ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (όγδοο πενταμελές τμήμα)

της 15ης Οκτωβρίου 2020 (*)

«Θεσμικό δίκαιο – Ενιαίο καθεστώς βουλευτών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου – Βουλευτές του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου εκλεγέντες σε ιταλικές εκλογικές περιφέρειες – Έκδοση από το Ufficio di Presidenza della Camera dei deputati (προεδρείο της Βουλής, Ιταλία) της απόφασης αριθ. 14/2018 περί συντάξεων ‐ Τροποποίηση του ποσού των συντάξεων των βουλευτών της ιταλικής Βουλής – Συνακόλουθη τροποποίηση, από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, του ποσού των συντάξεων ορισμένων πρώην βουλευτών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου εκλεγέντων στην Ιταλία – Αρμοδιότητα του οργάνου που εξέδωσε την πράξη – Υποχρέωση αιτιολογήσεως – Κεκτημένα δικαιώματα – Ασφάλεια δικαίου – Δικαιολογημένη εμπιστοσύνη – Δικαίωμα ιδιοκτησίας – Αναλογικότητα – Ίση μεταχείριση»

Στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις Τ‑389/19 έως Τ‑394/19, Τ‑397/19, Τ‑398/19, Τ‑403/19, Τ‑404/19, Τ‑406/19, Τ‑407/19, Τ‑409/19 έως Τ‑414/19, Τ‑416/19 έως Τ‑418/19, Τ‑420/19 έως Τ‑422/19, Τ‑425/19 έως Τ‑427/19, Τ‑429/19 έως Τ‑432/19, Τ‑435/19, Τ‑436/19, Τ‑438/19 έως Τ‑442/19, Τ‑444/19 έως Τ‑446/19, Τ‑448/19, Τ‑450/19 έως Τ‑454/19, Τ‑463/19 και Τ‑465/19,

Maria Teresa Coppo Gavazzi, κάτοικος Μιλάνου (Ιταλία), και οι λοιποί προσφεύγοντες των οποίων τα ονόματα περιλαμβάνονται στο παράρτημα (1), εκπροσωπούμενοι από τον M. Merola, δικηγόρο,

προσφεύγοντες,

κατά

Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, εκπροσωπούμενου από τις S. Seyr και S. Alves,

καθού,

με αντικείμενο προσφυγή δυνάμει του άρθρου 263 ΣΛΕΕ με αίτημα την ακύρωση των σημειωμάτων της 11ης Απριλίου 2019, καθώς και, όσον αφορά τον προσφεύγοντα στην υπόθεση Τ‑465/19, του σημειώματος της 11ης Ιουνίου 2019, τα οποία εξέδωσε, για κάθε προσφεύγοντα, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο σχετικά με την προσαρμογή, κατόπιν της έναρξης ισχύος, την 1η Ιανουαρίου 2019, της απόφασης αριθ. 14/2018 του Ufficio di Presidenza della Camera dei deputati, του ποσού των συντάξεων που λαμβάνουν οι προσφεύγοντες,

ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (όγδοο πενταμελές τμήμα),

συγκείμενο από τους J. Svenningsen, πρόεδρο, R. Barents, C. Mac Eochaidh (εισηγητή), T. Pynnä και J. Laitenberger, δικαστές,

γραμματέας: J. Palacio González, κύριος υπάλληλος διοικήσεως,

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 7ης Ιουλίου 2020,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1        Με τις προσφυγές τους, οι προσφεύγοντες, πρώην βουλευτές του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, εκλεγέντες στην Ιταλία, ή οι επιζώντες αυτών ζητούν από το Γενικό Δικαστήριο να ακυρώσει τις αποφάσεις του Κοινοβουλίου με τις οποίες ο υπολογισμός της σύνταξης αρχαιότητας ή της σύνταξης επιζώντων που λαμβάνουν προσαρμόζεται στον υπολογισμό του επιπέδου των συντάξεων που λαμβάνουν οι βουλευτές της Κάτω Βουλής της Ιταλικής Δημοκρατίας και, ενδεχομένως, μειώνεται το ποσό της σύνταξης αρχαιότητας ή επιζώντων που λαμβάνουν.

I.      Το νομικό πλαίσιο

1.      Το δίκαιο της Ένωσης

2        Η κανονιστική ρύθμιση σχετικά με τα έξοδα και τις αποζημιώσεις των βουλευτών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου (στο εξής: ρυθμίσεις ΕΑΒ), ως ίσχυε στις 14 Ιουλίου 2009, προέβλεπε στο παράρτημα III (στο εξής: παράρτημα III), μεταξύ άλλων, τα εξής:

«Άρθρο 1

1.      Όλοι οι βουλευτές του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου δικαιούνται συντάξεως.

2.      Εν αναμονή θεσπίσεως οριστικού ενιαίου κοινοτικού συνταξιοδοτικού καθεστώτος για όλους τους βουλευτές του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και εφόσον το εθνικό καθεστώς δεν προβλέπει σύνταξη ή εφόσον το ύψος ή/και τα στοιχεία καθορισμού της προβλεπόμενης σύνταξης δεν είναι πανομοιότυπα με τα ισχύοντα για τους βουλευτές του εθνικού κοινοβουλίου του κράτους μέλους προς εκπροσώπηση του οποίου εξελέγη ο εν λόγω βουλευτής του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, καταβάλλεται προσωρινή σύνταξη αρχαιότητας, κατόπιν αιτήσεως του εν λόγω βουλευτή, από τον προϋπολογισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τμήμα Κοινοβούλιο.

Άρθρο 2

1.      Το ύψος και τα στοιχεία καθορισμού της προσωρινής σύνταξης είναι πανομοιότυπα με τα αντίστοιχα της σύνταξης που εισπράττουν οι βουλευτές της Κάτω Βουλής του κράτους μέλους προς εκπροσώπηση του οποίου εξελέγη το εν λόγω μέλος του Κοινοβουλίου.

2.      Ο βουλευτής που επωφελείται από τους όρους του άρθρου 1, παράγραφος 2, οφείλει, με την εγγραφή στο καθεστώς αυτό, να καταβάλλει στον προϋπολογισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης εισφορά η οποία υπολογίζεται έτσι ώστε ο βουλευτής να καταβάλλει την ίδια συνολική εισφορά που καταβάλλει μέλος της Κάτω Βουλής του κράτους μέλους όπου εξελέγη, σύμφωνα με τις εθνικές διατάξεις.

Άρθρο 3

1.      Η αίτηση ένταξης στο παρόν προσωρινό συνταξιοδοτικό καθεστώς πρέπει να υποβάλλεται εντός δώδεκα μηνών από την έναρξη της θητείας του ενδιαφερομένου.

Στην περίπτωση που παρέλθει άπρακτη η προθεσμία αυτή, ορίζεται ως ημερομηνία από την οποία ισχύει η ένταξη στο συνταξιοδοτικό καθεστώς η πρώτη του μηνός κατά τη διάρκεια του οποίου παρελήφθη η αίτηση.

2.      Η αίτηση για τον υπολογισμό της σύνταξης υποβάλλεται εντός έξι μηνών από τη θεμελίωση συνταξιοδοτικού δικαιώματος.

Σε περίπτωση που παρέλθει άπρακτη η προθεσμία αυτή, ορίζεται ως ημερομηνία από την οποία εισπράττεται η σύνταξη η πρώτη του μηνός κατά τη διάρκεια του οποίου παρελήφθη η αίτηση.

[…]»

3        Το καθεστώς των βουλευτών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου θεσπίστηκε με την απόφαση 2005/684/ΕΚ, Eυρατόμ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, της 28ης Σεπτεμβρίου 2005, για τη θέσπιση του καθεστώτος των βουλευτών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου (ΕΕ 2005, L 262, σ. 1, στο εξής: καθεστώς των βουλευτών), και τέθηκε σε ισχύ στις 14 Ιουλίου 2009, πρώτη ημέρα της έβδομης κοινοβουλευτικής περιόδου.

4        Το άρθρο 25 του καθεστώτος των βουλευτών ορίζει τα εξής:

«1. Οι βουλευτές, οι οποίοι ήταν ήδη μέλη του Κοινοβουλίου ή επανεξελέγησαν σε αυτό πριν από την έναρξη ισχύος του καθεστώτος, δύνανται, όσον αφορά την αποζημίωση, τη μεταβατική αποζημίωση, τη σύνταξη και τη σύνταξη επιζώντων, να επιλέξουν για τη συνολική διάρκεια της εντολής τους το έως τώρα εθνικό σύστημα.

2. Οι πληρωμές αυτές καταβάλλονται από τον προϋπολογισμό του κράτους μέλους.

[…]»

5        Το άρθρο 28 του καθεστώτος των βουλευτών προβλέπει τα εξής:

«1. Διατηρείται πλήρως το δικαίωμα συντάξεως το οποίο απέκτησε βουλευτής, δυνάμει των εθνικών διατάξεων, κατά το χρόνο εφαρμογής του παρόντος καθεστώτος.

[…]»

6        Με αποφάσεις της 19ης Μαΐου και της 9ης Ιουλίου 2008, το προεδρείο του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου θέσπισε τα μέτρα εφαρμογής του καθεστώτος των βουλευτών (ΕΕ 2009, C 159, σ. 1, στο εξής: μέτρα εφαρμογής).

7        Το άρθρο 49 των μέτρων εφαρμογής, το οποίο αφορά το δικαίωμα σύνταξης αρχαιότητας, προβλέπει τα εξής:

«1. Οι βουλευτές οι οποίοι ασκούν την εντολή τους τουλάχιστον κατά ένα πλήρες έτος έχουν δικαίωμα, μετά τη λήξη της εντολής τους, σε ισόβια σύνταξη αρχαιότητας η οποία καταβάλλεται από την ημέρα κατά την οποία συμπληρώνουν το 63ο έτος της ηλικίας τους.

Οι πρώην βουλευτές ή οι νόμιμοι εκπρόσωποί τους υποβάλλουν, πλην των περιπτώσεων ανωτέρας βίας, αίτηση έναρξης καταβολής της σύνταξης λόγω γήρατος εντός εξαμήνου από τη γέννηση του δικαιώματος. Μετά την προθεσμία αυτή, η ημερομηνία έναρξης της συνταξιοδοτικής παροχής λόγω γήρατος είναι η πρώτη του μηνός κατά τον οποίο έγινε η παραλαβή της αίτησης.

[…]»

8        Κατά το άρθρο τους 73, τα μέτρα εφαρμογής τέθηκαν σε ισχύ την ίδια ημέρα με το καθεστώς των βουλευτών, ήτοι στις 14 Ιουλίου 2009.

9        Στο άρθρο 74 των μέτρων εφαρμογής διευκρινίζεται ότι, με την επιφύλαξη των μεταβατικών διατάξεων του τίτλου ΙV, και ειδικότερα του άρθρου 75 των ίδιων αυτών μέτρων εφαρμογής (στο εξής: άρθρο 75), οι ρυθμίσεις ΕΑΒ παύουν να ισχύουν την ημέρα έναρξης ισχύος του καθεστώτος των βουλευτών.

10      Το άρθρο 75, το οποίο αφορά μεταξύ άλλων τη σύνταξη αρχαιότητας, ορίζει τα εξής:

«1. Η σύνταξη επιζώντων, η σύνταξη αναπηρίας, η συμπληρωματική σύνταξη αναπηρίας για τα συντηρούμενα τέκνα και η σύνταξη αρχαιότητας που χορηγούνται βάσει των παραρτημάτων I, II και III των ρυθμίσεων ΕΑΒ εξακολουθούν να καταβάλλονται, κατ’ εφαρμογή των παραρτημάτων αυτών, στα πρόσωπα που λάμβαναν τις εν λόγω παροχές πριν από την ημερομηνία έναρξης ισχύος του καθεστώτος.

Εφόσον πρώην βουλευτής που δικαιούται σύνταξη αναπηρίας αποβιώσει μετά τις 14 Ιουλίου 2009, η σύνταξη επιζώντων καταβάλλεται στον ή στη σύζυγο, στον ή στη σύντροφο σταθερής μη έγγαμης σχέσης συμβίωσης ή στα συντηρούμενα τέκνα, υπό τους όρους του παραρτήματος Ι των ρυθμίσεων ΕΑΒ.

2. Τα δικαιώματα σε σύνταξη αρχαιότητας που είχαν αποκτηθεί έως την ημέρα έναρξης ισχύος του καθεστώτος κατ’ εφαρμογή του προαναφερθέντος παραρτήματος III διατηρούνται. Τα πρόσωπα που απέκτησαν δικαιώματα στο εν λόγω συνταξιοδοτικό σύστημα δικαιούνται σύνταξη υπολογιζόμενη βάσει των αποκτηθέντων δικαιωμάτων τους κατ’ εφαρμογή του προαναφερθέντος παραρτήματος III, εφόσον πληρούν τις σχετικές προϋποθέσεις που προβλέπει η εθνική νομοθεσία του οικείου κράτους μέλους και έχουν υποβάλει την αίτηση του άρθρου 3 παράγραφος 2 του προαναφερθέντος παραρτήματος III.»

11      Τέλος, το άρθρο 75 πρέπει να εξετάζεται σε συνδυασμό με την αιτιολογική σκέψη 7 των ίδιων αυτών μέτρων εφαρμογής, η οποία διαλαμβάνει τα εξής:

«Χρειάζεται εξάλλου να εξασφαλισθεί με τις μεταβατικές διατάξεις ότι όσοι λαμβάνουν ορισμένες παροχές βάσει των ρυθμίσεων ΕΑΒ θα συνεχίσουν να τις λαμβάνουν μετά την κατάργηση των ρυθμίσεων αυτών, σύμφωνα με την αρχή της εύλογης προσδοκίας. Ενδείκνυται επίσης να εξασφαλισθεί ο σεβασμός των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων που αποκτήθηκαν βάσει των ρυθμίσεων ΕΑΒ πριν από την έναρξη ισχύος του καθεστώτος. Επιπροσθέτως, είναι αναγκαίο να ληφθεί υπόψη το ειδικό σύστημα για τους βουλευτές που θα υπάγονται, κατά τη διάρκεια μιας μεταβατικής περιόδου και όσον αφορά τους οικονομικούς όρους άσκησης της εντολής, στα εθνικά συστήματα του κράτους μέλους όπου εξελέγησαν, σύμφωνα με το άρθρο 25 ή το άρθρο 29 του καθεστώτος[.]»

2.      Το ιταλικό δίκαιο

12      Στις 12 Ιουλίου 2018, το Ufficio di Presidenza della Camera dei deputati (προεδρείο της Βουλής, Ιταλία) εξέδωσε την απόφαση αριθ. 14/2018, περί νέου καθορισμού του ποσού των ισόβιων επιδομάτων και του μέρους ισόβιου επιδόματος των αναλογικών παροχών πρόνοιας, καθώς και των παροχών επιζώντων, για τα έτη θητείας έως την 31η Δεκεμβρίου 2011 (στο εξής: απόφαση αριθ. 14/2018).

13      Το άρθρο 1 της απόφασης αριθ. 14/2018 έχει ως εξής:

«1.      Από την 1η Ιανουαρίου 2019, τα ποσά των ισόβιων επιδομάτων γήρατος και επιζώντων και του μέρους ισόβιου επιδόματος των αναλογικών παροχών πρόνοιας γήρατος και επιζώντων, για τα οποία θεμελιώθηκε δικαίωμα βάσει της ισχύουσας κατά την 31η Δεκεμβρίου 2011 νομοθεσίας, υπολογίζονται βάσει του νέου προβλεπόμενου στην παρούσα απόφαση τρόπου.

2.      Ο νέος υπολογισμός που μνημονεύεται στην προηγούμενη παράγραφο πραγματοποιείται πολλαπλασιάζοντας το ποσό της ατομικής εισφοράς επί τον συντελεστή μεταβολής που σχετίζεται με την ηλικία του βουλευτή την ημερομηνία κατά την οποία ο βουλευτής θεμελίωσε δικαίωμα σε ισόβιο επίδομα ή στην αναλογική παροχή πρόνοιας.

3.      Εφαρμόζονται οι συντελεστές μεταβολής που παρατίθενται στον προσαρτημένο στην παρούσα απόφαση πίνακα 1.

4.      Το ποσό των ισόβιων επιδομάτων γήρατος και επιζώντων και του μέρους ισόβιου επιδόματος των αναλογικών παροχών πρόνοιας γήρατος και επιζώντων, που υπολογίζονται εκ νέου βάσει της παρούσας απόφασης, δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να υπερβαίνει το ποσό του ισόβιου επιδόματος, ιδίου ή επιζώντος, ή του μέρους ισόβιου επιδόματος της αναλογικής παροχής πρόνοιας, ιδίου ή επιζώντος, το οποίο προβλέπεται για κάθε βουλευτή από τον ισχύοντα κατά την ημερομηνία έναρξης της κοινοβουλευτικής θητείας κανονισμό.

5.      Το ποσό των ισόβιων επιδομάτων γήρατος και επιζώντων και του μέρους ισόβιου επιδόματος των αναλογικών παροχών πρόνοιας γήρατος και επιζώντων, που υπολογίζονται εκ νέου βάσει της παρούσας απόφασης, δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να είναι κατώτερο του ποσού που προκύπτει από τον πολλαπλασιασμό του ποσού των ατομικών εισφορών που κατέβαλε βουλευτής ο οποίος άσκησε κοινοβουλευτική θητεία κατά τη 17η και μόνο κοινοβουλευτική περίοδο, όπως αποτιμάται εκ νέου βάσει του άρθρου 2 κατωτέρω, επί τον ισχύοντα την 31η Δεκεμβρίου 2018 συντελεστή μεταβολής που αντιστοιχεί στην ηλικία των 65 ετών.

6.      Στην περίπτωση που, κατόπιν του εκ νέου υπολογισμού που πραγματοποιείται βάσει της παρούσας απόφασης, το νέο ποσό των ισόβιων επιδομάτων γήρατος και επιζώντων και του μέρους ισόβιου επιδόματος των αναλογικών παροχών πρόνοιας γήρατος και επιζώντων, μειώνεται κατά περισσότερο από 50 % σε σχέση με το ποσό του ισόβιου επιδόματος, ιδίου ή επιζώντος, ή του μέρους ισόβιου επιδόματος της αναλογικής παροχής πρόνοιας, ιδίου ή επιζώντος, το οποίο προβλέπεται για κάθε βουλευτή από τον ισχύοντα κατά την ημερομηνία έναρξης της κοινοβουλευτικής θητείας κανονισμό, το ελάχιστο ποσό που καθορίζεται δυνάμει της παραγράφου 5 επαυξάνεται κατά το ήμισυ.

7.      Το προεδρείο, κατόπιν πρότασης του σώματος των κοσμητόρων βουλευτών, δύναται να αυξήσει, έως 50 % κατά μέγιστο, το ποσό των ισόβιων επιδομάτων γήρατος και επιζώντων και το μέρος ισόβιου επιδόματος των αναλογικών παροχών πρόνοιας γήρατος και επιζώντων, που υπολογίζονται εκ νέου βάσει της παρούσας απόφασης, για τα πρόσωπα που υποβάλλουν σχετική αίτηση και τα οποία πληρούν τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

a)      δεν λαμβάνουν άλλα ετήσια εισοδήματα ποσού ανώτερου του ετήσιου ποσού της κοινωνικής αρωγής, πλην εκείνων που ενδεχομένως αντλούν, από οποιαδήποτε αιτία, από το κτίριο το οποίο είναι η κύρια κατοικία τους·

b)      πάσχουν από σοβαρές ασθένειες λόγω των οποίων απαιτείται να υποβληθούν σε ζωτικής σημασίας θεραπείες, όπως αποδεικνύεται από κατάλληλα έγγραφα που εκδίδουν δημόσια ιδρύματα περίθαλψης, πάσχουν από αναγνωρισμένες από τις αρμόδιες αρχές ασθένειες οι οποίες συνεπάγονται ολική αναπηρία (100 %).

8. Τα δικαιολογητικά έγγραφα προς απόδειξη της συνδρομής των προϋποθέσεων που προβλέπονται στην παράγραφο 7 προσκομίζονται από τον αιτούντα με την αίτηση και, εν συνεχεία, το αργότερο έως την 31η Δεκεμβρίου κάθε έτους.»

II.    Ιστορικό της διαφοράς

14      Οι προσφεύγοντες, η Maria Teresa Coppo Gavazzi και τα λοιπά φυσικά πρόσωπα των οποίων τα ονόματα περιλαμβάνονται στο παράρτημα, είναι είτε πρώην βουλευτές του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, εκλεγέντες στην Ιταλία, είτε στην περίπτωση των Vanda Novati, Maria Di Meo, Leda Frittelli, Mirella Musoni, Jitka Frantova και Ida Panusa, στις υποθέσεις Τ‑397/19, Τ‑409/19, Τ‑414/19, Τ‑426/19, Τ‑427/19 και Τ‑453/19, επιζώσες σύζυγοι πρώην βουλευτών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, εκλεγέντων στο ίδιο κράτος μέλος. Έκαστος εκ των προσφευγόντων λαμβάνει σύνταξη αρχαιότητας ή σύνταξη επιζώντων.

15      Κατ’ εφαρμογήν των κανόνων της απόφασης αριθ. 14/2018, το ποσό της σύνταξης ορισμένων Ιταλών πρώην βουλευτών (ή της σύνταξης των επιζωσών συζύγων τους) μειώθηκε από την 1η Ιανουαρίου 2019.

16      Κατόπιν ασκήσεως προσφυγής κατά της απόφασης αριθ. 14/2018 από βουλευτές της ιταλικής Βουλής που εθίγησαν από τις εν λόγω μειώσεις, η νομιμότητα της εθνικής αυτής απόφασης εξετάζεται τώρα από το Consiglio di giurisdizione della Camera dei deputati (δικαστικό συμβούλιο της Βουλής, Ιταλία).

17      Με την προσθήκη σχολίου στα εκκαθαριστικά σημειώματα σύνταξης του Ιανουαρίου του 2019, το Κοινοβούλιο ενημέρωσε τους προσφεύγοντες ότι το ποσό της σύνταξής τους ενδέχεται να αναθεωρηθεί κατ’ εκτέλεση της απόφασης αριθ. 14/2018 και ότι ο νέος αυτός υπολογισμός ενδέχεται να συνεπάγεται ανάκτηση αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών.

18      Συγκεκριμένα, το Κοινοβούλιο διευκρίνισε ότι όφειλε να εφαρμόσει την απόφαση αριθ. 14/2018 και, επομένως, να υπολογίσει εκ νέου το ποσό των συντάξεων των προσφευγόντων, λαμβανομένου υπόψη του άρθρου 2, παράγραφος 1, του παραρτήματος III, κατά το οποίο «[τ]ο ύψος και τα στοιχεία καθορισμού της προσωρινής σύνταξης [αρχαιότητας] ταυτίζονται με τα αντίστοιχα της σύνταξης που εισπράττουν οι βουλευτές της Κάτω Βουλής του κράτους μέλους προς εκπροσώπηση του οποίου εκλέχθηκε ο οικείος βουλευτής του Κοινοβουλίου» (στο εξής: κανόνας σύνταξης ίδιου επιπέδου).

19      Με μη χρονολογημένο σημείωμα του προϊσταμένου της μονάδας «Αποζημιώσεων και Κοινωνικών Δικαιωμάτων των Βουλευτών» της Γενικής Διεύθυνσης (ΓΔ) Οικονομικών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, προσαρτημένο στα εκκαθαριστικά σημειώματα σύνταξης των προσφευγόντων του Φεβρουαρίου του 2019, το Κοινοβούλιο ενημέρωσε τους προσφεύγοντες ότι, με τη γνωμοδότηση αριθ. SJ‑0836/18 της 11ης Ιανουαρίου 2019, η νομική υπηρεσία του είχε επιβεβαιώσει τη δυνατότητα αυτόματης εφαρμογής της απόφασης αριθ. 14/2018 στην περίπτωσή τους (στο εξής: γνωμοδότηση της νομικής υπηρεσίας). Κατά το σημείωμα αυτό, μόλις θα παραλάμβανε τις αναγκαίες πληροφορίες από την Camera dei deputati (Βουλή, Ιταλία), το Κοινοβούλιο θα γνωστοποιούσε στους προσφεύγοντες τον νέο καθορισμό του ποσού της σύνταξής τους και θα προέβαινε στην ανάκτηση της ενδεχόμενης διαφοράς κατά τους επόμενους δώδεκα μήνες. Τέλος, με το σημείωμα αυτό οι προσφεύγοντες ενημερώθηκαν ότι επρόκειτο να εκδοθεί επίσημη πράξη σχετικά με τον οριστικό καθορισμό του ποσού των συντάξεών τους κατά της οποίας θα μπορούσαν να ασκήσουν προσφυγή βάσει του άρθρου 72 των μέτρων εφαρμογής ή προσφυγή ακυρώσεως βάσει του άρθρου 263 ΣΛΕΕ.

20      Με σημειώματα της 11ης Απριλίου 2019 (στο εξής, όσον αφορά τον L. A. Florio, στην υπόθεση Τ‑465/19: σχέδιο απόφασης), ο προϊστάμενος της μονάδας «Αποζημιώσεων και Κοινωνικών Δικαιωμάτων των Βουλευτών» της ΓΔ Οικονομικών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ενημέρωσε τους προσφεύγοντες ότι, όπως είχε ανακοινώσει στο σημείωμα του Φεβρουαρίου του 2019, το ποσό της σύνταξής τους επρόκειτο να προσαρμοστεί, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 2, παράγραφος 1, του παραρτήματος III, κατά το ποσό της μείωσης των ανάλογων συντάξεων που καταβάλλει η ιταλική Βουλή στους πρώην βουλευτές της κατ’ εφαρμογήν της απόφασης αριθ. 14/2018. Τα εν λόγω σημειώματα περιείχαν επίσης τη διευκρίνιση ότι το ποσό των συντάξεων των προσφευγόντων επρόκειτο να προσαρμοστεί από τον Απρίλιο του 2019 (και με αναδρομική ισχύ από την 1η Ιανουαρίου 2019) κατ’ εφαρμογήν των σχεδίων καθορισμού των νέων ποσών των συντάξεων που διαβιβάζονταν προσαρτημένα στα εν λόγω σημειώματα. Τέλος, στα σημειώματα παρεχόταν στους προσφεύγοντες η δυνατότητα να καταθέσουν τις παρατηρήσεις τους εντός προθεσμίας 30 ημερών από την παραλαβή τους. Ελλείψει παρατηρήσεων, τα αποτελέσματα των σημειωμάτων αυτών θα θεωρούνταν οριστικά και θα συνεπάγονταν, μεταξύ άλλων, την ανάκτηση των αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών για τους μήνες Ιανουάριο έως Μάρτιο του 2019.

21      Πλην του L. A. Florio, στην υπόθεση Τ‑465/19, ουδείς προσφεύγων κατάθεσε παρατηρήσεις και, επομένως, τα σημειώματα που μνημονεύονται στη σκέψη 20 ανωτέρω κατέστησαν οριστικά έναντι αυτών.

22      Με μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της 14ης Μαΐου 2019, ο L. A. Florio υπέβαλε τις παρατηρήσεις του στην αρμόδια υπηρεσία του Κοινοβουλίου.

23      Με έγγραφο της 11ης Ιουνίου 2019 (στο εξής: τελική απόφαση), ο προϊστάμενος της μονάδας «Αποζημιώσεων και Κοινωνικών Δικαιωμάτων των Βουλευτών» της ΓΔ Οικονομικών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου επισήμανε ότι οι παρατηρήσεις του L. A. Florio δεν περιείχαν στοιχεία ικανά να δικαιολογήσουν αναθεώρηση της θέσης του Κοινοβουλίου, όπως αυτή καταγράφηκε στο σχέδιο απόφασης. Ως εκ τούτου, το ποσό των συντάξεων και το επακόλουθο πρόγραμμα ανάκτησης των αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών, όπως υπολογίστηκαν εκ νέου και γνωστοποιήθηκαν στο παράρτημα του εν λόγω σχεδίου απόφασης, κατέστησαν οριστικά κατά την ημερομηνία κοινοποίησης της τελικής απόφασης.

III. Διαδικασία και αιτήματα των διαδίκων

24      Με δικόγραφα που κατέθεσαν στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 27 Ιουνίου (υποθέσεις Τ‑389/19 έως Τ‑393/19), στις 28 Ιουνίου (υποθέσεις Τ‑394/19, Τ‑397/19, Τ‑398/19, Τ‑403/19, Τ‑404/19, Τ‑406/19, Τ‑407/19, Τ‑409/19 έως Τ‑414/19, Τ‑416/19 και Τ‑417/19), την 1η Ιουλίου (υποθέσεις Τ‑435/19, Τ‑436/19, Τ‑438/19 έως Τ‑442/19, Τ‑444/19 έως Τ‑446/19), στις 2 Ιουλίου (υποθέσεις Τ‑421/19, Τ‑422/19, Τ‑425/19 έως Τ‑427/19, Τ‑429/19 έως Τ‑432/19), στις 3 Ιουλίου (Τ‑418/19, Τ‑420/19, Τ‑448/19, Τ‑450/19 έως Τ‑453/19), στις 4 Ιουλίου (υποθέσεις Τ‑454/19 έως Τ‑463/19) και στις 5 Ιουλίου 2019 (υπόθεση Τ‑465/19), οι προσφεύγοντες άσκησαν τις υπό κρίση προσφυγές.

25      Στις 10 Ιουλίου (υποθέσεις Τ‑389/19 έως Τ‑393/19, Τ‑394/19, Τ‑397/19, Τ‑398/19, Τ‑403/19, Τ‑404/19, Τ‑406/19, Τ‑407/19, Τ‑409/19 έως Τ‑414/19, Τ‑416/19 και Τ‑417/19) και στις 18 Ιουλίου 2019 (υποθέσεις Τ‑418/19, Τ‑420/19 έως Τ‑422/19, Τ‑425/19 έως Τ‑427/19, Τ‑429/19 έως Τ‑432/19, Τ‑435/19, Τ‑436/19, Τ‑438/18 έως Τ‑442/19, Τ‑444/19 έως Τ‑446/19, Τ‑448/19, Τ‑450/19 έως Τ‑454/19, Τ‑463/19 και Τ‑465/19), το Κοινοβούλιο ζήτησε, βάσει του άρθρου 68, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου, τη συνεκδίκαση των υποθέσεων.

26      Στις 19 Ιουλίου (υποθέσεις Τ‑389/19 έως Τ‑393/19, Τ‑394/19, Τ‑397/19, Τ‑398/19, Τ‑403/19, Τ‑404/19, Τ‑406/19, Τ‑407/19, Τ‑409/19 και Τ‑410/19) και στις 22 Ιουλίου 2019, (υποθέσεις Τ‑411/19 έως Τ‑414/19 και Τ‑416/19 έως Τ‑418/19, Τ‑420/19 έως Τ‑422/19, Τ‑425/19 έως Τ‑427/19, Τ‑429/19 έως Τ‑432/19, Τ‑435/19, Τ‑436/19, Τ‑438/18 έως Τ‑442/19, Τ‑444/19 έως Τ‑446/19, Τ‑448/19, Τ‑450/19 έως Τ‑454/19, Τ‑463/19 και Τ‑465/19), το Κοινοβούλιο ζήτησε, βάσει του άρθρου 69, στοιχείο γʹ, του Κανονισμού Διαδικασίας την αναστολή της εκδίκασης των υποθέσεων εν αναμονή της απόφασης του Consiglio di giurisdizione della Camera dei deputati (δικαστικού συμβουλίου της Βουλής) επί του κύρους της απόφασης αριθ. 14/2018.

27      Στις 11 Σεπτεμβρίου (υποθέσεις Τ‑391/19 και Τ‑392/19), στις 12 Σεπτεμβρίου (υπόθεση Τ‑389/19), στις 13 Σεπτεμβρίου (υπόθεση Τ‑393/19), στις 16 Σεπτεμβρίου (υποθέσεις Τ‑394/19, Τ‑403/19, Τ‑410/19, Τ‑412/19 και Τ‑416/19), στις 17 Σεπτεμβρίου (υποθέσεις Τ‑397/19, Τ‑398/19, Τ‑409/19 και Τ‑414/19), στις 18 Σεπτεμβρίου (υποθέσεις Τ‑390/19, Τ‑404/19, Τ‑406/19, Τ‑407/19, Τ‑411/19, Τ‑413/19, Τ‑417/19, Τ‑418/19, Τ‑420/19 έως Τ‑422/19, Τ‑425/19, Τ‑429/19 έως Τ‑431/19, Τ‑436/19 και Τ‑438/19), στις 19 Σεπτεμβρίου (υποθέσεις Τ‑426/19, Τ‑427/19, Τ‑435/19, Τ‑439/19, Τ‑442/19, Τ‑445/19 και Τ‑446/19), στις 20 Σεπτεμβρίου (υποθέσεις Τ‑432/19, Τ‑440/19, Τ‑448/19, Τ‑450/19, Τ‑451/19, Τ‑454/19 και Τ‑463/19), στις 23 Σεπτεμβρίου (υποθέσεις Τ‑441/19, Τ‑444/19, Τ‑452/19 και Τ‑465/19) και στις 24 Σεπτεμβρίου 2019 (υπόθεση Τ‑453/19), το Κοινοβούλιο κατέθεσε τα υπομνήματα αντικρούσεως.

28      Στις 27 Σεπτεμβρίου (υποθέσεις Τ‑389/19 και Τ‑390/19), στις 30 Σεπτεμβρίου (υποθέσεις Τ‑391/19 έως Τ‑394/19, Τ‑397/19 και Τ‑398/19), την 1η Οκτωβρίου (υποθέσεις Τ‑403/19, Τ‑404/19, Τ‑406/19, Τ‑407/19 και Τ‑409/19 έως Τ‑411/19), στις 2 Οκτωβρίου (υποθέσεις Τ‑412/19 έως Τ‑414/19, Τ‑416/19 έως Τ‑418/19, Τ‑420/19 έως Τ‑422/19 και Τ‑430/19 έως Τ‑432/19), στις 3 Οκτωβρίου (υποθέσεις Τ‑425/19, Τ‑435/19, Τ‑436/19, Τ‑438/19 έως Τ‑442/19, Τ‑444/19 έως Τ‑446/19, Τ‑448/19 και Τ‑450/19 έως Τ‑454/19) και στις 4 Οκτωβρίου 2019 (υποθέσεις Τ‑426/19, Τ‑427/19, Τ‑429/19, Τ‑463/19 και Τ‑465/19), το Γενικό Δικαστήριο έθεσε στους διαδίκους ερωτήσεις σχετικά, αφενός, με το ενδεχόμενο να προσδιοριστεί ένας περιορισμένος αριθμός αντιπροσωπευτικών υποθέσεων από τις 84 παρεμφερείς υποθέσεις των οποίων είχε τότε επιληφθεί και, αφετέρου, με το ενδεχόμενο να ανασταλεί, κατά συνέπεια, η εκδίκαση των λοιπών υποθέσεων έως ότου αποκτήσει ισχύ δεδικασμένου η απόφαση που θα περατώσει τη δίκη στις υποθέσεις που θα προσδιοριστούν ως αντιπροσωπευτικές. Εξάλλου, το Γενικό Δικαστήριο ζήτησε από το Κοινοβούλιο να προσκομίσει, στο σύνολό τους, τις ρυθμίσεις ΕΑΒ.

29      Στις 15 Οκτωβρίου (υπόθεση Τ‑452/19), στις 18 Οκτωβρίου (υποθέσεις Τ‑389/19, Τ‑390/19, Τ‑410/19 έως Τ‑414/19, Τ‑416/19, Τ‑418/19, Τ‑420/19 και Τ‑421/19), στις 22 Οκτωβρίου (υποθέσεις Τ‑391/19 έως Τ‑394/19, Τ‑397/19, Τ‑398/19, Τ‑403/19, Τ‑404/19, Τ‑406/19, Τ‑407/19, Τ‑409/19, Τ‑417/19, Τ‑422/19 και Τ‑430/19 έως Τ‑432/19), στις 24 Οκτωβρίου (υποθέσεις Τ‑425/19 έως Τ‑427/19, Τ‑429/19, Τ‑435/19, Τ‑436/19, Τ‑438/19 έως Τ‑442/19, Τ‑444/19 έως Τ‑446/19, Τ‑448/19, Τ‑450/19, Τ‑451/19, Τ‑453/19 και Τ‑454/19) και στις 28 Οκτωβρίου 2019 (υποθέσεις Τ‑463/19 και Τ‑465/19), το Κοινοβούλιο απάντησε στην ερώτηση του Γενικού Δικαστηρίου και διαβίβασε το πλήρες κείμενο των ρυθμίσεων ΕΑΒ.

30      Στις 21 Οκτωβρίου 2019, οι προσφεύγοντες απάντησαν στην ερώτηση του Γενικού Δικαστηρίου.

31      Με αποφάσεις της 4ης Νοεμβρίου (υποθέσεις Τ‑389/19 έως Τ‑394/19, Τ‑397/19 και Τ‑398/19), της 5ης Νοεμβρίου (υποθέσεις Τ‑403/19 και Τ‑404/19), της 6ης Νοεμβρίου (υποθέσεις Τ‑406/19, Τ‑407/19, Τ‑409/19, Τ‑414/19 και Τ‑416/19), της 7ης Νοεμβρίου (υποθέσεις Τ‑410/19 έως Τ‑412/19, Τ‑417/19, Τ‑418/19 και Τ‑420/19), της 8ης Νοεμβρίου (υποθέσεις Τ‑413/19, Τ‑421/19, Τ‑422/19 και Τ‑425/19), της 11ης Νοεμβρίου (υποθέσεις Τ‑426/19, Τ‑427/19, Τ‑429/19 έως Τ‑431/19 και Τ‑452/19), της 12ης Νοεμβρίου (υποθέσεις Τ‑432/19, Τ‑435/19 και Τ‑436/19), της 13ης Νοεμβρίου (υποθέσεις Τ‑438/19 έως Τ‑442/19, Τ‑444/19 έως Τ‑446/19 και Τ‑448/19), της 14ης Νοεμβρίου (υποθέσεις Τ‑450/19, Τ‑451/19, Τ‑453/19 και Τ‑454/19) και της 15ης Νοεμβρίου 2019 (υποθέσεις Τ‑463/19 και Τ‑465/19), και κατόπιν μεταβολής της συνθέσεως των τμημάτων του Γενικού Δικαστηρίου, οι υποθέσεις ανατέθηκαν εκ νέου στο όγδοο τμήμα.

32      Με έγγραφα της 5ης και της 28ης Νοεμβρίου 2019, το Κοινοβούλιο ενημέρωσε το Γενικό Δικαστήριο για τον θάνατο του Luigi Caligaris, προσφεύγοντος στην υπόθεση Τ‑435/19. Λαμβανομένων υπόψη των περιστάσεων αυτών, το Γενικό Δικαστήριο ζήτησε, στις 2 Δεκεμβρίου 2019, από τον δικηγόρο του προσφεύγοντος να διευκρινίσει τη συνέχεια που επιθυμούσε να δώσει στη διαδικασία. Στις 20 Δεκεμβρίου 2019, ο δικηγόρος του L. Caligaris ενημέρωσε το Γενικό Δικαστήριο ότι η χήρα του, Paola Chiaramello, επιθυμούσε να συνεχίσει τη διαδικασία. Στις 30 Σεπτεμβρίου 2020, ο δικηγόρος της P. Chiaramello ενημέρωσε το Γενικό Δικαστήριο για τον θάνατο της εντολίδας του. Στις 7 Οκτωβρίου 2020, ο δικηγόρος της P. Chiaramello ενημέρωσε το Γενικό Δικαστήριο ότι ο Enrico Caligaris και η Valentina Caligaris, κληρονόμοι της P. Chiaramello, επιθυμούσαν να συνεχίσουν τη διαδικασία.

33      Στις 28 Νοεμβρίου 2019, το Γενικό Δικαστήριο αποφάσισε ότι δεν παρίστατο ανάγκη για δεύτερη ανταλλαγή υπομνημάτων.

34      Στις 3 Δεκεμβρίου (υπόθεση Τ‑389/19), στις 4 Δεκεμβρίου (υποθέσεις Τ‑390/19 έως Τ‑394/19), στις 5 Δεκεμβρίου (υποθέσεις Τ‑397/19, Τ‑398/19, Τ‑403/19, Τ‑404/19, Τ‑406/19, Τ‑407/19, Τ‑409/19 έως Τ‑412/19, Τ‑418/19, Τ‑420/19 έως Τ‑422/19, Τ‑425/19 έως Τ‑427/19, Τ‑429/19 έως Τ‑432/19, Τ‑435/19, Τ‑436/19 και Τ‑438/19 έως Τ‑441/19), στις 6 Δεκεμβρίου (υποθέσεις Τ‑413/19, Τ‑414/19, Τ‑416 και Τ‑417/19), στις 9 Δεκεμβρίου (υποθέσεις Τ‑442/19, Τ‑444/19 έως Τ‑446/19, Τ‑448/19, Τ‑450/19, Τ‑451/19, Τ‑454/19, Τ‑463/19 και Τ‑465/19) και στις 10 Δεκεμβρίου 2019 (υποθέσεις Τ‑452/19 και Τ‑453/19), το Γενικό Δικαστήριο ζήτησε από τους προσφεύγοντες να λάβουν θέση επί του αιτήματος αναστολής που κατέθεσε το Κοινοβούλιο.

35      Στις 3 Δεκεμβρίου (υπόθεση Τ‑389/19), στις 4 Δεκεμβρίου (υποθέσεις Τ‑390/19 έως Τ‑394/19), στις 5 Δεκεμβρίου (υποθέσεις Τ‑397/19, Τ‑398/19, Τ‑403/19, Τ‑404/19, Τ‑406/19, Τ‑407/19, Τ‑409/19 έως Τ‑412/19, Τ‑418/19, Τ‑420/19 έως Τ‑422/19, Τ‑425/19 έως Τ‑427/19, Τ‑429/19 έως Τ‑432/19, Τ‑435/19, Τ‑436/19 και Τ‑438/19 έως Τ‑441/19), στις 6 Δεκεμβρίου (υποθέσεις Τ‑413/19, Τ‑414/19, Τ‑416/19 και Τ‑417/19), στις 9 Δεκεμβρίου (υποθέσεις Τ‑442/19, Τ‑444/19 έως Τ‑446/19, Τ‑448/19, Τ‑450/19, Τ‑451/19, Τ‑454/19, Τ‑463/19 και Τ‑465/19) και στις 10 Δεκεμβρίου 2019 (υποθέσεις Τ‑452/19 και Τ‑453/19), το Γενικό Δικαστήριο ζήτησε από τους διαδίκους να λάβουν θέση επί του ενδεχομένου συνεκδίκασης των υποθέσεων Τ‑389/19 έως Τ‑394/19, Τ‑397/19, Τ‑398/19, Τ‑403/19, Τ‑404/19, Τ‑406/19, Τ‑407/19, Τ‑409/19 έως Τ‑418/19, Τ‑420/19 έως Τ‑422/19, Τ‑425/19 έως Τ‑427/19, Τ‑429/19 έως Τ‑432/19, Τ‑435/19, Τ‑436/19, Τ‑438/19 έως Τ‑442/19, Τ‑444/19 έως Τ‑446/19, Τ‑448/19, Τ‑450/19 έως Τ‑454/19, Τ‑463/19 και Τ‑465/19.

36      Στις 16 Δεκεμβρίου (υποθέσεις Τ‑389/19 έως Τ‑394/19, Τ‑397/19, Τ‑398/19, Τ‑403/19, Τ‑404/19, Τ‑406/19, Τ‑407/19 και Τ‑409/19 έως Τ‑414/19, Τ‑416/19 και Τ‑417/19), στις 17 Δεκεμβρίου (υποθέσεις Τ‑418/19, Τ‑420/19 έως Τ‑422/19, Τ‑425/19 έως Τ‑427/19, Τ‑429/19 έως Τ‑432/19, Τ‑435/19, Τ‑436/19, Τ‑438/19 έως Τ‑442/19, Τ‑444/19 και Τ‑445/19) και στις 19 Δεκεμβρίου 2019 (υποθέσεις Τ‑446/19, Τ‑448/19, Τ‑450/19 έως Τ‑454/19, Τ‑463/19 και Τ‑465/19), το Κοινοβούλιο κατέθεσε τις παρατηρήσεις του επί της πρότασης συνεκδίκασης.

37      Με έγγραφο της 18ης Δεκεμβρίου 2019, η προσφεύγουσα στην υπόθεση Τ‑389/19 ζήτησε από το Γενικό Δικαστήριο να αναθεωρήσει την απόφαση που εξέδωσε στις 28 Νοεμβρίου 2019 και να της παράσχει τη δυνατότητα να καταθέσει υπόμνημα απαντήσεως.

38      Στις 8 Ιανουαρίου 2020, οι προσφεύγοντες, πλην εκείνων που άσκησαν τις προσφυγές στις υποθέσεις Τ‑409/19 και Τ‑446/19, κατέθεσαν τις παρατηρήσεις τους επί του αιτήματος αναστολής που υπέβαλε το Κοινοβούλιο.

39      Στις 9 Ιανουαρίου 2020, οι προσφεύγοντες κατέθεσαν τις παρατηρήσεις τους επί της πρότασης συνεκδίκασης.

40      Στις 16 Ιανουαρίου (υποθέσεις Τ‑389/19 έως Τ‑393/19, Τ‑397/19, Τ‑398/19, Τ‑403/19, Τ‑404/19, Τ‑406/19, Τ‑407/19, Τ‑410/19 έως Τ‑414/19, Τ‑418/19 και Τ‑420/19) και στις 17 Ιανουαρίου 2020 (υποθέσεις Τ‑394/19, Τ‑409/19, Τ‑416/19, Τ‑417/19, Τ‑421/19, Τ‑422/19, Τ‑425/19 έως Τ‑427/19, Τ‑429/19 έως Τ‑432/19, Τ‑435/19, Τ‑436/19, Τ‑438/19 έως Τ‑442/19, Τ‑444/19 έως Τ‑446/19, Τ‑448/19, Τ‑450/19 έως Τ‑454/19, Τ‑463/19 και Τ‑465/19), ο πρόεδρος του όγδοου τμήματος αποφάσισε να μην αναστείλει τη διαδικασία.

41      Με απόφαση του προέδρου του όγδοου τμήματος του Γενικού Δικαστηρίου της 21ης Ιανουαρίου 2020, οι υπό κρίση υποθέσεις καθώς και η υπόθεση Τ‑415/19, Laroni κατά Κοινοβουλίου, ενώθηκαν προς διευκόλυνση της έγγραφης και της προφορικής διαδικασίας και προς έκδοση κοινής απόφασης, κατά το άρθρο 68 του Κανονισμού Διαδικασίας.

42      Στις 23 Ιανουαρίου 2020, το Γενικό Δικαστήριο ζήτησε από το Κοινοβούλιο να προσκομίσει το σύνολο του ιστορικού θέσπισης του άρθρου 75 και του παραρτήματος III. Εξάλλου, το Γενικό Δικαστήριο έθεσε ερωτήσεις στο Κοινοβούλιο σχετικά με τη διοικητική πρακτική του στον τομέα των αποδοχών και των συντάξεων. Το Κοινοβούλιο απάντησε στην ερώτηση και διαβίβασε τα ζητηθέντα προπαρασκευαστικά έγγραφα στις 11 Φεβρουαρίου 2020.

43      Στις 4 Μαρτίου 2020, οι προσφεύγοντες ζήτησαν, δυνάμει του άρθρου 106, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, τη διεξαγωγή επ’ ακροατηρίου συζητήσεως.

44      Στις 20 Απριλίου 2020, ο πρόεδρος του όγδοου τμήματος αποφάσισε την εκδίκαση των υπό κρίση υποθέσεων κατά προτεραιότητα, βάσει του άρθρου 67, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας.

45      Με έγγραφο της 30ής Απριλίου 2020, το Κοινοβούλιο ενημέρωσε το Γενικό Δικαστήριο για τον θάνατο του Giulietto Chiesa, προσφεύγοντος στην υπόθεση Τ‑445/19. Λαμβανομένων υπόψη των περιστάσεων αυτών, το Γενικό Δικαστήριο ζήτησε, στις 8 Μαΐου 2020, από τον δικηγόρο του προσφεύγοντος να διευκρινίσει τη συνέχεια που επιθυμούσε να δώσει στη διαδικασία. Στις 8 Ιουνίου 2020, ο δικηγόρος του G. Chiesa ενημέρωσε το Γενικό Δικαστήριο ότι η χήρα του, Fiammetta Cucurnia, επροτίθετο να συνεχίσει τη διαδικασία.

46      Στις 30 Απριλίου 2020, το Γενικό Δικαστήριο ζήτησε από τους διαδίκους να λάβουν θέση επί του ενδεχομένου συνεκδίκασης των υπό κρίση προσφυγών και της υπόθεσης Τ‑415/19, Laroni κατά Κοινοβουλίου, με τις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις Τ‑345/19, Santini κατά Κοινοβουλίου, Τ‑346/19, Ceravolo κατά Κοινοβουλίου, Τ‑364/19, Moretti κατά Κοινοβουλίου, Τ‑365/19, Capraro κατά Κοινοβουλίου, Τ‑366/19, Sboarina κατά Κοινοβουλίου, Τ‑372/19, Cellai κατά Κοινοβουλίου, Τ‑373/19, Gatti κατά Κοινοβουλίου, Τ‑374/19, Wuhrer κατά Κοινοβουλίου, Τ‑375/19, Pisoni κατά Κοινοβουλίου και Τ‑385/19, Mazzone κατά Κοινοβουλίου, καθώς και με τις υποθέσεις Τ‑519/19, Forte κατά Κοινοβουλίου και Τ‑695/19, Falqui κατά Κοινοβουλίου προς διευκόλυνση της προφορικής διαδικασίας.

47      Κατόπιν προτάσεως του ογδόου τμήματος, το Γενικό Δικαστήριο αποφάσισε, στις 15 Μαΐου 2020, να παραπέμψει την υπόθεση σε πενταμελές τμήμα, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 28 του Κανονισμού Διαδικασίας.

48      Στις 19 Μαΐου 2020, το Γενικό Δικαστήριο έθεσε ερωτήσεις στους διαδίκους σχετικά με διάφορα ζητήματα των υπό κρίση υποθέσεων.

49      Στις 2 και στις 3 Ιουνίου 2020, αντιστοίχως, το Κοινοβούλιο και οι προσφεύγοντες κατέθεσαν τις παρατηρήσεις τους επί της προαναφερθείσας στη σκέψη 46 ανωτέρω πρότασης συνεκδίκασης προς διευκόλυνση της προφορικής διαδικασίας.

50      Στις 5 Ιουνίου 2020, ο πρόεδρος του όγδοου τμήματος αποφάσισε τη συνεκδίκαση των υπό κρίση υποθέσεων και της υπόθεσης Τ‑415/19, Laroni κατά Κοινοβουλίου, με τις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις Τ‑345/19, Santini κατά Κοινοβουλίου, Τ‑346/19, Ceravolo κατά Κοινοβουλίου, Τ‑364/19, Moretti κατά Κοινοβουλίου, Τ‑365/19, Capraro κατά Κοινοβουλίου, Τ‑366/19, Sboarina κατά Κοινοβουλίου, Τ‑372/19, Cellai κατά Κοινοβουλίου, Τ‑373/19, Gatti κατά Κοινοβουλίου, Τ‑374/19, Wuhrer κατά Κοινοβουλίου, Τ‑375/19, Pisoni κατά Κοινοβουλίου και Τ‑385/19, Mazzone κατά Κοινοβουλίου, καθώς και με τις υποθέσεις Τ‑519/19, Forte κατά Κοινοβουλίου και Τ‑695/19, Falqui κατά Κοινοβουλίου προς διευκόλυνση της προφορικής διαδικασίας.

51      Στις 17 Ιουνίου 2020, οι προσφεύγοντες και το Κοινοβούλιο απάντησαν στις ερωτήσεις που τους είχε θέσει το Γενικό Δικαστήριο στις 19 Μαΐου 2020.

52      Με έγγραφο της 1ης Ιουλίου 2020, οι προσφεύγοντες ζήτησαν από το Γενικό Δικαστήριο να παραταθεί ο χρόνος αγόρευσής τους. Στις 3 Ιουλίου 2020, το Γενικό Δικαστήριο δέχθηκε εν μέρει το αίτημα αυτό.

53      Με έγγραφο της 2ας Ιουλίου 2020, το Κοινοβούλιο ενημέρωσε το Γενικό Δικαστήριο για τον θάνατο της Jitka Frantova, προσφεύγουσας στην υπόθεση Τ‑427/19. Με έγγραφα της 13ης Ιουλίου 2020 και της 5ης Αυγούστου 2020, ο δικηγόρος της J. Frantova ενημέρωσε επίσης το Γενικό Δικαστήριο για τον θάνατο της εντολίδας του και διευκρίνισε ότι θα διαβιβάσει στο Γενικό Δικαστήριο κάθε αναγκαία πληροφορία σχετικά με την κληρονομία και τη συνέχεια που επρόκειτο να δοθεί στη διαδικασία. Στις 16 Σεπτεμβρίου 2020, ο δικηγόρος της J. Frantova ενημέρωσε το Γενικό Δικαστήριο ότι η Daniela Concardia, κληρονόμος της προσφεύγουσας, επιθυμούσε να συνεχίσει τη διαδικασία.

54      Οι διάδικοι ανέπτυξαν προφορικά τις παρατηρήσεις τους και απάντησαν στις γραπτές και προφορικές ερωτήσεις του Γενικού Δικαστηρίου κατά τη συνεδρίαση της 7ης Ιουλίου 2020.

55      Με απόφαση της 8ης Οκτωβρίου 2020, αφού οι διάδικοι ανέπτυξαν τις παρατηρήσεις τους, ο πρόεδρος του όγδοου τμήματος αποφάσισε να χωρίσει την υπόθεση Τ‑415/19, Laroni κατά Κοινοβουλίου, από τις λοιπές υποθέσεις, βάσει του άρθρου 68, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας.

56      Οι προσφεύγοντες, πλην του Luigi Andrea Florio, στην υπόθεση Τ‑465/19, ζητούν από το Γενικό Δικαστήριο:

–        να κηρύξει ανυπόστατα ή να ακυρώσει τα σημειώματα της 11ης Απριλίου 2019 τα οποία μνημονεύονται στη σκέψη 20 ανωτέρω·

–        να διατάξει το Κοινοβούλιο να αποδώσει όλα τα αχρεωστήτως παρακρατηθέντα ποσά, προσαυξημένα με τους νόμιμους τόκους από την ημερομηνία παρακράτησης έως την εξόφληση, και να υποχρεώσει το Κοινοβούλιο να εκτελέσει την εκδοθησομένη απόφαση και να προβεί σε όλες τις πρωτοβουλίες, πράξεις ή αποφάσεις που είναι απαραίτητες για τη διασφάλιση της άμεσης και στο ακέραιο αποκατάστασης της συνταξιοδοτικής παροχής στην αρχική έκτασή της·

–        να καταδικάσει το Κοινοβούλιο στα δικαστικά έξοδα.

57      Ο L. A. Florio, στην υπόθεση Τ‑465/19, ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:

–        να κηρύξει ανυπόστατο ή να ακυρώσει το σχέδιο απόφασης καθώς και κάθε προηγούμενη, συναφή ή επακόλουθη πράξη·

–        να διατάξει το Κοινοβούλιο να αποδώσει όλα τα αχρεωστήτως παρακρατηθέντα ποσά, προσαυξημένα με τους νόμιμους τόκους από την ημερομηνία παρακράτησης έως την εξόφληση, και να υποχρεώσει το Κοινοβούλιο να εκτελέσει την εκδοθησομένη απόφαση και να προβεί σε όλες τις πρωτοβουλίες, πράξεις ή αποφάσεις που είναι απαραίτητες για τη διασφάλιση της άμεσης και στο ακέραιο αποκατάστασης της συνταξιοδοτικής παροχής στην αρχική έκτασή της·

–        να καταδικάσει το Κοινοβούλιο στα δικαστικά έξοδα.

58      Το Κοινοβούλιο ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:

–        να απορρίψει τις προσφυγές ως εν μέρει απαράδεκτες και εν μέρει αβάσιμες·

–        να καταδικάσει τους προσφεύγοντες στα δικαστικά έξοδα.

IV.    Σκεπτικό

1.      Επί του αντικειμένου των προσφυγών και επί της δικαιοδοσίας του Γενικού Δικαστηρίου

59      Προκαταρκτικώς, επισημαίνεται ότι, στο δικόγραφο των προσφυγών τους, οι προσφεύγοντες επισήμαναν ρητώς ότι δεν επιθυμούν να αμφισβητήσουν τη νομιμότητα της απόφασης αριθ. 14/2018 στο πλαίσιο των υπό κρίση προσφυγών.

60      Εντούτοις, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, ο δικηγόρος των προσφευγόντων επισήμανε ότι παραπέμπει στην αγόρευση του Maurizio Paniz, δικηγόρου των προσφευγόντων στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις Santini κ.λπ. κατά Κοινοβουλίου, Τ‑345/19, Τ‑346/19, Τ‑364/19 έως Τ‑366/19, Τ‑372/19 έως Τ‑375/19 και Τ‑385/19.

61      Πάντως, στο μέτρο που ο M. Paniz αμφισβήτησε το κύρος της απόφασης αριθ. 14/2018 κατά την αγόρευσή του και υπέβαλε, στο πλαίσιο της προφορικής διαδικασίας, αποδεικτικά στοιχεία προς στήριξη της θέσης αυτής, κρίνεται σκόπιμο να υπομνησθούν τα όρια που επιβάλλονται στην αρμοδιότητα του Γενικού Δικαστηρίου στο πλαίσιο προσφυγής βάσει του άρθρου 263 ΣΛΕΕ.

62      Συναφώς, βάσει του άρθρου 263 ΣΛΕΕ, ο δικαστής της Ένωσης δεν είναι αρμόδιος να αποφαίνεται ως προς τη νομιμότητα πράξης εθνικής αρχής (πρβλ. διάταξη της 28ης Φεβρουαρίου 2017, NF κατά Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, Τ‑192/16, EU:T:2017:128, σκέψη 44 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

63      Λαμβανομένης υπόψη της νομολογία αυτής, η εκτίμηση της νομιμότητας της απόφασης αριθ. 14/2018 εκφεύγει της αρμοδιότητας του Γενικού Δικαστηρίου.

64      Επιπλέον, το Γενικό Δικαστήριο επισημαίνει ότι τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκόμισε ο M. Paniz κατά την προφορική διαδικασία και στα οποία παρέπεμψε κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση δεν ασκούν επιρροή στην έκβαση των υπό κρίση προσφυγών. Αφενός, ο M. Paniz προσκόμισε αντίγραφο της απόφασης αριθ. 2/2020, της 22ας Απριλίου 2020, με την οποία το Consiglio di giurisdizione della Camera dei deputati (δικαστικό συμβούλιο της Βουλής) ακύρωσε εν μέρει το άρθρο 1, παράγραφος 7, της απόφασης αριθ. 14/2018. Εντούτοις, η ακύρωση αυτή ουδεμία συνέπεια έχει εν προκειμένω, καθόσον το Κοινοβούλιο δεν έλαβε αίτημα εφαρμογής και, επομένως, δεν εφάρμοσε ως προς τους προσφεύγοντες κανόνες ίδιους με εκείνους που προβλέπονται στο άρθρο 1, παράγραφος 7, της απόφασης αριθ. 14/2018. Αφετέρου, ο M. Paniz κατέθεσε επίσης αντίγραφο του διατακτικού της απόφασης της 25ης Ιουνίου 2020 της Commissione contenziosa del Senato (επιτροπής επίλυσης διαφορών της Γερουσίας, Ιταλία). Εντούτοις, αντικείμενο της απόφασης αυτής είναι η απόφαση αριθ. 6/2018 του Ufficio di Presidenza del Senato (προεδρείου της Γερουσίας, Ιταλία), και όχι η απόφαση αριθ. 14/2018. Πάντως, δεν αμφισβητείται ότι, κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 2, παράγραφος 1, του παραρτήματος III, το Κοινοβούλιο εφάρμοσε μόνον κανόνες ίδιους με εκείνους της απόφασης αριθ. 14/2018. Τέλος, το Γενικό Δικαστήριο παρατηρεί ότι το Κοινοβούλιο επιβεβαίωσε, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, ότι θα εφαρμόσει, στο μέλλον, κάθε τροποποίηση του ιταλικού δικαίου, και ειδικότερα της απόφασης αριθ. 14/2008, η οποία ενδέχεται να προκύψει από τις τρέχουσες διαδικασίες ενώπιον του Consiglio di giurisdizione della Camera dei deputati (δικαστικού συμβουλίου της Βουλής), βάσει του κανόνα σύνταξης ίδιου επιπέδου.

65      Επομένως, καίτοι, βάσει του άρθρου 263 ΣΛΕΕ, το Γενικό Δικαστήριο δεν μπορεί να ελέγξει το κύρος της απόφασης αριθ. 14/2018, είναι, αντιθέτως, αρμόδιο να εξετάσει τη νομιμότητα των πράξεων του Κοινοβουλίου. Επομένως, στο πλαίσιο των υπό κρίση προσφυγών ακυρώσεως, το Γενικό Δικαστήριο μπορεί να ελέγξει αν το άρθρο 75 και το άρθρο 2, παράγραφος 1, του παραρτήματος III, που θεσπίζουν τον κανόνα σύνταξης ίδιου επιπέδου, αντιβαίνουν σε υπέρτερους κανόνες του δικαίου της Ένωσης. Ομοίως, το Γενικό Δικαστήριο μπορεί να εξετάσει αν η εφαρμογή από το Κοινοβούλιο, βάσει του κανόνα σύνταξης ίδιου επιπέδου, των διατάξεων της απόφασης αριθ. 14/2018 είναι συμβατή προς το δίκαιο της Ένωσης. Τέλος, το Γενικό Δικαστήριο είναι επίσης αρμόδιο να διασφαλίσει ότι τα σημειώματα της 11ης Απριλίου 2019, που μνημονεύονται στη σκέψη 20 ανωτέρω, και, όσον αφορά τον L. A. Florio, στην υπόθεση Τ‑465/19, η τελική απόφαση τηρούν το δίκαιο της Ένωσης.

2.      Επί του παραδεκτού της προσφυγής στην υπόθεση Τ453/19, Panusa κατά Κοινοβουλίου

66      Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, το Κοινοβούλιο αντέταξε το απαράδεκτο της προσφυγής στην υπόθεση Τ‑453/19, Panusa κατά Κοινοβουλίου, υποστηρίζοντας ότι η προσβαλλόμενη απόφαση που αφορούσε την προσφεύγουσα δεν έθιξε τα συμφέροντά της. Συγκεκριμένα, η απόφαση αυτή ουδεμία επέφερε μείωση του ποσού της σύνταξης που λαμβάνει η προσφεύγουσα.

67      Η Ι. Panusa αντέτεινε, επίσης κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, ότι παρά ταύτα διατηρεί έννομο συμφέρον.

68      Συναφώς, κατά πάγια νομολογία, προσφυγή ακυρώσεως ασκηθείσα από φυσικό ή νομικό πρόσωπο είναι παραδεκτή μόνον εφόσον ο προσφεύγων έχει έννομο συμφέρον να επιτύχει την ακύρωση της προσβαλλομένης πράξεως. Το συμφέρον αυτό προϋποθέτει ότι η ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης είναι ικανή αυτή καθεαυτήν να έχει έννομες συνέπειες και ότι, επομένως, η προσφυγή δύναται, ως εκ του αποτελέσματός της, να ωφελήσει τον διάδικο που την άσκησε (βλ. απόφαση της 27ης Μαρτίου 2019, Canadian Solar Emea κ.λπ. κατά Συμβουλίου, C‑237/17 P, EU:C:2019:259, σκέψη 75 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). Το έννομο συμφέρον πρέπει να είναι γεγενημένο και ενεστώς και εκτιμάται κατά την ημερομηνία ασκήσεως της προσφυγής. Πρέπει, εντούτοις, να διατηρείται μέχρι την έκδοση της δικαστικής απόφασης, άλλως παρέλκει η έκδοση απόφασης (απόφαση της 7ης Ιουνίου 2007, Wunenburger κατά Επιτροπής, C‑362/05 P, EU:C:2007:322, σκέψη 42).

69      Εν προκειμένω, το Κοινοβούλιο υποστήριξε, χωρίς να υπάρξει αντίκρουση, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση ουδεμία επέφερε μείωση του ποσού της σύνταξης που λαμβάνει η προσφεύγουσα.

70      Ως εκ τούτου, η ακύρωση της προσβαλλομένης αποφάσεως που αφορά την I. Panusa δεν μπορεί, αυτή καθεαυτήν, να την ωφελήσει. Επομένως, η προσφυγή στην υπόθεση Τ‑453/19, Panusa κατά Κοινοβουλίου, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη.

3.      Επί της ουσίας

71      Προς στήριξη της προσφυγής ακυρώσεως, οι προσφεύγοντες προβάλλουν τέσσερις λόγους. Ο πρώτος λόγος ακυρώσεως αφορά αναρμοδιότητα του οργάνου που εξέδωσε τα σημειώματα της 11ης Απριλίου 2019, που μνημονεύονται στη σκέψη 20 ανωτέρω, και την τελική απόφαση (στο εξής, από κοινού: προσβαλλόμενες αποφάσεις) καθώς και παράβαση της υποχρέωσης αιτιολογήσεως. Ο δεύτερος λόγος ακυρώσεως αφορά έλλειψη νομικής βάσης και εσφαλμένη εφαρμογή του άρθρου 75. Ο τρίτος λόγος ακυρώσεως αφορά πλάνη περί το δίκαιο όσον αφορά τον χαρακτηρισμό της απόφασης αριθ. 14/2018 και εσφαλμένη εφαρμογή της «επιφύλαξης νόμου» που προβλέπεται στο άρθρο 75, παράγραφος 2. Ο τέταρτος λόγος ακυρώσεως αφορά παραβίαση των αρχών της ασφάλειας δικαίου, της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, της αναλογικότητας και της ισότητας καθώς και προσβολή του δικαιώματος ιδιοκτησίας.

72      Προτού εκτιμήσει το βάσιμο των ως άνω λόγων ακυρώσεως, το Γενικό Δικαστήριο εκτιμά ότι είναι σκόπιμο να εξετάσει το αίτημα των προσφευγόντων να διαπιστωθεί το ανυπόστατο των προσβαλλόμενων αποφάσεων.

73      Επ’ αυτού, κατά πάγια νομολογία, οι πράξεις των οργάνων της Ένωσης απολαύουν κατ’ αρχήν τεκμηρίου νομιμότητας και, ως εκ τούτου, ακόμη και αν βαρύνονται με πλημμέλειες, παράγουν έννομα αποτελέσματα, εφόσον δεν έχουν ακυρωθεί ή ανακληθεί (βλ. αποφάσεις της 15ης Ιουνίου 1994, Επιτροπή κατά BASF κ.λπ., C‑137/92 P, EU:C:1994:247, σκέψη 48, και της 9ης Δεκεμβρίου 2014, Lucchini κατά Επιτροπής, Τ‑91/10, EU:T:2014:1033, σκέψη 70 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

74      Κατ’ εξαίρεση όμως από την αρχή αυτή, οι πράξεις οι οποίες βαρύνονται με πλημμέλεια της οποίας η σοβαρότητα είναι τόσο πρόδηλη ώστε να μη μπορεί να γίνει ανεκτή από την έννομη τάξη της Ένωσης πρέπει να θεωρούνται ότι δεν έχουν παραγάγει κανένα έννομο αποτέλεσμα, ούτε καν προσωρινό, δηλαδή να θεωρούνται νομικώς ανύπαρκτες. Η εξαίρεση αυτή αποβλέπει στη διατήρηση της ισορροπίας μεταξύ των δύο θεμελιωδών, αλλά ενίοτε ανταγωνιστικών μεταξύ τους, επιταγών τις οποίες πρέπει να τηρεί μια έννομη τάξη, δηλαδή της σταθερότητας των εννόμων σχέσεων και της τηρήσεως της νομιμότητας (βλ. αποφάσεις της 15ης Ιουνίου 1994, Επιτροπή κατά BASF κ.λπ., C‑137/92 P, EU:C:1994:247, σκέψη 49, και της 9ης Δεκεμβρίου 2014, Lucchini κατά Επιτροπής, Τ‑91/10, EU:T:2014:1033, σκέψη 71 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

75      Η σοβαρότητα των συνεπειών που συναρτώνται προς την αναγνώριση του ανυποστάτου μιας πράξεως των θεσμικών οργάνων της Ένωσης επιτάσσει, για λόγους ασφάλειας δικαίου, να επιφυλάσσεται η αναγνώριση αυτή σε εντελώς ακραίες περιπτώσεις (βλ. αποφάσεις της 15ης Ιουνίου 1994, Επιτροπή κατά BASF κ.λπ., C‑137/92 P, EU:C:1994:247, σκέψη 50, και της 9ης Δεκεμβρίου 2014, Lucchini κατά Επιτροπής, Τ‑91/10, EU:T:2014:1033, σκέψη 72 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

76      Τέλος, υπενθυμίζεται επίσης ότι οι πλημμέλειες που είναι ικανές να οδηγήσουν τον Δικαστή της Ένωσης να κρίνει μια πράξη ως ανυπόστατη διαφέρουν από τις παρανομίες των οποίων η διαπίστωση έχει ως αποτέλεσμα, κατ’ αρχήν, την ακύρωση των πράξεων που υπάγονται στον προβλεπόμενο από τη Συνθήκη έλεγχο νομιμότητας όχι ως προς τη φύση τους αλλά ως προς τη σοβαρότητα και τον κατάφωρο χαρακτήρα τους. Συνεπώς, πρέπει να θεωρούνται ως ανυπόστατες οι πράξεις οι οποίες πάσχουν προδήλως σοβαρές πλημμέλειες σε τέτοιο βαθμό ώστε να επηρεάζονται τα ουσιώδη τους στοιχεία [βλ. απόφαση της 9ης Σεπτεμβρίου 2011, dm‑drogerie markt κατά ΓΕΕΑ – Distribuciones Mylar (dm), Τ‑36/09, EU:T:2011:449, σκέψη 86].

77      Πάντως, οι πλημμέλειες που επικαλούνται οι προσφεύγοντες δεν είναι τόσο προδήλως σοβαρές ώστε να πρέπει οι αποφάσεις να θεωρηθούν ως νομικώς ανυπόστατες, τούτο δε για τους ακόλουθους λόγους.

1.      Επί του πρώτου λόγου ακυρώσεως, ο οποίος αφορά αναρμοδιότητα του οργάνου που εξέδωσε τις προσβαλλόμενες αποφάσεις και παράβαση της υποχρέωσης αιτιολογήσεως

78      Ο πρώτος λόγος ακυρώσεως περιλαμβάνει δύο σκέλη. Το πρώτο σκέλος αφορά την αναρμοδιότητα του οργάνου που εξέδωσε τις προσβαλλόμενες αποφάσεις. Το δεύτερο σκέλος αφορά έλλειψη αιτιολογίας.

1)      Επί του πρώτου σκέλους του πρώτου λόγου ακυρώσεως που αφορά αναρμοδιότητα του οργάνου που εξέδωσε τις προσβαλλόμενες αποφάσεις

79      Στο πλαίσιο του πρώτου σκέλους, οι προσφεύγοντες υποστηρίζουν, στην πρώτη αιτίαση, ότι οι προσβαλλόμενες αποφάσεις έπρεπε να έχουν εκδοθεί από το προεδρείο του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και όχι από τον προϊστάμενο της μονάδας «Αποζημιώσεων και Κοινωνικών Δικαιωμάτων των Βουλευτών» της ΓΔ Οικονομικών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Η λύση αυτή ήταν, κατά τους προσφεύγοντες, επιβεβλημένη, λαμβανομένου υπόψη ιδίως του άρθρου 11α, παράγραφος 6, και του άρθρου 25, παράγραφος 3, του εσωτερικού κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, ως ίσχυε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών, ήτοι κατά την όγδοη κοινοβουλευτική περίοδο (στο εξής: εσωτερικός κανονισμός). Κατά τους προσφεύγοντες, οι δύο αυτές διατάξεις αναγνωρίζουν τη γενική αρμοδιότητα του προεδρείου του Κοινοβουλίου όσον αφορά τα οικονομικά δικαιώματα των βουλευτών. Για τον λόγο αυτό, το προεδρείο του Κοινοβουλίου εξέδωσε τις ρυθμίσεις ΕΑΒ. Η γενική αυτή αρμοδιότητα του προεδρείου του Κοινοβουλίου επιβεβαιώνεται επίσης στην πρώτη αιτιολογική σκέψη των μέτρων εφαρμογής, στην οποία διευκρινίζεται ότι «[η] εφαρμογή των οικονομικών πτυχών του καθεστώτος [των βουλευτών] εμπίπτει στην αποκλειστική αρμοδιότητα του προεδρείου». Πάντως, κατά τους προσφεύγοντες, το προεδρείο του Κοινοβουλίου μηδέποτε αποφάνθηκε επί της μείωσης των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων τους. Λαμβανομένων υπόψη των στοιχείων αυτών, τα συνταξιοδοτικά δικαιώματα των προσφευγόντων υπολογίστηκαν από ένα όργανο, ήτοι τον προϊστάμενο της μονάδας «Αποζημιώσεων και Κοινωνικών Δικαιωμάτων των Βουλευτών» της ΓΔ Οικονομικών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, παντελώς αναρμόδιο, με αποτέλεσμα να είναι οι προσβαλλόμενες αποφάσεις παράνομες.

80      Στη δεύτερη αιτίαση, οι προσφεύγοντες διατείνονται ότι οι προσβαλλόμενες αποφάσεις είναι παράνομες επίσης κατά το ότι, εν αντιθέσει προς τα προβλεπόμενα στο άρθρο 28 του εσωτερικού κανονισμού, δεν αποτέλεσαν αντικείμενο εκτίμησης ή ανάλυσης από το σώμα των κοσμητόρων. Επ’ αυτού, οι προσφεύγοντες υποστηρίζουν ότι το Κοινοβούλιο δεν μπορούσε να περιοριστεί στην εφαρμογή της απόφασης αριθ. 14/2018 και ότι έπρεπε, κατ’ ανάγκην, να προβεί σε περαιτέρω πράξεις για να υπολογίσει το νέο ποσό των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων. Πάντως, κατά τους προσφεύγοντες, αυτή η προσαρμογή, κατά την εφαρμογή της απόφασης αριθ. 14/2018 στο επίπεδο της Ένωσης, έπρεπε να αποτελέσει αντικείμενο εσωτερικών εκτιμήσεων, κατόπιν διαβούλευσης με τα αρμόδια για θέματα δικαιωμάτων των βουλευτών όργανα, και δεν έπρεπε να ανατεθεί σε μονάδα του Κοινοβουλίου.

81      Το Κοινοβούλιο ζητεί να απορριφθεί ως αβάσιμο το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου ακυρώσεως.

82      Όσον αφορά την πρώτη αιτίαση, οι διάδικοι συμφωνούν ότι, βάσει του άρθρου 25, παράγραφος 3, του εσωτερικού κανονισμού, το προεδρείο του Κοινοβουλίου ρυθμίζει τα οικονομικά, οργανωτικά και διοικητικά ζητήματα που αφορούν τους βουλευτές, κατόπιν πρότασης του γενικού γραμματέα του Κοινοβουλίου ή πολιτικής ομάδας. Εντούτοις, το Κοινοβούλιο θεωρεί ότι η διάταξη αυτή περιορίζει τη δράση του προεδρείου στην έκδοση γενικών και αφηρημένων κανόνων αποκλείοντας την έκδοση ατομικών αποφάσεων. Αντιθέτως, οι προσφεύγοντες θεωρούν ότι, έστω και αν συνιστούν πράξεις ατομικού περιεχομένου, οι προσβαλλόμενες αποφάσεις έπρεπε να έχουν εκδοθεί βάσει του εν λόγω άρθρου 25, παράγραφος 3.

83      Επ’ αυτού, αποτελεί πάγια νομολογία ότι το άρθρο 25, παράγραφος 3, του εσωτερικού κανονισμού αναθέτει στο προεδρείο του Κοινοβουλίου γενική αρμοδιότητα, μεταξύ άλλων σε οικονομικά ζητήματα που αφορούν τους βουλευτές. Επομένως, η διάταξη αυτή συνιστά τη βάση στην οποία μπορεί να στηριχθεί το προεδρείο του Κοινοβουλίου για να εκδώσει, κατόπιν πρότασης του γενικού γραμματέα του Κοινοβουλίου ή πολιτικής ομάδας, τη σχετική με τα εν λόγω ζητήματα ρύθμιση (πρβλ. απόφαση της 18ης Οκτωβρίου 2011, Purvis κατά Κοινοβουλίου, Τ‑439/09, EU:T:2011:600, σκέψη 64 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

84      Εξάλλου, το Γενικό Δικαστήριο έχει αποφανθεί ότι τα μέτρα εφαρμογής, τα οποία λήφθηκαν από το προεδρείο του Κοινοβουλίου, έχουν ειδικότερα ως στόχο, όπως προκύπτει από την αιτιολογική σκέψη τους 3, να αντικαταστήσουν τις ρυθμίσεις ΕΑΒ περί καταβολής των εξόδων και αποζημιώσεων των βουλευτών του Κοινοβουλίου. Υπ’ αυτή την έννοια, τα μέτρα εφαρμογής ρυθμίζουν τα οικονομικά ζητήματα που αφορούν τους βουλευτές, κατά το άρθρο 25, παράγραφος 3, του εσωτερικού κανονισμού (απόφαση της 29ης Νοεμβρίου 2017, Montel κατά Κοινοβουλίου, Τ‑634/16, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2017:848, σκέψεις 50 και 51).

85      Επομένως, καίτοι το προεδρείο του Κοινοβουλίου είναι αρμόδιο να θεσπίζει γενικούς και αφηρημένους κανόνες βάσει του άρθρου 25, παράγραφος 3, του εσωτερικού κανονισμού και, για παρεμφερείς λόγους, βάσει του άρθρου 11α, παράγραφος 6, του εσωτερικού κανονισμού, τούτο δεν συνεπάγεται ότι είναι επίσης αρμόδιο να εκδίδει ατομικές αποφάσεις στον τομέα των οικονομικών ζητημάτων που αφορούν τους βουλευτές.

86      Αντιθέτως, η διοίκηση του Κοινοβουλίου μπορεί, χωρίς να συντρέχει παράβαση του άρθρου 25, παράγραφος 3, του εσωτερικού κανονισμού, να αναλάβει τέτοια αρμοδιότητα, εφόσον τα όρια και ο τρόπος άσκησης της αρμοδιότητας αυτής έχουν καθοριστεί από το προεδρείο του θεσμικού αυτού οργάνου (πρβλ. διάταξη της 6ης Σεπτεμβρίου 2018, Bilde κατά Κοινοβουλίου, C‑67/18 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2018:692, σκέψεις 36 και 37).

87      Επιπλέον, λαμβανομένης υπόψη αυτής της κατανομής αρμοδιοτήτων μεταξύ του προεδρείου του Κοινοβουλίου και της διοίκησης του θεσμικού αυτού οργάνου, το Γενικό Δικαστήριο έχει κρίνει, ειδικότερα, ότι ατομική απόφαση περί καθορισμού των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων των βουλευτών δεν είναι μόνον απόφαση εκδοθείσα κατά δεσμία αρμοδιότητα, υπό την έννοια ότι η διοίκηση του Κοινοβουλίου δεν έχει διακριτική εξουσία κατά τον καθορισμό των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων, αλλά έχει επίσης διαπιστωτικό χαρακτήρα ως προς το περιεχόμενο των δικαιωμάτων αυτών (πρβλ. απόφαση της 18ης Οκτωβρίου 2011, Purvis κατά Κοινοβουλίου, Τ‑439/09, EU:T:2011:600, σκέψη 38).

88      Ως εκ τούτου, ουδόλως απαγορεύεται στο Κοινοβούλιο να αναθέτει στη διοίκησή του την αρμοδιότητα έκδοσης ατομικών αποφάσεων, μεταξύ άλλων στον τομέα των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων και σε εκείνο του καθορισμού του ποσού των συντάξεων. Παρ’ όλα αυτά, πρέπει να ελεγχθεί αν, εν προκειμένω, ο προϊστάμενος της μονάδας «Αποζημιώσεων και Κοινωνικών Δικαιωμάτων των Βουλευτών» της ΓΔ Οικονομικών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου διέθετε τέτοια αρμοδιότητα.

89      Συναφώς, το άρθρο 73, παράγραφος 3, του κανονισμού (ΕΕ, Ευρατόμ) 2018/1046 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 18ης Ιουλίου 2018, σχετικά με τους δημοσιονομικούς κανόνες που εφαρμόζονται στον γενικό προϋπολογισμό της Ένωσης, την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΕ) αριθ. 1296/2013, (ΕΕ) αριθ. 1301/2013, (ΕΕ) αριθ. 1303/2013, (ΕΕ) αριθ. 1304/2013, (ΕΕ) αριθ. 1309/2013, (ΕΕ) αριθ. 1316/2013, (ΕΕ) αριθ. 223/2014, (ΕΕ) αριθ. 283/2014 και της απόφασης αριθ. 541/2014/ΕΕ και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 966/2012 (ΕΕ 2018, L 193, σ. 1), προβλέπει ότι κάθε θεσμικό όργανο της Ένωσης αναθέτει, σύμφωνα με τις διατάξεις του εσωτερικού κανονισμού του, αρμοδιότητες διατάκτη σε προσωπικό στο ενδεδειγμένο επίπεδο. Κάθε θεσμικό όργανο καθορίζει στους εσωτερικούς διοικητικούς κανόνες του το προσωπικό στο οποίο αναθέτει τις αρμοδιότητες αυτές, την έκταση των ανατιθέμενων αρμοδιοτήτων και τη δυνατότητα των εξουσιοδοτουμένων να αναθέτουν περαιτέρω τις αρμοδιότητές τους.

90      Πάντως, απαντώντας σε γραπτή ερώτηση του Γενικού Δικαστηρίου, το Κοινοβούλιο επισήμανε, προσκομίζοντας αποδείξεις, ότι ο προϊστάμενος της μονάδας «Αποζημιώσεων και Κοινωνικών Δικαιωμάτων των Βουλευτών» της ΓΔ Οικονομικών του θεσμικού αυτού οργάνου είχε οριστεί δευτερεύων διατάκτης για τη γραμμή προϋπολογισμού 1030, η οποία αφορά τις συντάξεις αρχαιότητας που προβλέπονται στο παράρτημα III των ρυθμίσεων ΕΑΒ, με την απόφαση FINS/2019‑01 του Γενικού Διευθυντή Οικονομικών του Κοινοβουλίου της 23ης Νοεμβρίου 2018. Εξάλλου, βάσει του άρθρου 73, παράγραφος 3, του κανονισμού 2018/1046, στην απόφαση FINS/2019‑01 επισημαίνεται ρητώς ότι αυτή η περαιτέρω ανάθεση αρμοδιότητας παρέχει στον προϊστάμενο της μονάδας «Αποζημιώσεων και Κοινωνικών Δικαιωμάτων των Βουλευτών» της ΓΔ Οικονομικών του Κοινοβουλίου το δικαίωμα να προβαίνει, μεταξύ άλλων, στον καθορισμό των νομικών δεσμεύσεων και των δημοσιονομικών δεσμεύσεων, στην εκκαθάριση των δαπανών και στην έκδοση των ενταλμάτων πληρωμής, καθώς και στην κατάρτιση των προβλέψεων απαιτήσεων, στη βεβαίωση των δικαιωμάτων είσπραξης και στην έκδοση των ενταλμάτων είσπραξης.

91      Επιπλέον, δεν αμφισβητείται ότι ο προϊστάμενος της μονάδας «Αποζημιώσεων και Κοινωνικών Δικαιωμάτων των Βουλευτών» της ΓΔ Οικονομικών του Κοινοβουλίου δεν τροποποίησε, αλλά μόνον εφάρμοσε τους κανόνες που καθορίστηκαν με τα μέτρα εφαρμογής και με τις ρυθμίσεις ΕΑΒ, όπως θεσπίστηκαν από το προεδρείο του Κοινοβουλίου. Εξάλλου, το ζήτημα της τήρησης, εν προκειμένω, των διατάξεων των δύο αυτών ρυθμίσεων από τον εν λόγω προϊστάμενο θα εκτιμηθεί στο πλαίσιο της εξέτασης των άλλων λόγων ακυρώσεως κατωτέρω.

92      Επομένως, εν αντιθέσει προς τα όσα διατείνονται οι προσφεύγοντες, ο προϊστάμενος της μονάδας «Αποζημιώσεων και Κοινωνικών Δικαιωμάτων των Βουλευτών» της ΓΔ Οικονομικών του Κοινοβουλίου ήταν αρμόδιος να εκδώσει τις προσβαλλόμενες αποφάσεις.

93      Όσον αφορά τη δεύτερη αιτίαση, το επιχείρημα των προσφευγόντων ότι έπρεπε να ζητηθεί η γνώμη των κοσμητόρων πριν από την έκδοση των προσβαλλομένων αποφάσεων πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο.

94      Είναι αληθές ότι, όπως ορθώς υπενθυμίζουν οι προσφεύγοντες, το άρθρο 28 του εσωτερικού κανονισμού προβλέπει ότι οι «[κ]οσμήτορες είναι υπεύθυνοι για διοικητικής και οικονομικής φύσης θέματα που αφορούν άμεσα τους βουλευτές, σύμφωνα με τις οδηγίες που εκδίδει το προεδρείο, καθώς και για άλλα καθήκοντα που τους ανατίθενται». Εντούτοις, η διάταξη αυτή πρέπει να εξετάζεται υπό το πρίσμα του άρθρου 25, παράγραφος 8, του εσωτερικού κανονισμού, στο οποίο διευκρινίζεται ότι «[τ]ο προεδρείο εγκρίνει τις οδηγίες για τους [κ]οσμήτορες και μπορεί να τους ζητήσει να εκτελέσουν συγκεκριμένα καθήκοντα».

95      Ωστόσο, ουδόλως προκύπτει από τα υπομνήματα των προσφευγόντων ότι το προεδρείο του Κοινοβουλίου εξέδωσε οδηγίες ή καθόρισε συγκεκριμένα καθήκοντα, κατά την έννοια του άρθρου 25, παράγραφος 8, και του άρθρου 28 του εσωτερικού κανονισμού, τα οποία θα επέβαλαν να ζητηθεί η γνώμη των κοσμητόρων πριν από την έκδοση των προσβαλλομένων αποφάσεων ή, γενικότερα, ότι θα έπρεπε να εκδώσουν αυτοί τις προσβαλλόμενες αποφάσεις, οι οποίες είχαν εντούτοις ατομικό χαρακτήρα. Επομένως, δεν μπορεί να προσαφθεί στο Κοινοβούλιο ότι δεν ζήτησε τη γνώμη των κοσμητόρων, δεδομένου ότι κανένα κείμενο δεν επέβαλε κάτι τέτοιο υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις.

96      Τέλος, οι προσφεύγοντες προσάπτουν στο Κοινοβούλιο ότι εφάρμοσε την απόφαση αριθ. 14/2018, προσαρμόζοντάς την συγχρόνως προκειμένου να ληφθεί υπόψη η προσωπική κατάσταση κάθε προσφεύγοντος, για τον σκοπό του υπολογισμού του νέου ποσού των συντάξεων. Η προσαρμογή αυτή της απόφασης αριθ. 14/2018 θα έπρεπε, όμως, να αποτελέσει αντικείμενο εσωτερικών εκτιμήσεων, κατόπιν διαβουλεύσεων με τα αρμόδια για θέματα δικαιωμάτων των βουλευτών όργανα, και δεν έπρεπε να ανατεθεί σε μονάδα του Κοινοβουλίου.

97      Έστω και αν ήθελε υποτεθεί ότι το Κοινοβούλιο προσάρμοσε στην απόφαση αριθ. 14/2018, κάτι το οποίο θα εξεταστεί στο πλαίσιο των άλλων λόγων ακυρώσεως κατωτέρω, αρκεί, εν πάση περιπτώσει, να υπομνησθεί ότι, όπως επισημάνθηκε στις σκέψεις 90 έως 95 ανωτέρω, ο προϊστάμενος της μονάδας «Αποζημιώσεων και Κοινωνικών Δικαιωμάτων των Βουλευτών» της ΓΔ Οικονομικών του Κοινοβουλίου ήταν αρμόδιος να εκδώσει τις προσβαλλόμενες αποφάσεις και ότι δεν προβλεπόταν καμία υποχρέωση προηγούμενης διαβούλευσης με το σώμα των κοσμητόρων.

98      Κατά συνέπεια, το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο.

2)      Επί του δεύτερου σκέλους του πρώτου λόγου ακυρώσεως που αφορά παράβαση της υποχρέωσης αιτιολογήσεως

99      Στο πλαίσιο του δεύτερου σκέλους, οι προσφεύγοντες διατείνονται ότι οι προσβαλλόμενες αποφάσεις στερούνται αιτιολογίας στο μέτρο που το Κοινοβούλιο περιορίστηκε να επισημάνει ότι η απόφαση αριθ. 14/2018 εφαρμόζεται αυτομάτως στο επίπεδο της Ένωσης χωρίς να εκθέσει σαφώς τη συλλογιστική που το οδήγησε στο συμπέρασμα αυτό και στηριζόμενο, εσφαλμένως, στο άρθρο 75. Επιπλέον, το Κοινοβούλιο παρέβη την υποχρέωση αιτιολογήσεως επίσης κατά το ότι οι αποφάσεις αυτές εκδόθηκαν χωρίς να προηγηθεί διεξοδική εσωτερική ανάλυση και εκτίμηση εκ μέρους του προεδρείου του Κοινοβουλίου ή των κοσμητόρων. Επιπροσθέτως, οι προσφεύγοντες υποστηρίζουν ότι οι ίδιες αυτές αποφάσεις στηρίζονται, κατά τα φαινόμενα, στη γνωμοδότηση της νομικής υπηρεσίας. Εντούτοις, η γνωμοδότηση αυτή ούτε μνημονεύθηκε στις προσβαλλόμενες αποφάσεις ούτε προσαρτήθηκε σε αυτές. Τέλος, οι προσφεύγοντες προσάπτουν στο Κοινοβούλιο, αφενός, ότι δεν ανέλυσε σε ποιο μέτρο η αναδρομική εφαρμογή ενός λιγότερο ευνοϊκού συνταξιοδοτικού συστήματος μπορούσε να είναι συμβατή με το δίκαιο της Ένωσης και, αφετέρου, ότι περιορίστηκε να επισημάνει ότι δεν ήταν αρμόδιο να εξετάσει το κύρος της απόφασης αριθ. 14/2018. Υπ’ αυτή την έννοια, το Κοινοβούλιο παρέβη τόσο το άρθρο 296 ΣΛΕΕ όσο και το άρθρο 41, παράγραφος 2, στοιχείο γʹ, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: Χάρτης).

100    Το Κοινοβούλιο ζητεί να απορριφθεί ως αβάσιμο το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου ακυρώσεως.

101    Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι, η επιβαλλόμενη από το άρθρο 296, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ και το άρθρο 41, παράγραφος 2, στοιχείο γʹ, του Χάρτη αιτιολογία πρέπει να είναι προσαρμοσμένη στη φύση της οικείας πράξεως και πρέπει να καθιστά εμφανή, κατά τρόπο σαφή και μη διφορούμενο, τη συλλογιστική που ακολούθησε η αρχή που εξέδωσε την πράξη, ώστε να παρέχει τη δυνατότητα στους μεν ενδιαφερομένους να πληροφορηθούν τους λόγους που δικαιολογούν τη λήψη του μέτρου, στο δε αρμόδιο δικαστήριο να ασκήσει τον έλεγχό του. Η αιτιολογία δεν απαιτείται να προσδιορίζει όλα τα ουσιώδη πραγματικά και νομικά στοιχεία, καθόσον το ζήτημα του αν η αιτιολογία πράξεως πληροί τις απαιτήσεις του άρθρου 296, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ πρέπει να εκτιμάται με γνώμονα όχι μόνον τη διατύπωσή της, αλλά και το πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται, καθώς και το σύνολο των κανόνων δικαίου που διέπουν το σχετικό θέμα (πρβλ. απόφαση της 17ης Μαρτίου 2011, AJD Tuna, C‑221/09, EU:C:2011:153, σκέψη 58 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). Όσον αφορά, ειδικότερα, την αιτιολογία των ατομικών αποφάσεων, η υποχρέωση αιτιολογήσεως των αποφάσεων αυτών έχει ως σκοπό να επιτρέπει τον δικαστικό έλεγχο και να παρέχει στον ενδιαφερόμενο ικανές ενδείξεις ως προς το αν η απόφαση πάσχει ενδεχομένως από ελάττωμα λόγω του οποίου θα μπορούσε να αμφισβητηθεί το κύρος της (βλ. απόφαση της 10ης Νοεμβρίου 2017, Icap κ.λπ. κατά Επιτροπής, Τ‑180/15, EU:T:2017:795, σκέψη 287 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

102    Εν προκειμένω, πρέπει να εξακριβωθεί αν οι προσβαλλόμενες αποφάσεις, πλην εκείνης που αφορά τον L. A. Florio, της οποίας η νομιμότητα θα εξεταστεί στις σκέψεις 108 και 109 κατωτέρω, είναι προσηκόντως αιτιολογημένες, κατά την έννοια της νομολογίας που υπομνήσθηκε στη σκέψη 101 ανωτέρω.

103    Συναφώς, το Γενικό Δικαστήριο επισημαίνει ότι, στην παράγραφο 1 των προσβαλλομένων αποφάσεων, υπενθυμίζεται ότι το προεδρείο της ιταλικής Βουλής εξέδωσε την απόφαση αριθ. 14/2018, η οποία προβλέπει τη μείωση, από την 1η Ιανουαρίου 2019, του ποσού των συντάξεων για τα έτη κοινοβουλευτικής θητείας που πραγματοποιήθηκαν έως την 31η Δεκεμβρίου 2011.

104    Στην παράγραφο 2 των προσβαλλομένων αποφάσεων γίνεται παραπομπή στο άρθρο 75, αλλά και στο άρθρο 2, παράγραφος 1, του παραρτήματος III, το οποίο προβλέπει ότι το ύψος και τα στοιχεία καθορισμού της προσωρινής σύνταξης πρέπει να ταυτίζονται με τα αντίστοιχα της σύνταξης που εισπράττουν οι βουλευτές της Κάτω Βουλής του κράτους μέλους στο οποίο εξελέγησαν. Επομένως, οι προσβαλλόμενες αποφάσεις μνημονεύουν ρητώς τη νομική βάση τους.

105    Στην παράγραφο 3 των προσβαλλομένων αποφάσεων διευκρινίζεται ότι, λαμβανομένων υπόψη της έκδοσης της απόφασης αριθ. 14/2018 και των διατάξεων που μνημονεύονται στη σκέψη 104 ανωτέρω, το ποσό των συντάξεων των προσφευγόντων θα πρέπει να προσαρμοστεί συνακόλουθα ώστε να αντιστοιχεί στο ποσό των συντάξεων που καταβάλλει στους βουλευτές της η ιταλική Βουλή. Συναφώς, οι προσβαλλόμενες αποφάσεις παραπέμπουν στο σημείωμα του προϊσταμένου της μονάδας «Αποζημιώσεων και Κοινωνικών Δικαιωμάτων των Βουλευτών» της ΓΔ Οικονομικών του Κοινοβουλίου, το οποίο προσαρτήθηκε στα εκκαθαριστικά σημειώματα σύνταξης των προσφευγόντων του Φεβρουαρίου του 2019, στο οποίο αυτός ανακοίνωσε ότι θα γνωστοποιήσει στους προσφεύγοντες τον νέο καθορισμό του ποσού της σύνταξής τους και θα προβεί στην ανάκτηση της ενδεχόμενης διαφοράς κατά τους επόμενους δώδεκα μήνες.

106    Στις παραγράφους 4 και 5 των προσβαλλομένων αποφάσεων, οι προσφεύγοντες ενημερώνονται ότι το ποσό της σύνταξής τους θα υπολογίζεται, από τον Απρίλιο του 2019, βάσει των σχεδίων καθορισμού των νέων ποσών των συντάξεων που προσαρτώνται στις αποφάσεις αυτές. Προσδιορίζονται, εξάλλου, τα αχρεωστήτως καταβληθέντα ποσά για τους μήνες από τον Ιανουάριο έως τον Μάρτιο του 2019 και διευκρινίζεται ο τρόπος με τον οποίο το Κοινοβούλιο προτίθεται να τα ανακτήσει.

107    Τέλος, στις παραγράφους 6 και 7 των προσβαλλομένων αποφάσεων, οι προσφεύγοντες ενημερώνονται για τη δυνατότητα να καταθέσουν παρατηρήσεις εντός προθεσμίας 30 ημερών. Διευκρινίζεται επίσης ότι, ελλείψει κατάθεσης παρατηρήσεων εντός της εν λόγω προθεσμίας, οι προσβαλλόμενες αποφάσεις θα καταστούν τελικές και ότι, στην περίπτωση αυτή, οι ενδιαφερόμενοι θα μπορούν να ασκήσουν προσφυγή ακυρώσεως ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου βάσει του άρθρου 263 ΣΛΕΕ. Τέλος, στις προσβαλλόμενες αποφάσεις μνημονεύεται η δυνατότητα άσκησης έγγραφης προσφυγής ενώπιον του γενικού γραμματέα του Κοινοβουλίου βάσει του άρθρου 72, παράγραφος 1, των μέτρων εφαρμογής.

108    Όσον αφορά ειδικά τον L. A. Florio, στην υπόθεση Τ‑465/19, το Γενικό Δικαστήριο επισημαίνει ότι στην τελική απόφαση αναφέρεται μόνον, πρώτον, ότι το Κοινοβούλιο δεν είναι αρμόδιο να θέσει υπό αμφισβήτηση το κύρος της απόφασης αριθ. 14/2018, δεύτερον, ότι η γνωμοδότηση της νομικής υπηρεσίας είναι έγγραφο διαθέσιμο στο κοινό στον διαδικτυακό τόπο του θεσμικού αυτού οργάνου και, τρίτον, ότι οι παρατηρήσεις που κατέθεσε ο L. A. Florio στις 14 Μαΐου 2019 δεν περιέχουν στοιχεία ικανά να δικαιολογήσουν αναθεώρηση της θέσης που καταγράφεται στο σχέδιο απόφασης. Διευκρινίζεται, κατόπιν, ότι, ως εκ τούτου, το ποσό της σύνταξης αρχαιότητας που λαμβάνει και το επακόλουθο πρόγραμμα επιστροφής, όπως υπολογίστηκαν εκ νέου και γνωστοποιήθηκαν στο παράρτημα του εν λόγω σχεδίου απόφασης, κατέστησαν οριστικά κατά την ημερομηνία κοινοποίησης της τελικής απόφασης. Τέλος, στην τελική απόφαση μνημονεύεται η δυνατότητα άσκησης προσφυγής ακυρώσεως κατ’ αυτής βάσει του άρθρου 263 ΣΛΕΕ, υπενθυμίζεται η δυνατότητα υποβολής καταγγελίας στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή, βάσει του άρθρου 228 ΣΛΕΕ, εάν ο L. A. Florio εκτιμά ότι υπήρξε θύμα κακοδιοίκησης, και επισημαίνεται η δυνατότητα άσκησης έγγραφης προσφυγής ενώπιον του γενικού γραμματέα του Κοινοβουλίου βάσει του άρθρου 72, παράγραφος 1, των μέτρων εφαρμογής.

109    Επομένως, καίτοι είναι αληθές ότι η τελική απόφαση δεν τεκμηριώνεται διεξοδικά, η εξέταση της τήρησης της υποχρέωσης αιτιολογήσεως δεν μπορεί να περιοριστεί στο έγγραφο αυτό και μόνο. Κατά τη νομολογία που υπομνήσθηκε στη σκέψη 101 ανωτέρω, πρέπει επίσης να ληφθεί υπόψη, κατά την εν λόγω εξέταση, το πραγματικό και νομικό πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται η έκδοση της τελικής απόφασης. Η προσέγγιση αυτή έχει ακόμη μεγαλύτερη σημασία δεδομένου ότι, αφενός, η τελική απόφαση παραπέμπει ρητώς στο σχέδιο απόφασης και, αφετέρου, στο δικόγραφο της προσφυγής του L. A. Florio γίνεται αδιακρίτως μνεία στο σχέδιο απόφασης και στην τελική απόφαση. Επομένως, σε σχέση με τον L. A. Florio, στην υπόθεση Τ‑465/19, πρέπει να ληφθούν επίσης υπόψη τα στοιχεία που εκτίθενται στις σκέψεις 103 έως 107 ανωτέρω.

110    Είναι αληθές ότι, όπως υποστηρίζουν οι προσφεύγοντες, οι λόγοι που οδήγησαν το Κοινοβούλιο να θεωρήσει ότι οι κανόνες της απόφασης αριθ. 14/2018 εφαρμόζονται και σε αυτούς δεν εκτίθενται πραγματικά στη γνωμοδότηση της νομικής υπηρεσίας. Συγκεκριμένα, στα σημεία 9 έως 14 και 16 της γνωμοδότησης αυτής, το Κοινοβούλιο εκθέτει, κατ’ ουσίαν, ότι το παράρτημα III δεν θεσπίζει αυτόνομο συνταξιοδοτικό σύστημα, υπό την έννοια ότι το εν λόγω θεσμικό όργανο υποχρεούται, βάσει του κανόνα σύνταξης ίδιου επιπέδου, να εφαρμόσει τους κανόνες της απόφασης αριθ. 14/2018.

111    Ομοίως, ορθώς οι προσφεύγοντες επισημαίνουν ότι η γνωμοδότηση της νομικής υπηρεσίας ούτε μνημονεύεται ούτε προσαρτάται στις προσβαλλόμενες αποφάσεις ή, όσον αφορά τον L. A. Florio, στην υπόθεση Τ‑465/19, στο σχέδιο απόφασης.

112    Πάντως, οι δύο αυτές διαπιστώσεις των προσφευγόντων δεν αποδεικνύουν ότι το Κοινοβούλιο παρέβη την προβλεπόμενη στο άρθρο 296 ΣΛΕΕ και στο άρθρο 41, παράγραφος 2, στοιχείο γʹ, του Χάρτη υποχρέωση αιτιολογήσεως.

113    Η υποχρέωση αιτιολογήσεως δεν επιβάλλει να προσδιορίζονται όλα τα ουσιώδη πραγματικά και νομικά στοιχεία, πόσω μάλλον όταν οι προσβαλλόμενες αποφάσεις εκδίδονται, όπως εν προκειμένω, σε πλαίσιο γνωστό στον αποδέκτη τους.

114    Συναφώς, οι ίδιοι οι προσφεύγοντες αναγνωρίζουν ότι η ύπαρξη της γνωμοδότησης της νομικής υπηρεσίας μνημονευόταν στο σημείωμα του προϊσταμένου της μονάδας «Αποζημιώσεων και Κοινωνικών Δικαιωμάτων των Βουλευτών» της ΓΔ Οικονομικών του Κοινοβουλίου, το οποίο προσαρτήθηκε στα εκκαθαριστικά σημειώματα σύνταξης του Φεβρουαρίου του 2019. Ωστόσο, αφενός, οι προσφεύγοντες ήταν όλοι αποδέκτες του εν λόγω σημειώματος και, αφετέρου, οι προσβαλλόμενες αποφάσεις ή, όσον αφορά τον L. A. Florio, στην υπόθεση Τ‑465/19, το σχέδιο απόφασης παραπέμπουν ρητώς σε αυτήν.

115    Οι προσφεύγοντες μπορούσαν να ζητήσουν να τους παρασχεθεί πρόσβαση στη γνωμοδότηση της νομικής υπηρεσίας. Εξάλλου, η τελική απόφαση περιείχε σύνδεσμο ο οποίος παρέπεμπε απευθείας στη διαδικτυακή σελίδα του Κοινοβουλίου, στην οποία η εν λόγω γνωμοδότηση είχε τεθεί στη διάθεση του κοινού. Εν πάση περιπτώσει, διαπιστώνεται ότι όλοι οι προσφεύγοντες προσάρτησαν την εν λόγω γνωμοδότηση ως παράρτημα στο δικόγραφο της προσφυγής τους.

116    Από τα στοιχεία αυτά συνάγεται ότι οι προσφεύγοντες είχαν ελεύθερη πρόσβαση στη γνωμοδότηση της νομικής υπηρεσίας και έλαβαν πλήρη γνώση του περιεχομένου της πριν από την άσκηση της προσφυγής τους. Επομένως, είχαν τη δυνατότητα να ενημερωθούν για το περιεχόμενο αυτής ώστε να κατανοήσουν καλύτερα τις προσβαλλόμενες αποφάσεις.

117    Από το σύνολο των ως άνω παρατηρήσεων προκύπτει ότι το Κοινοβούλιο εξέθεσε με σαφή και μη αμφιλεγόμενο τρόπο τους λόγους που το οδήγησαν να εφαρμόσει τους κανόνες της απόφασης αριθ. 14/2018 και να εκδώσει τις προσβαλλόμενες αποφάσεις. Επιπλέον, οι προσφεύγοντες μπόρεσαν να ασκήσουν τα δικαιώματά τους ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, όπως αποδεικνύεται μεταξύ άλλων από το περιεχόμενο των πραγματικών και νομικών επιχειρημάτων τους στο πλαίσιο των υπό κρίση προσφυγών. Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτό ότι οι προσβαλλόμενες αποφάσεις είναι επαρκώς αιτιολογημένες κατά νόμον.

118    Τέλος, υπενθυμίζεται ότι η υποχρέωση αιτιολογήσεως αποτελεί ουσιώδη τύπο ο οποίος πρέπει να διακρίνεται από το ζήτημα του βάσιμου της αιτιολογίας, δεδομένου ότι το τελευταίο εμπίπτει στην ουσιαστική νομιμότητα της επίδικης πράξης. Πράγματι, η αιτιολογία απόφασης συνίσταται στη ρητή παράθεση του σκεπτικού στο οποίο στηρίζεται η απόφαση αυτή. Η αιτιολογία αυτή μπορεί να είναι επαρκής, έστω και αν παραθέτει εσφαλμένο σκεπτικό (βλ. απόφαση της 31ης Μαΐου 2018, Korwin‑Mikke κατά Κοινοβουλίου, Τ‑352/17, EU:T:2018:319, σκέψη 20 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). Συνεπώς, οι αιτιάσεις και τα επιχειρήματα με τα οποία σκοπείται να αμφισβητηθεί το βάσιμο πράξης είναι αλυσιτελή στο πλαίσιο προβολής λόγου αντλούμενου από έλλειψη ή ανεπάρκεια της αιτιολογίας (βλ. απόφαση της 19ης Δεκεμβρίου 2019, ZQ κατά Επιτροπής, Τ‑647/18, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2019:884, σκέψη 120 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

119    Επομένως, είναι αλυσιτελές το επιχείρημα των προσφευγόντων ότι οι προσβαλλόμενες αποφάσεις εκδόθηκαν χωρίς προηγούμενη διεξοδική εσωτερική ανάλυση και χωρίς εκτίμηση εκ μέρους του προεδρείου του Κοινοβουλίου ή των κοσμητόρων, δεδομένου ότι δεν ανάγεται στην αιτιολόγηση των προσβαλλομένων αποφάσεων. Εν πάση περιπτώσει, το επιχείρημα αυτό κρίθηκε αβάσιμο στο πλαίσιο του πρώτου σκέλους του πρώτου λόγου ακυρώσεως.

120    Ομοίως, δεν μπορούν να γίνουν δεκτά τα επιχειρήματα των προσφευγόντων κατά τα οποία το Κοινοβούλιο, πρώτον, δικαιολόγησε την εφαρμογή της απόφασης αριθ. 14/2018 έναντι αυτών στηριζόμενο, εσφαλμένως, στο άρθρο 75, δεύτερον, κήρυξε, κατόπιν της γνωμοδότησης της νομικής υπηρεσίας, εαυτό αναρμόδιο να ελέγξει τη νομιμότητα της απόφασης αριθ. 14/2018 και, τρίτον, όφειλε να ελέγξει, πράγμα το οποίο δεν έπραξε, αν η προβαλλόμενη ως αυτόματη και αναδρομική εφαρμογή της απόφασης αριθ. 14/2018 έναντι των προσφευγόντων ήταν συμβατή προς το δίκαιο της Ένωσης και ειδικότερα προς τις διατάξεις του Χάρτη. Συγκεκριμένα, τα επιχειρήματα αυτά δεν συνδέονται με την υποχρέωση αιτιολογήσεως. Εντούτοις, το βάσιμο των επιχειρημάτων αυτών θα εξεταστεί κατωτέρω στο πλαίσιο των άλλων λόγων ακυρώσεως.

121    Συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου ακυρώσεως και, επομένως, και ο πρώτος λόγος ακυρώσεως στο σύνολό του.

2.      Επί του δεύτερου λόγου ακυρώσεως, ο οποίος αφορά έλλειψη έγκυρης νομικής βάσης και εσφαλμένη εφαρμογή του άρθρου 75 των μέτρων εφαρμογής

122    Προς στήριξη του δεύτερου λόγου ακυρώσεως, οι προσφεύγοντες υποστηρίζουν, κατ’ ουσίαν, ότι οι προσβαλλόμενες αποφάσεις στερούνται έγκυρης νομικής βάσης. Συγκεκριμένα, κατ’ αυτούς, το παράρτημα III δεν εφαρμόζεται πλέον καθεαυτό. Επιπλέον, το άρθρο 75 δεν επιτρέπει στο Κοινοβούλιο να τροποποιήσει επί τα χείρω τη μεταχείριση των πρώην βουλευτών. Αντιθέτως, σκοπός της διάταξης αυτής είναι να διαφυλάξει τα κεκτημένα δικαιώματα των πρώην βουλευτών. Επομένως, κατά τους προσφεύγοντες, το Κοινοβούλιο έσφαλε όταν θεμελίωσε τις προσβαλλόμενες αποφάσεις στο παράρτημα III και στο εν λόγω άρθρο 75.

123    Εν πάση περιπτώσει, οι προσφεύγοντες διατείνονται ότι το Κοινοβούλιο υπέπεσε σε σοβαρή πλάνη κατά την εφαρμογή του άρθρου 75. Συγκεκριμένα, κατ’ αυτούς, η διάταξη αυτή εμποδίζει το Κοινοβούλιο να μειώσει το ποσό των συντάξεων των πρώην βουλευτών του. Επιπλέον, η προβλεπόμενη στο παράρτημα III παραπομπή στο εθνικό δίκαιο ίσχυε μόνον κατά τον χρόνο που ο πρώην βουλευτής επέλεξε να ενταχθεί στο συνταξιοδοτικό σύστημα που θεσπίζεται με το παράρτημα αυτό και όχι μεταγενέστερα, προκειμένου να τροποποιηθούν οι κανόνες υπολογισμού των συντάξεων αυτών. Τέλος, πρέπει να ληφθεί υπόψη, κατ’ αναλογίαν, το άρθρο 29 του καθεστώτος των βουλευτών, το οποίο περιορίζει τη διάρκεια των ρυθμίσεων των κρατών μελών, οι οποίες παρεκκλίνουν από τις διατάξεις του καθεστώτος αυτού στον τομέα των συντάξεων αρχαιότητας, σε κατά μέγιστο δύο κοινοβουλευτικές περιόδους του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.

124    Τέλος, απαντώντας σε γραπτή ερώτηση του Γενικού Δικαστηρίου, οι προσφεύγοντες επισήμαναν ότι προβάλλουν ένσταση ελλείψεως νομιμότητας του άρθρου 2, παράγραφος 1, του παραρτήματος III, εάν ήθελε θεωρηθεί ότι αυτό επιτρέπει στο Κοινοβούλιο να θέτει υπό αμφισβήτηση οριστικώς κεκτημένες καταστάσεις. Συγκεκριμένα, κατά τους προσφεύγοντες, η δυνατότητα αυτή θα ήταν αντίθετη στο άρθρο 28 του καθεστώτος των βουλευτών.

125    Το Κοινοβούλιο ζητεί να απορριφθεί ο δεύτερος λόγος ακυρώσεως ως αβάσιμος.

126    Προκαταρκτικώς, το Γενικό Δικαστήριο επισημαίνει ότι, βάσει του άρθρου 74 των μέτρων εφαρμογής, οι ρυθμίσεις ΕΑΒ έπαυσαν να ισχύουν την ημέρα έναρξης ισχύος του καθεστώτος των βουλευτών, ήτοι στις 14 Ιουλίου 2009. Εντούτοις, κατά παρέκκλιση από τον κανόνα αυτόν, το άρθρο 74 των μέτρων εφαρμογής, σε συνδυασμό με το άρθρο 75 αυτών, διατηρεί σε ισχύ, για μεταβατική περίοδο, μεταξύ άλλων, τον προβλεπόμενο στο παράρτημα ΙΙΙ κανόνα σύνταξης ίδιου επιπέδου. Επομένως, διαπιστώνεται ότι οι διατάξεις του παραρτήματος αυτού δεν καταργήθηκαν και εξακολουθούν να εφαρμόζονται, ειδικότερα στην περίπτωση των προσφευγόντων.

127    Το συμπέρασμα αυτό δεν αναιρείται από το επιχείρημα των προσφευγόντων περί κατ’ αναλογίαν εφαρμογής του άρθρου 29 του καθεστώτος των βουλευτών. Είναι αληθές ότι το άρθρο 29 του καθεστώτος των βουλευτών προβλέπει ότι οι ρυθμίσεις που εγκρίνουν τα κράτη μέλη, κατά παρέκκλιση από τις διατάξεις του εν λόγω καθεστώτος, μεταξύ άλλων στον τομέα των συντάξεων αρχαιότητας, εφαρμόζονται για μεταβατική περίοδο η οποία δεν μπορεί να υπερβαίνει τη διάρκεια δύο κοινοβουλευτικών περιόδων του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Εντούτοις, δεν μπορεί να συναχθεί από το άρθρο αυτό, το οποίο έχει ως αντικείμενο τις ρυθμίσεις των κρατών μελών, ότι το Κοινοβούλιο είναι και αυτό υποχρεωμένο να περιορίσει κάθε παρέκκλιση από το καθεστώς των βουλευτών στον τομέα των συντάξεων αρχαιότητας για μέγιστο διάστημα δύο κοινοβουλευτικών περιόδων. Εν πάση περιπτώσει, ακόμη και αν ήθελε υποτεθεί ότι ο προβλεπόμενος στο άρθρο 29 του καθεστώτος των βουλευτών χρονικός περιορισμός μπορεί να εφαρμοστεί στα άρθρα 74 και 75, τούτο δεν θα μπορούσε να καταστήσει ανίσχυρα τα δύο αυτά άρθρα ούτε, επομένως, να οδηγήσει σε ακύρωση των προσβαλλομένων αποφάσεων. Συγκεκριμένα, από την έναρξη ισχύος των μέτρων εφαρμογής έως την ημερομηνία έκδοσης των προσβαλλομένων αποφάσεων δεν παρήλθε διάστημα ίσο με δύο κοινοβουλευτικές περιόδους, ήτοι δέκα έτη. Τα μέτρα εφαρμογής τέθηκαν σε ισχύ στις 14 Ιουλίου 2009, ενώ οι προσβαλλόμενες αποφάσεις εκδόθηκαν στις 11 Απριλίου 2019 και, όσον αφορά τον L. A. Florio, στην υπόθεση Τ‑465/19, στις 11 Ιουνίου 2019. Επομένως, ακόμη και αν ο προβλεπόμενος στο άρθρο 29 του καθεστώτος των βουλευτών χρονικός περιορισμός μπορούσε να εφαρμοστεί, κατ’ αναλογίαν, στα άρθρα 74 και 75, η εφαρμογή αυτή δεν θα παρήγε, εν πάση περιπτώσει, κανένα αποτέλεσμα εν προκειμένω.

128    Κατόπιν των διευκρινίσεων αυτών, το Γενικό Δικαστήριο εκτιμά ότι είναι σκόπιμο να αποσαφηνιστεί το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 75 προτού εξεταστούν τα λοιπά επιχειρήματα των προσφευγόντων.

1)      Επί του πεδίου εφαρμογής του άρθρου 75 των μέτρων εφαρμογής

129    Το Γενικό Δικαστήριο επισημαίνει ότι το άρθρο 75 περιλαμβάνει δύο παραγράφους. Τόσον η παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, όσο και η παράγραφος 2, του άρθρου 75, παράγραφος 2, διαλαμβάνουν αμφότερες τα δικαιώματα σε σύνταξη αρχαιότητας των πρώην βουλευτών, πλην όμως στο πεδίο εφαρμογής των δύο διατάξεων εμπίπτουν, αντιστοίχως, οι πρώην βουλευτές οι οποίοι άρχισαν να λαμβάνουν τη σύνταξή τους πριν από την έναρξη ισχύος του καθεστώτος των βουλευτών, ήτοι πριν από τις 14 Ιουλίου 2009, και οι πρώην βουλευτές οι οποίοι άρχισαν να λαμβάνουν την εν λόγω σύνταξη μετά την ημερομηνία αυτή.

130    Αφενός, το άρθρο 75, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, εφαρμόζεται στους πρώην βουλευτές οι οποίοι άρχισαν να λαμβάνουν σύνταξη αρχαιότητας πριν από την έναρξη ισχύος του καθεστώτος των βουλευτών. Κατά το γράμμα της διάταξης αυτής, οι συγκεκριμένοι πρώην βουλευτές συνεχίζουν, μετά την ως άνω ημερομηνία, να υπάγονται στο συνταξιοδοτικό σύστημα που θεσπίστηκε με το παράρτημα III. Ως εκ τούτου, ο υπολογισμός και η καταβολή της σύνταξης αρχαιότητας που λαμβάνουν βασίζονται στους κανόνες του παραρτήματος αυτού.

131    Αφετέρου, το άρθρο 75, παράγραφος 2, πρώτη περίοδος, διασφαλίζει ότι διατηρούνται τα δικαιώματα σε σύνταξη αρχαιότητας που είχαν αποκτηθεί έως την ημέρα έναρξης ισχύος του καθεστώτος των βουλευτών κατ’ εφαρμογήν του παραρτήματος III. Εντούτοις, καίτοι αυτά τα δικαιώματα σε σύνταξη αρχαιότητας διατηρούνται μετά την έναρξη ισχύος του καθεστώτος των βουλευτών, στο άρθρο 75, παράγραφος 2, δεύτερη περίοδος, διευκρινίζεται ότι η πραγματική λήψη της σύνταξης αυτής εξαρτάται από δύο προϋποθέσεις. Πρώτον, οι πρώην βουλευτές πρέπει να πληρούν τις σχετικές προϋποθέσεις που προβλέπει η εθνική νομοθεσία του οικείου κράτους μέλους. Δεύτερον, οι πρώην βουλευτές πρέπει να έχουν υποβάλει την αίτηση εκκαθάρισης της σύνταξης εντός προθεσμίας έξι μηνών από τη γένεση του δικαιώματός τους, σύμφωνα με το άρθρο 3, παράγραφος 2, του παραρτήματος III. Ως εκ τούτου, ο υπολογισμός και η καταβολή της σύνταξης αρχαιότητας των πρώην βουλευτών βασίζονται, και στην περίπτωση αυτή, στους κανόνες του παραρτήματος III, πλην όμως το δικαίωμα στην πραγματική λήψη αυτών των συντάξεων αρχαιότητας εξαρτάται από την εκπλήρωση των προϋποθέσεων που καθορίζονται στο άρθρο 75, παράγραφος 2, δεύτερη περίοδος.

132    Επομένως, η συστηματική ερμηνεία του άρθρου 75 αποκλείει την εφαρμογή της παραγράφου 1, πρώτο εδάφιο, της διάταξης αυτής στους πρώην βουλευτές οι οποίοι άρχισαν να λαμβάνουν σύνταξη αρχαιότητας μετά την έναρξη ισχύος του καθεστώτος των βουλευτών. Συγκεκριμένα, το ίδιο το γράμμα του άρθρου 75, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, περιορίζει το πεδίο εφαρμογής του μόνο στους πρώην βουλευτές οι οποίοι, «πριν» από την έναρξη ισχύος του καθεστώτος των βουλευτών, λάμβαναν ήδη σύνταξη αρχαιότητας (πρβλ. απόφαση της 12ης Μαΐου 2017, Costa κατά Κοινοβουλίου, Τ‑15/15 και Τ‑197/15, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2017:332, σκέψη 42).

133    Η ίδια συστηματική ερμηνεία οδηγεί, με απολύτως συνεπή τρόπο, στον αποκλεισμό της εφαρμογής του άρθρου 75, παράγραφος 2, στους πρώην βουλευτές οι οποίοι άρχισαν να λαμβάνουν σύνταξη αρχαιότητας πριν από την έναρξη ισχύος του καθεστώτος των βουλευτών. Συγκεκριμένα, αυτοί οι πρώην βουλευτές δεν μπορούν να εμπίπτουν στο άρθρο 75, παράγραφος 2, παρά μόνον εάν θεωρηθεί ότι οι δύο παράγραφοι του άρθρου αυτού περιέχουν παρεμφερείς και πλεοναστικούς κανόνες. Επιπλέον, δεν θα ήταν λογικό να απαιτηθεί, εκ νέου, από αυτούς τους πρώην βουλευτές, βάσει του άρθρου 75, παράγραφος 2, δεύτερη περίοδος, να έχουν υποβάλει την αίτηση εκκαθάρισης της σύνταξης αρχαιότητας εντός έξι μηνών από τη γένεση του δικαιώματός τους, ενώ η διατύπωση αυτή έχει υποχρεωτικώς εκπληρωθεί πριν από τις 14 Ιουλίου 2009, δεδομένου ότι λάμβαναν ήδη τη σύνταξη αυτή πριν από την εν λόγω ημερομηνία.

134    Ως εκ τούτου, τα επιχειρήματα των προσφευγόντων πρέπει να εξεταστούν βάσει διακρίσεως μεταξύ των προσφευγόντων που άρχισαν να λαμβάνουν τη σύνταξη αρχαιότητας πριν από τις 14 Ιουλίου 2009 και εκείνων που την έλαβαν μετά την ημερομηνία αυτή. Επιπλέον, στο μέτρο που οι διάδικοι συμφωνούν ότι το επίμαχο δικαίωμα στη σύνταξη επιζώντων συνιστά εξαρτώμενο και παράγωγο δικαίωμα του δικαιώματος της σύνταξης αρχαιότητας του αποβιώσαντος πρώην βουλευτή, προκειμένου να προσδιοριστεί η εφαρμοστέα παράγραφος του άρθρου 75, πρέπει να ληφθεί υπόψη η ημερομηνία από την οποία κάθε πρώην βουλευτής άρχισε να λαμβάνει σύνταξη αρχαιότητας βάσει του παραρτήματος III.

2)      Επί της καταστάσεως των προσφευγόντων που εμπίπτουν στο άρθρο 75, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, των μέτρων εφαρμογής

135    Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθεισών παρατηρήσεων, το άρθρο 75, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, εφαρμόζεται στην κατάσταση των προσφευγόντων που άρχισαν να λαμβάνουν σύνταξη αρχαιότητας πριν από τις 14 Ιουλίου 2009, αποκλειομένων, επομένως, των προσφευγόντων στις υποθέσεις Τ‑390/19, Τ‑393/19, Τ‑404/19, Τ‑406/19, Τ‑407/19, Τ‑411/19, Τ‑413/19, Τ‑417/19, Τ‑425/19, Τ‑430/19, Τ‑436/19, Τ‑441/19, Τ‑442/19, Τ‑444/19, Τ‑445/19, Τ‑452/19 και Τ‑465/19. Το άρθρο 75, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, εφαρμόζεται επίσης στο σύνολο των προσφευγουσών που λαμβάνουν σύνταξη επιζωσών, ήτοι στις προσφεύγουσες στις υποθέσεις Τ‑397/19, Τ‑409/19, Τ‑414/19, Τ‑426/19 και 427/19. Συγκεκριμένα, οι αποβιώσαντες σύζυγοι είχαν όλοι αρχίσει να λαμβάνουν σύνταξη αρχαιότητας πριν από τις 14 Ιουλίου 2009.

136    Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι το άρθρο 75, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, προβλέπει ότι «[οι συντάξεις] αρχαιότητας που χορηγούνται βάσει τ[ου] παραρτ[ήματος] III των ρυθμίσεων ΕΑΒ εξακολουθούν να καταβάλλονται, κατ’ εφαρμογή τ[ου] παραρτ[ήματος] αυτ[ού], στα πρόσωπα που λάμβαναν τις εν λόγω παροχές πριν από την ημερομηνία έναρξης ισχύος του καθεστώτος».

137    Εξάλλου, το άρθρο 2, παράγραφος 1, του παραρτήματος III προβλέπει τον κανόνα σύνταξης ίδιου επιπέδου, ο οποίος βρίσκεται στο επίκεντρο των υπό κρίση υποθέσεων, ως εξής:

«Το ύψος και τα στοιχεία καθορισμού της προσωρινής σύνταξης ταυτίζονται με τα αντίστοιχα της σύνταξης που εισπράττουν οι βουλευτές της Κάτω Βουλής του κράτους μέλους προς εκπροσώπηση του οποίου εκλέχθηκε το εν λόγω μέλος του Κοινοβουλίου.»

138    Το επιτακτικό γράμμα της διάταξης αυτής –«[τ]ο ύψος και τα στοιχεία καθορισμού της προσωρινής σύνταξης ταυτίζονται»– δεν καταλείπει στο Κοινοβούλιο κανένα περιθώριο για αυτόνομο τρόπο υπολογισμού. Με την επιφύλαξη της τήρησης των υπέρτερων κανόνων του δικαίου της Ένωσης, περιλαμβανομένων των γενικών αρχών του δικαίου και του Χάρτη, το Κοινοβούλιο υποχρεούται να καθορίσει το ύψος και τα στοιχεία καθορισμού της σύνταξης αρχαιότητας πρώην βουλευτή του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου που εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του παραρτήματος III βάσει των αντίστοιχων που καθορίζονται στο εφαρμοστέο εθνικό δίκαιο, ήτοι, εν προκειμένω, βάσει των κανόνων που προβλέπονται στην απόφαση αριθ. 14/2018. Το Γενικό Δικαστήριο διαπιστώνει ότι οι διάδικοι συμφωνούν επί της ερμηνείας αυτής.

139    Ομοίως, η χρήση της οριστικής ενεστώτα –«ταυτίζονται»– συνεπάγεται ότι αυτή η υποχρέωση εφαρμογής, όσον αφορά το ύψος και τα στοιχεία καθορισμού της σύνταξης, των ίδιων κανόνων με εκείνους που καθορίζονται στο δίκαιο του οικείου κράτους μέλους δεν ρυθμίζει μόνον την παρελθούσα κατάσταση των πρώην βουλευτών, ήτοι την κατάσταση προ της έκδοσης του καθεστώτος των βουλευτών, αλλά εξακολουθεί να παράγει τα αποτελέσματά της για όσο διάστημα καταβάλλονται οι συντάξεις αρχαιότητας.

140    Η διττή αυτή ερμηνεία επιρρωννύεται από το άρθρο 75, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, το οποίο ορίζει ρητώς ότι οι συντάξεις αρχαιότητας «εξακολουθούν να καταβάλλονται» κατ’ εφαρμογήν του παραρτήματος III. Η χρήση, και στην περίπτωση αυτή, επιτακτικής διατύπωσης και της οριστικής ενεστώτα επιβεβαιώνει, αφενός, τη διατήρηση σε ισχύ των κανόνων που προβλέπονται στο άρθρο 2, παράγραφος 1, του παραρτήματος III, ακόμη και μετά την έναρξη ισχύος του καθεστώτος των βουλευτών, και, αφετέρου, την έλλειψη διακριτικής ευχέρειας του Κοινοβουλίου όσον αφορά την εφαρμογή τους.

141    Από τα προεκτεθέντα συνάγεται ότι το άρθρο 75, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, σε συνδυασμό με το άρθρο 2, παράγραφος 1, του παραρτήματος III, επιβάλλει, ρητώς, στο Κοινοβούλιο να εφαρμόζει παγίως, όσον αφορά το ύψος και τα στοιχεία καθορισμού των συντάξεων, τους ίδιους κανόνες με εκείνους που καθορίζονται στο δίκαιο του οικείου κράτους μέλους. Όπως εκτέθηκε στη σκέψη 138 ανωτέρω, το Κοινοβούλιο θα μπορούσε να απαλλαγεί από την υποχρέωση αυτή μόνο στην περίπτωση που, λαμβανομένης υπόψη της αρχής της ιεράρχησης των κανόνων, η εφαρμογή των κανόνων αυτών θα κατέληγε σε παράβαση υπέρτερου κανόνα του δικαίου της Ένωσης.

142    Εξάλλου, έστω και αν η εφαρμογή των κανόνων αυτών συνεπάγεται, όπως εν προκειμένω, μείωση του ποσού των συντάξεων, τούτο δεν μπορεί εντούτοις να θεωρηθεί ότι θίγει τα κεκτημένα δικαιώματα σε σύνταξη αρχαιότητας των δικαιούχων τους.

143    Συγκεκριμένα, από το άρθρο 75, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, ερμηνευόμενο σε συνδυασμό με το παράρτημα III, προκύπτει ότι τα κεκτημένα δικαιώματα σε σύνταξη αρχαιότητας, τα οποία είναι αποτέλεσμα των εισφορών που κατέβαλαν οι πρώην βουλευτές, είναι απλώς η βάση για τον υπολογισμό των εν λόγω συντάξεων αρχαιότητας. Αντιθέτως, ουδεμία διάταξη του άρθρου 75, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, και του παραρτήματος III εγγυάται το αμετάβλητο του ποσού των συντάξεων αυτών. Τα κεκτημένα συνταξιοδοτικά δικαιώματα που μνημονεύονται στο άρθρο 75 δεν πρέπει να συγχέονται με το προβαλλόμενο δικαίωμα λήψης καθορισμένου ποσού σύνταξης.

144    Αυτή η ερμηνεία του κανόνα σύνταξης ίδιου επιπέδου δεν αναιρείται από την αιτιολογική σκέψη 7 των μέτρων εφαρμογής, στην οποία παραπέμπουν οι προσφεύγοντες. Συγκεκριμένα, αυτή η αιτιολογική σκέψη διευκρινίζει απλώς ότι τα κεκτημένα πριν από την έναρξη ισχύος του καθεστώτος των βουλευτών συνταξιοδοτικά δικαιώματα διασφαλίζονται μετά την ημερομηνία έναρξης ισχύος αυτού. Αντιθέτως, αυτή η αιτιολογική σκέψη δεν υποδεικνύει ότι το ποσό των εν λόγω συντάξεων δεν μπορεί να αναθεωρηθεί, είτε αυξανόμενο είτε μειούμενο. Επομένως, αυτή η αιτιολογική σκέψη επιβεβαιώνει μόνον την ουσία του άρθρου 75, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, ερμηνευόμενο σε συνδυασμό με το άρθρο 2, παράγραφος 1, του παραρτήματος III.

145    Εξάλλου, η ερμηνεία αυτή δεν αναιρείται από το άρθρο 75, παράγραφος 2, πρώτη περίοδος. Είναι αληθές ότι η διάταξη αυτή προβλέπει ότι «[τ]α δικαιώματα σε σύνταξη αρχαιότητας που είχαν αποκτηθεί έως την ημέρα έναρξης ισχύος του καθεστώτος κατ’ εφαρμογή του προαναφερθέντος παραρτήματος III διατηρούνται». Εντούτοις, όπως και η αιτιολογική σκέψη 7 των μέτρων εφαρμογής, το εν λόγω άρθρο 75, παράγραφος 2, πρώτη περίοδος, δεν υποδεικνύει ότι το ποσό των συντάξεων αρχαιότητας δεν μπορεί να μεταβληθεί, είτε προς όφελος είτε εις βάρος των δικαιούχων τους. Επιπλέον, και όπως προκύπτει από τις σκέψεις 132 και 133 ανωτέρω, η συστηματική ερμηνεία του άρθρου 75 συνεπάγεται, εν πάση περιπτώσει, την αδυναμία εφαρμογής της παραγράφου του 2 στους πρώην βουλευτές, όπως οι προσφεύγοντες που μνημονεύονται στη σκέψη 135 ανωτέρω, οι οποίοι άρχισαν να λαμβάνουν σύνταξη αρχαιότητας πριν από τις 14 Ιουλίου 2009.

146    Εν αντιθέσει προς τα όσα διατείνονται οι προσφεύγοντες στην ένσταση ελλείψεως νομιμότητας που μνημονεύεται στη σκέψη 124 ανωτέρω, η ερμηνεία αυτή δεν συνεπάγεται παράβαση του άρθρου 28 του καθεστώτος των βουλευτών. Συγκεκριμένα, όπως ορθώς επισήμανε το Κοινοβούλιο, αρκεί η διαπίστωση ότι το άρθρο 28 του καθεστώτος των βουλευτών εφαρμόζεται, κατά το γράμμα του, μόνο στα συνταξιοδοτικά δικαιώματα τα οποία οι βουλευτές απέκτησαν «δυνάμει των εθνικών διατάξεων». Εν προκειμένω, όμως, οι συντάξεις αρχαιότητας των προσφευγόντων δεν αποκτήθηκαν δυνάμει εθνικών διατάξεων, αλλά βάσει των διατάξεων του παραρτήματος III. Επιπλέον, οι ίδιοι οι προσφεύγοντες αναγνωρίζουν, στα υπομνήματά τους, ότι οι συντάξεις τους δεν επιβαρύνουν την Ιταλική Δημοκρατία, αλλά το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Επομένως, το άρθρο 28 του καθεστώτος των βουλευτών δεν εφαρμόζεται στις συντάξεις των προσφευγόντων, δεδομένου ότι αυτές εμπίπτουν σε συνταξιοδοτικό σύστημα της Ένωσης και όχι σε εθνικό συνταξιοδοτικό σύστημα. Η ένσταση ελλείψεως νομιμότητας των προσφευγόντων πρέπει να απορριφθεί.

147    Τέλος, το Γενικό Δικαστήριο διαπιστώνει ότι η πρακτική επιβεβαιώνει ότι το ποσό των συντάξεων που καταβάλλονται βάσει του άρθρου 2, παράγραφος 1, του παραρτήματος III δεν είναι αμετάβλητο. Συγκεκριμένα, απαντώντας στις γραπτές ερωτήσεις του Γενικού Δικαστηρίου, το Κοινοβούλιο επισήμανε, προσκομίζοντας τις σχετικές αποδείξεις, ότι, πριν από την έκδοση της απόφασης αριθ. 14/2018, το ποσό των συντάξεων αρχαιότητας περίπου δέκα εκλεγέντων στην Ιταλία πρώην βουλευτών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου είχε ήδη μειωθεί προκειμένου να ληφθεί υπόψη η απόφαση αριθ. 210/2017 του προεδρείου της ιταλικής Βουλής. Αντιστρόφως, το Κοινοβούλιο διευκρίνισε, επίσης προσκομίζοντας αποδείξεις, ότι το ύψος των συντάξεων αρχαιότητας ορισμένων πρώην βουλευτών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, εκλεγέντων στην Ιταλία, είχε αυξηθεί, στο διάστημα από το 2002 έως το 2005, κατ’ εφαρμογήν της αύξησης του ποσού της κοινοβουλευτικής αποζημίωσης που αποφάσισε το προεδρείο της ιταλικής Βουλής.

3)      Επί της καταστάσεως των προσφευγόντων που εμπίπτουν στο άρθρο 75, παράγραφος 2, των μέτρων εφαρμογής

148    Λαμβανομένων υπόψη των παρατηρήσεων που εκτέθηκαν στις σκέψεις 129 έως 134 ανωτέρω, το άρθρο 75, παράγραφος 2, δεν εφαρμόζεται στους προσφεύγοντες στις υποθέσεις Τ‑390/19, Τ‑393/19, Τ‑404/19, Τ‑406/19, Τ‑407/19, Τ‑411/19, Τ‑413/19, Τ‑417/19, Τ‑425/19, Τ‑430/19, Τ‑436/19, Τ‑441/19, Τ‑442/19, Τ‑444/19, Τ‑445/19, Τ‑452/19 και Τ‑465/19.

149    Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι το άρθρο 75, παράγραφος 2, ορίζει τα εξής:

«Τα δικαιώματα σε σύνταξη αρχαιότητας που είχαν αποκτηθεί έως την ημέρα έναρξης ισχύος του καθεστώτος κατ’ εφαρμογή του προαναφερθέντος παραρτήματος III διατηρούνται. Τα πρόσωπα που απέκτησαν δικαιώματα στο εν λόγω συνταξιοδοτικό σύστημα δικαιούνται σύνταξη υπολογιζόμενη βάσει των αποκτηθέντων δικαιωμάτων τους κατ’ εφαρμογή του προαναφερθέντος παραρτήματος III, εφόσον πληρούν τις σχετικές προϋποθέσεις που προβλέπει η εθνική νομοθεσία του οικείου κράτους μέλους και έχουν υποβάλει την αίτηση του άρθρου 3 παράγραφος 2 του προαναφερθέντος παραρτήματος III.»

150    Η πρώτη περίοδος του άρθρου 75, παράγραφος 2, δεν μπορεί να έχει την έννοια ότι εγγυάται το αμετάβλητο του ποσού της σύνταξης των οικείων πρώην βουλευτών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Συγκεκριμένα, στο εν λόγω άρθρο 75, παράγραφος 2, δεν κατοχυρώνεται κεκτημένο δικαίωμα το οποίο συνεπάγεται οριστικό και μη δεκτικό αναθεώρησης ποσό της σύνταξης αρχαιότητας.

151    Στην πραγματικότητα, επισημαίνοντας ότι «[τ]α δικαιώματα σε σύνταξη αρχαιότητας που είχαν αποκτηθεί έως την ημέρα έναρξης ισχύος του καθεστώτος κατ’ εφαρμογή του προαναφερθέντος παραρτήματος III διατηρούνται», το Κοινοβούλιο απλώς επιβεβαίωσε ότι όλα τα κεκτημένα δικαιώματα σε σύνταξη αρχαιότητας, βάσει των εισφορών που καταβλήθηκαν έως τις 14 Ιουλίου 2009, διατηρούνταν μετά την ημερομηνία αυτή. Πάντως, από τις σκέψεις 142 έως 144 καθώς και 146 και 147 ανωτέρω προκύπτει ότι τα εν λόγω κεκτημένα δικαιώματα χρησιμεύουν μόνον ως βάση υπολογισμού του ποσού της σύνταξης. Αντιθέτως, η φράση «κεκτημένα δικαιώματα» δεν πρέπει να θεωρείται ότι επάγεται ένα οριστικό και αμετάβλητο αποτέλεσμα όσον αφορά τον υπολογισμό του ποσού των συντάξεων αυτών.

152    Επιπλέον, η μνεία αυτή παρέχει επίσης τη δυνατότητα διάκρισης μεταξύ των αντίστοιχων πεδίων εφαρμογής του άρθρου 49 των μέτρων εφαρμογής και του άρθρου 75, παράγραφος 2, όσον αφορά τους πρώην βουλευτές οι οποίοι, στις 14 Ιουλίου 2009, δεν είχαν αρχίσει ακόμη να λαμβάνουν σύνταξη αρχαιότητας.

153    Συγκεκριμένα, όπως ορθώς εκθέτουν οι προσφεύγοντες και το Κοινοβούλιο, τα δικαιώματα σύνταξης αρχαιότητας που αποκτήθηκαν από την έναρξη ισχύος του καθεστώτος των βουλευτών εμπίπτουν αποκλειστικά και μόνο στο άρθρο 49 των μέτρων εφαρμογής. Τα δικαιώματα σύνταξης αρχαιότητας που αποκτήθηκαν έως την ημερομηνία αυτή ρυθμίζονται αποκλειστικά και μόνον από το άρθρο 75, παράγραφος 2, και το παράρτημα III. Επομένως, από τις 14 Ιουλίου 2009, δεν είναι πλέον δυνατή η απόκτηση συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων βάσει των διατάξεων αυτών. Εξ αυτού προκύπτουν δύο διαδοχικά συνταξιοδοτικά συστήματα τα οποία συνεπάγονται δύο είδη συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων: τα δικαιώματα σύνταξης αρχαιότητας που αποκτήθηκαν έως τις 14 Ιουλίου 2009, βάσει του άρθρου 75 και του παραρτήματος III, και τα δικαιώματα σύνταξης αρχαιότητας που αποκτήθηκαν από τις 14 Ιουλίου 2009, βάσει του άρθρου 49 των μέτρων εφαρμογής. Επ’ αυτού, οι διάδικοι δεν αμφισβητούν ότι οι πρώην βουλευτές τους οποίους αφορά αυτή η σώρευση συστημάτων λαμβάνουν δύο διακριτές συντάξεις και ότι η μείωση του ποσού αφορά μόνον τη σύνταξη αρχαιότητας που ρυθμίζεται από το άρθρο 75, παράγραφος 2, και το παράρτημα III.

154    Επομένως, με τη διευκρίνιση ότι τα δικαιώματα σύνταξης αρχαιότητας που αποκτήθηκαν έως την ημερομηνία έναρξης ισχύος του καθεστώτος των βουλευτών διατηρούνται μετά την ημερομηνία αυτή, το άρθρο 75, παράγραφος 2, πρώτη περίοδος, υποδεικνύει, εμμέσως, πλην όμως με τρόπο απολύτως συνεπή προς το άρθρο 49 των μέτρων εφαρμογής, ότι η εγγύηση αυτή δεν αφορά τα νέα δικαιώματα σύνταξης αρχαιότητας που αποκτήθηκαν μετά την ημερομηνία αυτή, δεδομένου ότι, ακριβώς, η απόκτηση αυτή κατέστη νομικώς αδύνατη. Αντιθέτως, για όλους τους προεκτεθέντες λόγους, το άρθρο 75, παράγραφος 2, πρώτη περίοδος, δεν μπορεί να έχει την έννοια ότι επιβεβαιώνει τον αμετάβλητο χαρακτήρα του ποσού των συντάξεων αρχαιότητας.

155    Εν συνεχεία, επισημαίνεται ότι στο άρθρο 75, παράγραφος 2, δεύτερη περίοδος, διευκρινίζεται, στο πρώτο τμήμα της περιόδου αυτής, ότι το ποσό της σύνταξης αρχαιότητας υπολογίζεται κατ’ εφαρμογήν των κανόνων που καθορίζονται στο παράρτημα III. Επιπλέον, το δεύτερο τμήμα της περιόδου αυτής απαιτεί να πληρούνται δύο προϋποθέσεις, ήτοι η τήρηση των σχετικών διατάξεων του εφαρμοστέου εθνικού δικαίου στον τομέα της χορήγησης σύνταξης και η υποβολή αίτησης εκκαθάρισης της σύνταξης αυτής.

156    Το Γενικό Δικαστήριο επισημαίνει ότι το άρθρο 75, παράγραφος 2, δεύτερη περίοδος, διακρίνει σαφώς μεταξύ των «αποκτηθέντων δικαιωμάτων» και της «σύνταξης». Αφενός, είναι πρόδηλο ότι η μετοχή «αποκτηθέντων» δεν συνδέεται με τον όρο «σύνταξη», και τούτο τείνει να επιβεβαιώνει ότι η αναθεώρηση του ποσού των συντάξεων δεν είναι αδύνατη. Αφετέρου, η εν λόγω σύνταξη καθορίζεται μεν βάσει των εν λόγω «αποκτηθέντων δικαιωμάτων», πλην όμως «κατ’ εφαρμογή» των κανόνων υπολογισμού που καθορίζονται στο παράρτημα III. Επ’ αυτού, το εν λόγω άρθρο 75, παράγραφος 2, δεύτερη περίοδος, παραπέμπει στο παράρτημα III και, επομένως, έμμεσα στο άρθρο 2, παράγραφος 1, του παραρτήματος αυτού. Ως εκ τούτου, γίνεται παραπομπή στις παρατηρήσεις που εκτέθηκαν στις σκέψεις 138 έως 141 ανωτέρω, κατά τις οποίες το Κοινοβούλιο υποχρεούται, με την επιφύλαξη της τήρησης των υπέρτερων κανόνων του δικαίου της Ένωσης, να εφαρμόσει τους κανόνες σχετικά με το ύψος και τα στοιχεία καθορισμού των συντάξεων που καθορίζονται στο δίκαιο του οικείου κράτους μέλους.

157    Όσον αφορά τις δύο πρόσθετες προϋποθέσεις που προβλέπονται στο άρθρο 75, παράγραφος 2, δεύτερη περίοδος, αρκεί η διαπίστωση ότι αυτές δεν αφορούν, όπως υποστηρίζουν οι προσφεύγοντες, την εικαζόμενη προστασία των «κεκτημένων δικαιωμάτων τους», υπό την έννοια ότι το ποσό των συντάξεων δεν μπορεί να αναθεωρηθεί, αλλά την πραγματική λήψη των συντάξεων αυτών. Συγκεκριμένα, ο πρώην βουλευτής θα μπορεί να αξιώσει τη χορήγηση της σύνταξής του μόνον εάν πληροί τις προϋποθέσεις που προβλέπονται συναφώς στην εθνική νομοθεσία του οικείου κράτους μέλους και εάν, επιπλέον, υπέβαλε την προβλεπόμενη στο άρθρο 3, παράγραφος 2, του παραρτήματος III αίτηση εκκαθάρισης. Επομένως, οι προϋποθέσεις αυτές ουδόλως σχετίζονται με οποιαδήποτε εγγύηση μη μεταβολής του ποσού των συντάξεων αρχαιότητας.

158    Τέλος, το Γενικό Δικαστήριο διαπιστώνει ότι η προβλεπόμενη στο παράρτημα ΙII υποχρέωση εφαρμογής των κανόνων σχετικά με το ύψος και τα στοιχεία καθορισμού των συντάξεων αρχαιότητας που καθορίζονται από το δίκαιο του οικείου κράτους μέλους αφορά αποκλειστικά και μόνον το Κοινοβούλιο. Αντιθέτως, η υποχρέωση τήρησης των προϋποθέσεων που περιγράφονται στη σκέψη 157 ανωτέρω επιβάλλεται αποκλειστικά και μόνο στους δικαιούχους των εν λόγω συντάξεων.

4)      Συμπέρασμα

159    Εν προκειμένω, το Κοινοβούλιο δεν τροποποίησε ούτε το άρθρο 75 ούτε το άρθρο 2, παράγραφος 1, του παραρτήματος III. Οι διατάξεις αυτές παρέμειναν αμετάβλητες. Ομοίως, το Κοινοβούλιο δεν αμφισβήτησε τα δικαιώματα σύνταξης αρχαιότητας που οι προσφεύγοντες απέκτησαν πριν από τις 14 Ιουλίου 2009.

160    Συγκεκριμένα, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 75 και του άρθρου 2, παράγραφος 1, του παραρτήματος III, το Κοινοβούλιο περιορίστηκε να προσαρμόσει το ύψος και τα στοιχεία καθορισμού των συντάξεων αρχαιότητας ή επιζώντων των προσφευγόντων προκειμένου να ληφθούν υπόψη οι νέοι κανόνες υπολογισμού που καθορίστηκαν με την απόφαση αριθ. 14/2018. Επομένως, τροποποιήθηκαν μόνον οι κανόνες υπολογισμού του ποσού αυτών των συντάξεων αρχαιότητας ή επιζώντων, κατ’ εφαρμογήν των νέων απαιτήσεων της απόφασης αριθ. 14/2018. Εξάλλου, οι προσφεύγοντες δεν υποστήριξαν ότι το Κοινοβούλιο εφάρμοσε πλημμελώς τους κανόνες της απόφασης αριθ. 14/2018.

161    Κατά τα λοιπά, και χάριν συγκρίσεως, το Γενικό Δικαστήριο διαπιστώνει ότι η δυνατότητα αναθεώρησης του ποσού των συντάξεων έχει γίνει δεκτή από τη νομολογία στο πλαίσιο ενδίκων διαφορών μεταξύ υπαλλήλων και οργάνων της Ένωσης. Κατά τη νομολογία αυτή, πρέπει να γίνεται διάκριση μεταξύ του καθορισμού του συνταξιοδοτικού δικαιώματος και της καταβολής των παροχών που απορρέουν από αυτό. Επομένως, κατά τη νομολογία, τα δικαιώματα που έχουν αποκτηθεί όσον αφορά τον καθορισμό σύνταξης δεν προσβάλλονται όταν οι μεταβολές στα ποσά που όντως καταβάλλονται είναι αποτέλεσμα νομοθετικών ή κανονιστικών εξελίξεων που δεν θίγουν το καθεαυτό συνταξιοδοτικό δικαίωμα (πρβλ. απόφαση της 29ης Νοεμβρίου 2006, Campoli κατά Επιτροπής, Τ‑135/05, EU:T:2006:366, σκέψεις 79 και 80 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

162    Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθεισών παρατηρήσεων, το Κοινοβούλιο εκπλήρωσε την υποχρέωση που υπέχει βάσει του άρθρου 75 και του άρθρου 2, παράγραφος 1, του παραρτήματος III εφαρμόζοντας τους κανόνες της απόφασης αριθ. 14/2018 και εκδίδοντας, κατά συνέπεια, τις προσβαλλόμενες αποφάσεις. Το ζήτημα του αν αυτή η εφαρμογή εκ μέρους του Κοινοβουλίου των κανόνων της απόφασης αριθ. 14/2018 αντιβαίνει σε άλλους υπέρτερους κανόνες του δικαίου της Ένωσης, εκτός του άρθρου 75 ή του παραρτήματος III, θα εξεταστεί στο πλαίσιο του τέταρτου λόγου ακυρώσεως.

163    Από το σύνολο των στοιχείων αυτών συνάγεται ότι το Κοινοβούλιο μπορούσε βασίμως να στηριχθεί στο άρθρο 75 και στους κανόνες του παραρτήματος III, χωρίς να παραβεί τις διατάξεις τους, για να εκδώσει τις προσβαλλόμενες αποφάσεις.

164    Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος ακυρώσεως κρίνεται απορριπτέος.

3.      Επί του τρίτου λόγου ακυρώσεως ο οποίος αφορά πλάνη περί το δίκαιο όσον αφορά τον χαρακτηρισμό της απόφασης αριθ. 14/2018 και εσφαλμένη εφαρμογή της «επιφύλαξης νόμου» που προβλέπεται στο άρθρο 75, παράγραφος 2, των μέτρων εφαρμογής

165    Προς στήριξη του τρίτου λόγου ακυρώσεως, οι προσφεύγοντες διατείνονται ότι το άρθρο 75, παράγραφος 2, παραπέμπει μόνο στο εθνικό δίκαιο που θεσπίζεται υπό μορφή «νόμου». Η υπαγωγή του τομέα αυτού στην αποκλειστική αρμοδιότητα του νομοθέτη προορίζεται να προστατεύσει πρωτίστως τη νομοθετική λειτουργία και δευτερευόντως τους βουλευτές ατομικά. Η απόφαση αριθ. 14/2018 είναι, όμως, μια απλή εσωτερική απόφαση της Βουλής, χωρίς ισχύ νόμου. Για τον λόγο αυτό, η απόφαση αριθ. 14/2018 εφαρμόζεται μόνο στα πρόσωπα έναντι των οποίων η ιταλική Βουλή ασκεί τις κανονιστικές αρμοδιότητές της, ήτοι στο προσωπικό της καθώς και στους εν ενεργεία βουλευτές της έως το πέρας της θητείας τους.

166    Οι προσφεύγοντες υποστηρίζουν επίσης ότι η παραπομπή του άρθρου 75, παράγραφος 2, στην «εθνική νομοθεσία» αφορά μόνον τις προϋποθέσεις που καθορίζει το οικείο κράτος μέλος για την απόκτηση, από πρώην βουλευτή του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, δικαιώματος σε σύνταξη αρχαιότητας. Αντιθέτως, κατά τους προσφεύγοντες, η παραπομπή αυτή δεν επιτρέπει στο Κοινοβούλιο να τροποποιήσει τις μεθόδους υπολογισμού αυτών των συντάξεων αρχαιότητας.

167    Τέλος, οι προσβαλλόμενες αποφάσεις αντιβαίνουν, κατά τους προσφεύγοντες, στο άρθρο 17 του Χάρτη καθώς και στο άρθρο 1 του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, η οποία υπογράφηκε στη Ρώμη στις 4 Νοεμβρίου 1950 (στο εξής: ΕΣΔΑ). Συγκεκριμένα, οι διατάξεις αυτές διασφαλίζουν ότι ουδείς μπορεί να στερηθεί την ιδιοκτησία του παρά μόνο για λόγους που προβλέπονται στον «νόμο».

168    Το Κοινοβούλιο ζητεί να απορριφθεί ο τρίτος λόγος ακυρώσεως ως αβάσιμος.

169    Προκαταρκτικώς, καθόσον οι προσφεύγοντες προσάπτουν στο Κοινοβούλιο ότι προσέβαλε το δικαίωμα ιδιοκτησίας τους, διότι η μείωση του ποσού της σύνταξής τους δεν προβλέφθηκε σε «νόμο», διαπιστώνεται ότι το επιχείρημα αυτό συμπίπτει με την επιχειρηματολογία που προβάλλεται στο πλαίσιο του τέταρτου λόγου ακυρώσεως. Γίνεται, επομένως, παραπομπή στην εξέταση του τέταρτου λόγου ακυρώσεως.

170    Εν συνεχεία, ο τρίτος λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί ως αλυσιτελής καθόσον αφορά τους προσφεύγοντες που μνημονεύονται στη σκέψη 135 ανωτέρω. Συγκεκριμένα, όπως εκτέθηκε στο πλαίσιο του δεύτερου λόγου ακυρώσεως, και ειδικότερα στη σκέψη 135 ανωτέρω, οι προσφεύγοντες αυτοί δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 75, παράγραφος 2, αλλά σε εκείνο του άρθρου 75, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, δεδομένου ότι άρχισαν να λαμβάνουν τη σύνταξή τους πριν από την έναρξη ισχύος του καθεστώτος των βουλευτών. Συνεπώς, ενδεχόμενη παράβαση, εκ μέρους του Κοινοβουλίου, του άρθρου 75, παράγραφος 2, δεν θα μπορούσε, εν πάση περιπτώσει, να επιφέρει την ακύρωση των προσβαλλομένων αποφάσεων που αφορούν τους εν λόγω προσφεύγοντες.

171    Επομένως, η εξέταση του τρίτου λόγου ακυρώσεως περιορίζεται μόνο στους προσφεύγοντες που μνημονεύονται στη σκέψη 148 ανωτέρω, ήτοι τους προσφεύγοντες στις υποθέσεις Τ‑390/19, Τ‑393/19, Τ‑404/19, Τ‑406/19, Τ‑407/19, Τ‑411/19, Τ‑413/19, Τ‑417/19, Τ‑425/19, Τ‑430/19, Τ‑436/19, Τ‑441/19, Τ‑442/19, Τ‑444/19, Τ‑445/19, Τ‑452/19 και Τ‑465/19.

172    Το άρθρο 75, παράγραφος 2, δεύτερο περίοδος, ορίζει τα εξής:

«Τα πρόσωπα που απέκτησαν δικαιώματα στο εν λόγω συνταξιοδοτικό σύστημα δικαιούνται σύνταξη υπολογιζόμενη βάσει των αποκτηθέντων δικαιωμάτων τους κατ’ εφαρμογή του προαναφερθέντος παραρτήματος III, εφόσον πληρούν τις σχετικές προϋποθέσεις που προβλέπει η εθνική νομοθεσία του οικείου κράτους μέλους και έχουν υποβάλει την αίτηση του άρθρου 3 παράγραφος 2 του προαναφερθέντος παραρτήματος III.»

173    Όπως επισημάνθηκε στις σκέψεις 155 έως 157 ανωτέρω, το άρθρο 75, παράγραφος 2, δεύτερη περίοδος, διακρίνει μεταξύ, αφενός, του τρόπου υπολογισμού του ποσού των συντάξεων αρχαιότητας, ο οποίος ρυθμίζεται αποκλειστικά και μόνον από το άρθρο 2, παράγραφος 1, του παραρτήματος III, και, αφετέρου, των απαιτήσεων που πρέπει να πληρούνται για την πραγματική λήψη των εν λόγω συντάξεων, οι οποίες συνεπάγονται, μεταξύ άλλων, την εκπλήρωση των «σχετικ[ών] προϋποθέσε[ων] που προβλέπει η εθνική νομοθεσία του οικείου κράτους μέλους». Εξάλλου, από τη σκέψη 158 ανωτέρω προκύπτει ότι την υποχρέωση τήρησης των απαιτήσεων αυτών υπέχουν οι δικαιούχοι των συντάξεων αρχαιότητας και όχι το Κοινοβούλιο.

174    Αφενός, ακόμη και αν ήθελε υποτεθεί ότι η φράση «εθνική νομοθεσία», η οποία χρησιμοποιείται στο άρθρο 75, παράγραφος 2, δεύτερη περίοδος, αφορά αποκλειστικά και μόνον εθνικές νομοθετικές πράξεις, το γεγονός ότι, κατά το ιταλικό δίκαιο, η απόφαση αριθ. 14/2018 δεν είναι τυπικά «νόμος» στερείται, εν πάση περιπτώσει, σημασίας, εν προκειμένω. Συγκεκριμένα, όπως παραδέχθηκαν οι ίδιοι οι προσφεύγοντες, αντικείμενο της απόφασης αριθ. 14/2018 δεν είναι να τροποποιήσει τις προϋποθέσεις από τις οποίες εξαρτάται η πραγματική λήψη των συντάξεων αρχαιότητας, όπως, για παράδειγμα, η συμπλήρωση της νόμιμης ηλικίας από την οποία ο πρώην βουλευτής δικαιούται να λάβει τη σύνταξη αρχαιότητας ή ακόμη η μη άσκηση ορισμένων καθηκόντων τα οποία ο Ιταλός νομοθέτης θεωρεί ασυμβίβαστα. Όπως επισημαίνουν οι ίδιοι οι προσφεύγοντες και όπως προκύπτει από τον τίτλο της –«Νέος καθορισμός του ποσού των ισόβιων επιδομάτων και του μέρους ισόβιου επιδόματος των αναλογικών παροχών πρόνοιας, καθώς και των παροχών επιζώντων […]»–, η απόφαση αριθ. 14/2018 προσάρμοσε απλώς τον τρόπο υπολογισμού των συντάξεων αρχαιότητας.

175    Αφετέρου, το άρθρο 2, παράγραφος 1, του παραρτήματος III, το οποίο ρυθμίζει ακριβώς τον υπολογισμό του ποσού των εν λόγω συντάξεων παραπέμποντας στο δίκαιο του οικείου κράτους μέλους, δεν διευκρινίζει ότι το εθνικό αυτό δίκαιο πρέπει να έχει τη μορφή «νόμου». Γενικότερα, καμία διάταξη του παραρτήματος III δεν παραπέμπει στη «νομοθεσία» του οικείου κράτους μέλους.

176    Συνεπώς, ο υπό κρίση λόγος ακυρώσεως στηρίζεται σε προδήλως εσφαλμένη ερμηνεία του άρθρου 75, παράγραφος 2, καθόσον η διάταξη αυτή, όπως και το άρθρο 75, παράγραφος 1, δεν απαιτεί να καθορίζεται ο τρόπος υπολογισμού των συντάξεων, στο δίκαιο του οικείου κράτους μέλους, με «νόμο». Επομένως, ουδεμία επιρροή ασκεί το γεγονός ότι η απόφαση αριθ. 14/2018 δεν εκδόθηκε υπό μορφή νόμου.

177    Συνεπώς, ο τρίτος λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί.

4.      Επί του τέταρτου λόγου ακυρώσεως, ο οποίος αφορά παραβίαση πλειόνων γενικών αρχών του δικαίου της Ένωσης

178    Ο τέταρτος λόγος ακυρώσεως περιλαμβάνει τρία σκέλη. Το πρώτο σκέλος αφορά παραβίαση των αρχών της ασφάλειας δικαίου και της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης καθώς και προσβολή του δικαιώματος ιδιοκτησίας. Με το δεύτερο σκέλος προβάλλεται παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας. Με το τρίτο σκέλος προβάλλεται παραβίαση της αρχής της ισότητας.

179    Προκαταρκτικώς, το Γενικό Δικαστήριο διαπιστώνει ότι, όπως υποστηρίζει κατ’ ουσίαν το Κοινοβούλιο, το εν λόγω θεσμικό όργανο υποχρεούται, βάσει του άρθρου 75 και του παραρτήματος III, να υπολογίζει και, ενδεχομένως, να επικαιροποιεί το ποσό των συντάξεων που χορηγούνται στους εκλεγέντες στην Ιταλία πρώην βουλευτές του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, οι οποίοι εμπίπτουν στις διατάξεις αυτές, αντλώντας τις συνέπειες της απόφασης αριθ. 14/2018 ενόσω η εθνική αυτή απόφαση είναι σε ισχύ, όπως συμβαίνει εν προκειμένω, δεδομένου ότι δεν καταργήθηκε ούτε ανακλήθηκε από τη Βουλή ούτε ακυρώθηκε από το Consiglio di giurisdizione della Camera dei deputati (δικαστικό συμβούλιο της Βουλής).

180    Εντούτοις, κατά την εφαρμογή του άρθρου 75 και του άρθρου 2, παράγραφος 1, του παραρτήματος III, το Κοινοβούλιο, ως θεσμικό όργανο της Ένωσης, οφείλει, βάσει του άρθρου 51, παράγραφος 1, του Χάρτη, να τηρεί τις διατάξεις του Χάρτη. Τούτο ισχύει, αφενός, παρά το γεγονός ότι, κατά την έκδοση της απόφασης αριθ. 14/2018, η ιταλική Βουλή δεν εφάρμοσε το δίκαιο της Ένωσης και, επομένως, δεν υποχρεούνταν να τηρήσει τις διατάξεις του Χάρτη και, αφετέρου, όπως υπογράμμισε το Δικαστήριο σε συμβατικό πλαίσιο (απόφαση της 16ης Ιουλίου 2020, ADR Center κατά Επιτροπής, C‑584/17 P, EU:C:2020:576, σκέψη 86), έστω και αν το ιταλικό δίκαιο δεν διασφαλίζει τις ίδιες εγγυήσεις με εκείνες τις οποίες παρέχουν ο Χάρτης και οι γενικές αρχές του δικαίου της Ένωσης.

181    Ως εκ τούτου, για τον καθορισμό του ποσού των συντάξεων των προσφευγόντων, το Κοινοβούλιο μπορούσε να μην εφαρμόσει τον νέο τρόπο υπολογισμού των συντάξεων των πρώην βουλευτών της ιταλικής Βουλής, όπως προβλέπεται στην απόφαση αριθ. 14/2018, μόνον εάν η εφαρμογή των κανόνων της απόφασης αριθ. 14/2018 συνεπαγόταν παράβαση του Χάρτη ή παραβίαση των γενικών αρχών του δικαίου της Ένωσης [πρβλ., και κατ’ αναλογίαν, αποφάσεις της 5ης Απριλίου 2016, Aranyosi και Căldăraru, C‑404/15 και C‑659/15 PPU, EU:C:2016:198, σκέψη 88, της 25ης Ιουλίου 2018, Minister for Justice and Equality (Πλημμέλειες του δικαστικού συστήματος), C‑216/18 PPU, EU:C:2018:586, σκέψεις 59, 73 και 78, και της 25ης Ιουλίου 2018, Generalstaatsanwaltschaft (Συνθήκες κρατήσεως στην Ουγγαρία), C‑220/18 PPU, EU:C:2018:589, σκέψη 59].

182    Υπό τις συνθήκες αυτές, δεδομένου ότι δεν είναι αρμόδιο για να κρίνει ευθέως τη νομιμότητα της απόφασης αριθ. 14/2018 ούτε, ειδικότερα, τη συμβατότητά της προς τον Χάρτη, το Γενικό Δικαστήριο μπορεί μόνο να εξετάσει, εν προκειμένω, λαμβανομένων υπόψη των επιχειρημάτων των προσφευγόντων, αν η εφαρμογή εκ μέρους του Κοινοβουλίου του νέου τρόπου υπολογισμού που προβλέφθηκε στην εθνική αυτή απόφαση κατέληξε σε παράβαση από το θεσμικό αυτό όργανο των διατάξεων του Χάρτη και σε παραβίαση των γενικών αρχών του δικαίου της Ένωσης, όπως υποστηρίζουν οι εν λόγω προσφεύγοντες.

1)      Επί του πρώτου σκέλους του τέταρτου λόγου ακυρώσεως, το οποίο αφορά παραβίαση των αρχών της ασφάλειας δικαίου και της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης καθώς και προσβολή του δικαιώματος ιδιοκτησίας

183    Στο πλαίσιο του πρώτου σκέλους, οι προσφεύγοντες διατείνονται ότι οι προσβαλλόμενες αποφάσεις θίγουν το αμετάβλητο των κεκτημένων δικαιωμάτων τους και τη δικαιολογημένη εμπιστοσύνη την οποία δημιούργησε το ισχύον κατά τη διάρκεια της θητείας τους νομικό πλαίσιο. Ειδικότερα, το Κοινοβούλιο παραβίασε τις αρχές της ασφάλειας δικαίου και της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης εκτιμώντας ότι η απόφαση αριθ. 14/2018 εφαρμόζεται αυτομάτως στα συνταξιοδοτικά συστήματα των προσφευγόντων. Κατά τους προσφεύγοντες, από τη νομολογία, και ειδικότερα την απόφαση της 18ης Οκτωβρίου 2011, Purvis κατά Κοινοβουλίου (Τ‑439/09, EU:T:2011:600), προκύπτει, αντιθέτως, ότι τα μέτρα που μεταβάλλουν επί τα χείρω το σύστημα συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων δεν μπορούν να θίγουν τα κεκτημένα δικαιώματα. Επιπλέον, το Κοινοβούλιο τροποποίησε τα εν λόγω κεκτημένα δικαιώματα αναδρομικά και με τρόπο όλως απρόβλεπτο. Επιπροσθέτως, δεδομένου ότι απέκτησαν τα συνταξιοδοτικά δικαιώματά τους υπό το καθεστώς των ρυθμίσεων ΕΑΒ, οι προσφεύγοντες είναι πλέον τρίτοι και, επομένως, δεν υπάγονται στην κανονιστική αρμοδιότητα του Κοινοβουλίου και της Βουλής. Εξάλλου, καθόσον το συνταξιοδοτικό σύστημα, το οποίο καθιερώνεται στο παράρτημα III, συνεπαγόταν την εθελούσια επιλογή των βουλευτών να ενταχθούν σε αυτό, η προσβολή των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων από τις προσβαλλόμενες αποφάσεις καθιστά έτι σοβαρότερη την παραβίαση της αρχής της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης.

184    Απαντώντας σε γραπτή ερώτηση του Γενικού Δικαστηρίου, οι προσφεύγοντες προέβαλαν επίσης ένσταση ελλείψεως νομιμότητας του άρθρου 75 και του άρθρου 2, παράγραφος 1, του παραρτήματος III, στην περίπτωση που ήθελε θεωρηθεί ότι οι δύο αυτές διατάξεις παρέχουν στο Κοινοβούλιο το δικαίωμα να λάβει, παραβιάζοντας τις αρχές της ασφάλειας δικαίου και της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, μέτρα τα οποία έχουν αναδρομικές συνέπειες σε οριστικώς κεκτημένα συνταξιοδοτικά δικαιώματα.

185    Επιπλέον, οι προσφεύγοντες υποστηρίζουν ότι οι προσβαλλόμενες αποφάσεις, καθόσον συνεπάγονται μείωση του ποσού των συντάξεων, προσβάλλουν το δικαίωμα ιδιοκτησίας τους χωρίς τούτο να δικαιολογείται από κανένα γενικό συμφέρον εν προκειμένω και χωρίς το Κοινοβούλιο να έχει επικαλεστεί καν τέτοιο γενικό συμφέρον. Εξάλλου, στις προσβαλλόμενες αποφάσεις δεν αναλύεται η οικονομική επιβάρυνση που επιβάλλεται στους προσφεύγοντες και δεν σταθμίζονται τα συμφέροντα που θίγονται. Επομένως, κατά τους προσφεύγοντες, οι προσβαλλόμενες αποφάσεις αντιβαίνουν στο άρθρο 17 του Χάρτη καθόσον προβλέπουν, χωρίς να δικαιολογούνται από θεμιτό σκοπό, αναδρομική τροποποίηση των συνταξιοδοτικών συστημάτων των προσφευγόντων.

186    Το Κοινοβούλιο ζητεί να απορριφθεί το πρώτο σκέλος του τέταρτου λόγου ακυρώσεως ως αβάσιμο.

1)      Επί της αιτιάσεως περί παραβιάσεως της αρχής της ασφάλειας δικαίου

187    Η αρχή της ασφάλειας δικαίου, η οποία καταλέγεται στις γενικές αρχές του δικαίου της Ένωσης, επιβάλλει να είναι οι κανόνες δικαίου σαφείς και ακριβείς και σκοπεί να διασφαλίσει την προβλεψιμότητα των καταστάσεων και των εννόμων σχέσεων που διέπονται από το δίκαιο της Ένωσης (πρβλ. απόφαση της 18ης Οκτωβρίου 2011, Purvis κατά Κοινοβουλίου, Τ‑439/09, EU:T:2011:600, σκέψη 65 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

188    Η ένσταση ελλείψεως νομιμότητας που προέβαλαν οι προσφεύγοντες πρέπει να εξεταστεί προκειμένου να καθοριστεί αν, όπως αυτοί υποστηρίζουν, το άρθρο 75 και το άρθρο 2, παράγραφος 1, του παραρτήματος III παρέχουν στο Κοινοβούλιο το δικαίωμα να λάβει μέτρα τα οποία έχουν αναδρομικές συνέπειες σε οριστικώς κεκτημένα συνταξιοδοτικά δικαιώματα, έστω και αν η ερμηνεία αυτή θα παραβιάζει την αρχή της ασφάλειας δικαίου.

189    Η ένσταση ελλείψεως νομιμότητας είναι απορριπτέα, καθόσον εκκινεί από την εσφαλμένη παραδοχή ότι το Κοινοβούλιο έχει το δικαίωμα να τροποποιήσει τα κεκτημένα δικαιώματα σύνταξης αρχαιότητας. Ωστόσο, ούτε το άρθρο 75 ούτε το άρθρο 2, παράγραφος 1, του παραρτήματος III αναγνωρίζουν στο Κοινοβούλιο τέτοια εξουσία. Αντιθέτως, οι διατάξεις αυτές επιβάλλουν τον σεβασμό αυτών των κεκτημένων δικαιωμάτων.

190    Εντούτοις, αυτό δεν συνεπάγεται ότι το ποσό των εν λόγω συντάξεων καθορίστηκε οριστικώς πριν από την έναρξη ισχύος του καθεστώτος των βουλευτών και ότι είναι αμετάβλητο.

191    Συγκεκριμένα, και όπως προκύπτει από τις παρατηρήσεις που εκτέθηκαν στο πλαίσιο της εξέτασης του δεύτερου λόγου ακυρώσεως, στις σκέψεις 126 έως 161 ανωτέρω, πρέπει να γίνει διάκριση μεταξύ, αφενός, των «κεκτημένων συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων» και των «συντάξεων» και, αφετέρου, του «ποσού των συντάξεων». Τα «συνταξιοδοτικά δικαιώματα» είναι οριστικώς κεκτημένα και δεν μπορούν να τροποποιηθούν και οι συντάξεις εξακολουθούν να καταβάλλονται, πλην όμως καμία διάταξη δεν εμποδίζει την προσαρμογή του ποσού των συντάξεων μέσω της αύξησης ή της μείωσής του. Αντιθέτως, λαμβανομένων υπόψη των διατάξεων του άρθρου 75 και του κανόνα σύνταξης ίδιου επιπέδου, το Κοινοβούλιο υποχρεούται να υπολογίσει το ποσό των εν λόγω συντάξεων αρχαιότητας εφαρμόζοντας τους ίδιους κανόνες σχετικά με το ύψος και τα στοιχεία καθορισμού των συντάξεων με εκείνους που καθορίζονται στο δίκαιο του οικείου κράτους μέλους.

192    Επομένως, οι προσφεύγοντες δεν απέδειξαν ότι το άρθρο 75 και το άρθρο 2, παράγραφος 1, του παραρτήματος III παραβιάζουν την αρχή της ασφάλειας δικαίου. Συνεπώς, η ένσταση ελλείψεως νομιμότητας είναι αβάσιμη.

193    Εν συνεχεία, πρέπει να ελεγχθεί αν, εκδίδοντας τις προσβαλλόμενες αποφάσεις βάσει των διατάξεων αυτών, το Κοινοβούλιο παραβίασε την αρχή της ασφάλειας δικαίου.

194    Από την εξέταση του δεύτερου λόγου ακυρώσεως προκύπτει ότι το άρθρο 75 προβλέπει, με σαφή και ακριβή τρόπο, ότι το ποσό των συντάξεων αρχαιότητας υπολογίζεται σύμφωνα με τις απαιτήσεις του άρθρου 2, παράγραφος 1, του παραρτήματος III, το οποίο θεσπίζει τον κανόνα σύνταξης ίδιου επιπέδου και ορίζει ότι το «ύψος και τα στοιχεία καθορισμού [των συντάξεων αρχαιότητας] ταυτίζονται» με τα αντίστοιχα των συντάξεων που λαμβάνουν, εν προκειμένω, οι βουλευτές της ιταλικής Βουλής.

195    Επομένως, οι κανόνες αυτοί, οι οποίοι δεν τροποποιήθηκαν μετά την έναρξη ισχύος του καθεστώτος των βουλευτών, προβλέπουν ρητώς το ενδεχόμενο αναθεώρησης, μέσω αύξησης ή μείωσης, του ποσού των συντάξεων αρχαιότητας προκειμένου να ληφθούν υπόψη οι σχετικές εξελίξεις του δικαίου του οικείου κράτους μέλους. Επιπλέον, υπενθυμίζεται ότι, στο πλαίσιο της εξέτασης του δεύτερου λόγου ακυρώσεως, διαπιστώθηκε ότι η έκδοση των προσβαλλομένων αποφάσεων ήταν σύμφωνη προς τις διατάξεις του άρθρου 75 και του άρθρου 2, παράγραφος 1, του παραρτήματος III.

196    Η αναδρομική εφαρμογή πράξης χωρίς να παραβιάζεται η αρχή της ασφάλειας δικαίου προϋποθέτει ότι γίνεται αρκούντως σαφής μνεία, είτε στη διατύπωση είτε στους στόχους της, από την οποία μπορεί να συναχθεί το συμπέρασμα ότι η πράξη αυτή δεν ισχύει μόνο για το μέλλον (πρβλ. απόφαση της 17ης Ιουλίου 2014, Panasonic Italia κ.λπ., C‑472/12, EU:C:2014:2082, σκέψη 57 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

197    Είναι αληθές ότι οι προσβαλλόμενες αποφάσεις εκδόθηκαν στις 11 Απριλίου 2019 και, όσον αφορά τον L. A. Florio, στην υπόθεση Τ‑465/19, στις 11 Ιουνίου 2019, και ότι παράγουν τα αποτελέσματά τους πριν από τις ημερομηνίες αυτές, ήτοι από την 1η Ιανουαρίου 2019. Εντούτοις, τα στοιχεία αυτά δεν αρκούν, αφ’ εαυτών, για να αποδείξουν ότι το Κοινοβούλιο παραβίασε την αρχή της ασφάλειας δικαίου εφαρμόζοντας τα νέα ποσά των συντάξεων από την ως άνω ημερομηνία.

198    Το γεγονός ότι τα ποσά των συντάξεων των προσφευγόντων τροποποιήθηκαν από την 1η Ιανουαρίου 2019 οφείλεται στην υποχρέωση, την οποία υπέχει το Κοινοβούλιο βάσει του άρθρου 2, παράγραφος 1, του παραρτήματος III, να εφαρμόζει στις συντάξεις τα στοιχεία καθορισμού που προβλέπει το δίκαιο του οικείου κράτους μέλους. Πάντως, ο καθορισμός της αφετηρίας εφαρμογής των νέων κανόνων υπολογισμού των εν λόγω συντάξεων περιλαμβάνεται αναμφίβολα στα εν λόγω «στοιχεία καθορισμού».

199    Συναφώς, προκύπτει ρητώς από το άρθρο 1, παράγραφος 1, της απόφασης αριθ. 14/2018 ότι, «[α]πό την 1η Ιανουαρίου 2019, τα ποσά των [συντάξεων] […] υπολογίζονται βάσει του νέου προβλεπόμενου στην παρούσα απόφαση τρόπου».

200    Ως εκ τούτου, δυνάμει του άρθρου 2, παράγραφος 1, του παραρτήματος III, οι προσφεύγοντες δεν είχαν πλέον το δικαίωμα να αξιώνουν, από την 1η Ιανουαρίου 2019, τη λήψη της σύνταξής τους, όπως αυτή υπολογιζόταν πριν από την ημερομηνία αυτή. Αντιθέτως, από την 1η Ιανουαρίου 2019, απαιτητές και πληρωτέες ήταν μόνον οι συντάξεις των οποίων το ποσό είχε προσαρμοστεί λαμβανομένων υπόψη των κανόνων που καθορίστηκαν στην απόφαση αριθ. 14/2018.

201    Είναι αληθές ότι θα ήταν προτιμότερο να είχαν εκδοθεί οι προσβαλλόμενες αποφάσεις πριν από την 1η Ιανουαρίου 2019 και όχι μετά την ημερομηνία αυτή. Εντούτοις, το γεγονός αυτό ουδεμία ασκεί επιρροή εν προκειμένω. Η υποχρέωση εφαρμογής, με ισχύ από την ημερομηνία αυτή, των νέων κανόνων υπολογισμού στις συντάξεις των προσφευγόντων δεν απορρέει από τις προσβαλλόμενες αποφάσεις, αλλά από το άρθρο 2, παράγραφος 1, του παραρτήματος III. Υπ’ αυτή την έννοια, οι προσβαλλόμενες αποφάσεις αντλούν μόνον τις συνέπειες που απορρέουν άμεσα από το άρθρο 2, παράγραφος 1, του παραρτήματος III, οι οποίες συνεπάγονται, επομένως, ότι τα αχρεωστήτως καταβληθέντα ποσά μεταξύ της 1ης Ιανουαρίου 2019 και της ημερομηνίας έκδοσής τους, ήτοι της 11ης Απριλίου 2019 και της 11ης Ιουνίου 2019, αντιστοίχως, πρέπει να επιστραφούν.

202    Από τα στοιχεία αυτά προκύπτει ότι οι προσφεύγοντες δεν απέδειξαν ότι παραβιάστηκε, εν προκειμένω, η αρχή της ασφάλειας δικαίου. Συγκεκριμένα, οι κανόνες του παραρτήματος III συνεπάγονταν ότι τα νέα ποσά των συντάξεων των προσφευγόντων τίθενται σε ισχύ από την 1η Ιανουαρίου 2019. Οι κανόνες, όμως, του παραρτήματος III είναι μακράν προγενέστεροι της 1ης Ιανουαρίου 2019 και όχι μεταγενέστεροι της ημερομηνίας αυτής. Επιπλέον, οι προσφεύγοντες δεν υποστήριξαν και κανένα στοιχείο της δικογραφίας δεν καταδεικνύει ότι το Κοινοβούλιο εφάρμοσε τα νέα αυτά ποσά πριν από την 1η Ιανουαρίου 2019, ήτοι πριν από την ημερομηνία που ορίστηκε προς τούτο στην απόφαση αριθ. 14/2018. Τέλος, όπως επισημάνθηκε στη σκέψη 17 ανωτέρω, το Κοινοβούλιο είχε ενημερώσει τους προσφεύγοντες, τον Ιανουάριο του 2019, για την ενδεχόμενη εφαρμογή των κανόνων της απόφασης αριθ. 14/2018 έναντι αυτών. Ομοίως, όπως επισημάνθηκε στη σκέψη 19 ανωτέρω, το Κοινοβούλιο είχε επιβεβαιώσει στους προσφεύγοντες, τον Φεβρουάριο του 2019, ότι η απόφαση θα εφαρμοζόταν αυτομάτως ως προς αυτούς. Επομένως, οι προσφεύγοντες είχαν ενημερωθεί για την τροποποίηση των κανόνων που εφαρμόζονταν στον υπολογισμό του ποσού της σύνταξής τους πριν από την έκδοση των προσβαλλομένων αποφάσεων.

203    Το συμπέρασμα αυτό δεν αναιρείται από την απόφαση της 18ης Οκτωβρίου 2011, Purvis κατά Κοινοβουλίου (Τ‑439/09, EU:T:2011:600), την οποία επικαλούνται οι προσφεύγοντες. Συναφώς, αφενός, διαπιστώνεται ότι ο προσφεύγων στην υπόθεση αυτή δεν είχε αποκτήσει ακόμη το συνταξιοδοτικό δικαίωμά του. Αφετέρου, ο εν λόγω προσφεύγων δεν παραπονέθηκε για μείωση του ποσού της σύνταξής του, αλλά για την απόρριψη του αιτήματός του περί χορηγήσεως μέρους της επικουρικής σύνταξής του υπό μορφή κεφαλαίου. Επομένως, οι περιστάσεις της απόφασης της 18ης Οκτωβρίου 2011, Purvis κατά Κοινοβουλίου (Τ‑439/09, EU:T:2011:600), ουδόλως σχετίζονται με την κατάσταση των προσφευγόντων στις υπό κρίση προσφυγές. Επιπλέον, στο μέτρο που οι προσφεύγοντες συνάγουν από την ως άνω απόφαση ότι δεν επιτρέπεται να θίγονται τα κεκτημένα συνταξιοδοτικά δικαιώματα, αρκεί να υπομνησθεί ότι, όπως εκτέθηκε μεταξύ άλλων στη σκέψη 191 ανωτέρω, το Κοινοβούλιο σεβάστηκε τα κεκτημένα συνταξιοδοτικά δικαιώματά τους, η δε τροποποίηση αφορούσε μόνον το ποσό της σύνταξής τους.

204    Επομένως, η πρώτη αιτίαση, η οποία αφορά παραβίαση της αρχής της ασφάλειας δικαίου, πρέπει να απορριφθεί.

2)      Επί της αιτιάσεως περί παραβιάσεως της αρχής της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης

205    Κατά πάγια νομολογία, το δικαίωμα επίκλησης της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης αναγνωρίζεται σε κάθε ιδιώτη ευρισκόμενο σε κατάσταση από την οποία προκύπτει ότι η διοίκηση της Ένωσης του δημιούργησε βάσιμες προσδοκίες. Διαβεβαιώσεις ικανές να δημιουργήσουν τέτοιες προσδοκίες συνιστούν οι πληροφορίες που είναι ακριβείς, ανεπιφύλακτες, συγκλίνουσες και προέρχονται από αρμόδιες και αξιόπιστες πηγές. Αντιθέτως, ουδείς μπορεί να επικαλεστεί παραβίαση της αρχής αυτής εάν η διοίκηση δεν του έχει δώσει συγκεκριμένες διαβεβαιώσεις. Τέλος, οι παρεχόμενες διαβεβαιώσεις πρέπει να είναι σύμφωνες προς τους ισχύοντες κανόνες (πρβλ. απόφαση της 3ης Δεκεμβρίου 2019, Τσεχική Δημοκρατία κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, C‑482/17, EU:C:2019:1035, σκέψη 153 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

206    Καταρχάς, πρέπει να απορριφθεί, για λόγους παρόμοιους με τους εκτεθέντες στις σκέψεις 189 έως 191 ανωτέρω, η ένσταση ελλείψεως νομιμότητας με την οποία οι προσφεύγοντες υποστηρίζουν ότι, εάν ήθελε θεωρηθεί ότι το άρθρο 75 και το άρθρο 2, παράγραφος 1, του παραρτήματος III έχουν την έννοια ότι παρέχουν στο Κοινοβούλιο το δικαίωμα να λάβει μέτρα τα οποία έχουν αναδρομικές συνέπειες στα οριστικώς κεκτημένα συνταξιοδοτικά δικαιώματα, η ερμηνεία αυτή θα παραβιάζει την αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης.

207    Συγκεκριμένα, αυτή η ένσταση ελλείψεως νομιμότητας στηρίζεται στην εσφαλμένη παραδοχή ότι το Κοινοβούλιο έχει το δικαίωμα να τροποποιήσει τα κεκτημένα δικαιώματα σύνταξης αρχαιότητας, πράγμα το οποίο δεν ισχύει. Βάσει του άρθρου 75 και του άρθρου 2, παράγραφος 1, του παραρτήματος III επιτρέπεται μόνον η τροποποίηση του ποσού των εν λόγω συντάξεων.

208    Εξάλλου, οι προσφεύγοντες ούτε απέδειξαν ούτε υποστήριξαν ότι το Κοινοβούλιο τους είχε παράσχει διαβεβαιώσεις διαφορετικές από την προβλεπόμενη στο άρθρο 75 και στο άρθρο 2, παράγραφος 1, του παραρτήματος III. Είναι, πάντως, πρόδηλο ότι τα δύο αυτά άρθρα δεν προβλέπουν το αμετάβλητο του ποσού των συντάξεων των προσφευγόντων.

209    Συγκεκριμένα, από την εξέταση του δεύτερου λόγου ακυρώσεως, μεταξύ άλλων στις σκέψεις 138 έως 141 ανωτέρω, προέκυψε ότι η μόνη ακριβής και ανεπιφύλακτη διαβεβαίωση την οποία έδωσε το Κοινοβούλιο στους προσφεύγοντες συνίστατο στην εγγύηση της λήψης σύνταξης της οποίας το ύψος και τα στοιχεία καθορισμού ταυτίζονται με τα αντίστοιχα της σύνταξης που εισπράττουν οι βουλευτές της Κάτω Βουλής του κράτους μέλους στο οποίο εξελέγησαν, ήτοι εν προκειμένω οι βουλευτές της ιταλικής Βουλής.

210    Επομένως, εφαρμόζοντας πιστά τους κανόνες της απόφασης αριθ. 14/2018 για την έκδοση των προσβαλλομένων αποφάσεων, το Κοινοβούλιο δεν απέστη από τη διαβεβαίωση την οποία είχε παράσχει στους προσφεύγοντες όταν αυτοί εντάχθηκαν στο συνταξιοδοτικό σύστημα που καθιερώθηκε στο παράρτημα III.

211    Επομένως, η δεύτερη αιτίαση περί παραβιάσεως της αρχής της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης είναι απορριπτέα.

3)      Επί της αιτιάσεως περί προσβολής του δικαιώματος ιδιοκτησίας

212    Κατά τη νομολογία, το δικαίωμα ιδιοκτησίας, όπως κατοχυρώνεται στο άρθρο 17, παράγραφος 1, του Χάρτη, είναι θεμελιώδες δικαίωμα του δικαίου της Ένωσης, ο σεβασμός του οποίου αποτελεί προϋπόθεση για τη νομιμότητα των πράξεων της Ένωσης. Επιπλέον, η διάταξη αυτή, η οποία ορίζει ότι κάθε πρόσωπο δικαιούται να είναι κύριος των νομίμως κτηθέντων αγαθών του, προβλέπει κανόνα δικαίου που αποσκοπεί στην απονομή δικαιωμάτων στους ιδιώτες (πρβλ. απόφαση της 23ης Μαΐου 2019, Steinhoff κ.λπ. κατά ΕΚΤ, Τ‑107/17, EU:T:2019:353, σκέψη 96 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

213    Εντούτοις, υπενθυμίζεται ότι το δικαίωμα ιδιοκτησίας που κατοχυρώνεται στο άρθρο 17, παράγραφος 1, του Χάρτη δεν είναι απόλυτο και ότι η άσκησή του μπορεί να υπόκειται σε περιορισμούς που δικαιολογούνται από σκοπούς γενικού συμφέροντος που επιδιώκει η Ένωση. Κατά συνέπεια, όπως προκύπτει από το άρθρο 52, παράγραφος 1, του Χάρτη, μπορούν να επιβληθούν περιορισμοί στην άσκηση του δικαιώματος ιδιοκτησίας, υπό την προϋπόθεση ότι οι περιορισμοί αυτοί προβλέπονται από τον νόμο, ανταποκρίνονται πράγματι σε επιδιωκόμενους σκοπούς γενικού συμφέροντος και δεν συνιστούν, σε σχέση προς τον επιδιωκόμενο σκοπό, δυσανάλογη και ανεπίτρεπτη επέμβαση θίγουσα την ίδια την ουσία του ως άνω κατοχυρωμένου δικαιώματος (πρβλ. απόφαση της 13ης Ιουνίου 2017, Florescu κ.λπ., C‑258/14, EU:C:2017:448, σκέψεις 51 και 53 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

214    Τέλος, προκειμένου να προσδιοριστεί το περιεχόμενο του θεμελιώδους δικαιώματος προστασίας της ιδιοκτησίας πρέπει, υπό το πρίσμα του άρθρου 52, παράγραφος 3, του Χάρτη, να ληφθεί υπόψη το άρθρο 1 του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, το οποίο κατοχυρώνει το δικαίωμα αυτό (βλ. απόφαση της 13ης Ιουνίου 2017, Florescu κ.λπ., C‑258/14, EU:C:2017:448, σκέψη 49 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

215    Εν προκειμένω, υπενθυμίζεται ότι οι προσβαλλόμενες αποφάσεις εφαρμόζουν στις συντάξεις αρχαιότητας ή επιζώντων των προσφευγόντων, βάσει του κανόνα σύνταξης ίδιου επιπέδου, τον νέο τρόπο υπολογισμού ο οποίος καθορίζεται στην απόφαση αριθ. 14/2008. Η εξέταση της νομιμότητας της απόφασης αριθ. 14/2018 ως προς το ιταλικό δίκαιο εμπίπτει στην αποκλειστική αρμοδιότητα των αρμόδιων ιταλικών αρχών, ενώ στον δικαστή της Ένωσης απόκειται να εξετάσει αν, εφαρμόζοντας τους κανόνες της απόφασης αυτής στις προσβαλλόμενες αποφάσεις, το Κοινοβούλιο παρέβη διατάξεις του Χάρτη (βλ. σκέψεις 62 έως 65 και σκέψη 182 ανωτέρω). Όσον αφορά ειδικότερα την υπό κρίση αιτίαση, η οποία αφορά προσβολή του δικαιώματος ιδιοκτησίας, όπως αυτό κατοχυρώνεται στο άρθρο 17, παράγραφος 1, του Χάρτη, διαπιστώνεται ότι οι προσφεύγοντες δεν προβάλλουν κανένα συγκεκριμένο στοιχείο βάσει του οποίου το δικαίωμα αυτό διασφαλίζει επίπεδο προστασίας διαφορετικό, ακόμη και ανώτερο, των εγγυήσεων που διασφαλίζει το ιταλικό δίκαιο. Το Γενικό Δικαστήριο διαπιστώνει ότι η νομιμότητα της απόφασης αριθ. 14/2018 εξετάζεται από το Consiglio di giurisdizione della Camera dei deputati (δικαστικό συμβούλιο της Βουλής) και ότι το Κοινοβούλιο επισήμανε κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση ότι, στο μέλλον, θα εφαρμόσει στις συντάξεις των προσφευγόντων, σύμφωνα με τον κανόνα σύνταξης ίδιου επιπέδου, κάθε τροποποίηση της απόφασης αριθ. 14/2018 εκ μέρους των αρμοδίων ιταλικών αρχών.

216    Εν προκειμένω, δεν αμφισβητείται ότι το Κοινοβούλιο δεν στέρησε από τους προσφεύγοντες μέρος των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων τους, αλλά περιορίστηκε να εφαρμόσει τη μείωση του ποσού των συντάξεων αυτών η οποία προβλέπεται από τις σχετικές εφαρμοστέες διατάξεις. Επιπλέον, απαντώντας σε γραπτή ερώτηση του Γενικού Δικαστηρίου, το Κοινοβούλιο προσκόμισε πίνακα στον οποίο διευκρίνισε, για κάθε προσφεύγοντα, την έκταση της μείωσης αυτής. Βάσει των στοιχείων που διαβίβασε το Κοινοβούλιο, τα ποσοστά μείωσης κυμαίνονται, ανάλογα με την προσωπική κατάσταση κάθε προσφεύγοντος, από 9 έως 65 %. Σε τέσσερις προσφεύγοντες εφαρμόστηκε μείωση ίση ή μεγαλύτερη του 50 % και τα νέα ποσά της σύνταξής τους κυμαίνονται από 1 569,14 ευρώ έως 1 985,42 ευρώ. Διαπιστώνεται ότι οι συντάξεις των τεσσάρων αυτών προσφευγόντων συνδέονται με θητείες του οικείου πρώην βουλευτή αντίστοιχης διάρκειας πέντε ή δέκα ετών και ότι ο νέος τρόπος υπολογισμού βασίζεται στις ατομικές εισφορές, σύμφωνα με το άρθρο 1, παράγραφος 2, της απόφασης αριθ. 14/2008. Εν πάση περιπτώσει, οι προσφεύγοντες δεν προβάλλουν ατομική και τεκμηριωμένη επιχειρηματολογία η οποία να σχετίζεται με την έκταση της μείωσης του ποσού της σύνταξης στη συγκεκριμένη περίπτωσή τους. Περιορίζονται να προβάλλουν επιχειρήματα γενικότερης φύσης κατά τα οποία το δικαίωμα ιδιοκτησίας αποκλείει τις μειώσεις του ποσού των συντάξεων εν προκειμένω λόγω της προβαλλόμενης αναδρομικής ισχύος τους και της προβαλλόμενης έλλειψης υπέρτερου δημοσίου συμφέροντος. Επιπλέον, υπενθυμίζεται ότι η εκτίμηση του κύρους πράξης της Ένωσης υπό το πρίσμα των θεμελιωδών δικαιωμάτων δεν μπορεί να στηρίζεται σε επιχειρήματα που αντλούνται από τις συνέπειες της οικείας πράξεως σε μια συγκεκριμένη περίπτωση (πρβλ. απόφαση της 8ης Σεπτεμβρίου 2020, Επιτροπή και Συμβούλιο κατά Carreras Sequeros κ.λπ., C‑119/19 P και C‑126/19 P, EU:C:2020:676, σκέψη 153 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

217    Συναφώς, επισημαίνονται επιπλέον τα ακόλουθα.

218    Το Δικαστήριο έχει αποφανθεί ότι, όταν νομοθεσία προβλέπει την αυτόματη καταβολή κοινωνικής παροχής, όπως σύνταξη αρχαιότητας ή επιζώντων, αφορά περιουσιακό συμφέρον το οποίο εμπίπτει, για τα πρόσωπα που πληρούν τις προϋποθέσεις της, στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 17 του Χάρτη (πρβλ. απόφαση της 13ης Ιουνίου 2017, Florescu κ.λπ., C‑258/14, EU:C:2017:448, σκέψη 50 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). Επομένως, οι συντάξεις των προσφευγόντων εμπίπτουν στο καθ’ ύλην πεδίο εφαρμογής του άρθρου 17 του Χάρτη.

219    Εξάλλου, οι προσβαλλόμενες αποφάσεις, ακόμη και αν δεν συνεπάγονται πλήρη στέρηση των συντάξεων των προσφευγόντων, μειώνουν ωστόσο το ποσό τους. Υπ’ αυτή την έννοια, οι προσβαλλόμενες αποφάσεις περιορίζουν το δικαίωμα ιδιοκτησίας των προσφευγόντων (πρβλ. απόφαση του ΕΔΔΑ της 1ης Σεπτεμβρίου 2015, Da Silva Carvalho Rico κατά Πορτογαλία, CE:ECHR:2015:0901DEC001334114, § 31 έως 33 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). Εξάλλου, το Κοινοβούλιο αναγνώρισε την ύπαρξη τέτοιου περιορισμού κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση.

220    Επομένως, πρέπει να ελεγχθεί αν ο περιορισμός αυτός σέβεται το ουσιώδες περιεχόμενο του δικαιώματος ιδιοκτησίας των προσφευγόντων, αν προβλέπεται από τον νόμο, αν ανταποκρίνεται σε σκοπό γενικού συμφέροντος και αν είναι αναγκαίος για την επίτευξη του σκοπού αυτού.

221    Συναφώς, το γεγονός ότι το Κοινοβούλιο δεν προέβη στον έλεγχο αυτό ουδεμία ασκεί επιρροή στις υπό κρίση υποθέσεις. Συγκεκριμένα, ο έλεγχος αυτός δεν συνιστά υποχρεωτικό διαδικαστικό τύπο τον οποίο όφειλε να τηρήσει το Κοινοβούλιο πριν από την έκδοση των προσβαλλομένων αποφάσεων. Σημασία έχει μόνο να μην θίγουν τα συγκεκριμένα αποτελέσματα των αποφάσεων αυτών το ουσιώδες περιεχόμενο του δικαιώματος ιδιοκτησίας των προσφευγόντων.

222    Πρώτον, το δικαίωμα ιδιοκτησίας, όπως κατοχυρώνεται στο άρθρο 17 του Χάρτη, δεν μπορεί να έχει την έννοια ότι παρέχει δικαίωμα συντάξεως ορισμένου ποσού (πρβλ. απόφαση της 13ης Ιουνίου 2017, Florescu κ.λπ., C‑258/14, EU:C:2017:448, σκέψη 50 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

223    Δεύτερον, ο περιορισμός του επίμαχου δικαιώματος ιδιοκτησίας των προσφευγόντων προβλέπεται από τον νόμο.

224    Αφενός, οι προσβαλλόμενες αποφάσεις βασίζονται στο άρθρο 75 και στο άρθρο 2, παράγραφος 1, του παραρτήματος III. Συναφώς, στη σκέψη 195 ανωτέρω επισημάνθηκε ότι οι κανόνες του παραρτήματος III δεν έχουν τροποποιηθεί από την έναρξη ισχύος του καθεστώτος των βουλευτών. Επιπλέον, το άρθρο 2, παράγραφος 1, του παραρτήματος III επιβάλλει να προσαρμόζεται το ποσό των συντάξεων, αυξανόμενο ή μειούμενο, προκειμένου να λαμβάνονται υπόψη οι σχετικές νομοθετικές ή κανονιστικές εξελίξεις στο οικείο κράτος μέλος. Επομένως, καίτοι προσάρμοσαν το ποσό των συντάξεων των προσφευγόντων, οι προσβαλλόμενες αποφάσεις δεν τροποποίησαν το περιεχόμενο του συνταξιοδοτικού δικαιώματος όπως καθορίζεται στο δίκαιο της Ένωσης.

225    Αφετέρου, το Γενικό Δικαστήριο διαπιστώνει ότι οι νέοι κανόνες υπολογισμού των συντάξεων αυτών καθορίζονται, με τρόπο αρκούντως σαφή και ακριβή, από τις διατάξεις της απόφασης αριθ. 14/2018, πράγμα το οποίο δεν αμφισβητούν εξάλλου οι προσφεύγοντες. Επιπλέον, η επισημανθείσα από τις προσφεύγουσες περίσταση ότι η απόφαση δεν έχει τη μορφή «νόμου» στο ιταλικό δίκαιο ουδεμία ασκεί επιρροή. Κατά πάγια νομολογία, ο όρος «νόμος» πρέπει να νοείται υπό την «ουσιαστική» και όχι υπό την «τυπική» έννοιά του. Ως εκ τούτου, περιλαμβάνει το σύνολο του γραπτού δικαίου, περιλαμβανομένων των κειμένων επιπέδου κατώτερου του νομοθετικού, καθώς και τη νομολογία που το ερμηνεύει [βλ. απόφαση του ΕΔΔΑ της 18ης Ιανουαρίου 2018, Fédération nationale des associations et syndicats de sportifs (FNASS) και λοιποί κατά Γαλλίας, CE:ECHR:2018:0118JUD004815111, § 160 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].

226    Τρίτον, το Κοινοβούλιο υποστηρίζει ότι ο δικαιολογητικός λόγος του περιορισμού του δικαιώματος ιδιοκτησίας των προσφευγόντων περιλαμβάνεται στην απόφαση αριθ. 14/2018, καθόσον το προεδρείο της ιταλικής Βουλής είναι αυτό που επέλεξε να προσαρμόσει τον τρόπο υπολογισμού των συντάξεων που καταβάλλονται στους βουλευτές της ιταλικής Βουλής. Ειδικότερα, η απόφαση αριθ. 14/2018 δικαιολογείται από τον σκοπό προσαρμογής του ποσού των συντάξεων που καταβάλλονται σε όλους τους βουλευτές με το σύστημα υπολογισμού βάσει των εισφορών. Εξάλλου, κατά το Κοινοβούλιο, από τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου προκύπτει ότι τα κράτη διαθέτουν ευρεία εξουσία εκτίμησης όσον αφορά τη θέσπιση πολιτικών εξοικονόμησης των δημόσιων πόρων ή νόμων περί λήψης μέτρων λιτότητας τα οποία επιβάλλονται λόγω σοβαρής οικονομικής κρίσης.

227    Συναφώς, το Γενικό Δικαστήριο επισημαίνει ότι, λαμβανομένου υπόψη του άρθρου 2, παράγραφος 1, του παραρτήματος III, η έκδοση των προσβαλλόμενων αποφάσεων είναι κατ’ ανάγκην αποτέλεσμα επιλογών των αρμόδιων ιταλικών αρχών. Επομένως, κατά την εκτίμηση του επιδιωκόμενου σκοπού γενικού συμφέροντος πρέπει να ληφθούν υπόψη οι σκοποί που οδήγησαν στην έκδοση της απόφασης αριθ. 14/2018.

228    Επ’ αυτού, διαπιστώνεται ότι ο σκοπός που επικαλείται το Κοινοβούλιο μνημονεύεται ρητώς στο προοίμιο της απόφασης αριθ. 14/2018. Συγκεκριμένα, σε αυτό διευκρινίζεται ότι σκοπός της απόφασης είναι «ο εκ νέου υπολογισμός, βάσει της ανταποδοτικής μεθόδου, του ποσού των ισόβιων επιδομάτων, του μέρους του ισόβιου επιδόματος των αναλογικών παροχών πρόνοιας και των παροχών επιζώντων των οποίων τα δικαιώματα αποκτήθηκαν βάσει της ισχύουσας την 31η Δεκεμβρίου 2011 νομοθεσίας» και ότι «ο νέος υπολογισμός της ισχύουσας παροχής [δεν είναι δυνατόν] να συνεπάγεται ποσό υψηλότερο εκείνου που καταβάλλεται επί του παρόντος».

229    Επιπλέον, οι ίδιοι οι προσφεύγοντες αναγνωρίζουν, στα δικόγραφα των προσφυγών, ότι, «σε εθνικό επίπεδο, η εφαρμογή της απόφασης αριθ. 14/2018 εντάσσεται στο πλαίσιο γενικότερης παρέμβασης και σκοπεί στη μείωση των δαπανών που επιβαρύνουν το [ιταλικό] Δημόσιο». Αυτό επιβεβαιώνεται σε μια από τις απαντήσεις τους στις γραπτές ερωτήσεις του Γενικού Δικαστηρίου. Σε αυτήν επισημαίνουν ότι «η ratio legis της μείωσης που πραγματοποιείται με την απόφαση αριθ. 14/2018 είναι η εξοικονόμηση δαπανών προς όφελος των ταμείων του [ιταλικού] Δημοσίου».

230    Από τα στοιχεία αυτά συνάγεται ότι σκοπός της απόφασης αριθ. 14/2018 είναι ο εξορθολογισμός των δημόσιων δαπανών σε πλαίσιο δημοσιονομικής λιτότητας. Πάντως, ο δικαστής της Ένωσης έχει αναγνωρίσει ότι ο σκοπός αυτός αποτελεί σκοπό γενικού συμφέροντος ο οποίος μπορεί να δικαιολογεί προσβολή των θεμελιωδών δικαιωμάτων (πρβλ. απόφαση της 13ης Ιουνίου 2017, Florescu κ.λπ., C‑258/14, EU:C:2017:448, σκέψη 56 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία· πρβλ. επίσης, και κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 14ης Δεκεμβρίου 2018, FV κατά Συμβουλίου, Τ‑750/16, EU:T:2018:972, σκέψη 108).

231    Ο θεμιτός αυτός σκοπός πρέπει επίσης να γίνει δεκτός για τις προσβαλλόμενες αποφάσεις, δεδομένου ότι δεν υφίσταται κανένας αυτοτελής λόγος έκδοσης των αποφάσεων αυτών, αλλά, αντιθέτως, όπως διευκρινίστηκε στη σκέψη 227 ανωτέρω, η έκδοσή τους είναι αποτέλεσμα επιλογών των αρμόδιων ιταλικών αρχών. Επιπλέον, οι προσβαλλόμενες αποφάσεις επιδιώκουν ταυτοχρόνως τον θεμιτό σκοπό, ο οποίος επισημαίνεται ρητώς στο άρθρο 2, παράγραφος 1, του παραρτήματος III, περί χορήγησης στους προσφεύγοντες συντάξεων των οποίων το ύψος και τα στοιχεία καθορισμού ταυτίζονται με τα αντίστοιχα της σύνταξης που λαμβάνουν οι βουλευτές της ιταλικής Βουλής.

232    Τέταρτον, όσον αφορά την αναγκαιότητα της απόφασης αριθ. 14/2018, και, κατά συνέπεια, την αναγκαιότητα των προσβαλλομένων αποφάσεων, το Δικαστήριο έχει αποφανθεί ότι, λαμβανομένων υπόψη των ιδιαίτερων οικονομικών συνθηκών που επικρατούν εδώ και αρκετά χρόνια, τα κράτη μέλη διαθέτουν ευρύ περιθώριο εκτίμησης όταν λαμβάνουν αποφάσεις οικονομικού περιεχομένου και είναι τα πλέον αρμόδια να καθορίσουν ποια μέτρα είναι κατάλληλα για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού (πρβλ. απόφαση της 13ης Ιουνίου 2017, Florescu κ.λπ., C‑258/14, EU:C:2017:448, σκέψη 57). Ομοίως, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου έχει κρίνει ότι η απόφαση περί έκδοσης νομοθεσίας στον τομέα των κοινωνικών παροχών συνεπάγεται συνήθως την εξέταση ζητημάτων πολιτικού, οικονομικού και κοινωνικού χαρακτήρα. Εξ αυτού συνάγεται ότι καταλείπεται ευρεία εξουσία εκτίμησης στα κράτη, ιδίως για τη θέσπιση πολιτικών εξοικονόμησης δημόσιων κονδυλίων ή νόμων περί λήψης μέτρων λιτότητας τα οποία επιβάλλονται λόγω σοβαρής οικονομικής κρίσης (πρβλ. απόφαση του ΕΔΔΑ της 10ης Ιουλίου 2018, Achille Claudio Aielli και λοιποί κατά Ιταλίας και Giovanni Arboit και λοιποί κατά Ιταλίας, CE:ECHR:2018:0710DEC002716618, § 26 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

233    Πάντως, οι προσφεύγοντες δεν απέδειξαν ότι οι κανόνες που καθορίζονται με την απόφαση αριθ. 14/2018 δεν ήταν αναγκαίοι για την επίτευξη των επιδιωκόμενων σκοπών, όπως αυτοί εκτέθηκαν στις σκέψεις 230 και 231 ανωτέρω. Οι προσφεύγοντες δεν μνημόνευσαν επίσης ούτε την ύπαρξη άλλων μέτρων λιγότερο επαχθών τα οποία θα καθιστούσαν δυνατή την επίτευξη των εν λόγω σκοπών.

234    Εξάλλου, από τα σημεία 13 και 16 της γνωμοδότησης της νομικής υπηρεσίας προκύπτει ότι η απόφαση αριθ. 14/2018 περιέχει ορισμένες διατάξεις οι οποίες διασφαλίζουν την αναλογικότητά της, όπως είναι ειδικότερα το άρθρο 1, παράγραφοι 6 και 7, της απόφασης αυτής. Συναφώς, απαντώντας σε γραπτή ερώτηση του Γενικού Δικαστηρίου, το Κοινοβούλιο προσκόμισε πίνακα στον οποίο εμφαίνεται ότι εφάρμοσε τους κανόνες του άρθρου 1, παράγραφος 6, της απόφασης αριθ. 14/2018 προς όφελος δώδεκα εκ των προσφευγόντων. Βάσει των εν λόγω κανόνων, το νέο ποσό της σύνταξής τους, όπως υπολογίστηκε εκ νέου, αυξήθηκε κατά το ήμισυ. Ομοίως, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, το Κοινοβούλιο υποστήριξε, χωρίς να υπάρξει αντίκρουση από τους προσφεύγοντες, ότι ουδείς εξ αυτών είχε ζητήσει από το Κοινοβούλιο να εφαρμόσει τους κανόνες του άρθρου 1, παράγραφος 7, της απόφασης αριθ. 14/2018. Πάντως, οι κανόνες αυτοί επιτρέπουν την αύξηση του ποσού της σύνταξης προσώπων που δεν λαμβάνουν άλλα ετήσια εισοδήματα ποσού ανώτερου του ετήσιου ποσού της κοινωνικής αρωγής, που πάσχουν από σοβαρές ασθένειες λόγω των οποίων απαιτείται να υποβληθούν σε ζωτικής σημασίας θεραπείες ή που πάσχουν από αναγνωρισμένες από τις αρμόδιες αρχές ασθένειες οι οποίες συνεπάγονται ολική αναπηρία (100 %).

235    Όσον αφορά τις συνέπειες των προσβαλλομένων αποφάσεων για τους προσφεύγοντες, το Γενικό Δικαστήριο δεν αποκλείει, ασφαλώς, το ενδεχόμενο να είναι σε ορισμένο βαθμό σοβαρές. Εντούτοις, τούτο δεν σημαίνει ότι οι προσβαλλόμενες αποφάσεις συνεπάγονται υπέρμετρα μειονεκτήματα σε σχέση με τους επιδιωκόμενους σκοπούς, ειδικότερα λαμβανομένων υπόψη της έκτασης των επίμαχων μειώσεων του ποσού των συντάξεων, των νέων απόλυτων ποσών των συντάξεων εκτιμώμενων σε σχέση με τη διάρκεια της θητείας του οικείου πρώην βουλευτή του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου καθώς και του γεγονότος ότι ο νέος τρόπος υπολογισμού λαμβάνει υπόψη την ατομική εισφορά του πρώην βουλευτή. Εξάλλου, ουδεμία εκ των συνεπειών που απαρίθμησαν οι προσφεύγοντας στα υπομνήματά τους τεκμηριώθηκε ή αποδείχθηκε. Επομένως, ελλείψει συγκεκριμένων στοιχείων, δεν είναι δυνατόν να διαπιστωθεί ότι έκαστος εκ των προσφευγόντων επιβαρύνεται υπέρμετρα σε σχέση με τους επιδιωκόμενους σκοπούς. Εν πάση περιπτώσει, η εκτίμηση του κύρους πράξης της Ένωσης υπό το πρίσμα των θεμελιωδών δικαιωμάτων δεν μπορεί να στηρίζεται σε επιχειρήματα που αντλούνται από τις συνέπειες της οικείας πράξεως σε μια συγκεκριμένη περίπτωση (πρβλ. απόφαση της 8ης Σεπτεμβρίου 2020, Επιτροπή και Συμβούλιο κατά Carreras Sequeros κ.λπ., C‑119/19 P και C‑126/19 P, EU:C:2020:676, σκέψη 153 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

236    Επομένως, πρέπει να απορριφθεί η τρίτη αιτίαση περί προσβολής του δικαιώματος ιδιοκτησίας και, συνεπώς, το πρώτο σκέλος του τέταρτου λόγου ακυρώσεως στο σύνολό του.

2)      Επί του δεύτερου σκέλους του τέταρτου λόγου ακυρώσεως, το οποίο αφορά παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας

237    Στο πλαίσιο του δεύτερου σκέλους, οι προσφεύγοντες διατείνονται ότι οι προσβαλλόμενες αποφάσεις προσβάλλουν υπέρμετρα το δικαίωμα ιδιοκτησίας τους, όπως κατοχυρώνεται στο άρθρο 17 του Χάρτη. Έκαστος εκ των προσφευγόντων ανέλαβε αδίκως υπερβολική ατομική επιβάρυνση και τούτο αδικαιολογήτως.

238    Το Κοινοβούλιο ζητεί να απορριφθεί το δεύτερο σκέλος του τέταρτου λόγου ακυρώσεως ως αβάσιμο.

239    Συναφώς, στο μέτρο που οι προσφεύγοντες περιορίζονται να επαναλάβουν ότι οι προσβαλλόμενες αποφάσεις θίγουν υπέρμετρα και αδικαιολόγητα το δικαίωμα ιδιοκτησίας τους, το δεύτερο σκέλος του τέταρτου λόγου ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί για τους ίδιους λόγους με εκείνους που εκτίθενται στις σκέψεις 222 έως 235 ανωτέρω.

3)      Επί του τρίτου σκέλους του τέταρτου λόγου ακυρώσεως, το οποίο αφορά παραβίαση της αρχής της ισότητας

240    Στο πλαίσιο του τρίτου σκέλους, οι προσφεύγοντες διατείνονται ότι οι προσβαλλόμενες αποφάσεις παραβιάζουν την αρχή της ισότητας. Μεταχειρίζονται με πανομοιότυπο τρόπο τους πρώην βουλευτές που εμπίπτουν στο παράρτημα III και τους Ιταλούς βουλευτές τους οποίους αφορά άμεσα η απόφαση αριθ. 14/2018. Υπάρχουν, όμως, σημαντικές διαφορές μεταξύ των συνταξιοδοτικών συστημάτων των δύο αυτών κατηγοριών βουλευτών. Αφενός, το σύστημα που προβλέπεται στο παράρτημα III των ρυθμίσεων ΕΑΒ είναι συνταξιοδοτικό σύστημα βασισμένο σε εθελούσια ένταξη, ενώ η υπαγωγή των ενδιαφερόμενων Ιταλών βουλευτών στο εθνικό συνταξιοδοτικό σύστημα είναι αυτόματη. Αφετέρου, σκοπός της απόφασης αριθ. 14/2018 είναι να μειωθούν οι δαπάνες που βαρύνουν την Ιταλική Δημοκρατία, ενώ οι συντάξεις των προσφευγόντων διαθέτουν τις αναγκαίες χρηματοδοτήσεις στον προϋπολογισμό του Κοινοβουλίου.

241    Οι προσβαλλόμενες αποφάσεις μεταχειρίζονται επίσης διαφορετικά τους πρώην βουλευτές του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου που εξελέγησαν στην Ιταλία σε σχέση με τους πρώην βουλευτές του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, οι οποίοι εξελέγησαν στη Γαλλία ή στο Λουξεμβούργο, οι οποίοι υπάγονται εντούτοις όλοι στο ίδιο παράρτημα III.

242    Τέλος, απαντώντας σε γραπτή ερώτηση του Γενικού Δικαστηρίου, οι προσφεύγοντες προέβαλαν επίσης ένσταση ελλείψεως νομιμότητας του άρθρου 75 και του άρθρου 2, παράγραφος 1, του παραρτήματος III. Συγκεκριμένα, κατά τους προσφεύγοντες, εάν ήθελε θεωρηθεί ότι οι ρυθμίσεις ΕΑΒ επιτρέπουν στο Κοινοβούλιο να θέσει υπό αμφισβήτηση τα οριστικώς κεκτημένα συνταξιοδοτικά δικαιώματα, θα προκύπτει τεχνητή πανομοιότυπη μεταχείριση διαφορετικών καταστάσεων.

243    Το Κοινοβούλιο ζητεί να απορριφθεί το τρίτο σκέλος του τέταρτου λόγου ακυρώσεως ως αβάσιμο.

244    Συναφώς, κατά πάγια νομολογία, η αρχή της ίσης μεταχείρισης επιτάσσει να μην αντιμετωπίζονται κατά διαφορετικό τρόπο όμοιες καταστάσεις ούτε καθ’ όμοιο τρόπο διαφορετικές καταστάσεις, εκτός αν μια τέτοιου είδους αντιμετώπιση δικαιολογείται αντικειμενικά (βλ. απόφαση της 26ης Νοεμβρίου 2013, Kendrion κατά Επιτροπής, C‑50/12 P, EU:C:2013:771, σκέψη 62 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

245    Διαπιστώνεται ότι, κατ’ ουσίαν, οι προσφεύγοντες προσάπτουν στο Κοινοβούλιο ότι τους εξομοίωσε με τους βουλευτές της ιταλικής Βουλής, ενώ οι αντίστοιχες καταστάσεις τους είναι διαφορετικές. Εξάλλου, φρονούν ότι το Κοινοβούλιο παραβίασε επίσης την αρχή της ισότητας αντιμετωπίζοντας τους προσφεύγοντες διαφορετικά από άλλους πρώην βουλευτές του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου οι οποίοι ενέπιπταν, εντούτοις, στο ίδιο νομικό καθεστώς, ήτοι στο παράρτημα III.

246    Εντούτοις, οι αιτιάσεις αυτές, οι οποίες διατυπώνονται στα δικόγραφα των προσφυγών κατά των προσβαλλομένων αποφάσεων, δεν απορρέουν από τις αποφάσεις αυτές, αλλά από τους κανόνες του άρθρου 75 και του άρθρου 2, παράγραφος 1, του παραρτήματος III. Επομένως, τα επιχειρήματα των προσφευγόντων πρέπει να εκτιμηθούν μόνον ως προς τα δύο αυτά άρθρα, τα οποία, εξάλλου, αποτελούν αντικείμενο της ένστασης ελλείψεως νομιμότητας των προσφευγόντων.

247    Στην ένσταση ελλείψεως νομιμότητας οι προσφεύγοντες υποστηρίζουν ότι, εάν ήθελε θεωρηθεί ότι οι ρυθμίσεις ΕΑΒ επιτρέπουν στο Κοινοβούλιο να αμφισβητήσει τα οριστικώς κεκτημένα συνταξιοδοτικά δικαιώματά τους, το άρθρο 75 και το άρθρο 2, παράγραφος 1, του παραρτήματος III θα παραβιάζουν την αρχή της ίσης μεταχείρισης.

248    Συναφώς, η ένσταση ελλείψεως νομιμότητας πρέπει να απορριφθεί για λόγους παρεμφερείς με τους εκτεθέντες στις σκέψεις 189 έως 191 ανωτέρω. Συγκεκριμένα, αυτή η ένσταση ελλείψεως νομιμότητας στηρίζεται στην εσφαλμένη παραδοχή ότι το Κοινοβούλιο έχει το δικαίωμα να τροποποιήσει τα κεκτημένα συνταξιοδοτικά δικαιώματα, πράγμα το οποίο δεν ισχύει. Βάσει του άρθρου 75 και του άρθρου 2, παράγραφος 1, του παραρτήματος III επιτρέπεται μόνον η τροποποίηση του ποσού των εν λόγω συντάξεων.

249    Εξάλλου, κανένα από τα επιχειρήματα που προέβαλαν οι προσφεύγοντες δεν είναι ικανό να αποδείξει τον παράνομο χαρακτήρα του άρθρου 75 ή του άρθρου 2, παράγραφος 1, του παραρτήματος III.

250    Πρώτον, οι προσφεύγοντες προσάπτουν στο Κοινοβούλιο ότι δεν τους μεταχειρίζεται με τον ίδιο τρόπο όπως τους πρώην βουλευτές του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, που εξελέγησαν στη Γαλλία ή στο Λουξεμβούργο, οι οποίοι επέλεξαν επίσης να ενταχθούν στο συνταξιοδοτικό σύστημα του παραρτήματος III. Επομένως, οι προσφεύγοντες θεωρούν ότι η μεταχείρισή τους υπήρξε διαφορετική, παρά το γεγονός ότι ευρίσκονταν στην ίδια κατάσταση με τους προαναφερθέντες άλλους πρώην βουλευτές, καθόσον όλοι άσκησαν τα ίδια καθήκοντα κατά το ίδιο χρονικό διάστημα.

251    Κατά πάγια νομολογία, τα στοιχεία που χαρακτηρίζουν διάφορες καταστάσεις και, επομένως, τον παρόμοιο χαρακτήρα τους πρέπει, ειδικότερα, να προσδιορίζονται και να εκτιμώνται υπό το φως του αντικειμένου και του σκοπού της πράξης της Ένωσης που προβλέπει την επίμαχη διάκριση (βλ. απόφαση της 16ης Δεκεμβρίου 2008, Arcelor Atlantique et Lorraine κ.λπ., C‑127/07, EU:C:2008:728, σκέψη 26 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

252    Συναφώς, δεν αμφισβητείται ότι το συνταξιοδοτικό σύστημα του παραρτήματος III σχεδιάστηκε με σκοπό να διασφαλίζεται πανομοιότυπη μεταχείριση, μεταξύ άλλων, των πρώην βουλευτών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου που εξελέγησαν στην Ιταλία και των βουλευτών της ιταλικής Βουλής. Ο σκοπός αυτός μνημονεύεται ρητώς στο άρθρο 1, παράγραφος 2, και στο άρθρο 2, παράγραφος 1, του παραρτήματος III. Επομένως, η πανομοιότυπη μεταχείριση είναι το κεντρικό χαρακτηριστικό του συστήματος που καθιερώνεται στο παράρτημα III. Επιπλέον, όπως προεκτέθηκε στη σκέψη 209, η πανομοιότυπη αυτή μεταχείριση ήταν η μόνη ακριβής και ανεπιφύλακτη διαβεβαίωση την οποία είχε δώσει το Κοινοβούλιο στους προσφεύγοντες όταν αυτοί εντάχθηκαν στο συνταξιοδοτικό σύστημα του παραρτήματος III.

253    Επομένως, εν προκειμένω, σκοπός και αντικείμενο του παραρτήματος III είναι να διασφαλιστεί πανομοιότυπη μεταχείριση των πρώην βουλευτών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου που εξελέγησαν στην Ιταλία και των βουλευτών της ιταλικής Βουλής.

254    Ως εκ τούτου, οι προσφεύγοντες δεν ευρίσκονται στην ίδια κατάσταση με τους πρώην βουλευτές του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου οι οποίοι εξελέγησαν στη Γαλλία ή στο Λουξεμβούργο και επίσης επέλεξαν να ενταχθούν σε αυτό το συνταξιοδοτικό σύστημα. Συγκεκριμένα, οι συντάξεις των πρώην βουλευτών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου που εξελέγησαν στα δύο αυτά κράτη μέλη δεν διέπονται από τους κανόνες που καθορίζονται από το ιταλικό δίκαιο, αλλά από άλλους εθνικούς κανόνες που εφαρμόζονται ειδικώς σε αυτές.

255    Δεύτερον, οι προσφεύγοντες υποστηρίζουν ότι το Κοινοβούλιο τους μεταχειρίστηκε με τον ίδιο τρόπο που μεταχειρίζεται τους πρώην βουλευτές της ιταλικής Βουλής, καίτοι οι αντίστοιχες καταστάσεις τους διέφεραν σε τρία σημεία. Καταρχάς, η ένταξη στο συνταξιοδοτικό σύστημα που καθιερώνεται στο παράρτημα III είναι εθελούσια, ενώ η υπαγωγή στο ιταλικό συνταξιοδοτικό σύστημα είναι αυτόματη όσον αφορά τους βουλευτές της ιταλικής Βουλής. Εν συνεχεία, σκοπός της απόφασης αριθ. 14/2018 είναι να μειωθούν οι δαπάνες της Ιταλικής Δημοκρατίας, σκοπός ο οποίος δεν αφορά στους προσφεύγοντες. Τέλος, ανακύπτει ζήτημα αποτελεσματικής ένδικης προστασίας, καθόσον ένας εκλεγείς στην Ιταλία πρώην βουλευτής του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ο οποίος δεν διετέλεσε και βουλευτής της ιταλικής Βουλής δεν είναι σε θέση να προβάλει, ενώπιον του Consiglio di giurisdizione della Camera dei deputati (δικαστικού συμβουλίου της Βουλής), τον παράνομο χαρακτήρα της απόφασης αριθ. 14/2018 και της εφαρμογής της στους πρώην βουλευτές του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.

256    Λαμβανομένων υπόψη του αντικειμένου και του σκοπού του παραρτήματος III, όπως εκτέθηκαν στις σκέψεις 252 και 253 ανωτέρω, τα επιχειρήματα των προσφευγόντων ουδεμία ασκούν επιρροή στο κύρος του άρθρου 75 και του άρθρου 2, παράγραφος 1, του παραρτήματος III ως προς την αρχή της ίσης μεταχείρισης.

257    Συγκεκριμένα, κατά τη νομολογία που υπομνήσθηκε στη σκέψη 244 ανωτέρω, η αρχή της ίσης μεταχείρισης δεν απαιτεί να είναι οι καταστάσεις απολύτως πανομοιότυπες προκειμένου να μπορεί να εφαρμοστεί ίδια μεταχείριση. Απαιτείται μόνο να είναι οι καταστάσεις αυτές παρόμοιες. Πάντως, κανένα από τα τρία επιχειρήματα που προέβαλαν οι προσφεύγοντες δεν μπορεί να οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι η κατάστασή τους διαφέρει θεμελιωδώς από εκείνη των πρώην βουλευτών της ιταλικής Βουλής.

258    Ως εκ περισσού, το Γενικό Δικαστήριο διαπιστώνει ότι η θέση των προσφευγόντων ισοδυναμεί, κατ’ ουσίαν, με άρνηση κάθε πανομοιότυπης μεταχείρισης των ιδίων και των βουλευτών της ιταλικής Βουλής. Εάν, όμως, γινόταν δεκτή, η θέση αυτή θα στερούσε από το παράρτημα III κάθε πρακτική αποτελεσματικότητα θέτοντας υπό αμφισβήτηση την ίδια την ουσία αυτού του συνταξιοδοτικού συστήματος. Θα κατέληγε, παραδόξως, στο αποτέλεσμα να μην μπορούν πλέον να υπολογιστούν και να καταβληθούν οι συντάξεις των προσφευγόντων, δεδομένου ότι, ακριβώς, το ύψος και τα στοιχεία καθορισμού των εν λόγω συντάξεων εξαρτώνται από τους κανόνες που προβλέπονται στο ιταλικό δίκαιο.

259    Τέλος, όσον αφορά ειδικώς την αδυναμία ορισμένων προσφευγόντων να προσβάλουν τη νομιμότητα της απόφασης αριθ. 14/2018 ενώπιον του Consiglio di giurisdizione della Camera dei deputati (δικαστικού συμβουλίου της Βουλής), το Γενικό Δικαστήριο διαπιστώνει ότι το δικονομικό αυτό εμπόδιο δεν απορρέει από το δίκαιο της Ένωσης, αλλά είναι εγγενές στο ιταλικό δίκαιο. Εν πάση περιπτώσει, στο πλαίσιο προσφυγής ασκηθείσας βάσει του άρθρου 263 ΣΛΕΕ, το Γενικό Δικαστήριο παραμένει αναρμόδιο να εκτιμήσει άμεσα τη συμβατότητα του ιταλικού δικαίου ως προς τα θεμελιώδη δικαιώματα και ειδικότερα ως προς το δικαίωμα αποτελεσματικής ένδικης προστασίας.

260    Ως εκ τούτου, πρέπει να απορριφθεί το τρίτο σκέλος του τέταρτου λόγου ακυρώσεως, καθώς και ο τέταρτος λόγος ακυρώσεως στο σύνολό του, παρέλκει δε η εκτίμηση του παραδεκτού του πρώτου αιτήματος στην υπόθεση Τ‑465/19 και του παραδεκτού των δεύτερων αιτημάτων (πρβλ. απόφαση της 26ης Φεβρουαρίου 2002, Συμβούλιο κατά Boehringer, C‑23/00 P, EU:C:2002:118, σκέψη 52).

 Επί των δικαστικών εξόδων

261    Κατά το άρθρο 134, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι οι προσφεύγοντες ηττήθηκαν, πρέπει να καταδικαστούν στα δικά τους δικαστικά έξοδα καθώς και στα έξοδα του Κοινοβουλίου, σύμφωνα με το αίτημα του Κοινοβουλίου.

Για τους λόγους αυτούς,

ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (όγδοο πενταμελές τμήμα)

αποφασίζει:

1)      Απορρίπτει την προσφυγή στην υπόθεση Τ453/19, Panusa κατά Κοινοβουλίου, ως απαράδεκτη.

2)      Απορρίπτει τις λοιπές προσφυγές.

3)      Η Maria Teresa Coppo Gavazzi και οι λοιποί προσφεύγοντες των οποίων τα ονόματα περιλαμβάνονται στο παράρτημα φέρουν, πέραν των δικαστικών εξόδων τους, τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.

Svenningsen

Barents

Mac Eochaidh

Pynnä

 

Laitenberger

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 15 Οκτωβρίου 2020.

(υπογραφές)


*      Γλώσσα διαδικασίας: η ιταλική.


1      Ο κατάλογος των λοιπών προσφευγόντων παρατίθεται ως παράρτημα μόνο στο κείμενο που κοινοποιείται στους διαδίκους.