Προσφυγή της 13ης Μαΐου 2019 – Achema και Lifosa κατά Επιτροπής

(Υπόθεση T-300/19)

Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική

Διάδικοι

Προσφεύγουσες: Achema AB (Jonava, Λιθουανία) και Lifosa AB (Kedainiai, Λιθουανία) (εκπρόσωποι: E. Righini και N. Solárová, δικηγόροι)

Καθής: Ευρωπαϊκή Επιτροπή

Αιτήματα

Οι προσφεύγουσες ζητούν από το Γενικό Δικαστήριο:

να ακυρώσει την απόφαση C(2018) 9209 τελικό της Επιτροπής, της 8ης Ιανουαρίου 2019 στην υπόθεση κρατικής ενίσχυσης SA.45765 (2018/NN) – Λιθουανία – Στήριξη μονάδων παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας·

να καταδικάσει την καθής στα δικαστικά έξοδα.

Λόγοι ακυρώσεως και κύρια επιχειρήματα

Προς στήριξη της προσφυγής τους, οι προσφεύγουσες προβάλλουν έναν μόνον λόγο ακυρώσεως, ο οποίος αφορά παράλειψη της Επιτροπής να κινήσει διαδικασία επίσημης έρευνας, προσβάλλοντας, ως εκ τούτου, τα διαδικαστικά δικαιώματα των προσφευγουσών τα οποία προβλέπονται στο άρθρο 108, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ.

Οι προσφεύγουσες ισχυρίζονται ότι βάσει του συνόλου των αποδεικτικών στοιχείων η Επιτροπή έπρεπε να κρίνει ότι υπάρχουν αμφιβολίες ως προς τη συμβατότητα της επίμαχης κρατικής ενίσχυσης, καθώς και ως προς τη συμβατότητα της μεθόδου χρηματοδοτήσεώς της, με την εσωτερική αγορά και το δίκαιο της Ένωσης. Συνεπώς, κατά τις προσφεύγουσες, η Επιτροπή έπρεπε να κινήσει επίσημη έρευνα.

Οι προσφεύγουσες αναφέρονται σε πληθώρα αποδεικτικών στοιχείων, ιδίως στη μακρά χρονική διάρκεια του σταδίου προ της κοινοποίησης και στο δυσανάλογα μακρό χρονικό διάστημα που αφιερώθηκε για το στάδιο αυτό σε σχέση με το χρονικό διάστημα που αφιερώθηκε για τη διαδικασία προκαταρκτικής αξιολόγησης, σε άλλες περιστάσεις υπό τις οποίες εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και στις πλημμέλειες που βαραίνουν, κατά τις προσφεύγουσες, το περιεχόμενο της αποφάσεως αυτής, η οποία είναι, κατά τις ίδιες, ανεπαρκώς αιτιολογημένη και ενέχει κρίσιμα σφάλματα εκτιμήσεως ή απουσία εκτιμήσεως. Κατά τις προσφεύγουσες, οι προαναφερθέντες παράγοντες καταδεικνύουν ότι η Επιτροπή ανέλυσε ανεπαρκώς τις συναφείς πτυχές και δεν διέθετε τα αναγκαία στοιχεία προτού κρίνει την κρατική ενίσχυση και τη μέθοδο χρηματοδοτήσεώς της συμβατές με την εσωτερική αγορά και το δίκαιο της Ένωσης.

Ειδικότερα, προβάλλεται ότι i) η Επιτροπή υπέπεσε σε σφάλμα εκτιμήσεως του προγράμματος Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (ΑΠΕ) και του φόρου ΑΠΕ, τα οποία κατά την Επιτροπή είναι ανεξάρτητα το ένα από το άλλο, ερμηνεύοντας εσφαλμένως το λιθουανικό νομοθετικό πλαίσιο και τις αιτιάσεις των προσφευγουσών· ii) η Επιτροπή παρέλειψε να εκτιμήσει τη χορηγηθείσα στις μονάδες παραγωγής ανανεώσιμων πηγών ενέργειας επενδυτική ενίσχυση και επομένως η ουσιαστική ανάλυση στην οποία προέβη είναι ελλιπής και ανεπαρκής· iii) η Επιτροπή υπέπεσε σε εσφαλμένη εκτίμηση των απαλλαγών από τον φόρο βάσει του άρθρου 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ· iv) η εκτίμηση της Επιτροπής σχετικά με τη συμβατότητα του προγράμματος ΑΠΕ με την εσωτερική αγορά ήταν ακατάλληλη και εσφαλμένη· και v) η εκτίμηση της συμβατότητας της μεθόδου χρηματοδοτήσεώς της με το δίκαιο της Ένωσης είναι εσφαλμένη και ανεπαρκής.

____________