Αίτηση προδικαστικής αποφάσεως την οποία υπέβαλε το Landgericht Ravensburg (Γερμανία) στις 22 Ιανουαρίου 2021 – VK κατά BMW Bank GmbH

(Υπόθεση C-38/21)

Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική

Αιτούν δικαστήριο

Landgericht Ravensburg

Διάδικοι στην υπόθεση της κύριας δίκης

Ενάγων: VK

Εναγομένη: BMW Bank GmbH

Προδικαστικά ερωτήματα

1)    Επί του πλάσματος δικαίου του άρθρου 247, παράγραφος 6, δεύτερο εδάφιο, τρίτη περίοδος, και του άρθρου 247, παράγραφος 12, πρώτο εδάφιο, τρίτη περίοδος, του EGBGB [Einführungsgesetz zum Bürgerlichen Gesetzbuche (εισαγωγικού νόμου του αστικού κώδικα)]

α)    Αντίκεινται το άρθρο 247, παράγραφος 6, δεύτερο εδάφιο, τρίτη περίοδος, και το άρθρο 247, παράγραφος 12, πρώτο εδάφιο, τρίτη περίοδος, EGBGB στο άρθρο 10, παράγραφος 2, στοιχείο ιστ΄, και στο άρθρο 14, παράγραφος 1, της οδηγίας 2008/48/ΕΚ1 , κατά το μέρος που ορίζουν ότι συμβατικές ρήτρες αντιβαίνουσες στις επιταγές του άρθρου 10, παράγραφος 2, στοιχείο ιστ΄, της οδηγίας 2008/48 πληρούν τις απαιτήσεις του άρθρου 247, παράγραφος 6, δεύτερο εδάφιο, πρώτη και δεύτερη περίοδος, EGBGB, καθώς και τις απαιτήσεις που θέτει το άρθρο 247, παράγραφος 12, πρώτο εδάφιο, δεύτερη περίοδος, σημείο 2, στοιχείο b, EGBGB;

Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως:

β)    Προκύπτει από το δίκαιο της Ένωσης, και ειδικότερα από το άρθρο 10, παράγραφος 2, στοιχείο ιστ΄, και το άρθρο 14, παράγραφος 1, της οδηγίας 2008/48 ότι το άρθρο 247, παράγραφος 6, δεύτερο εδάφιο, τρίτη περίοδος, και το άρθρο 247, παράγραφος 12, πρώτο εδάφιο, τρίτη περίοδος, EGBGB δεν πρέπει να εφαρμόζονται κατά το μέρος που ορίζουν ότι συμβατικές ρήτρες αντιβαίνουσες στις επιταγές του άρθρου 10, παράγραφος 2, στοιχείο ιστ΄, της οδηγίας 2008/48 πληρούν τις απαιτήσεις του άρθρου 247, παράγραφος 6, δεύτερο εδάφιο, πρώτη και δεύτερη περίοδος, του EGBGB, καθώς και τις απαιτήσεις που θέτει το άρθρο 247, παράγραφος 12, πρώτο εδάφιο, δεύτερη περίοδος, σημείο 2, στοιχείο b, EGBGB;

Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως στο ερώτημα υπό ΙΙ. 1.β΄:

2)    Επί των υποχρεωτικώς περιλαμβανόμενων πληροφοριών που προβλέπει το άρθρο 10, παράγραφος 2, της οδηγίας 2008/48

α)    Έχει το άρθρο 10, παράγραφος 2, στοιχείο ιστ΄, της οδηγίας 2008/48 την έννοια ότι το ποσό των καταβλητέων τόκων σε ημερήσια βάση, το οποίο πρέπει να προσδιορίζει η σύμβαση πιστώσεως, πρέπει να προκύπτει αριθμητικά με βάση το προσδιοριζόμενο στη σύμβαση συμβατικό χρεωστικό επιτόκιο;

β)    Έχει το άρθρο 10, παράγραφος 2, στοιχείο ιβ΄, της οδηγίας 2008/48 την έννοια ότι πρέπει να αναγράφεται το ισχύον κατά τον χρόνο συνάψεως της συμβάσεως πιστώσεως επιτόκιο υπερημερίας ως απόλυτος αριθμός, τουλάχιστον δε να δηλώνεται ως απόλυτος αριθμός το ισχύον επιτόκιο αναφοράς (εν προκειμένω το βασικό επιτόκιο σύμφωνα με το άρθρο 247 BGB [Bürgerliches Gesetzbuch (αστικού κώδικα)]), από το οποίο προκύπτει το ισχύον επιτόκιο υπερημερίας μέσω προσαυξήσεως (εν προκειμένω κατά πέντε ποσοστιαίες μονάδες σύμφωνα με το άρθρο 288, παράγραφος 1, δεύτερη περίοδος, BGB); Πρέπει να ενημερώνεται ο καταναλωτής σχετικά με το επιτόκιο αναφοράς (βασικό επιτόκιο) και τη μεταβλητότητα αυτού;

γ)    Έχει το άρθρο 10, παράγραφος 2, στοιχείο κ΄, της οδηγίας 2008/48 την έννοια ότι στο κείμενο της συμβάσεως πιστώσεως πρέπει να γίνεται μνεία των ουσιωδών τυπικών προϋποθέσεων για την πρόσβαση σε εξωδικαστικές διαδικασίες ή/και μηχανισμούς επανορθώσεως;

Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως σε κάποιο από τα ανωτέρω ερωτήματα υπό ΙΙ. 2.α΄ έως γ΄:

δ)    Έχει το άρθρο 14, παράγραφος 1, δεύτερη περίοδος, στοιχείο β΄, της οδηγίας 2008/48 την έννοια ότι η προθεσμία υπαναχωρήσεως άρχεται μόνον αφού παρασχεθούν με πληρότητα και ακρίβεια οι πληροφορίες που προβλέπονται στο άρθρο 10, παράγραφος 2, της οδηγίας 2008/48;

Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως:

ε)    Ποια είναι τα βασικά κριτήρια για να κινηθεί η προθεσμία υπαναχωρήσεως παρά την έλλειψη πλήρους ή ακριβούς ενημερώσεως;

Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στα ανωτέρω ερωτήματα υπό ΙΙ. 1. α) ή/και σε τουλάχιστον ένα από τα ερωτήματα υπό ΙΙ. 2.α΄ έως γ΄:

3)    Επί της αποδυναμώσεως του δικαιώματος υπαναχωρήσεως του άρθρου 14, παράγραφος 1, πρώτη περίοδος, της οδηγίας 2008/48:

α)    Νοείται αποδυνάμωση του δικαιώματος υπαναχωρήσεως κατά το άρθρο 14, παράγραφος 1, πρώτη περίοδος, της οδηγίας 2008/48;

Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως:

β)    Συνιστά η αποδυνάμωση χρονικό περιορισμό στην άσκηση του δικαιώματος υπαναχωρήσεως, ο οποίος πρέπει να ρυθμίζεται με νομοθετική πράξη του Κοινοβουλίου;

Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως:

γ)    Αποτελεί υποκειμενική προϋπόθεση της αποδυναμώσεως η γνώση ή, τουλάχιστον, η οφειλόμενη σε βαριά αμέλεια άγνοιά του καταναλωτή ότι εξακολουθούσε να υφίσταται το δικαίωμά του για υπαναχώρηση;

Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως:

δ)    Αποκλείει η δυνατότητα του πιστωτικού φορέα να παράσχει εκ των υστέρων στον δανειολήπτη τις πληροφορίες και τοιουτοτρόπως να αφετηριάσει την προθεσμία υπαναχωρήσεως, δυνάμει του άρθρου 14, παράγραφος 1, δεύτερη περίοδος, στοιχείο β΄, της οδηγίας 2008/48, την εφαρμογή των κανόνων περί αποδυναμώσεως βάσει της αρχής της καλής πίστεως;

Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως:

ε)    Συνάδει τούτο με τις πάγιες θεμελιώδεις αρχές του διεθνούς δικαίου που δεσμεύουν τον Γερμανό δικαστή βάσει του Θεμελιώδους Νόμου;

Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως:

στ)    Πώς οφείλει ο Γερμανός εφαρμοστής του δικαίου να επιλύσει τυχόν σύγκρουση μεταξύ των δεσμευτικών επιταγών του διεθνούς δικαίου και των επιταγών του Δικαστηρίου;

4)    Επί της διαπιστώσεως της καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος υπαναχωρήσεως του καταναλωτή κατ’ άρθρο 14, παράγραφος 1, πρώτη περίοδος, της οδηγίας 2008/48:

α)    Νοείται καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος υπαναχωρήσεως του καταναλωτή κατ’ άρθρο 14, παράγραφος 1, πρώτη περίοδος, της οδηγίας 2008/48;

Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως:

β)    Συνιστά η διαπίστωση της καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος υπαναχωρήσεως περιορισμό του εν λόγω δικαιώματος, ο οποίος πρέπει να ρυθμίζεται με νόμο;

Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως:

γ)    Αποτελεί υποκειμενική προϋπόθεση για τη διαπίστωση της καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος υπαναχωρήσεως η γνώση ή, τουλάχιστον, η οφειλόμενη σε βαριά αμέλεια άγνοια του καταναλωτή ότι εξακολουθούσε να υφίσταται το δικαίωμά του για υπαναχώρηση;

Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως:

δ)    Αποκλείει η δυνατότητα του πιστωτικού φορέα να παράσχει εκ των υστέρων στον δανειολήπτη τις πληροφορίες και τοιουτοτρόπως να αφετηριάσει την προθεσμία υπαναχωρήσεως, δυνάμει του άρθρου 14, παράγραφος 1, δεύτερη περίοδος, στοιχείο β΄, της οδηγίας 2008/48, τη διαπίστωση της καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος υπαναχωρήσεως βάσει της αρχής της καλής πίστεως;

Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως:

ε)    Συνάδει τούτο με τις πάγιες θεμελιώδεις αρχές του διεθνούς δικαίου που δεσμεύουν τον Γερμανό δικαστή βάσει του Θεμελιώδους Νόμου;

Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως:

στ)    Πώς οφείλει ο Γερμανός εφαρμοστής του δικαίου να επιλύσει τυχόν σύγκρουση μεταξύ των δεσμευτικών επιταγών του διεθνούς δικαίου και των επιταγών του Δικαστηρίου;

____________

1     Οδηγία 2008/48/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Απριλίου 2008, για τις συμβάσεις καταναλωτικής πίστης και την κατάργηση της οδηγίας 87/102/ΕΟΚ του Συμβουλίου (ΕΕ 2008, L 133, σ. 66).