ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (τρίτο τμήμα)

της 14ης Μαΐου 2019 (*)

«Σήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης – Αίτηση καταχωρίσεως του εικονιστικού σήματος EUROLAMP pioneers in new technology ως σήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης – Απόλυτος λόγος απαραδέκτου – Έλλειψη διακριτικού χαρακτήρα – Σήμα συνιστάμενο σε διαφημιστικό σύνθημα – Άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού (ΕΕ) 2017/1001»

Στην υπόθεση T‑466/18,

Eurolamp ΑΒΕΕ Εισαγωγής και Εμπορίας Λαμπτήρων, με έδρα τη Θεσσαλονίκη (Ελλάδα), εκπροσωπούμενη από τον Α. Αργυριάδη, δικηγόρο,

προσφεύγουσα,

κατά

Γραφείου Διανοητικής Ιδιοκτησίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης (EUIPO), εκπροσωπούμενου από τον Ε. Μαρκάκη,

καθού,

με αντικείμενο προσφυγή κατά της αποφάσεως του πρώτου τμήματος προσφυγών του EUIPO της 23ης Μαΐου 2018 (υπόθεση R 1359/2017-1), σχετικά με αίτηση καταχωρίσεως του εικονιστικού σημείου EUROLAMP pioneers in new technology ως σήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο τμήμα),

συγκείμενο από τους S. Frimodt Nielsen, πρόεδρο, I. S. Forrester (εισηγητή) και E. Perillo, δικαστές,

γραμματέας: E. Coulon

έχοντας υπόψη το δικόγραφο της προσφυγής που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 25 Ιουλίου 2018,

έχοντας υπόψη το υπόμνημα αντικρούσεως που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 9 Νοεμβρίου 2018,

έχοντας υπόψη ότι οι διάδικοι δεν υπέβαλαν αίτημα περί καθορισμού ημερομηνίας για τη διεξαγωγή επ’ ακροατηρίου συζητήσεως εντός της προθεσμίας των τριών εβδομάδων από την επίδοση σε αυτούς του εγγράφου με το οποίο γνωστοποιείται η περάτωση της έγγραφης διαδικασίας και αποφασίζοντας, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 106, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου, να αποφανθεί χωρίς να διεξαχθεί επ’ ακροατηρίου συζήτηση,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

I.      Ιστορικό της διαφοράς

1        Στις 19 Δεκεμβρίου 2016, η προσφεύγουσα, Eurolamp ΑΒΕΕ Εισαγωγής και Εμπορίας Λαμπτήρων, υπέβαλε στο Γραφείο Διανοητικής Ιδιοκτησίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης (EUIPO) αίτηση καταχώρισης σήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δυνάμει του κανονισμού (EK) 207/2009 του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 2009, για το σήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ 2009, L 78, σ. 1), όπως έχει τροποποιηθεί [και αντικατασταθεί από τον κανονισμό (ΕΕ) 2017/1001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 2017, για το σήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ 2017, L 154, σ. 1)].

2        Το σήμα του οποίου ζητήθηκε η καταχώριση συνίσταται στο ακόλουθο εικονιστικό σημείο:

Image not found

3        Τα προϊόντα για τα οποία ζητήθηκε η καταχώριση υπάγονται στην κλάση 11, κατά την έννοια του Διακανονισμού της Νίκαιας, της 15ης Ιουνίου 1957, για τη διεθνή ταξινόμηση προϊόντων και υπηρεσιών με σκοπό την καταχώριση σημάτων, όπως έχει αναθεωρηθεί και τροποποιηθεί, και αντιστοιχούν στην ακόλουθη περιγραφή: «Αναφλεκτήρες· εγκαταστάσεις βιομηχανικής επεξεργασίας· εγκαταστάσεις ξήρανσης· εγκαταστάσεις υγιεινής, εξοπλισμός ύδρευσης και αποχέτευσης· εξαρτήματα ρύθμισης και ασφάλειας για εγκαταστάσεις νερού και αερίου· εξοπλισμός για τη θέρμανση, το ζέσταμα, την ψύξη και την επεξεργασία τροφίμων και ποτών· εξοπλισμός θέρμανσης, εξαερισμού και κλιματισμού καθώς και εξοπλισμός για τον καθαρισμό (της ατμόσφαιρας)· εξοπλισμός ψύξης και κατάψυξης· καπνοδόχοι και εγκαταστάσεις για τη μεταφορά καυσαερίων· καυστήρες, λέβητες, και θερμάστρες· προσωπικά όργανα θέρμανσης και στεγνώματος· πυρηνικές εγκαταστάσεις· συσκευές μαυρίσματος αντί ήλιου· συστήματα φωτισμού και κάτοπτρα/ανακλαστήρες φωτισμού».

4        Με απόφαση της 24ης Απριλίου 2017, ο εξεταστής απέρριψε την αίτηση καταχώρισης του επίμαχου σήματος, βάσει του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχεία βʹ και γʹ, σε συνδυασμό με το άρθρο 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 207/2009 [νυν άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχεία βʹ και γʹ, και παράγραφος 2, του κανονισμού 2017/1001], όσον αφορά τα εξής προϊόντα: «Εξοπλισμός για τη θέρμανση, το ζέσταμα τροφίμων και ποτών· εξοπλισμός θέρμανσης· θερμάστρες· προσωπικά όργανα θέρμανσης και στεγνώματος· συσκευές μαυρίσματος αντί ήλιου· συστήματα φωτισμού και κάτοπτρα/ανακλαστήρες φωτισμού».

5        Στις 21 Ιουνίου 2017, η προσφεύγουσα άσκησε ενώπιον του EUIPO προσφυγή κατά της απόφασης αυτής, βάσει των άρθρων 58 έως 64 του κανονισμού 207/2009 [νυν άρθρων 66 έως 71 του κανονισμού 2017/1001].

6        Με απόφαση της 23ης Μαΐου 2018 (στο εξής: προσβαλλόμενη απόφαση), το πρώτο τμήμα προσφυγών του EUIPO απέρριψε την προσφυγή. Κατ’ αρχάς, αποφάσισε, όσον αφορά την κρίσιμη εδαφική περιοχή, να περιορίσει την ανάλυσή του στο αγγλόφωνο τμήμα του εδάφους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ειδικότερα στις χώρες όπου η αγγλική είναι επίσημη γλώσσα, ήτοι στην Ιρλανδία, τη Μάλτα και το Ηνωμένο Βασίλειο. Επισήμανε επίσης, όσον αφορά το ενδιαφερόμενο κοινό, ότι τούτο περιλαμβάνει τόσο το ευρύ κοινό, αποτελούμενο από τους μέσους καταναλωτές που έχουν τη συνήθη πληροφόρηση και είναι ευλόγως προσεκτικοί και ενημερωμένοι, όσο και το εξειδικευμένο κοινό. Στη συνέχεια, ανέφερε ότι τα εικονιστικά στοιχεία του σήματος του οποίου ζητήθηκε η καταχώριση, σε αποχρώσεις μαύρου και πράσινου χρώματος, καθώς και το σύμβολο «®», ουδόλως προσέδιδαν στο σήμα διακριτικό χαρακτήρα. Όσον αφορά τα λεκτικά στοιχεία του σήματος του οποίου ζητείται η καταχώριση, το τμήμα προσφυγών διευκρίνισε ότι τα στοιχεία αυτά περιέγραφαν ένα χαρακτηριστικό των επίμαχων προϊόντων και μετέφεραν ένα απλό διαφημιστικό μήνυμα. Εξ αυτού, το τμήμα προσφυγών συνήγαγε ότι το σήμα του οποίου ζητείται η καταχώριση στερούνταν διακριτικού χαρακτήρα, κατά την έννοια του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 2017/1001. Τέλος, έκρινε ότι η προσφεύγουσα δεν είχε αποδείξει ότι το σήμα του οποίου ζητείται η καταχώριση είχε αποκτήσει διακριτικό χαρακτήρα διά της χρήσης στο αγγλόφωνο έδαφος της Ένωσης, κατά την έννοια του άρθρου 7, παράγραφος 3, του εν λόγω κανονισμού.

II.    Αιτήματα των διαδίκων

7        Η προσφεύγουσα ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:

–        να ακυρώσει την προσβαλλόμενη απόφαση·

–        να κάνει δεκτή την αίτηση καταχώρισης του επίμαχου σήματος για το σύνολο των προσδιοριζόμενων προϊόντων·

–        να καταδικάσει το EUIPO στα δικαστικά έξοδα.

8        Το EUIPO ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:

–        να απορρίψει την προσφυγή·

–        να καταδικάσει την προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα.

9        Στον υπόμνημα αντίκρουσης, το EUIPO ζήτησε επίσης, δυνάμει του άρθρου 68 του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου, την συνεκδίκαση της παρούσας υπόθεσης με την υπόθεση T‑465/18, Eurolamp κατά EUIPO (EUROLAMP pioneers in new technology).

10      Το Γενικό Δικαστήριο (τρίτο τμήμα), αφού έλαβε τις παρατηρήσεις της προσφεύγουσας σχετικά με το αίτημα συνεκδίκασης, αποφάσισε στις 4 Απριλίου 2019 να μη συνεκδικάσει τις υποθέσεις.

III. Σκεπτικό

1.      Επί του παραδεκτού του δεύτερου αιτήματος της προσφεύγουσας

11      Το EUIPO αμφισβητεί το παραδεκτό του δεύτερου αιτήματος της προσφεύγουσας, με το οποίο, κατ’ ουσίαν, ζητείται από το Γενικό Δικαστήριο να διατάξει το EUIPO να καταχωρίσει το επίμαχο σήμα.

12      Συναφώς, κατά πάγια νομολογία, στο πλαίσιο προσφυγής που ασκείται ενώπιον του δικαστή της Ένωσης κατά απόφασης τμήματος προσφυγών του EUIPO, το τελευταίο υποχρεούται, σύμφωνα με το άρθρο 72, παράγραφος 6, του κανονισμού 2017/1001, να λάβει τα αναγκαία μέτρα για την εκτέλεση της απόφασης του δικαστή της Ένωσης. Ως εκ τούτου, το Γενικό Δικαστήριο δεν έχει αρμοδιότητα να απευθύνει διαταγές στο EUIPO, στο οποίο απόκειται η συμμόρφωση με το διατακτικό και το σκεπτικό των αποφάσεων του δικαστή της Ένωσης [βλ. απόφαση της 14ης Φεβρουαρίου 2019, Beko κατά EUIPO – Acer (ALTUS), T‑162/18, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2019:87, σκέψη 23 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].

13      Επομένως, το δεύτερο αίτημα της προσφεύγουσας, με το οποίο ζητείται από το Γενικό Δικαστήριο να διατάξει το EUIPO να κάνει δεκτή την αίτηση καταχώρισης, είναι απαράδεκτο.

2.      Επί της ουσίας

14      Προς στήριξη της προσφυγής της, η προσφεύγουσα προβάλλει, κατ’ ουσίαν, τρεις λόγους ακυρώσεως, εκ των οποίων ο πρώτος αφορά παράβαση του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 2017/1001, ο δεύτερος άρνηση αξιολόγησης του επίμαχου σήματος βάσει του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, του κανονισμού 2017/1001 και ο τρίτος παράβαση του άρθρου 7, παράγραφος 3, του εν λόγω κανονισμού.

1.      Επί του πρώτου λόγου ακυρώσεως, ο οποίος αφορά παράβαση του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 2017/1001

15      Κατά το άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 2017/1001, δεν γίνονται δεκτά για καταχώριση τα σήματα που στερούνται διακριτικού χαρακτήρα. Κατά την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, η αίτηση καταχώρισης σήματος πρέπει να απορρίπτεται ακόμη και αν οι απόλυτοι λόγοι απαραδέκτου υφίστανται μόνο σε τμήμα της Ένωσης.

16      Ο διακριτικός χαρακτήρας ενός σήματος, κατά την έννοια του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 2017/1001, σημαίνει ότι το σήμα αυτό καθιστά δυνατή την εξατομίκευση του προϊόντος ή της υπηρεσίας ως προς τα οποία ζητήθηκε η καταχώριση ως προερχομένων από συγκεκριμένη επιχείρηση και, επομένως, τη διάκριση του προϊόντος αυτού ή της υπηρεσίας αυτής από αντίστοιχα προϊόντα ή υπηρεσίες άλλων επιχειρήσεων (βλ. αποφάσεις της 21ης Ιανουαρίου 2010, Audi κατά ΓΕΕΑ, C‑398/08 P, EU:C:2010:29, σκέψη 33 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία, και της 20ής Οκτωβρίου 2011, Freixenet κατά ΓΕΕΑ, C‑344/10 P και C‑345/10 P, EU:C:2011:680, σκέψη 42 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

17      Συναφώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι τα στερούμενα διακριτικού χαρακτήρα σημεία, τα οποία αφορά το άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 2017/1001, θεωρούνται ακατάλληλα να επιτελέσουν την ουσιώδη λειτουργία του σήματος, δηλαδή να προσδιορίσουν την προέλευση του προϊόντος ή της υπηρεσίας, προκειμένου να παράσχουν έτσι τη δυνατότητα στον καταναλωτή που αποκτά το προϊόν ή λαμβάνει την υπηρεσία που το σήμα προσδιορίζει να προβεί, σε μεταγενέστερη αγορά, στην ίδια επιλογή, αν η εμπειρία αποβεί θετική, ή σε διαφορετική επιλογή, αν η εμπειρία αποβεί αρνητική [απόφαση της 27ης Φεβρουαρίου 2002, REWE-Zentral κατά ΓΕΕΑ (LITE), T‑79/00, EU:T:2002:42, σκέψη 26· βλ., επίσης, απόφαση της 3ης Σεπτεμβρίου 2015, iNET24 Holding κατά ΓΕΕΑ (IDIRECT24), T‑225/14, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2015:585, σκέψη 43 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].

18      Ο διακριτικός χαρακτήρας πρέπει να εκτιμάται, αφενός, σε σχέση με τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες για τα οποία ζητήθηκε η καταχώριση και, αφετέρου, σε σχέση με τη σχετική περί αυτού αντίληψη του ενδιαφερόμενου κοινού (βλ. απόφαση της 20ής Οκτωβρίου 2011, Freixenet κατά ΓΕΕΑ, C‑344/10 P και C‑345/10 P, EU:C:2011:680, σκέψη 43 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). Το επίπεδο της προσοχής του μέσου καταναλωτή, ο οποίος θεωρείται ότι έχει τη συνήθη πληροφόρηση και είναι ευλόγως προσεκτικός και ενημερωμένος, είναι δυνατόν να μεταβάλλεται αναλόγως της κατηγορίας των επίμαχων προϊόντων ή υπηρεσιών [απόφαση της 10ης Οκτωβρίου 2007, Bang & Olufsen κατά ΓΕΕΑ (Σχήμα μεγαφώνου), T‑460/05, EU:T:2007:304, σκέψη 32].

19      Συναφώς, ένας ελάχιστος διακριτικός χαρακτήρας αρκεί για να μην εφαρμοστεί ο απόλυτος λόγος απαραδέκτου του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 207/2009 [βλ. απόφαση της 25ης Σεπτεμβρίου 2015, BSH κατά ΓΕΕΑ (PerfectRoast), T‑591/14, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2015:700, σκέψη 40 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].

20      Όσον αφορά σήματα αποτελούμενα από σημεία ή ενδείξεις που χρησιμοποιούνται επίσης ως διαφημιστικά συνθήματα, ενδείξεις ποιότητας ή φραστικές προτροπές αγοράς των προϊόντων ή των υπηρεσιών που προσδιορίζουν τα σήματα αυτά, η καταχώρισή τους δεν αποκλείεται λόγω μιας τέτοιας χρήσης. Προκειμένου να εκτιμηθεί ο διακριτικός χαρακτήρας τέτοιων σημάτων, δεν πρέπει να εφαρμόζονται στην περίπτωσή τους αυστηρότερα κριτήρια απ’ ό,τι σε άλλα σημεία (βλ. απόφαση της 21ης Ιανουαρίου 2010, Audi κατά ΓΕΕΑ, C‑398/08 P, EU:C:2010:29, σκέψεις 35 και 36 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

21      Πράγματι, τα σήματα αυτά μεταφέρουν εξ ορισμού, σε μεγαλύτερο ή σε μικρότερο βαθμό, ένα αντικειμενικό μήνυμα, ακόμη και απλό, και δύνανται, ενδεχομένως, να λειτουργούν για τον καταναλωτή ως ένδειξη της εμπορικής προέλευσης των επίμαχων προϊόντων ή υπηρεσιών. Αυτό μπορεί να συμβεί, μεταξύ άλλων, στην περίπτωση κατά την οποία τα σήματα αυτά δεν αποτελούν απλώς ένα σύνηθες διαφημιστικό μήνυμα, αλλά διαθέτουν ορισμένη πρωτοτυπία ή ικανότητα να εντυπώνονται στη μνήμη του ενδιαφερομένου κοινού και απαιτούν από αυτό μια ελάχιστη προσπάθεια ερμηνείας ή θέτουν σε κίνηση μια γνωστική διαδικασία [απόφαση της 21ης Ιανουαρίου 2010, Audi κατά ΓΕΕΑ, C‑398/08 P, EU:C:2010:29, σκέψεις 56 και 57· πρβλ., επίσης, απόφαση της 6ης Ιουνίου 2013, Interroll κατά ΓΕΕΑ (Inspired by efficiency), T‑126/12, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2013:303, σκέψη 23].

22      Το ζήτημα κατά πόσον το τμήμα προσφυγών παρέβη το άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 2017/1001, καθόσον έκρινε ότι το σήμα του οποίου ζητείται η καταχώριση στερούνταν διακριτικού χαρακτήρα, πρέπει να εξετασθεί με γνώμονα τους κανόνες που υπομνήσθηκαν στις σκέψεις 15 έως 21 ανωτέρω.

1)      Επί του ενδιαφερομένου κοινού

23      Κατά την προσφεύγουσα, για να αξιολογηθεί ο διακριτικός χαρακτήρας του σήματος του οποίου ζητείται η καταχώριση, θα πρέπει να ληφθεί υπόψη το κοινό της Ένωσης στο σύνολό του, ιδίως διότι το λεκτικό στοιχείο «eurolamp» αποτελείται από λέξεις ελληνικής και λατινικής προέλευσης και γίνεται κατανοητό από την πλειονότητα του ενδιαφερόμενου κοινού της Ένωσης.

24      Το EUIPO αμφισβητεί την ορθότητα των επιχειρημάτων της προσφεύγουσας.

25      Κατ’ αρχάς, πρέπει να σημειωθεί ότι η προσφεύγουσα δεν αμφισβητεί την εκτίμηση του τμήματος προσφυγών ότι τα επίμαχα προϊόντα απευθύνονται τόσο στο ευρύ κοινό όσο και στο επαγγελματικό κοινό.

26      Στη συνέχεια, διαπιστώνεται ότι το σήμα του οποίου ζητείται η καταχώριση αποτελείται από τα λεκτικά στοιχεία «eurolamp» και «pioneers in new technology». Ενώ το λεκτικό στοιχείο «eurolamp» είναι κατανοητό σε πολλές γλώσσες της Ένωσης, το λεκτικό στοιχείο «pioneers in new technology» αποτελείται αποκλειστικά από λέξεις της καθομιλουμένης στην αγγλική γλώσσα.

27      Συναφώς, διευκρινίζεται ότι, κατά πάγια νομολογία, οι αγγλόφωνοι καταναλωτές είναι οι καταναλωτές των κρατών μελών στα οποία η αγγλική είναι επίσημη γλώσσα, ήτοι της Ιρλανδίας, της Δημοκρατίας της Μάλτας και του Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας, καθώς και των κρατών μελών στα οποία η αγγλική γλώσσα θεωρείται παγκοίνως γνωστή, ήτοι του Βασιλείου της Δανίας, της Κυπριακής Δημοκρατίας, του Βασιλείου των Κάτω Χωρών, της Δημοκρατίας της Φινλανδίας και του Βασιλείου της Σουηδίας [απόφαση της 29ης Σεπτεμβρίου 2016, Bach Flower Remedies κατά EUIPO – Durapharma (RESCUE), T‑337/15, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2016:578, σκέψη 59· πρβλ., επίσης, απόφαση της 9ης Δεκεμβρίου 2010, Earle Beauty κατά ΓΕΕΑ (NATURALLY ACTIVE), T‑307/09, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2010:509, σκέψεις 26 και 53].

28      Επιπλέον, υπενθυμίζεται ότι, σύμφωνα με το άρθρο 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 2017/1001, για την απόρριψη της αίτησης καταχώρισης του σήματος αρκεί να υφίσταται απόλυτος λόγος απαραδέκτου σε τμήμα μόνον της Ένωσης.

29      Ως εκ τούτου, το τμήμα προσφυγών ορθώς έκρινε, στο σημείο 24 της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι το κοινό που είναι κρίσιμο για την αντίληψη του διακριτικού χαρακτήρα του σήματος του οποίου ζητείται η καταχώριση είναι το αγγλόφωνο κοινό της Ένωσης, το οποίο περιλαμβάνει τουλάχιστον τους καταναλωτές από τις χώρες στις οποίες η αγγλική είναι επίσημη γλώσσα, ήτοι την Ιρλανδία, τη Μάλτα και το Ηνωμένο Βασίλειο.

2)      Επί του διακριτικού χαρακτήρα του σήματος του οποίου ζητείται η καταχώριση

30      Η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι το σήμα του οποίου ζητείται η καταχώριση, στο σύνολό του, έχει ιδιαιτερότητες όσον αφορά τον τρόπο με τον οποίο συνδυάζονται τα στοιχεία που το συνθέτουν. Αφενός, το πρώτο στοιχείο, «eurolamp», στον ενικό αριθμό και με κεφαλαία γράμματα πράσινου χρώματος, αποτελεί την εταιρική επωνυμία της προσφεύγουσας και είναι επινοημένος όρος. Αφετέρου, το δεύτερο στοιχείο, «pioneers in new technology», στον πληθυντικό αριθμό και με πεζά γράμματα μαύρου χρώματος, αντιπροσωπεύει τη φιλοσοφία της εταιρίας και δεν είναι ένα απλό διαφημιστικό μήνυμα. Ως εκ τούτου, ο συνδυασμός αυτών των στοιχείων παρουσιάζει ορισμένη πρωτοτυπία και απαιτεί ερμηνευτική προσπάθεια από το ενδιαφερόμενο κοινό.

31      Το EUIPO αμφισβητεί την ορθότητα των επιχειρημάτων της προσφεύγουσας.

32      Εν προκειμένω, όσον αφορά την εκτίμηση του τμήματος προσφυγών σχετικά με τη σημασία του σήματος του οποίου ζητείται η καταχώριση, κατά πάγια νομολογία, προκειμένου να εκτιμηθεί αν ένα σήμα στερείται ή όχι διακριτικού χαρακτήρα, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η συνολική εντύπωση που αυτό προκαλεί. Τούτο ωστόσο δεν σημαίνει ότι δεν απαιτείται να εξετάζεται, αρχικώς, έκαστο των διαφόρων στοιχείων που απαρτίζουν το σήμα αυτό. Συγκεκριμένα, μπορεί να είναι χρήσιμο, στο πλαίσιο της σφαιρικής εκτίμησης, να εξεταστεί καθένα από τα συστατικά στοιχεία του οικείου σήματος (βλ. απόφαση της 4ης Οκτωβρίου 2007, Henkel κατά ΓΕΕΑ, C‑144/06 P, EU:C:2007:577, σκέψη 39 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

33      Όσον αφορά το λεκτικό στοιχείο «eurolamp», δεν αμφισβητείται, αφενός, ότι το στοιχείο «euro» μπορεί να θεωρηθεί ότι παραπέμπει στην Ένωση, στον ευρωπαϊκό χαρακτήρα των επίμαχων προϊόντων ή στο ενιαίο ευρωπαϊκό νόμισμα και, αφετέρου, ότι το στοιχείο «lamp» είναι αγγλική λέξη της καθομιλουμένης, η οποία σημαίνει «λάμπα».

34      Επισημαίνεται επίσης ότι είναι σύνηθες στην αγγλική γλώσσα να δημιουργούνται λέξεις μέσω της ένωσης δύο λέξεων, καθεμία από τις οποίες φέρει τη δική της σημασία [βλ. απόφαση της 14ης Ιουλίου 2016, Volkswagen κατά EUIPO (ConnectedWork), T‑491/15, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2016:407, σκέψη 24 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία]. Λαμβάνοντας υπόψη τη φύση και τα χαρακτηριστικά των προϊόντων που προσδιορίζει το σήμα του οποίου ζητείται η καταχώριση, προϊόντων τα οποία συνίστανται σε ηλεκτρολογικό υλικό του οποίου η χρήση συνδέεται με το μαγείρεμα, τη θέρμανση, το στέγνωμα, το μαύρισμα και τον φωτισμό, το ενδιαφερόμενο κοινό θα αντιληφθεί αμέσως το στοιχείο «eurolamp» ως γενική αναφορά σε λάμπες της Ένωσης, που πωλούνται ή κατασκευάζονται στην Ένωση. Ως εκ τούτου, το ενδιαφερόμενο κοινό θα προσλάβει το λεκτικό αυτό στοιχείο ως στοιχείο που παρέχει πληροφορίες σχετικά με τη φύση των επίμαχων προϊόντων ή τη γεωγραφική τους προέλευση και όχι ως ένδειξη της εμπορικής τους προέλευσης.

35      Συνακόλουθα, όπως ορθώς επισημαίνει το τμήμα προσφυγών, από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει ότι ο συνδυασμός που σχηματίζουν τα χρησιμοποιούμενα στην καθημερινή γλώσσα στοιχεία «euro» και «lamp» είναι ασυνήθης ή έχει αποκτήσει δική του σημασία, βάσει της οποίας το ενδιαφερόμενο κοινό διακρίνει τα προϊόντα της προσφεύγουσας από εκείνα που έχουν διαφορετική εμπορική προέλευση (βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 8ης Μαΐου 2008, Eurohypo κατά ΓΕΕΑ, C‑304/06 P, EU:C:2008:261, σκέψη 69).

36      Επιπλέον, όσον αφορά το γεγονός, το οποίο επικαλείται η προσφεύγουσα, ότι το λεκτικό στοιχείο «eurolamp» δεν εμφανίζεται σε κανένα λεξικό, από τη νομολογία προκύπτει ότι το EUIPO δεν υποχρεούται να αποδείξει ότι το σημείο το οποίο ζητείται να καταχωρισθεί ως σήμα της Ένωσης παρατίθεται σε λεξικά [απόφαση της 14ης Δεκεμβρίου 2018, Dermatest κατά EUIPO (ORIGINAL excellent dermatest 3-star-guarantee.de), T‑801/17, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2018:970, σκέψη 38].

37      Όσον αφορά το λεκτικό στοιχείο «pioneers in new technology», που σημαίνει «πρωτοπόροι στη νέα τεχνολογία», σημειώνεται ότι η έκφραση αυτή δεν έχει ασυνήθη χαρακτήρα, υπό το πρίσμα των συντακτικών, γραμματικών, φωνητικών ή σημασιολογικών κανόνων της αγγλικής γλώσσας.

38      Εξάλλου, η προσφεύγουσα ουδόλως τεκμηριώνει τους ισχυρισμούς της ότι αυτό το λεκτικό στοιχείο αποτελεί «ένα παιχνίδι λέξεων το οποίο προκαλεί στο καταναλωτικό κοινό μια έκπληξη». Αντιθέτως, η σημασία του λεκτικού στοιχείου συνδέεται κατά τρόπο αρκούντως άμεσο και συγκεκριμένο με τα επίμαχα προϊόντα. Πράγματι, είναι αναμφισβήτητο ότι το ενδιαφερόμενο κοινό θα κατανοήσει αμέσως και χωρίς ιδιαίτερη σκέψη ότι τα επίμαχα προϊόντα αποτελούν αντικείμενο συνεχών ερευνών και τεχνολογικών βελτιώσεων και ότι η παραγωγή και η λειτουργία τους βασίζονται σε νέες τεχνολογίες.

39      Κατά συνέπεια, το σημασιολογικό περιεχόμενο του λεκτικού στοιχείου «pioneers in new technology» προβάλλει στο ενδιαφερόμενο κοινό ένα χαρακτηριστικό των επίμαχων προϊόντων σχετικά με την τεχνολογική τους εξέλιξη, το οποίο, χωρίς να είναι συγκεκριμένο, προκύπτει από ένα μήνυμα με χαρακτήρα προώθησης ή από ένα σύνηθες διαφημιστικό μήνυμα το οποίο θα εκληφθεί από το κοινό ως τέτοιο μήνυμα, και όχι ως ένδειξη της εμπορικής προέλευσης των εν λόγω προϊόντων.

40      Τέλος, πρέπει να απορριφθεί το επιχείρημα της προσφεύγουσας ότι το σήμα του οποίου ζητείται η καταχώριση, εξεταζόμενο στο σύνολό του, είναι ασύνηθες επειδή το πρώτο στοιχείο, «eurolamp», τίθεται στον ενικό, ενώ το δεύτερο στοιχείο, «pioneers in new technology», στον πληθυντικό αριθμό. Η διαφορά αυτή δεν είναι ικανή να προσδώσει διακριτικό χαρακτήρα στο σήμα του οποίου ζητείται η καταχώριση.

41      Τα εικονιστικά στοιχεία, ήτοι το στοιχείο «eurolamp», το οποίο συνοδεύεται από το σύμβολο «®», σε κεφαλαία γράμματα πράσινου χρώματος, και το στοιχείο «pioneers in new technology», σε πεζά γράμματα μαύρου χρώματος, παρουσιάζονται με τυπική γραμματοσειρά συνηθισμένων χρωμάτων, τα οποία, αφεαυτών, δεν δημιουργούν κανένα αποτέλεσμα ικανό να προσδιορίσει την εμπορική προέλευση των επίμαχων προϊόντων.

42      Ως εκ τούτου, δεν υπάρχει καμία ένδειξη ότι το σήμα του οποίου ζητείται η καταχώριση, εξεταζόμενο στο σύνολό του, αντιπροσωπεύει κάτι περισσότερο από το άθροισμα των στοιχείων που το συνθέτουν. Αντίθετα με τους ισχυρισμούς της προσφεύγουσας, το σήμα του οποίου ζητείται η καταχώριση περιορίζεται σε ένα σύνηθες διαφημιστικό μήνυμα, δεν διαθέτει καμία πρωτοτυπία ή ικανότητα να εντυπώνεται στη μνήμη του ενδιαφερομένου κοινού, δεν απαιτεί καμία ερμηνευτική προσπάθεια από αυτό και δεν θέτει σε κίνηση καμία γνωστική διαδικασία. Τα εικονιστικά στοιχεία του σήματος του οποίου ζητείται η καταχώριση, λαμβανομένων ιδίως υπόψη του κοινότοπου χαρακτήρα τους και της γραφιστικής τους απλότητας, δεν είναι ικανά να κλονίσουν το συμπέρασμα αυτό.

43      Όπως ορθώς επισημαίνει το EUIPO, η γενική αυτή εντύπωση δεν εξαλείφεται από την προσθήκη του κοινόχρηστου και μη διακριτικού σημείου «®». Συναφώς, όπως προκύπτει από τη νομολογία, το σύμβολο «®» ουδόλως παρέχει στο ενδιαφερόμενο κοινό τη δυνατότητα να διακρίνει, χωρίς πιθανή σύγχυση, τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες τα οποία αφορά η αίτηση καταχώρισης από εκείνα άλλης προέλευσης. Ως εκ τούτου, το εν λόγω σύμβολο δεν είναι ικανό να επιτελέσει τη βασική λειτουργία ενός σήματος, ήτοι την ένδειξη της εμπορικής προέλευσης, σε σχέση με τα συναφή προϊόντα ή υπηρεσίες (πρβλ. απόφαση της 15ης Σεπτεμβρίου 2005, BioID κατά ΓΕΕΑ, C‑37/03 P, EU:C:2005:547, σκέψη 72).

44      Ως εκ τούτου, ορθώς το τμήμα προσφυγών έκρινε ότι το σήμα του οποίου ζητείται η καταχώριση δεν έχει κανένα διακριτικό χαρακτήρα όσον αφορά τα επίμαχα προϊόντα, κατά την έννοια του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 2017/1001, και, επομένως, ο πρώτος λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί.

2.      Επί του δεύτερου λόγου ακυρώσεως, ο οποίος αφορά άρνηση αξιολόγησης του επίμαχου σήματος βάσει του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, του κανονισμού 2017/1001

45      Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι, όπως προκύπτει από το άρθρο 7, παράγραφος 1, του κανονισμού 2017/1001, αρκεί να συντρέχει ένας από τους απαριθμούμενους στη διάταξη αυτή απόλυτους λόγους απαραδέκτου προκειμένου το σημείο να μην μπορεί να καταχωρισθεί ως σήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης [βλ., κατ’ αναλογίαν, αποφάσεις της 19ης Σεπτεμβρίου 2002, DKV κατά ΓΕΕΑ, C‑104/00 P, EU:C:2002:506, σκέψεις 28 και 29, και της 5ης Φεβρουαρίου 2019, Gruppo Armonie κατά EUIPO (ARMONIE), T‑88/18, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2019:58, σκέψη 35 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].

46      Εν προκειμένω, δεδομένου ότι διαπιστώθηκε ότι το σήμα του οποίου ζητείται η καταχώριση στερείται διακριτικού χαρακτήρα όσον αφορά τα επίμαχα προϊόντα και ότι, συνεπώς, δεν μπορεί να καταχωρισθεί ως σήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθόσον προσκρούει στον λόγο απαραδέκτου που προβλέπεται στο άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 2017/1001, παρέλκει η εξέταση του δεύτερου λόγου ακυρώσεως, ο οποίος αφορά παράβαση του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, του κανονισμού αυτού.

47      Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, ο δεύτερος λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί.

3.      Επί του τρίτου λόγου ακυρώσεως, ο οποίος αφορά παράβαση του άρθρου 7, παράγραφος 3, του κανονισμού 2017/1001

48      Η προσφεύγουσα προσάπτει στο τμήμα προσφυγών ότι αυτό αρνήθηκε να αναγνωρίσει ότι το σήμα του οποίου ζητείται η καταχώριση είχε αποκτήσει διακριτικό χαρακτήρα διά της χρήσης του, κατά την έννοια του άρθρου 7, παράγραφος 3, του κανονισμού 2017/1001. Υποστηρίζει ότι, σε αντίθεση με ό,τι έκρινε το τμήμα προσφυγών, στο μέτρο που το EUIPO πρέπει να αξιολογήσει τα αποδεικτικά στοιχεία στο σύνολό τους, δεν ήταν αναγκαίο να αποδειχθεί η ουσιαστική χρήση του επίμαχου σήματος σε συγκεκριμένες χώρες της Ένωσης, στις οποίες η αγγλική είναι επίσημη γλώσσα, ήτοι στην Ιρλανδία, τη Μάλτα και το Ηνωμένο Βασίλειο. Η προσφεύγουσα ισχυρίζεται, εξάλλου, ότι απέδειξε τη χρήση του εν λόγω σήματος σε ολόκληρη την Ένωση.

49      Το EUIPO αμφισβητεί την ορθότητα των επιχειρημάτων της προσφεύγουσας.

50      Προκαταρκτικώς, υπενθυμίζεται ότι, δυνάμει του άρθρου 7, παράγραφος 3, του κανονισμού 2017/1001, αν ένα σήμα δεν έχει εξαρχής διακριτικό χαρακτήρα, μπορεί να αποκτήσει διά της χρήσης του τον χαρακτήρα αυτό για τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες που προσδιορίζει. Τέτοιος διακριτικός χαρακτήρας δύναται να αποκτηθεί ιδίως μετά από μια φυσιολογική διαδικασία εξοικείωσης του ενδιαφερόμενου κοινού. Ως εκ τούτου, προκειμένου να εκτιμηθεί κατά πόσον ένα σήμα απέκτησε διακριτικό χαρακτήρα διά της χρήσης του, πρέπει να ληφθούν υπόψη όλες οι περιστάσεις υπό τις οποίες το ενδιαφερόμενο κοινό έρχεται σε επαφή με το σήμα αυτό (βλ. απόφαση της 22ας Ιουνίου 2006, Storck κατά ΓΕΕΑ, C‑24/05 P, EU:C:2006:421, σκέψεις 70 και 71 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

51      Τα στοιχεία βάσει των οποίων μπορεί να αποδειχθεί ότι το σήμα έχει καταστεί πρόσφορο για τον προσδιορισμό του οικείου προϊόντος ή της οικείας υπηρεσίας ως προερχομένων από συγκεκριμένη επιχείρηση πρέπει να εκτιμώνται σφαιρικά. Στο πλαίσιο της εκτίμησης αυτής, μπορούν να λαμβάνονται υπόψη, μεταξύ άλλων, το μερίδιο της αγοράς που αναλογεί στο σήμα, η ένταση, η γεωγραφική έκταση και η διάρκεια της χρήσης του σήματος αυτού, το μέγεθος των επενδύσεων στις οποίες έχει προβεί η επιχείρηση για την προώθησή του, το ποσοστό των ενδιαφερομένων κύκλων που αναγνωρίζει, χάρις στο σήμα, το προϊόν ή την υπηρεσία ως προερχόμενα από συγκεκριμένη επιχείρηση, καθώς και οι δηλώσεις εμπορικών και βιομηχανικών επιμελητηρίων ή άλλων επαγγελματικών ενώσεων (απόφαση της 7ης Ιουλίου 2005, Nestlé, C‑353/03, EU:C:2005:432, σκέψη 31).

52      Εξάλλου, το σήμα πρέπει να έχει αποκτήσει διακριτικό χαρακτήρα είτε πριν από την ημερομηνία κατάθεσης της αίτησης καταχώρισης του σήματος είτε, ενδεχομένως, μεταξύ της ημερομηνίας καταχώρισης και της ημερομηνίας της αίτησης για την κήρυξη της ακυρότητας [βλ. απόφαση της 20ής Σεπτεμβρίου 2007, Imagination Technologies κατά ΓΕΕΑ (PURE DIGITAL), T‑461/04, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2007:294, σκέψη 77 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].

53      Επιπλέον, κατά τη νομολογία, ο διακριτικός χαρακτήρας ενός σήματος, ο οποίος έχει αποκτηθεί λόγω χρήσης, πρέπει να αποδεικνύεται στο τμήμα της Ένωσης στο οποίο το σήμα αυτό στερούνταν διακριτικού χαρακτήρα υπό το πρίσμα του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του εν λόγω κανονισμού [βλ. αποφάσεις της 6ης Σεπτεμβρίου 2018, Basic Net κατά EUIPO, C‑547/17 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2018:682, σκέψη 24 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία, και της 30ής Μαρτίου 2000, Ford Motor κατά ΓΕΕΑ (OPTIONS), T‑91/99, EU:T:2000:95, σκέψη 27].

54      Περαιτέρω, για να θεωρηθεί ότι το σήμα έχει αποκτήσει διακριτικό χαρακτήρα διά της χρήσης του απαιτείται τουλάχιστον ένα σημαντικό τμήμα του ενδιαφερόμενου κοινού να αναγνωρίζει, χάρις στο σήμα, ότι τα σχετικά προϊόντα ή υπηρεσίες προέρχονται από συγκεκριμένη επιχείρηση και, κατά συνέπεια, να διακρίνει τα εν λόγω προϊόντα ή υπηρεσίες από εκείνα άλλων επιχειρήσεων (βλ. απόφαση της 29ης Σεπτεμβρίου 2016, RESCUE, T‑337/15, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2016:578, σκέψη 55 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

55      Εν προκειμένω, πρώτον, υπενθυμίζεται ότι η επιχειρηματολογία της προσφεύγουσας βασίζεται στην παραδοχή ότι αρκεί να αποδειχθεί η απόκτηση διακριτικού χαρακτήρα διά της χρήσης του σήματος για τα κράτη μέλη στα οποία η αγγλική γλώσσα ομιλείται και γίνεται κατανοητή, χωρίς ωστόσο να είναι επίσημη γλώσσα, και των οποίων ο πληθυσμός αντιπροσωπεύει σημαντικό ποσοστό του συνολικού πληθυσμού της Ένωσης, ακόμη και αν δεν αποδειχθεί το ίδιο ειδικώς για ένα ή περισσότερα κράτη μέλη.

56      Πλην όμως, όπως προκύπτει από όσα διαπιστώθηκαν στις σκέψεις 27, 29 και 44 ανωτέρω, το σήμα του οποίου ζητείται η καταχώριση στερούνταν διακριτικού χαρακτήρα όσον αφορά το αγγλόφωνο κοινό της Ένωσης, το οποίο περιλαμβάνει τουλάχιστον τους καταναλωτές σε χώρες όπου η αγγλική είναι επίσημη γλώσσα, ήτοι στην Ιρλανδία, τη Μάλτα και το Ηνωμένο Βασίλειο, καθώς και τους καταναλωτές των άλλων χωρών που αναφέρθηκαν στη σκέψη 27 ανωτέρω.

57      Κατά συνέπεια, η απόκτηση διακριτικού χαρακτήρα διά της χρήσης πρέπει να αποδειχθεί ακριβώς όσον αφορά αυτό το κοινό, και ιδίως το κοινό της Ιρλανδίας, της Μάλτας και του Ηνωμένου Βασιλείου, και επομένως το τμήμα προσφυγών δεν υπέπεσε σε πλάνη εκτιμήσεως επ’ αυτού.

58      Δεύτερον, επισημαίνεται ότι το τμήμα προσφυγών διαπίστωσε, στο σημείο 78 της προσβαλλόμενης απόφασης, χωρίς η προσφεύγουσα να αντικρούσει τη διαπίστωση αυτή, ότι τα προσκομισθέντα αποδεικτικά στοιχεία δεν αφορούν καμία από τις συγκεκριμένες χώρες της Ένωσης όπου η αγγλική είναι επίσημη γλώσσα, ήτοι την Ιρλανδία, τη Μάλτα και το Ηνωμένο Βασίλειο.

59      Τρίτον, τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκόμισε η προσφεύγουσα δεν ασκούν επιρροή για την εκτίμηση του διακριτικού χαρακτήρα που αποκτήθηκε διά της χρήσης του σήματος στο έδαφος των κρατών μελών στα οποία ομιλείται η αγγλική, χωρίς να είναι επίσημη γλώσσα.

60      Συναφώς, διαπιστώνεται ότι η προσφεύγουσα δεν απέδειξε ότι το τμήμα προσφυγών εσφαλμένως έκρινε, στο σημείο 79 της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι τα προσκομισθέντα έγγραφα αφορούσαν κυρίως την Ελλάδα.

61      Επιπλέον, μολονότι οι ισολογισμοί αναφέρουν τον κύκλο εργασιών της προσφεύγουσας κατά τα έτη 2014, 2015 και 2016, ουδόλως προσδιορίζουν το έδαφος στο οποίο πραγματοποιήθηκε αυτός ο κύκλος εργασιών και, επομένως, δεν είναι δυνατόν να προσδιοριστεί αν αυτός πραγματοποιήθηκε στο τμήμα του εδάφους της Ένωσης στο οποίο διαπιστώθηκε ο λόγος απαραδέκτου, όπως απαιτείται από τη νομολογία που αναφέρθηκε στη σκέψη 53 ανωτέρω.

62      Επίσης, όσον αφορά τις επιστολές και τα τιμολόγια πελατών ή τα στοιχεία που αφορούν εμπορικές εκθέσεις, ένα μόνο μέρος αυτών των εγγράφων αφορά οριακώς ορισμένα κράτη μέλη στα οποία γίνεται κατανοητή η αγγλική γλώσσα, όπως η Κυπριακή Δημοκρατία, το Βασίλειο των Κάτω Χωρών και το Βασίλειο της Σουηδίας.

63      Περαιτέρω, μολονότι η προσφεύγουσα προσκομίζει καταλόγους στη γαλλική και στην αγγλική γλώσσα, οι οποίοι αναφέρονται στις εμπορικές της δραστηριότητες, ούτε οι κατάλογοι αυτοί παρέχουν πληροφορίες σχετικά με το πώς το ενδιαφερόμενο κοινό αντιλαμβάνεται το σήμα του οποίου ζητείται η καταχώριση όσον αφορά τα επίμαχα προϊόντα.

64      Τέλος, παρότι από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτει ότι ορισμένα από τα οχήματα της προσφεύγουσας φέρουν το σήμα του οποίου ζητείται η καταχώριση, από κανένα στοιχείο, για μία ακόμη φορά, δεν μπορεί να διαπιστωθεί αν το ενδιαφερόμενο αγγλόφωνο κοινό είχε έρθει σε επαφή με το εν λόγω σήμα.

65      Ως εκ περισσού, διαπιστώνεται ότι ορισμένα από τα έγγραφα που κατέθεσε η προσφεύγουσα δεν περιέχουν καμία μνεία του σήματος του οποίου ζητείται η καταχώριση, ενώ άλλα αναφέρονται σε χρονικό διάστημα μεταγενέστερο της ημερομηνίας υποβολής της αίτησης καταχώρισης.

66      Επιπλέον, το γεγονός και μόνον ότι το σήμα του οποίου ζητείται η καταχώριση έχει χρησιμοποιηθεί εντός του εδάφους της Ένωσης για χρονικό διάστημα μόλις δύο ή το πολύ τριών ετών πριν από την ημερομηνία υποβολής της αίτησης καταχώρισης δεν αρκεί για να αποδειχθεί ότι το ενδιαφερόμενο κοινό το αντιλαμβάνεται ως ένδειξη εμπορικής προέλευσης [πρβλ. απόφαση της 28ης Νοεμβρίου 2018, Polskie Zdroje κατά EUIPO (perlage), T‑239/16, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2017:844, σκέψη 49].

67      Κατά συνέπεια, πρέπει να θεωρηθεί ότι από τα προσκομισθέντα από την προσφεύγουσα στοιχεία σχετικά με το σήμα του οποίου ζητείται η καταχώριση δεν μπορεί να αποδειχθεί ότι το εν λόγω σήμα έχει αποκτήσει διακριτικό χαρακτήρα διά της χρήσης του, τουλάχιστον για ένα σημαντικό τμήμα του ενδιαφερόμενου κοινού, κατά το άρθρο 7, παράγραφος 3, του κανονισμού 2017/1001.

68      Ως εκ τούτου, το τμήμα προσφυγών δεν υπέπεσε σε πλάνη εκτιμήσεως κρίνοντας, στα σημεία 84 και 85 της προσβαλλόμενης απόφασης, αφενός, ότι η προσφεύγουσα δεν προσκόμισε ούτε στοιχεία δυνάμενα να αποδείξουν πόσο εντατική, γεωγραφικά διαδεδομένη και μακροχρόνια είναι η χρήση του επίμαχου σημείου και ποια είναι τα ποσά που επενδύθηκαν για την προώθηση του επίμαχου σήματος, το οποίο αφορά η αίτηση καταχώρισης, ούτε άλλα στοιχεία που να αποδεικνύουν το επίπεδο αναγνώρισης του σήματος από τους ενδιαφερόμενους καταναλωτές στα αγγλόφωνα κράτη μέλη της Ένωσης και, αφετέρου, ότι τα προσκομισθέντα αποδεικτικά στοιχεία δεν καθιστούν δυνατή την εκτίμηση, βάσει συγκεκριμένων αντικειμενικών ενδείξεων, της χρήσης του σήματος και των συνεπειών της χρήσης αυτής στην αντίληψη του ενδιαφερόμενου κοινού στις οικείες αγγλόφωνες χώρες όπου η αγγλική είναι επίσημη γλώσσα, ήτοι στην Ιρλανδία, τη Μάλτα και το Ηνωμένο Βασίλειο.

69      Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι πρέπει να απορριφθεί ο τρίτος λόγος ακυρώσεως και, επομένως, η προσφυγή στο σύνολό της.

IV.    Επί των δικαστικών εξόδων

70      Κατά το άρθρο 134, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου.

71      Δεδομένου ότι η προσφεύγουσα ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα σύμφωνα με το σχετικό αίτημα του EUIPO.

Για τους λόγους αυτούς,

ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο τμήμα),

αποφασίζει:

1)      Απορρίπτει την προσφυγή.


2)      Καταδικάζει τη Eurolamp ΑΒΕΕ Εισαγωγής και Εμπορίας Λαμπτήρων στα δικαστικά έξοδα.

Frimodt Nielsen

Forrester

Perillo

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 14 Μαΐου 2019.

Ο Γραμματέας

 

Ο Πρόεδρος

E. Coulon

 

S. Frimodt Nielsen


*      Γλώσσα διαδικασίας: η ελληνική.