Αίτηση προδικαστικής αποφάσεως την οποία υπέβαλε το Sąd Okręgowy w Krakowie (Πολωνία) στις 27 Απριλίου 2021 – BC, DC κατά X

(Υπόθεση C-269/21)

Γλώσσα διαδικασίας: η πολωνική

Αιτούν δικαστήριο

Sąd Okręgowy w Krakowie

Διάδικοι στην υπόθεση της κύριας δίκης

Ενάγοντες: BC, DC

Εναγομένη: X

Προδικαστικά ερωτήματα

Έχουν τα άρθρα 2 και 19, παράγραφος 1, της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση (στο εξής: ΣΕΕ), καθώς και το άρθρο 6, παράγραφοι 1 έως 3, ΣΕΕ, ερμηνευόμενα σε συνδυασμό με το άρθρο 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων (στο εξής: Χάρτης) την έννοια ότι:

α)    δικαστήριο στη σύνθεση του οποίου μετέχει πρόσωπο διορισθέν σε θέση δικαστή κατόπιν διαδικασίας στην οποία δεν συμμετείχε όργανο αυτοδιοίκησης του δικαστικού σώματος, στελεχωμένο ως επί το πλείστον κατά τρόπο ανεξάρτητο από την εκτελεστική και τη νομοθετική εξουσία, δεν αποτελεί δικαστήριο που έχει συσταθεί νομίμως κατά την έννοια του δικαίου της Ένωσης, σε περίπτωση κατά την οποία, υπό το πρίσμα των συνταγματικών παραδόσεων του οικείου κράτους μέλους, η συμμετοχή οργάνου αυτοδιοίκησης του δικαστικού σώματος το οποίο πληροί τις προϋποθέσεις αυτές στη διαδικασία διορισμού είναι αναγκαία λαμβανομένου υπόψη του θεσμικού και διαρθρωτικού πλαισίου, δεδομένου ότι:

-    η απαιτούμενη γνωμοδότηση όσον αφορά την υποψηφιότητα για θέση δικαστή εκδόθηκε από το συμβούλιο διοίκησης του οικείου δικαστηρίου, όργανο το οποίο είχε συγκροτηθεί κατά τέτοιο τρόπο, ώστε η πλειοψηφία των μετεχόντων σε αυτό να έχουν διοριστεί από τον εκπρόσωπο της εκτελεστικής εξουσίας – Minister Sprawiedliwości - Prokurator Generalny (Υπουργό Δικαιοσύνης-Γενικό Εισαγγελέα, Πολωνία)·

-    το Krajowa Rada Sądownictwa (Εθνικό Δικαστικό Συμβούλιο, Πολωνία), υπό την παρούσα σύνθεσή του, που επελέγη κατά τρόπο αντιβαίνοντα στις συνταγματικές και νομοθετικές διατάξεις του πολωνικού δικαίου, δεν αποτελεί ανεξάρτητη αρχή και δεν μετέχουν σε αυτό εκπρόσωποι του δικαστικού σώματος διορισθέντες κατά τρόπο ανεξάρτητο από την εκτελεστική και τη νομοθετική εξουσία, με συνέπεια να μην έχει διατυπώσει νομίμως την πρόταση διορισμού σε θέση δικαστή, όπως προβλέπεται από το εθνικό δίκαιο·

-    οι συμμετέχοντες στον διαγωνισμό για την πλήρωση θέσεων δικαστών δεν είχαν δικαίωμα άσκησης ένδικης προσφυγής σε δικαστήριο, κατά την έννοια των άρθρων 2 και 19, παράγραφος 1, ΣΕΕ και του άρθρου 6, παράγραφοι 1 έως 3, ΣΕΕ σε συνδυασμό με το άρθρο 47 του Χάρτη.

β)    δεν πληροί τις απαιτήσεις περί δικαστηρίου το οποίο έχει συσταθεί νομίμως δικαστήριο στη σύνθεση του οποίου μετέχει πρόσωπο διορισθέν σε θέση δικαστή κατόπιν διαδικασίας που εξαρτάται από την αυθαίρετη παρέμβαση της εκτελεστικής εξουσίας και δεν τηρεί την προϋπόθεση συμμετοχής των οργάνων αυτοδιοίκησης του δικαστικού σώματος, τα οποία έχουν στελεχωθεί σε μεγάλο βαθμό κατά τρόπο ανεξάρτητο από την εκτελεστική και τη νομοθετική εξουσία, ή άλλης αρχής διασφαλίζουσας την αντικειμενική αξιολόγηση του υποψηφίου, καθόσον η συμμετοχή οργάνων αυτοδιοίκησης του δικαστικού σώματος ή άλλης αρχής ανεξάρτητης από την εκτελεστική και τη νομοθετική εξουσία και διασφαλίζουσας την αντικειμενική αξιολόγηση του υποψηφίου κατά τη διαδικασία διορισμού δικαστή είναι αναγκαία, στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής νομικής παράδοσης, όπως αποτυπώνεται στις προμνημονευθείσες διατάξεις της ΣΕΕ και του Χάρτη και αποτελεί το θεμέλιο μιας ένωσης δικαίου όπως είναι η Ευρωπαϊκή Ένωση, προκειμένου να γίνει δεκτό ότι το εθνικό δικαστήριο εγγυάται το απαιτούμενο επίπεδο αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας σε υποθέσεις που διέπονται από το δίκαιο της Ένωσης και ότι, συνεπώς, τηρούνται η αρχή της διάκρισης των εξουσιών και της μεταξύ τους ισότητας και η αρχή του κράτους δικαίου;

Έχουν τα άρθρα 2 και 19, παράγραφος 1, ΣΕΕ, ερμηνευόμενα σε συνδυασμό με το άρθρο 47 του Χάρτη, την έννοια ότι, σε περίπτωση κατά την οποία στη σύνθεση του δικαστηρίου μετέχει πρόσωπο διορισθέν υπό τις συνθήκες που εκτέθηκαν στο πρώτο ερώτημα:

α)    αντιτίθενται στην εφαρμογή διατάξεων του εθνικού δικαίου οι οποίες αναθέτουν τον έλεγχο της νομιμότητας του διορισμού τέτοιου προσώπου σε θέση δικαστή στην αποκλειστική αρμοδιότητα τμήματος του Sąd Najwyższy (Ανωτάτου Δικαστηρίου, Πολωνία), το οποίο αποτελείται αποκλειστικά από πρόσωπα που διορίσθηκαν σε θέση δικαστή υπό τις συνθήκες που εκτέθηκαν στο πρώτο ερώτημα, και οι οποίες επιβάλλουν ταυτόχρονα την άνευ εξετάσεως απόρριψη των αιτιάσεων σχετικά με τον διορισμό των δικαστών λαμβανομένου υπόψη του θεσμικού πλαισίου και της εν γένει οικονομίας του συστήματος·

β)    επιβάλλουν, προκειμένου να διασφαλισθεί η πρακτική αποτελεσματικότητα του ευρωπαϊκού δικαίου, ερμηνεία του εθνικού δικαίου κατά τρόπο που να παρέχει στο δικαστήριο τη δυνατότητα να εξαιρεί αυτεπαγγέλτως τέτοιο πρόσωπο από την εξέταση υπόθεσης, δυνάμει της κατ’ αναλογία εφαρμογής των διατάξεων περί εξαίρεσης δικαστή ο οποίος κωλύεται να ασκήσει τα δικαστικά του καθήκοντα (εκ του νόμου εξαίρεση δικαστή, iudex inhabilis);

____________