ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ

(δεύτερο τμήμα)

της 4ης Ιουνίου 2009

Υποθέσεις F-134/07 και F-8/08

Vahan Adjemian κ.λπ.

κατά

Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων

«Υπαλληλική υπόθεση – Συμβασιούχοι υπάλληλοι – Διάρκεια της συμβάσεως – Άρθρο 88 του ΚΛΠ – Απόφαση της Επιτροπής, της 28ης Απριλίου 2004, σχετικά με την ανώτατη διάρκεια προσφυγής σε μη μόνιμο προσωπικό για την επάνδρωση των υπηρεσιών της Επιτροπής – Οδηγία 1999/70 – Εφαρμογή στα όργανα»

Αντικείμενο: Προσφυγές, ασκηθείσες δυνάμει των άρθρων 236 ΕΚ και 152 ΕΑ, με τις οποίες, στη μεν υπόθεση F‑134/07, ο V. Adjemian και 180 άλλοι συμβασιούχοι υπάλληλοι της Επιτροπής ζητούν: να κηρυχθούν παράνομες οι αποφάσεις της Επιτροπής, μεταξύ των οποίων αυτή της 28ης Απριλίου 2004, σχετικά με την ανώτατη διάρκεια προσφυγής σε μη μόνιμο προσωπικό για την επάνδρωση των υπηρεσιών της και, εφόσον απαιτείται, να κηρυχθεί επίσης παράνομο το άρθρο 88 του Καθεστώτος που εφαρμόζεται επί του Λοιπού Προσωπικού των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων καθόσον περιορίζει τη διάρκεια των συμβάσεων των συμβασιούχων υπαλλήλων· να ακυρωθούν οι αποφάσεις της Επιτροπής της 22ας Αυγούστου, της 5ης Σεπτεμβρίου, της 30ής Οκτωβρίου και της 28ης Νοεμβρίου 2007 με τις οποίες αρνήθηκε να συνάψει νέες συμβάσεις ή να ανανεώσει τις συμβάσεις των προσφευγόντων για αόριστο χρόνο· να ακυρωθούν, εφόσον απαιτείται, οι αποφάσεις της Επιτροπής περί καθορισμού των αντιστοίχων όρων απασχολήσεως των προσφευγόντων, καθόσον η πρόσληψή τους ή η παράταση της προσλήψεώς τους περιορίζεται σε ορισμένο χρόνο· στη δε υπόθεση F‑8/08, η C. Renier ζητεί την ακύρωση της αποφάσεως της Επιτροπής, της 11ης Απριλίου 2007, η οποία περιορίζει τη διάρκεια της συμβάσεως ορισμένου χρόνου της ως συμβασιούχου υπαλλήλου στη χρονική περίοδο από τις 16 Απριλίου 2007 μέχρι τις 15 Δεκεμβρίου 2008.

Απόφαση:      Οι υποθέσεις F‑134/07, Adjemian κ.λπ. κατά Επιτροπής, και F‑8/08, Renier κατά Επιτροπής, συνεκδικάζονται προς έκδοση κοινής αποφάσεως. Οι προσφυγές απορρίπτονται. Οι V. Adjemian, Ε. Adorno και Α. Baranzini καθώς και οι λοιποί 178 προσφεύγοντες των οποίων τα ονόματα αναφέρονται στα παραρτήματα I, II και III της παρούσας αποφάσεως καταδικάζονται στο σύνολο των δικαστικών εξόδων της υποθέσεως F‑134/07, ήτοι φέρουν τα δικαστικά τους έξοδα καθώς και εκείνα της Επιτροπής. Η C. Renier καταδικάζεται στο σύνολο των δικαστικών εξόδων της υποθέσεως F‑8/08, ήτοι φέρει τα δικαστικά της έξοδα καθώς και εκείνα της Επιτροπής στην υπόθεση αυτή. Το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, παρεμβαίνον υπέρ της Επιτροπής στις δύο υποθέσεις, φέρει τα δικαστικά του έξοδα.

Περίληψη

1.      Διαδικασία – Εισαγωγικό δικόγραφο – Απαιτήσεις ως προς τον τύπο – Προσδιορισμός του αντικειμένου της διαφοράς – Συνοπτική έκθεση των προβαλλόμενων ισχυρισμών

(Οργανισμός του Δικαστηρίου, άρθρο 21, εδ. 1, και παράρτημα I, άρθρο 7 § 3· Κανονισμός Διαδικασίας του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης, άρθρο 35 § 1, στοιχείο ε΄)

2.      Πράξεις των οργάνων – Οδηγίες – Άμεση επιβολή υποχρεώσεων στα όργανα της Κοινότητας όσον αφορά τις σχέσεις τους με το προσωπικό τους – Αποκλείεται – Δυνατότητα επικλήσεως

(Άρθρα 10 ΕΚ και 249 ΕΚ)

3.      Κοινωνική πολιτική – Συμφωνία-πλαίσιο για την εργασία ορισμένου χρόνου που συνήφθη από τη CES, την UNICE και το CEEP – Οδηγία 1999/70 – Σταθερότητα της απασχολήσεως

(Χάρτης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, άρθρο 30· οδηγία 1999/70 του Συμβουλίου)

4.      Υπάλληλοι – Καθεστώς που εφαρμόζεται επί του Λοιπού Προσωπικού – Συμβασιούχοι υπάλληλοι επιφορτισμένοι με επικουρικά καθήκοντα

(Καθεστώς που εφαρμόζεται επί του Λοιπού Προσωπικού, άρθρο 88)

5.      Πράξεις των οργάνων – Αιτιολογία – Υποχρέωση αιτιολογήσεως – Έκταση – Δημιουργία νέας κατηγορίας συμβασιούχων υπαλλήλων

(Άρθρο 253 ΕΚ· Καθεστώς που εφαρμόζεται επί του Λοιπού Προσωπικού, άρθρα 3α και 3β· κανονισμός 723/2004 του Συμβουλίου)

1.      Κατά το άρθρο 35, παράγραφος 1, στοιχείο ε΄, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης, το δικόγραφο της προσφυγής πρέπει να περιέχει τους ισχυρισμούς και τα προβαλλόμενα πραγματικά και νομικά επιχειρήματα. Τα στοιχεία αυτά πρέπει να είναι αρκούντως σαφή και ακριβή, προκειμένου να μπορεί ο μεν καθού να προετοιμάσει την άμυνά του, το δε δικαστήριο να αποφανθεί επί της προσφυγής ενδεχομένως χωρίς να χρειαστεί συμπληρωματικές πληροφορίες. Προς κατοχύρωση της ασφάλειας δικαίου και της ορθής απονομής της δικαιοσύνης είναι απαραίτητο, για το παραδεκτό της προσφυγής, τα ουσιώδη πραγματικά και νομικά στοιχεία επί των οποίων αυτή στηρίζεται να προκύπτουν κατά τρόπο συνεκτικό και κατανοητό από το ίδιο το δικόγραφο της προσφυγής. Αυτή η άποψη ενισχύεται από το γεγονός ότι, κατά το άρθρο 7, παράγραφος 3, του παραρτήματος I του Οργανισμού του Δικαστηρίου, το γραπτό στάδιο της διαδικασίας ενώπιον του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης περιλαμβάνει καταρχήν μία μόνο ανταλλαγή υπομνημάτων, εκτός αν το δικαιοδοτικό αυτό όργανο αποφασίσει άλλως. Η ιδιαιτερότητα αυτή της διαδικασίας ενώπιον του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης εξηγεί γιατί, σε αντίθεση με τα προβλεπόμενα για το Πρωτοδικείο καθώς και το Δικαστήριο, στο άρθρο 21, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου, η παρουσίαση των ισχυρισμών και των επιχειρημάτων στο δικόγραφο της προσφυγής δεν επιτρέπεται να είναι συνοπτική.

(βλ. σκέψη 76)

Παραπομπή:

ΠΕΚ: 28 Απριλίου 1993, T‑85/92, De Hoe κατά Επιτροπής, Συλλογή 1993, σ. II‑523, σκέψη 20

ΔΔΔ: 26 Ιουνίου 2008, F‑1/08, Nijs κατά Ελεγκτικού Συνεδρίου, δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψεις 24 και 25, η οποία αποτελεί αντικείμενο αιτήσεως αναιρέσεως που εκκρεμεί ενώπιον του Πρωτοδικείου, υπόθεση T‑376/08 P

2.      Οι οδηγίες, οι οποίες απευθύνονται στα κράτη μέλη και όχι στα όργανα της Κοινότητας, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι επιβάλλουν αυτές καθ’ εαυτές υποχρεώσεις στα εν λόγω όργανα όσον αφορά τις σχέσεις τους με το προσωπικό τους. Εντούτοις, η εκτίμηση αυτή δεν αποκλείει παντελώς τη δυνατότητα επικλήσεως μιας οδηγίας στις σχέσεις μεταξύ των κοινοτικών οργάνων και των μονίμων ή εκτάκτων υπαλλήλων τους. Συγκεκριμένα, οι διατάξεις μιας οδηγίας μπορούν, πρώτον, να δεσμεύσουν εμμέσως ένα κοινοτικό όργανο, αν συνιστούν έκφραση γενικής αρχής του κοινοτικού δικαίου, την οποία το όργανο οφείλει να εφαρμόσει ως τέτοια. Δεύτερον, μια οδηγία μπορεί επίσης να δεσμεύσει ένα κοινοτικό όργανο, όταν το όργανο αυτό, στο πλαίσιο της οργανωτικής αυτονομίας του και εντός των ορίων του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, επεδίωξε να εκπληρώσει συγκεκριμένη υποχρέωση που προβλέπει η οδηγία ή ακόμη στην περίπτωση που μια εσωτερικής εφαρμογής πράξη γενικής ισχύος παραπέμπει η ίδια ρητώς σε μέτρα που έχει λάβει ο κοινοτικός νομοθέτης κατ’ εφαρμογήν των Συνθηκών. Τρίτον, τα κοινοτικά όργανα, σύμφωνα με το καθήκον πίστεως που υπέχουν βάσει του άρθρου 10, δεύτερο εδάφιο, ΕΚ, πρέπει να λαμβάνουν υπόψη, όταν ενεργούν ως εργοδότες, τις νομοθετικές διατάξεις που ισχύουν σε κοινοτικό επίπεδο.

(βλ. σκέψεις 86 και 90 έως 93)

Παραπομπή:

ΔΕΚ: 9 Σεπτεμβρίου 2003, C‑25/02, Rinke, Συλλογή 2003, σ. I‑8349, σκέψεις 24 και 25 έως 28

ΠΕΚ: 21 Μαΐου 2008, T‑495/04, Belfass κατά Συμβουλίου, Συλλογή 2008, σ. II‑781, σκέψη 43

ΔΔΔ: 30 Απριλίου 2009, F‑65/07, Aayhan κ.λπ. κατά Κοινοβουλίου, δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψεις 116 και 118

3.      Πράγματι, καίτοι η σταθερότητα της απασχολήσεως έχει αναχθεί σε προέχον στοιχείο της προστασίας των εργαζομένων, δεν συνιστά, εντούτοις, γενική αρχή του δικαίου βάσει της οποίας μπορεί να εκτιμηθεί η νομιμότητα πράξεως κοινοτικού οργάνου. Ειδικότερα, ουδόλως προκύπτει από την οδηγία 1999/70, σχετικά με τη συμφωνία-πλαίσιο για την εργασία ορισμένου χρόνου που συνήφθη από τη CES, την UNICE και το CEEP, και την εν λόγω συμφωνία-πλαίσιο ότι η σταθερότητα της απασχολήσεως έχει αναχθεί σε δεσμευτικό κανόνα δικαίου. Εξάλλου, οι αιτιολογικές σκέψεις 6 και 7 της οδηγίας, καθώς και το πρώτο εδάφιο του προοιμίου και η αιτιολογική σκέψη 5 της συμφωνίας-πλαισίου, τονίζουν την αναγκαιότητα επιτεύξεως ισορροπίας μεταξύ ευελιξίας και ασφάλειας. Περαιτέρω, η συμφωνία-πλαίσιο δεν επιβάλλει γενική υποχρέωση να προβλέπεται, μετά από ορισμένο αριθμό ανανεώσεων των συμβάσεων ορισμένου χρόνου ή τη συμπλήρωση ορισμένου χρόνου εργασίας, η μετατροπή των εν λόγω συμβάσεων σε σύμβαση αορίστου χρόνου.

Αντιθέτως, η σταθερότητα της απασχολήσεως αποτελεί σκοπό που επιδιώκουν οι υπογράφοντες τη συμφωνία-πλαίσιο, της οποίας η ρήτρα 1, σημείο β΄, ορίζει ότι σκοπός της είναι «η καθιέρωση ενός πλαισίου για να αποτραπεί η κατάχρηση που προκαλείται από τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων ή εργασιακών σχέσεων ορισμένου χρόνου».

Εξάλλου, καίτοι το άρθρο 30 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων ορίζει ότι «κάθε εργαζόμενος έχει δικαίωμα προστασίας έναντι κάθε αδικαιολόγητης απόλυσης», εντούτοις το άρθρο αυτό δεν απαγορεύει τις διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου. Επιπλέον, η λύση συμβάσεως εργασίας ορισμένου χρόνου, λόγω απλώς της λήξεως της χρονικής της διάρκειας, δεν μπορεί να θεωρηθεί απόλυση, η οποία πρέπει να είναι ειδικώς αιτιολογημένη όσον αφορά την ικανότητα, τη συμπεριφορά ή τις λειτουργικές ανάγκες του κοινοτικού οργάνου.

(βλ. σκέψεις 99, 100 και 104)

Παραπομπή:

ΔΕΚ: 22 Νοεμβρίου 2005, C‑144/04, Mangold, Συλλογή 2005, σ. I‑9981, σκέψη 64· 4 Ιουλίου 2006, C‑212/04, Αδενέλερ κ.λπ., Συλλογή 2006, σ. I‑6057, σκέψη 91· 7 Σεπτεμβρίου 2006, C‑53/04, Marrosu και Sardino, Συλλογή 2006, σ. I‑7213, σκέψη 47· 15 Απριλίου 2008, C‑268/06, Impact, Συλλογή 2008, σ. I‑2483, σκέψη 87

ΔΔΔ: Aayhan κ.λπ. κατά Κοινοβουλίου, προπαρατεθείσα, σκέψη 115

4.      Κάθε απασχόληση συμβασιούχου υπαλλήλου επιφορτισμένου με επικουρικά καθήκοντα πρέπει να ανταποκρίνεται συγκεκριμένα σε πρόσκαιρες ή περιοδικές ανάγκες. Σε μια υπηρεσία με πολυάριθμο προσωπικό, είναι αναπόφευκτο τέτοιες ανάγκες να επαναλαμβάνονται, λόγω, ιδίως της μη διαθεσιμότητας μονίμων υπαλλήλων, του οφειλόμενου στις περιστάσεις υπερβολικού φόρτου εργασίας ή της ανάγκης κάθε γενικής διευθύνσεως να στελεχωθεί περιστασιακά με προσωπικό ειδικών προσόντων ή γνώσεων. Οι περιστάσεις αυτές αποτελούν αντικειμενικούς λόγους που δικαιολογούν τόσο τον ορισμένο χρόνο των συμβάσεων των επικουρικών υπαλλήλων καθώς και την ανανέωσή τους σε συνάρτηση με την επέλευση των εν λόγω αναγκών.

(βλ. σκέψη 132)

Παραπομπή:

ΔΕΚ: 23 Σεπτεμβρίου 2004, C‑150/03 P, Hectors κατά Κοινοβουλίου, Συλλογή 2004, σ. I‑8691, και προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Ruiz-Jarabo Colomer στην υπόθεση αυτή, Συλλογή 2004, σ. I‑8694, σκέψη 25

5.      Δεδομένου ότι για πράξεις γενικής εφαρμογής, η αιτιολογία μπορεί να περιορίζεται στο να εκθέτει, αφενός, την όλη κατάσταση που οδήγησε στην έκδοσή της και, αφετέρου, τους γενικούς σκοπούς που επιδιώκει καθώς και ότι, εάν από αυτή την πράξη προκύπτουν τα ουσιώδη στοιχεία του επιδιωκόμενου από το κοινοτικό όργανο σκοπού, θα ήταν υπερβολικό να απαιτηθεί ειδική αιτιολογία για καθεμία από τις τεχνικές επιλογές στις οποίες προέβη, η αιτιολογία του κανονισμού 723/2004, για την τροποποίηση του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των Υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και του Καθεστώτος που εφαρμόζεται επί του Λοιπού Προσωπικού των Κοινοτήτων αυτών, καίτοι συνοπτική, είναι επαρκής όσον αφορά τον σκοπό που επιδιώκεται με τη δημιουργία της νέας κατηγορίας συμβασιούχων υπαλλήλων κατά την έννοια των άρθρων 3α και 3β του Καθεστώτος που εφαρμόζεται επί του Λοιπού Προσωπικού.

(βλ. σκέψεις 139 και 141)

Παραπομπή:

ΔΔΔ: 23 Ιανουαρίου 2007, F‑43/05, Chassagne κατά Επιτροπής, δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψεις 105 και 106 καθώς και εκεί παρατιθέμενη νομολογία