Προσωρινό κείμενο

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (ένατο τμήμα)

της 22ας Σεπτεμβρίου 2021 (*)

«Σήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης – Διαδικασία ανακλήσεως αποφάσεων ή ακυρώσεως εγγραφών – Ακύρωση εγγραφής στο μητρώο η οποία ενέχει πρόδηλο σφάλμα καταλογιστέο στο EUIPO – Σήμα το οποίο περιλαμβάνεται σε διαδικασία αφερεγγυότητας – Εγγραφή της μεταβιβάσεως του σήματος – Αντιτάξιμο διαδικασίας πτωχεύσεως ή ανάλογων διαδικασιών έναντι τρίτων – Αρμοδιότητα του EUIPO – Υποχρέωση επιμέλειας – Άρθρα 20, 24, 27 και 103 του κανονισμού (ΕE) 2017/1001 – Άρθρα 3, 7 και 19 του κανονισμού (ΕE) 2015/848»

Στην υπόθεση T‑169/20,

Marina Yachting Brand Management Co. Ltd, με έδρα το Δουβλίνο (Ιρλανδία), εκπροσωπούμενη από τους A. von Mühlendahl, C. Eckhartt και P. Böhner, δικηγόρους,

προσφεύγουσα,

κατά

Γραφείου Διανοητικής Ιδιοκτησίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης (EUIPO), εκπροσωπούμενου από την M. Capostagno,

καθού,

αντίδικος ενώπιον του τμήματος προσφυγών του EUIPO και παρεμβαίνουσα ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου:

Industries Sportswear Co. Srl, με έδρα τη Βενετία (Ιταλία), εκπροσωπούμενη από τον P. Cervato, δικηγόρο,

με αντικείμενο προσφυγή που ασκήθηκε κατά της αποφάσεως του πρώτου τμήματος προσφυγών του EUIPO της 10ης Φεβρουαρίου 2020 (συνεκδικασθείσες υποθέσεις R 252/2019-2 και R 253/2019-2), στο πλαίσιο διαδικασίας ανακοπής μεταξύ της Industries Sportswear και της Marina Yachting Brand Management,

ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (ένατο τμήμα),

συγκείμενο από την M. J. Costeira, πρόεδρο, τον Δ. Γρατσία και την M. Kancheva (εισηγήτρια), δικαστές,

γραμματέας: A. Juhasz-Toth, διοικητική υπάλληλος,

έχοντας υπόψη το δικόγραφο της προσφυγής που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 23 Μαρτίου 2020,

έχοντας υπόψη το υπόμνημα αντικρούσεως του EUIPO που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 13 Αυγούστου 2020,

έχοντας υπόψη το υπόμνημα αντικρούσεως της παρεμβαίνουσας που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 5 Αυγούστου 2020,

κατόπιν της συνεδριάσεως της 5ης Μαΐου 2021,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

 Ιστορικό της διαφοράς

1        Στις 10 Αυγούστου 2012, η Moncler Srl υπέβαλε αίτηση καταχωρίσεως σήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης ενώπιον του Γραφείου Διανοητικής Ιδιοκτησίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης (EUIPO), δυνάμει του κανονισμού (ΕΚ) 207/2009 του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 2009, για το σήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ 2009, L 78, σ. 1), όπως έχει τροποποιηθεί [αντικαταστάθηκε από τον κανονισμό (ΕΕ) 2017/1001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 2017, για το σήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ 2017, L 154, σ. 1)].

2        Το σήμα του οποίου ζητήθηκε η καταχώριση συνίστατo στο λεκτικό σημείο MARINA YACHTING.

3        Τα προϊόντα και οι υπηρεσίες για τα οποία ζητήθηκε η καταχώριση εμπίπτουν στις κλάσεις 18, 25 και 35 του Διακανονισμού της Νίκαιας για τη διεθνή ταξινόμηση προϊόντων και υπηρεσιών με σκοπό την καταχώριση σημάτων, της 15ης Ιουνίου 1957, όπως αυτός έχει αναθεωρηθεί και τροποποιηθεί.

4        Μετά από σειρά μεταβιβάσεων της αιτήσεως καταχωρίσεως, το επίμαχο σήμα καταχωρίσθηκε στις 28 Σεπτεμβρίου 2014 με αριθμό 11111317 επ’ ονόματι της παρεμβαίνουσας, ήτοι της Industries Sportswear Co. Srl.

5        Στις 13 Οκτωβρίου 2017, η παρεμβαίνουσα κηρύχθηκε σε πτώχευση με την απόφαση 142/2017 του Tribunale di Venezia (πρωτοδικείου Βενετίας, Ιταλία), η οποία εκδόθηκε στο πλαίσιο της διαδικασίας αφερεγγυότητας αριθ. 138/2017.

6        Στις 18 Οκτωβρίου 2017, η μεταβίβαση του επίμαχου σήματος από την παρεμβαίνουσα στην Spring Holdings Sarl ενεγράφη στο μητρώο του EUIPO κατόπιν αιτήσεως κοινού εκπροσώπου των δύο αυτών εταιριών (στο εξής: κοινός εκπρόσωπος).

7        Στις 25 Οκτωβρίου 2017, ο διορισθείς εκκαθαριστής της παρεμβαίνουσας (στο εξής: εκκαθαριστής) ενημέρωσε το EUIPO ότι η παρεμβαίνουσα είχε κηρυχθεί σε πτώχευση, προσκομίζοντας αντίγραφο της αποφάσεως του Tribunale di Venezia (πρωτοδικείου Βενετίας) της 13ης Οκτωβρίου 2017, καθώς και ότι η αφερεγγυότητα είχε επέλθει από την τελευταία ως άνω ημερομηνία, λόγω της εγγραφής της αποφάσεως αυτής στο ιταλικό μητρώο εταιριών (registro delle imprese). Επίσης, o εκκαθαριστής ζήτησε την εγγραφή της διαδικασίας αφερεγγυότητας της παρεμβαίνουσας στο μητρώο του EUIPO, σύμφωνα με το άρθρο 24 του κανονισμού 2017/1001, καθώς και την ακύρωση της εγγραφής της μεταβιβάσεως του επίμαχου σήματος στην Spring Holdings, σύμφωνα με το άρθρο 103 του ίδιου κανονισμού.

8        Στις 9 Απριλίου 2018, το EUIPO ενημέρωσε τον εκκαθαριστή και τον κοινό εκπρόσωπο σχετικά με την απόφασή του να ακυρώσει την εγγραφή της εν λόγω μεταβιβάσεως, διότι αυτή ήταν εσφαλμένη, και να δημοσιεύσει τη διόρθωση αυθημερόν.

9        Στις 16 Απριλίου 2018, η προσφεύγουσα, ήτοι η Marina Yachting Brand Management Co. Ltd, υπέβαλε αίτηση εγγραφής της μεταβιβάσεως του επίμαχου σήματος υπέρ αυτής. Υποστήριξε ότι το εν λόγω σήμα, το οποίο αρχικώς είχε μεταβιβαστεί από την παρεμβαίνουσα στην Spring Holdings, της μεταβιβάστηκε στη συνέχεια από την εν λόγω εταιρία. Προσκόμισε δε, όσον αφορά την πρώτη μεταβίβαση, επικυρωμένο αντίγραφο, με ημερομηνία επικυρώσεως την 21η Μαρτίου 2018, συμβάσεως εκχωρήσεως φέρουσας ημερομηνία 26 Ιουνίου 2014 και, όσον αφορά τη δεύτερη μεταβίβαση, επικυρωμένο αντίγραφο, με ημερομηνία επικυρώσεως την 1η Μαρτίου 2018, συμβάσεως εκχωρήσεως φέρουσας ημερομηνία 15 Δεκεμβρίου 2017.

10      Την ίδια ημέρα, ήτοι στις 16 Απριλίου 2018, οι μεταβιβάσεις της κυριότητας του επίμαχου σήματος στην Spring Holdings (εγγραφή T 014185659) και εν συνεχεία στην προσφεύγουσα (εγγραφή T 014188703) ενεγράφησαν στο μητρώο του EUIPO.

11      Στις 23 Ιουνίου 2018, ο εκκαθαριστής επανέφερε την αίτησή του εγγραφής στο μητρώο της σχετικής με την παρεμβαίνουσα διαδικασίας αφερεγγυότητας και ζήτησε την ακύρωση, σύμφωνα με το άρθρο 103 του κανονισμού 2017/1001, των εγγραφών T 014185659 και T 014188703 βάσει του άρθρου 42 του Regio decreto n. 267 (βασιλικού διατάγματος 267/1942), της 16ης Μαρτίου 1942 (GU αριθ. 81, της 6ης Απριλίου 1942) (στο εξής: ιταλικός πτωχευτικός νόμος), το οποίο στερεί από μια πτωχεύσασα εταιρία το δικαίωμα να διαχειρίζεται τα στοιχεία του ενεργητικού της και να απολαύει αυτών από την ημερομηνία κηρύξεως της πτωχεύσεώς της, ήτοι, στην περίπτωση της παρεμβαίνουσας, την 13η Οκτωβρίου 2017. Επίσης, ο εκκαθαριστής διευκρίνισε ότι είχε ήδη υποβάλει αίτηση ακυρώσεως εγγραφής στις 5 και στις 14 Ιουνίου 2018, αλλά ότι δεν έλαβε κανένα αποδεικτικό παραλαβής εκ μέρους του EUIPO.

12      Στις 11 Ιουλίου 2018, το EUIPO ενημέρωσε τον εκκαθαριστή για την αποδοχή της αιτήσεως περί εγγραφής της διαδικασίας αφερεγγυότητας που αφορούσε την παρεμβαίνουσα, η οποία είχε υποβληθεί στις 25 Οκτωβρίου 2017, τονίζοντας ότι η εν λόγω αίτηση «ουδέποτε είχε καταχωρισθεί στη βάση δεδομένων [του] λόγω τεχνικών προβλημάτων που ανέκυψαν κατά την ημερομηνία αυτή».

13      Στις 12 Ιουλίου 2018, το EUIPO ενημέρωσε την προσφεύγουσα σχετικά με τις αιτήσεις για την ακύρωση των εγγραφών Τ 014552205 (ακύρωση της εγγραφής T 014185659) και T 014480019 (ακύρωση της εγγραφής T 014188703) και την κάλεσε να υποβάλει τις παρατηρήσεις της. Στις 8 Αυγούστου 2018, η προσφεύγουσα υπέβαλε τις παρατηρήσεις της.

14      Στις 21 Αυγούστου 2018, το EUIPO διαβίβασε αντίγραφο των παρατηρήσεων αυτών στον εκκαθαριστή, του ζήτησε να προσκομίσει «επίσημη απόδειξη των δικαιωμάτων κυριότητας [της παρεμβαίνουσας] επί του [επίμαχου] σήματος κατά τον χρόνο της διαδικασίας αφερεγγυότητας» και τον κάλεσε να υποβάλει τις παρατηρήσεις του. Στις 20 και 21 Σεπτεμβρίου 2018, ο εκκαθαριστής ανταποκρίθηκε στην πρόσκληση αυτή και προσκόμισε έγγραφα προς απάντηση στο αίτημα του EUIPO περί αποδείξεως.

15      Στις 25 Σεπτεμβρίου 2018, το EUIPO ενημέρωσε την προσφεύγουσα ότι, λαμβανομένων υπόψη των εγγράφων που είχε καταθέσει ο εκκαθαριστής, θεωρούσε ότι η παρεμβαίνουσα ήταν δικαιούχος του επίμαχου σήματος κατά τον χρόνο της διαδικασίας αφερεγγυότητας και ότι, ως εκ τούτου, οι εγγραφές T 014185659 και T 014188703 έπρεπε να ακυρωθούν. Η προσφεύγουσα κλήθηκε να υποβάλει τις παρατηρήσεις της.

16      Στις 20 Νοεμβρίου 2018, η προσφεύγουσα κατέθεσε τις παρατηρήσεις της, στις οποίες έκανε λόγο, μεταξύ άλλων, για «σύμβαση εκχωρήσεως» που συνήφθη στις 26 Ιουνίου 2014 μεταξύ της παρεμβαίνουσας και της Spring Holdings, καθώς και για «συμφωνία παραχωρήσεως άδειας εκμεταλλεύσεως δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας» (Intellectual Property License Agreement), η οποία συνήφθη στις 30 Δεκεμβρίου 2014 μεταξύ της Spring Holdings, ως νέας δικαιούχου του επίμαχου σήματος από τις 26 Ιουνίου 2014, και της παρεμβαίνουσας, ως δικαιοδόχου (στο εξής: σύμβαση παραχωρήσεως αδείας χρήσεως). Στις 17 Ιανουαρίου 2019, ο εκκαθαριστής υπέβαλε τις παρατηρήσεις του, απαντώντας στις παρατηρήσεις της προσφεύγουσας.

17      Στις 30 Ιανουαρίου 2019, σύμφωνα με το άρθρο 162 του κανονισμού 2017/1001, το αρμόδιο για την τήρηση του μητρώου του EUIPO όργανο, το οποίο προβλέπεται στο άρθρο 159, στοιχείο γʹ, του ως άνω κανονισμού, εξέδωσε δύο αποφάσεις με τις οποίες ακυρώθηκαν αναδρομικώς οι εγγραφές T 014185659 και T 014188703, οι οποίες είχαν πραγματοποιηθεί στις 16 Απριλίου 2018, καθώς ήταν μεταγενέστερες της 13ης Οκτωβρίου 2017. Το αρμόδιο όργανο έκρινε ότι το EUIPO είχε υποπέσει σε πρόδηλο σφάλμα καθόσον δεν είχε λάβει υπόψη το «ουσιώδες διαδικαστικό στάδιο» της 25ης Οκτωβρίου 2017, ήτοι την αίτηση εγγραφής της διαδικασίας αφερεγγυότητας η οποία αφορούσε την παρεμβαίνουσα, και η οποία βασιζόταν σε τελεσίδικη απόφαση του Tribunale di Venezia (πρωτοδικείου Βενετίας) με ισχύ από τις 13 Οκτωβρίου 2017. Επιπλέον, το αρμόδιο όργανο διέταξε την καταχώριση της αιτήσεως εγγραφής της εν λόγω διαδικασίας αφερεγγυότητας βάσει της προαναφερθείσας αποφάσεως του πρωτοδικείου Βενετίας με αναδρομική ισχύ από 13 Οκτωβρίου 2017 (υπόθεση T 014459807), σύμφωνα με το άρθρο 24, παράγραφος 3, του κανονισμού 2017/1001.

18      Στις 31 Ιανουαρίου 2019, δυνάμει των άρθρων 66 έως 71 του κανονισμού 2017/1001, η προσφεύγουσα άσκησε δύο προσφυγές κατά των αποφάσεων του αρμόδιου για την τήρηση του μητρώου του EUIPO οργάνου περί ακυρώσεως των εγγραφών T 014185659 και T 014188703.

19      Στις 9 Απριλίου 2019, ο εκκαθαριστής υπέβαλε αίτηση εγγραφής δικαστικής αποφάσεως εκδοθείσας στις 13 Μαρτίου 2019 από το αρμόδιο για τη διαδικασία αφερεγγυότητας της παρεμβαίνουσας Tribunale di Venezia (πρωτοδικείο Βενετίας), με την οποία επετράπη η κατάσχεση του επίμαχου σήματος ως συντηρητικού μέτρου, κατ’ εφαρμογήν του ιταλικού κώδικα πολιτικής δικονομίας. Όπως επεξήγησε ο εκκαθαριστής, στις 22 Φεβρουαρίου 2019 είχε υποβάλει ενώπιον του εν λόγω δικαστηρίου αίτηση με την οποία το ενημέρωσε ότι, κατά τη διάρκεια της διαδικασίας ενώπιον του EUIPO, περιήλθε σε γνώση του η «σύμβαση εκχωρήσεως» και η σύμβαση παραχωρήσεως αδείας χρήσεως (βλ. σκέψη 16 ανωτέρω), και ότι είχε ζητήσει την κατάσχεση του επίμαχου σήματος λόγω ακυρότητας και λόγω του δόλιου χαρακτήρα των εν λόγω πράξεων. Στις 5 Ιουλίου 2019, αφού άκουσε όλους τους ενδιαφερομένους, το Tribunale di Venezia (πρωτοδικείο Βενετίας) επικύρωσε την εν λόγω απόφαση της 13ης Μαρτίου 2019.

20      Με απόφαση της 10ης Φεβρουαρίου 2020 (στο εξής: προσβαλλόμενη απόφαση), το τμήμα προσφυγών συνεκδίκασε και απέρριψε τις προσφυγές που μνημονεύθηκαν στη σκέψη 18 ανωτέρω.

21      Κατ’ αρχάς, στα σημεία 43 έως 49 της προσβαλλομένης αποφάσεως, το τμήμα προσφυγών διαπίστωσε ότι, εν προκειμένω, στις 13 Οκτωβρίου 2017, η παρεμβαίνουσα, της οποίας η έδρα βρισκόταν στην Ιταλία, είχε κηρυχθεί αφερέγγυα από το Tribunale di Venezia (πρωτοδικείο Βενετίας). Εξ αυτού συνήγαγε ότι η διαδικασία αφερεγγυότητας κατά της παρεμβαίνουσας διεπόταν από το ιταλικό δίκαιο, ήτοι τον ιταλικό πτωχευτικό νόμο, όπως υποστήριζε και ο εκκαθαριστής. Κατά το εν λόγω δίκαιο, η απόφαση περί κηρύξεως πτωχεύσεως μπορούσε να αντιταχθεί έναντι του οφειλέτη (την αφερέγγυα εταιρία, εν προκειμένω την παρεμβαίνουσα) από της καταθέσεώς της στη γραμματεία του ιταλικού δικαστηρίου και έναντι τρίτων (επομένως, κατά των εκδοχέων του επίμαχου σήματος, ήτοι κατά της Spring Holdings και κατά της προσφεύγουσας) από της καταχωρίσεώς της στο ιταλικό μητρώο εταιριών, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 16 του ιταλικού πτωχευτικού νόμου, το οποίο παραπέμπει στο άρθρο 133 του ιταλικού κώδικα πολιτικής δικονομίας.

22      Εν συνεχεία, το τμήμα προσφυγών διαπίστωσε ότι, εν προκειμένω, η απόφαση περί κηρύξεως της πτωχεύσεως της παρεμβαίνουσας είχε εκδοθεί, κατατεθεί και καταχωρισθεί στο ιταλικό μητρώο εταιριών την ίδια ημερομηνία, ήτοι στις 13 Οκτωβρίου 2017, όπως προέκυπτε από την απόφαση αυτή και από το απόσπασμα της εκθέσεως του εν λόγω μητρώου. Εξ αυτού συνήγαγε ότι, από την λόγω ημερομηνία, η παρεμβαίνουσα στερήθηκε το δικαίωμα διαχειρίσεως και απολαύσεως των περιουσιακών στοιχείων της, σύμφωνα με το άρθρο 42 του ιταλικού πτωχευτικού νόμου, και ότι όλες οι πράξεις στις οποίες προέβη μετά την εν λόγω απόφαση δεν μπορούσαν να αντιταχθούν έναντι των πιστωτών της, δυνάμει του άρθρου 44 του ίδιου νόμου. Επίσης, το τμήμα προσφυγών επισήμανε ότι, κατά την ίδια αυτή ημερομηνία, η παρεμβαίνουσα ήταν καταχωρισμένη ως δικαιούχος του επίμαχου σήματος στο μητρώο του EUIPO και ότι, εξάλλου, το σήμα αυτό περιλαμβανόταν στον κατάλογο απογραφής της πτωχεύσεως, ο οποίος επαναλάμβανε τα στοιχεία του μητρώου του EUIPO.

23      Επιπροσθέτως, το τμήμα προσφυγών διαπίστωσε ότι, στις 25 Οκτωβρίου 2017, ο εκκαθαριστής είχε ζητήσει την εγγραφή της διαδικασίας αφερεγγυότητας σχετικά με την παρεμβαίνουσα στο μητρώο του EUIPO, ότι το EUIPO δεν είχε λάβει υπόψη την αίτηση αυτή, η οποία εκκρεμούσε ακόμη στις 16 Απριλίου 2018, όταν υποβλήθηκε η αίτηση εγγραφής της μεταβιβάσεως του επίμαχου σήματος στην προσφεύγουσα, και ότι, παρ’ όλα αυτά, το EUIPO είχε καταχωρίσει την αλλαγή δικαιούχου του σήματος αυτού προβαίνοντας, αυθημερόν, σε δύο διαδοχικές εγγραφές μεταβιβάσεως του εν λόγω σήματος στην προσφεύγουσα (πρώτα υπέρ της Spring Holdings και εν συνεχεία υπέρ της προσφεύγουσας). Επίσης, το τμήμα προσφυγών επισήμανε ότι, λίγες ημέρες νωρίτερα, ήτοι στις 9 Απριλίου 2018, το EUIPO είχε αποφασίσει να ακυρώσει προηγούμενη εγγραφή της πρώτης από τις μεταβιβάσεις αυτές, υπέρ της Spring Holdings, αφού ενημερώθηκε από τον εκκαθαριστή, αφενός, για την πτώχευση της παρεμβαίνουσας και, αφετέρου, για το ότι ο κοινός εκπρόσωπος δεν μπόρεσε να εκπροσωπήσει την τελευταία ως εκχωρούσα εταιρία.

24      Δεύτερον, στα σημεία 50 έως 58 της προσβαλλομένης αποφάσεως, το τμήμα προσφυγών απάντησε, κατ’ αρχάς, στο επιχείρημα της προσφεύγουσας ότι το EUIPO δεν έπρεπε να είχε ακυρώσει τις εγγραφές αυτές εφόσον, ανεξαρτήτως της αφερεγγυότητας της παρεμβαίνουσας, το επίμαχο σήμα είχε ήδη μεταβιβαστεί στην Spring Holdings τον Ιούνιο του 2014. Συναφώς, το τμήμα προσφυγών διαπίστωσε ότι, δυνάμει του άρθρου 45 του ιταλικού πτωχευτικού νόμου, οι διατυπώσεις που απαιτούνται προκειμένου μια πράξη να αντιταχθεί έναντι τρίτων είναι ανίσχυρες όσον αφορά τη διαδικασία πτωχεύσεως, αν διενεργούνται μετά την κήρυξη της αφερεγγυότητας. Σύμφωνα, όμως, με το άρθρο 27, παράγραφος 1, του κανονισμού 2017/1001, οι μεταβιβάσεις του επίμαχου σήματος για τις οποίες γίνεται λόγος δεν είχαν εγγραφεί στο μητρώο πριν από την κήρυξη της παρεμβαίνουσας σε κατάσταση αφερεγγυότητας και, επομένως, δεν μπορούσαν να αντιταχθούν έναντι τρίτων, ήτοι, εν προκειμένω, στον εκκαθαριστή. Επομένως, κατά το τμήμα προσφυγών, δεν αποτελεί κρίσιμο ζήτημα το αν η ημερομηνία της 26ης Ιουνίου 2014 που αναγραφόταν στην πρώτη σύμβαση μεταβιβάσεως του επίμαχου σήματος συνιστά βέβαιη χρονολογία, κατά την έννοια της ιταλικής νομοθεσίας, ζήτημα για το οποίο υπήρξε αντιπαράθεση μεταξύ των μερών, δεδομένου ότι η εκχώρηση δεν είχε εγγραφεί στο μητρώο του EUIPO. Εν πάση περιπτώσει, όπως παραδέχτηκε και η ίδια η προσφεύγουσα, το τμήμα προσφυγών έκρινε ότι ήταν αναρμόδιο να αποφανθεί επί του εν λόγω ζητήματος, το οποίο εμπίπτει στην αρμοδιότητα των εθνικών δικαστηρίων. Κατά το τμήμα προσφυγών, ναι μεν η εγγραφή μιας μεταβιβάσεως στο μητρώο του EUIPO δεν αποτελεί προϋπόθεση του κύρους της μεταβιβάσεως αυτής μεταξύ των μερών, όπως υποστήριξε η προσφεύγουσα, πλην όμως είναι αναγκαία για να δύναται η μεταβίβαση του σήματος να αντιταχθεί έναντι τρίτων, ήτοι, εν προκειμένω, στον εκκαθαριστή.

25      Στη συνέχεια, το τμήμα προσφυγών διαπίστωσε ότι η πράξη «παρατάσεως» της συμβάσεως παραχωρήσεως αδείας χρήσεως για την οποία γίνεται λόγος (και η οποία, κατά την προσφεύγουσα, είχε επιβεβαιώσει το δικαίωμα κυριότητας της Spring Holdings επί του επίμαχου σήματος) δεν είχε υπογραφεί από τον εκκαθαριστή, οπότε η προσφεύγουσα δεν μπορούσε βασίμως να ισχυριστεί ότι ο εκκαθαριστής είχε αναγνωρίσει τα δικαιώματα της Spring Holdings επί του εν λόγω σήματος. Επιπλέον, το τμήμα προσφυγών επισήμανε ότι ο εκκαθαριστής είχε προσβάλει ενώπιον του Tribunale di Venezia (πρωτοδικείου Βενετίας) τη σύμβαση εκχωρήσεως της 26ης Ιουνίου 2014 μεταξύ της παρεμβαίνουσας και της Spring Holdings.

26      Επιπροσθέτως, το τμήμα προσφυγών διαπίστωσε ότι, δεδομένου ότι το επίμαχο σήμα περιλαμβανόταν στον κατάλογο απογραφής ο οποίος προσαρτήθηκε στην απόφαση περί κηρύξεως της πτωχεύσεως της παρεμβαίνουσας, κατάλογο τον οποίο το EUIPO δεν μπορούσε να αμφισβητήσει, δεδομένου ότι δεν μπορούσε να υποκαταστήσει τα εθνικά δικαστήρια, το EUIPO όφειλε να λάβει υπόψη το στοιχείο αυτό και να εγγράψει στο μητρώο τη διαδικασία αφερεγγυότητας σχετικά με το επίμαχο σήμα, σύμφωνα με την αίτηση του εκκαθαριστή. Κατά το τμήμα προσφυγών, η αίτηση εγγραφής των διαδοχικών μεταβιβάσεων του επίμαχου σήματος που υπέβαλε η προσφεύγουσα κατόπιν της πτωχεύσεως της παρεμβαίνουσας ήταν εκπρόθεσμη και δεν αποδείκνυε ότι η απόφαση περί κηρύξεως πτωχεύσεως ήταν εσφαλμένη. Στην προσφεύγουσα εναπόκειτο να αποδείξει στο EUIPO ότι η εν λόγω απόφαση δεν είχε συνέπειες επί του επίμαχου σήματος βάσει αποφάσεως των εθνικών δικαστηρίων, πράγμα το οποίο η προσφεύγουσα δεν έπραξε.

27      Τέλος, το τμήμα προσφυγών έκρινε ότι το EUIPO είχε υποπέσει σε πρόδηλο σφάλμα καθόσον ενέγραψε τις διαδοχικές μεταβιβάσεις του επίμαχου σήματος στο μητρώο στις 16 Απριλίου 2018, δεδομένου ότι η παρεμβαίνουσα, εκχωρήτρια στο πλαίσιο της πρώτης από τις μεταβιβάσεις αυτές, ήταν επιχείρηση κηρυχθείσα σε πτώχευση από τις 13 Οκτωβρίου 2017, γεγονός για το οποίο είχε ενημερωθεί το EUIPO. Το τμήμα προσφυγών διευκρίνισε ότι, κατά συνέπεια, το πρόδηλο σφάλμα είχε διαπραχθεί κατά τις εγγραφές που πραγματοποιήθηκαν στις 16 Απριλίου 2018 και όχι μόνον το 2017, όπως υποστήριζε η προσφεύγουσα. Προσέθεσε δε ότι η ακύρωση των εγγραφών στο μητρώο είχε αποφασιστεί εντός έτους από την ημερομηνία κατά την οποία πραγματοποιήθηκαν οι συγκεκριμένες εγγραφές, ήτοι στις 30 Ιανουαρίου 2019, οπότε πληρούνταν οι αναγκαίες προϋποθέσεις για την εφαρμογή του άρθρου 103 του κανονισμού 2017/1001. Ως εκ τούτου, έκρινε ότι οι αποφάσεις περί ακυρώσεως των εγγραφών T 014185659 και T 014188703 στο μητρώο ήταν ορθές.

 Αιτήματα των διαδίκων

28      Η προσφεύγουσα ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:

–        να ακυρώσει την προσβαλλόμενη απόφαση·

–        να καταδικάσει το EUIPO και την παρεμβαίνουσα στα δικαστικά έξοδα.

29      Το EUIPO ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:

–        να απορρίψει την προσφυγή·

–        να καταδικάσει την προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα.

30      Η παρεμβαίνουσα ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:

–        να απορρίψει την προσφυγή·

–        να επικυρώσει την προσβαλλόμενη απόφαση, υποχρεώνοντας, κατά συνέπεια, το EUIPO, αφενός, να ακυρώσει τις εγγραφές στο μητρώο μεταβιβάσεων του επίμαχου σήματος που πραγματοποιήθηκαν στις 16 Απριλίου 2018 και να καταχωρίσει εκ νέου την παρεμβαίνουσα ως αποκλειστική δικαιούχο του σήματος αυτού και, αφετέρου, να εγγράψει τη διαδικασία αφερεγγυότητας που αφορά την παρεμβαίνουσα στο μητρώο από τις 13 Οκτωβρίου 2017·

–        να καταδικάσει την προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα.

 Σκεπτικό

 Επί του παραδεκτού του δευτέρου αιτήματος της παρεμβαίνουσας

31      Με το δεύτερο αίτημά της, η παρεμβαίνουσα ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο να επικυρώσει την προσβαλλόμενη απόφαση, υποχρεώνοντας, κατά συνέπεια, το EUIPO, αφενός, να ακυρώσει τις εγγραφές στο μητρώο μεταβιβάσεων του επίμαχου σήματος που πραγματοποιήθηκαν στις 16 Απριλίου 2018 και να προβεί εκ νέου στην καταχώριση της παρεμβαίνουσας ως αποκλειστικής δικαιούχου του σήματος αυτού και, αφετέρου, να εγγράψει τη σχετική με την παρεμβαίνουσα διαδικασία αφερεγγυότητας στο μητρώο από τις 13 Οκτωβρίου 2017.

32      Όσον αφορά το αίτημα περί επικυρώσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως, πρέπει να θεωρηθεί ότι με αυτό ζητείται, κατ’ ουσίαν, από το Γενικό Δικαστήριο η απόρριψη της προσφυγής [πρβλ. απόφαση της 5ης Φεβρουαρίου 2016, Kicktipp κατά ΓΕΕΑ – Italiana Calzature (kicktipp), T‑135/14, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2016:69, σκέψη 19 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία]. Επομένως, στην πραγματικότητα, το εν λόγω αίτημα συμπίπτει με το πρώτο αίτημα της παρεμβαίνουσας, με το οποίο ζητείται η απόρριψη της προσφυγής.

33      Όσον αφορά τις συνέπειες που η παρεμβαίνουσα ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο να προσδώσει στην απόρριψη της προσφυγής, οι οποίες, κατ’ ουσίαν, ισοδυναμούν με αίτημα προς το Γενικό Δικαστήριο να υποχρεώσει το EUIPO να προβεί σε διάφορες πράξεις στο μητρώο του, υπενθυμίζεται ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν μπορεί να απευθύνει διαταγές στο EUIPO, στο οποίο εναπόκειται να συμμορφωθεί προς το διατακτικό και το σκεπτικό των αποφάσεων του δικαστή της Ένωσης [βλ. απόφαση της 11ης Ιουλίου 2007, El Corte Inglés κατά ΓΕΕΑ – Bolaños Sabri (PiraÑAM diseño original Juan Bolaños), T‑443/05, EU:T:2007:219, σκέψη 20 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].

34      Επομένως, το δεύτερο αίτημα της παρεμβαίνουσας πρέπει να απορριφθεί, καθόσον με αυτό ζητείται από το Γενικό Δικαστήριο να απευθύνει διαταγές στο EUIPO, λόγω αναρμοδιότητας.

 Επί της ουσίας

35      Προς στήριξη της προσφυγής της, η προσφεύγουσα προβάλλει, κατ’ ουσίαν, έναν και μόνο λόγο ακυρώσεως, ο οποίος αφορά παράβαση του άρθρου 103 του κανονισμού 2017/1001, σε συνδυασμό με τα άρθρα 20, 24 και 27 του ίδιου κανονισμού. Η προσφεύγουσα υποστηρίζει, κατ’ ουσίαν, ότι το τμήμα προσφυγών υπέπεσε σε σφάλμα, καθόσον έκρινε ότι πληρούνταν οι προϋποθέσεις ανακλήσεως αποφάσεως ή ακυρώσεως εγγραφής που ενέχουν «προφανές σφάλμα» κατά την έννοια του άρθρου 103 του εν λόγω κανονισμού, παρά το γεγονός ότι οι εγγραφές των μεταβιβάσεων του επίμαχου σήματος που πραγματοποιήθηκαν στις 16 Απριλίου 2018 πληρούσαν όλες τις νόμιμες προϋποθέσεις.

36      Ο μοναδικός αυτός λόγος ακυρώσεως διαρθρώνεται σε τέσσερα στενά συνδεόμενα σκέλη, με τα οποία η προσφεύγουσα προβάλλει, πρώτον, ότι οι εν λόγω εγγραφές πραγματοποιήθηκαν σύμφωνα με το εφαρμοστέο δίκαιο και δεν ενέχουν «προφανές σφάλμα» κατά την έννοια του άρθρου 103 του κανονισμού 2017/1001, δεύτερον, ότι η διάταξη αυτή δεν έχει εφαρμογή εν προκειμένω ελλείψει «προφανούς σφάλματος», τρίτον, ότι το άρθρο 27 του ίδιου κανονισμού δεν έχει εφαρμογή και, τέταρτον, ότι, ακόμη και αν υποτεθεί ότι η τελευταία ως άνω διάταξη ήταν εφαρμοστέα, η παρεμβαίνουσα και ο εκκαθαριστής ήταν σε γνώση των μεταβιβάσεων του επίμαχου σήματος.

37      Συναφώς, το Γενικό Δικαστήριο κρίνει ότι οι αιτιάσεις σχετικά με την έλλειψη προδήλου σφάλματος εκ μέρους του EUIPO κατά την έννοια του άρθρου 103 του κανονισμού 2017/1001, οι οποίες περιλαμβάνονται στα δύο πρώτα σκέλη του μοναδικού λόγου ακυρώσεως της προσφεύγουσας, συγκροτούν στην πραγματικότητα ένα πέμπτο αυτοτελές σκέλος, το οποίο πρέπει από λογικής απόψεως να εξεταστεί αφού πρώτα εξεταστούν τα τέσσερα λοιπά σκέλη, τα οποία αφορούν τα άρθρα 20, 24 και 27 του ίδιου κανονισμού.

38      Επίσης, το Γενικό Δικαστήριο κρίνει ότι τα πέντε σκέλη του μοναδικού λόγου ακυρώσεως που προβάλλει η προσφεύγουσα πρέπει να αναχαρακτηριστούν, με βάση το αντίστοιχο περιεχόμενό τους, ως αντλούμενα, πρώτον, από υπέρβαση, εκ μέρους του EUIPO, των αρμοδιοτήτων του βάσει των άρθρων 20 και 24 του κανονισμού 2017/1001, δεύτερον, από εσφαλμένη συνεκτίμηση, εκ μέρους του EUIPO και του τμήματος προσφυγών, της αποφάσεως περί κηρύξεως πτωχεύσεως της 13ης Οκτωβρίου 2017, τρίτον, από τη μη εφαρμογή, εν προκειμένω, του άρθρου 27, παράγραφος 1, του κανονισμού 2017/1001, τέταρτον, από την προβαλλόμενη δυνατότητα εφαρμογής στην προκειμένη περίπτωση του άρθρου 27 του κανονισμού 2017/1001, καθώς και από την προβαλλόμενη δυνατότητας εφαρμογής στην προκειμένη περίπτωση του άρθρου 103 του κανονισμού 2017/1001.

39      Το EUIPO και η παρεμβαίνουσα ζητούν την απόρριψη του μοναδικού λόγου ακυρώσεως της προσφεύγουσας και αντικρούουν τα επιχειρήματά της.

 Προκαταρκτικές παρατηρήσεις

40      Επισημαίνεται, κατ’ αρχάς, ότι, όπως επισήμανε και η παρεμβαίνουσα, ότι η οικογένεια A, μέλη της οποίας είναι, μεταξύ άλλων, ο B και ο υιός του Γ, ο οποίος διευθύνει την προσφεύγουσα, διηύθυνε προηγουμένως την παρεμβαίνουσα, ενώ ο εκκαθαριστής εκπροσωπεί την ομάδα των πιστωτών της παρεμβαίνουσας.

41      Εν προκειμένω, στο Γενικό Δικαστήριο εναπόκειται να αποφανθεί αν ορθώς το τμήμα προσφυγών έκρινε ότι οι αποφάσεις του οργάνου που είναι αρμόδιο για την τήρηση του μητρώου του EUIPO περί ακυρώσεως των εγγραφών της 16 Απριλίου 2018 σχετικά με τις διαδοχικές μεταβιβάσεις του επίμαχου σήματος ήταν νόμιμες υπό το πρίσμα του άρθρου 103 του κανονισμού 2017/1001. Συναφώς, πρέπει να ληφθούν υπόψη οι σχετικές διατάξεις του οικείου κανονισμού, ιδίως δε τα άρθρα 103, 20, 24 και 27, καθώς και τα άρθρα 3, 7 και 19 του κανονισμού (ΕΕ) 2015/848 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Μαΐου 2015, περί των διαδικασιών αφερεγγυότητας (ΕΕ 2015, L 141, σ. 19, διορθωτικό ΕΕ 2016, L 349, σ. 9).

42      Το άρθρο 103 του κανονισμού 2017/1001, το οποίο φέρει μεν τον τίτλο «Ανάκληση αποφάσεων», πλην όμως αφορά και τις ακυρώσεις εγγραφής, προβλέπει, στις παραγράφους 1 και 2, τα εξής:

«1.      Σε περίπτωση που το [EUIPO] πραγματοποιήσει εγγραφή στο μητρώο ή λάβει απόφαση που περιέχει προφανές σφάλμα το οποίο μπορεί να του αποδοθεί, μεριμνά για την ακύρωση της εγγραφής ή την ανάκληση της απόφασης. Σε περίπτωση που στη διαδικασία υπάρχει μόνον ένα μέρος και η εγγραφή ή η πράξη θίγει τα δικαιώματά του, η ακύρωση της εγγραφής ή η ανάκληση της απόφασης αποφασίζεται ακόμη και αν το σφάλμα δεν ήταν προφανές για το εν λόγω μέρος.

2.      Η ακύρωση της εγγραφής ή η ανάκληση της απόφασης που προβλέπονται στην παράγραφο 1 αποφασίζεται, αυτεπαγγέλτως ή κατ’ αίτηση ενός των διαδίκων, από το τμήμα που έκανε την εγγραφή ή έλαβε την απόφαση. Η ακύρωση της εγγραφής στο μητρώο ή η ανάκληση της απόφασης πραγματοποιείται εντός έτους από την ημερομηνία της ανωτέρω εγγραφής ή απόφασης, κατόπιν διαβούλευσης με τα μέρη της διαδικασίας και τυχόν κατόχους δικαιωμάτων επί του εν λόγω σήματος της ΕΕ που είναι εγγεγραμμένοι στο μητρώο. Το [EUIPO] τηρεί αρχεία των ακυρώσεων ή ανακλήσεων.»

43      Το άρθρο 20 του κανονισμού 2017/1001, με τίτλο «Μεταβίβαση», προβλέπει στις παραγράφους 1, 3 έως 5 και 11 τα εξής:

«1.      Το σήμα της ΕΕ δύναται να μεταβιβαστεί, για το σύνολο ή μέρος των προϊόντων ή υπηρεσιών για τις οποίες έχει καταχωρισθεί, ανεξάρτητα από τη μεταβίβαση της επιχείρησης.

[…]

3.      Με την επιφύλαξη της παραγράφου 2, η εκχώρηση του σήματος της ΕΕ ενεργείται εγγράφως και η σύμβαση πρέπει να υπογράφεται από τους συμβαλλόμενους, εκτός αν προκύπτει από δικαστική απόφαση· εν ελλείψει, η εκχώρηση είναι άκυρη.

4.      Μετά από αίτηση ενός των συμβαλλομένων, η μεταβίβαση σημειώνεται στο μητρώο και δημοσιεύεται.

5.      Η αίτηση για εγγραφή της μεταβίβασης πρέπει να περιέχει πληροφορίες που [εξειδικεύονται από τη διάταξη].

[…]

11.      Εφόσον η μεταβίβαση δεν έχει σημειωθεί στο μητρώο, ο διάδοχος δεν μπορεί να προβάλει δικαιώματα που απορρέουν από την καταχώριση του σήματος της ΕΕ.»

44      Το άρθρο 13 του εκτελεστικού κανονισμού (ΕΕ) 2018/626 της Επιτροπής, της 5ης Μαρτίου 2018, για τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής ορισμένων διατάξεων του κανονισμού 2017/1001 και για την κατάργηση του εκτελεστικού κανονισμού (ΕΕ) 2017/1431 (ΕΕ 2018, L 104, σ. 37), εξειδικεύει τις πληροφορίες που πρέπει να περιλαμβάνει μια αίτηση εγγραφής μεταβιβάσεως σήματος η οποία υποβάλλεται κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 20, παράγραφος 5, του κανονισμού 2017/1001.

45      Το άρθρο 24 του κανονισμού 2017/1001, με τίτλο «Διαδικασία αφερεγγυότητας», προβλέπει στην παράγραφο 1, πρώτο εδάφιο, και στην παράγραφο 3 τα εξής:

«1.      Η μόνη διαδικασία αφερεγγυότητας στην οποία μπορεί να συμπεριληφθεί ένα σήμα της ΕΕ είναι εκείνη που κινήθηκε στο κράτος μέλος στο έδαφος του οποίου ο οφειλέτης έχει το κύριο κέντρο των συμφερόντων του.

[…]

3.      Όταν σήμα της ΕΕ συμπεριλαμβάνεται σε διαδικασία αφερεγγυότητας, σχετική σημείωση καταχωρίζεται στο μητρώο και δημοσιεύεται στο δελτίο σημάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης που προβλέπεται από το άρθρο 116, κατ’ αίτηση της αρμόδιας εθνικής αρχής.»

46      Οι παράγραφοι 1 και 4 του άρθρου 27 του κανονισμού 2017/1001, το οποίο τιτλοφορείται «Αποτελέσματα έναντι τρίτων», προβλέπουν τα εξής:

«1.      Οι δικαιοπραξίες που αφορούν σήμα της ΕΕ στις οποίες αναφέρονται τα άρθρα 20, 22 και 25, παράγουν αποτελέσματα έναντι τρίτων σε όλα τα κράτη μέλη μόνον μετά την εγγραφή τους στο μητρώο. Εντούτοις, παράγουν αποτελέσματα και πριν από την εγγραφή τους, έναντι των τρίτων οι οποίοι απέκτησαν μεν δικαιώματα επί του σήματος μετά την ημερομηνία της συγκεκριμένης δικαιοπραξίας, ήταν όμως εν γνώσει αυτής κατά την ημερομηνία κτήσης των δικαιωμάτων τους.

[…]

4.      Μέχρι να τεθούν σε ισχύ μεταξύ των κρατών μελών κοινές διατάξεις για την πτώχευση, τα αποτελέσματα έναντι τρίτων πτωχευτικής ή άλλης ανάλογης διαδικασίας διέπονται από το δίκαιο του κράτους μέλους στο οποίο το πρώτον κινήθηκε η διαδικασία αυτή σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο ή τις οικείες εφαρμοστέες συμβάσεις.»

47      Το άρθρο 3 του κανονισμού 2015/848, με τίτλο «Διεθνής δικαιοδοσία», προβλέπει στην παράγραφο 1, πρώτο και δεύτερο εδάφιο, τα εξής:

«Αρμόδια για την έναρξη της διαδικασίας αφερεγγυότητας είναι τα δικαστήρια του κράτους μέλους στο οποίο βρίσκεται το κέντρο των κύριων συμφερόντων του οφειλέτη […] Το “κέντρο των κύριων συμφερόντων” θα πρέπει να αντιστοιχεί στον τόπο όπου ο οφειλέτης ασκεί συνήθως τη διοίκηση των συμφερόντων του και, συνεπώς, είναι τόπος επαληθεύσιμος από τους τρίτους.

Για τις εταιρείες και τα νομικά πρόσωπα τεκμαίρεται, μέχρις αποδείξεως του εναντίου, ότι κέντρο των κύριων συμφερόντων είναι ο τόπος της καταστατικής έδρας […]».

48      Το άρθρο 7 του κανονισμού 2015/848, με τίτλο «Εφαρμοστέο δίκαιο», προβλέπει στις παραγράφους 1 και 2 τα εξής:

«1.      Εάν ο παρών κανονισμός δεν ορίζει άλλως, δίκαιο εφαρμοστέο στη διαδικασία αφερεγγυότητας και στα αποτελέσματά της είναι το δίκαιο του κράτους μέλους έναρξης της διαδικασίας, κατωτέρω καλουμένου “κράτος έναρξης”.

2.      Το δίκαιο του κράτους έναρξης ρυθμίζει τις προϋποθέσεις έναρξης, τη διεξαγωγή και την περάτωση της διαδικασίας αφερεγγυότητας. Βάσει του δικαίου αυτού, ορίζονται συγκεκριμένα:

[…]

β)      η πτωχευτική και μεταπτωχευτική περιουσία·

[…]

ιγ)      οι κανόνες που άπτονται της ακυρότητας, ακυρωσίας ή του ανενεργού των επιβλαβών για όλους τους πιστωτές δικαιοπραξιών.»

49      Το άρθρο 19 του κανονισμού 2015/848, με τίτλο «Βασική αρχή», προβλέπει στην παράγραφο 1, πρώτο εδάφιο, τα εξής:

«Η κήρυξη της έναρξης μιας διαδικασίας αφερεγγυότητας από τα κατ’ άρθρο 3 αρμόδια δικαστήρια κράτους μέλους, αναγνωρίζεται στο έδαφος όλων των άλλων κρατών μελών μόλις αρχίσει να παράγει τα αποτελέσματά της στο κράτος έναρξης.»

50      Επομένως, πρέπει να επισημανθεί ότι, σύμφωνα με τον κανονισμό 2017/1001, το ιταλικό πτωχευτικό δίκαιο έχει εφαρμογή σε ορισμένες πτυχές της υπό κρίση υποθέσεως.

51      Κατ’ αρχάς, η διαδικασία αφερεγγυότητας, στην οποία περιλαμβάνεται το επίμαχο σήμα, διέπεται από το ιταλικό πτωχευτικό δίκαιο, ως δίκαιο του κράτους μέλους στο οποίο βρισκόταν το κέντρο των κύριων συμφερόντων της παρεμβαίνουσας κατά τον χρόνο κηρύξεως της πτωχεύσεως, δυνάμει του άρθρου 24, παράγραφος 1, του κανονισμού 2017/1001, όπως, εξάλλου, και δυνάμει του άρθρου 7 του κανονισμού 2015/848. Επιπλέον, δυνάμει του άρθρου 27, παράγραφος 4, του κανονισμού 2017/1001, το ίδιο δίκαιο ρυθμίζει και τα ζητήματα σχετικά με τα αποτελέσματα της εν λόγω διαδικασίας αφερεγγυότητας έναντι τρίτων.

52      Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 2015/848, ο ιταλικός πτωχευτικός νόμος καθορίζει, μεταξύ άλλων, στο στοιχείο βʹ, «τα περιουσιακά στοιχεία που αποτελούν μέρος της πτωχευτικής περιουσίας και την τύχη των περιουσιακών στοιχείων που απέκτησε ο οφειλέτης ή τα οποία περιέρχονται σε αυτόν μετά την έναρξη της διαδικασίας αφερεγγυότητας» και, στο στοιχείο ιγʹ, «τους κανόνες σχετικά με την ακυρότητα, την ακύρωση ή το μη αντιτάξιμο των επιβλαβών για την πτωχευτική περιουσία δικαιοπραξιών». Ομοίως, δυνάμει του άρθρου 19 του ίδιου κανονισμού, η απόφαση περί κηρύξεως πτωχεύσεως που εξέδωσε το Tribunale di Venezia (πρωτοδικείο Βενετίας) παράγει τα αποτελέσματά της αυτοδικαίως σε ολόκληρη την Ένωση έναντι του συνόλου των τρίτων και, επομένως, εν προκειμένω, έναντι της προσφεύγουσας και του EUIPO.

53      Ο ιταλικός πτωχευτικός νόμος προβλέπει, κατ’ ουσίαν, στα άρθρα 16 και 17, ότι η απόφαση περί κηρύξεως πτωχεύσεως μπορεί να αντιταχθεί έναντι του οφειλέτη (το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που κηρύχθηκε σε πτώχευση) από την κατάθεσή της στη γραμματεία του δικαστηρίου και από την εγγραφή της στο ιταλικό μητρώο εταιριών (εν προκειμένω από τις 13 Οκτωβρίου 2017)· στο άρθρο 42, το οποίο αφορά την παραίτηση του οφειλέτη, ότι η διαχείριση των περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη ανατίθεται στο πρόσωπο που είναι επιφορτισμένο με την εκκαθάριση· στο άρθρο 44, ότι όλες οι πράξεις που διενεργήθηκαν από τον οφειλέτη μετά την κήρυξη της πτωχεύσεως ή που δεν έχουν λάβει βέβαιη χρονολογία πριν από την κήρυξη της πτωχεύσεως είναι νομικώς ανίσχυρες και δεν μπορούν να αντιταχθούν έναντι τρίτων, μεταξύ των οποίων η ομάδα των πιστωτών, και, στο άρθρο 45, ότι οι διατυπώσεις που απαιτούνται για να καταστεί μια πράξη αντιτάξιμη έναντι τρίτων, μεταξύ των οποίων η ομάδα των πιστωτών, είναι ανίσχυρες αν διενεργήθηκαν μετά την κήρυξη της πτωχεύσεως.

54      Τα πέντε σκέλη του μοναδικού λόγου ακυρώσεως πρέπει να εξετασθούν υπό το πρίσμα των ανωτέρω διατάξεων.

 Επί του πρώτου σκέλους του μοναδικού λόγου ακυρώσεως, με το οποίο προβάλλεται ότι το EUIPO υπερέβη τις αρμοδιότητες που έχει δυνάμει των άρθρων 20 και 24 του κανονισμού 2017/1001

55      Με το πρώτο σκέλος του μοναδικού λόγου ακυρώσεως η προσφεύγουσα προβάλλει, κατ’ ουσίαν, ότι το EUIPO οφείλει απλώς και μόνο να ελέγξει τις τυπικές προϋποθέσεις αιτήσεως εγγραφής της μεταβιβάσεως σήματος, βάσει ιδίως του άρθρου 20 του κανονισμού 2017/1001, και ότι δεν απόκειται σε αυτό να εξετάσει τα ζητήματα ουσίας, τα οποία δεν εμπίπτουν στις αρμοδιότητές του.

56      Εν προκειμένω, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι το EUIPO υπερέβη τις αρμοδιότητές του και τις εξουσίες του, διότι, αφενός, εξέτασε ζητήματα σχετικά με το δικαίωμα ιδιοκτησίας δυνάμει του ιταλικού δικαίου και, αφετέρου, δεν περιορίστηκε στην τυπική εξέταση των εγγράφων που προσκομίστηκαν προς στήριξη των αιτήσεων εγγραφής των μεταβιβάσεων του επίμαχου σήματος, ήτοι των γραπτών συμφωνιών οι οποίες έφεραν την υπογραφή των ενδιαφερομένων μερών. Επομένως, κατά την προσφεύγουσα, το EUIPO όφειλε μόνο να εξετάσει αν είχαν προσκομισθεί επαρκή αποδεικτικά στοιχεία για τις εν λόγω μεταβιβάσεις και αν τα προσκομισθέντα έγγραφα περιείχαν τα στοιχεία που μνημονεύονταν στις αιτήσεις εγγραφής των μεταβιβάσεων αυτών. Επίσης, από τη νομολογία του Γενικού Δικαστηρίου προκύπτει, κατά την προσφεύγουσα, ότι το EUIPO δεν είναι αρμόδιο να εκτιμά το κύρος και τα έννομα αποτελέσματα της μεταβιβάσεως σήματος υπό το πρίσμα του ισχύοντος εθνικού δικαίου. Επομένως, όπως προβάλλει η προσφεύγουσα, το τμήμα προσφυγών υπερέβη τις αρμοδιότητές του και τις εξουσίες του καθόσον εκτίμησε, κατ’ ουσίαν, αν ο κατάλογος της απογραφής που είχε επισυναφθεί στην απόφαση περί κηρύξεως της πτωχεύσεως της παρεμβαίνουσας αποδείκνυε την κυριότητα του επίμαχου σήματος.

57      Κατά την προσφεύγουσα, είναι αδιαμφισβήτητο ότι η υποβληθείσα στις 16 Απριλίου 2018 αίτηση εγγραφών των μεταβιβάσεων του εν λόγω σήματος πληρούσε το σύνολο των ουσιαστικών και τυπικών προϋποθέσεων, δεδομένου ότι οι συμβάσεις εκχωρήσεως συνήφθησαν εγγράφως και υπογράφηκαν από αμφότερα τα μέρη τα οποία μετείχαν σε καθεμιά από τις εν λόγω μεταβιβάσεις. Καίτοι παραδέχεται ότι, κατά την ημερομηνία αυτή, κατά την οποία πραγματοποιήθηκαν οι εγγραφές των εν λόγω μεταβιβάσεων, ο καταχωρισμένος δικαιούχος του επίμαχου σήματος ήταν η παρεμβαίνουσα, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι το μητρώο δεν αντικατόπτριζε την υφιστάμενη νομική κατάσταση, δεδομένου ότι η παρεμβαίνουσα είχε μεταβιβάσει το επίμαχο σήμα το 2014 στην Spring Holdings, η οποία με τη σειρά της μεταβίβασε το σήμα αυτό στην προσφεύγουσα τον Δεκέμβριο του 2017. Ως εκ τούτου, η προσφεύγουσα θεωρεί ότι οι εν λόγω μεταβιβάσεις ενεγράφησαν στις 16 Απριλίου 2018 σύμφωνα με τις εφαρμοστέες νομικές προϋποθέσεις και ότι το EUIPO δεν μπορούσε να εξετάσει αν οι συμφωνίες που συνήφθησαν το 2014 (μεταβίβαση στην Spring Holdings) ή το 2017 (μεταβίβαση στην προσφεύγουσα) ήταν έγκυρες υπό το πρίσμα του ιταλικού ή του ιρλανδικού δικαίου.

58      Κατ’ αρχάς, αφενός, υπενθυμίζεται ότι, κατά πάγια νομολογία, η οποία εφαρμόζεται στο EUIPO, το αρμόδιο θεσμικό όργανο ή ο οργανισμός υποχρεούται να εξετάζει, με προσοχή και αμεροληψία, όλα τα συναφή νομικά και πραγματικά στοιχεία της συγκεκριμένης περιπτώσεως [πρβλ. αποφάσεις της 21ης Νοεμβρίου 1991, Technische Universität München, C‑269/90, EU:C:1991:438, σκέψη 14, της 15ης Ιουλίου 2011, Zino Davidoff κατά ΓΕΕΑ – Κλεινάκης και ΣΙΑ (GOOD LIFE), T‑108/08, EU:T:2011:391, σκέψη 19, και της 25ης Σεπτεμβρίου 2018, Grendene κατά EUIPO – Hipanema (HIPANEMA), T‑435/17, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2018:596, σκέψη 79 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία]. Ειδικότερα, το EUIPO, το οποίο τηρεί δημόσιο μητρώο, οφείλει, για τον λόγο αυτό, να λαμβάνει υπόψη με κάθε επιμέλεια τα πραγματικά περιστατικά που ενδέχεται να έχουν νομικές συνέπειες επί των στοιχείων που καταχωρίζει στο μητρώο του.

59      Αφετέρου, επισημαίνεται ότι, κατά τη νομολογία που παραθέτει η προσφεύγουσα, το άρθρο 19 του κανονισμού 2017/1001 δεν απαιτεί, κατ’ αρχήν, από το EUIPO να εξετάζει και να εφαρμόζει τους νόμους των κρατών μελών που ρυθμίζουν τα της κυριότητας επί σήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ειδικότερα, δεν προκύπτει από την προαναφερθείσα διάταξη ότι το EUIPO ή τα δικαστήρια της Ένωσης πρέπει να εξετάσουν ή να αποφανθούν για συμβατικά ή νομικά ζητήματα που απορρέουν από το εθνικό δίκαιο [πρβλ. απόφαση της 9ης Σεπτεμβρίου 2011, Chalk κατά ΓΕΕΑ – Reformed Spirits Company Holdings (CRAIC), T‑83/09, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2011:450, σκέψη 27].

60      Κατά την ίδια νομολογία, ενδεχόμενη σύγκρουση μεταξύ δύο μεταβιβάσεων σημάτων εγείρει ζητήματα σχετικά με το δίκαιο των συμβάσεων και με το δικαίωμα ιδιοκτησίας τα οποία υπερβαίνουν το πλαίσιο του άρθρου 20 του κανονισμού 2017/1001 και των οποίων η εξέταση δεν εμπίπτει στις αρμοδιότητες του EUIPO. Ως εκ τούτου, δεν απόκειται στο EUIPO να εξετάζει την εγκυρότητα και τις έννομες συνέπειες μεταβιβάσεως σήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης σύμφωνα με το εφαρμοστέο εθνικό δίκαιο (πρβλ. απόφαση της 9ης Σεπτεμβρίου 2011, CRAIC, T‑83/09, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2011:450, σκέψεις 30 και 31).

61      Επομένως, όπως επισημαίνει κατά τα λοιπά το EUIPO στο υπόμνημά του αντικρούσεως, από τη νομολογία αυτή προκύπτει ότι, κατά την εξέταση αιτήσεως εγγραφής μιας μεταβιβάσεως σήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η αρμοδιότητα του EUIPO περιορίζεται, κατ’ αρχήν, στην εξέταση των τυπικών προϋποθέσεων του άρθρου 20 του κανονισμού 2017/1001 και του άρθρου 13 του εκτελεστικού κανονισμού 2018/626, και δεν περιλαμβάνει εκτίμηση των ζητημάτων ουσίας που ανακύπτουν στο πλαίσιο του εφαρμοστέου εθνικού δικαίου.

62      Ωστόσο, κατά πάγια νομολογία, προκειμένου να ερμηνευθεί διάταξη του δικαίου της Ένωσης, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη όχι μόνον το γράμμα της, αλλά και το πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται και οι σκοποί που επιδιώκονται με τη ρύθμιση της οποίας αποτελεί μέρος (βλ. απόφαση της 4ης Φεβρουαρίου 2016, Hassan, C‑163/15, EU:C:2016:71, σκέψη 19 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

63      Ειδικότερα, το άρθρο 20 του κανονισμού 2017/1001 πρέπει να ερμηνευθεί υπό το πρίσμα των διατάξεων που περιλαμβάνονται στο ίδιο τμήμα του οικείου κανονισμού, το οποίο φέρει τον τίτλο «Το σήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης ως αντικείμενο κυριότητας» (κεφάλαιο II, τμήμα 4, άρθρα 19 έως 29), σκοπός του οποίου είναι να διασφαλίσει ότι ένα τέτοιο σήμα μπορεί «να μεταβιβάζεται, να είναι δυνατόν να συσταθεί επ’ αυτού ενέχυρο υπέρ τρίτου ή να παραχωρείται η χρήση του με άδεια».

64      Επομένως, στο πλαίσιο της εφαρμογής του άρθρου 20 του κανονισμού 2017/1001, το EUIPO πρέπει να λαμβάνει υπόψη, μεταξύ άλλων, το άρθρο 27, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού, δυνάμει του οποίου οι μεταβιβάσεις σήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης παράγουν αποτελέσματα έναντι τρίτων, κατ’ αρχήν, μόνο μετά την εγγραφή τους στο μητρώο σημάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπερ εξάλλου συνεπάγεται ότι η εγγραφή αυτή δεν έχει αναδρομική ισχύ.

65      Επιπροσθέτως, σε περίπτωση που, όπως εν προκειμένω, έχει κινηθεί διαδικασία αφερεγγυότητας κατά του δικαιούχου σήματος, το EUIPO οφείλει να λάβει υπόψη το άρθρο 27, παράγραφος 4, του κανονισμού 2017/1001, από το οποίο προκύπτει ότι το αντιτάξιμο των διαδικασιών αυτών έναντι τρίτων διέπεται από το εθνικό δίκαιο.

66      Εν προκειμένω, όμως, η διαδικασία περί αφερεγγυότητας της παρεμβαίνουσας διέπεται από το ιταλικό δίκαιο, πράγμα το οποίο δεν αμφισβητεί η προσφεύγουσα. Ειδικότερα, από τα στοιχεία που προσκόμισε ο εκκαθαριστής στο EUIPO προκύπτει ότι, κατ’ αρχάς, τα άρθρα 16 και 17 του ιταλικού πτωχευτικού νόμου προβλέπουν, κατ’ ουσίαν, ότι η απόφαση περί κηρύξεως πτωχεύσεως μπορεί να αντιταχθεί, αφενός, έναντι του οφειλέτη, ήτοι στο φυσικό ή νομικό πρόσωπο που τελεί σε πτώχευση, από την κατάθεση της αποφάσεως αυτής στη γραμματεία του δικαστηρίου και, αφετέρου, έναντι τρίτων από της εγγραφής της στο ιταλικό μητρώο εταιριών. Εν συνεχεία, από το άρθρο 42 του νόμου αυτού προκύπτει ότι η διαχείριση της πτωχεύσασας εταιρίας ανατίθεται στον εκκαθαριστή. Τέλος, από τα άρθρα 44 και 45 προκύπτει ότι, αφενός, όλες οι πράξεις που διενεργήθηκαν από τον οφειλέτη μετά την κήρυξη της πτωχεύσεως, ή δεν έχουν λάβει βέβαιη χρονολογία πριν από την κήρυξη της πτωχεύσεως, είναι νομικώς ανίσχυρες και δεν μπορούν να αντιταχθούν έναντι τρίτων, μεταξύ των οποίων και η ομάδα των πιστωτών, και ότι, αφετέρου, οι διατυπώσεις που απαιτούνται για να καταστεί μια πράξη αντιτάξιμη έναντι των τρίτων αυτών είναι ανίσχυρες, αν διενεργήθηκαν μετά την κήρυξη της πτωχεύσεως.

67      Επομένως, εν προκειμένω, σύμφωνα με το άρθρο 27, παράγραφος 4, του κανονισμού 2017/1001, οι συνέπειες της πτωχευτικής διαδικασίας έπρεπε να συναχθούν από το ιταλικό δίκαιο, λαμβανομένων δεόντως υπόψη ιδίως των συνεπειών της επί των πράξεων που διενεργήθηκαν από τον οφειλέτη μετά την κήρυξη της πτωχεύσεως ή που δεν είχαν λάβει βέβαιη χρονολογία πριν από την επίμαχη κήρυξη της πτωχεύσεως.

68      Κατά συνέπεια, υπό το πρίσμα των προεκτεθέντων, πρέπει να γίνει δεκτό ότι το EUIPO πρέπει βεβαίως να περιορίζεται στην εξέταση των τυπικών προϋποθέσεων εγκυρότητας αιτήσεως εγγραφής μεταβιβάσεως σήματος δυνάμει του άρθρου 20, παράγραφος 5, του κανονισμού 2017/1001 και του άρθρου 13 του εκτελεστικού κανονισμού 2018/626, πλην όμως η εξέταση αυτή συνεπάγεται ότι πρέπει να λαμβάνονται υπόψη με κάθε επιμέλεια τα πραγματικά περιστατικά που ενδέχεται να έχουν έννομες συνέπειες για την αίτηση εγγραφής μιας τέτοιας μεταβιβάσεως, περιλαμβανομένης της υπάρξεως πτωχευτικής διαδικασίας.

69      Η υποχρέωση επιμέλειας την οποία υπέχει το EUIPO δυνάμει της αρχής που υπομνήσθηκε στη σκέψη 58 ανωτέρω καθίσταται έτι επιτακτικότερη όταν, όπως εν προκειμένω, το EUIPO, πριν λάβει αίτηση εγγραφής της μεταβιβάσεως σήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, έχει ενημερωθεί με προγενέστερη αίτηση εγγραφής, υποβληθείσα σύμφωνα με το άρθρο 24, παράγραφος 3, του κανονισμού 2017/1001, ότι το σήμα αυτό περιλαμβανόταν σε διαδικασία αφερεγγυότητας, ήτοι σε διαδικασία με σκοπό τη ρευστοποίηση των στοιχείων του ενεργητικού του δικαιούχου του σήματος αυτού υπέρ των πιστωτών του. Σε μια τέτοια περίπτωση, εναπόκειται στο EUIPO να εξετάσει την εν λόγω αίτηση εγγραφής της μεταβιβάσεως με ιδιαίτερη επιμέλεια, προκειμένου να ληφθεί υπόψη ο σκοπός της «εξασφαλίσεως της αποτελεσματικότητας» της διαδικασίας αφερεγγυότητας που μνημονεύεται στην αιτιολογική σκέψη 36 του κανονισμού 2015/848, ιδίως αν η ύπαρξη, το κύρος ή η βεβαία ημερομηνία της εν λόγω μεταβιβάσεως αμφισβητείται από τον εκκαθαριστή.

70      Εντούτοις, η προσφεύγουσα υποστηρίζει, κατ’ ουσίαν, ότι η αίτηση εγγραφής μιας μεταβιβάσεως σήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι εντελώς ανεξάρτητη από κάθε προηγούμενη αίτηση σχετικά με την εγγραφή διαδικασίας αφερεγγυότητας η οποία επηρεάζει το ίδιο σήμα. Συγκεκριμένα, υποστηρίζει ότι το EUIPO είναι αρμόδιο αποκλειστικώς και μόνο για την εξέταση του κατά πόσον πληρούνται οι τυπικές προϋποθέσεις της μεταβιβάσεως και ότι δεν θα πρέπει να προβαίνει σε καμία εκτίμηση των ενδεχόμενων συνεπειών της πρώτης αιτήσεως επί των μεταγενέστερων αιτήσεων.

71      Υπό το πρίσμα των εκτιμήσεων που εκτίθενται στις σκέψεις 58 έως 69 ανωτέρω, η επιχειρηματολογία αυτή πρέπει να απορριφθεί. Πράγματι, αφής στιγμής έχει ενημερωθεί για την κίνηση, από εθνικό δικαστήριο, διαδικασίας αφερεγγυότητας η οποία περιλαμβάνει σήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το EUIPO δεν μπορεί να αγνοήσει το συγκεκριμένο γεγονός όταν, σε μεταγενέστερη ημερομηνία, υποβάλλεται αίτηση εγγραφής μεταβιβάσεως που αφορά το ίδιο σήμα, τούτο δε κατά μείζονα λόγο όταν, επιπλέον, το πρόσωπο που είναι επιφορτισμένο με την εκκαθάριση των περιουσιακών στοιχείων που ανήκουν στην πτωχευτική περιουσία αμφισβητεί ρητώς την ύπαρξη ή το κύρος του προσκομισθέντος προς στήριξη της εν λόγω αιτήσεως εγγράφου και έχει ασκηθεί, συναφώς, αγωγή.

72      Επιπλέον, εν προκειμένω, όπως υπομνήσθηκε στη σκέψη 66 ανωτέρω, δυνάμει του εφαρμοστέου ιταλικού δικαίου, η επίμαχη διαδικασία αφερεγγυότητας είχε ως αποτέλεσμα να καταστούν ανίσχυρες οι διατυπώσεις που απαιτούνται για να εξασφαλιστεί το αντιτάξιμο μιας πράξης του οφειλέτη έναντι τρίτων, εφόσον αυτές διενεργήθηκαν μετά την κήρυξη της πτωχεύσεως. Κατά συνέπεια, δεδομένου ότι η δήλωση αυτή παρήγαγε τα αποτελέσματά της πριν από την υποβολή της αιτήσεως εγγραφής των επίμαχων διαβιβάσεων και το EUIPO είχε ενημερωθεί σχετικώς πριν από την εν λόγω αίτηση, το EUIPO όφειλε να αναστείλει την εγγραφή των μεταβιβάσεων αυτών έως ότου το εθνικό δικαστήριο εξετάσει την ουσία της υποθέσεως.

73      Αντιθέτως, η αποδοχή της επιχειρηματολογίας της προσφεύγουσας όχι μόνο θα οδηγούσε, στην πράξη, σε καταστρατήγηση των εθνικών διατάξεων περί αφερεγγυότητας και του σκοπού τους, ήτοι της προστασίας των πιστωτών, αλλά, εν πολλοίς, θα καθιστούσε το άρθρο 24, παράγραφος 3, του κανονισμού 2017/1001 άνευ πρακτικής αποτελεσματικότητας.

74      Επομένως, ορθώς το τμήμα προσφυγών διαπίστωσε, μεταξύ άλλων, στο σημείο 56 της προσβαλλομένης αποφάσεως, ότι, δεδομένου ότι το επίμαχο σήμα περιλαμβανόταν στον κατάλογο απογραφής που προσαρτήθηκε στην απόφαση περί κηρύξεως της πτωχεύσεως της παρεμβαίνουσας, το EUIPO όφειλε να λάβει υπόψη το συγκεκριμένο γεγονός και να εγγράψει στο μητρώο τη σχετική με το σήμα αυτό διαδικασία αφερεγγυότητας, σύμφωνα με την αίτηση του εκκαθαριστή. Ενεργώντας κατ’ αυτόν τον τρόπο, το τμήμα προσφυγών απλώς υπενθύμισε την υποχρέωση επιμέλειας που υπέχει το EUIPO, όπως αυτή εξειδικεύτηκε στις σκέψεις 58 έως 69 ανωτέρω. Εξάλλου, επίσης ορθώς το τμήμα προσφυγών υπενθύμισε, στο ίδιο σημείο της αποφάσεώς του, ότι το EUIPO δεν είχε την εξουσία να αμφισβητήσει τον εν λόγω κατάλογο, δεδομένου ότι δεν μπορούσε να υποκαταστήσει τα εθνικά δικαστήρια.

75      Επομένως, το πρώτο σκέλος του μοναδικού λόγου ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί.

 Επί του δευτέρου σκέλους του μοναδικού λόγου ακυρώσεως, με το οποίο προβάλλεται εσφαλμένη συνεκτίμηση εκ μέρους του EUIPO και του τμήματος προσφυγών της αποφάσεως περί κηρύξεως πτωχεύσεως της 13ης Οκτωβρίου 2017

76      Με το δεύτερο σκέλος του μοναδικού λόγου ακυρώσεως, η προσφεύγουσα χαρακτηρίζει, κατ’ ουσίαν, εσφαλμένη την εκτίμηση του τμήματος προσφυγών ότι είχε παραλειφθεί ουσιώδες στάδιο της διαδικασίας, διότι το EUIPO, όταν προέβη στην εγγραφή των μεταβιβάσεων του επίμαχου σήματος στις 16 Απριλίου 2018, δεν είχε λάβει υπόψη το γεγονός ότι το ίδιο είχε αγνοήσει την προγενέστερη αίτηση εγγραφής στο μητρώο της διαδικασίας αφερεγγυότητας σχετικά με την παρεμβαίνουσα, την οποία υπέβαλε ο εκκαθαριστής στις 25 Οκτωβρίου 2017 δυνάμει του άρθρου 24 του κανονισμού 2017/1001. Η προσφεύγουσα φρονεί ότι, κατά την ημερομηνία υποβολής της αιτήσεως εγγραφής των εν λόγω μεταβιβάσεων, η παρεμβαίνουσα δεν μπορούσε πλέον να θεωρηθεί δικαιούχος του επίμαχου σήματος, δεδομένου ότι αυτό είχε μεταβιβαστεί προηγουμένως από την παρεμβαίνουσα στην Spring Holdings με σύμβαση εκχωρήσεως στις 26 Ιουνίου 2014 και η εταιρία αυτή το μεταβίβασε εν συνεχεία στην προσφεύγουσα. Επομένως, κατά την Επιτροπή, η εγγραφή της διαδικασίας αφερεγγυότητας δυνάμει του άρθρου 24 του κανονισμού 2017/1001 δεν θα μπορούσε να έχει καμία συνέπεια, διότι, τον Οκτώβριο του 2017 και τον Απρίλιο του 2018, η παρεμβαίνουσα δεν μπορούσε πλέον να θεωρηθεί δικαιούχος του επίμαχου σήματος.

77      Η προσφεύγουσα εκτιμά ότι, ακόμη και αν το EUIPO είχε εγγράψει στο μητρώο τη διαδικασία αφερεγγυότητας, οι μεταβιβάσεις του επίμαχου σήματος, κατ’ αρχάς προς την Spring Holdings και εν συνεχεία προς την προσφεύγουσα, έπρεπε να έχουν εγγραφεί, δεδομένου, αφενός, ότι πληρούνταν όλες οι προϋποθέσεις της εγγραφής της μεταβιβάσεως που προβλέπονται στο άρθρο 20 του κανονισμού 2017/1001 (γραπτή συμφωνία, υπογραφή, αίτηση εγγραφής) και είχαν προσκομισθεί τα απαιτούμενα αποδεικτικά στοιχεία και, αφετέρου, ότι, κατά την ημερομηνία της εν λόγω εγγραφής στο μητρώο, η παρεμβαίνουσα δεν ήταν πλέον δικαιούχος του επίμαχου σήματος, αφού το είχε μεταβιβάσει στην Spring Holdings. H προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι η εγγραφή της διαδικασίας αφερεγγυότητας στο μητρώο δεν θα μπορούσε να έχει ως αποτέλεσμα την επανένταξη στα περιουσιακά στοιχεία της παρεμβαίνουσας, ήτοι μιας εταιρίας που κηρύχθηκε σε πτώχευση, στοιχείων –όπως το εν λόγω σήμα– τα οποία, κατά την ημερομηνία κινήσεως της διαδικασίας αφερεγγυότητας, δεν αποτελούσαν πλέον μέρος των περιουσιακών στοιχείων της. Προσθέτει δε ότι η αφερεγγυότητα αυτή καθεαυτήν και η εγγραφή της διαδικασίας αφερεγγυότητας στο μητρώο παράγουν αποτελέσματα για το μέλλον, όπως προκύπτει από το άρθρο 27, παράγραφος 4, του κανονισμού 2017/1001.

78      Επισημαίνεται, κατ’ αρχάς, ότι δεν αμφισβητείται από τους διαδίκους ότι η παρεμβαίνουσα κηρύχθηκε αφερέγγυα με απόφαση περί κηρύξεως πτωχεύσεως, η οποία εκδόθηκε στις 13 Οκτωβρίου 2017 από το Tribunale di Venezia (πρωτοδικείο Βενετίας) κατ’ εφαρμογήν του ιταλικού πτωχευτικού νόμου και η οποία κατέστη αντιτάξιμη έναντι τρίτων την ίδια ημέρα σύμφωνα με το εν λόγω δίκαιο, το οποίο, δυνάμει του άρθρου 27, παράγραφος 4, του κανονισμού 2017/1001, διέπει το αντιτάξιμο της διαδικασίας αυτής έναντι τρίτων. Ως εκ τούτου, από την ημερομηνία αυτή, η παρεμβαίνουσα δεν είχε πλέον την εξουσία να μεταβιβάσει το επίμαχο σήμα σύμφωνα με το άρθρο 20 του ίδιου κανονισμού και το EUIPO δεν μπορούσε να προβεί στην αιτηθείσα εγγραφή μεταβιβάσεως μετά την ημερομηνία αυτή.

79      Στα σημεία 46 και 47 της προσβαλλομένης αποφάσεως, το τμήμα προσφυγών απλώς υπενθύμισε τις συνέπειες μιας τέτοιας αποφάσεως κηρύσσουσας πτώχευση για τον διάδικο που είχε καταχωρισθεί ως δικαιούχος σήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης κατά τον χρόνο εκδόσεως της αποφάσεως αυτής, ήτοι την απαγόρευση διαχειρίσεως των περιουσιακών στοιχείων του (περιουσιακών στοιχείων και τίτλων ιδιοκτησίας εγγεγραμμένων στο μητρώο) και την ακυρότητα ή το ανίσχυρο κάθε μεταγενέστερης πράξεως έναντι των πιστωτών (συμπεριλαμβανομένων των διατυπώσεων που απαιτούνται για να εξασφαλιστεί το αντιτάξιμο μιας δικαιοπραξίας έναντι τρίτων, οι οποίες είναι ανίσχυρες αν διενεργούνται κατόπιν της κηρύξεως της αφερεγγυότητας του δικαιούχου). Επισήμανε δε ότι, εν προκειμένω, κατά την ημερομηνία εκδόσεως της εν λόγω αποφάσεως, ήτοι στις 13 Οκτωβρίου 2017, η παρεμβαίνουσα ήταν καταχωρισμένη ως δικαιούχος του επίμαχου σήματος στο μητρώο του EUIPO και ότι το σήμα αυτό περιλαμβανόταν στον κατάλογο απογραφής της πτωχεύσεως.

80      Συναφώς, διαπιστώνεται ότι, αντιθέτως προς όσα υποστηρίζει η προσφεύγουσα, το τμήμα προσφυγών δεν εξέτασε επί της ουσίας αν ο κατάλογος αποδείκνυε την κυριότητα του επίμαχου σήματος. Συγκεκριμένα, το τμήμα προσφυγών απλώς συνεκτίμησε επίσημο έγγραφο εγκεκριμένο από το Tribunale di Venezia (πρωτοδικείο Βενετίας), το οποίο ήταν επιφορτισμένο με τη διαδικασία αφερεγγυότητας, και διαπίστωσε, στο σημείο 56 της προσβαλλομένης αποφάσεως, ότι δεν είχε προσκομισθεί κανένα στοιχείο που να αποδεικνύει ότι το έγγραφο αυτό είχε προσβληθεί ενώπιον δικαστηρίου. Εξάλλου, στα σημεία 48 και 49 της προσβαλλομένης αποφάσεως, το τμήμα προσφυγών επισήμανε ότι το EUIPO δεν είχε εξετάσει την αίτηση του εκκαθαριστή, η οποία παρελήφθη στις 25 Οκτωβρίου 2017, περί εγγραφής στο μητρώο της διαδικασίας αφερεγγυότητας που αφορούσε την προσφεύγουσα, και ότι η αίτηση αυτή εξακολουθούσε να εκκρεμεί στις 16 Απριλίου 2018, ημερομηνία καταθέσεως της αιτήσεως εγγραφής των μεταβιβάσεων του επίμαχου σήματος από την παρεμβαίνουσα στην Spring Holdings και από την τελευταία στην προσφεύγουσα.

81      Επομένως, ορθώς το τμήμα προσφυγών έκρινε, στα σημεία 50 έως 54 της προσβαλλομένης αποφάσεως, ότι ήταν έωλο το επιχείρημα της προσφεύγουσας ότι, λόγω της μεταβιβάσεως του επίμαχου σήματος από την παρεμβαίνουσα στην Spring Holdings στις 26 Ιουνίου 2014 (δηλαδή πριν από την κήρυξη της παρεμβαίνουσας σε πτώχευση), δεν μπορούσαν να θεωρηθούν νόμιμες οι εγγραφές μεταβιβάσεως που πραγματοποιήθηκαν στις 16 Απριλίου 2018.

82      Συναφώς, το τμήμα προσφυγών ορθώς στηρίχθηκε στο άρθρο 27, παράγραφος 1, του κανονισμού 2017/1001, σχετικά με το αντιτάξιμο, έναντι τρίτων, νομικών πράξεων όπως οι μεταβιβάσεις σήματος το οποίο αποκτάται μετά την εγγραφή τους στο μητρώο. Το τμήμα προσφυγών έκρινε ότι η προβαλλόμενη από την παρεμβαίνουσα μεταβίβαση του επίμαχου σήματος, ανεξαρτήτως του κύρους της και του βέβαιου χαρακτήρα της χρονολογίας της, δεν είχε, εν πάση περιπτώσει, εγγραφεί στο μητρώο του EUIPO πριν από την έκδοση της αποφάσεως περί κηρύξεως πτωχεύσεως της 13ης Οκτωβρίου 2017 και ότι, ως εκ τούτου, δεν μπορούσε να παραγάγει αποτελέσματα έναντι του εκκαθαριστή, ο οποίος έπρεπε να χαρακτηριστεί ως «τρίτος», δεδομένου ότι δεν μετείχε στην εν λόγω προβαλλόμενη μεταβίβαση. Εξάλλου, λαμβανομένου υπόψη του άρθρου 27, παράγραφος 4, του ίδιου κανονισμού, ορθώς το τμήμα προσφυγών στηρίχθηκε στο άρθρο 45 του ιταλικού πτωχευτικού νόμου, το οποίο προβλέπει ότι όλες οι διατυπώσεις που απαιτούνται για να εξασφαλιστεί το αντιτάξιμο μιας πράξεως έναντι τρίτων είναι ανίσχυρες, αν διενεργούνται μετά την κήρυξη της αφερεγγυότητας, όπως συνέβη εν προκειμένω.

83      Επομένως, από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το τμήμα προσφυγών δεν αποφάνθηκε επί των ουσιαστικών νομικών ζητημάτων που εμπίπτουν στην αρμοδιότητα των εθνικών δικαστηρίων και του εθνικού δικαίου, όπως είναι η κυριότητα επί του επίμαχου σήματος βάσει του ιταλικού δικαίου ή το ουσιαστικό κύρος των μεταβιβάσεων του σήματος αυτού που ενεγράφησαν στις 16 Απριλίου 2018. Αντιθέτως, στα σημεία 53 και 56 της προσβαλλομένης αποφάσεως, το τμήμα προσφυγών δήλωσε ρητώς ότι στερείται οποιασδήποτε αρμοδιότητας συναφώς και αναγνώρισε κατά νόμον την αρμοδιότητα των εθνικών δικαστηρίων στον οικείο τομέα.

84      Τέλος, δεδομένου ότι η προσφεύγουσα επικαλείται τη σκέψη 30 της αποφάσεως της 9ης Σεπτεμβρίου 2011, CRAIC (T‑83/09, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2011:450), υπενθυμίζεται ότι, στη σκέψη αυτή της εν λόγω αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι η πρώτη αίτηση εγγραφής της μεταβιβάσεως του επίμαχου σήματος στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η συγκεκριμένη απόφαση πληρούσε τις απαιτήσεις του κανόνα 31 του κανονισμού (ΕΚ) 2868/95 της Επιτροπής, της 13ης Δεκεμβρίου 1995, περί της εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) 40/94 του Συμβουλίου για το κοινοτικό σήμα (ΕΕ 1995, L 303, σ. 1) (νυν άρθρο 13 του εκτελεστικού κανονισμού 2018/626), διότι συνοδευόταν από έγγραφο εκχωρήσεως του σήματος που πληρούσε τις προϋποθέσεις του εν λόγω κανόνα, με αποτέλεσμα να είναι έγκυρη τόσο η προαναφερθείσα αίτηση όσο και η εγγραφή του εκδοχέα ως νέου δικαιούχου του επίμαχου σήματος. Αντιθέτως, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι η δεύτερη αίτηση εγγραφής της μεταβιβάσεως του ίδιου σήματος δεν πληρούσε τις απαιτήσεις αυτές, δεδομένου ότι ο μεταβιβάζων δεν αντιστοιχούσε στον καταχωρισμένο δικαιούχο, ο οποίος τότε ήταν ήδη ο εκδοχέας στο πλαίσιο της προγενέστερης μεταβιβάσεως του εν λόγω σήματος. Συναφώς, το Γενικό Δικαστήριο επισήμανε ότι τυχόν σύγκρουση μεταξύ των δύο μεταβιβάσεων του σήματος αυτού έθετε ζητήματα σχετικά με το δίκαιο των συμβάσεων και το δικαίωμα ιδιοκτησίας τα οποία υπερέβαιναν το πλαίσιο του οικείου κανόνα και των οποίων η εξέταση δεν ενέπιπτε στις αρμοδιότητες του EUIPO.

85      Ωστόσο, οι κρίσεις αυτές δεν συνεπάγονται ότι, στην υπό κρίση υπόθεση, το τμήμα προσφυγών εκτίμησε επί της ουσίας το κύρος των μεταβιβάσεων του επίμαχου σήματος, όπως φαίνεται να υπονοεί η προσφεύγουσα. Συναφώς, αρκεί η επισήμανση ότι, στη διαφορά επί της οποίας το Γενικό Δικαστήριο αποφάνθηκε με την απόφαση της 9ης Σεπτεμβρίου 2011, CRAIC (T‑83/09, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2011:450), ο προσφεύγων δεν επικαλέστηκε, προς στήριξη της αιτήσεώς του εγγραφής της μεταβιβάσεως σήματος, απόφαση εθνικού δικαστηρίου σχετικά με διαδικασία αφερεγγυότητας ανάλογη προς την απόφαση που εξέδωσε εν προκειμένω το Tribunale di Venezia (πρωτοδικείο Βενετίας). Επομένως, το EUIPO δεν ήταν υποχρεωμένο να εφαρμόσει το εθνικό δίκαιο και, ως εκ τούτου, η παραπομπή στην προπαρατεθείσα απόφαση είναι ατελέσφορη. Εν πάση περιπτώσει, στην προσβαλλόμενη απόφαση, το τμήμα προσφυγών περιορίστηκε στο να λάβει υπόψη την εν λόγω απόφαση του ιταλικού δικαστηρίου και, όπως επισημάνθηκε στη σκέψη 83 ανωτέρω, δεν αποφάνθηκε το ίδιο επί της κυριότητας του επίμαχου σήματος υπό το πρίσμα του ιταλικού δικαίου, ούτε εκτίμησε το ουσιαστικό κύρος των μεταβιβάσεών του.

86      Κατά συνέπεια, το δεύτερο σκέλος του μοναδικού λόγου ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί.

 Επί του τρίτου σκέλους του μοναδικού λόγου ακυρώσεως, με το οποίο προβάλλεται ότι δεν χωρεί εν προκειμένω εφαρμογή του άρθρου 27, παράγραφος 1, του κανονισμού 2017/1001

87      Με το τρίτο σκέλος του μοναδικού λόγου ακυρώσεως, η προσφεύγουσα προβάλλει, κατ’ ουσίαν, ότι το άρθρο 27, παράγραφος 1, του κανονισμού 2017/1001 δεν δύναται να εφαρμοστεί στην υπό κρίση υπόθεση, δεδομένου ότι αφορά αποκλειστικά καταστάσεις στις οποίες περισσότεροι του ενός διάδικοι διεκδικούν δικαίωμα επί σήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δηλαδή επικαλούνται νομικές πράξεις που έχουν ως αντικείμενο ή ως αποτέλεσμα τη γένεση ή τη μεταβίβαση δικαιωμάτων επί τέτοιου σήματος. Αντιθέτως, δεν έχει εφαρμογή σε περίπτωση όπως η επίμαχη, στην οποία μια οντότητα δεν είναι πλέον δικαιούχος του οικείου σήματος κατά την ημερομηνία κινήσεως της εις βάρος της διαδικασίας αφερεγγυότητας, διότι μεταβίβασε το σήμα αυτό σε άλλη οντότητα στο παρελθόν.

88      Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι κατά το άρθρο 27, παράγραφος 1, πρώτη περίοδος, του κανονισμού 2017/1001, οι δικαιοπραξίες που αφορούν το σήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις οποίες αναφέρονται τα άρθρα 20, 22 και 25 του οικείου κανονισμού παράγουν αποτελέσματα έναντι τρίτων σε όλα τα κράτη μέλη μόνο μετά την εγγραφή τους στο μητρώο.

89      Διαπιστώνεται ότι, αντιθέτως προς όσα υποστηρίζει η προσφεύγουσα, ορθώς το τμήμα προσφυγών έκρινε ότι η διάταξη αυτή είχε εφαρμογή εν προκειμένω.

90      Συγκεκριμένα, στα σημεία 47 έως 54 της προσβαλλομένης αποφάσεως, το τμήμα προσφυγών επισήμανε ότι η κυριότητα του επίμαχου σήματος κατά τη 13η Οκτωβρίου 2017, ημερομηνία κατά την οποία η καταχωρισμένη δικαιούχος του σήματος αυτού, ήτοι η παρεμβαίνουσα, είχε κηρυχθεί σε πτώχευση, αποτελούσε αντικείμενο ένδικης διαφοράς μεταξύ της προσφεύγουσας και του εκκαθαριστή, ο οποίος εκπροσωπούσε την ομάδα των πιστωτών της παρεμβαίνουσας, και ότι η προβαλλόμενη μεταβίβαση της κυριότητας αυτής, η οποία, κατά την προσφεύγουσα, είχε λάβει χώρα το 2014, δεν μπορούσε, εν πάση περιπτώσει, να αντιταχθεί έναντι τρίτων, συμπεριλαμβανομένου του εκκαθαριστή, δεδομένου ότι δεν είχε εγγραφεί στο μητρώο του EUIPO πριν τις 13 Οκτωβρίου 2017.

91      Επομένως, το άρθρο 27, παράγραφος 1, του κανονισμού 2017/1001 έχει εφαρμογή εν προκειμένω, ιδίως στην σύμβαση εκχωρήσεως του επίμαχου σήματος που προβάλλεται ότι συνήφθη το 2014, η οποία δεν κατέστη αντιτάξιμη έναντι τρίτων σύμφωνα με τη διάταξη αυτή πριν από τις 13 Οκτωβρίου 2017, ημερομηνία κατά την οποία παράγει αποτελέσματα και μπορεί να αντιταχθεί έναντι τρίτων η απόφαση περί κηρύξεως πτωχεύσεως της παρεμβαίνουσας σύμφωνα με το ιταλικό πτωχευτικό δίκαιο, το οποίο εφαρμόζεται δυνάμει του άρθρου 27, παράγραφος 4, του ίδιου κανονισμού και του άρθρου 19, παράγραφος 1, του κανονισμού 2015/848.

92      Επομένως, το τρίτο σκέλος του μοναδικού λόγου ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί.

 Επί του τετάρτου σκέλους του μοναδικού λόγου ακυρώσεως, με το οποίο προβάλλεται η δυνατότητα εφαρμογής εν προκειμένω της ενστάσεως περί γνώσεως δικαιοπραξίας επί σήματος που προβλέπει το άρθρο 27, παράγραφος 1, του κανονισμού 2017/1001, καθώς και ότι η παρεμβαίνουσα και ο εκκαθαριστής γνώριζαν τη σύμβαση εκχωρήσεως του 2014.

93      Με το τέταρτο σκέλος του μοναδικού λόγου ακυρώσεως, η προσφεύγουσα προβάλλει, κατ’ ουσίαν, ότι το τμήμα προσφυγών υπέπεσε σε σφάλμα, καθόσον δεν έλαβε υπόψη ότι η παρεμβαίνουσα και ο εκκαθαριστής γνώριζαν τη μεταβίβαση του επίμαχου σήματος που πραγματοποιήθηκε το 2014, πράγμα που αποδεικνύεται από την ύπαρξη της συμφωνίας παραχωρήσεως άδειας εκμεταλλεύσεως του σήματος αυτού, η οποία συνήφθη στις 30 Δεκεμβρίου 2014 μεταξύ της παρεμβαίνουσας και της Spring Holdings, και από την παράταση της εν λόγω συμφωνίας παραχωρήσεως άδειας από τον εκκαθαριστή με ηλεκτρονικό μήνυμα της 7ης Δεκεμβρίου 2017. Τούτο προκύπτει επίσης, κατά την προσφεύγουσα, από «επιστολή συμφωνίας» της 24ης Νοεμβρίου 2017, με την οποία η Spring Holdings πρότεινε την παράταση της διάρκειας ισχύος της συμβάσεως παραχωρήσεως αδείας εκμεταλλεύσεως μέχρι τις 30 Νοεμβρίου 2022.

94      Εν πάση περιπτώσει, κατά την προσφεύγουσα, ο εκκαθαριστής δεν μπορούσε να θεωρηθεί τρίτος (έστω και υπό την ιδιότητα προσώπου που ενεργεί προς το συμφέρον των πιστωτών της παρεμβαίνουσας), δεδομένου ότι είχε συνάψει συμβατική σχέση με αυτή, ως συμβαλλόμενο μέρος στη συμφωνία παραχωρήσεως αδείας χρήσεως. Η προσφεύγουσα συνάγει εξ αυτού ότι, ακόμη και αν το άρθρο 27, παράγραφος 1, του κανονισμού 2017/1001 είχε εφαρμογή εν προκειμένω, η παρεμβαίνουσα και ο ίδιος ο εκκαθαριστής δεν θα μπορούσαν να επικαλεστούν τη συγκεκριμένη διάταξη, διότι γνώριζαν την προγενέστερη μεταβίβαση του επίμαχου σήματος στην Spring Holdings, η οποία πραγματοποιήθηκε το 2014.

95      Επισημαίνεται ότι τα επιχειρήματα αυτά στηρίζονται στην ένσταση περί γνώσεως δικαιοπραξίας επί σήματος την οποία προβλέπει το άρθρο 27, παράγραφος 1, δεύτερη περίοδος, του κανονισμού 2017/1001, κατά την οποία, ακόμη και πριν από την εγγραφή της στο μητρώο του EUIPO, μια δικαιοπραξία που αφορά σήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης δύναται να αντιταχθεί έναντι τρίτων που απέκτησαν δικαιώματα επί του σήματος μετά την ημερομηνία της πράξεως αυτής, εφόσον οι τελευταίοι ήταν εν γνώσει αυτής κατά την κτήση των δικαιωμάτων τους.

96      Ωστόσο, διαπιστώνεται ότι εν προκειμένω το EUIPO δεν ήταν σε θέση να εφαρμόσει την εν λόγω ένσταση περί γνώσεως δικαιοπραξίας επί σήματος.

97      Συγκεκριμένα, όπως επισημάνθηκε ήδη στη σκέψη 74 ανωτέρω, ορθώς το τμήμα προσφυγών έκρινε, στο σημείο 56 της προσβαλλομένης αποφάσεως, ότι, δεδομένου ότι το επίμαχο σήμα περιλαμβανόταν στον κατάλογο απογραφής που προσαρτήθηκε στην απόφαση περί κηρύξεως πτωχεύσεως της 13ης Οκτωβρίου 2017, δεν απέκειτο στο EUIPO να αμφισβητήσει τον κατάλογο αυτό, δεδομένου ότι δεν μπορούσε να υποκαταστήσει τα εθνικά δικαστήρια και ήταν υποχρεωμένο να εγγράψει στο μητρώο τη σχετική με το εν λόγω σήμα διαδικασία αφερεγγυότητας. Επίσης ορθώς έκρινε το τμήμα προσφυγών, στο ίδιο σημείο της εν λόγω αποφάσεως, ότι η αίτηση εγγραφής των μεταβιβάσεων του επίμαχου σήματος την οποία υπέβαλε η προσφεύγουσα κατόπιν της κηρύξεως της πτωχεύσεως της παρεμβαίνουσας ήταν εκπρόθεσμη και ότι η προσφεύγουσα δεν απέδειξε ότι η απόφαση περί κηρύξεως πτωχεύσεως ήταν εσφαλμένη, βάσει αποφάσεως των εθνικών δικαστηρίων.

98      Κατά συνέπεια, δεν απέκειτο στο EUIPO να εξακριβώσει αν η ένσταση περί γνώσεως δικαιοπραξίας επί σήματος ήταν, κατά την ημερομηνία εκδόσεως της αποφάσεως με την οποία κηρύχθηκε η πτώχευση της παρεμβαίνουσας, αντιτάξιμη έναντι της παρεμβαίνουσας και του εκκαθαριστή. Επομένως, το υπό κρίση σκέλος είναι αλυσιτελές.

99      Εν πάση περιπτώσει, όσον αφορά την προβαλλόμενη γνώση εκ μέρους της παρεμβαίνουσας και του εκκαθαριστή, στις 13 Οκτωβρίου 2017, της εκχωρήσεως του επίμαχου σήματος από την παρεμβαίνουσα στην Spring Holdings, η οποία φέρεται να έλαβε χώρα το 2014, πρέπει να επισημανθούν τα εξής.

100    Αφενός, όσον αφορά την παρεμβαίνουσα, υπενθυμίζεται ότι το Δικαστήριο, όσον αφορά τον σκοπό του κανόνα του άρθρου 27, παράγραφος 1, πρώτη περίοδος, του κανονισμού 2017/1001, έχει κρίνει ότι το μη αντιτάξιμο έναντι τρίτων των δικαιοπραξιών που μνημονεύονται στα άρθρα 20, 22 και 25 του κανονισμού αυτού και οι οποίες δεν έχουν εγγραφεί στο μητρώο αποσκοπεί στην προστασία εκείνου ο οποίος έχει ή ενδέχεται να έχει δικαιώματα επί σήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης ως αντικειμένου κυριότητας (πρβλ. απόφαση της 4ης Φεβρουαρίου 2016, Hassan, C‑163/15, EU:C:2016:71, σκέψη 25).

101    Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτό ότι το άρθρο 27, παράγραφος 1, του κανονισμού 2017/1001 αποσκοπεί, εν προκειμένω, στην προστασία κάθε προσώπου που έχει ή ενδέχεται να έχει δικαιώματα επί του επίμαχου σήματος ως αντικειμένου κυριότητας, δηλαδή των πιστωτών της παρεμβαίνουσας, η οποία κηρύχθηκε σε πτώχευση. Επομένως, η γνώση της μεταβιβάσεως του επίμαχου σήματος από την ίδια την παρεμβαίνουσα δεν ασκεί επιρροή και δεν μπορεί να θίξει τα δικαιώματα των πιστωτών της επί της υπό εκκαθάριση περιουσίας της.

102    Αφετέρου, όσον αφορά τον εκκαθαριστή, πρέπει να εξεταστεί αν αυτός πράγματι επιβεβαίωσε ότι γνώριζε την εκχώρηση του 2014 πριν από τις 13 Οκτωβρίου 2017, όπως ισχυρίζεται η προσφεύγουσα.

103    Συναφώς, υπογραμμίζεται ότι, σύμφωνα με το άρθρο 27, παράγραφος 1, του κανονισμού 2017/1001, η ένσταση περί γνώσεως δικαιοπραξίας επί σήματος ισχύει για εκείνους οι οποίοι, καίτοι απέκτησαν μεταγενέστερα δικαιώματα επί του οικείου σήματος, γνώριζαν την πράξη «κατά την κτήση των δικαιωμάτων τους», δηλαδή, εν προκειμένω, στις 13 Οκτωβρίου 2017, όπως αναγνωρίζει και η ίδια η προσφεύγουσα στο σημείο 74 του δικογράφου της προσφυγής.

104    Κατ’ αρχάς δεν αμφισβητείται ότι ο εκκαθαριστής δεν ενεπλάκη ούτε στη σύμβαση εκχωρήσεως ούτε στη συμφωνία παραχωρήσεως άδειας εκμεταλλεύσεως που επικαλείται η προσφεύγουσα, η οποία φέρεται να συνήφθη το 2014.

105    Εν συνεχεία, από τη δικογραφία προκύπτει ότι ο εκκαθαριστής αμφισβήτησε ενώπιον του Tribunale di Venezia (πρωτοδικείου Βενετίας) το κύρος των εν λόγω συμβάσεων εκχωρήσεως και της συμφωνίας παραχωρήσεως άδειας εκμεταλλεύσεως. Στο ίδιο το έγγραφο επί του οποίου στηρίζεται η προσφεύγουσα, ήτοι στο εισαγωγικό δικόγραφο που υπέβαλε ο εκκαθαριστής στο δικαστήριο αυτό στις 13 Ιουνίου 2019, αναφέρεται ρητώς ότι ο εκκαθαριστής έλαβε γνώση της συμβάσεως μεταβιβάσεως, «για πρώτη (και μοναδική) φορά», τον Ιούνιο του 2018 (ήτοι μετά την έκδοση της αποφάσεως περί κηρύξεως πτωχεύσεως της 13ης Οκτωβρίου 2017), ακριβώς λόγω της διαδικασίας ενώπιον του EUIPO.

106    Προς στήριξη των ισχυρισμών της, η προσφεύγουσα αναφέρεται απλώς στην «επιστολή συμφωνίας», ήτοι την αλληλογραφία σχετικά με την παράταση της συμφωνίας παραχωρήσεως άδειας εκμεταλλεύσεως με ημερομηνία Νοεμβρίου και Δεκεμβρίου 2017. Συναφώς, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι η αλληλογραφία την οποία επικαλείται η προσφεύγουσα είναι μεταγενέστερη της αποφάσεως της 13ης Οκτωβρίου 2017 περί κηρύξεως πτωχεύσεως. Εν πάση περιπτώσει, από τη δικογραφία προκύπτει ότι ο εκκαθαριστής απέρριψε τους ισχυρισμούς της προσφεύγουσας, υποστηρίζοντας ότι η πρόταση παρατάσεως της συμβάσεως παραχωρήσεως αδείας εκμεταλλεύσεως που υπέβαλε η Spring Holdings στις 24 Νοεμβρίου 2017 ήταν «απλώς προσωρινή, και απέκλειε, προφανώς, κάθε αγωγή κατά της προβαλλόμενης εκχωρήσεως των σημάτων», μεταξύ των οποίων και το επίμαχο σήμα. Όπως ρητώς αναφέρεται στην αίτηση του εκκαθαριστή με την οποία ζητήθηκε άδεια αποδοχής της παρατάσεως αυτής, η άδεια τελούσε «υπό την επιφύλαξη οποιασδήποτε αγωγής που κινήθηκε προκειμένου να κριθεί αν η εκχώρηση των σημάτων ήταν νόμιμη και αντιστοιχούσε σε εύλογο τίμημα και για να διαπιστωθεί οποιαδήποτε άλλη περίσταση σε σχέση με το αντικείμενο». Επιπλέον, ο εκκαθαριστής αμφισβήτησε ενώπιον του τμήματος προσφυγών την ακρίβεια του ηλεκτρονικού μηνύματος που φέρεται να είχε αποστείλει σε απάντηση της εν λόγω προτάσεως και το οποίο επικαλέστηκε η προσφεύγουσα, η δε προσφεύγουσα δεν απέδειξε ότι ο εκκαθαριστής υπέγραψε ποτέ την πρόταση αυτή. Επομένως, από τα εν λόγω στοιχεία δεν μπορεί να αποδειχθεί ότι ο εκκαθαριστής γνώριζε, στις 13 Οκτωβρίου 2017, την προβαλλόμενη σύμβαση εκχωρήσεως της 26ης Ιουνίου 2014.

107    Κατά συνέπεια, ορθώς το τμήμα προσφυγών έκρινε, κατ’ ουσίαν, ότι δεν μπορούσε να προβληθεί εν προκειμένω η ένσταση γνώσεως δικαιοπραξίας επί σήματος την οποία προβλέπει το άρθρο 27, παράγραφος 1, του κανονισμού 2017/1001, και ότι οι συμβάσεις εκχωρήσεως και συμφωνίας παραχωρήσεως αδείας χρήσεως του 2014, των οποίων γίνεται επίκληση, ανεξαρτήτως του κύρους τους και του βέβαιου χαρακτήρα της χρονολογίας τους κατά το ιταλικό δίκαιο, δεν μπορούσαν, εν πάση περιπτώσει, να αντιταχθούν έναντι της παρεμβαίνουσας και του εκκαθαριστή στις 13 Οκτωβρίου 2017.

108    Ως εκ τούτου, το τέταρτο σκέλος του μοναδικού λόγου ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί.

 Επί του πέμπτου σκέλους του μοναδικού λόγου ακυρώσεως, με το οποίο προβάλλεται εσφαλμένη εφαρμογή του άρθρου 103 του κανονισμού 2017/1001 από το τμήμα προσφυγών στις αποφάσεις του EUIPO περί ακυρώσεως των εγγραφών της 16ης Απριλίου 2018

109    Με το πέμπτο σκέλος του μοναδικού λόγου ακυρώσεως, η προσφεύγουσα προβάλλει, κατ’ ουσίαν, ότι το άρθρο 103 του κανονισμού 2017/1001 δεν έχει εφαρμογή εν προκειμένω, διότι δεν υφίσταται «προφανές σφάλμα» κατά την εγγραφή από το EUIPO της μεταβιβάσεως του επίμαχου σήματος στην προσφεύγουσα στις 16 Απριλίου 2018, δεδομένου ότι τηρήθηκαν οι διαδικαστικές προϋποθέσεις. Επαναλαμβάνει ότι η παρεμβαίνουσα, πριν κηρυχθεί σε πτώχευση, είχε μεταβιβάσει το σήμα αυτό στην Spring Holdings, η οποία το μεταβίβασε με τη σειρά της στην προσφεύγουσα. Επιπλέον, το προβαλλόμενο από την παρεμβαίνουσα σφάλμα, ήτοι η παράλειψη διαδικαστικής πράξεως, δεν διαπράχθηκε κατά την ημερομηνία εγγραφής της εν λόγω μεταβιβάσεως, αλλά ανατρέχει στον Οκτώβριο του 2017.

110    Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι το γράμμα του άρθρου 103 του κανονισμού 2017/1001, που τέθηκε σε ισχύ την 1η Οκτωβρίου 2017, διαφέρει από το γράμμα του άρθρου 80 του κανονισμού 207/2009, καθόσον καλύπτει κάθε «προφανές σφάλμα» καταλογιστέο στο EUIPO, και όχι μόνον κάθε «πρόδηλο διαδικαστικό σφάλμα» καταλογιστέο σε αυτό, το οποίο είχε οριστεί από το Δικαστήριο ως κατάφωρο διαδικαστικό σφάλμα του EUIPO (πρβλ. απόφαση της 31ης Οκτωβρίου 2019, Repower κατά EUIPO, C‑281/18 P, EU:C:2019:916, σκέψη 29). Επομένως, ο διαδικαστικός χαρακτήρας του πρόδηλου σφάλματος δεν αποτελεί προϋπόθεση εφαρμογής του άρθρου 103 του κανονισμού 2017/1001.

111    Όσον αφορά τον «πρόδηλο» ή κατάφωρο χαρακτήρα του σφάλματος που δικαιολογεί την έκδοση αποφάσεως ανακλήσεως προγενέστερης αποφάσεως ή καταργήσεως μιας εγγραφής, το Δικαστήριο χαρακτηρίζει έτσι σφάλματα τα οποία είναι τόσο προφανή που δεν καθιστούν δυνατή τη διατήρηση του διατακτικού της επίμαχης αποφάσεως χωρίς νέα ανάλυση στην οποία θα προβεί μεταγενέστερα η αρχή που εξέδωσε την επίμαχη απόφαση ή πραγματοποίησε την επίμαχη εγγραφή [πρβλ. απόφαση της 28ης Μαΐου 2020, Aurea Biolabs κατά EUIPO – Avizel (AUREA BIOLABS), T‑724/18 και T‑184/19, EU:T:2020:227, σκέψεις 29 και 30 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].

112    Γενικότερα, κατά τη νομολογία, ένα σφάλμα δύναται να χαρακτηριστεί πρόδηλο μόνον όταν μπορεί να εντοπιστεί κατά τρόπο προφανή, με γνώμονα τα κριτήρια από τα οποία ο νομοθέτης έχει εξαρτήσει την άσκηση της εξουσίας εκτιμήσεως που διαθέτει η διοίκηση, και τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά στοιχεία είναι επαρκή για την ανατροπή της εκτιμήσεως στην οποία προέβη η διοίκηση, χωρίς η εκτίμηση αυτή να μπορεί να θεωρηθεί δικαιολογημένη και ευσταθής (πρβλ. απόφαση της 2ας Απριλίου 2019, Fleig κατά ΕΥΕΔ, Τ-492/17, EU:T:2019:211, σκέψη 55 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

113    Εν προκειμένω, επισημαίνεται ότι, όσον αφορά τη μη εγγραφή της διαδικασίας αφερεγγυότητας, η αφερεγγυότητα πρέπει να θεωρείται πραγματική και αντιτάξιμη από την ημερομηνία που ορίζεται από το εφαρμοστέο εθνικό δίκαιο, δηλαδή στη συγκεκριμένη περίπτωση από τις 13 Οκτωβρίου 2017, δυνάμει των άρθρων 44 και 45 του ιταλικού πτωχευτικού νόμου. Επιπροσθέτως, το EUIPO ήταν σε γνώση της αφερεγγυότητας της παρεμβαίνουσας και, με την απόφαση της 9ης Απριλίου 2018 (βλ. σκέψη 8 ανωτέρω), είχε ήδη καταστήσει σαφή την πρόθεσή του να αντλήσει τις εντεύθεν συνέπειες. Επομένως, δεδομένου ότι η πρώτη εγγραφή της μεταβιβάσεως του επίμαχου σήματος από την παρεμβαίνουσα στην Spring Holdings, η οποία ζητήθηκε στις 18 Οκτωβρίου 2017 από τον κοινό εκπρόσωπό τους, ακυρώθηκε από το EUIPO στις 9 Απριλίου 2018 με αναδρομική ισχύ, το εν λόγω σήμα έπρεπε να θεωρηθεί ότι ανήκε στην παρεμβαίνουσα στις 13 Οκτωβρίου 2017 και, κατά μείζονα λόγο, στις 16 Απριλίου 2018.

114    Κατά συνέπεια, διαπιστώνεται ότι το «προφανές σφάλμα» που δύναται να καταλογιστεί στο EUIPO, κατά την έννοια του άρθρου 103 του κανονισμού 2017/1001, διαπράχθηκε όταν το EUIPO, στις 16 Απριλίου 2018, ενέγραψε στο μητρώο τις μεταβιβάσεις του επίμαχου σήματος κατόπιν αιτήσεως της προσφεύγουσας, χωρίς να λάβει υπόψη την ύπαρξη και το αντιτάξιμο της αποφάσεως περί κηρύξεως της πτωχεύσεως της παρεμβαίνουσας της 13ης Οκτωβρίου 2017, την οποία παρέλειψε να καταχωρίσει κατόπιν της σχετικής αιτήσεως που υπέβαλε ο εκκαθαριστής στις 25 Οκτωβρίου 2017.

115    Οι εγγραφές στο μητρώο των διαδοχικών μεταβιβάσεων του επίμαχου σήματος που πραγματοποιήθηκαν στις 16 Απριλίου 2018 συνιστούσαν, επομένως, «προφανή σφάλματα» καταλογιστέα στο EUIPO, κατά την έννοια του άρθρου 103 του κανονισμού 2017/1001, δεδομένου αφενός, ότι η πτώχευση της παρεμβαίνουσας είχε κηρυχθεί προγενέστερα, ήτοι στις 13 Οκτωβρίου 2017, και, αφετέρου, ότι κατά την ημερομηνία των εγγραφών αυτών, το EUIPO γνώριζε την κίνηση της διαδικασίας αφερεγγυότητας σχετικά με τη δικαιούχο του επίμαχου σήματος που είχε εγγραφεί στο μητρώο, ήτοι της παρεμβαίνουσας.

116    Υπό κανονικές συνθήκες και χωρίς τη διάπραξη του σφάλματος, αν η απόφαση με την οποία κηρύχθηκε αφερέγγυος ο καταχωρισμένος δικαιούχος του επίμαχου σήματος είχε δεόντως εγγραφεί στο μητρώο κατά την ημερομηνία υποβολής της σχετικής αιτήσεως του εκκαθαριστή, ήτοι στις 25 Οκτωβρίου 2017, κάθε μεταγενέστερη αίτηση εγγραφής μεταβιβάσεως για το ίδιο σήμα θα είχε αυτομάτως ανασταλεί και θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί μόνο με τη ρητή άδεια του εκκαθαριστή ή του εθνικού δικαστηρίου που είναι αρμόδιο για τη διαδικασία αφερεγγυότητας.

117    Καθόσον ενέγραψε τις αμφισβητηθείσες μεταβιβάσεις, κατόπιν αιτήματος της προσφεύγουσας στις 16 Απριλίου 2018, χωρίς να προβεί στην εγγραφή στο μητρώο της διαδικασίας αφερεγγυότητας σχετικά με τη δικαιούχο του επίμαχου σήματος σύμφωνα με την αίτηση του εκκαθαριστή της 25ης Οκτωβρίου 2017, το EUIPO υπέπεσε σε πρόδηλο σφάλμα, οπότε όφειλε να καταργήσει, το συντομότερο δυνατόν, τις εν λόγω εγγραφές της 16ης Απριλίου 2018, οι οποίες ενείχαν το πρόδηλο αυτό σφάλμα.

118    Συναφώς, το Δικαστήριο έχει κρίνει, κατ’ ουσίαν, ότι η υποχρέωση ανακλήσεως αποφάσεως ή ακυρώσεως εγγραφής ενέχουσας πρόδηλο σφάλμα καταλογιστέο στο EUIPO, την οποία επί του παρόντος υπέχει το EUIPO βάσει του άρθρου 103 του κανονισμού 2017/1001, έχει ως σκοπό να διασφαλίσει τόσο τη χρηστή διοίκηση όσο και τον εξορθολογισμό της διαδικασίας (πρβλ. κατ’ αναλογίαν απόφαση της 31ης Οκτωβρίου 2019, Repower κατά EUIPO, C‑281/18 P, EU:C:2019:916, σκέψη 32).

119    Εξάλλου, η προβλεπόμενη στο άρθρο 103, παράγραφος 2, του κανονισμού 2017/1001 προθεσμία ενός έτους από την ημερομηνία εγγραφής στο μητρώο τηρήθηκε δεόντως κατά την έκδοση από τον αρμόδιο για την τήρηση του μητρώου του EUIPO όργανο, στις 30 Ιανουαρίου 2019, δύο αποφάσεων περί ακυρώσεως των εγγραφών Τ 014185659 και Τ 014188703 στο μητρώο, οι οποίες πραγματοποιήθηκαν στις 16 Απριλίου 2018.

120    Επομένως, πληρούνταν οι απαιτούμενες προϋποθέσεις για την εφαρμογή του άρθρου 103 του κανονισμού 2017/1001 από το EUIPO, ειδικότερα δε από το αρμόδιο για την τήρηση του μητρώου όργανο.

121    Επομένως, ορθώς το τμήμα προσφυγών επικύρωσε την από 30 Ιανουαρίου 2019 απόφαση του εν λόγω οργάνου περί ακυρώσεως των εγγραφών σχετικά με τις διαδοχικές μεταβιβάσεις του επίμαχου σήματος που πραγματοποιήθηκαν στις 16 Απριλίου 2018.

122    Επομένως, το πέμπτο σκέλος του μοναδικού λόγου ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί.

123    Κατόπιν του συνόλου των ανωτέρω σκέψεων, πρέπει να απορριφθεί ο μοναδικός λόγος ακυρώσεως και, ως εκ τούτου, η προσφυγή στο σύνολό της.

 Επί των δικαστικών εξόδων

124    Κατά το άρθρο 134, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα.

125    Δεδομένου ότι η προσφεύγουσα ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα, σύμφωνα με τα αιτήματα του EUIPO και της παρεμβαίνουσας.

Για τους λόγους αυτούς,

ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (ένατο τμήμα)

αποφασίζει:

1)      Απορρίπτει την προσφυγή.

2)      Η Marina Yachting Brand Management Co. Ltd φέρει τα δικαστικά της έξοδα, καθώς και τα δικαστικά έξοδα του Γραφείου Διανοητικής Ιδιοκτησίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης (EUIPO) και της Industries Sportswear Co. Srl.

Costeira

Γρατσίας

Kancheva

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο, στις 22 Σεπτεμβρίου 2021

(υπογραφές)


Πίνακας περιεχομένων


Ιστορικό της διαφοράς

Αιτήματα των διαδίκων

Σκεπτικό

Επί του παραδεκτού του δευτέρου αιτήματος της παρεμβαίνουσας

Επί της ουσίας

Προκαταρκτικές παρατηρήσεις

Επί του πρώτου σκέλους του μοναδικού λόγου ακυρώσεως, με το οποίο προβάλλεται ότι το EUIPO υπερέβη τις αρμοδιότητες που έχει δυνάμει των άρθρων 20 και 24 του κανονισμού 2017/1001

Επί του δευτέρου σκέλους του μοναδικού λόγου ακυρώσεως, με το οποίο προβάλλεται εσφαλμένη συνεκτίμηση εκ μέρους του EUIPO και του τμήματος προσφυγών της αποφάσεως περί κηρύξεως πτωχεύσεως της 13ης Οκτωβρίου 2017

Επί του τρίτου σκέλους του μοναδικού λόγου ακυρώσεως, με το οποίο προβάλλεται ότι δεν χωρεί εν προκειμένω εφαρμογή του άρθρου 27, παράγραφος 1, του κανονισμού 2017/1001

Επί του τετάρτου σκέλους του μοναδικού λόγου ακυρώσεως, με το οποίο προβάλλεται η δυνατότητα εφαρμογής εν προκειμένω της ενστάσεως περί γνώσεως δικαιοπραξίας επί σήματος που προβλέπει το άρθρο 27, παράγραφος 1, του κανονισμού 2017/1001, καθώς και ότι η παρεμβαίνουσα και ο εκκαθαριστής γνώριζαν τη σύμβαση εκχωρήσεως του 2014.

Επί του πέμπτου σκέλους του μοναδικού λόγου ακυρώσεως, με το οποίο προβάλλεται εσφαλμένη εφαρμογή του άρθρου 103 του κανονισμού 2017/1001 από το τμήμα προσφυγών στις αποφάσεις του EUIPO περί ακυρώσεως των εγγραφών της 16ης Απριλίου 2018

Επί των δικαστικών εξόδων


*      Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική.