Υπόθεση C741/19

Δημοκρατία της Μολδαβίας

κατά

Komstroy LLC, διαδόχου της Energoalians

(αίτηση του Cour d’appel de Paris για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως)

 Απόφαση του Δικαστηρίου (τμήμα μείζονος συνθέσεως) της 2ας Σεπτεμβρίου 2021

«Προδικαστική παραπομπή – Συνθήκη για το Χάρτη Ενέργειας – Άρθρο 26 – Δεν έχει εφαρμογή μεταξύ κρατών μελών – Διαιτητική απόφαση – Δικαστικός έλεγχος – Αρμοδιότητα δικαστηρίου κράτους μέλους – Διαφορά ανακύπτουσα μεταξύ φορέα τρίτου κράτους και άλλου τρίτου κράτους – Αρμοδιότητα του Δικαστηρίου – Άρθρο 1, σημείο 6, της Συνθήκης για το Χάρτη Ενέργειας – Έννοια του όρου “επένδυση”»

1.        Προδικαστικά ερωτήματα – Αρμοδιότητα του Δικαστηρίου – Ερμηνεία διεθνούς συμφωνίας συναφθείσας από την Ένωση και τα κράτη μέλη δυνάμει συντρέχουσας αρμοδιότητας – Συνθήκη για το Χάρτη Ενέργειας – Διαφορά ανακύπτουσα μεταξύ φορέα τρίτου κράτους και άλλου τρίτου κράτους – Συμφέρον της Ένωσης για ομοιόμορφη ερμηνεία διατάξεως της εν λόγω Συνθήκης – Αρμοδιότητα του Δικαστηρίου για την ερμηνεία της

(Άρθρο 19 ΣΕΕ· άρθρο 267 ΣΛΕΕ· Συνθήκη για το Χάρτη Ενέργειας του 1994, άρθρα 1, σημείο 6, και 26 § 1)

(βλ. σκέψεις 22-38)

2.        Διεθνείς συμφωνίες – Συνθήκη για το Χάρτη Ενέργειας – Παραπομπή διαφοράς στο προβλεπόμενο στην εν λόγω Συνθήκη διαιτητικό δικαστήριο – Δικαστήριο το οποίο δεν εντάσσεται στο δικαιοδοτικό σύστημα κράτους μέλους, αλλά συνιστάται σύμφωνα με τους κανόνες περί διαιτησίας της Επιτροπής των Ηνωμένων Εθνών για το διεθνές εμπορικό δίκαιο (UNCITRAL) – Διαφορά ανακύπτουσα μεταξύ κράτους μέλους και επενδυτή άλλου κράτους μέλους σχετικά με επένδυση του εν λόγω επενδυτή στο πρώτο κράτος μέλος – Δεν εμπίπτει

(Συνθήκη για το Χάρτη Ενέργειας του 1994, άρθρα 1, σημείο 6, και 26)

(βλ. σκέψεις 48-66)

3.        Διεθνείς συμφωνίες – Συνθήκη για το Χάρτη Ενέργειας – Επένδυση – Έννοια – Απόκτηση, από επιχείρηση συμβαλλόμενου μέρους της Συνθήκης αυτής, απαίτησης η οποία απορρέει από σύμβαση παροχής ηλεκτρικής ενέργειας, μη συνδεόμενη με επένδυση, και την οποία κατέχει επιχείρηση κράτους το οποίο δεν είναι συμβαλλόμενο μέρος της εν λόγω Συνθήκης έναντι δημόσιας επιχείρησης άλλου συμβαλλόμενου μέρους της ίδιας Συνθήκης – Δεν εμπίπτει

(Συνθήκη για το Χάρτη Ενέργειας του 1994, άρθρα 1, σημείο 6, και 26 § 1)

(βλ. σκέψεις 67-85 και διατακτ.)


Σύνοψη

Σε εκτέλεση ορισμένων συμβάσεων οι οποίες συνήφθησαν το 1999, η Ukrenergo, ουκρανική επιχείρηση παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας, πώλησε ηλεκτρική ενέργεια στην Energoalians, ουκρανική επιχείρηση διανομής ηλεκτρικής ενέργειας, η οποία τη μεταπώλησε στη Derimen, εταιρία εγκατεστημένη στις Βρετανικές Παρθένες Νήσους, η οποία με τη σειρά της τη μεταπώλησε στη μολδαβική δημόσια επιχείρηση Moldtranselectro, με σκοπό την εξαγωγή της στη Μολδαβία. Οι παρασχεθησόμενες ποσότητες ηλεκτρικής ενέργειας καθορίζονταν απευθείας κάθε μήνα μεταξύ της Moldtranselectro και της Ukrenergo.

Η Derimen εξόφλησε ολοσχερώς στην Energoalians τα οφειλόμενα για την ως άνω αγορά ποσά, ενώ η Moldtranselectro κατέβαλε στη Derimen μέρος μόνον των ποσών που όφειλε για την εν λόγω ηλεκτρική ενέργεια. Στις 30 Μαΐου 2000, η Derimen εκχώρησε στην Energoalians την απαίτησή της κατά της Moldtranselectro. Η τελευταία εξόφλησε μερικώς μόνον το χρέος της έναντι της Energoalians, με εκχώρηση απαιτήσεων. Η Energoalians επιδίωξε ματαίως να επιτύχει την αποπληρωμή του υπολοίπου της οφειλής, ύψους 16 287 185,94 δολαρίων ΗΠΑ (USD) (περίπου 13 735 000 ευρώ), προσφεύγοντας στα μολδαβικά και, εν συνεχεία, στα ουκρανικά δικαστήρια.

Η Energoalians θεώρησε ότι ορισμένες συμπεριφορές της Δημοκρατίας της Μολδαβίας στο πλαίσιο αυτό συνιστούσαν κατάφωρη παραβίαση των υποχρεώσεων που απορρέουν από τη Συνθήκη για το Χάρτη Ενέργειας (1) (στο εξής: ΣΧΕ), κύριο νόημα της οποίας είναι η προώθηση της οικονομικής ανάπτυξης με μέτρα για την ελευθέρωση των επενδύσεων και των συναλλαγών στον τομέα της ενέργειας.

Η Energoalians, την οποία στη συνέχεια διαδέχθηκε η Komstroy LLC, προσέφυγε στη διαιτητική διαδικασία που προβλέπεται στη ΣΧΕ (2). Το ad hoc διαιτητικό δικαστήριο που συστάθηκε για την επίλυση της εν λόγω διαφοράς, με έδρα το Παρίσι (Γαλλία), κήρυξε εαυτό αρμόδιο και υποχρέωσε τη Δημοκρατία της Μολδαβίας να καταβάλει ένα χρηματικό ποσό στην Energoalians βάσει των διατάξεων της ΣΧΕ. Κατόπιν αγωγής ακυρώσεως κατά της αποφάσεως του διαιτητικού δικαστηρίου και μιας αποφάσεως του Cour de cassation (Ανώτατου Ακυρωτικού Δικαστηρίου, Γαλλία), η Δημοκρατία της Μολδαβίας αμφισβητεί τη δικαιοδοσία του ως άνω δικαστηρίου ενώπιον του cour d’appel de Paris (εφετείου Παρισιού, Γαλλία), ήτοι του αιτούντος δικαστηρίου, για τον λόγο ότι η απορρέουσα από σύμβαση πωλήσεως ηλεκτρικής ενέργειας απαίτηση δεν συνιστά «επένδυση» κατά την έννοια της ΣΧΕ (3). Προς τον σκοπό αυτόν, το αιτούν δικαστήριο υπέβαλε τρία προδικαστικά ερωτήματα όσον αφορά την έννοια του όρου «επένδυση».

Το τμήμα μείζονος συνθέσεως του Δικαστηρίου αποφαίνεται ότι η απόκτηση, από επιχείρηση συμβαλλόμενου μέρους της ΣΧΕ, απαίτησης η οποία απορρέει από σύμβαση παροχής ηλεκτρικής ενέργειας, μη συνδεόμενη με επένδυση, και την οποία κατέχει επιχείρηση κράτους το οποίο δεν είναι συμβαλλόμενο μέρος της εν λόγω Συνθήκης έναντι δημόσιας επιχείρησης άλλου συμβαλλόμενου μέρους της ίδιας Συνθήκης, δεν συνιστά «επένδυση», κατά την έννοια της ΣΧΕ (4).

Εκτίμηση του Δικαστηρίου

Καταρχάς, το Δικαστήριο ελέγχει την αρμοδιότητά του να απαντήσει στα υποβληθέντα προδικαστικά ερωτήματα, δεδομένου ότι πολλοί μετέχοντες στη διαδικασία, μεταξύ των οποίων και η Komstroy, υποστήριξαν ότι το δίκαιο της Ένωσης δεν έχει εφαρμογή στη διαφορά της κύριας δίκης, για τον λόγο ότι πρόκειται περί διαδίκων ξένων προς την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Το Δικαστήριο επιβεβαιώνει την αρμοδιότητά του να αποφαίνεται προδικαστικώς επί της ερμηνείας της ΣΧΕ, η οποία αποτελεί μικτή συμφωνία, ήτοι συμφωνία η οποία συνήφθη από την Ένωση και πολλά από τα κράτη μέλη. Ειδικότερα, είναι αρμόδιο να απαντήσει στα υποβληθέντα προδικαστικά ερωτήματα, καθόσον αυτά αφορούν τον όρο «επένδυση» κατά την έννοια της ΣΧΕ και η Ένωση έχει, από την ημερομηνία έναρξης ισχύος της Συνθήκης της Λισσαβώνας, αποκλειστική αρμοδιότητα όσον αφορά τις άμεσες ξένες επενδύσεις και συντρέχουσα αρμοδιότητα όσον αφορά άλλες επενδύσεις, πλην των άμεσων (5).

Το συμπέρασμα αυτό δεν αναιρείται από το γεγονός ότι η διαφορά της υποθέσεως της κύριας δίκης ανέκυψε μεταξύ επενδυτή τρίτου κράτους και άλλου τρίτου κράτους. Βεβαίως, το Δικαστήριο δεν είναι, κατ’ αρχήν, αρμόδιο να ερμηνεύσει διεθνή συμφωνία όσον αφορά την εφαρμογή της στο πλαίσιο διαφοράς η οποία δεν εμπίπτει στο δίκαιο της Ένωσης. Τούτο ισχύει, μεταξύ άλλων, και όταν πρόκειται για διαφορά μεταξύ επενδυτή τρίτου κράτους και άλλου τρίτου κράτους. Εντούτοις, υφίσταται οπωσδήποτε συμφέρον της Ένωσης για ομοιόμορφη ερμηνεία της έννοιας «επένδυση», ανεξάρτητα από τις συνθήκες υπό τις οποίες πρόκειται να εφαρμοστεί η επίμαχη διάταξη, προκειμένου να αποφευχθούν στο μέλλον ερμηνευτικές αποκλίσεις. Τούτο ισχύει για τις διατάξεις των οποίων την ερμηνεία ζητεί το αιτούν δικαστήριο. Συγκεκριμένα, στην περίπτωση που μια υπόθεση ενέπιπτε στο δίκαιο της Ένωσης, το εν λόγω δικαστήριο θα μπορούσε να κληθεί να αποφανθεί επί της ερμηνείας των ίδιων διατάξεων της ΣΧΕ, είτε στο πλαίσιο αγωγής ακυρώσεως διαιτητικής αποφάσεως είτε στο πλαίσιο διαφοράς εκδικαζόμενης από τα τακτικά δικαστήρια.

Εν πάση περιπτώσει, τα διαφωνούντα μέρη επέλεξαν να υποβάλουν τη διαφορά σε ad hoc διαιτητικό δικαστήριο, το οποίο συστάθηκε βάσει των κανόνων περί διαιτησίας της Επιτροπής των Ηνωμένων Εθνών για το διεθνές εμπορικό δίκαιο (UNCITRAL) (6) και αποδέχθηκαν, σύμφωνα με τους εν λόγω κανόνες διαιτησίας, ότι το εν λόγω δικαστήριο θα εδρεύει στο Παρίσι, ήτοι σε έδαφος κράτους μέλους και εν προκειμένω στη Γαλλία, όπου εφαρμόζεται η ΣΧΕ ως πράξη του δικαίου της Ένωσης. Για τις ανάγκες της διαδικασίας που διεξάγεται στο έδαφος του εν λόγω κράτους μέλους, ο καθορισμός του τόπου της έδρας της διαιτησίας συνεπάγεται επομένως την εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης, την τήρηση του οποίου έχει την υποχρέωση να εξασφαλίζει το επιλαμβανόμενο της υποθέσεως δικαστήριο, σύμφωνα με το άρθρο 19 ΣΕΕ.

Προκειμένου να δοθεί απάντηση στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα του αιτούντος δικαστηρίου, όσον αφορά τον όρο «επένδυση» κατά την έννοια της ΣΧΕ, δεδομένου ότι η ερμηνεία αυτή είναι αναγκαία για την εξακρίβωση της αρμοδιότητας του ad hoc διαιτητικού δικαστηρίου, το Δικαστήριο εξετάζει καταρχάς τις διαφορές που μπορούν να υποβληθούν ενώπιον διαιτητικού δικαστηρίου κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 26 της ΣΧΕ. Συγκεκριμένα, πολλά κράτη μέλη τα οποία μετείχαν στην έγγραφη και την προφορική διαδικασία κάλεσαν το Δικαστήριο να διευκρινίσει αν τέτοιου είδους δικαστήριο, τηρουμένης της αρχής της αυτονομίας του δικαιοδοτικού συστήματος της Ένωσης, μπορεί να αποφανθεί επί διαφοράς μεταξύ φορέα κράτους μέλους και άλλου κράτους μέλους (7).

Το Δικαστήριο διευκρινίζει συναφώς, πρώτον, ότι το διαιτητικό δικαστήριο αποφαίνεται βάσει της ΣΧΕ, η οποία είναι πράξη του δικαίου της Ένωσης, καθώς και βάσει του διεθνούς δικαίου, και, ως εκ τούτου, μπορεί να κληθεί να ερμηνεύσει και να εφαρμόσει το δίκαιο της Ένωσης.

Δεύτερον, το διαιτητικό αυτό δικαστήριο δεν αποτελεί στοιχείο του δικαιοδοτικού συστήματος κράτους μέλους, εν προκειμένω της Γαλλίας. Συνεπώς, το ως άνω δικαστήριο δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως δικαστήριο «κράτους μέλους» κατά την έννοια του άρθρου 267 ΣΛΕΕ και, ως εκ τούτου, δεν έχει την εξουσία να υποβάλει στο Δικαστήριο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως (8).

Τρίτον, προκειμένου να διασφαλίζεται η συμβατότητα με την αρχή της αυτονομίας του δικαιοδοτικού συστήματος της Ένωσης, η διαιτητική απόφαση πρέπει να υπόκειται στον έλεγχο δικαστηρίου κράτους μέλους, ο οποίος μπορεί να εξασφαλίσει πλήρως την τήρηση του δικαίου της Ένωσης, διασφαλίζοντας ότι ζητήματα που άπτονται του δικαίου της Ένωσης μπορούν, ενδεχομένως, να υποβληθούν στο Δικαστήριο στο πλαίσιο αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως. Εν προκειμένω, τα διαφωνούντα μέρη επέλεξαν διαιτητικό δικαστήριο βάσει των κανόνων της UNCITRAL και αποδέχθηκαν ως έδρα της διαιτησίας το Παρίσι και, ως εκ τούτου, το γαλλικό δίκαιο καθίσταται εφαρμοστέο στη διαδικασία με αντικείμενο τον δικαστικό έλεγχο της διαιτητικής αποφάσεως. Ωστόσο, το εθνικό δικαστήριο μπορεί να ασκήσει τον εν λόγω δικαστικό έλεγχο μόνον κατά το μέτρο που τούτο επιτρέπεται από το εσωτερικό δίκαιο. Το γαλλικό δίκαιο, όμως, προβλέπει περιορισμένο μόνον έλεγχο ο οποίος αφορά, μεταξύ άλλων, την αρμοδιότητα του διαιτητικού δικαστηρίου. Επιπλέον, η επίμαχη διαδικασία διαιτησίας διαφέρει από μια διαδικασία εμπορικής διαιτησίας, η οποία θεμελιώνεται στην αυτονομία της βουλήσεως των εμπλεκομένων μερών. Συγκεκριμένα, απορρέει από συνθήκη με την οποία τα κράτη μέλη συναινούν να μην υπόκεινται στο σύστημα ένδικων βοηθημάτων που υποχρεούνται να προβλέπουν οι διαφορές οι οποίες δύνανται να αφορούν την εφαρμογή ή την ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης.

Από το σύνολο των χαρακτηριστικών αυτών του διαιτητικού δικαστηρίου προκύπτει ότι, αν η διαφορά ανέκυπτε μεταξύ κρατών μελών, ένας μηχανισμός επίλυσής της δεν θα ήταν κατάλληλος να διασφαλίσει ότι οι ένδικες διαφορές κρίνονται από δικαστήριο το οποίο εντάσσεται στο δικαιοδοτικό σύστημα της Ένωσης, δεδομένου ότι μόνον ένα τέτοιο δικαστήριο μπορεί να διασφαλίσει την πλήρη αποτελεσματικότητα του δικαίου της Ένωσης (9). Συνεπώς, η επίμαχη διάταξη της ΣΧΕ (10) δεν έχει εφαρμογή σε διαφορές μεταξύ κράτους μέλους και επενδυτή άλλου κράτους μέλους σχετικά με επένδυση του εν λόγω επενδυτή στο πρώτο κράτος μέλος.

Εν συνεχεία, το Δικαστήριο διευκρινίζει την έννοια του όρου «επένδυση» κατά τη ΣΧΕ. Συναφώς, το Δικαστήριο κρίνει ότι απαίτηση η οποία απορρέει από σύμβαση παροχής ηλεκτρικής ενέργειας αποτελεί βεβαίως περιουσιακό στοιχείο το οποίο κατέχει άμεσα ένας επενδυτής, με τη διευκρίνιση ότι με τον όρο «επενδυτής», κατά τον ορισμό της ΣΧΕ και όπως ο όρος χρησιμοποιείται, μεταξύ άλλων, στο άρθρο 26, παράγραφος 1, της ΣΧΕ, νοείται, όσον αφορά συμβαλλόμενο μέρος όπως η Ουκρανία, και εταιρία η οποία διέπεται από το δίκαιο που ισχύει στο εν λόγω συμβαλλόμενο μέρος. Ωστόσο, απαίτηση απορρέουσα από απλή σύμβαση πωλήσεως ηλεκτρικής ενέργειας δεν μπορεί να θεωρηθεί ως δικαίωμα αναλήψεως οικονομικής δραστηριότητας στον ενεργειακό τομέα. Επομένως, μια απλή σύμβαση παροχής ηλεκτρικής ενέργειας, εν προκειμένω παραχθείσας από άλλους φορείς, είναι εμπορική πράξη η οποία δεν μπορεί, αφ’ εαυτής, να αποτελεί επένδυση. Η ερμηνεία αυτή ανταποκρίνεται στη σαφή διάκριση που καθιερώνει η ΣΧΕ μεταξύ εμπορίου και επενδύσεων.


1      Συνθήκη για το Χάρτη Ενέργειας, η οποία υπεγράφη στη Λισσαβώνα στις 17 Δεκεμβρίου 1994 (ΕΕ 1994, L 380, σ. 24, στο εξής: ΣΧΕ) και εγκρίθηκε εξ ονόματος των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων με την απόφαση 98/181/ΕΚ, ΕΚΑΧ, Ευρατόμ του Συμβουλίου και της Επιτροπής, της 23ης Σεπτεμβρίου 1997 (ΕΕ 1998, L 69, σ. 1).


2      Άρθρο 26, παράγραφος 1, της ΣΧΕ.


3      Άρθρο 1, σημείο 6, και άρθρο 26, παράγραφος 1, της ΣΧΕ.


4      Άρθρο 1, σημείο 6, και άρθρο 26, παράγραφος 1, της ΣΧΕ.


5      Άρθρο 207 ΣΛΕΕ· γνωμοδότηση 1/17 (Συμφωνία ΣΟΕΣ ΕΕ-Καναδά), της 30ής Απριλίου 2019 (EU:C:2019:341).


6      Άρθρο 26, παράγραφος 4, στοιχείο βʹ, της ΣΧΕ.


7      Άρθρο 26 της ΣΧΕ.


8      Απόφαση της 6ης Μαρτίου 2018, Achmea (C‑284/16, EU:C:2018:158, σκέψεις 43 έως 49).


9      Απόφαση της 6ης Μαρτίου 2018, Achmea (C‑284/16, EU:C:2018:158, σκέψη 56).


10      Άρθρο 26, παράγραφος 2, στοιχείο γʹ, της ΣΧΕ.