεις του RGSS και του RETA έχουν αμφότερες ως σκοπό να αντισταθμίσουν την απώλεια εισοδήματος που οφείλεται στην ολική ανικανότητα του εργαζομένου να ασκήσει, ως μισθωτός ή ως αυτοαπασχολούμενος, τη συνήθη εργασία του, όπερ εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να εξακριβώσει.

38      Κατά δεύτερον, προκειμένου να εκτιμηθεί αν η επίμαχη στην κύρια δίκη εθνική νομοθεσία είναι ικανή να περιαγάγει σε μειονεκτική θέση ιδίως τις εργαζόμενες γυναίκες σε σχέση με τους εργαζόμενους άνδρες, πρέπει να υπομνησθεί ότι η ύπαρξη ενός τέτοιου μειονεκτήματος θα μπορούσε να διαπιστωθεί, μεταξύ άλλων, αν αποδεικνυόταν ότι μια τέτοια νομοθεσία επηρεάζει δυσμενώς σημαντικά μεγαλύτερο ποσοστό προσώπων ενός φύλου σε σύγκριση με πρόσωπα του άλλου φύλου (πρβλ. απόφαση της 21ης Ιανουαρίου 2021, INSS, C‑843/19, EU:C:2021:55, σκέψη 25).

39      Τούτο θα μπορούσε να συμβεί αν αποδεικνυόταν ότι η επίμαχη στην κύρια δίκη εθνική νομοθεσία έχει ως συνέπεια να στερεί από σημαντικά μεγαλύτερο ποσοστό εργαόμενων γυναικών, σε σχέση με τους εργαζόμενους άνδρες, τη δυνατότητα σωρεύσεως δύο ή πλειόνων συντάξεων λόγω ολικής μόνιμης ανικανότητας προς εργασία.

40      Σε περίπτωση που, όπως εν προκειμένω, ο εθνικός δικαστής έχει στη διάθεσή του στατιστικά στοιχεία, το Δικαστήριο έχει κρίνει, αφενός, ότι ο εν λόγω δικαστής πρέπει να λάβει υπόψη το σύνολο των εργαζομένων που υπόκεινται στην εθνική νομοθεσία στην οποία οφείλεται η διαφορετική μεταχείριση και, αφετέρου, ότι η βέλτιστη μέθοδος συγκρίσεως συνίσταται στη σύγκριση της αναλογίας μεταξύ θιγόμενων και μη θιγόμενων από την προβαλλόμενη διαφορετική μεταχείριση εργαζόμενων γυναικών που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της εν λόγω νομοθεσίας με την αντίστοιχη αναλογία όσον αφορά τους άνδρες εργαζόμενους που εμπίπτουν στο εν λόγω πεδίο εφαρμογής (απόφαση της 21ης Ιανουαρίου 2021, INSS, C‑843/19, EU:C:2021:55, σκέψη 26).

41      Συναφώς, εναπόκειται στον εθνικό δικαστή να εκτιμήσει κατά πόσον τα στατιστικά στοιχεία που προσκομίσθηκαν ενώπιόν του είναι αξιόπιστα και αν αυτά μπορούν να ληφθούν υπόψη, ήτοι, ιδίως, αν δεν εκφράζουν καθαρά τυχαία ή συγκυριακά φαινόμενα και αν είναι αρκούντως σημαντικά (απόφαση της 21ης Ιανουαρίου 2021, INSS, C‑843/19, EU:C:2021:55, σκέψη 27).

42      Εν προκειμένω, από τη δικογραφία που έχει στη διάθεσή του το Δικαστήριο προκύπτει ότι οι διάδικοι και οι ενδιαφερόμενοι που υπέβαλαν παρατηρήσεις διαφωνούν ως προς το είδος των δεδομένων που πρέπει να ληφθούν υπόψη προκειμένου να καθορισθούν, σύμφωνα με τη μεθοδολογία που αναφέρεται στη σκέψη 40 της παρούσας αποφάσεως, οι αναλογίες των προσώπων που επηρεάζονται από τη διαφορετική μεταχείριση. Διαφωνούν, μεταξύ άλλων, ως προς το αν τα στοιχεία που έλαβε υπόψη το αιτούν δικαστήριο, περί των οποίων διαλαμβάνει η σκέψη 34 της παρούσας αποφάσεως, σχετικά με τα αντίστοιχα ποσοστά ασφαλίσεως εργαζόμενων ανδρών και γυναικών στο RGSS και στο RETA καθιστούν δυνατό τον προσδιορισμό των αναλογιών των θιγομένων προσώπων, δεδομένου ότι το INSS και η Ισπανική Κυβέρνηση  υπογράμμισαν, μεταξύ άλλων, την έλλειψη άμεσης σχέσεως μεταξύ της ασφαλίσεως σε δεδομένο σύστημα και της χορηγήσεως του δικαιώματος συντάξεως.

43      Όσον αφορά τη λυσιτέλεια των στοιχείων που παρέσχε το αιτούν δικαστήριο, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης εθνική νομοθεσία δεν εφαρμόζεται στο σύνολο των εργαζομένων που είναι ασφαλισμένοι στα διάφορα ισπανικά συστήματα κοινωνικής ασφαλίσεως, αλλά μόνο σε εκείνους οι οποίοι πληρούν, κατ’ αρχήν, τις προϋποθέσεις χορηγήσεως τουλάχιστον δύο συντάξεων λόγω ολικής μόνιμης ανικανότητας προς εργασία, όπως επισήμανε, κατ’ ουσίαν, και η γενική εισαγγελέας στο σημείο 65 των προτάσεών της.

44      Πράγματι, μόνον στους εργαζόμενους που εμπίπτουν στην τελευταία αυτή κατηγορία μπορεί να αναγνωρισθεί ή να μην αναγνωρισθεί το ευεργέτημα της σωρεύσεως δύο ή πλειόνων συντάξεων ολικής μόνιμης ανικανότητας προς εργασία, αναλόγως του αν αυτές καταβάλλονται από το ίδιο σύστημα ή από διαφορετικά συστήματα κοινωνικής ασφαλίσεως.

45      Επομένως, δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη, προκειμένου να καθορισθεί αν η επίμαχη στην κύρια δίκη εθνική νομοθεσία ενέχει έμμεση δυσμενή διάκριση, οι εργαζόμενοι οι οποίοι δεν μπορούν να σωρεύσουν δύο ή πλείονες συντάξεις για τον λόγο και μόνον ότι δεν πληρούσαν τις προϋποθέσεις χορηγήσεως καθεμιάς από τις συντάξεις αυτές, οι οποίοι ωστόσο περιλαμβάνονται κατ’ ανάγκην μεταξύ των εργαζομένων τους οποίους αφορούν τα στατιστικά στοιχεία που έλαβε υπόψη το αιτούν δικαστήριο σχετικά με το ποσοστό υπαγωγής στα διάφορα συστήματα κοινωνικής ασφαλίσεως (βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 21ης Ιανουαρίου 2021, INSS, C‑843/19, EU:C:2021:55, σκέψη 30).

46      Επομένως, προκειμένου να κριθεί αν εθνική νομοθεσία όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη ενδέχεται να ενέχει έμμεση δυσμενή διάκριση αντίθετη προς το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 79/7, πρέπει, κατ’ αρχάς, να ληφθεί υπόψη το σύνολο των εργαζομένων που υπάγονται στη νομοθεσία αυτή, ήτοι όλοι οι εργαζόμενοι που έχουν, κατ’ αρχήν, δικαίωμα πλέον της μίας συντάξεως λόγω ολικής μόνιμης ανικανότητας προς εργασία. Εν συνεχεία, πρέπει να καθορισθεί, μεταξύ της κατ’ αυτόν τον τρόπο οριοθετούμενης ομάδας εργαζομένων, αφενός, η αναλογία των εργαζόμενων ανδρών που εμποδίζονται να σωρεύσουν τις συντάξεις αυτές σε σχέση με τους άνδρες εργαζόμενους που μπορούν να προβούν σε μια τέτοια σώρευση και, αφετέρου, η ίδια αναλογία όσον αφορά τις γυναίκες εργαζόμενες. Τέλος, οι αναλογίες αυτές πρέπει να συγκριθούν μεταξύ τους προκειμένου να εκτιμηθεί η έκταση της ενδεχόμενης αποκλίσεως μεταξύ της αναλογίας εργαζόμενων ανδρών και της αναλογίας εργαζόμενων γυναικών οι οποίες επηρεάζονται αρνητικά.

47      Εξάλλου, η μεθοδολογία αυτή είναι ουδέτερη σε σχέση με το γεγονός, το οποίο υπογράμμισαν το INSS και η Ισπανική Κυβέρνηση, ότι οι εργαζόμενοι άνδρες διατρέχουν μεγαλύτερο κίνδυνο απ’ ό,τι οι εργαζόμενες γυναίκες να καταστούν ανίκανοι προς εργασία και να υποχρεωθούν, κατά συνέπεια, να ζητήσουν τη χορήγηση συντάξεων λόγω ολικής μόνιμης ανικανότητας προς εργασία. Συγκεκριμένα, η σύγκριση που πρέπει να πραγματοποιηθεί αποσκοπεί αποκλειστικώς στη διαπίστωση αν, στο πλαίσιο των αντίστοιχων κατηγοριών των εργαζόμενων ανδρών και των εργαζόμενων γυναικών για τις οποίες ο κίνδυνος αυτός έχει ήδη επέλθει, η διαφορετική μεταχείριση που απορρέει από την επίμαχη στην κύρια δίκη εθνική νομοθεσία επηρεάζει αρνητικά μια σημαντικά μεγαλύτερη αναλογία γυναικών παρά ανδρών, όπως επισήμανε κατ’ ουσίαν και η γενική εισαγγελέας στο σημείο 66 των προτάσεών της.

48      Όσον αφορά τα κατάλληλα στοιχεία για την πραγματοποίηση της συγκρίσεως αυτής, το INSS παρέσχε, στις 3 Δεκεμβρίου 2021, κατόπιν αιτήματος του Δικαστηρίου, συμπληρωματικά στατιστικά στοιχεία, όπως αυτά καθορίζονταν στο εν λόγω αίτημα, όσον αφορά τον αριθμό των εργαζόμενων ανδρών και των εργαζόμενων γυναικών που έπασχαν από τουλάχιστον δύο παθήσεις οι οποίες τους καθιστούσαν ανίκανους προς εργασία και οι οποίοι δικαιούνταν, στις 10 Νοεμβρίου 2021, κατ’ αρχήν, συντάξεις λόγω ολικής μόνιμης ανικανότητας προς εργασία στο πλαίσιο τουλάχιστον δύο συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως ή, άλλως, στο πλαίσιο μόνον του RGSS.

49      Συναφώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι η επίμαχη εθνική νομοθεσία εφαρμόζεται στο σύνολο των εργαζομένων που πληρούν, κατ’ αρχήν, τις προϋποθέσεις χορηγήσεως τουλάχιστον δύο συντάξεων λόγω μόνιμης ανικανότητας προς εργασία. Επομένως, μπορεί να επηρεάσει αρνητικά το σύνολο των εργαζομένων που δικαιούνται τουλάχιστον δύο συντάξεις αναπηρίας στο πλαίσιο του ίδιου συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως, ανεξαρτήτως του ποιο είναι το σύστημα αυτό.

50      Τα στοιχεία περί των οποίων γίνεται λόγος στη σκέψη 48 της παρούσας αποφάσεως παρέχουν μεν τη δυνατότητα αξιόπιστης εκτιμήσεως, κατά την ημερομηνία αναφοράς, του συνολικού αριθμού των εργαζόμενων ανδρών και των εργαζόμενων γυναικών που ευνοούνται από την επίμαχη στην κύρια δίκη εθνική νομοθεσία, ήτοι των 7 723 εργαζόμενων ανδρών και των 3 460 εργαζόμενων γυναικών που μπορούσαν, κατά την ημερομηνία αυτή, να σωρεύσουν τουλάχιστον δύο συντάξεις λόγω ολικής μόνιμης ανικανότητας προς εργασία.

51      Ωστόσο, όπως ορθώς παρατήρησε η Επιτροπή κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, τα στοιχεία αυτά περιορίζονται, όσον αφορά τους εργαζόμενους που δεν μπορούν να σωρεύσουν τις συντάξεις για τις οποίες έχουν θεμελιώσει δικαίωμα, στην καταλογογράφηση των 4 047 εργαζόμενων ανδρών και των 3 388 εργαζόμενων γυναικών που είναι ασφαλισμένοι μόνον στο RGSS. Ως εκ τούτου, από τα στοιχεία αυτά δεν προκύπτει το σύνολο των εργαζομένων που περιέρχονται σε μειονεκτική θέση λόγω της επίμαχης στην κύρια δίκη εθνικής νομοθεσίας κατά την ημερομηνία αναφοράς ούτε, επομένως, είναι δυνατόν από αυτά και μόνον να καθορισθούν τα ποσοστά των εργαζόμενων ανδρών και των εργαζόμενων γυναικών που περιέρχονται σε μειονεκτική θέση λόγω της ως άνω νομοθεσίας σύμφωνα με τα εκτεθέντα στις σκέψεις 40 και 46 της παρούσας αποφάσεως, ιδίως όσον αφορά τους εργαζόμενους που είναι ασφαλισμένοι μόνον στο RETA, στους οποίους εφαρμόζεται, δυνάμει του άρθρου 34 του διατάγματος 2530/1970 περί του ειδικού συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως των ελεύθερων επαγγελματιών, ο ίδιος κανόνας με αυτόν τον οποίον εισάγει το άρθρο 163, παράγραφος 1, του LGSS όσον αφορά τους ασφαλισμένους στο RGSS.

52      Στο πλαίσιο αυτό, πρέπει να υπογραμμισθεί ότι, λαμβανομένου υπόψη του σημαντικού αριθμού των ασφαλισμένων στο RETA, δεν αποκλείεται η συνεκτίμηση των αριθμητικών στοιχείων που αφορούν τους εργαζόμενους που έχουν, κατ’ αρχήν, θεμελιώσει δικαίωμα για τουλάχιστον δύο συντάξεις λόγω ολικής μόνιμης ανικανότητας προς εργασία βάσει του συστήματος αυτού και μόνον, να έχει επίπτωση στον υπολογισμό, με βάση το σύνολο των κρίσιμων στοιχείων, των αντίστοιχων αναλογιών εργαζόμενων ανδρών και εργαζόμενων γυναικών που επηρεάζονται αρνητικά από την επίμαχη στην κύρια δίκη εθνική νομοθεσία σύμφωνα με τη μεθοδολογία η οποία εκτίθεται στις σκέψεις 40 και 46 της παρούσας αποφάσεως.

53      Επομένως, μολονότι δεδομένα όπως αυτά περί των οποίων γίνεται λόγος στη σκέψη 48 της παρούσας αποφάσεως είναι, κατ’ αρχήν, κρίσιμα για να υπολογισθούν οι αναλογίες αυτές και για να καθορισθεί ως εκ τούτου αν η επίμαχη στην κύρια δίκη εθνική νομοθεσία είναι ικανή να περιαγάγει σε ιδιαίτερα μειονεκτική θέση τις γυναίκες εργαζόμενες σε σχέση με τους άνδρες εργαζόμενους, εντούτοις πρέπει να λαμβάνεται μέριμνα ούτως ώστε τα τελικώς επιλεγόμενα προς τούτο στοιχεία να είναι αρκούντως αξιόπιστα και πλήρη για τον ορθό προσδιορισμό των εν λόγω αναλογιών.

54      Στο αιτούν δικαστήριο εναπόκειται να προβεί στις αναγκαίες εξακριβώσεις και να εκτιμήσει, εφόσον παρίσταται ανάγκη, αν η ενδεχόμενη διαφορά μεταξύ των αναλογιών των εργαζόμενων ανδρών και των εργαζόμενων γυναικών που θίγονται αρνητικά από την επίμαχη στην κύρια δίκη εθνική νομοθεσία είναι σημαντική, διευκρινιζομένου ότι μια λιγότερο σημαντική, αλλά διαρκής και σχετικώς σταθερή διαφορά μεταξύ των εργαζόμενων ανδρών και των εργαζόμενων γυναικών θα μπορούσε επίσης να αποκαλύψει μια εκ πρώτης όψεως έμμεση δυσμενή διάκριση λόγω φύλου (πρβλ. απόφαση της 9ης Φεβρουαρίου 1999, Seymour-Smith και Perez, C‑167/97, EU:C:1999:60, σκέψη 61).

55      Εξάλλου, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι αρμόδια για την εκτίμηση των γεγονότων από τα οποία μπορεί να τεκμαρθεί η ύπαρξη έμμεσης διακρίσεως είναι τα εθνικά δικαστήρια, σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο ή την εθνική πρακτική που μπορούν να προβλέπουν, και ειδικότερα ότι η έμμεση διάκριση μπορεί να αποδεικνύεται με κάθε αποδεικτικό μέσο, συμπεριλαμβανομένων των στατιστικών στοιχείων (πρβλ. απόφαση της 3ης Οκτωβρίου 2019, Schuch-Ghannadan, C‑274/18, EU:C:2019:828, σκέψη 46 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

56      Κατά τρίτον, αν, κατόπιν της εκτιμήσεως αυτής, το αιτούν δικαστήριο καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η επίμαχη στην κύρια δίκη εθνική νομοθεσία περιάγει σε ιδιαίτερα μειονεκτική θέση τις γυναίκες εργαζόμενες σε σχέση με τους άνδρες εργαζόμενους, η νομοθεσία αυτή συνεπάγεται έμμεση δυσμενή διάκριση λόγω φύλου, αντίθετη προς το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 79/7, εκτός αν δικαιολογείται από παράγοντες αντικειμενικούς και ξένους προς οποιαδήποτε διάκριση λόγω φύλου. Τούτο συμβαίνει όταν η ρύθμιση αυτή ανταποκρίνεται σε θεμιτό σκοπό κοινωνικής πολιτικής, είναι κατάλληλη για την επίτευξη του σκοπού αυτού και είναι αναγκαία προς τούτο, εξυπακουομένου ότι μπορεί να θεωρηθεί κατάλληλη για την επίτευξη του προβαλλόμενου σκοπού μόνον αν εξυπηρετεί πράγματι την επίτευξή του και εφαρμόζεται κατά τρόπο συνεπή και συστηματικό [απόφαση της 24ης Φεβρουαρίου 2022, TGSS (Ανεργία των οικιακών υπαλλήλων), C‑389/20, EU:C:2022:120, σκέψη 48].

57      Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι τα κράτη μέλη διαθέτουν ευρύ περιθώριο εκτιμήσεως κατά την επιλογή των μέτρων που είναι πρόσφορα για την υλοποίηση των σκοπών της κοινωνικής πολιτικής τους και της πολιτικής τους για την απασχόληση [απόφαση της 24ης Σεπτεμβρίου 2020, YS (Επαγγελματικές συντάξεις στελεχών επιχειρήσεων), C‑223/19, EU:C:2020:753, σκέψη 57].

58      Μολονότι τελικά στο εθνικό δικαστήριο, που είναι το μόνο αρμόδιο να εκτιμήσει τα πραγματικά περιστατικά και να ερμηνεύσει την εθνική νομοθεσία, εναπόκειται να κρίνει αν και σε ποιον βαθμό η επίμαχη νομοθετική διάταξη είναι δικαιολογημένη λόγω τέτοιων αντικειμενικών παραγόντων, το Δικαστήριο, καλούμενο στο πλαίσιο της διαδικασίας εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως να παράσχει στο εθνικό δικαστήριο χρήσιμες απαντήσεις, είναι αρμόδιο να παράσχει, με βάση τη δικογραφία της υποθέσεως της κύριας δίκης και τις γραπτές και προφορικές παρατηρήσεις που του έχουν υποβληθεί, τα στοιχεία που θα δώσουν στο εθνικό δικαστήριο τη δυνατότητα να εκδώσει την απόφασή του [απόφαση της 24ης Σεπτεμβρίου 2020, YS (Επαγγελματικές συντάξεις στελεχών επιχειρήσεων), C‑223/19, EU:C:2020:753, σκέψη 58].

59      Εν προκειμένω, το INSS και η Ισπανική Κυβέρνηση υποστηρίζουν, κατ’ ουσίαν, ότι η επίμαχη στην κύρια δίκη εθνική νομοθεσία δικαιολογείται από τον σκοπό της διατηρήσεως της βιωσιμότητας του συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως. Εκθέτουν, αφενός, ότι η δυνατότητα σωρεύσεως τουλάχιστον δύο συντάξεων λόγω ολικής μόνιμης ανικανότητας προς εργασία που χορηγούνται στο πλαίσιο ενός και μόνον συστήματος, οι οποίες καλύπτουν τον ίδιο κίνδυνο απώλειας εισοδημάτων από επαγγελματική δραστηριότητα, θα είχε σημαντικές συνέπειες για τη χρηματοδότηση του συστήματος αυτού και, αφετέρου, ότι η δυνατότητα σωρεύσεως συντάξεων που καταβάλλονται από διαφορετικά συστήματα συνεπάγεται περιορισμένη δημοσιονομική επιβάρυνση, δεδομένου εξάλλου ότι οι συντάξεις αυτές καλύπτουν διαφορετικούς κινδύνους.

60      Επί του ζητήματος εάν ένας τέτοιος σκοπός αποτελεί θεμιτό σκοπό κοινωνικής πολιτικής πρέπει να λεχθεί ότι, μολονότι εκτιμήσεις αναγόμενες στον προϋπολογισμό δεν μπορούν να δικαιολογήσουν διάκριση εις βάρος ενός εκ των φύλων, εντούτοις οι σκοποί που συνίστανται στην εξασφάλιση της βιώσιμης χρηματοδοτήσεως των συντάξεων λόγω μόνιμης ανικανότητας προς εργασία μπορούν, αντιθέτως, να θεωρηθούν, λαμβανομένου υπόψη του ευρέος περιθωρίου εκτιμήσεως των κρατών μελών, ως θεμιτοί σκοποί κοινωνικής πολιτικής οι οποίοι είναι άσχετοι προς οποιαδήποτε διάκριση λόγω φύλου (πρβλ. απόφαση της 21ης Ιανουαρίου 2021, INSS, C‑843/19, EU:C:2021:55, σκέψη 38).

61      Όσον αφορά την καταλληλότητα της επίμαχης στην κύρια δίκη εθνικής νομοθεσίας προς επίτευξη του προβαλλόμενου σκοπού, είναι αληθές ότι μια τέτοια νομοθεσία, καθόσον αποκλείει ή περιορίζει το ευεργέτημα πολλαπλών συντάξεων λόγω ολικής ανικανότητας προς εργασία, ιδίως στις περιπτώσεις κατά τις οποίες μια τέτοια σώρευση ενέχει τον κίνδυνο χορηγήσεως στους ενδιαφερομένους συνολικού ποσού υπερβαίνοντος την απώλεια των εισοδημάτων που οι συντάξεις αυτές θεωρούνται ότι αντισταθμίζουν, φαίνεται κατάλληλη να συμβάλει στη διατήρηση υγιών οικονομικών του συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως και στη διασφάλιση ενός ορθολογικού επιδόματος από τα οικεία ταμεία.

62      Πάντως, η Επιτροπή υποστήριξε, χωρίς να αντικρουσθεί επ’ αυτού, ότι, ανεξαρτήτως του αν ο εργαζόμενος λαμβάνει συντάξεις που υπάγονται σε ένα μόνο σύστημα ή σε διαφορετικά συστήματα, οι σχετικές δαπάνες βαρύνουν τον προϋπολογισμό της κοινωνικής ασφαλίσεως.

63      Επιπλέον, πρέπει να υπομνησθεί ότι, όπως κρίθηκε στις σκέψεις 36 και 37 της παρούσας αποφάσεως, παρά τις διαφορές που μπορεί να υπάρχουν μεταξύ των συντάξεων που καταβάλλονται από τα διάφορα συστήματα κοινωνικής ασφαλίσεως όσον αφορά τον τρόπο υπολογισμού και καταβολής εισφορών καθώς και τους σκοπούς τους, η δυνατότητα σωρεύσεως πλειόνων συντάξεων που χορηγούνται στο πλαίσιο διαφορετικών συστημάτων φαίνεται να παρέχει οικονομικό πλεονέκτημα στους οικείους εργαζόμενους και να μπορεί να συνεπάγεται πρόσθετες δημόσιες δαπάνες.

64      Ως εκ τούτου, οι συνέπειες της σωρεύσεως πλειόνων συντάξεων λόγω ολικής μόνιμης ανικανότητας προς εργασία επί του προϋπολογισμού δεν φαίνονται αισθητώς διαφορετικές αναλόγως του αν μια τέτοια σώρευση επιτρέπεται για συντάξεις που χορηγούνται στο πλαίσιο του ιδίου συστήματος ή στο πλαίσιο διαφορετικών συστημάτων, κατά μείζονα λόγο όταν, όπως εν προκειμένω, ο οικείος εργαζόμενος έχει θεμελιώσει δικαίωμα για τις δύο συντάξεις του επί τη βάσει διαφορετικών περιόδων καταβολής εισφορών.

65      Επομένως, υπό την επιφύλαξη της επαληθεύσεως από το αιτούν δικαστήριο, η επίμαχη στην κύρια δίκη εθνική νομοθεσία δεν εφαρμόζεται κατά τρόπο συνεπή και συστηματικό, οπότε δεν μπορεί να θεωρηθεί κατάλληλη προς επίτευξη του προβαλλόμενου σκοπού.

66      Λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των ανωτέρω σκέψεων, στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα προσήκει η απάντηση ότι το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 79/7 έχει την έννοια ότι απαγορεύει εθνική νομοθεσία η οποία εμποδίζει τους εργαζόμενους που υπάγονται στην κοινωνική ασφάλιση να λαμβάνουν σωρευτικώς δύο συντάξεις λόγω ολικής μόνιμης ανικανότητας προς εργασία όταν οι εν λόγω συντάξεις καταβάλλονται από το ίδιο σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως, ενώ ταυτόχρονα επιτρέπει τη σώρευση όταν οι συγκεκριμένες συντάξεις καταβάλλονται από διαφορετικά συστήματα κοινωνικής ασφαλίσεως, δεδομένου ότι η νομοθεσία αυτή περιάγει σε μειονεκτική θέση ειδικά τις γυναίκες εργαζόμενες σε σχέση με τους άνδρες εργαζόμενους, ιδίως κατά το μέρος που παρέχει τη δυνατότητα σε σημαντικά μεγαλύτερη αναλογία ανδρών εργαζομένων, αναλογία η οποία προσδιορίζεται επί τη βάσει του συνόλου των εργαζόμενων ανδρών οι οποίοι υπόκεινται στην εν λόγω νομοθεσία, σε σχέση με την αντίστοιχη αναλογία γυναικών εργαζομένων, να τύχουν του ευεργετήματος της επίμαχης σωρεύσεως, και κατά το μέρος που η ίδια αυτή νομοθεσία δεν δικαιολογείται από αντικειμενικούς παράγοντες, ξένους προς κάθε δυσμενή διάκριση λόγω φύλου.

 Επί του δευτέρου προδικαστικού ερωτήματος

67      Δεδομένης της απαντήσεως που δόθηκε στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα, παρέλκει η απάντηση στο δεύτερο.

 Επί των δικαστικών εξόδων

68      Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.

Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (δεύτερο τμήμα) αποφαίνεται:

Το άρθρο 4 παράγραφος 1, της οδηγίας 79/7/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1978, περί της προοδευτικής εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως μεταξύ ανδρών και γυναικών σε θέματα κοινωνικής ασφαλίσεως, έχει την έννοια ότι απαγορεύει εθνική νομοθεσία η οποία εμποδίζει τους εργαζόμενους που υπάγονται στην κοινωνική ασφάλιση να λαμβάνουν σωρευτικώς δύο συντάξεις λόγω ολικής μόνιμης ανικανότητας προς εργασία όταν οι εν λόγω συντάξεις καταβάλλονται από το ίδιο σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως, ενώ ταυτόχρονα επιτρέπει τη σώρευση όταν οι συγκεκριμένες συντάξεις καταβάλλονται από διαφορετικά συστήματα κοινωνικής ασφαλίσεως, δεδομένου ότι η νομοθεσία αυτή περιάγει σε μειονεκτική θέση ειδικά τις γυναίκες εργαζόμενες σε σχέση με τους άνδρες εργαζόμενους, ιδίως κατά το μέρος που παρέχει τη δυνατότητα σε σημαντικά μεγαλύτερη αναλογία ανδρών εργαζομένων, αναλογία η οποία προσδιορίζεται επί τη βάσει του συνόλου των εργαζόμενων ανδρών οι οποίοι υπόκεινται στην εν λόγω νομοθεσία, σε σχέση με την αντίστοιχη αναλογία γυναικών εργαζομένων, να τύχουν του ευεργετήματος της επίμαχης σωρεύσεως, και κατά το μέρος που η ίδια αυτή νομοθεσία δεν δικαιολογείται από αντικειμενικούς παράγοντες, ξένους προς κάθε δυσμενή διάκριση λόγω φύλου.

(υπογραφές)


*      Γλώσσα διαδικασίας: η ισπανική.