ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (δεύτερο τμήμα)

της 16ης Οκτωβρίου 2019 (*)

«Υπαλληλική υπόθεση – Έκτακτοι υπάλληλοι – Συντάξεις – Συνταξιοδοτικό καθεστώς – Επίδομα αποχώρησης – Άρθρο 12, παράγραφος 2, του παραρτήματος VIII του ΚΥΚ – Αρχές της ίσης μεταχείρισης και της απαγόρευσης των διακρίσεων – Δικαιολογημένη εμπιστοσύνη – Αρχή της χρηστής διοικήσεως – Καθήκον μέριμνας»

Στην υπόθεση T‑432/18,

Peeter Palo, πρώην έκτακτος υπάλληλος του Οργανισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τη Συνεργασία στον Τομέα της Επιβολής του Νόμου (Ευρωπόλ), κάτοικος Ταλίν (Εσθονία), εκπροσωπούμενος από τους L. Levi και A. Blot, δικηγόρους,

προσφεύγων-ενάγων,

κατά

Ευρωπαϊκής Επιτροπής, εκπροσωπούμενης από τον B. Mongin και την D. Milanowska,

καθής-εναγομένης,

με αντικείμενο προσφυγή-αγωγή δυνάμει του άρθρου 270 ΣΛΕΕ, με αίτημα, αφενός, την ακύρωση της απόφασης της Επιτροπής της 5ης Οκτωβρίου 2017 να μην καταβάλει στον προσφεύγοντα-ενάγοντα το επίδομα αποχώρησης από την υπηρεσία που προβλέπεται στο άρθρο 12, παράγραφος 2, του παραρτήματος VIII του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως ίσχυε μετά τον κανονισμό (ΕΕ, Ευρατόμ) 1023/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Οκτωβρίου 2013, για την τροποποίηση του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης των υπαλλήλων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς και του καθεστώτος που εφαρμόζεται στο λοιπό προσωπικό της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ 2013, L 287, σ. 15), καθώς και την ακύρωση της απόφασης της Επιτροπής της 10ης Απριλίου 2018, με την οποία απορρίφθηκε η διοικητική ένσταση που υπέβαλε ο προσφεύγων-ενάγων κατά της ως άνω απόφασης, και, αφετέρου, την αποκατάσταση της υλικής ζημίας και την ικανοποίηση της ηθικής βλάβης την οποία ισχυρίζεται ότι υπέστη ο προσφεύγων-ενάγων λόγω των αποφάσεων αυτών,

ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα),

συγκείμενο από τους F. Schalin, προεδρεύοντα, B. Berke και M. J. Costeira (εισηγήτρια), δικαστές,

γραμματέας: P. Cullen, διοικητικός υπάλληλος,

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 6ης Μαΐου 2019,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

 Ιστορικό της διαφοράς

1        Ο προσφεύγων-ενάγων (στο εξής: προσφεύγων), Peeter Palo, ήταν έκτακτος υπάλληλος του Οργανισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τη Συνεργασία στον Τομέα της Επιβολής του Νόμου (Ευρωπόλ) από την 1η Δεκεμβρίου 2010 έως την 31η Αυγούστου 2017.

2        Στις 19 Ιουνίου 2017 ο προσφεύγων αιτήθηκε τη χορήγηση επιδόματος αποχώρησης από την υπηρεσία, βάσει του άρθρου 12, παράγραφος 2, του παραρτήματος VIII του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως ίσχυε μετά τον κανονισμό (ΕΕ, Ευρατόμ) 1023/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Οκτωβρίου 2013, για την τροποποίηση του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης των υπαλλήλων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς και του καθεστώτος που εφαρμόζεται στο λοιπό προσωπικό της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ 2013, L 287, σ. 15· στο εξής: ΚΥΚ). Για τον σκοπό αυτό, υπέβαλε έντυπο, με τίτλο «Ατομική δήλωση – Παρέκκλιση βάσει του άρθρου 12, παράγραφος 2, του παραρτήματος VIII [του ΚΥΚ]», στο οποίο, αφενός, δήλωνε ότι είχε καταβάλει, από την είσοδό του στην υπηρεσία της Ευρωπόλ, εισφορές για τη σύσταση ή τη διατήρηση των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων του σε ιδιωτικό ασφαλιστικό οργανισμό και, αφετέρου, ζητούσε να του καταβληθεί απευθείας στον τραπεζικό λογαριασμό του το ασφαλιστικό στατιστικό ισοδύναμο των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων που είχε αποκτήσει στο πλαίσιο του συνταξιοδοτικού συστήματος των θεσμικών οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: RPIUE). Ο προσφεύγων επισύναψε στο εν λόγω έντυπο βεβαίωση χορηγηθείσα από την οικεία εταιρία ιδιωτικής ασφάλισης, με την οποία πιστοποιούταν ότι είχε καταβάλει ποσό 14 200 ευρώ για την περίοδο από την 1η Νοεμβρίου 2010 έως την 31η Αυγούστου 2017. Στις 19 Σεπτεμβρίου 2017 ο προσφεύγων δήλωσε στο Γραφείο Διαχείρισης και Εκκαθάρισης των Ατομικών Δικαιωμάτων (στο εξής: PMO) της Ευρωπαϊκής Επιτροπής ότι, την 1η Δεκεμβρίου 2014, είχε συνάψει άλλη σύμβαση ασφάλισης με την ως άνω εταιρία βάσει της οποίας το ύψος των εισφορών έπρεπε να ανέρχεται σε 87 460 ευρώ.

3        Με απόφαση της 5ης Οκτωβρίου 2017, το PMO απέρριψε το αίτημα του προσφεύγοντος (στο εξής: προσβαλλόμενη απόφαση). Στην απόφαση αυτή, το PMO ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι σκοπός του συστήματος που θεσπίστηκε με το άρθρο 12 του παραρτήματος VIII του ΚΥΚ ήταν η κατοχύρωση δικαιώματος λήψης σύνταξης, ως τακτικού μελλοντικού εισοδήματος, και η αποφυγή του ενδεχομένου να βρεθεί ένα πρόσωπο χωρίς επαρκές εισόδημα στην ηλικία συνταξιοδότησης και να είναι υποχρεωμένο να απευθυνθεί στην κοινωνική αρωγή των κρατών μελών. Το PMO διευκρίνισε επιπλέον ότι, υπό το πρίσμα αυτό, τα ποσά που έχουν καταβληθεί σε εθνικό συνταξιοδοτικό σύστημα ή σε ιδιωτικό ασφαλιστικό οργανισμό, κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 12, παράγραφος 2, του παραρτήματος αυτού, «για τη σύσταση ή τη διατήρηση των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων», πρέπει να αντιστοιχούν στο ύψος των καταβλητέων εισφορών που έπρεπε να αναμένονται στο πλαίσιο ενός εθνικού συνταξιοδοτικού συστήματος ή που πράγματι καταβλήθηκαν στο RPIUE κατά τη διάρκεια της ίδιας περιόδου, ώστε το μελλοντικό εισόδημα που εγγυάται η καταβολή των ποσών αυτών να είναι επαρκές σε σχέση με αυτό που εγγυάται η μεταφορά των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων που αποκτήθηκαν στο πλαίσιο του RPIUE. Συναφώς, το PMO τόνισε ότι το ποσό που καταβλήθηκε σε ιδιωτικό ασφαλιστικό οργανισμό (14 200 ευρώ) δεν είναι καθόλου επαρκές σε σχέση με το ποσό των εισφορών που καταβλήθηκαν στο RPIUE (65 334,95 ευρώ) και, επομένως, δεν θα μπορούσε σε καμία περίπτωση να εξασφαλίσει στον προσφεύγοντα εισόδημα ίσο με εκείνο που θα μπορούσε να λάβει βάσει του ασφαλιστικού στατιστικού ισοδυνάμου των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων που απέκτησε στο πλαίσιο του RPIUE. Το PMO υπενθύμισε, τέλος, ότι ο προσφεύγων πληρούσε εντούτοις τις προϋποθέσεις μεταφοράς των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων του σε άλλο σύστημα, βάσει του άρθρου 12, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του εν λόγω παραρτήματος, πράγμα που σημαίνει ότι τα συνταξιοδοτικά δικαιώματα που είχε αποκτήσει στην Ένωση κατά τη διάρκεια της ενεργού υπηρεσίας του στην Ευρωπόλ μεταφέρονται σε εθνικό συνταξιοδοτικό σύστημα ή σε ιδιωτικό ασφαλιστικό οργανισμό ή σε ταμείο συντάξεων της επιλογής του, σύμφωνα με τις προϋποθέσεις της τελευταίας αυτής διάταξης.

4        Στις 11 Δεκεμβρίου 2017 ο προσφεύγων υπέβαλε διοικητική ένσταση κατά της απόφασης αυτής, βάσει του άρθρου 90, παράγραφος 2, του ΚΥΚ.

5        Με απόφαση της 10ης Απριλίου 2018, η αρμόδια για τη σύναψη συμβάσεων προσλήψεως αρχή (στο εξής: ΑΣΣΠΑ) της Επιτροπής απέρριψε την ως άνω ένσταση. Με την απόφαση αυτή, η ΑΣΣΠΑ επικύρωσε, κατ’ ουσίαν, την προσβαλλόμενη απόφαση, επαναλαμβάνοντας ουσιαστικά την ίδια αιτιολογία με εκείνη που είχε παραθέσει το PMO. Η ΑΣΣΠΑ έκρινε επιπλέον ότι η δεύτερη ασφαλιστική σύμβαση που συνήφθη την 1η Δεκεμβρίου 2014 από τον προσφεύγοντα δεν μπορούσε να ληφθεί υπόψη για την εφαρμογή του άρθρου 12, παράγραφος 2, του παραρτήματος VIII του ΚΥΚ, διότι δεν περιελάμβανε τη φράση «από την είσοδό του στην υπηρεσία» της Ευρωπόλ. Η ΑΣΣΠΑ, τέλος, απέρριψε τους ισχυρισμούς του προσφεύγοντος που αφορούσαν την αρχή της ίσης μεταχείρισης, την αρχή της χρηστής διοικήσεως και την αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης.

 Διαδικασία και αιτήματα των διαδίκων

6        Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 13 Ιουλίου 2018, ο προσφεύγων άσκησε την υπό κρίση προσφυγή-αγωγή (στο εξής: προσφυγή).

7        Το υπόμνημα αντικρούσεως της Επιτροπής κατατέθηκε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 2 Οκτωβρίου 2018.

8        Ο προσφεύγων ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:

–        να ακυρώσει την προσβαλλόμενη απόφαση·

–        να ακυρώσει την απόφαση περί απορρίψεως της διοικητικής ενστάσεως·

–        να υποχρεώσει την Επιτροπή να αποκαταστήσει την υλική ζημία που υπέστη·

–        να υποχρεώσει την Επιτροπή να καταβάλει χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη·

–        να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.

9        Η Επιτροπή ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:

–        να απορρίψει την προσφυγή·

–        να καταδικάσει τον προσφεύγοντα στα δικαστικά έξοδα.

 Σκεπτικό

 Επί του αιτήματος ακυρώσεως της προσβαλλόμενης απόφασης

10      Προκαταρκτικώς, επισημαίνεται ότι ο προσφεύγων ζητεί την ακύρωση της προσβαλλόμενης απόφασης και της απόφασης περί απορρίψεως της διοικητικής ενστάσεως. Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι, κατά πάγια νομολογία, αίτημα ακυρώσεως που στρέφεται τυπικώς κατά αποφάσεως απορρίψεως διοικητικής ενστάσεως έχει ως αποτέλεσμα ότι, σε περίπτωση που η απόφαση αυτή στερείται αυτοτελούς περιεχομένου, το Γενικό Δικαστήριο επιλαμβάνεται της πράξης κατά της οποίας υποβλήθηκε η διοικητική ένσταση (απόφαση της 17ης Ιανουαρίου 1989, Vainker κατά Κοινοβουλίου, 293/87, EU:C:1989:8, σκέψη 8). Εν προκειμένω, δεδομένου ότι η απόφαση περί απορρίψεως της διοικητικής ενστάσεως στερείται αυτοτελούς περιεχομένου, γίνεται δεκτό ότι η προσφυγή βάλλει κατά της προσβαλλόμενης απόφασης.

11      Προς στήριξη του αιτήματός του περί ακυρώσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ο προσφεύγων προβάλλει τέσσερις λόγους. Με τον πρώτο λόγο ακυρώσεως προβάλλεται παράβαση του άρθρου 12, παράγραφος 2, του παραρτήματος VIII του ΚΥΚ. Με τον δεύτερο λόγο ακυρώσεως προβάλλεται παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης και της απαγόρευσης των διακρίσεων. Ο τρίτος λόγος ακυρώσεως αφορά παραβίαση της αρχής της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης. Με τον τέταρτο λόγο ακυρώσεως προβάλλεται παραβίαση της αρχής της χρηστής διοικήσεως, καθώς και παράβαση του καθήκοντος μέριμνας.

 Επί του πρώτου λόγου ακυρώσεως με τον οποίον προβάλλεται παράβαση του άρθρου 12, παράγραφος 2, του παραρτήματος VIII του ΚΥΚ

12      Ο προσφεύγων υποστηρίζει ότι βασίμως επικαλείται το άρθρο 12, παράγραφος 2, του παραρτήματος VIII του ΚΥΚ, καθόσον πληρούσε όλες τις προϋποθέσεις εφαρμογής που προβλέπονται στη διάταξη αυτή. Ως εκ τούτου, η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε το αίτημά του περί χορήγησης του επιδόματος αποχώρησης, αντιβαίνει στη διάταξη αυτή.

13      Ειδικότερα, ο προσφεύγων αμφισβητεί το «κριτήριο της επάρκειας» που προβάλλει η Επιτροπή, κατά το οποίο η κάλυψη που προβλέπεται από το προϋπάρχον συνταξιοδοτικό σύστημα πρέπει να είναι τουλάχιστον συγκρίσιμη με την κάλυψη που προσφέρει το RPIUE. Το κριτήριο αυτό δεν απορρέει από κανένα σημείο του άρθρου 12, παράγραφος 2, του παραρτήματος VIII του ΚΥΚ, όπως επιβεβαίωσε ο ίδιος ο εκτελεστικός διευθυντής της Ευρωπόλ με την επιστολή της 26ης Φεβρουαρίου 2018 που απηύθυνε, μεταξύ άλλων, στον γενικό διευθυντή της Γενικής Διεύθυνσης (ΓΔ) Ανθρωπίνων Πόρων και Ασφάλειας της Επιτροπής. Επιπλέον, το εν λόγω κριτήριο δεν έχει καθόλου συγκεκριμενοποιηθεί ή ποσοτικοποιηθεί από την Επιτροπή και, εκ τούτου, δεν μπορεί να εφαρμοσθεί.

14      Επιπλέον, ο προσφεύγων υποστηρίζει ότι, ακόμη και αν γίνει δεκτό ότι το «κριτήριο της επάρκειας» απορρέει ενδεχομένως από το άρθρο 12, παράγραφος 2, του παραρτήματος VIII του ΚΥΚ και ότι μια τελολογική ερμηνεία της διάταξης αυτής επιβάλλει οι εισφορές που έχουν καταβληθεί σε ιδιωτικό ασφαλιστικό οργανισμό να είναι «επαρκείς» σε σχέση με εκείνες που καταβλήθηκαν στον RPIUE «για τη σύσταση ή τη διατήρηση των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων του», πράγμα το οποίο δεν συμβαίνει, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν αναφέρει ποιος θα έπρεπε να είναι αυτός ο βαθμός επάρκειας, κατά παράβαση των επιταγών της ασφάλειας δικαίου. Συναφώς, «επαρκείς» δεν σημαίνει «ισόποσες». Κατά συνέπεια, πρέπει να γίνει δεκτό ότι οι εισφορές που κατέβαλε ο προσφεύγων σε ιδιωτικό σύστημα ασφάλισης είναι επαρκείς.

15      Κατά τον προσφεύγοντα, η ως άνω διαπίστωση επιβάλλεται κατά μείζονα λόγο δεδομένου ότι, το 2014, συνήψε άλλη ασφαλιστική σύμβαση με την ίδια εταιρία ιδιωτικής ασφάλισης βάσει της οποίας το ύψος των εισφορών ανερχόταν σε 87 460 ευρώ. Συναφώς, ο προσφεύγων προσάπτει στην Επιτροπή ότι δεν έλαβε υπόψη τη δεύτερη αυτή σύμβαση για την εφαρμογή του άρθρου 12, παράγραφος 2, του παραρτήματος VIII του ΚΥΚ, με την αιτιολογία ότι δεν είχε συναφθεί «από την είσοδό του στην υπηρεσία». Ο προσφεύγων όμως αμφισβητεί την ερμηνεία αυτή και υποστηρίζει ότι η φράση «από την είσοδό του στην υπηρεσία» δεν σημαίνει κατ’ ανάγκη ότι οι εισφορές πρέπει να έχουν καταβληθεί «από την ημερομηνία της εισόδου στην υπηρεσία», αλλά ότι η καταβολή μπορεί να πραγματοποιηθεί και μετά την είσοδο στην υπηρεσία. Ο προσφεύγων θεωρεί ότι η διπλή καταβολή εισφορών από αυτόν στο ίδιο πρόγραμμα ιδιωτικής ασφάλισης της εν λόγω εταιρίας, συνολικού ύψους 101 660 ευρώ, έπρεπε να είχε ληφθεί υπόψη συνολικά από την Επιτροπή και, ως εκ τούτου, οι εισφορές αυτές έπρεπε να είχαν θεωρηθεί «τουλάχιστον συγκρίσιμες» με εκείνες του RPIUE.

16      Η Επιτροπή, από την πλευρά της, αντικρούει τα επιχειρήματα του προσφεύγοντος και ζητεί την απόρριψη του πρώτου λόγου ακυρώσεως.

17      Προκαταρκτικώς, υπενθυμίζεται ότι το άρθρο 11, παράγραφος 1, του παραρτήματος VIII του ΚΥΚ ορίζει τα εξής:

«Ο υπάλληλος του οποίου λήγουν τα καθήκοντα για:

–        να εισέλθει στην υπηρεσία διοικήσεως ή εθνικού ή διεθνούς οργανισμού που έχει συνάψει συμφωνία με την Ένωση,

–        να ασκήσει μισθωτή ή μη μισθωτή δραστηριότητα από την οποία αποκτά συνταξιοδοτικά δικαιώματα σε σύστημα, οι διαχειριστικοί οργανισμοί του οποίου έχουν συνάψει συμφωνία με την Ένωση,

δικαιούται να μεταφέρει στο ταμείο συντάξεων αυτής της διοικήσεως ή αυτού του οργανισμού ή στο ταμείο στο οποίο ο υπάλληλος αποκτά συνταξιοδοτικά δικαιώματα αρχαιότητας βάσει μισθωτής ή μη μισθωτής δραστηριότητας, το ασφαλιστικό στατιστικό ισοδύναμο, με αναγωγή του σχετικού ποσού στην ημερομηνία της πραγματικής μεταφοράς, των δικαιωμάτων του συντάξεως αρχαιότητας που έχει αποκτήσει στην Ένωση.»

18      Το άρθρο 12 του παραρτήματος VIII του ΚΥΚ έχει ως εξής:

«1. Ο υπάλληλος ηλικίας μικρότερης από την ηλικία συνταξιοδότησης, τα καθήκοντα του οποίου λήγουν οριστικά για άλλο λόγο εκτός από τον θάνατο ή την αναπηρία, που δεν μπορεί να λάβει σύνταξη αρχαιότητας, άμεση ή ετερόχρονη, δικαιούται, κατά την αποχώρησή του:

α)      εάν έχει υπηρετήσει λιγότερο από ένα έτος, και εφόσον δεν έχει τύχει εφαρμογής της διευθετήσεως που ορίζεται στο άρθρο 11, παράγραφος 2, [του παραρτήματος VIII, του ΚΥΚ] την καταβολή επιδόματος αποχώρησης ίσου προς το τριπλάσιο των ποσών που έχουν παρακρατηθεί από τον βασικό μισθό του ως συνταξιοδοτικές εισφορές, αφαιρουμένων των ποσών που έχουν, ενδεχομένως, καταβληθεί κατ’ εφαρμογή των άρθρων 42 και 112 του καθεστώτος που εφαρμόζεται στο λοιπό προσωπικό,

β)      στις άλλες περιπτώσεις, τις παροχές του άρθρου 11, παράγραφος 1, [του παραρτήματος VIII του ΚΥΚ] ή την καταβολή του αναλογιστικού ισοδύναμου των εν λόγω παροχών σε ιδιωτικό ασφαλιστικό οργανισμό ή ταμείο συντάξεων της επιλογής του, υπό την προϋπόθεση ότι ο εν λόγω οργανισμός ή ταμείο εγγυώνται:

i)      τη μη επιστροφή του κεφαλαίου,

ii)      την καταβολή μηνιαίας προσόδου το νωρίτερο από το 60ό και το αργότερο από το 66ο έτος της ηλικίας,

iii)      τη συμπερίληψη διατάξεων περί ανακληρονόμησης ή συντάξεων επιζώντων,

iv)      ότι η μεταφορά σε άλλο ασφαλιστικό οργανισμό ή άλλο ταμείο θα εγκριθεί μόνον εφόσον το εν λόγω ταμείο [ή οργανισμός] πληροί τους καθοριζόμενους στα σημεία i), ii) και iii) όρους.

2. Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1, στοιχείο βʹ, υπάλληλος ηλικίας μικρότερης από την ηλικία συνταξιοδότησης, ο οποίος, από την είσοδό του στην υπηρεσία, έχει καταβάλει εισφορές για τη σύσταση ή τη διατήρηση των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων του σε εθνικό συνταξιοδοτικό σύστημα ή σε ιδιωτικό ασφαλιστικό οργανισμό ή σε ταμείο συντάξεων της επιλογής του που πληροί τις προϋποθέσεις της παραγράφου 1, και αποχωρεί οριστικά από την υπηρεσία για άλλο λόγο εκτός από τον θάνατο ή την αναπηρία χωρίς να μπορεί να λάβει σύνταξη αρχαιότητας, άμεση ή ετερόχρονη, δικαιούται, κατά την αποχώρησή του, την καταβολή επιδόματος αποχώρησης, ίσου με το αναλογιστικό ισοδύναμο των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων του που απέκτησε λόγω της υπηρεσίας του στα όργανα. Στις περιπτώσεις αυτές, τα ποσά που έχουν καταβληθεί για τη σύσταση ή τη διατήρηση των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων του στο εθνικό συνταξιοδοτικό σύστημα, κατ’ εφαρμογή των άρθρων 42 ή 112 του καθεστώτος που εφαρμόζεται στο λοιπό προσωπικό, αφαιρούνται από το επίδομα αποχώρησης.

[…]»

19      Επισημαίνεται ότι οι διατάξεις αυτές των άρθρων 11 και 12 του παραρτήματος VIII του ΚΥΚ τροποποιήθηκαν ουσιωδώς κατά τη μεταρρύθμιση του ΚΥΚ του 2004. Πράγματι, με τον κανονισμό (ΕΚ, Ευρατόμ) 723/2004 του Συμβουλίου, της 22ας Μαρτίου 2004, για την τροποποίηση του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και του καθεστώτος που εφαρμόζεται στο λοιπό προσωπικό των Κοινοτήτων αυτών (ΕΕ 2004, L 124, σ. 1), ο νομοθέτης της Ένωσης θέλησε ειδικότερα, όπως προκύπτει από την αιτιολογική σκέψη 32 του κανονισμού αυτού, «οι κανόνες του επιδόματος αποχώρησης […] να τροποποιηθούν ώστε να ληφθούν υπόψη οι κανόνες [της Ένωσης] για τη δυνατότητα μεταφοράς συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων [και] αυτό […] να επιτευχθεί με τη διόρθωση ορισμένων αντιφάσεων και την εισαγωγή μεγαλύτερης ευελιξίας».

20      Τα άρθρα 11 και 12 του παραρτήματος VIII του ΚΥΚ εκφράζουν τη βούληση αυτή του νομοθέτη της Ένωσης. Ο νομοθέτης της Ένωσης περιόρισε έτσι τις περιπτώσεις κατά τις οποίες οι υπάλληλοι που δεν δικαιούνται σύνταξη αρχαιότητας του RPIUE, δηλαδή αυτοί που δεν έχουν συμπληρώσει τουλάχιστον 10 έτη υπηρεσίας, μπορούσαν να λάβουν επίδομα αποχώρησης και επεξέτεινε τη δυνατότητα μεταφοράς των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων σε άλλο συνταξιοδοτικό σύστημα. Πράγματι, από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η δυνατότητα μεταφοράς των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων αποτελεί τον κανόνα, ενώ το επίδομα αποχώρησης αποτελεί μηχανισμό παρέκκλισης ο οποίος εφαρμόζεται κατ’ εξαίρεση και υπόκειται σε αυστηρές προϋποθέσεις.

21      Σκοπός του συστήματος αυτού, το οποίο προωθεί τη δυνατότητα μεταφοράς των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων που προβλέπεται στα άρθρα 11 και 12 του παραρτήματος VIII του ΚΥΚ, είναι η κατοχύρωση δικαιώματος λήψης σύνταξης αρχαιότητας, ήτοι τακτικού εισοδήματος ή μηνιαίας προσόδου που θα λαμβάνεται αργότερα, μετά τη συνταξιοδότηση. Αποφεύγεται έτσι το ενδεχόμενο πρώην υπάλληλοι να βρίσκονται χωρίς επαρκή εισοδήματα στην ηλικία της συνταξιοδότησης και να αναγκάζονται να καταφύγουν στην κοινωνική αρωγή των κρατών μελών, παρά το γεγονός ότι απέκτησαν συνταξιοδοτικά δικαιώματα κατά τη διάρκεια της υπαγωγής τους στο σχετικό σύστημα συνταξιοδότησης.

22      Επιπλέον, το σύστημα μεταφοράς συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων, όπως προβλέπεται στις προαναφερθείσες διατάξεις, παρέχει τη δυνατότητα συντονισμού μεταξύ του RPIUE και των εθνικών ή ιδιωτικών συστημάτων, με σκοπό να καταστήσει ευχερέστερη τη μετάβαση από τη διοίκηση της Ένωσης σε εθνικές θέσεις εργασίας του δημόσιου ή του ιδιωτικού τομέα (πρβλ. απόφαση της 13ης Οκτωβρίου 2015, Επιτροπή κατά Verile και Gjergji, T‑104/14 P, EU:T:2015:776, σκέψη 77 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). Ομοίως, προκειμένου να διατηρηθεί η ελκυστικότητα των θεσμικών οργάνων της Ένωσης ως μελλοντικού εργοδότη, το άρθρο 12, παράγραφος 2, του παραρτήματος VIII του ΚΥΚ παρέχει στον υπάλληλο, κατά παρέκκλιση από το άρθρο 12, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του παραρτήματος αυτού και υπό ορισμένες αυστηρές προϋποθέσεις, τη δυνατότητα να αποκτήσει ή να εξακολουθήσει να αποκτά συνταξιοδοτικά δικαιώματα σε άλλο εθνικό ή ιδιωτικό συνταξιοδοτικό σύστημα, υφιστάμενο ή προϋπάρχον, ήτοι ασφαλιζόμενος ή παραμένοντας ασφαλισμένος και καταβάλλοντας ή εξακολουθώντας να καταβάλλει εισφορές σε αυτό, επιτρέποντάς του, κατά τη λήξη των καθηκόντων του, να λάβει, σε μετρητά, επίδομα αποχώρησης ίσο με το ασφαλιστικό στατιστικό ισοδύναμο των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων του που απέκτησε στο RPIUE.

23      Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι το επίδομα αποχώρησης που προβλέπεται στο άρθρο 12, παράγραφος 2, του παραρτήματος VIII του ΚΥΚ δεν αποτελεί αποζημίωση λόγω λύσης της υπαλληλικής σχέσης, την οποία ο ενδιαφερόμενος υπάλληλος δικαιούται αυτοδικαίως, κατά τον χρόνο της καταγγελίας ή της λήξης της σύμβασής του, αλλά χρηματικό μέτρο το οποίο εντάσσεται στο πλαίσιο των σχετικών με θέματα κοινωνικής ασφάλισης διατάξεων του ΚΥΚ (απόφαση της 2ας Μαρτίου 2016, FX κατά Επιτροπής, F‑59/15, EU:F:2016:27, σκέψη 32). Δεδομένου ότι συγκαταλέγεται στις διατάξεις του δικαίου της Ένωσης οι οποίες γεννούν δικαίωμα χορήγησης χρηματικών παροχών, η διάταξη αυτή πρέπει να ερμηνεύεται στενά (βλ. απόφαση της 22ας Μαΐου 2012, AU κατά Επιτροπής, F‑109/10, EU:F:2012:66, σκέψη 24 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). Επιπλέον, όπως προκύπτει από το ίδιο το γράμμα της εν λόγω διάταξης, η διάταξη αυτή εφαρμόζεται «κατά παρέκκλιση» από το άρθρο 12, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του παραρτήματος αυτού και πρέπει, ως εκ τούτου, να ερμηνεύεται στενά.

24      Από το γράμμα του άρθρου 12, παράγραφος 2, του παραρτήματος VIII του ΚΥΚ προκύπτει ότι οι εισφορές στο εθνικό συνταξιοδοτικό σύστημα ή σε ιδιωτικό ασφαλιστικό οργανισμό που επέλεξε ο υπάλληλος πρέπει να καταβάλλονται «για τη σύσταση ή τη διατήρηση των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων του». Επομένως, προκειμένου να αποφευχθεί το ενδεχόμενο να βρεθεί ο υπάλληλος χωρίς επαρκή εισοδήματα στην ηλικία συνταξιοδότησης και να είναι αναγκασμένος να καταφύγει στην κοινωνική αρωγή των κρατών μελών, παρά την απόκτηση δικαιωμάτων στο πλαίσιο του RPIUE τα οποία μπορούν να μεταφερθούν σε άλλο σύστημα, η διάταξη αυτή απαιτεί η καταβολή των εισφορών αυτών να εγγυάται στον υπάλληλο σύνταξη αρχαιότητας, ήτοι μηνιαία πρόσοδο την οποία αυτός θα λαμβάνει στην ηλικία συνταξιοδότησης.

25      Επομένως, η στενή ερμηνεία του άρθρου 12, παράγραφος 2, του παραρτήματος VIII του ΚΥΚ επιτάσσει τα ποσά που καταβάλλονται ως εισφορές στο εθνικό συνταξιοδοτικό σύστημα ή σε ιδιωτικό ασφαλιστικό οργανισμό που επέλεξε ο υπάλληλος να μπορούν να του εξασφαλίσουν, αυτά καθαυτά, επαρκή συνταξιοδοτικά δικαιώματα στην ηλικία συνταξιοδότησης. Πράγματι, αν τα ποσά αυτά δεν μπορούσαν να εγγυηθούν επαρκή εισοδήματα στον υπάλληλο αυτό στην ηλικία συνταξιοδότησης και αν αυτός είχε κατασπαταλήσει κατά τον ως άνω χρόνο το επίδομα αποχώρησης που είχε λάβει προηγουμένως βάσει της διάταξης αυτής, θα αναγκαζόταν πιθανότατα να καταφύγει στην κοινωνική αρωγή των κρατών μελών, πράγμα που θα ερχόταν σε αντίθεση με την εν λόγω διάταξη, η οποία απαιτεί τα εν λόγω ποσά να καταβάλλονται «για τη σύσταση ή τη διατήρηση των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων του».

26      Αν ο υπάλληλος αυτός όμως επιλέξει τη μεταφορά των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων του που αποκτήθηκαν στο RPIUE προς άλλο εθνικό συνταξιοδοτικό σύστημα ή ιδιωτικό ασφαλιστικό οργανισμό της επιλογής του, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 12, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του παραρτήματος VIII του ΚΥΚ, θα διαθέτει στην ηλικία συνταξιοδότησης επαρκή συνταξιοδοτικά δικαιώματα. Πράγματι, η μεταφορά αυτή του εξασφαλίζει στην ηλικία αυτή μηνιαία πρόσοδο, ούτως ώστε να μην καταφύγει στην κοινωνική αρωγή των κρατών μελών.

27      Επομένως, το άρθρο 12, παράγραφος 2, του παραρτήματος VIII του ΚΥΚ προϋποθέτει κατ’ ανάγκη τα ποσά που καταβάλλονται ως εισφορές, βάσει της διάταξης αυτής, στο οικείο εθνικό συνταξιοδοτικό σύστημα ή σε ιδιωτικό ασφαλιστικό οργανισμό να παρέχουν, αυτά καθαυτά, στον υπάλληλο επαρκή κάλυψη στην ηλικία συνταξιοδότησης, η οποία θα του εξασφαλίσει σύνταξη αρχαιότητας, ώστε να αποκλειστεί εντελώς το ενδεχόμενο να καταφύγει στην κοινωνική αρωγή των κρατών μελών.

28      Προκειμένου να κριθεί αν τα ποσά που έχουν καταβληθεί βάσει του άρθρου 12, παράγραφος 2, του παραρτήματος VIII του ΚΥΚ μπορούν να εγγυηθούν σύνταξη αρχαιότητας η οποία θα αποκλείει το ενδεχόμενο να καταφύγει ο υπάλληλος στην κοινωνική αρωγή των κρατών μελών, πρέπει να γίνεται κατά περίπτωση εκτίμηση. Κατά την εκτίμηση αυτή, λαμβάνονται υπόψη τα κρίσιμα πραγματικά στοιχεία της συγκεκριμένης περίπτωσης, όπως, μεταξύ άλλων, η φύση της επίμαχης ασφάλισης συνταξιοδότησης, το ποσό των εισφορών που καταβάλλει σχετικά ο υπάλληλος από την είσοδό του στην υπηρεσία ή τα ευλόγως προβλεπόμενα εισοδήματα που είναι πιθανό να προκύψουν από τα καταβληθέντα αυτά ποσά και να εισπραχθούν στην ηλικία συνταξιοδότησης.

29      Εν προκειμένω, από τη δικογραφία (παράρτημα A.2 του δικογράφου της προσφυγής) προκύπτει ότι τα ποσά που κατέβαλε ως εισφορές ο προσφεύγων στην οικεία εταιρία ιδιωτικής ασφάλισης, από την είσοδό του στην υπηρεσία της Ευρωπόλ, ανέρχονταν την 31η Αυγούστου 2017, ήτοι κατά την ημερομηνία λήξης των καθηκόντων του, στο συνολικό ποσό των 14 200 ευρώ. Επιπλέον, επισημαίνεται ότι, όπως ανέφερε ο προσφεύγων κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, χωρίς ωστόσο να προσκομίσει κανένα αποδεικτικό στοιχείο προς τεκμηρίωση του εν λόγω ισχυρισμού, το ποσό αυτό αντιπροσώπευε, κατά τον χρόνο της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως, κεφάλαιο ύψους 22 000 ευρώ, στο οποίο έπρεπε σταδιακά να προστεθούν οι τόκοι επί του κεφαλαίου αυτού, τουλάχιστον έως την ηλικία από την οποία ο προσφεύγων θα λάμβανε μηνιαία πρόσοδο κατά την έννοια του άρθρου 12, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του παραρτήματος VIII του ΚΥΚ, ήτοι, το νωρίτερο, για ακόμη δέκα έτη.

30      Λαμβανομένων υπόψη των στοιχείων της δικογραφίας όμως και, ειδικότερα, αυτών που αναφέρονται στη σκέψη 28 ανωτέρω, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι τα καταβληθέντα από τον προσφεύγοντα ποσά στην εν λόγω εταιρία ιδιωτικής ασφάλισης από την είσοδό του στην υπηρεσία ουδόλως μπορούν να του διασφαλίσουν ικανοποιητική σύνταξη αρχαιότητας η οποία θα αποκλείει το ενδεχόμενο να καταφύγει ο ενδιαφερόμενος στην κοινωνική αρωγή των κρατών μελών. Πράγματι, το συνολικό ποσό των 14 200 ευρώ που κατέβαλε ο προσφεύγων στο πλαίσιο της πρώτης σύμβασης που συνήφθη με την εν λόγω εταιρία σαφώς και δεν μπορεί να του εξασφαλίσει μια τέτοια σύνταξη αρχαιότητας. Εν πάση περιπτώσει, ο προσφεύγων δεν απέδειξε ότι τα εν λόγω καταβληθέντα ποσά εγγυώνται την εν λόγω σύνταξη αρχαιότητας.

31      Επιπλέον, όσον αφορά το επιχείρημα του προσφεύγοντος κατά το οποίο η Επιτροπή όφειλε να λάβει υπόψη, κατά την εφαρμογή του άρθρου 12, παράγραφος 2, του παραρτήματος VIII του ΚΥΚ, τη δεύτερη σύμβαση που συνήφθη το 2014 με την ασφαλιστική εταιρία, πρέπει να επισημανθεί ότι η διάταξη αυτή απαιτεί ρητώς τα σχετικά ποσά να καταβάλλονται από τον υπάλληλο «από την είσοδό του στην υπηρεσία». Πλην όμως, εν προκειμένω, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι ο προσφεύγων εισήλθε στην υπηρεσία της Ευρωπόλ την 1η Δεκεμβρίου 2010 και ότι τα σχετικά με τη δεύτερη αυτή σύμβαση ποσά καταβάλλονταν από τον Δεκέμβριο του 2014, ήτοι τέσσερα έτη μετά την είσοδο στην υπηρεσία σε συνολική περίοδο ενεργού υπηρεσίας στην Ευρωπόλ έξι ετών και εννέα μηνών. Κατά συνέπεια, ουδόλως μπορεί να θεωρηθεί ότι τα ποσά αυτά καταβλήθηκαν «από την είσοδό του στην υπηρεσία».

32      Επομένως, από το σύνολο των ανωτέρω σκέψεων προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε το αίτημα του προσφεύγοντος περί χορήγησης του επιδόματος αποχώρησης, δεν αντιβαίνει στο άρθρο 12, παράγραφος 2, του παραρτήματος VIII του ΚΥΚ. Κατά συνέπεια, ο πρώτος λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί.

 Επί του δεύτερου λόγου ακυρώσεως με τον οποίον προβάλλεται παραβίαση των αρχών της ίσης μεταχείρισης και της απαγόρευσης των διακρίσεων

33      Ο προσφεύγων υποστηρίζει ότι με την προσβαλλόμενη απόφαση παραβιάζεται η αρχή της ίσης μεταχείρισης και της απαγόρευσης των διακρίσεων. Επικαλείται την πάγια σχετική νομολογία της Ένωσης, καθώς και το άρθρο 1δ του ΚΥΚ, το οποίο περιέχει, αφενός, κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ο οποίος αποτελεί έκφραση γενικής αρχής του δικαίου κατοχυρωμένης στον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και, αφετέρου, δικονομική εγγύηση η οποία προβλέπει ότι η υποχρέωση αποδείξεως δεν βαρύνει το πρόσωπο που έχει προσκομίσει στοιχεία που αποτελούν αρχή απόδειξης.

34      Ειδικότερα, στηριζόμενος σε σειρά εγγράφων (παράρτημα A.8 του δικογράφου της προσφυγής), ο προσφεύγων υποστηρίζει ότι ορισμένοι πρώην υπάλληλοι της Ευρωπόλ έλαβαν επίδομα αποχώρησης, βάσει του άρθρου 12, παράγραφος 2, του παραρτήματος VIII του ΚΥΚ, μετά τη λήξη της σύμβασής τους με την Ευρωπόλ, μολονότι είχαν καταβάλει περιορισμένες μόνον εισφορές σε ιδιωτικό ασφαλιστικό οργανισμό. Ο προσφεύγων αναφέρει ειδικότερα ότι γνωρίζει συγκεκριμένες περιπτώσεις κατά τις οποίες αυτοί οι πρώην υπάλληλοι έλαβαν το εν λόγω επίδομα ενώ βρίσκονταν σε κατάσταση συγκρίσιμη με τη δική του, ήτοι περιπτώσεις κατά τις οποίες οι εισφορές σε πρόγραμμα ιδιωτικής ασφάλισης συνταξιοδότησης μπορούσαν, κατά την ερμηνεία στην οποία προέβη η Επιτροπή με την προσβαλλόμενη απόφαση, να θεωρηθούν μη «επαρκείς» σε σχέση με τα δικαιώματα που είχαν αποκτήσει στο RPIUE.

35      Η Επιτροπή, από την πλευρά της, αντικρούει τα επιχειρήματα του προσφεύγοντος και ζητεί την απόρριψη του δεύτερου λόγου ακυρώσεως.

36      Συναφώς, επισημαίνεται, πρώτον, ότι το άρθρο 1δ του ΚΥΚ δεν εφαρμόζεται εν προκειμένω. Ειδικότερα, η διάταξη αυτή απαγορεύει οποιαδήποτε διάκριση ιδίως λόγω φύλου, φυλής, χρώματος, εθνοτικής καταγωγής ή κοινωνικής προέλευσης, γενετικών χαρακτηριστικών, γλώσσας, θρησκείας ή πεποιθήσεων, πολιτικών φρονημάτων ή κάθε άλλης γνώμης, ιδιότητας μέλους εθνικής μειονότητας, περιουσίας, γέννησης, ηλικίας, αναπηρίας ή γενετήσιου προσανατολισμού. Πλην όμως, η ως άνω διάταξη σαφώς και δεν τυγχάνει εφαρμογής εν προκειμένω, δεδομένου ότι ο προσφεύγων δεν προβάλλει διακρίσεις τέτοιου είδους, αλλά την περίπτωση πρώην υπαλλήλων της Ευρωπόλ που έλαβαν επίδομα αποχώρησης, ενώ βρίσκονται σε κατάσταση συγκρίσιμη με τη δική του.

37      Πρέπει, δεύτερον, να υπομνησθεί ότι, κατά πάγια νομολογία, η αρχή της ίσης μεταχείρισης και της απαγόρευσης των διακρίσεων απαιτεί να μην αντιμετωπίζονται με διαφορετικό τρόπο όμοιες καταστάσεις ούτε να αντιμετωπίζονται κατά τον ίδιο τρόπο ανόμοιες καταστάσεις, εκτός αν τούτο δικαιολογείται αντικειμενικώς (απόφαση της 9ης Οκτωβρίου 2008, Chetcuti κατά Επιτροπής, C‑16/07 P, EU:C:2008:549, σκέψη 40, και της 9ης Φεβρουαρίου 1994, Lacruz Bassols κατά Δικαστηρίου, T‑109/92, EU:T:1994:16, σκέψη 87).

38      Εντούτοις, από πάγια νομολογία προκύπτει ότι η αρχή της ίσης μεταχείρισης πρέπει να συνδυάζεται με την τήρηση της νομιμότητας, σύμφωνα με την οποία κανείς δεν μπορεί να επικαλείται υπέρ αυτού παρανομία που διαπράχθηκε προς όφελος τρίτου (βλ. απόφαση της 4ης Ιουλίου 1985, Williams κατά Ελεγκτικού Συνεδρίου, 134/84, EU:C:1985:297, σκέψη 14 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). Πράγματι, τυχόν παρανομία διαπραχθείσα έναντι άλλου υπαλλήλου, ο οποίος δεν μετέχει στην παρούσα διαδικασία, δεν μπορεί να οδηγήσει τον δικαστή της Ένωσης να διαπιστώσει δυσμενή διάκριση και, κατά συνέπεια, παρανομία σε βάρος του προσφεύγοντος. Η προσέγγιση αυτή θα ισοδυναμούσε με τη θέσπιση της αρχής της «ίσης μεταχείρισης στην παρανομία» (πρβλ. απόφαση της 16ης Νοεμβρίου 2006, Peróxidos Orgánicos κατά Επιτροπής, T‑120/04, EU:T:2006:350, σκέψη 77).

39      Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι ο προσφεύγων δεν μπορεί να αξιώσει, ως προς την υπέρ αυτού χορήγηση επιδόματος αποχώρησης, μεταχείριση όμοια με εκείνη των άλλων υπαλλήλων που βρίσκονταν σε κατάσταση συγκρίσιμη με τη δική του, όταν η μεταχείριση αυτή δεν είναι σύμφωνη προς τις σχετικές διατάξεις του ΚΥΚ, ήτοι, εν προκειμένω, προς τις διατάξεις του άρθρου 12, παράγραφος 2, του παραρτήματος VIII του ΚΥΚ, όπως προκύπτει από την εξέταση που αναπτύχθηκε στο πλαίσιο του πρώτου λόγου ακυρώσεως.

40      Επομένως, ο δεύτερος λόγος ακυρώσεως με τον οποίον προβάλλεται παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης και της απαγόρευσης των διακρίσεων έναντι των άλλων υπαλλήλων πρέπει να απορριφθεί.

 Επί του τρίτου λόγου ακυρώσεως με τον οποίον προβάλλεται παραβίαση της αρχής της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης

41      Ο προσφεύγων υποστηρίζει ότι με την προσβαλλόμενη απόφαση παραβιάζεται η αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης. Θεωρεί ότι ήταν εύλογη η πεποίθησή του, την οποία σχημάτισε κατόπιν επανειλημμένων διαβεβαιώσεων από αρμόδιες πηγές, ότι μπορούσε να επικαλεστεί το άρθρο 12, παράγραφος 2, του παραρτήματος VIII του ΚΥΚ κατά την αποχώρησή του από την Ευρωπόλ.

42      Ειδικότερα, ο προσφεύγων υποστηρίζει ότι έλαβε, όπως αναφέρει η νομολογία, συγκεκριμένες διαβεβαιώσεις, υπό τη μορφή συγκεκριμένων, ανεπιφύλακτων και συγκλινουσών πληροφοριών, προερχόμενων από αρμόδιες και αξιόπιστες πηγές, ότι, συνάπτοντας σύμβαση ιδιωτικής ασφάλισης συνταξιοδότησης με καταβολή ελάχιστης εισφοράς 50 ευρώ μηνιαίως, θα λάμβανε επίδομα αποχώρησης κατά τον χρόνο λήξης των καθηκόντων του. Συναφώς, ο προσφεύγων παραθέτει εσωτερική κοινοποίηση της Ευρωπόλ της 16ης Ιουλίου 2014 (παράρτημα A.7 του δικογράφου της προσφυγής), με την οποία η Ευρωπόλ ενημέρωνε τους υπαλλήλους της ότι η καταβολή εισφορών ύψους 50 ευρώ μηνιαίως στο ασφαλιστικό ταμείο της οικείας εταιρίας ιδιωτικής ασφάλισης αρκούσε για να λάβουν το επίδομα αποχώρησης. Οι ίδιες πληροφορίες παρασχέθηκαν κατά την παρουσίαση «Powerpoint» (παράρτημα A.9 του δικογράφου της προσφυγής) που πραγματοποίησε η εταιρία αυτή στις 30 Αυγούστου 2010 στο προσωπικό της Ευρωπόλ στα γραφεία της τελευταίας. Άλλες επαφές μεταξύ της Ευρωπόλ και της εν λόγω εταιρίας το 2010 επίσης μαρτυρούν ότι οι υπάλληλοι της Ευρωπόλ είχαν δημιουργήσει τον ιδιωτικό συνταξιοδοτικό λογαριασμό τους με την προοπτική ότι θα λάβουν το επίδομα αποχώρησης μετά τη λήξη της σύμβασής τους (παράρτημα A.10 του δικογράφου της προσφυγής) και ότι η καταβολή του ποσού των 600 ευρώ ετησίως ή του ποσού των 50 ευρώ μηνιαίως αρκούσε για τη λήψη του εν λόγω επιδόματος (παράρτημα A.11 του δικογράφου της προσφυγής).

43      Ο προσφεύγων παραθέτει επίσης την επιστολή της 26ης Φεβρουαρίου 2018 του εκτελεστικού διευθυντή της Ευρωπόλ (παράρτημα Α.6 του δικογράφου της προσφυγής). Στην επιστολή αυτή, ο εκτελεστικός διευθυντής της Ευρωπόλ εκτιμούσε ότι η εφαρμογή του άρθρου 12, παράγραφος 2, του παραρτήματος VIII του ΚΥΚ είχε αλλάξει από τον Σεπτέμβριο του 2017, θεωρώντας ότι η δικαιολογημένη εμπιστοσύνη του προσωπικού πρέπει, στο μέτρο του δυνατού, να γίνεται σεβαστή και ότι οι προϋποθέσεις της εφαρμογής αυτής να μην μεταβληθούν αναδρομικώς.

44      Η Επιτροπή, από την πλευρά της, αντικρούει τα επιχειρήματα του προσφεύγοντος και ζητεί την απόρριψη του τρίτου λόγου ακυρώσεως.

45      Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι από πάγια νομολογία προκύπτει ότι η αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, η οποία ανήκει στις θεμελιώδεις αρχές του δικαίου της Ένωσης (βλ. απόφαση της 5ης Μαΐου 1981, Dürbeck, 112/80, EU:C:1981:94, σκέψη 48 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία), συνεπάγεται ότι κάθε μόνιμος ή μη μόνιμος υπάλληλος δικαιούται να επικαλεστεί την αρχή αυτή όταν βρίσκεται σε κατάσταση κατά την οποία προκύπτει ότι η Διοίκηση της Ένωσης, παρέχοντάς του συγκεκριμένες διαβεβαιώσεις, του δημιούργησε βάσιμες προσδοκίες (βλ. απόφαση της 16ης Δεκεμβρίου 2010, Kahla Thüringen Porzellan κατά Επιτροπής, C‑537/08 P, EU:C:2010:769, σκέψη 63 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

46      Κατά πάγια νομολογία, το δικαίωμα αξίωσης προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης προϋποθέτει τη συνδρομή τριών προϋποθέσεων. Πρώτον, πρέπει να έχουν δοθεί από τη Διοίκηση της Ένωσης στον ενδιαφερόμενο συγκεκριμένες, ανεπιφύλακτες και συγκλίνουσες διαβεβαιώσεις, προερχόμενες από αρμόδιες και αξιόπιστες πηγές. Δεύτερον, οι διαβεβαιώσεις αυτές πρέπει να μπορούν να δημιουργήσουν βάσιμη προσδοκία στο πρόσωπο προς το οποίο απευθύνονται. Τρίτον, οι διαβεβαιώσεις πρέπει να είναι σύμφωνες προς τους εφαρμοστέους κανόνες (βλ. απόφαση της 27ης Ιανουαρίου 2016, Montagut Viladot κατά Επιτροπής, T‑696/14 P, EU:T:2016:30, σκέψη 43 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

47      Εν προκειμένω, πρώτον, όσον αφορά την από 16 Ιουλίου 2014 εσωτερική κοινοποίηση της Ευρωπόλ που περιλαμβάνεται στο παράρτημα A.7 του δικογράφου της προσφυγής, επισημαίνεται ότι δεν αμφισβητείται ότι η κοινοποίηση αυτή, η οποία είχε υπογραφεί από υπάλληλο της Ευρωπόλ, της υπηρεσίας «G 14 Public Relations & Events» («G 14 Δημόσιες σχέσεις και Εκδηλώσεις»), προωθήθηκε, μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, εξ ονόματος της Ευρωπόλ, σε όλους τους έκτακτους και τους συμβασιούχους υπαλλήλους που υπηρετούσαν στην Ευρωπόλ, στους οποίους συγκαταλεγόταν ο προσφεύγων κατά τον ως άνω χρόνο.

48      Εντούτοις, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η εσωτερική κοινοποίηση της Ευρωπόλ, της 16ης Ιουλίου 2014, δεν μπορούσε να δημιουργήσει στον προσφεύγοντα βάσιμες προσδοκίες που να δικαιολογούν την εκ μέρους του αξίωση προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης. Πράγματι, οι διαβεβαιώσεις που φέρονται να παρέχονται από την κοινοποίηση αυτή δύσκολα μπορούν να χαρακτηριστούν ως συγκεκριμένες και ανεπιφύλακτες, ακόμη δε λιγότερο ως συγκλίνουσες. Επίσης, η κοινοποίηση δεν φαίνεται να προέρχεται από εντελώς αξιόπιστη πηγή. Το πιθανότερο είναι ότι προωθήθηκε κατόπιν πρότασης της οικείας εταιρίας ιδιωτικής ασφάλισης, όπως τούτο προκύπτει από διάφορα χωρία της κοινοποίησης, όπως εκείνο που επισημαίνεται με τη χρήση έντονων χαρακτήρων όπου απαντά η φράση «ενημερωθήκαμε από [την οικεία εταιρία ιδιωτικής ασφάλισης] ότι», εκείνο παρακάτω όπου απαντά η φράση «θα θέλαμε επίσης να επισημάνουμε το γεγονός [ότι η οικεία εταιρία ιδιωτικής ασφάλισης] με ενημέρωσε, προκειμένου να κοινοποιήσουμε το μήνυμα αυτό σε όλους τους υφιστάμενους ή δυνητικούς πελάτες, ότι» και, τέλος, εκείνο, στο τέλος της ανακοίνωσης, όπου προτείνεται να επικοινωνήσει κανείς με την εν λόγω εταιρία ιδιωτικής ασφάλισης, για κάθε ερώτημα σχετικό με την κοινοποίηση. Επιπλέον, ο προσφεύγων δεν μπορούσε να αγνοεί ότι καταβολή ποσού ελάχιστου ύψους 50 ευρώ μηνιαίως δεν θα μπορούσε να αρκεί για την απόκτηση των σχετικών συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων, όπως άλλωστε επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι έκρινε αναγκαία τη συμπλήρωση των αρχικών εισφορών με δεύτερη σύμβαση, που συνήφθη το 2014. Δεν μπορούσε επομένως να θεωρεί «βάσιμες» τις προσδοκίες του ότι δικαιούται επίδομα αποχώρησης.

49      Επιπλέον, επισημαίνεται επίσης ότι οι τυχόν διαβεβαιώσεις που παρασχέθηκαν με την από 16 Ιουλίου 2014 εσωτερική κοινοποίηση της Ευρωπόλ δεν είναι σύμφωνες προς τους εφαρμοστέους επί του ενδιαφερόμενου υπαλλήλου κανόνες. Πράγματι, από τις εκτιμήσεις που εκτίθενται στο πλαίσιο του πρώτου λόγου ακυρώσεως προκύπτει ότι οι τυχόν διαβεβαιώσεις που έλαβε ο προσφεύγων σχετικά με τη λήψη επιδόματος αποχώρησης δεν ήταν, εν πάση περιπτώσει, σύμφωνες ούτε με το γράμμα ούτε με το πνεύμα του άρθρου 12, παράγραφος 2, του παραρτήματος VIII του ΚΥΚ. Συναφώς, τονίζεται ότι ο προσφεύγων δεν θα μπορούσε να αξιώσει λυσιτελώς έκβαση άλλη από αυτή που προκύπτει από την εφαρμογή της διάταξης αυτής (πρβλ. απόφαση της 7ης Ιουνίου 2018, Winkler κατά Επιτροπής, T‑369/17, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2018:334, σκέψη 71).

50      Δεύτερον, όσον αφορά την παρουσίαση «Powerpoint» που πραγματοποίησε η σχετική εταιρία ιδιωτικής ασφάλισης στις 30 Αυγούστου 2010, διαπιστώνεται ότι, μολονότι αυτή πραγματοποιήθηκε για το προσωπικό της Ευρωπόλ στα γραφεία της τελευταίας, η παρουσίαση αυτή δεν προήλθε από αρμόδια και αξιόπιστη πηγή. Πράγματι, προκειμένου να μπορεί να γίνει επίκληση της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, οι φερόμενες διαβεβαιώσεις πρέπει να έχουν παρασχεθεί στον ενδιαφερόμενο τουλάχιστον από τη διοίκηση της Ένωσης. Πλην όμως, τούτο δεν συμβαίνει όσον αφορά την εν λόγω παρουσίαση, η οποία δεν θα μπορούσε, συνεπώς, να έχει δημιουργήσει στον προσφεύγοντα βάσιμες προσδοκίες, κατά την έννοια της νομολογίας που μνημονεύεται ανωτέρω.

51      Τρίτον, όσον αφορά τις περαιτέρω επαφές μεταξύ της Ευρωπόλ και της εταιρίας ιδιωτικής ασφάλισης τον Απρίλιο και τον Ιούλιο του 2010, οι οποίες παρατίθενται στα παραρτήματα A.10 και A.11 του δικογράφου της προσφυγής, διαπιστώνεται ότι οι επαφές αυτές δεν απευθύνονταν στον προσφεύγοντα και επομένως δεν μπορούσαν να του δημιουργήσουν εύλογη προσδοκία. Πιο συγκεκριμένα, ο προσφεύγων δεν ήταν αποδέκτης των εν λόγω επαφών, οι οποίες συνίσταντο σε μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, μεταξύ του προσωπικού της Ευρωπόλ του οποίου οι αρμοδιότητες αφορούν τα συνταξιοδοτικά δικαιώματα και των υπευθύνων της εταιρίας ιδιωτικής ασφάλισης. Εν πάση περιπτώσει, διαπιστώνεται ότι ο προσφεύγων δεν προσκομίζει κανένα στοιχείο που να αποδεικνύει ότι γνώριζε για τις επίμαχες επαφές πριν, τουλάχιστον, την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης.

52      Τέταρτον, όσον αφορά την από 26 Φεβρουαρίου 2018 επιστολή του εκτελεστικού διευθυντή της Ευρωπόλ, η οποία περιλαμβάνεται στο παράρτημα A.6 του δικογράφου της προσφυγής, η επιστολή αυτή ουδόλως μπορούσε να δημιουργήσει στον προσφεύγοντα βάσιμες προσδοκίες ότι μπορεί να λάβει το αιτηθέν επίδομα αποχώρησης. Πράγματι, η εν λόγω επιστολή απεστάλη μετά την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης και δεν προέρχεται από αρμόδια και αξιόπιστη πηγή εν προκειμένω, αλλά από τον ιεραρχικώς ανώτερο του προσφεύγοντος, ο οποίος απευθύνεται ακριβώς στα αρμόδια πρόσωπα εντός της Επιτροπής, τα οποία είναι επιφορτισμένα με την εφαρμογή του άρθρου 12, παράγραφος 2, του παραρτήματος VIII του ΚΥΚ, ήτοι κατά κύριο λόγο στον διευθυντή του PMO και στον γενικό διευθυντή της Γενικής Διεύθυνσης Ανθρωπίνων Πόρων και Ασφάλειας.

53      Συνεπώς, ο τρίτος λόγος ακυρώσεως, με τον οποίον προβάλλεται παραβίαση της αρχής της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, πρέπει να απορριφθεί.

 Επί του τέταρτου λόγου ακυρώσεως με τον οποίον προβάλλεται παραβίαση της αρχής της χρηστής διοικήσεως και παράβαση του καθήκοντος μέριμνας

54      Ο προσφεύγων υποστηρίζει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραβιάζει την αρχή της χρηστής διοικήσεως και το καθήκον μέριμνας.

55      Πρώτον, ο προσφεύγων θεωρεί ότι, αν είχε τύχει της δέουσας ακροάσεως, η προσβαλλόμενη απόφαση θα ήταν διαφορετική. Συγκεκριμένα, όπως υποστηρίζει, εξήγησε, μεταξύ άλλων, ότι είχε λάβει διαβεβαιώσεις ότι μηνιαία εισφορά 50 ευρώ σε πρόγραμμα ιδιωτικής ασφάλισης συνταξιοδότησης αρκούσε για να λάβει επίδομα αποχώρησης.

56      Δεύτερον, ο προσφεύγων προσάπτει στο PMO ότι δεν διαβίβασε και στους πρώην υπαλλήλους της Ευρωπόλ, στους οποίους ανήκει και ο ίδιος, το κείμενο κοινοποίησης σχετικά με την εφαρμογή του άρθρου 12, παράγραφος 2, του παραρτήματος VIII του ΚΥΚ που απεστάλη στους υπαλλήλους της Ευρωπόλ τον Νοέμβριο 2017. Επιπλέον, η άρνηση του PMO να γνωστοποιήσει τον λόγο για τον οποίο δεν το έπραξε αποτελεί, όπως υποστηρίζει, επιπλέον απόδειξη της παραβίασης της αρχής της χρηστής διοικήσεως και της παράβασης του καθήκοντος μέριμνας.

57      Τρίτον, παράβαση του καθήκοντος μέριμνας μαρτυρά το γεγονός ότι το PMO παρέλειψε εντελώς, στην προσβαλλόμενη απόφαση, να καθορίσει τα συνταξιοδοτικά δικαιώματα που εγγυάται η υπηρεσία στον προσφεύγοντα ή όποιο άλλο εισόδημα θα δικαιούται στην ηλικία συνταξιοδότησης. Η ως άνω παράβαση προκύπτει, επιπλέον, από την απόφαση άρνησης χορήγησης επιδόματος αποχώρησης, την οποία εξέδωσε η Επιτροπή στις 30 Απριλίου 2018, σχετικά με άλλον πρώην υπάλληλο της Ευρωπόλ, η οποία περιλαμβάνει σχεδόν το ίδιο κείμενο με εκείνο που αφορούσε τον προσφεύγοντα, αλλά στην οποία η Επιτροπή ρητώς δέχθηκε ότι ο υπάλληλος αυτός θα λάμβανε εθνική σύνταξη.

58      Τέταρτον, ο προσφεύγων προσάπτει στο PMO ότι τον ενημέρωσε για την άρνηση χορήγησης του επιδόματος αποχώρησης, βάσει των προϋποθέσεων τις οποίες ωστόσο καλόπιστα πληρούσε, μόλις στις 5 Οκτωβρίου 2017, ήτοι όταν η σύμβασή του είχε ήδη λήξει. Κατά την ημερομηνία αυτή όμως, ακόμη και αν αποφάσιζε να τηρήσει τις νέες απαιτήσεις του PMO, ήταν αδύνατον να θεραπεύσει αναδρομικώς την προσωπική κατάστασή του.

59      Η Επιτροπή, από την πλευρά της, αντικρούει τα επιχειρήματα του προσφεύγοντος και ζητεί την απόρριψη του τέταρτου λόγου ακυρώσεως.

60      Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι, κατά τη νομολογία, το καθήκον μέριμνας εκφράζει την ισορροπία μεταξύ των αμοιβαίων δικαιωμάτων και υποχρεώσεων όσον αφορά τις σχέσεις μεταξύ της δημόσιας αρχής και των υπαλλήλων του δημοσίου τομέα. Η ισορροπία αυτή έχει κυρίως ως συνέπεια ότι η αρχή, οσάκις λαμβάνει απόφαση σχετικά με την κατάσταση ενός υπαλλήλου, λαμβάνει υπόψη το σύνολο των στοιχείων που ασκούν επιρροή στην απόφασή της και ότι, ενεργώντας κατά τον τρόπο αυτό, λαμβάνει υπόψη το συμφέρον όχι μόνον της υπηρεσίας αλλά, ιδίως, και του οικείου υπαλλήλου. Η τελευταία αυτή υποχρέωση επιβάλλεται στη Διοίκηση και από την αρχή της χρηστής διοικήσεως που κατοχυρώνεται στο άρθρο 41 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων (βλ. απόφαση της 13ης Δεκεμβρίου 2018, UP κατά Επιτροπής, T‑706/17, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2018:924, σκέψη 59 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

61      Εντούτοις, όριο της προστασίας των δικαιωμάτων και των συμφερόντων των υπαλλήλων αποτελεί παγίως η τήρηση των ισχυόντων κανόνων (βλ. απόφαση της 5ης Δεκεμβρίου 2006, Αγγελίδης κατά Κοινοβουλίου, T‑416/03, EU:T:2006:375, σκέψη 117 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

62      Επομένως, ο προσφεύγων δεν μπορεί να επικαλεστεί λυσιτελώς την αρχή της χρηστής διοικήσεως και το καθήκον μέριμνας κατά της τήρησης των διατάξεων του άρθρου 12, παράγραφος 2, του παραρτήματος VIII του ΚΥΚ. Από την εξέταση του πρώτου λόγου ακυρώσεως προκύπτει ότι η Επιτροπή ορθώς στήριξε την προσβαλλόμενη απόφαση στις εν λόγω διατάξεις.

63      Επιπλέον, όσον αφορά τα επιχειρήματα που προέβαλε ο προσφεύγων στο πλαίσιο του τέταρτου λόγου ακυρώσεως, πρέπει να δοθεί η εξής απάντηση.

64      Πρώτον, διαπιστώνεται ότι η σχετική διοικητική διαδικασία στο πλαίσιο της Επιτροπής τηρήθηκε πλήρως και σε κάθε στάδιό της. Συγκεκριμένα, ο προσφεύγων υπέβαλε, αρχικώς, την αίτησή του για τη χορήγηση επιδόματος αποχώρησης βάσει του άρθρου 12, παράγραφος 2, του παραρτήματος VIII του ΚΥΚ. Συναφώς, ο προσφεύγων είχε τη δυνατότητα να παράσχει όλες τις χρήσιμες κατά τον ίδιο πληροφορίες. Εν συνεχεία, σύμφωνα με το άρθρο 90, παράγραφος 1, του ΚΥΚ, το PMO εξέδωσε την απόφασή του βάσει του συνόλου των στοιχείων που υπέβαλε ο προσφεύγων. Έπειτα, δυνάμει του άρθρου 90, παράγραφος 2, του ΚΥΚ, ο προσφεύγων υπέβαλε διοικητική ένσταση ενώπιον της ΑΣΣΠΑ, στην οποία εξηγούσε τους λόγους για τους οποίους έκρινε ότι μπορούσε να λάβει το εν λόγω επίδομα και περιέλαβε όλα τα χρήσιμα κατά τον ίδιο στοιχεία. Τέλος, η Επιτροπή εξέδωσε την απόφασή της λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο των κρίσιμων στοιχείων, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που εισέφερε ο προσφεύγων στο πλαίσιο της διαδικασίας αυτής. Κατά συνέπεια, ο προσφεύγων δεν μπορεί να προσάψει στην Επιτροπή ότι δεν έτυχε της δέουσας ακροάσεως.

65      Δεύτερον, διαπιστώνεται ότι η κοινοποίηση του Νοεμβρίου του 2017, σχετικά με την εφαρμογή του άρθρου 12, παράγραφος 2, του παραρτήματος VIII του ΚΥΚ, απεστάλη από το PMO στην Ευρωπόλ προκειμένου η τελευταία να τη διαβιβάσει στα πρόσωπα που αυτή αφορούσε. Εν συνεχεία, η Ευρωπόλ απηύθυνε την κοινοποίηση αυτή στους εν ενεργεία υπαλλήλους της. Επισημαίνεται ότι η Επιτροπή δεν ήταν υποχρεωμένη να διαβιβάσει την εν λόγω κοινοποίηση στους πρώην υπαλλήλους των οποίων τα καθήκοντα είχαν λήξει οριστικά, δεδομένου ότι η κοινοποίηση αυτή δεν συνεπαγόταν καμία μεταβολή στην κατάστασή τους. Επιπλέον, για τους ίδιους λόγους, ούτε η Επιτροπή ήταν υποχρεωμένη να γνωστοποιήσει στον προσφεύγοντα τον λόγο για τον οποίο η προαναφερθείσα κοινοποίηση δεν προωθήθηκε στους πρώην υπαλλήλους της Ευρωπόλ. Εν πάση περιπτώσει, πρέπει να τονιστεί ότι η συμπεριφορά αυτή της Διοίκησης δεν μπορεί να κλονίσει τη νομιμότητα της προσβαλλόμενης απόφασης, η οποία εκδόθηκε πριν από την ως άνω κοινοποίηση και κατά τα προβλεπόμενα στις διατάξεις του άρθρου 12, παράγραφος 2, του παραρτήματος VIII του ΚΥΚ, όπως προκύπτει από την εξέταση του πρώτου λόγου ακυρώσεως. Επομένως, ο προσφεύγων δεν μπορεί να επικαλεστεί συναφώς παραβίαση της αρχής της χρηστής διοικήσεως και παράβαση του καθήκοντος μέριμνας.

66      Τρίτον, όσον αφορά την προβαλλόμενη παράβαση του καθήκοντος μέριμνας, διαπιστώνεται ότι ο προσφεύγων δεν αποδεικνύει ότι η Επιτροπή δεν έλαβε υπόψη το σύνολο των κρίσιμων στοιχείων που ασκούσαν επιρροή στην απόφασή της. Ομοίως, ο προσφεύγων δεν απέδειξε ότι η Επιτροπή παρέλειψε να λάβει υπόψη τα συμφέροντά του κατά την εξέταση του αιτήματός του περί χορηγήσεως επιδόματος αποχώρησης. Εν πάση περιπτώσει, διαπιστώνεται ότι η Επιτροπή, μεριμνώντας για την προστασία του συμφέροντος της υπηρεσίας και του συμφέροντος του προσφεύγοντος, εξέδωσε την απόφασή της βάσει του συνόλου των κρίσιμων για το περιεχόμενό της στοιχείων. Κατά συνέπεια, ο προσφεύγων δεν μπορεί να προσάψει στην Επιτροπή παράβαση του καθήκοντος μέριμνας που υπέχει.

67      Τέταρτον, όσον αφορά την αιτίαση που προέβαλε ο προσφεύγων, κατά την οποία η άρνηση χορήγησης του επιδόματος αποχώρησης του γνωστοποιήθηκε μετά τη λήξη των καθηκόντων του στην Ευρωπόλ, επισημαίνεται ότι η Επιτροπή δεν μπορούσε να πράξει διαφορετικά και δεν μπορεί να της προσαφθεί πταίσμα συναφώς. Συγκεκριμένα, η Επιτροπή έλαβε γνώση της προσωπικής κατάστασης του προσφεύγοντος, ήτοι το γεγονός ότι είχε συνάψει από την είσοδό του στην υπηρεσία το 2010 σύμβαση ιδιωτικής ασφάλισης συνταξιοδότησης, η οποία προέβλεπε την καταβολή χαμηλών εισφορών, μόνον όταν αυτός υπέβαλε, στις 19 Ιουνίου 2017, αίτηση χορήγησης επιδόματος αποχώρησης, βάσει του άρθρου 12, παράγραφος 2, του παραρτήματος VIII του ΚΥΚ. Συναφώς, τονίζεται ότι, όπως επισήμανε και η Επιτροπή, ο προσφεύγων δεν υπέστη καμία ζημία, δεδομένου ότι οι εισφορές που κατέβαλε στο RPIUE μπορούσαν να μεταφερθούν στο συνταξιοδοτικό σύστημα του προσφεύγοντος, βάσει του άρθρου 12, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του παραρτήματος VIII του ΚΥΚ. Κατά συνέπεια, η ανωτέρω αιτίαση πρέπει να απορριφθεί.

68      Κατά συνέπεια, ο τέταρτος λόγος ακυρώσεως με τον οποίον προβάλλεται παραβίαση της αρχής της χρηστής διοικήσεως και παράβαση του καθήκοντος μέριμνας, πρέπει να απορριφθεί και, ως εκ τούτου, το αίτημα ακυρώσεως είναι απορριπτέο στο σύνολό του.

 Επί του αιτήματος αποζημιώσεως

69      Ο προσφεύγων ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο να υποχρεώσει την Επιτροπή σε αποκατάσταση της υλικής ζημίας και σε ικανοποίηση της ηθικής βλάβης που υπέστη λόγω των παρανομιών που εκτίθενται στο πλαίσιο του αιτήματος ακυρώσεως που υποβάλλει με την παρούσα προσφυγή. Συναφώς, ο προσφεύγων ζητεί να του καταβληθούν, αφενός, ποσό 42 737 ευρώ προς αποκατάσταση της υλικής ζημίας και, αφετέρου, ποσό 10 000 ευρώ, υπολογιζόμενο προσωρινώς, ex æquo et bono, προς ικανοποίηση της ηθικής βλάβης.

70      Ειδικότερα, όσον αφορά την υλική ζημία, ο προσφεύγων υποστηρίζει ότι αυτή πρέπει, κατ’ αρχήν, να αποκατασταθεί με την ακύρωση της προσβαλλόμενης απόφασης και με την εφαρμογή του άρθρου 12, παράγραφος 2, του παραρτήματος VIII του ΚΥΚ. Σε περίπτωση που κριθεί ότι η διάταξη αυτή δεν εφαρμόζεται εν προκειμένω, πράγμα που αμφισβητεί ο προσφεύγων, η εν λόγω ζημία συνίσταται στην αδυναμία πρόσβασης στα κεφάλαιά του στην οικεία εταιρία ιδιωτικής ασφάλισης ή στο RPIUE, ήτοι στο ποσό των 213 687 ευρώ που αντιστοιχεί στο ασφαλιστικό στατιστικό ισοδύναμο των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων που απέκτησε στο σύστημα αυτό. Δεδομένου ότι ο προσφεύγων σκόπευε να επανεπενδύσει το ποσό αυτό ως ιδιώτης έως την ηλικία συνταξιοδότησής του, η οικονομική του ζημία συνίσταται σε ποσοστό επί του εν λόγω ποσού. Λαμβανομένου υπόψη ότι οι ιδιωτικές επενδύσεις του προσφεύγοντος αποφέρουν, κατά μέσο όρο, προς όφελός του ετήσιο εισόδημα από 15 έως 25 %, η ετήσια ζημία του εκτιμάται συνεπώς περίπου στο 20 % των 213 687 ευρώ, ήτοι 42 737 ευρώ.

71      Όσον αφορά την ηθική βλάβη, ο προσφεύγων ισχυρίζεται ότι η ηθική βλάβη απορρέει από τον άδικο τρόπο που αντιμετωπίστηκε επανειλημμένως, ο οποίος του προκάλεσε σημαντικό άγχος με συνέπεια να περάσει πολλές νύχτες αϋπνίας και απόγνωσης. Η αβεβαιότητα που αισθανόταν ο προσφεύγων του δημιούργησε έντονο αίσθημα αδικίας, παρά τη σαφήνεια των κανόνων και της προηγούμενης θέσης που είχαν λάβει συναφώς η Ευρωπόλ, το PMO και η οικεία εταιρία ιδιωτικής ασφάλισης. Λόγω αδυναμίας να επικεντρωθεί πλήρως στην αναζήτηση νέας εργασίας μετά τη λήξη της σύμβασής του με την Ευρωπόλ, ο προσφεύγων βρέθηκε για πρώτη φορά χωρίς εργασία, γεγονός που επέτεινε την ηθική βλάβη του. Η βλάβη αυτή πρέπει, εν τέλει, να εκτιμηθεί προσωρινώς, ex æquo et bono, σε 10 000 ευρώ.

72      Η Επιτροπή, από την πλευρά της, αντικρούει τα επιχειρήματα του προσφεύγοντος και ζητεί την απόρριψη του αιτήματος αποζημιώσεως.

73      Συναφώς, κατά πάγια νομολογία στον τομέα των υπαλληλικών υποθέσεων, εάν αίτημα αποζημιώσεως συνδέεται στενά με αίτημα ακυρώσεως, η απόρριψη του τελευταίου αυτού αιτήματος, είτε ως απαράδεκτου είτε ως αβάσιμου, συνεπάγεται και την απόρριψη του αιτήματος αποζημιώσεως (βλ. απόφαση της 30ής Σεπτεμβρίου 2003, Martínez Valls κατά Κοινοβουλίου, T‑214/02, EU:T:2003:254, σκέψη 43 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

74      Εν προκειμένω, το αίτημα αποζημιώσεως συνδέεται στενά με το αίτημα ακυρώσεως.

75      Δεδομένου ότι το αίτημα ακυρώσεως απορρίφθηκε, το αίτημα αποζημιώσεως πρέπει επίσης να απορριφθεί.

76      Από όλα τα προεκτεθέντα απορρέει ότι η προσφυγή-αγωγή πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της.

 Επί των δικαστικών εξόδων

77      Κατά το άρθρο 134, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα. Δεδομένου ότι ο προσφεύγων ηττήθηκε, πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα σύμφωνα με το αίτημα της Επιτροπής.

Για τους λόγους αυτούς,

ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα)

αποφασίζει:

1)      Απορρίπτει την προσφυγή-αγωγή.

2)      Καταδικάζει τον Peeter Palo στα δικαστικά έξοδα.

Schalin

Berke

Costeira

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 16 Οκτωβρίου 2019.

(υπογραφές)



*      Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική.