ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (πρώτο τμήμα)

της 27ης Νοεμβρίου 2019 (*)

«Πρόσβαση στα έγγραφα – Κανονισμός (ΕΚ) 1049/2001 – Έγγραφα σχετικά με ναυτική επιχείρηση που διεξήχθη το 2017 στην κεντρική Μεσόγειο από τον Frontex – Τύποι σκαφών που χρησιμοποιήθηκαν – Άρνηση προσβάσεως – Άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του κανονισμού 1049/2001 – Εξαίρεση αφορώσα την προστασία του δημόσιου συμφέροντος στον τομέα της δημόσιας ασφάλειας»

Στην υπόθεση T‑31/18,

Luisa Izuzquiza, κάτοικος Μαδρίτης (Ισπανία),

Arne Semsrott, κάτοικος Βερολίνου (Γερμανία),

εκπροσωπούμενοι από τους S. Hilbrans, R. Callsen, δικηγόρους, και J. Pobjoy, barrister,

προσφεύγοντες,

κατά

Ευρωπαϊκού Οργανισμού Συνοριοφυλακής και Ακτοφυλακής (Frontex), εκπροσωπούμενου από τους H. Caniard και T. Knäbe, επικουρούμενους από τους B. Wägenbaur και J. Currall, δικηγόρους,

καθού,

με αντικείμενο προσφυγή, δυνάμει του άρθρου 263 ΣΛΕΕ, με αίτημα την ακύρωση της αποφάσεως CGO/LAU/18911c/2017 του Frontex, της 10ης Νοεμβρίου 2017, περί μη παροχής προσβάσεως στα έγγραφα που περιέχουν πληροφορίες σχετικά με το όνομα, τη σημαία και τον τύπο κάθε σκάφους που χρησιμοποιήθηκε στην περιοχή της κεντρικής Μεσογείου στο πλαίσιο της κοινής επιχειρήσεως Triton κατά την περίοδο μεταξύ της 1ης Ιουνίου και της 30ής Αυγούστου 2017,

ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πρώτο τμήμα),

συγκείμενο από τους P. Nihoul, προεδρεύοντα, J. Svenningsen και U. Öberg (εισηγητή), δικαστές,

γραμματέας: P. Cullen, διοικητικός υπάλληλος,

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 2ας Ιουλίου 2019,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

 Ιστορικό της διαφοράς

1        Ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Συνοριοφυλακής και Ακτοφυλακής (στο εξής: Frontex) ιδρύθηκε το 2004 και διέπεται επί του παρόντος από τον κανονισμό (ΕΕ) 2016/1624 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 14ης Σεπτεμβρίου 2016, για την Ευρωπαϊκή Συνοριοφυλακή και Ακτοφυλακή και για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) 2016/399 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 863/2007 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2007/2004 του Συμβουλίου και της απόφασης 2005/267/ΕΚ του Συμβουλίου (ΕΕ 2016, L 251, σ. 1).

2        Κατά το άρθρο 1 του κανονισμού 2016/1624, η Ευρωπαϊκή Συνοριοφυλακή και Ακτοφυλακή που αποτελείται, σύμφωνα με το άρθρο 3 του ίδιου κανονισμού, από τον Frontex και τις εθνικές αρχές των κρατών μελών που είναι αρμόδιες για τη διαχείριση των συνόρων, αποσκοπεί στη διασφάλιση της ολοκληρωμένης ευρωπαϊκής διαχείρισης των εξωτερικών συνόρων, στην οποία «περιλαμβάνεται η αντιμετώπιση των μεταναστευτικών προκλήσεων και των εν δυνάμει μελλοντικών απειλών σε αυτά τα σύνορα, ώστε να συμβάλλει στην αντιμετώπιση των σοβαρών μορφών εγκληματικότητας με διασυνοριακή διάσταση, στην επίτευξη ενός υψηλού επιπέδου εσωτερικής ασφάλειας εντός της Ένωσης, με πλήρη σεβασμό των θεμελιωδών δικαιωμάτων, και παράλληλη διασφάλιση της ελεύθερης κυκλοφορίας των προσώπων μέσα σε αυτήν».

3        Ο Frontex επικουρεί τους οργανισμούς συνοριοφυλακής και ακτοφυλακής των κρατών μελών, μεταξύ άλλων συντονίζοντάς τους μέσω «κοινών επιχειρήσεων» που διεξάγονται με το κράτος μέλος υποδοχής και άλλα κράτη μέλη. Οι κανόνες σχετικά με την ανάληψη δράσης, τους πόρους, το προσωπικό, τα υλικά και τις υποδομές που χρησιμοποιούν οι συμμετέχοντες καθορίζονται από το επιχειρησιακό σχέδιο που καταρτίζεται για κάθε επιχείρηση.

4        Ο Frontex δρομολόγησε την επιχείρηση Triton στις αρχές Νοεμβρίου 2014, αφού έλαβε πρόσθετη χρηματοδότηση εκ μέρους της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.

5        Η επιχείρηση Triton αποσκοπούσε στη βελτίωση της επιτήρησης και του ελέγχου της ασφάλειας των συνόρων χάρη σε κοινές περιπολίες και τον εξοπλισμό που διέθεσαν τα κράτη μέλη. Η περιοχή των επιχειρήσεων κάλυπτε τα χωρικά ύδατα της Ιταλίας και της Μάλτας, καθώς και τις ζώνες έρευνας και διάσωσης των δύο αυτών κρατών μελών έως 138 ναυτικά μίλια νότια της Σικελίας.

6        Η επιχείρηση Triton 2017, που άρχισε την 1η Ιανουαρίου 2017, ολοκληρώθηκε στις 31 Ιανουαρίου 2018.

7        Κατά το άρθρο 74, παράγραφος 1, του κανονισμού 2016/1624, «[ο] [Frontex], όσον αφορά τη διεκπεραίωση των αιτήσεων πρόσβασης σε έγγραφα που έχει στη διάθεσή του, υπόκειται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1049/2001 [του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 30ής Μαΐου 2001, για την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής (ΕΕ 2001, L 145, σ. 43)]».

8        Το άρθρο 8, παράγραφος 3, του κανονισμού 2016/1624 προβλέπει τα εξής:

«Ο οργανισμός αναλαμβάνει δραστηριότητες επικοινωνίας με δική του πρωτοβουλία στα θέματα που εμπίπτουν στο πλαίσιο της εντολής του. Παρέχει στο κοινό ακριβείς και λεπτομερείς πληροφορίες για τις δραστηριότητές του.

Οι δραστηριότητες επικοινωνίας δεν διεξάγονται σε βάρος των καθηκόντων που αναφέρονται στην παράγραφο 1, ιδίως με την αποκάλυψη επιχειρησιακών πληροφοριών που, εάν δημοσιοποιούνταν, θα υπονόμευαν την επίτευξη του στόχου των επιχειρήσεων. Οι επικοινωνιακές δραστηριότητες εκτελούνται με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 50 και σύμφωνα με τα συναφή σχέδια επικοινωνίας και διάχυσης πληροφοριών που έχουν εγκριθεί από το διοικητικό συμβούλιο.»

9        Τέλος, το άρθρο 74, παράγραφος 2, του κανονισμού 2016/1624 ορίζει τα εξής:

«[Ο] [Frontex] προβαίνει, με δική του πρωτοβουλία, σε ανακοινώσεις που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής των τομέων της αρμοδιότητάς του. Δημοσιοποιεί σχετικές πληροφορίες, μεταξύ των οποίων την ετήσια έκθεση δραστηριοτήτων […] και διασφαλίζει ιδίως […] την ταχεία, αντικειμενική, ολοκληρωμένη, αξιόπιστη και εύληπτη ενημέρωση του κοινού και κάθε ενδιαφερόμενου σχετικά με το έργο του. Αυτό πραγματοποιείται χωρίς να αποκαλύπτει επιχειρησιακές πληροφορίες που, σε περίπτωση δημοσιοποίησης, θα έθεταν σε κίνδυνο την επίτευξη του στόχου των επιχειρήσεων.»

10      Με μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της 1ης Σεπτεμβρίου 2017, οι προσφεύγοντες, Luisa Izuzquiza και Arne Semsrott, υπέβαλαν, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 6, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΚ) 1049/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 30ής Μαΐου 2001, για την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής (ΕΕ 2001, L 145, σ. 43), αίτηση προσβάσεως σε έγγραφα περιέχοντα πληροφορίες σχετικές με το όνομα, τη σημαία και τον τύπο εκάστου των σκαφών που χρησιμοποιήθηκαν μεταξύ της 1ης Ιουνίου και της 30ής Αυγούστου 2017 στην κεντρική Μεσόγειο, στο πλαίσιο της επιχειρήσεως Triton.

11      Με έγγραφο της 8ης Σεπτεμβρίου 2017, το οποίο κοινοποιήθηκε στους προσφεύγοντες την ίδια ημέρα, ο Frontex αρνήθηκε την πρόσβαση στα ζητηθέντα έγγραφα δυνάμει της εξαιρέσεως που προβλέπεται στο άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, πρώτη περίπτωση, του κανονισμού 1049/2001, σχετικά με την προστασία του δημόσιου συμφέροντος στον τομέα της δημόσιας ασφάλειας.

12      Στο έγγραφο αυτό, ο Frontex ανέφερε τα εξής:

«Οι πληροφορίες που περιέχονται στο έγγραφο που ζητήθηκε, σε συνδυασμό με πληροφορίες που έχουν περιέλθει στη δημόσια σφαίρα, όπως αυτές οι οποίες είναι διαθέσιμες στον ιστότοπο www.marinetraffic.com, θα επέτρεπαν να γίνει γνωστή η τρέχουσα θέση των σκαφών που πραγματοποιούν περιπολίες.

Εάν εγκληματικά δίκτυα που εμπλέκονται στη λαθραία διακίνηση μεταναστών και την εμπορία ανθρώπων είχαν στη διάθεσή τους τις εν λόγω πληροφορίες, θα μπορούσαν να γνωρίζουν τις ζώνες και τις ώρες περιπολίας, γεγονός που θα τους επέτρεπε να προσαρμόσουν τον τρόπο δράσης τους, προκειμένου να παρακάμψουν την επιτήρηση των συνόρων και, συνακόλουθα, να διέλθουν τα εξωτερικά σύνορα και να εισέλθουν παράτυπα στο έδαφος κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Η επιτήρηση των συνόρων αποσκοπεί στην καταπολέμηση της παράνομης μεταναστεύσεως και της εμπορίας ανθρώπων και στην πρόληψη οποιασδήποτε απειλής για την εσωτερική ασφάλεια των κρατών μελών και τη δημόσια ασφάλεια.»

13      Με μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της 29ης Σεπτεμβρίου 2017, οι προσφεύγοντες κατέθεσαν, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 1049/2001, επιβεβαιωτική αίτηση.

14      Με την επιβεβαιωτική αίτησή τους, οι προσφεύγοντες υποστήριξαν ότι, πρώτον, το όνομα, η σημαία και ο τύπος κάθε σκάφους που χρησιμοποιήθηκε στην επιχείρηση Sophia της ΕΥΕΔ (Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Εξωτερικής Δράσης) δημοσιεύθηκαν με πρωτοβουλία της ΕΥΕΔ στο διαδίκτυο και έτυχαν ευρείας προβολής από τα μέσα ενημέρωσης, δεύτερον, το όνομα, η σημαία και το είδος κάθε σκάφους που χρησιμοποιήθηκε στην επιχείρηση Triton 2016 ήταν τότε ηλεκτρονικά προσβάσιμα και, τρίτον, στις 12 Σεπτεμβρίου 2017, ο Frontex δημοσίευσε με πρωτοβουλία του στο Twitter μέρος των ζητούμενων πληροφοριών.

15      Με μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της 17ης Οκτωβρίου 2017, ο Frontex ζήτησε παράταση της προθεσμίας κατά δεκαπέντε εργάσιμες ημέρες βάσει του άρθρου 8, παράγραφος 2, του κανονισμού 1049/2001.

16      Με την απόφαση CGO/LAU/18911c/2017 της 10ης Νοεμβρίου 2017 (στο εξής: προσβαλλόμενη απόφαση), ο Frontex επιβεβαίωσε την άρνηση δημοσιοποιήσεως των ζητηθέντων εγγράφων, με το αιτιολογικό ότι «η γνωστοποίηση των λεπτομερειών σχετικά με τον τεχνικό εξοπλισμό που χρησιμοποιήθηκε στις εν εξελίξει επιχειρήσεις θα έθιγε τη δημόσια ασφάλεια».

17      Με την προσβαλλόμενη απόφαση, ο Frontex επιβεβαίωσε τα εξής:

–        «[β]άσει των πληροφοριών που περιέχονται στα ζητηθέντα έγγραφα, σε συνδυασμό με πληροφορίες δημοσίως διαθέσιμες σε ορισμένους ιστότοπους/εργαλεία ναυτιλιακών δεδομένων, [θα μπορούσε] να καταστεί δυνατό να γίνει γνωστή η τρέχουσα θέση των σκαφών που πραγματοποιούν περιπολίες»,

–        «[έ]χοντας στη διάθεσή τους τις πληροφορίες αυτές, τα εγκληματικά δίκτυα που εμπλέκονται στη λαθραία διακίνηση μεταναστών και την εμπορία ανθρώπων θα μπορούσαν να γνωρίζουν τις ζώνες και τις ώρες περιπολίας των σκαφών», πράγμα το οποίο «θα επέτρεπε στα εν λόγω εγκληματικά δίκτυα να προσαρμόσουν τον τρόπο δράσης τους, προκειμένου να παρακάμψουν την επιτήρηση των συνόρων και, συνακόλουθα, να διέλθουν τα εξωτερικά σύνορα και να εισέλθουν παράτυπα στο έδαφος κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης».

 Διαδικασία και αιτήματα των διαδίκων

18      Με δικόγραφο που κατέθεσαν στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 20 Ιανουαρίου 2018, οι προσφεύγοντες άσκησαν την υπό κρίση προσφυγή.

19      Στις 27 Μαρτίου 2018, ο Frontex κατέθεσε υπόμνημα αντικρούσεως.

20      Στις 30 Μαΐου 2018, οι προσφεύγοντες κατέθεσαν υπόμνημα απαντήσεως.

21      Στις 20 Ιουλίου 2018, ο Frontex κατέθεσε υπόμνημα ανταπαντήσεως.

22      Την 1η Οκτωβρίου 2018, ο Frontex υπέβαλε αίτηση διεξαγωγής της συζητήσεως κεκλεισμένων των θυρών σύμφωνα με το άρθρο 109, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου. Στις 24 Οκτωβρίου 2018, οι προσφεύγοντες κατέθεσαν τις παρατηρήσεις τους επί της αιτήσεως διεξαγωγής της συζητήσεως κεκλεισμένων των θυρών.

23      Με απόφαση της 30ής Απριλίου 2019, το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε την αίτηση διεξαγωγής της συζητήσεως κεκλεισμένων των θυρών.

24      Κατόπιν προτάσεως του εισηγητή δικαστή, το Γενικό Δικαστήριο αποφάσισε να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία και, στο πλαίσιο των μέτρων οργανώσεως της διαδικασίας που προβλέπει το άρθρο 89 του Κανονισμού Διαδικασίας, έθεσε στους διαδίκους γραπτές ερωτήσεις. Οι διάδικοι απάντησαν στις ερωτήσεις αυτές εντός της ταχθείσας προθεσμίας.

25      Στο πλαίσιο διεξαγωγής αποδείξεων του άρθρου 91, στοιχείο γʹ, του Κανονισμού Διαδικασίας, το Γενικό Δικαστήριο διέταξε τον Frontex να προσκομίσει «κάθε έγγραφο που περιείχε πληροφορίες σχετικά με το όνομα, τη σημαία και τον τύπο σκάφους όλων των σκαφών που είχαν χρησιμοποιηθεί στην επιχείρηση Triton μεταξύ της 1ης Ιουνίου και της 30ής Αυγούστου 2017», διευκρινίζοντας παράλληλα ότι, σύμφωνα με το άρθρο 104 του Κανονισμού Διαδικασίας, τα έγγραφα αυτά δεν θα κοινοποιούνταν στους προσφεύγοντες. Ανταποκρινόμενος στο εν λόγω μέτρο διεξαγωγής αποδείξεων ο Frontex προσκόμισε ένα μόνον έγγραφο, το οποίο περιείχε όλα τα απαιτούμενα στοιχεία, εντός των προθεσμιών που τάχθηκαν.

26      Οι διάδικοι αγόρευσαν και απάντησαν στις ερωτήσεις του Γενικού Δικαστηρίου κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 2ας Ιουλίου 2019.

27      Οι προσφεύγοντες ζητούν από το Γενικό Δικαστήριο:

–        να ακυρώσει την προσβαλλόμενη απόφαση·

–        εν πάση περιπτώσει, να καταδικάσει τον Frontex στα δικαστικά έξοδα.

28      Ο Frontex ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:

–        να απορρίψει την προσφυγή·

–        να καταδικάσει τους προσφεύγοντες στα δικαστικά έξοδα.

 Επί του παραδεκτού της προσφυγής

29      Ο Frontex υποστηρίζει ότι η προσφυγή είναι απαράδεκτη για τον λόγο ότι της αιτήσεως προσβάσεως στα επίδικα έγγραφα προηγήθηκε και ακολούθησε σειρά αιτήσεων που υποβλήθηκαν χωριστά από τους προσφεύγοντες (σημείο 33 του υπομνήματος αντικρούσεως), οι οποίες αφορούσαν, τουλάχιστον εν μέρει, τις ίδιες πληροφορίες. Με την υπό κρίση προσφυγή, οι προσφεύγοντες επιδιώκουν, στην πραγματικότητα, να παρακάμψουν τις προθεσμίες για την υποβολή προσφυγής, καθόσον οι απορριπτικές αποφάσεις επί των λοιπών αιτήσεων έχουν καταστεί απρόσβλητες λόγω του ότι δεν αμφισβητήθηκαν ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου.

30      Κατά πάγια νομολογία, συνιστούν πράξεις ή αποφάσεις δυνάμενες να αποτελέσουν αντικείμενο προσφυγής ακυρώσεως μόνον τα μέτρα που παράγουν δεσμευτικά έννομα αποτελέσματα ικανά να θίξουν τα συμφέροντα του προσφεύγοντος, μεταβάλλοντας ουσιωδώς τη νομική του κατάσταση (απόφαση της 11ης Νοεμβρίου 1981, IBM κατά Επιτροπής, 60/81, EU:C:1981:264, σκέψη 9, και διάταξη της 2ας Σεπτεμβρίου 2009, E.ON Ruhrgas και E.ON Földgáz Trade κατά Επιτροπής, T‑57/07, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2009:297, σκέψη 30).

31      Αντιθέτως, προσφυγή ακυρώσεως κατά αποφάσεως αμιγώς βεβαιωτικής προγενέστερης αποφάσεως μη εμπροθέσμως προσβληθείσας είναι απαράδεκτη (βλ. απόφαση της 11ης Ιανουαρίου 1996, Zunis Holding κ.λπ. κατά Επιτροπής, C‑480/93 P, EU:C:1996:1, σκέψη 14 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία, και διάταξη της 16ης Μαρτίου 1998, Goldstein κατά Επιτροπής, T‑235/95, EU:T:1998:56, σκέψη 41 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

32      Συναφώς, επισημαίνεται ότι, μεταξύ των παρεμφερών αιτήσεων που μνημονεύονται στο σημείο 33 του υπομνήματος αντικρούσεως, μόνον η αίτηση της 19ης Ιουνίου 2017 οδήγησε στην έκδοση αποφάσεως προγενέστερης της προσβαλλομένης αποφάσεως, ήτοι στην απόφαση της 30ής Ιουνίου 2017. Επομένως, μόνο σε σχέση με την απόφαση αυτή μπορεί η προσβαλλόμενη απόφαση να έχει επιβεβαιωτικό χαρακτήρα.

33      Ωστόσο, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει επιβεβαιωτικό χαρακτήρα σε σχέση με την απόφαση της 30ής Ιουνίου 2017.

34      Πράγματι, όπως υπογραμμίζουν οι προσφεύγοντες, οι δύο αιτήσεις προσβάσεως αφορούν διαφορετικές πληροφορίες. Η αίτηση της 19ης Ιουνίου 2017, επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της 30ής Ιουνίου 2017, αφορούσε την πρόσβαση σε κατάλογο σκαφών που είχε χρησιμοποιήσει ο Frontex στο πλαίσιο των κοινών επιχειρήσεων Triton και Poséidon, ο οποίος περιείχε λεπτομερείς πληροφορίες σχετικά με τον στόλο, συμπεριλαμβανομένων των ονομάτων των σκαφών, των διακριτικών κλήσεώς τους, του αριθμού διακριτικού σταθμού πλοίου (MSSI), τους λιμένες νηολογίου, την ταχύτητα ταξιδιού, τον τύπο του σκάφους και τη χωρητικότητα σε καύσιμα, ενώ η αίτηση της 1ης Σεπτεμβρίου 2017, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, αφορούσε το όνομα, τον τύπο και τη σημαία των σκαφών αυτών κατά την περίοδο μεταξύ της 1ης Ιουνίου και της 30ής Αυγούστου 2017.

35      Μολονότι η αίτηση της 19ης Ιουνίου 2017 αφορούσε πράγματι πληροφορίες που ήταν πανομοιότυπες με εκείνες οι οποίες ζητήθηκαν την 1η Σεπτεμβρίου 2017, ήτοι τα ονόματα, τις σημαίες και τους τύπους σκαφών που είχαν χρησιμοποιηθεί στο πλαίσιο της επιχειρήσεως Triton, η χρονική περίοδος στην οποία αναφέρονταν οι αιτήσεις αυτές ήταν διαφορετική. Ενώ οι πληροφορίες που είχαν ζητηθεί στις 19 Ιουνίου 2017 αφορούσαν τα σκάφη που είχαν χρησιμοποιηθεί κατά την ημερομηνία της εν λόγω αιτήσεως, η αίτηση της 1ης Σεπτεμβρίου 2017 αφορούσε τα σκάφη που είχαν χρησιμοποιηθεί κατά την περίοδο μεταξύ της 1ης Ιουνίου και της 30ής Αυγούστου 2017 η οποία, επομένως, είχε λήξει κατά τον χρόνο υποβολής της εν λόγω αιτήσεως. Επιπλέον, η πρώτη από τις αιτήσεις αυτές υποβλήθηκε από τον Arne Semsrott, ενώ η δεύτερη υποβλήθηκε από αμφότερους τους προσφεύγοντες.

36      Κατά συνέπεια, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η αίτηση της 1ης Σεπτεμβρίου 2017 είναι διαφορετική από την αίτηση της 19ης Ιουνίου 2017, οπότε η προσβαλλόμενη απόφαση δεν μπορεί να θεωρηθεί ως απόφαση επιβεβαιωτική εκείνης της 30ής Ιουνίου 2017.

37      Επομένως, η υπό κρίση προσφυγή είναι παραδεκτή.

 Επί της ουσίας

38      Οι προσφεύγοντες προβάλλουν πέντε λόγους ακυρώσεως.

39      Ο πρώτος λόγος ακυρώσεως περιλαμβάνει δύο σκέλη. Με το πρώτο σκέλος, οι προσφεύγοντες υποστηρίζουν ότι ο Frontex παρέβη το άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, πρώτη περίπτωση, του κανονισμού 1049/2001, καθόσον δεν εξέτασε αν κάθε ζητηθέν έγγραφο ενέπιπτε στην εξαίρεση σχετικά με τη δημόσια ασφάλεια, ενώ, με το δεύτερο σκέλος, οι προσφεύγοντες προσάπτουν στον Frontex ότι παρέβη την υποχρέωση αιτιολογήσεως.

40      Με τους λοιπούς τέσσερις λόγους προβάλλεται αντιστοίχως:

–        παράβαση του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, πρώτη περίπτωση, του κανονισμού 1049/2001, καθόσον η απόφαση στηρίχθηκε σε στοιχεία προδήλως ανακριβή: η παρακολούθηση των σκαφών που χρησιμοποιήθηκαν στο πλαίσιο της επιχειρήσεως Triton δεν ήταν δυνατή με μέσα ευρισκόμενα στη διάθεση του κοινού κατά τη διάρκεια των αποστολών·

–        παράβαση του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, πρώτη περίπτωση, του κανονισμού 1049/2001, καθόσον η δημοσιοποίηση πληροφοριών σχετικά με τα σκάφη που είχαν χρησιμοποιηθεί κατά τη διάρκεια προγενέστερης περιόδου δεν δημιουργεί αυτομάτως προβλήματα όσον αφορά την επιτήρηση των συνόρων·

–        παράβαση του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, πρώτη περίπτωση, του κανονισμού 1049/2001, καθόσον μέρος των πληροφοριών που ζητήθηκαν είχαν ήδη δημοσιοποιηθεί·

–        παράβαση του άρθρου 4, παράγραφος 6, του κανονισμού 1049/2001, καθόσον ο ενδεχόμενος κίνδυνος παράκαμψης, από τα εγκληματικά δίκτυα, της επιτήρησης των συνόρων δεν δικαιολογεί την άρνηση γνωστοποιήσεως των πληροφοριών σχετικά με τον τύπο ή τη σημαία των οικείων σκαφών.

41      Το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου ακυρώσεως θα εξεταστεί τελευταίο.

 Επί του πρώτου σκέλους του πρώτου λόγου ακυρώσεως, με το οποίο προβάλλεται παράβαση του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, πρώτη περίπτωση, του κανονισμού 1049/2001, καθόσον ο Frontex δεν εξέτασε αν καθένα από τα έγγραφα στα οποία ζητήθηκε πρόσβαση ενέπιπτε στην εξαίρεση σχετικά με τη δημόσια ασφάλεια

42      Οι προσφεύγοντες προσάπτουν στον Frontex ότι δεν προέβη, με την προσβαλλόμενη απόφαση, σε εξατομικευμένη εξέταση των διαφόρων εγγράφων που περιέχουν τις ζητηθείσες πληροφορίες, προκειμένου να καθορίσει αν αυτά ενέπιπταν στην εξαίρεση του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, πρώτη περίπτωση, του κανονισμού 1049/2001.

43      Ο Frontex φρονεί ότι το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου ακυρώσεως είναι αβάσιμο και τονίζει ότι οι προσφεύγοντες ζήτησαν πρόσβαση όχι σε συγκεκριμένα έγγραφα, αλλά σε στοιχεία που περιλαμβάνονται σε μη προσδιοριζόμενα έγγραφα.

44      Συναφώς, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, με την επιστολή τους της 1ης Σεπτεμβρίου 2017, οι προσφεύγοντες ζήτησαν πρόσβαση σε «έγγραφα που περιέχουν πληροφορίες» σχετικά με το όνομα, τον τύπο και τη σημαία όλων των σκαφών που χρησιμοποίησε ο Frontex μεταξύ της 1ης Ιουνίου και της 30ής Αυγούστου 2017 στην κεντρική Μεσόγειο, στο πλαίσιο της επιχειρήσεως Triton 2017.

45      Όσον αφορά ένα τέτοιο αίτημα, υπενθυμίζεται ότι, κατά το άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού 1049/2001, οι αιτήσεις προσβάσεως πρέπει να αφορούν έγγραφα και ότι, κατά το άρθρο 6, παράγραφος 1, του ίδιου κανονισμού, οι αιτήσεις προσβάσεως πρέπει να διατυπώνονται «με επαρκή ακρίβεια ούτως ώστε το θεσμικό όργανο να μπορέσει να προσδιορίσει το έγγραφο [που ζητείται]».

46      Σύμφωνα με το άρθρο 6, παράγραφος 2, του κανονισμού 1049/2001, «εάν η αίτηση δεν είναι επαρκώς σαφής, το θεσμικό όργανο ζητεί από τον αιτούντα να διευκρινίσει την αίτησή του βοηθώντας τον, [παραδείγματος χάριν] παρέχοντας πληροφορίες σχετικά με τη χρήση του δημόσιου μητρώου εγγράφων».

47      Η διαδικασία που προβλέπεται στα άρθρα 6 έως 8 του κανονισμού 1049/2001 έχει ως κύριο σκοπό να καταστήσει δυνατή την ταχεία και ευχερή εξέταση των αιτήσεων προσβάσεως στα έγγραφα και ως δευτερεύοντα σκοπό να αποτρέψει, σύμφωνα με την αρχή της χρηστής διοικήσεως, το ενδεχόμενο να επιβαρυνθεί το θεσμικό όργανο με δυσανάλογο φόρτο εργασίας (απόφαση της 3ης Μαΐου 2018, Μάλτα κατά Επιτροπής, T‑653/16, EU:T:2018:241, σκέψη 77· πρβλ., επίσης, απόφαση της 2ας Οκτωβρίου 2014, Strack κατά Επιτροπής, C‑127/13 P, EU:C:2014:2250, σκέψεις 25, 27 και 28).

48      Επιπλέον, το άρθρο 11, παράγραφος 1, του κανονισμού 1049/2001 προβλέπει ότι, «[π]ροκειμένου να πραγματωθούν τα δικαιώματα των πολιτών στο πλαίσιο του παρόντος κανονισμού, κάθε θεσμικό όργανο προσφέρει πρόσβαση σε μητρώο εγγράφων».

49      Εν προκειμένω, ο Frontex δεν τήρησε μητρώο εγγράφων σύμφωνα με το άρθρο 11, παράγραφος 1, του κανονισμού 1049/2001. Δεν κάλεσε τους προσφεύγοντες να διευκρινίσουν περαιτέρω την αίτησή τους προσβάσεως ούτε τους βοήθησε σχετικά. Εξάλλου, ο Frontex δεν φαίνεται να παρέσχε άλλα μέσα ικανά να βοηθήσουν τους προσφεύγοντες να εντοπίσουν, να περιγράψουν ή να προσδιορίσουν τα κρίσιμα έγγραφα.

50      Ο Frontex, ανταποκρινόμενος σε μέτρο που διέταξε το Γενικό Δικαστήριο στο πλαίσιο της διεξαγωγής αποδείξεων, διαβίβασε έγγραφο το οποίο περιείχε όλες τις πληροφορίες που είχαν ζητήσει οι προσφεύγοντες. Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, ο Frontex ανέφερε ότι είχε εξαγάγει τις πληροφορίες αυτές από ηλεκτρονική βάση δεδομένων, πριν τις συγκεντρώσει στο έγγραφο που διαβιβάστηκε στο Γενικό Δικαστήριο.

51      Συναφώς, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι, μολονότι το δικαίωμα προσβάσεως στα έγγραφα των θεσμικών οργάνων αφορά μόνον τα ήδη υπάρχοντα και ευρισκόμενα στην κατοχή του οικείου θεσμικού οργάνου έγγραφα, η διάκριση μεταξύ ενός υφισταμένου εγγράφου και ενός νέου εγγράφου, όσον αφορά τις ηλεκτρονικές βάσεις δεδομένων, πρέπει να χωρεί βάσει κριτηρίου προσαρμοσμένου στις τεχνικές ιδιαιτερότητες των βάσεων αυτών και κατά τρόπο συμβατό με τον σκοπό του κανονισμού 1049/2001 ο οποίος είναι, όπως προκύπτει από την αιτιολογική σκέψη 4 και το άρθρο του 1, στοιχείο αʹ, «να εξασφαλίζεται όσο το δυνατόν ευρύτερη πρόσβαση στα έγγραφα». (απόφαση της 11ης Ιανουαρίου 2017, Typke κατά Επιτροπής, C‑491/15 P, EU:C:2017:5, σκέψεις 31 και 35).

52      Επομένως, ως υφιστάμενο έγγραφο πρέπει να χαρακτηρίζονται όλες οι πληροφορίες οι οποίες είναι δυνατόν να αντληθούν από ηλεκτρονική βάση δεδομένων στο πλαίσιο της τρέχουσας χρήσεώς της με τη βοήθεια εκ των προτέρων προγραμματισμένων εργαλείων αναζητήσεως, έστω και εάν οι πληροφορίες αυτές δεν εμφανίζονται ακόμη υπό αυτήν την μορφή ή ουδέποτε έχουν αποτελέσει αντικείμενο αναζητήσεως από τους υπαλλήλους των θεσμικών οργάνων (απόφαση της 11ης Ιανουαρίου 2017, Typke κατά Επιτροπής, C‑491/15 P, EU:C:2017:5, σκέψη 37).

53      Από τη νομολογία αυτή προκύπτει ότι, αντιθέτως προς όσα υποστηρίζουν οι προσφεύγοντες, προκειμένου τα θεσμικά όργανα να συμμορφωθούν προς τις απαιτήσεις του κανονισμού 1049/2001, ενδέχεται να χρειαστεί να καταρτίσουν ένα έγγραφο από πληροφορίες περιλαμβανόμενες σε βάση δεδομένων, χρησιμοποιώντας τα υπάρχοντα εργαλεία αναζητήσεως (απόφαση της 11ης Ιανουαρίου 2017, Typke κατά Επιτροπής, C‑491/15 P, EU:C:2017:5, σκέψη 38).

54      Όταν δημιουργείται ένα έγγραφο το οποίο περιέχει τέτοιες πληροφορίες, το οικείο θεσμικό όργανο ή ο οικείος οργανισμός δεν υποχρεούται να προβεί σε εξατομικευμένη εξέταση εκάστου των εγγράφων από τα οποία προέρχονται τα στοιχεία που ζητούνται, δεδομένου ότι το ουσιώδες είναι, όπως εν προκειμένω, οι πληροφορίες περί των οποίων πρόκειται να αποτέλεσαν αντικείμενο τέτοιας εξέτασης.

55      Κατά συνέπεια, επιβάλλεται η απόρριψη του πρώτου σκέλους του πρώτου λόγου ακυρώσεως.

 Επί του δευτέρου λόγου ακυρώσεως, με τον οποίο προβάλλεται παράβαση του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, πρώτη περίπτωση, του κανονισμού 1049/2001, καθόσον η απόφαση στηρίζεται σε προδήλως ανακριβή πραγματικά περιστατικά

56      Οι προσφεύγοντες αμφισβητούν ότι, όπως υποστήριξε ο Frontex με το έγγραφο της 8ης Σεπτεμβρίου 2017 και με την προσβαλλόμενη απόφαση, είναι δυνατή η παρακολούθηση των σκαφών που χρησιμοποιήθηκαν στο πλαίσιο της επιχειρήσεως Triton μέσω ιστοτόπων σχετικών με τη ναυτιλία που είναι προσβάσιμοι στο κοινό, όπως ο marinetraffic.com. Τα σκάφη που χρησιμοποιήθηκαν στο πλαίσιο της επιχειρήσεως Triton διαθέτουν εξοπλισμό που περιλαμβάνει ένα σύστημα αυτόματης αναγνωρίσεως (SIA) το οποίο καθιστά δυνατή, ειδικότερα, τη γνωστοποίηση των ονομάτων τους, της θέσεώς τους, της ταχύτητάς τους και του δρομολογίου τους μέσω ραδιοφωνικών μεταδόσεων σε σταθμούς ή σε δορυφόρους. Ωστόσο, τα σκάφη αυτά δεν μεταδίδουν τα δεδομένα SIA όταν βρίσκονται σε αποστολή, προκειμένου να αποφευχθεί το ενδεχόμενο εντοπισμού της θέσεώς τους. Λόγω της πρακτικής αυτής, οι πληροφορίες σχετικά με την ταυτότητα των χρησιμοποιούμενων σκαφών δεν μπορούν να βοηθήσουν τους τρίτους να λάβουν γνώση της θέσεως ή των περιπολιών των εν λόγω σκαφών όταν αυτά βρίσκονται σε αποστολή, μεταξύ άλλων, για την επιτήρηση των συνόρων. Επομένως, κατά τους προσφεύγοντες, ο λόγος που επικαλέστηκε ο Frontex με την προσβαλλόμενη απόφαση δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα.

57      Ο Frontex φρονεί ότι το επιχείρημα αυτό είναι αβάσιμο.

58      Συναφώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι σκοπός τους κανονισμού 1049/2001 είναι, όπως αναφέρεται στην αιτιολογική σκέψη 4 και το άρθρο 1 αυτού, να παράσχει στο κοινό το δικαίωμα μιας όσο το δυνατόν ευρύτερης προσβάσεως στα έγγραφα των θεσμικών οργάνων (απόφαση της 1ης Φεβρουαρίου 2007, Sison κατά Συμβουλίου, C‑266/05 P, EU:C:2007:75, σκέψη 61· βλ., επίσης, απόφαση της 7ης Φεβρουαρίου 2018, Access Info Europe κατά Επιτροπής, T‑851/16, EU:T:2018:69, σκέψη 34 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

59      Ωστόσο, το δικαίωμα αυτό προσβάσεως υπόκειται σε ορισμένους περιορισμούς που στηρίζονται σε λόγους δημόσιου ή ιδιωτικού συμφέροντος (αποφάσεις της 1ης Φεβρουαρίου 2007, Sison κατά Συμβουλίου, C‑266/05 P, EU:C:2007:75, σκέψη 62, και της 7ης Φεβρουαρίου 2018, Access Info Europe κατά Επιτροπής, T‑851/16, EU:T:2018:69, σκέψη 35).

60      Ειδικότερα, και σύμφωνα με την αιτιολογική του σκέψη 11, ο κανονισμός 1049/2001 θεσπίζει με το άρθρο 4 καθεστώς εξαιρέσεων το οποίο επιτρέπει στα θεσμικά όργανα να αρνούνται την πρόσβαση σε έγγραφο σε περίπτωση που η γνωστοποίησή του θα έθιγε την προστασία κάποιου από τα προστατευόμενα από το άρθρο αυτό συμφέροντα (απόφαση της 7ης Φεβρουαρίου 2018, Access Info Europe κατά Επιτροπής, T‑851/16, EU:T:2018:69, σκέψη 35).

61      Δεδομένου ότι οι εξαιρέσεις αυτές συνιστούν απόκλιση από την αρχή της ευρύτερης δυνατής προσβάσεως του κοινού στα έγγραφα, πρέπει να ερμηνεύονται συσταλτικά και να εφαρμόζονται στενά (αποφάσεις της 1ης Φεβρουαρίου 2007, Sison κατά Συμβουλίου, C‑266/05 P, EU:C:2007:75, σκέψη 63, και της 7ης Φεβρουαρίου 2018, Access Info Europe κατά Επιτροπής, T‑851/16, EU:T:2018:69, σκέψη 36), οπότε το γεγονός και μόνον ότι ένα έγγραφο αφορά συμφέρον που προστατεύεται από κάποια από τις ως άνω εξαιρέσεις δεν αρκεί για να δικαιολογήσει την εφαρμογή της σχετικής εξαιρέσεως (αποφάσεις της 27ης Φεβρουαρίου 2014, Επιτροπή κατά EnBW, C‑365/12 P, EU:C:2014:112, σκέψη 64, και της 7ης Φεβρουαρίου 2018, Access Info Europe κατά Επιτροπής, T‑851/16, EU:T:2018:69, σκέψη 36).

62      Συγκεκριμένα, όταν το ενδιαφερόμενο θεσμικό όργανο αποφασίζει να αρνηθεί την πρόσβαση σε έγγραφο του οποίου ζητήθηκε η γνωστοποίηση, τότε οφείλει καταρχήν να παράσχει εξηγήσεις σχετικά με το ζήτημα πώς η πρόσβαση στο έγγραφο αυτό θα μπορούσε να θίξει συγκεκριμένα και ουσιαστικά το συμφέρον που προστατεύεται από κάποια εξαίρεση του άρθρου 4 του κανονισμού 1049/2001 την οποία επικαλείται το θεσμικό όργανο. Επιπλέον, ο κίνδυνος προσβολής του συμφέροντος αυτού πρέπει να είναι ευλόγως προβλέψιμος και όχι αμιγώς υποθετικός (αποφάσεις της 3ης Ιουλίου 2014, Συμβούλιο κατά in’t Veld, C‑350/12 P, EU:C:2014:2039, σκέψη 52, και της 7ης Φεβρουαρίου 2018, Access Info Europe κατά Επιτροπής, T‑851/16, EU:T:2018:69, σκέψη 37).

63      Με τη νομολογία του, το Δικαστήριο έχει διαμορφώσει ένα ειδικό καθεστώς για τις εξαιρέσεις που προβλέπονται στο άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του κανονισμού 1049/2001 σχετικά με την προστασία του δημόσιου συμφέροντος, όσον αφορά τη δημόσια ασφάλεια, την άμυνα και τις στρατιωτικές υποθέσεις, τις διεθνείς σχέσεις, καθώς και τη δημοσιονομική, νομισματική ή οικονομική πολιτική της Ένωσης ή ενός κράτους μέλους.

64      Όσον αφορά τα συμφέροντα αυτά, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι λόγω του ιδιαιτέρως ευαίσθητου και ουσιαστικού χαρακτήρα των δημόσιων αυτών συμφερόντων, σε συνδυασμό με την υποχρέωση που το θεσμικό όργανο υπέχει από το άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του κανονισμού 1049/2001 να αρνείται την πρόσβαση όταν η γνωστοποίηση ενός εγγράφου στο κοινό μπορεί να θίξει τα συμφέροντα αυτά, η απόφαση που πρέπει να λάβει το θεσμικό όργανο είναι περίπλοκη και απαιτεί λεπτούς χειρισμούς και ιδιαίτερη προσοχή και ότι, στην περίπτωση αυτή, για την έκδοση τέτοιας αποφάσεως, το θεσμικό όργανο πρέπει να διαθέτει περιθώριο εκτιμήσεως (αποφάσεις της 1ης Φεβρουαρίου 2007, Sison κατά Συμβουλίου, C‑266/05 P, EU:C:2007:75, σκέψη 35, και της 7ης Φεβρουαρίου 2018, Access Info Europe κατά Επιτροπής, T‑851/16, EU:T:2018:69, σκέψη 38).

65      Επομένως, ο κανόνας της συσταλτικής ερμηνείας των εξαιρέσεων του άρθρου 4 του κανονισμού 1049/2001 δεν απαγορεύει, όσον αφορά τις εξαιρέσεις περί δημοσίου συμφέροντος που απαριθμούνται στην παράγραφο 1, στοιχείο αʹ, του άρθρου αυτού, να διαθέτει το ενδιαφερόμενο θεσμικό όργανο ευρύ περιθώριο εκτιμήσεως όταν αποφασίζει αν η γνωστοποίηση ενός εγγράφου στο κοινό ενδέχεται να θίξει τα συμφέροντα που προστατεύει η διάταξη αυτή και, συνακόλουθα, ο έλεγχος νομιμότητας που ασκεί το Γενικό Δικαστήριο επί αποφάσεως περί αρνήσεως προσβάσεως σε έγγραφο, την οποία έχει λάβει θεσμικό όργανο βάσει των εξαιρέσεων αυτών, πρέπει να περιορίζεται στη διαπίστωση του αν τηρήθηκαν οι κανόνες σχετικά με τη διαδικασία και την αιτιολογία της οικείας αποφάσεως, σχετικά με το υποστατό των πραγματικών περιστατικών, καθώς και σχετικά με την απουσία πρόδηλης πλάνης εκτιμήσεως και καταχρήσεως εξουσίας (αποφάσεις της 1ης Φεβρουαρίου 2007, Sison κατά Συμβουλίου, C‑266/05 P, EU:C:2007:75, σκέψη 64, και της 7ης Φεβρουαρίου 2018, Access Info Europe κατά Επιτροπής, T‑851/16, EU:T:2018:69, σκέψη 40).

66      Κατά συνέπεια, πρέπει να εξεταστεί εν προκειμένω αν, με την προσβαλλόμενη απόφαση, ο Frontex παρέσχε πειστικές εξηγήσεις ως προς το πώς ακριβώς η πρόσβαση στα επίδικα έγγραφα θα μπορούσε να θίξει, συγκεκριμένα και ουσιαστικά, την προστασία της δημόσιας ασφάλειας στην Ένωση και αν, εντός των ορίων της ευρείας εξουσίας εκτιμήσεως που διαθέτει ο Frontex όσον αφορά την εφαρμογή των εξαιρέσεων του άρθρου 4, παράγραφος 1, του κανονισμού 1049/2001, η προβαλλόμενη προσβολή μπορεί να χαρακτηριστεί ως ευλόγως προβλέψιμη και όχι ως αμιγώς υποθετική (πρβλ. απόφαση της 7ης Φεβρουαρίου 2018, Access Info Europe κατά Επιτροπής, T‑851/16, EU:T:2018:69, σκέψη 41).

67      Στην προκειμένη περίπτωση, με τον υπό κρίση λόγο ακυρώσεως αμφισβητείται η ακρίβεια των όσων ισχυρίστηκε ο Frontex στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι δηλαδή, αν γνωστοποιούνταν οι ζητούμενες πληροφορίες, αυτές θα μπορούσαν να συνδυαστούν με πληροφορίες διαθέσιμες σε ορισμένους ιστότοπους ή εργαλεία ναυτιλιακών δεδομένων, προκειμένου να εντοπιστεί η θέση των σκαφών που συμμετείχαν στην επιχείρηση Triton.

68      Στο πλαίσιο αυτό, οι προσφεύγοντες υποστηρίζουν, κατά τρόπο συγκεκριμένο, ότι δεν ήταν δυνατή η παρακολούθηση της θέσης των σκαφών που συμμετείχαν στην επιχείρηση Triton 2017 μέσω του ιστότοπου www.marinetraffic.com, στον οποίο αναφέρθηκε ο Frontex με το έγγραφο της 8ης Σεπτεμβρίου 2017, διότι τα σκάφη αυτά απενεργοποιούσαν τον πομποδέκτη τους κατά τη διάρκεια της αποστολής τους, με συνέπεια να μην εκπέμπουν πλέον κανένα σήμα το οποίο θα καθιστούσε δυνατό τον εντοπισμό τους μέσω αυτού του ιστότοπου.

69      Συναφώς, επισημαίνεται ότι, σύμφωνα με τις δηλώσεις του Frontex κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, οι πομποδέκτες των σκαφών που μετέχουν στις αποστολές που διοργανώνονται από τον Frontex δεν απενεργοποιούνται, κατά τρόπο συστηματικό, κατά τη διάρκεια των περιόδων αυτών.

70      Αντιθέτως, από τις δηλώσεις του Frontex προκύπτει ότι, σε αντίθεση προς όσα αναφέρονται στο δικόγραφο της προσφυγής, οι πομποδέκτες που είναι εγκατεστημένοι στα σκάφη είναι, σε ορισμένες περιπτώσεις, ενεργοί, δεδομένου ότι η απόφαση περί ενεργοποιήσεως ή απενεργοποιήσεως ανήκει στον κυβερνήτη κάθε σκάφους. Πράγματι, στον τελευταίο απόκειται να καθορίσει, υπό το πρίσμα των ειδικών περιστάσεων υπό τις οποίες κινείται το σκάφος, αν είναι σκόπιμο, για λόγους ασφάλειας, να μην είναι δυνατό να εντοπιστεί το σκάφος ή αν, αντιθέτως, προκειμένου, για παράδειγμα, να αποφευχθεί μια σύγκρουση ή για τη διάσωση προσώπων που βρίσκονται σε κίνδυνο, είναι σκόπιμο η θέση του σκάφους να εμφανίζεται στο ραντάρ άλλων σκαφών.

71      Επιπλέον, κατά τον Frontex, οι πληροφορίες που ζητήθηκαν από τους προσφεύγοντες είναι επαρκείς, ακόμη και όταν το σύστημα SIA δεν χρησιμοποιείται, για τον εντοπισμό και, εν συνεχεία, την παρακολούθηση ενός σκάφους, σε περίπτωση που συνδυάζονται, αφενός, με μέσα παρακολούθησης χαμηλής τεχνολογίας (low-tech), όπως η παρατήρηση των κινήσεων των σκαφών από την ακτή ή από ένα άλλο ή περισσότερα άλλα σκάφη, ή, αφετέρου, με μέσα παρακολούθησης υψηλής τεχνολογίας (high-tech), όπως είναι η χρήση drones, καθόσον η χρήση των δύο αυτών ειδών μέσων είναι ευρέως διαδεδομένη μεταξύ των εγκληματικών ομάδων που δραστηριοποιούνται στην ανοικτή θάλασσα ή σε άλλες θαλάσσιες περιοχές.

72      Γνωρίζοντας τη θέση των σκαφών, οι διακινητές έχουν στη διάθεσή τους τις απαραίτητες πληροφορίες προκειμένου να αποφύγουν τους ελέγχους που σκοπούν να παρεμποδίσουν την παράνομη πρόσβαση στα σύνορα.

73      Η προοπτική τα εν λόγω σκάφη να μπορούν να εντοπισθούν από τους διακινητές συνιστά κίνδυνο που αφορά τη δημόσια ασφάλεια, δεδομένου ότι οι διακινητές αυτοί δεν διστάζουν να επιτεθούν στα σκάφη, ενίοτε με πολεμικά όπλα, ή να προβούν σε κινήσεις δυνάμενες να θέσουν σε κίνδυνο τα πληρώματα και τον υλικό εξοπλισμό.

74      Επομένως, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, παρά τα επιχειρήματα που προέβαλαν οι προσφεύγοντες, οι διευκρινίσεις που παρέσχε ο Frontex με την προσβαλλόμενη απόφαση παραμένουν εύλογες και αποδεικνύουν, όπως απαιτεί η νομολογία που παρατίθεται στη σκέψη 62 ανωτέρω, την ύπαρξη προβλέψιμου και όχι απλώς υποθετικού κινδύνου για τη δημόσια ασφάλεια, η οποία δικαιολογεί τη χρήση της εξαιρέσεως του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, πρώτη περίπτωση, του κανονισμού 1049/2001 εντός των ορίων της ευρείας εξουσίας εκτιμήσεως η οποία, κατά τη νομολογία που παρατίθεται στις σκέψεις 63 έως 65, πρέπει να αναγνωριστεί στον Frontex για την εφαρμογή της εξαιρέσεως αυτής.

75      Κατά συνέπεια, ο δεύτερος λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

 Επί του τρίτου λόγου ακυρώσεως, με τον οποίο προβάλλεται παράβαση του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, πρώτη περίπτωση, του κανονισμού 1049/2001, καθόσον η δημοσιοποίηση πληροφοριών σχετικά με τα σκάφη που χρησιμοποιήθηκαν κατά τη διάρκεια προγενέστερης περιόδου δεν δημιουργεί αυτομάτως προβλήματα όσον αφορά την επιτήρηση των συνόρων

76      Οι προσφεύγοντες φρονούν ότι ο Frontex υπέπεσε σε πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως καθόσον αρνήθηκε να τους παράσχει πρόσβαση στις ζητηθείσες πληροφορίες, διότι οι πληροφορίες αυτές αφορούσαν την περίοδο μεταξύ της 1ης Ιουνίου και της 30ής Αυγούστου 2017, η οποία είχε ήδη ολοκληρωθεί κατά την υποβολή της αιτήσεώς τους και, κατά μείζονα λόγο, κατά την έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως.

77      Ο Frontex αμφισβητεί τον λόγο αυτό ακυρώσεως.

78      Εν προκειμένω, η αίτηση προσβάσεως υποβλήθηκε την 1η Σεπτεμβρίου 2017 και αφορούσε πληροφορίες σχετικά με την περίοδο μεταξύ 1ης Ιουνίου και 30ής Αυγούστου 2017.

79      Ασφαλώς, η περίοδος την οποία αφορούσαν οι ζητηθείσες πληροφορίες είχε λήξει κατά τον χρόνο της υποβολής της αιτήσεως. Εντούτοις, γεγονός παραμένει ότι εντασσόταν στο πλαίσιο ενός μεγαλύτερου χρονικού διαστήματος στη διάρκεια του οποίου θα διεξαγόταν η επιχείρηση Triton 2017, η οποία έληγε στις 31 Ιανουαρίου 2018.

80      Δεδομένου ότι η επιχείρηση Triton 2017 βρισκόταν ακόμη σε εξέλιξη κατά τον χρόνο υποβολής της αιτήσεως, εξακολουθούσε να υφίσταται ο κίνδυνος οι ζητηθείσες πληροφορίες να χρησιμοποιηθούν από εγκληματικά στοιχεία προκειμένου να εντοπίσουν τα σκάφη που συμμετείχαν στην εν λόγω επιχείρηση μετά τις 30 Αυγούστου 2017.

81      Συναφώς, ουδείς λόγος συντρέχει να θεωρηθεί ότι, όπως υποστηρίζουν οι προσφεύγοντες, ο στόλος των σκαφών που συμμετείχαν στην επιχείρηση Triton 2017 μεταβλήθηκε μεταξύ της 31ης Αυγούστου και της 1ης Σεπτεμβρίου 2017.

82      Επομένως, ο Frontex δεν υπέπεσε συναφώς σε πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως καθόσον αρνήθηκε την πρόσβαση στα επίδικα έγγραφα.

83      Συνεπώς, ο τρίτος λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

 Επί του τέταρτου λόγου ακυρώσεως, με τον οποίο προβάλλεται παράβαση του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, πρώτη περίπτωση, του κανονισμού 1049/2001, καθόσον μέρος των πληροφοριών που ζητήθηκαν είχαν ήδη δημοσιοποιηθεί

84      Οι προσφεύγοντες φρονούν ότι ο Frontex υπέπεσε σε πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως μη παρέχοντάς τους μερική πρόσβαση στις ζητηθείσες πληροφορίες, μολονότι τα στοιχεία αυτά είχαν ήδη δημοσιοποιηθεί προηγουμένως.

85      Συναφώς, οι προσφεύγοντες υποστηρίζουν ότι, πρώτον, στις 2 Φεβρουαρίου 2017, η Επιτροπή δημοσίευσε στο τεύχος 22 των Στρατηγικών σημειώσεων του Ευρωπαϊκού Κέντρου Πολιτικής Στρατηγικής (EPSC) τα ναυτικά μέσα που είχαν χρησιμοποιηθεί στο πλαίσιο της επιχειρήσεως Triton 2016, δεύτερον, η Επιτροπή και η ΕΥΕΔ δημοσίευσαν, αντιστοίχως, το 2017 και το 2016, στο ίδιο έγγραφο, στοιχεία σχετικά με τα σκάφη που είχαν χρησιμοποιηθεί στο πλαίσιο της επιχειρήσεως Sophia EUNAVFOR MED και, τρίτον, ο Frontex δημοσίευσε στο Twitter το 2017 το όνομα, τη σημαία και τον τύπο διαφόρων σκαφών που είχαν χρησιμοποιηθεί για την κοινή επιχείρηση Triton 2017.

86      Συναφώς, επισημαίνεται ότι τα δημοσιευθέντα στοιχεία που επικαλούνται οι προσφεύγοντες δεν είναι συγκρίσιμα με τις πληροφορίες τις οποίες ζήτησαν την 1η Σεπτεμβρίου 2017.

87      Καταρχάς, οι πληροφορίες που δημοσίευσε η Επιτροπή στις 2 Φεβρουαρίου 2017 με τις Στρατηγικές σημειώσεις του EPSC αφορούσαν την επιχείρηση Triton 2016, η οποία είχε ολοκληρωθεί, ενώ οι πληροφορίες που ζητήθηκαν από τους προσφεύγοντες την 1η Σεπτεμβρίου 2017 αφορούσαν την επιχείρηση Triton 2017, η οποία βρισκόταν ακόμη σε εξέλιξη.

88      Εν συνεχεία, η επιχείρηση Sophia EUNAVFOR MED δεν αποτελεί επιχείρηση την οποία διηύθυνε ο Frontex, αλλά επιχείρηση η οποία ελέγχεται πολιτικά και διευθύνεται στρατηγικά από την Επιτροπή Πολιτικής και Ασφαλείας της οποίας προεδρεύει η ΕΥΕΔ, υπό την ευθύνη του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του Ύπατου Εκπροσώπου της Ένωσης για θέματα εξωτερικής πολιτικής και πολιτικής ασφάλειας.

89      Εν πάση περιπτώσει, τα στοιχεία που δημοσιεύθηκαν ως προς την αποστολή αυτή αφορούσαν πληροφορίες σχετικές με το έτος 2016.

90      Τέλος, μολονότι είναι ακριβές ότι ορισμένα στοιχεία που δημοσίευσε ο Frontex στο Twitter το 2017 αφορούσαν σκάφη που είχαν χρησιμοποιηθεί στο πλαίσιο της επιχειρήσεως Triton 2017, τα στοιχεία αυτά δεν ήταν αρκετά και αφορούσαν διαφορετικά χρονικά σημεία, οπότε δεν μπορούν να συγκριθούν με το σύνολο των στοιχείων που ζητήθηκαν από τους προσφεύγοντες την 1η Σεπτεμβρίου 2017 και τα οποία αφορούσαν το σύνολο του στόλου που αναπτύχθηκε στο πλαίσιο της επιχειρήσεως Triton 2017 μεταξύ της 1ης Ιουνίου και της 30ής Αυγούστου 2017.

91      Συναφώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι, μολονότι ο Frontex υποχρεούται, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 8, παράγραφος 3, και του άρθρου 74, παράγραφος 2, του κανονισμού 2016/1624, να επικοινωνεί με το κοινό επί ζητημάτων που εμπίπτουν στους τομείς της αρμοδιότητάς του, εντούτοις δεν μπορεί να αποκαλύπτει επιχειρησιακές πληροφορίες που θα μπορούσαν να θέσουν σε κίνδυνο την επίτευξη του στόχου των επιχειρήσεων.

92      Εν προκειμένω, οι πληροφορίες τις οποίες επικαλούνται οι προσφεύγοντες δημοσιεύθηκαν από τον Frontex στο πλαίσιο της υποχρεώσεώς του επικοινωνίας, πράγμα που σημαίνει ότι, προηγουμένως, κρίθηκε ότι η δημοσιοποίησή τους ήταν σύμφωνη με το σύνολο των υποχρεώσεων που απέρρεαν από την αποστολή του και ότι η ενδεχόμενη αυτή δημοσιοποίηση σταθμίστηκε με τις ανάγκες της δημόσιας ασφάλειας.

93      Ως εκ τούτου, η αποστολή από τον Frontex σύντομων μηνυμάτων μέσω Twitter, τα οποία περιείχαν ορισμένες πληροφορίες που είχαν επιλεγεί στο πλαίσιο των υποχρεώσεών του επικοινωνίας, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι συνιστά προηγούμενο το οποίο τον υποχρεώνει να κοινοποιεί πληροφορίες που θεωρεί ότι θέτουν σε κίνδυνο τη δημόσια ασφάλεια.

94      Επιπλέον, οι προσφεύγοντες ισχυρίζονται ότι το κοινό μπορούσε, βάσει των στοιχείων που είχε δημοσιεύσει η Επιτροπή σχετικά με την επιχείρηση Triton 2016, να προβλέψει με ακρίβεια τουλάχιστον τον αριθμό και τον τύπο των σκαφών που θα χρησιμοποιούνταν το επόμενο έτος.

95      Το επιχείρημα αυτό πρέπει να απορριφθεί. Πράγματι, από κανένα στοιχείο δεν ήταν δυνατό να συναχθεί, κατά τον χρόνο δημοσιοποιήσεως των πληροφοριών σχετικά με το έτος 2016, ότι η επιχείρηση θα οργανωνόταν το 2017 με τον ίδιο αριθμό και τον ίδιο τύπο σκαφών. Ως εκ τούτου, το κοινό δεν μπορούσε, βάσει των πληροφοριών που δημοσιοποιήθηκαν το 2016, να έχει στη διάθεσή του ακριβείς πληροφορίες σχετικά με τον τρόπο κατά τον οποίο θα οργανωνόταν η αποστολή το 2017.

96      Επιπλέον, οι πληροφορίες που ζήτησαν οι προσφεύγοντες δεν αφορούσαν μόνον τον αριθμό και τον τύπο των σκαφών που χρησιμοποιήθηκαν κατά τη διάρκεια της επιχειρήσεως Triton 2017, αλλά και το όνομα και τη σημαία τους, πληροφορίες οι οποίες είναι σημαντικές για την ταυτοποίηση των σκαφών.

97      Επομένως, ο τέταρτος λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

 Επί του πέμπτου λόγου ακυρώσεως, με τον οποίο προβάλλεται παράβαση του άρθρου 4, παράγραφος 6, του κανονισμού 1049/2001, καθόσον ο ενδεχόμενος κίνδυνος παράκαμψης, από τα εγκληματικά δίκτυα, της επιτήρησης των συνόρων δεν δικαιολογεί την άρνηση γνωστοποιήσεως των πληροφοριών σχετικά με τον τύπο ή τη σημαία των οικείων σκαφών

98      Οι προσφεύγοντες θεωρούν ότι ο Frontex παρέβη το άρθρο 4, παράγραφος 6, του κανονισμού 1049/2001, καθόσον δεν τους παρέσχε πρόσβαση στις πληροφορίες που αφορούσαν τη σημαία και τον τύπο των σκαφών που είχαν χρησιμοποιηθεί στο πλαίσιο της επιχειρήσεως Triton 2017.

99      Συγκεκριμένα, κατά τους προσφεύγοντες, ακόμη και αν υποτεθεί ότι, σε περίπτωση γνωστοποιήσεως των ζητούμενων πληροφοριών υφίσταται κίνδυνος παράκαμψης της επιτήρησης των συνόρων, το γεγονός αυτό δεν δικαιολογεί την άρνηση γνωστοποιήσεως των πληροφοριών σχετικά με τη σημαία και τον τύπο των οικείων σκαφών. Συγκεκριμένα, ο προσδιορισμός των σκαφών στους ιστότοπους γίνεται με το όνομα του σκάφους, οπότε η γνωστοποίηση πληροφοριών σχετικά με τη σημαία και τον τύπο του σκάφους δεν καθιστά δυνατή την ταυτοποίησή τους.

100    Συναφώς, διαπιστώνεται ότι δεν αμφισβητείται ότι στον ιστότοπο www.marinetraffic.com, στον οποίο αναφέρεται ο Frontex στο έγγραφό του της 8ης Σεπτεμβρίου 2017, ο προσδιορισμός των σκαφών πραγματοποιείται με το όνομα του σκάφους.

101    Με το υπόμνημα ανταπαντήσεως ο Frontex υποστήριξε, ωστόσο, ότι υφίσταντο και άλλα μέσα για την παρακολούθηση των σκαφών, ιδίως λύσεις χαμηλής τεχνολογίας, όπως η παρατήρηση των κινήσεων των σκαφών από την ακτή ή από ένα άλλο ή περισσότερα άλλα σκάφη, ή μέσα παρακολούθησης υψηλής τεχνολογίας, όπως η χρήση drones.

102    Είναι σαφές ότι, για τη χρήση των άλλων αυτών μέσων, πληροφορίες όπως η σημαία και ο τύπος των σκαφών συνιστούν επίσης χρήσιμα στοιχεία.

103    Υπό τις συνθήκες αυτές, ο Frontex μπορούσε, με την προσβαλλόμενη απόφαση, να αρνηθεί την πρόσβαση στο όνομα και τις λοιπές ζητηθείσες πληροφορίες, ήτοι τη σημαία και τον τύπο των σκαφών τα οποία αφορούσε η επιχείρηση Triton 2017.

104    Ως εκ τούτου, ο πέμπτος λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

 Επί του δεύτερου σκέλους του πρώτου λόγου ακυρώσεως

105    Οι προσφεύγοντες προσάπτουν στον Frontex ότι, με την προσβαλλόμενη απόφαση, δεν διευκρίνισε με ποιον τρόπο πληροφορίες σχετικά με το όνομα, τον τύπο και τη σημαία ενός σκάφους επιτρέπουν σε τρίτους να το παρακολουθούν σε ορισμένους ιστότοπους.

106    Ο Frontex φρονεί ότι το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου ακυρώσεως είναι αβάσιμο.

107    Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι, κατά πάγια νομολογία, από την επιβαλλόμενη από το άρθρο 296 ΣΛΕΕ αιτιολογία πρέπει να προκύπτει με σαφήνεια και χωρίς αμφισημία η συλλογιστική του θεσμικού οργάνου το οποίο εξέδωσε την πράξη, ώστε να παρέχεται η δυνατότητα στους μεν ενδιαφερομένους να γνωρίζουν τους λόγους για τους οποίους ελήφθη το μέτρο, προκειμένου να ασκήσουν τα δικαιώματά τους, στο δε αρμόδιο δικαστήριο να ασκήσει τον έλεγχό του (βλ. απόφαση της 15ης Νοεμβρίου 2012, Συμβούλιο κατά Bamba, C‑417/11 P, EU:C:2012:718, σκέψη 50 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

108    Η αιτιολογία δεν απαιτείται να παραθέτει εξαντλητικά όλα τα κρίσιμα πραγματικά και νομικά στοιχεία, καθόσον το ζήτημα αν η αιτιολογία πράξεως είναι επαρκής πρέπει να εκτιμάται με γνώμονα όχι μόνον το γράμμα της, αλλά και το πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται, καθώς και το σύνολο των κανόνων δικαίου που διέπουν τον σχετικό τομέα (αποφάσεις της 15ης Νοεμβρίου 2012, Συμβούλιο κατά Bamba, C‑417/11 P, EU:C:2012:718, σκέψη 53, και της 14ης Οκτωβρίου 2009, Bank Melli Iran κατά Συμβουλίου, T‑390/08, EU:T:2009:401, σκέψη 82).

109    Εν προκειμένω, ο Frontex εξέθεσε στην προσβαλλόμενη απόφαση τους λόγους για τους οποίους οι ζητηθείσες πληροφορίες δεν μπορούσαν να γνωστοποιηθούν. Συναφώς, ο Frontex υποστήριξε ότι, αν οι ζητηθείσες πληροφορίες γνωστοποιούνταν, θα καθίστατο δυνατό, συνδυάζοντας τις πληροφορίες αυτές με εκείνες οι οποίες είχαν τεθεί στη διάθεση του κοινού σε ορισμένους ιστότοπους ή εργαλεία ναυτιλιακών δεδομένων, να εντοπισθεί η θέση των σκαφών περιπολίας και ότι, έχοντας στη διάθεσή τους τις πληροφορίες αυτές, τα εγκληματικά δίκτυα που εμπλέκονται στη λαθραία διακίνηση μεταναστών και την εμπορία ανθρώπων θα γνώριζαν τις ζώνες και τις ώρες περιπολίας των σκαφών, γεγονός που θα τους επέτρεπε να προσαρμόσουν τον τρόπο δράσης τους, προκειμένου να παρακάμψουν την επιτήρηση των συνόρων και, συνακόλουθα, να διέλθουν τα εξωτερικά σύνορα και να εισέλθουν παράτυπα στο έδαφος κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

110    Οι ως άνω διευκρινίσεις, αυτές καθεαυτές, επιτρέπουν στους μεν προσφεύγοντες να κατανοήσουν τους λόγους για τους οποίους δεν τους επετράπη η πρόσβαση στις ζητηθείσες πληροφορίες, στο δε Γενικό Δικαστήριο να ασκήσει τον έλεγχό του, δεδομένου ότι καταδεικνύουν τον τρόπο με τον οποίο οι ζητηθείσες πληροφορίες, σε συνδυασμό με πληροφορίες άμεσα προσβάσιμες, είναι δυνατό να χρησιμοποιηθούν από δίκτυα διακινητών κατά τρόπον ώστε να δημιουργηθεί μια κατάσταση στην οποία, κατά τρόπο ευλόγως προβλέψιμο και όχι αμιγώς υποθετικό, θίγεται η δημόσια ασφάλεια.

111    Οι προσφεύγοντες υποστηρίζουν, ωστόσο, ότι, με την προσβαλλόμενη απόφαση, ο Frontex όφειλε να εκθέσει τον τρόπο με τον οποίο οι ζητηθείσες πληροφορίες θα μπορούσαν, αφότου παρασχεθούν σε αυτούς, να χρησιμοποιηθούν σε συνδυασμό με ιστότοπους και εργαλεία ή άλλες πηγές διαθέσιμες στο κοινό, προκειμένου να καθοριστεί η ενδεχόμενη μελλοντική θέση των σκαφών που συμμετείχαν στην επιχείρηση Triton.

112    Συναφώς, επισημαίνεται ότι το καθού θεσμικό όργανο ή ο οργανισμός, οσάκις εξετάζει αίτηση γνωστοποιήσεως ορισμένων πληροφοριών, δεν υποχρεούται να αποκαλύψει, στην αιτιολογία της προσβαλλομένης πράξεως, στοιχεία των οποίων η γνωστοποίηση θα έθιγε το δημόσιο συμφέρον στην προστασία του οποίου αποσκοπεί η προβαλλόμενη από το εν λόγω θεσμικό όργανο ή οργανισμό εξαίρεση (πρβλ. απόφαση της 7ης Φεβρουαρίου 2018, Access Info Europe κατά Επιτροπής, T‑852/16, EU:T:2018:71, σκέψη 114 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

113    Αν υφίστατο τέτοια υποχρέωση, το θεσμικό όργανο ή ο οργανισμός, παρέχοντας αυτές τις διευκρινίσεις σχετικά με τη χρήση των πληροφοριών που ζητήθηκαν, θα δημιουργούσε το ίδιο με τη συμπεριφορά του μια κατάσταση στην οποία θα ετίθετο σε κίνδυνο η δημόσια ασφάλεια την οποία έχει, μεταξύ άλλων, ως αποστολή να προστατεύει.

114    Υπό τις συνθήκες αυτές, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι σύμφωνη με την υποχρέωση αιτιολογήσεως.

115    Επομένως, το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο.

116    Ως εκ τούτου, η προσφυγή πρέπει να απορριφθεί.

 Επί των δικαστικών εξόδων

117    Κατά το άρθρο 134, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου.

118    Δεδομένου ότι οι προσφεύγοντες ηττήθηκαν, πρέπει να καταδικασθούν στα δικαστικά έξοδα σύμφωνα με το σχετικό αίτημα του Frontex.

Για τους λόγους αυτούς,

ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πρώτο τμήμα)

αποφασίζει:

1)      Απορρίπτει την προσφυγή.

2)      Καταδικάζει τη Luisa Izuzquiza και τον Arne Semsrott στα δικαστικά έξοδα.

Nihoul

Svenningsen

Öberg

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 27 Νοεμβρίου 2019.

(υπογραφές)


*      Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική.