Υπόθεση C‑617/10

Åklagaren

κατά

Hans Åkerberg Fransson

(αίτηση του Haparanda tingsrätt
για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως)

«Χάρτης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης — Πεδίο εφαρμογής — Άρθρο 51 — Εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης — Καταστολή συμπεριφορών που θίγουν ίδιο πόρο της Ένωσης — Άρθρο 50 — Αρχή ne bis in idem — Εθνικό σύστημα προβλέπον δύο χωριστές διαδικασίες, μία διοικητική και μία ποινική, για την επιβολή κυρώσεων για την ίδια πταισματική συμπεριφορά — Συμβατότητα»

Περίληψη — Απόφαση του Δικαστηρίου (τμήμα μείζονος συνθέσεως)
της 26ης Φεβρουαρίου 2013

1.        Προδικαστικά ερωτήματα — Αρμοδιότητα του Δικαστηρίου — Όρια — Αίτηση περί ερμηνείας του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης — Εθνική κανονιστική ρύθμιση παρουσιάζουσα στοιχείο συνδέσεως με το δίκαιο της Ένωσης — Αρμοδιότητα του Δικαστηρίου

(Άρθρο 267 ΣΛΕΕ· Χάρτης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, άρθρο 51 § 1)

2.        Θεμελιώδη δικαιώματα — Χάρτης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης — Πεδίο εφαρμογής — Εθνική κανονιστική ρύθμιση παρουσιάζουσα στοιχείο συνδέσεως με το δίκαιο της Ένωσης — Κανονιστική ρύθμιση επιβάλλουσα κυρώσεις για την παράβαση των διατάξεων του δικαίου της Ένωσης — Δράση του κράτους μέλους η οποία δεν καθορίζεται εξ ολοκλήρου από το δίκαιο αυτό — Δυνατότητα εφαρμογής του Χάρτη καθώς και των εθνικών προτύπων προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων

(Άρθρο 325 ΣΛΕΕ· Χάρτης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, άρθρο 51 § 1· οδηγίες του Συμβουλίου 77/388, άρθρα 2 και 22, και 2006/112, άρθρα 2, 250 § 1, και 273)

3.        Θεμελιώδη δικαιώματα — Αρχή ne bis in idem — Σώρευση ποινικών και διοικητικών κυρώσεων για την ίδια πταισματική συμπεριφορά — Φοροδιαφυγή — Παραβίαση της εν λόγω αρχής — Δεν υφίσταται

(Χάρτης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, άρθρο 50)

4.        Προδικαστικά ερωτήματα — Αρμοδιότητα του Δικαστηρίου — Όρια — Γενικά ή υποθετικά ερωτήματα — Ερώτημα αφηρημένου και αμιγώς υποθετικού χαρακτήρα σε σχέση με το αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης — Απαράδεκτο

(Άρθρο 267 ΣΛΕΕ)

5.        Θεμελιώδη δικαιώματα — Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου — Σχέση ανάμεσα στη Σύμβαση και σε κανόνα εθνικού δικαίου — Σχέση μη εμπίπτουσα στο πεδίο εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης

(Άρθρο 6 § 3 ΣΛΕΕ· Χάρτης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, άρθρο 52 § 3)

6.        Δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης — Υπεροχή — Δικαστική πρακτική περιορίζουσα την υποχρέωση να αφήνεται ανεφάρμοστη διάταξη αντίθετη προς τον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης — Δεν επιτρέπεται

(Άρθρο 267 ΣΛΕΕ· Χάρτης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης)

1.        Το πεδίο εφαρμογής του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όσον αφορά τη δράση των κρατών μελών, ορίζεται στο άρθρο 51, παράγραφος 1, αυτού, το οποίο προβλέπει ότι οι διατάξεις του Χάρτη απευθύνονται στα κράτη μέλη, μόνον όταν εφαρμόζουν το δίκαιο της Ένωσης.      Συγκεκριμένα, τα θεμελιώδη δικαιώματα που κατοχυρώνονται στην έννομη τάξη της Ένωσης μπορούν να εφαρμόζονται σε όλες τις καταστάσεις που διέπονται από το δίκαιο της Ένωσης, αλλά όχι πέραν των καταστάσεων αυτών.

Συνεπώς το Δικαστήριο δεν μπορεί να εκτιμήσει, με γνώμονα τον Χάρτη, εθνική κανονιστική ρύθμιση που δεν εντάσσεται στο πλαίσιο του δικαίου της Ένωσης. Αντιθέτως, όταν μια εθνική ρύθμιση εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου, το Δικαστήριο, στο οποίο υποβάλλεται το προδικαστικό ερώτημα, οφείλει να παράσχει όλα τα ερμηνευτικά στοιχεία που είναι αναγκαία για την εκτίμηση εκ μέρους του εθνικού δικαστηρίου του συμβιβαστού της ρύθμισης αυτής με τα θεμελιώδη δικαιώματα των οποίων εξασφαλίζει την τήρηση.

(βλ. σκέψεις 17 και 19)

2.        Όταν δικαστήριο κράτους μέλους καλείται να ελέγξει τη συμφωνία προς τα θεμελιώδη δικαιώματα εθνικής διατάξεως ή εθνικού μέτρου τα οποία, σε μια κατάσταση στην οποία η δράση των κρατών μελών δεν καθορίζεται εξ ολοκλήρου από το δίκαιο της Ένωσης, εφαρμόζουν το δίκαιο αυτό κατά την έννοια του άρθρου 51, παράγραφος 1, του Χάρτη, οι εθνικές αρχές και τα εθνικά δικαστήρια δύνανται να εφαρμόζουν εθνικά πρότυπα προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων, υπό τον όρον ότι η εφαρμογή αυτή δεν διακυβεύει το επίπεδο προστασίας που προβλέπει ο Χάρτης, ούτε την υπεροχή, την ενότητα και την αποτελεσματικότητα του δικαίου της Ένωσης. Προς τούτο, τα εθνικά δικαστήρια, όταν καλούνται να ερμηνεύσουν τις διατάξεις του Χάρτη, έχουν τη δυνατότητα και, ενδεχομένως, την υποχρέωση να υποβάλουν προδικαστικό ερώτημα στο Δικαστήριο σύμφωνα με το άρθρο 267 ΣΛΕΕ.

Συνεπώς, φορολογικές κυρώσεις και ποινική δίωξη για φοροδιαφυγή, λόγω της ανακρίβειας των στοιχείων που παρασχέθηκαν όσον αφορά τον φόρο προστιθέμενης αξίας, συνιστούν εφαρμογή των άρθρων 2, 250, παράγραφος 1, και 273 της οδηγίας 2006/112, σχετικά με το κοινό σύστημα φόρου προστιθέμενης αξίας (πρώην άρθρων 2 και 22 της έκτης οδηγίας) και του άρθρου 325 ΣΛΕΕ και, συνεπώς, του δικαίου της Ένωσης, κατά την έννοια του άρθρου 51, παράγραφος 1, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Το γεγονός ότι οι εθνικές κανονιστικές ρυθμίσεις στις οποίες ερείδονται οι εν λόγω φορολογικές κυρώσεις και η εν λόγω ποινική δίωξη δεν θεσπίστηκαν προκειμένου να μεταφερθεί στο εσωτερικό δίκαιο η οδηγία 2006/112 δεν μπορεί να θέσει εν αμφιβόλω το συμπέρασμα αυτό, καθόσον η εφαρμογή τους αποσκοπεί στον κολασμό μιας παραβάσεως των διατάξεων της εν λόγω οδηγίας και συνεπώς αποβλέπει στην εφαρμογή της υποχρεώσεως που η Συνθήκη επιβάλλει στα κράτη μέλη να επιβάλλουν αποτελεσματικές κυρώσεις για τις συμπεριφορές που θίγουν τα οικονομικά συμφέροντα της Ένωσης.

(βλ. σκέψεις 27-30)

3.        Η αρχή ne bis in idem που διαλαμβάνεται στο άρθρο 50 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν εμποδίζει την εκ μέρους κράτους μέλους επιβολή, για την ίδια πράξη παραβάσεως των υποχρεώσεων που αφορούν την υποβολή δηλώσεων στον τομέα του φόρου προστιθέμενης αξίας, διαδοχικώς μιας φορολογικής και μιας ποινικής κυρώσεως, στον βαθμό που η πρώτη κύρωση δεν έχει ποινικό χαρακτήρα, πράγμα το οποίο το αιτούν δικαστήριο οφείλει να εξακριβώσει.

Συγκεκριμένα, προκειμένου να εξασφαλίζουν την είσπραξη του συνόλου των εσόδων από φόρο προστιθέμενης αξίας και, κατ’ επέκταση, την προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης, τα κράτη μέλη διαθέτουν ελευθερία επιλογής των κυρώσεων που επιβάλλουν Οι κυρώσεις αυτές μπορούν συνεπώς να λαμβάνουν τη μορφή διοικητικών ή ποινικών κυρώσεων ή ενός συνδυασμού των δύο. Μόνον όταν η φορολογική κύρωση έχει ποινικό χαρακτήρα, κατά την έννοια του άρθρου 50 του Χάρτη, και έχει καταστεί απρόσβλητη, η εν λόγω διάταξη εμποδίζει την άσκηση ποινικής δίωξης για την ίδια πράξη κατά του ίδιου προσώπου.

Η εκτίμηση της ποινικής φύσεως των φορολογικών κυρώσεων στηρίζεται σε τρία κριτήρια Το πρώτο είναι ο νομικός χαρακτηρισμός της παραβάσεως κατά το εσωτερικό δίκαιο, το δεύτερο η ίδια η φύση της παραβάσεως και το τρίτο η φύση και η σοβαρότητα της κυρώσεως που ενδέχεται να επιβληθεί στον διαπράξαντα την παράβαση.

(βλ. σκέψεις 34, 35, 37, διατακτ. 1)

4.        Βλ. το κείμενο της αποφάσεως.

(βλ. σκέψεις 40-42)

5.        Το δίκαιο της Ένωσης δεν ρυθμίζει τις σχέσεις μεταξύ της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των εννόμων τάξεων των κρατών μελών ούτε καθορίζει τις συνέπειες που πρέπει να συνάγουν τα εθνικά δικαστήρια σε περίπτωση συγκρούσεως μεταξύ των δικαιωμάτων που κατοχυρώνει η εν λόγω Σύμβαση και ενός κανόνα του εθνικού δικαίου.

Συγκεκριμένα, καίτοι, όπως επιβεβαιώνεται από το άρθρο 6, παράγραφος 3, ΣΕΕ, τα αναγνωρισμένα από την Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου θεμελιώδη δικαιώματα αποτελούν τμήμα του δικαίου της Ένωσης ως γενικές αρχές, και το άρθρο 52, παράγραφος 3, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης επιβάλλει να αναγνωρίζεται στα περιεχόμενα στον εν λόγω Χάρτη δικαιώματα που αντιστοιχούν σε δικαιώματα τα οποία διασφαλίζονται από την Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου η ίδια έννοια και η ίδια εμβέλεια με εκείνες που τους αποδίδει η εν λόγω Σύμβαση, η Σύμβαση αυτή δεν συνιστά, ενόσω η Ένωση δεν έχει προσχωρήσει σε αυτή, νομική πράξη τυπικώς ενταγμένη στην έννομη τάξη της Ένωσης.

(βλ. σκέψη 44, διατακτ. 2)

6.        Το δίκαιο της Ένωσης εμποδίζει δικαστική πρακτική η οποία εξαρτά την υποχρέωση που υπέχει το εθνικό δικαστήριο να αφήνει ανεφάρμοστη κάθε διάταξη που είναι αντίθετη προς κατοχυρούμενο από τον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης θεμελιώδες δικαίωμα από την προϋπόθεση ότι η αντίθεση αυτή προκύπτει σαφώς από το κείμενο του εν λόγω Χάρτη ή από τη σχετική νομολογία, εφόσον η πρακτική αυτή δεν αναγνωρίζει στο εθνικό δικαστήριο την εξουσία να εκτιμά πλήρως, με τη συνεργασία, ενδεχομένως, του Δικαστηρίου, τη συμβατότητα της εν λόγω διατάξεως προς τον Χάρτη αυτόν.

Συγκεκριμένα, μια τέτοια πρακτική έχει ως αποτέλεσμα τη μείωση της πρακτικής αποτελεσματικότητας του δικαίου της Ένωσης, λόγω της μη αναγνώρισης στο αρμόδιο για την εφαρμογή του δικαίου αυτού δικαστήριο της εξουσίας να πράττει, κατά το χρονικό ακριβώς σημείο της εφαρμογής αυτής, οτιδήποτε είναι αναγκαίο ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή των εθνικών νομοθετικών διατάξεων που εμποδίζουν ενδεχομένως την πλήρη αποτελεσματικότητα των κανόνων της Ένωσης.

(βλ. σκέψεις 46, 48, διατακτ. 3)