ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (πρώτο τμήμα)

της 1ης Ιουλίου 2010 (*)

«Εθνική νομοθεσία που ρυθμίζει τα ωράρια λειτουργίας και τις ημέρες αργίας των φαρμακείων – Εξαίρεση – Εξουσία των αρμόδιων αρχών για τη λήψη αποφάσεων»

Στην υπόθεση C‑393/08,

με αντικείμενο αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 234 ΕΚ, που υπέβαλε το Tribunale amministrativo regionale per il Lazio (Ιταλία) με απόφαση της 21ης Μαΐου 2008, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 10 Σεπτεμβρίου 2008, στο πλαίσιο της δίκης

Emanuela Sbarigia

κατά

Azienda USL RM/A,

Comune di Roma,

Assiprofar – Associazione Sindacale Proprietari Farmacia,

Ordine dei Farmacisti della Provincia di Roma,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πρώτο τμήμα),

συγκείμενο από τους A. Tizzano, πρόεδρο τμήματος, E. Levits (εισηγητή), A. Borg Barthet, J.-J. Kasel και M. Berger, δικαστές,

γενικός εισαγγελέας: N. Jääskinen

γραμματέας: R. Şereş, υπάλληλος διοικήσεως,

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 17ης Δεκεμβρίου 2009,

λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:

–        η E. Sbarigia, εκπροσωπούμενη από τους V. Cerulli Irelli και M. Di Giandomenico, avvocati,

–        ο Comune di Roma, εκπροσωπούμενος από τον R. Murra, avvocato,

–        η Assiprofar – Associazione Sindacale Proprietari Farmacia, εκπροσωπούμενη από τους M. Lucani και I. Perego, avvocati,

–        ο Ordine dei Farmacisti della Provincia di Roma, εκπροσωπούμενος από τον S. Cicciotti, avvocato,

–        η Ιταλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από την G. Palmieri, επικουρούμενη από την M. Russo, avvocato dello Stato,

–        η Ελληνική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον Σ. Σπυρόπουλο και τις Ζ. Χατζηπαύλου και Β. Καρρά,

–        η Ολλανδική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τη C. M. Wissels και τον D. J. M. de Grave,

–        η Αυστριακή Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από την C. Pesendorfer και τον T. Kröll,

–        η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τον E. Traversa και την C. Cattabriga,

αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 11ης Μαρτίου 2010,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1        Η αίτηση έκδοσης προδικαστικής απόφασης αφορά την ερμηνεία των άρθρων 49 ΕΚ, 81 ΕΚ έως 86 ΕΚ, 152 ΕΚ και 153 ΕΚ.

2        Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της Ε. Sbarigia, ιδιοκτήτριας φαρμακείου, και της Azienda Unità Sanitaria Locale «Roma A» (στο εξής: ASL RM/A), της αρμόδιας αρχής του Δήμου Ρώμης, διαφοράς που έχει ως αντικείμενο την απόφαση με την οποία η ASL RM/A απέρριψε τις αιτήσεις που είχε υποβάλει η Ε. Sbarigia προκειμένου να εξαιρεθεί από την υποχρέωση τήρησης του ωραρίου και των αργιών, και συγκεκριμένα από την υποχρέωση να κλείσει το φαρμακείο της κατά τις ετήσιες θερινές διακοπές του 2006.

 Το νομικό πλαίσιο

3        Η εφαρμοστέα στην υπόθεση της κύριας δίκης νομοθεσία είναι ο νόμος της Περιφέρειας του Λατίου αριθ. 26 της 30ής Ιουλίου 2002, με τον οποίο ρυθμίζονται τα ωράρια, οι εφημερίες και οι διακοπές των φαρμακείων που είναι ανοιχτά για το κοινό (Legge Regionale Lazio n. 26 del 30 juglio 2002, Disciplina dell’orario, dei turni e delle ferie delle farmacie aperte al pubblico, Bollettino Ufficiale della Regione Lazio αριθ. 23, τακτικό συμπλήρωμα αριθ. 5, της 20ής Αυγούστου 2002, και GURI αριθ. 24, ειδική σειρά αριθ. 3, της 14ης Ιουνίου 2003, στο εξής: L.R. 26/02).

4        Τα άρθρα 2 έως 8 του L.R. 26/2002 καθορίζουν τα ωράρια λειτουργίας των φαρμακείων, τις εφημερίες σε εθελοντική βάση, την εβδομαδιαία ανάπαυση και τις ετήσιες διακοπές των φαρμακείων. Οι εν λόγω διατάξεις επιβάλλουν, μεταξύ άλλων, τα ανώτατα ωράρια λειτουργίας των φαρμακείων, την υποχρέωση μη λειτουργίας κατά τις Κυριακές και τις επίσημες αργίες, την υποχρέωση εβδομαδιαίας ανάπαυσης μισής ημέρας, καθώς και την ελάχιστη διάρκεια των ετήσιων διακοπών.

5        Το άρθρο 10 του L.R. 26/2002 ορίζει τα εξής:

«1.      Στον Δήμο Ρώμης, κάθε Unità Sanitaria Locale (Τοπική Υγειονομική Μονάδα, στο εξής: USL) λαμβάνει τα προβλεπόμενα από τον παρόντα νόμο μέτρα που εμπίπτουν στην αρμοδιότητά της, κατόπιν συναινέσεως των λοιπών ενδιαφερόμενων USL.

2.      Όσον αφορά τα φαρμακεία που βρίσκονται σε ορισμένες ιδιαίτερες ζώνες του Δήμου, το εβδομαδιαίο ωράριο λειτουργίας για το κοινό, οι διακοπές των φαρμακείων που βρίσκονται σε αστικές περιοχές και η εβδομαδιαία ανάπαυση μισής ημέρας […] μπορούν να τροποποιούνται με απόφαση της κατά τόπο αρμόδιας USL, η οποία εκδίδεται από συμφώνου με τον Δήμαρχο του ενδιαφερόμενου Δήμου, με τον Επαρχιακό Σύλλογο Φαρμακοποιών και τις αντιπροσωπευτικές επαρχιακές επαγγελματικές οργανώσεις των δημόσιων και των ιδιωτικών φαρμακείων.»

 Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα

6        Η E. Sbarigia είναι ιδιοκτήτρια φαρμακείου που βρίσκεται σε ζώνη του ιστορικού κέντρου της Ρώμης, η οποία έχει την ονομασία Tridente. Η συνοικία αυτή έχει πεζοδρομηθεί πλήρως και βρίσκεται στην καρδιά της τουριστικής περιοχής της Ρώμης.

7        Λόγω της τοποθεσίας αυτής και της σημαντικής αύξησης του αριθμού των πελατών κατά τους μήνες Ιούλιο και Αύγουστο, η προσφεύγουσα στην κύρια δίκη υπέβαλε στις 31 Μαΐου 2006 αίτηση βάσει του άρθρου 10, παράγραφος 2, του L.R. 26/02 στην κατά τόπο αρμόδια ASL RM/A, με την οποία ζήτησε να της επιτραπεί να μην κλείσει το φαρμακείο κατά τις θερινές διακοπές του 2006. Η αίτηση αυτή απορρίφθηκε με απόφαση της 22ας Ιουνίου 2006, κατά της οποίας η Ε. Sbarigia άσκησε προσφυγή ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου.

8        Εν αναμονή της έκβασης της προσφυγής αυτής, η E. Sbarigia υπέβαλε δεύτερη αίτηση, στις 18 Οκτωβρίου 2006, με την οποία ζήτησε γενικότερα να εξαιρεθεί από την υποχρέωση κλεισίματος του φαρμακείου κατά τις ετήσιες διακοπές και τις αργίες, καθώς και να της επιτραπεί να εφαρμόζει, κατά τη διάρκεια όλου του έτους, παρατεταμένο εβδομαδιαίο ωράριο λειτουργίας. Συναφώς, η E. Sbarigia προέβαλε ότι αντίστοιχη άδεια είχε χορηγηθεί στις 8 Σεπτεμβρίου 2006 σε ένα άλλο φαρμακείο, κοντά στον σιδηροδρομικό σταθμό Termini, του οποίου η πελατεία εμφανίζει τις ίδιες ιδιαιτερότητες με την πελατεία του δικού της φαρμακείου.

9        Η ASL RM/A απέρριψε και τη δεύτερη αυτή αίτηση, με την απόφαση αριθ. 119945/P, της 22ας Μαρτίου 2007, κατά της οποίας η Ε. Sbarigia υπέβαλε πρόσθετους λόγους ακύρωσης, καθώς και αίτηση αναστολής εκτέλεσης.

10      Με διάταξη της 22ας Ιουνίου 2007, το αιτούν δικαστήριο έκανε δεκτή την αίτηση αναστολής εκτέλεσης της απόφασης της 22ας Μαρτίου 2007, ώστε η απόφαση αυτή να επανεξεταστεί από την ASL RM/A.

11      Στη συνέχεια, η ASL RM/A εξέδωσε την απόφαση 40249, της 1ης Αυγούστου 2007, με την οποία απέρριψε εκ νέου την αίτηση της προσφεύγουσας της κύριας δίκης, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 10, παράγραφος 2, του L.R. 26/02, κατόπιν της αρνητικής γνώμης του Comune di Roma (Δήμου Ρώμης), του Ordine dei Farmacisti della Provincia di Roma (Συλλόγου Φαρμακοποιών της Επαρχίας της Ρώμης) και των επαγγελματικών ενώσεων Assiprofar – Associazione Sindacale Proprietari Farmacia (στο εξής: Assiprofar) και Confservizi.

12      Η Ε. Sbarigia άσκησε προσφυγή κατά της τελευταίας αυτής απόφασης, επικαλούμενη νέους λόγους ακύρωσης στο πλαίσιο της διαδικασίας που εκκρεμούσε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου.

13      Κατά το Tribunale amministrativo regionale per il Lazio, ο χαρακτηρισμός της φαρμακευτικής υπηρεσίας ως δημόσιας υπηρεσίας που αποσκοπεί στην προστασία της υγείας των καταναλωτών δεν αποτελεί επαρκή δικαιολογητικό λόγο για τις αναγκαστικού δικαίου διατάξεις που διέπουν τους όρους λειτουργίας των φαρμακείων. Η ελευθέρωση των ωραρίων και του χρόνου λειτουργίας όλων των φαρμακείων –όπως προτείνεται άλλωστε με την έκθεση που υπέβαλε την 1η Φεβρουαρίου 2007 η Autorità garante della concorrenza e del mercato (ιταλική Εγγυητική Αρχή Ανταγωνισμού και Αγοράς)– θα έδιδε τη δυνατότητα γενικότερης διεύρυνσης της προσφοράς (αφού τα σχέδια κατανομής διασφαλίζουν την ισόρροπη γεωγραφική κατανομή των φαρμακείων) υπέρ των καταναλωτών.

14      Κατά το αιτούν δικαστήριο, οι διατάξεις του L.R. 26/02 είναι επιπλέον, εκ πρώτης όψεως, υπερβολικές και αδικαιολόγητες. Συγκεκριμένα, η προστασία του δημόσιου συμφέροντος και των επιτακτικών αναγκών που εξυπηρετεί η φαρμακευτική υπηρεσία θα διασφαλιζόταν καλύτερα με τη λήψη μέτρων ελευθέρωσης των όρων λειτουργίας των φαρμακείων, με αποτέλεσμα την αύξηση του ανταγωνισμού.

15      Το αιτούν δικαστήριο έχει επομένως αμφιβολίες ως προς το συμβατό των επίδικων περιορισμών αφενός με τις αρχές του κοινοτικού δικαίου που διέπουν τον ελεύθερο ανταγωνισμό των επιχειρήσεων και αφετέρου με τη δράση της Ευρωπαϊκής Ένωσης που αποσκοπεί στη βελτίωση και στην προστασία της υγείας. Το εν λόγω δικαστήριο εκτιμά ειδικότερα ότι το νομικό πλαίσιο που ισχύει σήμερα στην Περιφέρεια του Λατίου για την οργάνωση της φαρμακευτικής υπηρεσίας εμποδίζει την αποτελεσματική συμβολή στην προστασία της δημόσιας υγείας.

16      Υπό τις συνθήκες αυτές, το Tribunale amministrativo regionale per il Lazio αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα δύο προδικαστικά ερωτήματα:

«1)      Συμβιβάζονται με τις κοινοτικές αρχές που διέπουν την προστασία του ελεύθερου ανταγωνισμού και την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών και προβλέπονται, μεταξύ άλλων, στα άρθρα 49 [ΕΚ και] 81 [ΕΚ έως] 86 ΕΚ η επιβολή στα φαρμακεία των ανωτέρω αναφερθεισών απαγορεύσεων, κατά τις οποίες τα φαρμακεία δεν μπορούν να παραιτούνται από τις ετήσιες διακοπές τους ούτε να παραμένουν ελεύθερα ανοικτά πέραν των ανώτατων ορίων λειτουργίας που επιτρέπονται επί του παρόντος από τις προαναφερθείσες διατάξεις του [L.R.] 26/2002, και η επιβολή, κατά το άρθρο 10, παράγραφος 2, του νόμου αυτού, της συνακόλουθης προϋπόθεσης ότι, για να εγκριθεί στον Δήμο της Ρώμης παρέκκλιση από τις παραπάνω απαγορεύσεις, πρέπει η διοίκηση να εκτιμήσει κατά διακριτική ευχέρεια (από συμφώνου με τους φορείς και οργανισμούς που προβλέπονται στο εν λόγω άρθρο) ότι το αιτούν φαρμακείο βρίσκεται σε ιδιαίτερη ζώνη του ενδιαφερόμενου δήμου;

2)      Συμβιβάζεται με τα άρθρα 152 [ΕΚ] και 153 [ΕΚ] η επιβολή στη φαρμακευτική δημόσια υπηρεσία, προς τον σκοπό έστω της προστασίας της υγείας των καταναλωτών, προϋποθέσεων όπως οι προβλεπόμενες από τον L.R. 26/2002, οι οποίες περιορίζουν ή απαγορεύουν τη δυνατότητα παράτασης του ημερήσιου, εβδομαδιαίου και ετήσιου ωραρίου λειτουργίας των φαρμακείων;»

 Επί του παραδεκτού της αίτησης για την έκδοση προδικαστικής απόφασης

17      Η Ιταλική και η Ελληνική Κυβέρνηση αμφισβητούν, με τις γραπτές τους παρατηρήσεις, το παραδεκτό της υπό κρίση αίτησης έκδοσης προδικαστικής απόφασης. Την ίδια άποψη διατύπωσαν κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση η Assiprofar και, έμμεσα, ο Ordine dei Farmacisti della Provincia di Roma.

18      Ειδικότερα, η Ιταλική Κυβέρνηση προβάλλει ότι το αιτούν δικαστήριο δεν παρέχει καμία διευκρίνιση σχετικά με την πραγματική ή νομική κατάσταση λόγω της οποίας κατέληξε να θέσει το ερώτημα αν η εφαρμοστέα διάταξη της εθνικής νομοθεσίας είναι συμβατή με τις διατάξεις της Συνθήκης στις οποίες αναφέρεται το ίδιο αυτό δικαστήριο. Η Ελληνική Κυβέρνηση, η Assiprofar και ο Ordine dei Farmacisti della Provincia di Roma ισχυρίζονται ότι, αφού ελλείπει οποιοδήποτε στοιχείο διασυνοριακότητας, τα προδικαστικά ερωτήματα δεν έχουν καμία σχέση με το δίκαιο της Ένωσης.

19      Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι εναπόκειται αποκλειστικά στο εθνικό δικαστήριο που έχει επιληφθεί της ένδικης διαφοράς και φέρει την ευθύνη της εκδοθησόμενης δικαστικής απόφασης να εκτιμήσει, λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιομορφίες της υπόθεσης, τόσο την αναγκαιότητα μιας προδικαστικής απόφασης για την έκδοση της δικής του απόφασης όσο και το λυσιτελές των ερωτημάτων που υποβάλλει στο Δικαστήριο. Συνεπώς, εφόσον τα υποβαλλόμενα ερωτήματα αφορούν την ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης, το Δικαστήριο υποχρεούται καταρχήν να απαντήσει (βλ. απόφαση της 10ης Μαρτίου 2009, C-169/07, Hartlauer, Συλλογή 2009, σ. I‑1721, σκέψη 24 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

20      Επομένως, για τα ερωτήματα που αφορούν την ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης ισχύει το τεκμήριο ότι είναι λυσιτελή. Το Δικαστήριο μπορεί να απορρίψει την αίτηση που έχει υποβάλει ένα εθνικό δικαστήριο μόνον όταν προδήλως προκύπτει ότι η ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης που ζητεί το εθνικό δικαστήριο δεν έχει καμία σχέση με το υποστατό ή το αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης, όταν το πρόβλημα είναι υποθετικής φύσης ή ακόμη όταν το Δικαστήριο δεν διαθέτει τα πραγματικά και νομικά στοιχεία που είναι αναγκαία προκειμένου να δώσει χρήσιμη απάντηση στα ερωτήματα που του έχουν υποβληθεί (βλ., συναφώς, αποφάσεις της 5ης Δεκεμβρίου 2006, C-94/04 και C-202/04, Cipolla κ.λπ., Συλλογή 2006, σ. I-11421, σκέψη 25, και της 7ης Ιουνίου 2007, C-222/05 έως C-225/05, van der Weerd κ.λπ., Συλλογή 2007, σ. I-4233, σκέψη 22).

21      Όσον αφορά την ένσταση απαραδέκτου που προτείνει η Ιταλική Κυβέρνηση, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η απόφαση του αιτούντος δικαστηρίου περιγράφει επαρκώς το νομικό και πραγματικό πλαίσιο της διαφοράς της κύριας δίκης και ότι τα στοιχεία που παρέχει το αιτούν δικαστήριο δίνουν τη δυνατότητα προσδιορισμού της έννοιας των προδικαστικών ερωτημάτων. Η απόφαση αυτή συνεπώς παρέσχε στους ενδιαφερόμενους πράγματι τη δυνατότητα να υποβάλουν παρατηρήσεις σύμφωνα με το άρθρο 23 του Οργανισμού του Δικαστηρίου, όπως εξάλλου προκύπτει από το περιεχόμενο των παρατηρήσεων που υποβλήθηκαν στο Δικαστήριο.

22      Κατά συνέπεια, η εν λόγω ένσταση δεν μπορεί να γίνει δεκτή.

23      Όσον αφορά δε τα επιχειρήματα που προέβαλαν η Assiprofar, ο Ordine dei Farmacisti della Provincia di Roma και η Ελληνική Κυβέρνηση, κατά τα οποία όλα τα στοιχεία της διαφοράς της κύριας δίκης περιορίζονται εντός ενός μόνον κράτους μέλους, υπενθυμίζεται ότι, όπως προκύπτει από τη νομολογία του Δικαστηρίου, η απάντηση του Δικαστηρίου μπορεί να είναι χρήσιμη στο αιτούν δικαστήριο ακόμη και υπό τις συνθήκες αυτές, ιδίως στην περίπτωση που το εθνικό δίκαιο του επιβάλλει να αναγνωρίζει στους ημεδαπούς τα ίδια δικαιώματα με αυτά που θα παρείχε το δίκαιο της Ένωσης στους υπηκόους των άλλων κρατών μελών που θα τελούσαν στην ίδια κατάσταση (βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 30ής Μαρτίου 2006, C‑451/03, Servizi Ausiliari Dottori Commercialisti, Συλλογή 2006, σ. I-2941, σκέψη 29, προπαρατεθείσα απόφαση Cipolla κ.λπ., σκέψη 30, και απόφαση της 1ης Ιουνίου 2010, C‑570/07 και C‑571/07, Blanco Perez και Chao Gomez, που δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 36).

24      Εν προκειμένω, η περίπτωση για την οποία γίνεται λόγος στη νομολογία που παρατίθεται στην προηγούμενη σκέψη της παρούσας απόφασης αφορά, στο πλαίσιο της υπόθεσης της κύριας δίκης, τα δικαιώματα που θα μπορούσε να επικαλεστεί με βάση το δίκαιο της Ένωσης ο υπήκοος άλλου κράτους μέλους που θα τελούσε στην ίδια κατάσταση με την Ε. Sbarigia, ο οποίος δηλαδή θα είχε την εκμετάλλευση φαρμακείου σε μια ιδιαίτερη ζώνη του Δήμου Ρώμης και θα αντιμετώπιζε μια απόφαση της αρμόδιας εθνικής διοικητικής αρχής που εφαρμόζει το άρθρο 10, παράγραφος 2, του L.R. 26/02 σε σχέση με αίτηση με την οποία δεν τίθεται ζήτημα κύρους της γενικής ρύθμισης που θεσπίζει ο εν λόγω νόμος σχετικά με τα ωράρια λειτουργίας και τις αργίες των φαρμακείων, αλλά ζητείται μόνο η κατά παρέκκλιση από τη γενική αυτή ρύθμιση παροχή της άδειας να μην κλείνει καθόλου το φαρμακείο.

25      Επομένως, αν ληφθούν υπόψη οι ιδιαίτερες περιστάσεις της υπόθεσης της κύριας δίκης, είναι προφανές ότι η ερμηνεία του άρθρου 49 ΕΚ, την οποία ζητεί το αιτούν δικαστήριο με την απόφασή του, δεν είναι λυσιτελής για την επίλυση της διαφοράς της κύριας δίκης.

26      Πράγματι, όπως παρατήρησε ο γενικός εισαγγελέας στα σημεία 72 και 73 των προτάσεών του, από πάγια νομολογία προκύπτει ότι ο υπήκοος κράτους μέλους ο οποίος, κατά τρόπο σταθερό και συνεχή, ασκεί επαγγελματική δραστηριότητα σε άλλο κράτος μέλος υπάγεται στις διατάξεις του κεφαλαίου της Συνθήκης ΕΚ το οποίο αφορά το δικαίωμα εγκατάστασης και όχι του κεφαλαίου που αφορά τις υπηρεσίες (βλ., μεταξύ άλλων, τις αποφάσεις της 21ης Ιουνίου 1974, C‑2/74, Reyners, Συλλογή τόμος 1974, σ. 317, σκέψη 21, και της 30ής Νοεμβρίου 1995, C‑55/94, Gebhard, Συλλογή 1995, σ. I-4165, σκέψη 28).

27      Εξάλλου, καθόσον αφορά συγκεκριμένα την ελευθερία εγκατάστασης, μολονότι το Tribunale amministrativo regionale per il Lazio δεν έχει ζητήσει ρητά από το Δικαστήριο να ερμηνεύσει το άρθρο 43 ΕΚ, είναι πρόδηλο ότι ούτε η ερμηνεία του άρθρου αυτού είναι λυσιτελής στο πλαίσιο της εκκρεμούς ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου διαφοράς.

28      Συγκεκριμένα, εν προκειμένω, όπως τονίστηκε παραπάνω στη σκέψη 23, το οικείο φαρμακείο είναι σταθερή εγκατάσταση στην πεζοδρομημένη ζώνη του κέντρου της Ρώμης, του οποίου ο ιδιοκτήτης, ακόμη και αν είναι υπήκοος άλλου κράτους μέλους, ασκεί ήδη αδιαλείπτως επαγγελματική δραστηριότητα. Κατά συνέπεια, είναι πρόδηλο ότι η υπόθεση της κύριας δίκης δεν αφορά την άσκηση του δικαιώματος εγκατάστασης, το οποίο κατοχυρώνει το άρθρο 43 ΕΚ.

29      Κατόπιν της παραπάνω διευκρίνισης, διαπιστώνεται ότι στο πλαίσιο της υπόθεσης της κύριας δίκης είναι επίσης προδήλως ανεφάρμοστες οι λοιπές διατάξεις του κοινοτικού δικαίου του ανταγωνισμού των οποίων ζητεί την ερμηνεία το αιτούν δικαστήριο, και συγκεκριμένα τα άρθρα 81 ΕΚ έως 86 ΕΚ.

30      Πράγματι, πρέπει να τονιστεί, πρώτον, ότι τα άρθρα 83 ΕΚ έως 85 ΕΚ δεν έχουν καμία λυσιτέλεια για τη διαφορά της οποίας έχει επιληφθεί το αιτούν δικαστήριο, διότι πρόκειται είτε για διατάξεις αμιγώς διαδικαστικής φύσης (άρθρα 83 ΕΚ και 85 ΕΚ) είτε για μεταβατικές διατάξεις (άρθρο 84 ΕΚ).

31      Δεύτερον, τα άρθρα 81 ΕΚ και 82 ΕΚ, μολονότι ρυθμίζουν αποκλειστικά τη συμπεριφορά των επιχειρήσεων και δεν αφορούν τα θεσπιζόμενα από τα κράτη μέλη νομοθετικά ή κανονιστικά μέτρα, εντούτοις επιβάλλουν στα κράτη μέλη, σε συνδυασμό με το άρθρο 10 ΕΚ, το οποίο επιβάλλει καθήκον συνεργασίας, την υποχρέωση να μη θεσπίζουν και να μη διατηρούν σε ισχύ μέτρα, ακόμη και νομοθετικής ή κανονιστικής φύσης, που θα μπορούσαν να εξουδετερώνουν την πρακτική αποτελεσματικότητα των εφαρμοστέων στις επιχειρήσεις κανόνων ανταγωνισμού (βλ. την προπαρατεθείσα απόφαση Cipolla κ.λπ., σκέψη 46 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

32      Είναι όμως πρόδηλο συναφώς ότι η επίμαχη στην κύρια δίκη εθνική ρύθμιση, η οποία αφορά τη δυνατότητα έγκρισης εξαίρεσης σχετικά με τον χρόνο λειτουργίας φαρμακείου που βρίσκεται σε μια ιδιαίτερη ζώνη του Δήμου Ρώμης, δεν είναι ικανή να επηρεάσει, είτε καθεαυτή είτε λόγω της εφαρμογής της, το εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών κατά την έννοια των άρθρων 81 ΕΚ και 82 ΕΚ (βλ., a contrario, αποφάσεις της 17ης Οκτωβρίου 1972, 8/72, Vereniging van Cementhandelaren κατά Επιτροπής, Συλλογή τόμος 1972-1973, σ. 223, σκέψη 29, της 10ης Δεκεμβρίου 1991, C‑179/90, Merci convenzionali porto di Genova, Συλλογή 1991, σ. I-5889, σκέψεις 14 και 15, και της 19ης Φεβρουαρίου 2002, C‑35/99, Arduino, Συλλογή 2002, σ. I-1529, σκέψη 33).

33      Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτό ότι το πρώτο ερώτημα που υπέβαλε το αιτούν δικαστήριο είναι απαράδεκτο, καθόσον αφορά τις διατάξεις των άρθρων 81 ΕΚ και 82 ΕΚ.

34      Τρίτον, από το γεγονός ότι οι εν λόγω διατάξεις του δικαίου της Ένωσης που διέπουν τον ανταγωνισμό δεν έχουν εφαρμογή στην υπόθεση της κύριας δίκης συνάγεται ότι ούτε το άρθρο 86 ΕΚ έχει εφαρμογή.

35      Όσον αφορά το άρθρο 28 ΕΚ, στο οποίο αναφέρθηκαν ορισμένοι από τους ενδιαφερόμενους που κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, επιβάλλεται, χάριν πληρότητας, η διαπίστωση ότι, για τους λόγους που παρατέθηκαν παραπάνω στη σκέψη 32, πρέπει επίσης να αποκλεισθούν ευθύς εξ αρχής το ενδεχόμενο επηρεασμού του εμπορίου μεταξύ των κρατών μελών και, επομένως, η πιθανότητα εμποδίων στην ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων.

36      Κατά συνέπεια, η ερμηνεία του άρθρου 28 ΕΚ δεν είναι λυσιτελής για την επίλυση της διαφοράς της οποίας έχει επιληφθεί το αιτούν δικαστήριο.

37      Τέλος, όσον αφορά τα άρθρα 152 ΕΚ και 153 ΕΚ, στα οποία αναφέρεται το αιτούν δικαστήριο με το δεύτερο ερώτημα, αρκεί να τονιστεί ότι, όπως επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας με τα σημεία 48 έως 51 των προτάσεών του και όπως υπογράμμισαν σχεδόν όλοι οι ενδιαφερόμενοι που υπέβαλαν παρατηρήσεις στην παρούσα διαδικασία, τα εν λόγω άρθρα απευθύνονται στα θεσμικά όργανα της Ένωσης και στα κράτη μέλη και είναι πρόδηλο ότι δεν είναι δυνατή η επίκλησή τους με σκοπό την εξέταση του συμβατού των εθνικών μέτρων με το δίκαιο της Ένωσης.

38      Από το σύνολο των ανωτέρω εκτεθέντων συνάγεται ότι η υπό κρίση αίτηση έκδοσης προδικαστικής απόφασης πρέπει να κριθεί απαράδεκτη.

 Επί των δικαστικών εξόδων

39      Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.

Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (πρώτο τμήμα) αποφαίνεται:

Η αίτηση έκδοσης προδικαστικής απόφασης που υπέβαλε το Tribunale amministrativo regionale per il Lazio με απόφαση της 21ης Μαΐου 2008, είναι απαράδεκτη.

(υπογραφές)


* Γλώσσα διαδικασίας: η ιταλική.