ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (δεύτερο τμήμα)

της 19ης Δεκεμβρίου 2019 (*)

«ΕΓΤΕ και ΕΓΤΑΑ – Δαπάνες που αποκλείονται από τη χρηματοδότηση – Δαπάνες τις οποίες πραγματοποίησε η Ελλάδα – Αγροτική ανάπτυξη – Αποσυνδεδεμένες άμεσες ενισχύσεις – Βασικοί έλεγχοι – Κατ’ αποκοπήν δημοσιονομικές διορθώσεις»

Στην υπόθεση T‑295/18,

Ελληνική Δημοκρατία, εκπροσωπούμενη από τον Γ. Κανελλόπουλο και από τις Ι. Παχή, Α. Βασιλοπούλου και Ε. Χρόνη,

προσφεύγουσα,

κατά

Ευρωπαϊκής Επιτροπής, εκπροσωπούμενης από τον Δ. Τριανταφύλλου και την J. Aquilina,

καθής,

με αντικείμενο προσφυγή δυνάμει του άρθρου 263 ΣΛΕΕ με αίτημα τη μερική ακύρωση της εκτελεστικής απόφασης (ΕΕ) 2018/304 της Επιτροπής, της 27ης Φεβρουαρίου 2018, για τον αποκλεισμό από τη χρηματοδότηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης ορισμένων δαπανών που πραγματοποιήθηκαν από τα κράτη μέλη στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Γεωργικού Ταμείου Εγγυήσεων (ΕΓΤΕ) και του Ευρωπαϊκού Γεωργικού Ταμείου Αγροτικής Ανάπτυξης (ΕΓΤΑΑ) (ΕΕ 2018, L 59, σ. 3),

ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα),

συγκείμενο από τους F. Schalin (εισηγητή), προεδρεύοντα, B. Berke και M. J. Costeira, δικαστές,

γραμματέας: M. Marescaux, διοικητική υπάλληλος,

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 9ης Ιουλίου 2019,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

 Ιστορικό της διαφοράς

 Μέτρα αγροτικής ανάπτυξης: μέτρο 125A,  που φέρει τον τίτλο  «Βελτίωση και ανάπτυξη της υποδομής που σχετίζεται με την ανάπτυξη και προσαρμογή της γεωργίας και της δασοκομίας», μέτρο 321,  που φέρει τον τίτλο  «Βασικές υπηρεσίες για την οικονομία και τον αγροτικό πληθυσμό»,  και μέτρο  322,  που φέρει τον τίτλο  «Ανακαίνιση και ανάπτυξη των χωριών»

1        Από τις 20 έως τις 24 Απριλίου 2015, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή διενήργησε στην Ελλάδα την υπ’ αριθ. RD 1/2015/805/GR έρευνα για την αγροτική ανάπτυξη στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Γεωργικού Ταμείου Αγροτικής Ανάπτυξης (ΕΓΤΑΑ).

2        Με την επιστολή Ares(2015) 3097712 της 23ης Ιουλίου 2015, η Επιτροπή γνωστοποίησε τις παρατηρήσεις της στην Ελληνική Δημοκρατία, η οποία απάντησε στις 21 Οκτωβρίου 2015.

3        Στις 14 Ιανουαρίου 2016 πραγματοποιήθηκε διμερής συνάντηση, κατόπιν της οποίας η Ελληνική Δημοκρατία διαβίβασε τις παρατηρήσεις της στις 27 Ιανουαρίου και 7 Μαρτίου 2016.

4        Στις 3 Αυγούστου 2016, με την επιστολή Ares(2016) 4076187, η αρμόδια υπηρεσία της Επιτροπής γνωστοποίησε στην Ελληνική Δημοκρατία την πρόθεσή της να προτείνει τον αποκλεισμό ενός ακαθάριστου ποσού ύψους 16 896 998,38 ευρώ από τη χρηματοδότηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το οποίο θα μειωνόταν στο καθαρό ποσό των 13 884 943,61 ευρώ λόγω των διορθώσεων που είχαν ήδη γίνει ως προς τις ίδιες δαπάνες στο πλαίσιο της προηγούμενης έρευνας υπ’ αριθ. RD 1/2012/810/GR. Ειδικότερα, η Επιτροπή εκτιμούσε ότι είχαν διαπιστωθεί ανεπάρκειες όσον αφορά την εφαρμογή, στην Ελλάδα, του καθεστώτος των μέτρων που εντάσσονταν στο πλαίσιο του προγράμματος αγροτικής ανάπτυξης του ΕΓΤΑΑ για την περίοδο προγραμματισμού 2007‑2013 και ότι οι ανεπάρκειες αυτές αφορούσαν τα οικονομικά έτη από το 2010 έως το 2015.

5        Οι επίμαχες ανεπάρκειες ήταν δύο ειδών. Αφενός, στο πλαίσιο του μέτρου 125A, που φέρει τον τίτλο «Βελτίωση και ανάπτυξη της υποδομής που σχετίζεται με την ανάπτυξη και προσαρμογή της γεωργίας και της δασοκομίας» (στο εξής: μέτρο 125A), το σύστημα επιλογής των έργων που θα χρηματοδοτούνταν βάσει των επίσημων κριτηρίων επιλογής ήταν πλημμελές. Η επιλογή αυτή δεν διενεργήθηκε πράγματι από τις διαχειριστικές αρχές αλλά στο πλαίσιο ενός αδιαφανούς συστήματος προεπιλογής που εφαρμόστηκε από τη Διεύθυνση Τεχνικών Μελετών και Κατασκευών του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων (στο εξής: ΔΤΜΚ) και, κατά συνέπεια, δεν υπήρξε καμία εγγύηση ότι τα χρηματοδοτούμενα έργα ήταν πράγματι τα καλύτερα από την άποψη των στόχων του προγράμματος αγροτικής ανάπτυξης (ΠΑΑ) ούτε ότι δεν είχαν αποκλειστεί ορισμένα από τα έργα που θα μπορούσαν να επιτύχουν τους στόχους αυτούς. Αφετέρου, στο πλαίσιο τόσο του μέτρου 125Α όσο και των μέτρων 321 «Βασικές υπηρεσίες για την οικονομία και τον αγροτικό πληθυσμό» (στο εξής: μέτρο 321) και 322 «Ανακαίνιση και ανάπτυξη των χωριών» (στο εξής: μέτρο 322), διαπιστώθηκαν ανεπάρκειες στην αξιολόγηση των αιτήσεων ενίσχυσης από τη διαχειριστική αρχή, ιδίως έλλειψη σαφούς μεθοδολογίας για την αξιολόγηση και τη βαθμολόγηση των διαφόρων αιτήσεων καθώς και σφάλματα και ασυνέπειες στην εφαρμογή των κρίσιμων κριτηρίων.

6        Κατόπιν της αίτησης συμβιβασμού την οποία υπέβαλε η Ελληνική Δημοκρατία στις 19 Αυγούστου 2016, το όργανο συμβιβασμού εξέδωσε τη γνωμοδότησή του στις 21 Μαρτίου 2017.

7        Η Επιτροπή διατύπωσε την τελική θέση της αποστέλλοντας στις ελληνικές αρχές την επιστολή Ares(2017) 3949831 της 8ης Αυγούστου 2017, με την οποία επισήμαινε ότι ενέμενε μερικώς στη θέση της και καθόριζε το ακαθάριστο ποσό της διόρθωσης στα 15 631 045,52 ευρώ, το οποίο μειωνόταν στο καθαρό ποσό των 12 618 988,75 ευρώ και αντιστοιχούσε σε κατ’ αποκοπήν διόρθωση 10 % όσον αφορά τις ανεπάρκειες ειδικά του μέτρου 125Α και 5 % όσον αφορά τις ανεπάρκειες που ήταν κοινές στα μέτρα 125A, 321 και 322.

 Μέτρο αγροτικής ανάπτυξης: μέτρο 123A,  που φέρει τον τίτλο  «Αύξηση αξίας γεωργικών και δασοκομικών προϊόντων»

8        Από τις 9 έως τις 13 Νοεμβρίου 2015, η Επιτροπή διεξήγαγε την υπ’ αριθ. RD 1/2015/809/GR έρευνα, σχετικά με την αγροτική ανάπτυξη στο πλαίσιο του ΕΓΤΑΑ (Μέτρα με προσανατολισμό τις επενδύσεις – Δικαιούχοι του ιδιωτικού τομέα).

9        Με την επιστολή Ares(2016) 272247 της 19ης Ιανουαρίου 2016, η Επιτροπή γνωστοποίησε τις παρατηρήσεις της στην Ελληνική Δημοκρατία, η οποία απάντησε στις 21 Μαρτίου 2016.

10      Στις 30 Ιουνίου 2016 πραγματοποιήθηκε διμερής συνάντηση, κατόπιν της οποίας η Ελληνική Δημοκρατία διαβίβασε τις παρατηρήσεις της στις 28 Ιουλίου 2016.

11      Με την επιστολή Ares(2017) 255542 της 17ης Ιανουαρίου 2017, οι υπηρεσίες της Επιτροπής γνωστοποίησαν στην Ελληνική Δημοκρατία την πρόθεσή τους να προτείνουν τον αποκλεισμό του ποσού των 2 238 088,23 ευρώ από τη χρηματοδότηση της Ένωσης. Ειδικότερα, οι υπηρεσίες αυτές εκτιμούσαν ότι στην Ελλάδα είχαν διαπιστωθεί ανεπάρκειες όσον αφορά την εφαρμογή του καθεστώτος των μέτρων που εντάσσονταν στο πλαίσιο του προγράμματος αγροτικής ανάπτυξης του ΕΓΤΑΑ για την περίοδο προγραμματισμού 2007‑2013 και ότι οι ανεπάρκειες αυτές αφορούσαν τα οικονομικά έτη 2012 έως 2016.

12      Οι επίμαχες ανεπάρκειες αφορούσαν το μέτρο 123A «Αύξηση της αξίας των γεωργικών και δασοκομικών προϊόντων» (στο εξής: μέτρο 123A). Οι υπηρεσίες της Επιτροπής εντόπισαν πλημμέλειες του βασικού ελέγχου «Αξιολόγηση του εύλογου χαρακτήρα των δαπανών με τη χρήση κατάλληλου συστήματος αξιολόγησης, όπως είναι το κόστος αναφοράς, η σύγκριση των διαφόρων προσφορών ή η επιτροπή αξιολόγησης». Συναφώς, οι υπηρεσίες αυτές εκτίμησαν ότι οι διάφορες προσφορές που απαιτούνταν κατά το στάδιο της αίτησης για την αξιολόγηση του εύλογου χαρακτήρα των δαπανών δεν ήταν συγκρίσιμες, ότι το κόστος των εργασιών δεν είχε ελεγχθεί με βάση το καθορισμένο μέγιστο κόστος κατασκευής, ότι δεν υπήρχε διαφάνεια ως προς τα στοιχεία επί των οποίων οι εμπειρογνώμονες στήριξαν τις γνώμες τους σχετικά με την αξιολόγηση του εύλογου χαρακτήρα των δαπανών, καθώς και ότι στις αιτήσεις ενδιάμεσων πληρωμών μπορούσαν να δηλωθούν υπερβάσεις.

13      Κατόπιν της αίτησης συμβιβασμού την οποία υπέβαλε η Ελληνική Δημοκρατία στις 23 Μαρτίου 2017, το όργανο συμβιβασμού εξέδωσε τη γνωμοδότησή του στις 29 Μαΐου 2017.

14      Η Επιτροπή διατύπωσε την τελική θέση της αποστέλλοντας στις ελληνικές αρχές την επιστολή Ares(2017) 3867854 της 2ας Αυγούστου 2017, με την οποία επισήμαινε ότι καθόριζε το ποσό της διόρθωσης σε 2 238 088,23 ευρώ, το οποίο αντιστοιχούσε σε κατ’ αποκοπήν διόρθωση 5 %.

 Χρηματοδότηση από το ΕΓΤΕ: έλεγχος των συναλλαγών  δυνάμει του τίτλου V, κεφάλαιο  III, του κανονισμού 1306/2013

15      Από τις 12 έως τις 16 Οκτωβρίου 2015, η Επιτροπή διεξήγαγε την υπ’ αριθ. XP/2015/004/GR έρευνα σχετικά με το σύστημα χρηματοδότησης από το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Εγγυήσεων (ΕΓΤΕ), δυνάμει του τίτλου V, κεφάλαιο III, του κανονισμού (ΕΕ) 1306/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 17ης Δεκεμβρίου 2013, σχετικά με τη χρηματοδότηση, τη διαχείριση και την παρακολούθηση της κοινής γεωργικής πολιτικής και την κατάργηση των κανονισμών (ΕΟΚ) αριθ. 352/78, (ΕΚ) αριθ. 165/94, (ΕΚ) αριθ. 2799/98, (ΕΚ) αριθ. 814/2000, (ΕΚ) αριθ. 1290/2005 και (ΕΚ) αριθ. 485/2008 του Συμβουλίου (ΕΕ 2013, L 347, σ. 549).

16      Με την επιστολή Ares(2015) 5979227 της 21ης Δεκεμβρίου 2015, η Επιτροπή γνωστοποίησε τις παρατηρήσεις της στην Ελληνική Δημοκρατία, η οποία απάντησε στις 18 Φεβρουαρίου 2015.

17      Στις 9 Ιουνίου 2016 πραγματοποιήθηκε διμερής συνάντηση, κατόπιν της οποίας η Ελληνική Δημοκρατία διαβίβασε τις παρατηρήσεις της στις 3 Αυγούστου 2016, παρέχοντας συμπληρωματικές πληροφορίες στις 30 Ιουνίου και στις 14 Οκτωβρίου 2016.

18      Το ποσό το οποίο η Επιτροπή πρότεινε να αποκλειστεί από τη χρηματοδότηση της Ένωσης ανερχόταν σε 588 103,59 ευρώ, ποσό που αντιστοιχούσε σε κατ’ αποκοπήν διόρθωση 0,5 % και αφορούσε τα οικονομικά έτη 2011 έως 2014. Δεν υποβλήθηκε αίτηση προς το όργανο συμβιβασμού.

19      Η Επιτροπή εκτιμούσε ότι είχαν εντοπιστεί ανεπάρκειες ως προς τον έλεγχο των εμπορικών εγγράφων από τα οποία μπορούσε να διαπιστωθεί κατά πόσον οι συναλλαγές που ανάγονταν στη χρηματοδότηση των αποσυνδεδεμένων άμεσων ενισχύσεων από το ΕΓΤΕ είχαν πράγματι λάβει χώρα και κατά πόσον οι συναλλαγές αυτές είχαν εκτελεστεί ορθά. Ο έλεγχος βασίστηκε στα κύρια έγγραφα που είχαν υποβληθεί στον οργανισμό πληρωμών και όχι σε άλλα μέσα που επιβεβαίωναν το αληθές των συναλλαγών. Ακόμη, οι ελληνικές αρχές δεν μπόρεσαν να αποδείξουν ότι τα φυσικά ή νομικά πρόσωπα που δεν τηρούσαν τις υποχρεώσεις τους να συνεργαστούν στο πλαίσιο του ελέγχου των εμπορικών εγγράφων υφίσταντο κυρώσεις ούτε ότι υφίσταντο καν διατάξεις σχετικά με τέτοιες κυρώσεις. Συναφώς, η Επιτροπή εκτίμησε ότι οι κυρώσεις του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας δεν ήταν επαρκείς και ότι, μολονότι τον Νοέμβριο του 2015 είχαν τεθεί σε ισχύ νέες κανονιστικές διατάξεις προβλέπουσες κύρωση η οποία μπορούσε να ανέλθει στο 5 % του ποσού της ενίσχυσης, πριν από την εν λόγω ημερομηνία δεν υπήρχαν ειδικές διατάξεις.

 Η προσβαλλόμενη απόφαση

20      Στις 27 Φεβρουαρίου 2018 η Επιτροπή εξέδωσε την εκτελεστική απόφαση (ΕΕ) 2018/304, για τον αποκλεισμό από τη χρηματοδότηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης ορισμένων δαπανών που πραγματοποιήθηκαν από τα κράτη μέλη στο πλαίσιο του ΕΓΤΕ και του ΕΓΤΑΑ (ΕΕ 2018, L 59, σ. 3, στο εξής: προσβαλλόμενη απόφαση).

21      Στην προσβαλλόμενη απόφαση, η Επιτροπή καθόρισε τα ποσά των δαπανών των κρατών μελών στο πλαίσιο του ΕΓΤΕ και του ΕΓΤΑΑ (στο εξής, έκαστο: Ταμείο) τα οποία απέκλειε από τη χρηματοδότηση της Ένωσης. Όσον αφορά την Ελληνική Δημοκρατία, η Επιτροπή εφάρμοσε, πρώτον, στο πλαίσιο του ΕΓΤΕ, κατ’ αποκοπήν διόρθωση συνολικού ύψους 588 103,59 ευρώ για τα οικονομικά έτη 2011 έως 2014 και, δεύτερον, όσον αφορά την αγροτική ανάπτυξη στο πλαίσιο του ΕΓΤΑΑ, κατ’ αποκοπήν διόρθωση συνολικού ύψους 17 869 131,75 ευρώ, την οποία μείωσε στο καθαρό ποσό των 14 857 076,98 ευρώ, για τα οικονομικά έτη από το 2010 έως το 2015.

22      Η Επιτροπή δικαιολόγησε την επιβολή των επίμαχων κατ’ αποκοπήν διορθώσεων με τις αιτιολογίες που ανέπτυξε στη συνοπτική έκθεση, όπως παρατίθενται στις σκέψεις 5, 12 και 19 ανωτέρω.

 Διαδικασία και αιτήματα των διαδίκων

23      Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 7 Μαΐου 2018, η Ελληνική Δημοκρατία άσκησε την υπό κρίση προσφυγή.

24      Το υπόμνημα αντικρούσεως, το υπόμνημα απαντήσεως και το υπόμνημα ανταπαντήσεως κατατέθηκαν στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου, αντιστοίχως, στις 16 Ιουλίου, στις 17 Σεπτεμβρίου και στις 10 Οκτωβρίου 2018.

25      Η περάτωση της έγγραφης διαδικασίας γνωστοποιήθηκε στους διαδίκους στις 10 Οκτωβρίου 2018.

26      Στις 31 Οκτωβρίου 2018 η Ελληνική Δημοκρατία δήλωσε ότι επιθυμούσε τη διεξαγωγή επ’ ακροατηρίου συζήτησης.

27      Οι διάδικοι αγόρευσαν και απάντησαν στις προφορικές ερωτήσεις του Γενικού Δικαστηρίου κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 9ης Ιουλίου 2019, κατόπιν της οποίας η υπόθεση τέθηκε υπό διάσκεψη.

28      Η Ελληνική Δημοκρατία ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:

–        να ακυρώσει την προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέτρο που την αφορά·

–        να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.

29      Η Επιτροπή ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:

–        να απορρίψει την προσφυγή·

–        να καταδικάσει την Ελληνική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.

 Σκεπτικό

30      Η Ελληνική Δημοκρατία προβάλλει οκτώ λόγους προς στήριξη της προσφυγής.

31      Πρώτον, όσον αφορά τις διορθώσεις που επιβλήθηκαν με την προσβαλλόμενη απόφαση στα μέτρα 125A, 321, 322 και 123A, η Επιτροπή υπερέβη την κατά χρόνο αρμοδιότητά της που απορρέει από το άρθρο 53, παράγραφος 4, στοιχείο γʹ, του κανονισμού 1306/2013 και υπέπεσε σε εκ παραδρομής σφάλμα κατά τον υπολογισμό της βάσης της διόρθωσης.

32      Δεύτερον, επικουρικώς όσον αφορά το μέτρο 125Α, η Επιτροπή παραβίασε τις αρχές ne bis in idem, της ασφάλειας δικαίου, της χρηστής διοικήσεως, της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και της αναλογικότητας.

33      Τρίτον, όσον αφορά το μέτρο 125A, η Επιτροπή παρέβη τις διατάξεις του άρθρου 71, παράγραφος 2, και του άρθρου 75, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΚ) 1698/2005 του Συμβουλίου, της 20ής Σεπτεμβρίου 2005, για τη στήριξη της αγροτικής ανάπτυξης από το ΕΓΤΑΑ (ΕΕ 2005, L 277, σ. 1), του άρθρου 43 του κανονισμού (ΕΚ) 1974/2006 της Επιτροπής, της 15ης Δεκεμβρίου 2006, για τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του κανονισμού 1698/2005 (ΕΕ 2006, L 368, σ. 15), τις διατάξεις του ΠΑΑ που ίσχυαν για την περίοδο προγραμματισμού 2007‑2013 και τις διατάξεις του άρθρου 24, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, του κανονισμού (ΕΕ) 65/2011 της Επιτροπής, της 27ης Ιανουαρίου 2011, για τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του κανονισμού 1698/2005 (ΕΕ 2011, L 25, σ. 8). Επιπλέον, η επιβολή της κατ’ αποκοπήν διόρθωσης 10 % πάσχει έλλειψη νόμιμης βάσης και έλλειψη αιτιολογίας.

34      Τέταρτον, επικουρικώς όσον αφορά το μέτρο 125Α, η Επιτροπή παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, την αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, τις κατευθυντήριες γραμμές του εγγράφου VI/5330/97 της Επιτροπής, της 23ης Δεκεμβρίου 1997, που φέρει τον τίτλο «Κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με τον υπολογισμό των δημοσιονομικών συνεπειών κατά την προετοιμασία της αποφάσεως εκκαθαρίσεως των λογαριασμών του ΕΓΤΠΕ–Τμήμα Εγγυήσεων» (στο εξής: έγγραφο VI/5330/97), και τις κατευθυντήριες γραμμές για τον υπολογισμό των δημοσιονομικών διορθώσεων στο πλαίσιο των διαδικασιών εκκαθάρισης ως προς τη συμμόρφωση και δημοσιονομικής εκκαθάρισης των λογαριασμών, που περιλαμβάνονται στην ανακοίνωση C(2015) 3675 τελικό της Επιτροπής, της 8ης Ιουνίου 2015 (στο εξής: κατευθυντήριες γραμμές του 2015). Επιπλέον, η εφαρμογή του συντελεστή κατ’ αποκοπήν διόρθωσης 10 % πάσχει έλλειψη αιτιολογίας.

35      Πέμπτον, όσον αφορά την κατ’ αποκοπήν διόρθωση 5 % που επιβλήθηκε στα μέτρα 321 και 322, η Επιτροπή παρέβη τις διατάξεις του άρθρου 24, παράγραφος 2, του κανονισμού 65/2011, υπέπεσε σε εκ παραδρομής σφάλμα και δεν παρέθεσε επαρκή αιτιολογία όσον αφορά τις αποδιδόμενες ελλείψεις στη βαθμολόγηση των αιτήσεων ενίσχυσης από τη διαχειριστική αρχή και την αποδιδόμενη έλλειψη διαχειριστικού ελέγχου των εργασιών αξιολόγησης και, τέλος, παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας.

36      Έκτον, όσον αφορά την κατ’ αποκοπήν διόρθωση 5 % που επιβλήθηκε στο μέτρο 123A, η Επιτροπή παρέβη τις διατάξεις του άρθρου 24, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού 65/2011 και παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, υπέπεσε σε εκ παραδρομής σφάλμα και δεν παρέθεσε επαρκή αιτιολογία όσον αφορά την αποδιδόμενη έλλειψη σε σχέση με την επαλήθευση του εύλογου χαρακτήρα των δαπανών.

37      Έβδομον, η επιβολή της διόρθωσης της χρηματοδότησης από το ΕΓΤΕ πάσχει έλλειψη νόμιμης βάσης και έλλειψη αιτιολογίας όσον αφορά τα οικονομικά έτη 2011 έως 2013 και ενέχει παραβίαση της αρχής της χρηστής διοικήσεως όσον αφορά το οικονομικό έτος 2013.

38      Όγδοον, η επιβολή της διόρθωσης της χρηματοδότησης από το ΕΓΤΕ πάσχει πλάνη περί τα πράγματα και ανεπαρκή αιτιολογία, προσβάλλει δε τα δικαιώματα άμυνας της Ελληνικής Δημοκρατίας.

39      Η Επιτροπή ζητεί να απορριφθούν όλοι οι λόγοι που προβάλλει η Ελληνική Δημοκρατία ως αβάσιμοι ή αλυσιτελείς.

40      Καταρχάς, υπενθυμίζεται, όσον αφορά τις αιτιάσεις της Ελληνικής Δημοκρατίας, ότι, κατά πάγια νομολογία, τα ευρωπαϊκά γεωργικά Ταμεία χρηματοδοτούν μόνον τις παρεμβάσεις που πραγματοποιούνται σύμφωνα με τις διατάξεις του δικαίου της Ένωσης στο πλαίσιο της κοινής οργάνωσης των γεωργικών αγορών (βλ. απόφαση της 27ης Φεβρουαρίου 2013, Πολωνία κατά Επιτροπής, T‑241/10, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2013:96, σκέψη 20 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

41      Όταν η Επιτροπή αρνείται να επιβαρύνει το Ταμείο με ορισμένες δαπάνες λόγω παραβάσεων των διατάξεων του δικαίου της Ένωσης για τις οποίες ευθύνεται κράτος μέλος, δεν οφείλει να αποδείξει κατά τρόπο εξαντλητικό την ανεπάρκεια των διενεργηθέντων από τις εθνικές διοικητικές αρχές ελέγχων ή το παράτυπο των αριθμητικών στοιχείων που αυτές διαβίβασαν, αλλά να προσκομίσει αποδείξεις για τη σοβαρή και εύλογη αμφιβολία που διατηρεί ως προς τους ελέγχους αυτούς ή τα αριθμητικά αυτά στοιχεία. Η ως άνω ελάφρυνση του βάρους αποδείξεως για την Επιτροπή εξηγείται από το γεγονός ότι το κράτος μέλος ευρίσκεται στην πλέον κατάλληλη θέση προκειμένου να συλλέξει και να επαληθεύσει τα αναγκαία στοιχεία για την εκκαθάριση των λογαριασμών του Ταμείου και, κατά συνέπεια, σε αυτό εναπόκειται να προσκομίσει την πλέον εμπεριστατωμένη και πλήρη απόδειξη για το αληθές των ελέγχων ή των αριθμητικών στοιχείων του και, εφόσον συντρέχει περίπτωση, για την ανακρίβεια των όσων προβάλλει η Επιτροπή (βλ. απόφαση της 17ης Μαΐου 2013, Ελλάδα κατά Επιτροπής, T‑294/11, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2013:261, σκέψη 21 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

42      Το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος δεν μπορεί να ανασκευάσει τις διαπιστώσεις της Επιτροπής χωρίς να στηρίζει τα όσα το ίδιο υποστηρίζει σε στοιχεία που αποδεικνύουν την ύπαρξη αξιόπιστου και λειτουργικού συστήματος ελέγχου. Εφόσον δεν επιτυγχάνει να αποδείξει ότι οι διαπιστώσεις της Επιτροπής δεν ευσταθούν, αυτές συνιστούν στοιχεία δυνάμενα να προκαλέσουν σοβαρές αμφιβολίες ως προς τη θέσπιση κατάλληλου και αποτελεσματικού συστήματος μέτρων εποπτείας και ελέγχου (βλ. απόφαση της 9ης Ιανουαρίου 2003, Ελλάδα κατά Επιτροπής, C‑157/00, EU:C:2003:5, σκέψη 18 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

43      Υπό το πρίσμα των σκέψεων αυτών πρέπει να εξεταστούν οι λόγοι ακυρώσεως τους οποίους προβάλλει η Ελληνική Δημοκρατία προς στήριξη της προσφυγής της στο μέτρο που αφορά τις κατ’ αποκοπήν διορθώσεις οι οποίες επιβλήθηκαν με την προσβαλλόμενη απόφαση.

 Επί του πρώτου λόγου ακυρώσεως, ο οποίος αφορά τις διορθώσεις που επιβλήθηκαν στα μέτρα 125A, 321, 322 και 123A και με τον οποίο προβάλλεται παραβίαση της κατά χρόνο αρμοδιότητας  της Επιτροπής  και εκ παραδρομής σφάλμα κατά τον υπολογισμό  της βάσης της διόρθωσης

44      Η Ελληνική Δημοκρατία εκθέτει ότι η Επιτροπή υπερέβη την αρμοδιότητά της εφαρμόζοντας δημοσιονομικές διορθώσεις σε πληρωμές που πραγματοποιήθηκαν νωρίτερα από την περίοδο των 24 μηνών την οποία προβλέπει το άρθρο 52, παράγραφος 4, στοιχείο γʹ, του κανονισμού 1306/2013. Κατά την Ελληνική Δημοκρατία, όσον αφορά τα μέτρα 125A, 321 και 322, η Επιτροπή γνωστοποίησε τις διαπιστώσεις της στις 23 Ιουλίου 2015 και κατά συνέπεια η εν λόγω περίοδος είχε αρχίσει στις 23 Ιουλίου 2013. Η Ελληνική Δημοκρατία φρονεί ότι, όσον αφορά το μέτρο 123A, η περίοδος αυτή είχε αρχίσει στις 21 Ιανουαρίου 2014, ημερομηνία κατά την οποία είχαν γνωστοποιηθεί οι διαπιστώσεις της Επιτροπής. Ωστόσο, η Επιτροπή κακώς εκτιμά ότι μπορούσε επίσης να επιβάλει διορθώσεις σε δαπάνες σχετικές με ενδιάμεσες πληρωμές και προκαταβολές που είχαν πραγματοποιηθεί περισσότερο από 24 μήνες πριν από την εκ μέρους της έγγραφη ανακοίνωση των πορισμάτων των επιθεωρήσεων στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος και αφορούσαν μέτρα ως προς τα οποία η τελική πληρωμή είχε λάβει χώρα κατά το διάστημα αυτό.

45      Εξάλλου, η Επιτροπή διέπραξε σφάλμα κατά τον καθορισμό των ποσών που χρησιμοποίησε ως βάση για τις διορθώσεις, καθόσον συμπεριέλαβε στη βάση αυτή ενδιάμεσες πληρωμές για τις οποίες η τελική πληρωμή δεν είχε πραγματοποιηθεί εντός του κατά το άρθρο 52, παράγραφος 4, στοιχείο γʹ, του κανονισμού 1306/2013 εικοσιτετραμήνου. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα την αύξηση του ποσού των δημοσιονομικών διορθώσεων για το κάθε μέτρο όσον αφορά τα οικονομικά έτη από το 2010 έως το 2014. Οι δε υπηρεσίες της Επιτροπής είχαν επίγνωση του σφάλματος αυτού, γεγονός που δημιούργησε στην Ελληνική Δημοκρατία την «εύλογη πεποίθηση» ότι οι εσφαλμένες αυτές διορθώσεις δεν θα επιβάλλονταν.

46      Η Ελληνική Δημοκρατία υποστηρίζει επίσης ότι η ερμηνεία από την Επιτροπή των διατάξεων του άρθρου 52, παράγραφος 4, στοιχείο γʹ, του κανονισμού 1306/2013 είναι εσφαλμένη στον βαθμό που αποτελεί εξ αντιδιαστολής ερμηνεία η οποία επιτρέπει χωρίς περιορισμούς την επιβολή αναδρομικών δημοσιονομικών διορθώσεων στις δαπάνες των πολυετών προγραμμάτων. Ωστόσο, ο κανόνας της μη εφαρμογής των δημοσιονομικών διορθώσεων στις δαπάνες που πραγματοποιήθηκαν περισσότερο από 24 μήνες πριν από την έγγραφη ανακοίνωση από την Επιτροπή των πορισμάτων των επιθεωρήσεων στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος εφαρμόζεται τόσο στις τελικές πληρωμές όσο και στις άλλες πληρωμές για πολυετείς και εφάπαξ δαπάνες. Η Επιτροπή έχει πάντως την ευχέρεια, κατόπιν της εφαρμογής μιας διόρθωσης, να προβεί σε νέα διόρθωση για παρατυπίες που σημειώθηκαν αργότερα, αντίστοιχα προς τη σταδιακή διενέργεια των δαπανών. Εξάλλου, όσον αφορά το εκ παραδρομής σφάλμα κατά τον υπολογισμό της βάσης της διόρθωσης, η Ελληνική Δημοκρατία υποστηρίζει ότι, κατά το μέτρο που η Επιτροπή είχε επίγνωση της εσφαλμένης βάσης υπολογισμού της διόρθωσης, δεν τήρησε την αρχή της καλόπιστης συνεργασίας με την Ελληνική Δημοκρατία.

47      Η Επιτροπή αντικρούει τα επιχειρήματα της Ελληνικής Δημοκρατίας.

48      Εν προκειμένω, το άρθρο 52, παράγραφος 4, του κανονισμού 1306/2013, το οποίο ορίζει τις προθεσμίες στις οποίες υπόκειται η εξουσία της Επιτροπής να προβαίνει σε δημοσιονομικές διορθώσεις τόσο στο πλαίσιο του ΕΓΤΕ όσο και στο πλαίσιο του ΕΓΤΑΑ, έχει ως εξής:

«4.      Η απόρριψη χρηματοδότησης δεν μπορεί να αφορά:

α)      δαπάνες που αναφέρονται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 και πραγματοποιήθηκαν νωρίτερα από 24 μήνες πριν από την έγγραφη ανακοίνωση των πορισμάτων των επιθεωρήσεων στο κράτος μέλος από την Επιτροπή·

β)      δαπάνες για πολυετή μέτρα που εντάσσονται στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 4 παράγραφος 1 ή των προγραμμάτων του άρθρου 5 και για τις οποίες η τελευταία υποχρέωση που υπέχει ο δικαιούχος ανελήφθη νωρίτερα από 24 μήνες πριν από την έγγραφη ανακοίνωση των πορισμάτων των επιθεωρήσεων στο κράτος μέλος από την Επιτροπή·

γ)      δαπάνες για μέτρα που προβλέπονται στα προγράμματα που αναφέρονται στο άρθρο 5, εκτός από αυτά του στοιχείου β) της παρούσας παραγράφου, για τις οποίες η πληρωμή ή ενδεχομένως η τελική πληρωμή από τον οργανισμό πληρωμών πραγματοποιήθηκε νωρίτερα από 24 μήνες πριν από την έγγραφη ανακοίνωση των πορισμάτων των επιθεωρήσεων στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος από την Επιτροπή.»

49      Μολονότι το άρθρο 52, παράγραφος 4, στοιχείο αʹ, του κανονισμού 1306/2013 θεσπίζει κανόνα κατά τον οποίο, όσον αφορά τις εφάπαξ δαπάνες του ΕΓΤΕ, η επιβολή δημοσιονομικής διόρθωσης καταρχήν αποκλείεται όσον αφορά δαπάνες που πραγματοποιήθηκαν περισσότερο από 24 μήνες πριν από την εκ μέρους της Επιτροπής ανακοίνωση των διαπιστώσεων που δικαιολογούν τη διόρθωση αυτή, οι διατάξεις του άρθρου 52, παράγραφος 4, στοιχείο γʹ, του εν λόγω κανονισμού προβλέπουν, όσον αφορά μεταξύ άλλων τις δαπάνες του ΕΓΤΑΑ που εμπίπτουν σε προγράμματα τα οποία εκτείνονται σε περισσότερα έτη, ότι από την επιβολή τέτοιας διόρθωσης εξαιρούνται μόνον οι δαπάνες για τις οποίες η πληρωμή ή, σε περίπτωση προκαταβολής ή ενδιάμεσων πληρωμών, η τελική πληρωμή πραγματοποιήθηκε περισσότερο από 24 μήνες πριν από την έγγραφη ανακοίνωση από την Επιτροπή των πορισμάτων των επιθεωρήσεων στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος.

50      Υπό τις συνθήκες αυτές, είναι δυνατή η επιβολή δημοσιονομικής διόρθωσης για όλες τις δαπάνες που αφορούν προγράμματα του ΕΓΤΑΑ τα οποία εκτείνονται σε περισσότερα έτη και τα οποία οδήγησαν σε πληρωμή ή, σε περίπτωση προκαταβολής ή ενδιάμεσων πληρωμών, σε τελική πληρωμή εντός του εικοσιτετραμήνου που προηγείται της ανακοινώσεως των διαπιστώσεων της Επιτροπής.

51      Η εκτίμηση αυτή σχετικά με το εικοσιτετράμηνο του άρθρου 52, παράγραφος 4, στοιχείο γʹ, του κανονισμού 1306/2013 είναι εξάλλου σύμφωνη με την κρίση του Δικαστηρίου στην απόφαση της 19ης Ιουνίου 2003, Ισπανία κατά Επιτροπής (C‑329/00, EU:C:2003:355, σκέψη 43), όσον αφορά το εικοσιτετράμηνο το οποίο προβλέπει το άρθρο 5, παράγραφος 2, στοιχείο γʹ, του κανονισμού (ΕΟΚ) 729/70 του Συμβουλίου, της 21ης Απριλίου 1970, περί χρηματοδοτήσεως της κοινής γεωργικής πολιτικής (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/005, σ. 93), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 1287/95 του Συμβουλίου, της 22ας Μαΐου 1995 (ΕΕ 1995, L 125, σ. 1), του οποίου το κανονιστικό περιεχόμενο αντιστοιχεί κατ’ ουσίαν προς εκείνο του άρθρου 7, παράγραφος 4, πέμπτο εδάφιο, του κανονισμού (ΕΚ) 1258/1999 του Συμβουλίου, της 17ης Μαΐου 1999, περί χρηματοδοτήσεως της κοινής γεωργικής πολιτικής (ΕΕ 1999, L 160, σ. 103). Καθ’ ερμηνεία της τελευταίας αυτής διατάξεως, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε επίσης ότι καθοριστική ημερομηνία για την εφαρμογή της προθεσμίας των 24 μηνών ήταν η ημερομηνία καθορισμού του οριστικού ποσού της ενίσχυσης και της καταβολής του υπολοίπου. Η ερμηνεία αυτή δικαιολογήθηκε από το γεγονός ότι τα ποσά που είχαν καταβληθεί κατά το προηγούμενο έτος αποτελούσαν απλώς προσωρινές καταβολές, εξαρτώμενες από τη σύσταση εγγύησης, και, ως εκ τούτου, δεν ασκούσαν επιρροή για τον προσδιορισμό, προκειμένου περί της εφαρμογής της προθεσμίας των 24 μηνών, της ημερομηνίας κατά την οποία είχε καταβληθεί η ενίσχυση (πρβλ. απόφαση της 12ης Νοεμβρίου 2010, Ισπανία κατά Επιτροπής, T‑113/08, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2010:465, σκέψεις 122 και 123).

52      Ομοίως, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε, σε σχέση με τη διάταξη που είχε εφαρμογή πριν από την έναρξη ισχύος του άρθρου 52, παράγραφος 4, του κανονισμού 1306/2013, συγκεκριμένα το άρθρο 31, παράγραφος 4, του κανονισμού (ΕΚ) 1290/2005 του Συμβουλίου, της 21ης Ιουνίου 2005, για τη χρηματοδότηση της κοινής γεωργικής πολιτικής (ΕΕ 2005, L 209, σ. 1), ότι, προς υπολογισμό του κατά την τελευταία αυτή διάταξη εικοσιτετραμήνου, έπρεπε να ληφθεί υπόψη η ημερομηνία καθορισμού του οριστικού ποσού της ενίσχυσης και της καταβολής του υπολοίπου (βλ. απόφαση της 6ης Δεκεμβρίου 2018, Πορτογαλία κατά Επιτροπής, T‑22/17, EU:T:2018:881, σκέψη 19 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία), τα δε προσωρινώς καταβληθέντα ποσά ή τα ποσά των ενδιάμεσων πληρωμών δεν ήταν κρίσιμα για τον υπολογισμό του εν λόγω εικοσιτετραμήνου (απόφαση της 4ης Οκτωβρίου 2018, Ελλάδα κατά Επιτροπής, T‑272/16, μη δημοσιευθείσα, κατά της οποίας εκκρεμεί αναίρεση, EU:T:2018:651, σκέψη 185).

53      Εν προκειμένω, δεδομένου ότι τα μέτρα 125A, 321, 322 και 123A εμπίπτουν σε προγράμματα του ΕΓΤΑΑ καλύπτοντα περισσότερα έτη, εν προκειμένω την περίοδο από το 2007 έως το 2013, η Επιτροπή αρμοδίως επέβαλε διόρθωση για όλες τις πραγματοποιηθείσες στο πλαίσιο των προγραμμάτων αυτών τελικές ή ενδιάμεσες δαπάνες, εφόσον η πληρωμή ή, σε περίπτωση προκαταβολής ή ενδιάμεσων πληρωμών, η τελική πληρωμή είχε πραγματοποιηθεί εντός του εικοσιτετραμήνου που προηγείτο της ανακοινώσεως των διαπιστώσεών της, ήτοι στις 23 Ιουλίου 2015 όσον αφορά τα μέτρα 125A, 321 και 322 και στις 19 Ιανουαρίου 2016 όσον αφορά το μέτρο 123A.

54      Επομένως, η διόρθωση που εφάρμοσε η Επιτροπή είναι σύμφωνη με το άρθρο 52, παράγραφος 4, στοιχείο γʹ, του κανονισμού 1306/2013 και με τη νομολογιακή ερμηνεία της διατάξεως αυτής.

55      Επομένως, τα προβαλλόμενα περί υπάρξεως εκ παραδρομής σφάλματος συνιστάμενου ειδικότερα στο ότι η Επιτροπή δεν περιόρισε τη δημοσιονομική διόρθωση στις τελικές δαπάνες είναι αβάσιμα, στο μέτρο που, όπως προκύπτει από τους προηγηθέντες συλλογισμούς, η Επιτροπή δεν υποχρεούτο να περιορίσει τη δημοσιονομική διόρθωση στις δαπάνες αυτές και μόνο. Υπό τις συνθήκες αυτές, το επιχείρημα περί παραβιάσεως της αρχής της καλόπιστης συνεργασίας μεταξύ των κρατών μελών και των θεσμικών οργάνων της Ένωσης, στο πλαίσιο της οποίας τα κράτη μέλη και τα εν λόγω θεσμικά όργανα εκπληρώνουν τα εκ των Συνθηκών καθήκοντα βάσει αμοιβαίου σεβασμού και αμοιβαίας συνεργασίας, είναι επίσης αβάσιμο διότι στηρίζεται σε υποτιθέμενη γνώση από την Επιτροπή του γεγονότος ότι ο υπολογισμός της στηριζόταν σε εκ παραδρομής σφάλμα, πράγμα το οποίο δεν ίσχυε εν προκειμένω.

56      Τέλος, όσον αφορά τη μη επίδειξη του δέοντος σεβασμού στην «εύλογη πεποίθηση» της Ελληνικής Δημοκρατίας ότι δεν θα επιβάλλονταν εσφαλμένες, κατά τους ισχυρισμούς της, διορθώσεις, πρέπει να εξομοιωθεί με παραβίαση της αρχής της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, η οποία, κατά πάγια νομολογία, συγκαταλέγεται στις θεμελιώδεις αρχές της Ένωσης. Δικαίωμα επικλήσεως της αρχής αυτής έχει κάθε πρόσωπο στο οποίο θεσμικό όργανο της Ένωσης δημιούργησε βάσιμες προσδοκίες (βλ. απόφαση της 14ης Μαρτίου 2013, Agrargenossenschaft Neuzelle, C‑545/11, EU:C:2013:169, σκέψεις 23 και 24 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). Αποτελούν διαβεβαιώσεις ικανές να δημιουργήσουν τέτοιες προσδοκίες οι ακριβείς, ανεπιφύλακτες και συγκλίνουσες πληροφορίες που προέρχονται από έγκριτες και αξιόπιστες πηγές, όποια και αν είναι η μορφή υπό την οποία γνωστοποιούνται. Αντιθέτως, ουδείς μπορεί να επικαλεστεί παραβίαση της εν λόγω αρχής αν η Διοίκηση δεν του έχει δώσει συγκεκριμένες διαβεβαιώσεις (απόφαση της 14ης Μαρτίου 2013, Agrargenossenschaft Neuzelle, C‑545/11, EU:C:2013:169, σκέψη 25).

57      Εν προκειμένω, η Ελληνική Δημοκρατία δεν αποδεικνύει ότι η Επιτροπή ανέλαβε έναντι αυτής συγκεκριμένες δεσμεύσεις τις οποίες δεν τήρησε, και ειδικότερα δέσμευση περί μη επιβολής δημοσιονομικών διορθώσεων αντιβαινουσών στις διατάξεις του άρθρου 52, παράγραφος 4, στοιχείο γʹ, του κανονισμού 1306/2013. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί το επιχείρημα της Ελληνικής Δημοκρατίας περί μη επιδείξεως του δέοντος σεβασμού στην «εύλογη πεποίθηση».

58      Κατά συνέπεια, ο πρώτος λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

 Επί του δευτέρου λόγου ακυρώσεως, ο οποίος προβάλλεται επικουρικώς όσον αφορά ειδικώς το μέτρο 125A και αφορά παραβίαση των αρχών ne bis in idem, της ασφάλειας δικαίου, της χρηστής διοικήσεως, της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης  και της αναλογικότητας

59      Η Ελληνική Δημοκρατία εκθέτει ότι, με την προσβαλλόμενη απόφαση, η Επιτροπή επέβαλε δημοσιονομική διόρθωση σχετικά με δαπάνες του μέτρου 125A επί των οποίων είχε ήδη επιβληθεί δημοσιονομική διόρθωση δυνάμει της εκτελεστικής της αποφάσεως (ΕΕ) 2016/417 της 17ης Μαρτίου 2016, για τον αποκλεισμό από τη χρηματοδότηση της Ένωσης ορισμένων δαπανών που πραγματοποιήθηκαν από τα κράτη μέλη στο πλαίσιο του ΕΓΤΕ και του ΕΓΤΑΑ (ΕΕ 2016, L 75, σ. 16). Η Ελληνική Δημοκρατία επισημαίνει ότι, με την ως άνω εκτελεστική απόφαση, το κύρος της οποίας επίσης αμφισβητήθηκε από τις ελληνικές αρχές, οι υπηρεσίες της Επιτροπής, προκειμένου να επιβάλουν κύρωση για την παρέμβαση της ΔΤΜΚ στην επιλογή των έργων, εφάρμοσαν μεταξύ άλλων κατ’ αποκοπήν δημοσιονομική διόρθωση 5 % στη γραμμή του προϋπολογισμού 05040511252001 για τα οικονομικά έτη 2010 έως 2013 και στη γραμμή του προϋπολογισμού 05040511251001 για τα οικονομικά έτη 2012 και 2013, ενώ με την προσβαλλόμενη απόφαση εφαρμόζεται εκ νέου στις ίδιες γραμμές κατ’ αποκοπήν διόρθωση 10 %. Η Ελληνική Δημοκρατία εκθέτει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση πάσχει την ίδια παρανομία όσον αφορά τη δημοσιονομική διόρθωση που εφαρμόστηκε στα μέτρα 321, 322 και 123A για τα οικονομικά έτη 2010 έως 2013.

60      Η Επιτροπή αντικρούει τα επιχειρήματα της Ελληνικής Δημοκρατίας.

61      Εν προκειμένω, προς στήριξη του δευτέρου λόγου ακυρώσεως, η Ελληνική Δημοκρατία επικαλείται παραβίαση, πέραν της αρχής ne bis in idem, των αρχών της ασφάλειας δικαίου, της χρηστής διοικήσεως, της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και της αναλογικότητας.

62      Δυνάμει της αρχής ne bis in idem, το κράτος μέλος δεν μπορεί να υποστεί δύο φορές την ίδια κύρωση για την ίδια πράξη. Η εφαρμογή της αρχής αυτής στην υπό κρίση υπόθεση προϋποθέτει καταρχάς ότι αναγνωρίζεται η φύση των δημοσιονομικών διορθώσεων ως κυρώσεων.

63      Υπενθυμίζεται ότι η Επιτροπή έχει υποχρέωση να προβεί σε δημοσιονομική διόρθωση αν οι δαπάνες των οποίων ζητείται η χρηματοδότηση δεν πραγματοποιήθηκαν σύμφωνα με τους κανόνες της Ένωσης. Η δημοσιονομική αυτή διόρθωση αποσκοπεί στο να μην επιβαρυνθεί το Ταμείο με ποσά που δεν έχουν χρησιμεύσει για τη χρηματοδότηση σκοπού επιδιωκομένου από τη συναφή νομοθεσία της Ένωσης και, επομένως, δεν συνιστά κύρωση (αποφάσεις της 11ης Ιανουαρίου 2001, Ελλάδα κατά Επιτροπής, C‑247/98, EU:C:2001:4, σκέψη 14, και της 16ης Σεπτεμβρίου 2013, Κάτω Χώρες κατά Επιτροπής, T‑343/11, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2013:468, σκέψη 111).

64      Εξάλλου, όσον αφορά δαπάνες οι οποίες, όπως αυτές του μέτρου 125A, πραγματοποιούνται τμηματικά, μολονότι η καταβολή του υπολοίπου καθορίζει οριστικώς την περίοδο εντός της οποίας η Επιτροπή δύναται να επιβάλει δημοσιονομική διόρθωση, εντούτοις, πριν από την ως άνω ημερομηνία, η Επιτροπή μπορεί να εφαρμόσει διορθώσεις στις ενδιάμεσες πληρωμές που πραγματοποιήθηκαν εντός του εικοσιτετραμήνου που προηγείται της ανακοινώσεως των παρατηρήσεών της (βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 4ης Οκτωβρίου 2018, Ελλάδα κατά Επιτροπής, T‑272/16, μη δημοσιευθείσα, κατά της οποίας εκκρεμεί αναίρεση, EU:T:2018:651, σκέψη 193).

65      Εν προκειμένω, μολονότι με την προσβαλλόμενη απόφαση η Επιτροπή επέβαλε κατ’ αποκοπήν δημοσιονομική διόρθωση 10 % στις γραμμές του προϋπολογισμού 05040511252001 και 05040511251001 του μέτρου 125A, ενώ στις ίδιες γραμμές του προϋπολογισμού είχε επιβληθεί διόρθωση 5 %, αντιστοίχως για τα οικονομικά έτη 2010 έως 2013 και για τα οικονομικά έτη 2012 και 2013, δυνάμει της εκτελεστικής αποφάσεως 2016/417, τούτο οφειλόταν στο γεγονός ότι, κατά την εφαρμογή της διορθώσεως ύψους 5 %, δεν είχε ακόμη χωρήσει η καταβολή του υπολοίπου, η δε Επιτροπή αποφάσισε εν συνεχεία να εφαρμόσει διόρθωση όσον αφορά τις δαπάνες που εξακολούθησαν να πραγματοποιούνται στο πλαίσιο των εν λόγω γραμμών του προϋπολογισμού, εφαρμόζοντας όμως υψηλότερο ποσοστό διόρθωσης, το οποίο εδικαιολογείτο, κατά την άποψή της, από την εκ μέρους της καλύτερη κατανόηση της ελλείψεως για την οποία επιβαλλόταν η κύρωση. Μολονότι ορισμένες δαπάνες για τις οποίες είχε ήδη επιβληθεί διόρθωση αποτέλεσαν εκ νέου αντικείμενο διόρθωσης, το ποσό της αρχικής διόρθωσης αφαιρέθηκε από το οριστικό ποσό που καθορίστηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση, όπως προκύπτει από την εκκαθάριση που περιλαμβάνεται στη συνοπτική έκθεση. Επομένως, το καθορισθέν στην προσβαλλόμενη απόφαση καθαρό ποσό της διόρθωσης υπολογίστηκε προκειμένου να αποφευχθεί σώρευση διαδοχικών διορθώσεων και σε ενιαίο ποσοστό 10 % για όλες τις δαπάνες των επίμαχων γραμμών του προϋπολογισμού.

66      Κατά συνέπεια, χωρίς να απαιτείται να κριθεί το ζήτημα αν η αρχή ne bis in idem έχει εφαρμογή στο πλαίσιο της εκκαθαρίσεως των λογαριασμών του Ταμείου, επισημαίνεται ότι, κατά την εφαρμογή της αρχικής διόρθωσης σε ποσοστό 5 %, η εφαρμογή του μέτρου 125A από τις ελληνικές αρχές δεν είχε αποτελέσει αντικείμενο οριστικής εκτίμησης και κατά συνέπεια η Επιτροπή διατηρούσε τη δυνατότητα προσαρμογής του ποσοστού της διόρθωσης με βάση την εκ μέρους της οριστική εκτίμηση της διαπιστωθείσας ελλείψεως. Αντιθέτως προς ό,τι υποστηρίζει η Ελληνική Δημοκρατία, η ευχέρεια αυτή την οποία είχε η Επιτροπή δεν της παρείχε τη δυνατότητα να επιβάλλει δημοσιονομικές διορθώσεις επ’ αόριστον για τις δαπάνες που ενέπιπταν στο ίδιο μέτρο, αλλά μόνον τη δυνατότητα να προβαίνει σε τέτοιες διορθώσεις μέχρι την οριστική εκτίμηση του επίμαχου μέτρου μετά την τελική πληρωμή. Οι αρχές που διέπουν την ως άνω κρίση ισχύουν και για τα μέτρα 321, 322 και 123A.

67      Εξάλλου, επισημαίνεται ότι η Ελληνική Δημοκρατία δεν διατύπωσε ειδική επιχειρηματολογία για την προβαλλόμενη παραβίαση των αρχών της ασφάλειας δικαίου, της χρηστής διοικήσεως, της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και της αναλογικότητας. Ειδικότερα, αρκείται να επικαλεστεί παραβίαση των αρχών αυτών ως συμπέρασμα των όσων προβάλλει περί πλάνης περί το δίκαιο κατά την εφαρμογή του άρθρου 52, παράγραφος 4, στοιχείο γʹ, του κανονισμού 1306/2013.

68      Πλην όμως, κατά το άρθρο 76 του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου, το δικόγραφο της προσφυγής πρέπει να περιέχει προσδιορισμό του αντικειμένου της διαφοράς και συνοπτική έκθεση των προβαλλόμενων ισχυρισμών. Τα στοιχεία αυτά πρέπει να είναι αρκούντως σαφή και ακριβή ώστε να μπορεί ο καθού να προετοιμάσει την άμυνά του και το Γενικό Δικαστήριο να αποφανθεί επί της προσφυγής ή της αγωγής, ενδεχομένως χωρίς να χρειάζεται άλλα στοιχεία. Για την εδραίωση της ασφάλειας δικαίου και για τη διασφάλιση της ορθής απονομής της δικαιοσύνης είναι αναγκαίο, για να μπορεί μια προσφυγή ή αγωγή να κριθεί παραδεκτή, τα ουσιώδη πραγματικά και νομικά στοιχεία επί των οποίων στηρίζεται να προκύπτουν, τουλάχιστον συνοπτικά αλλά κατά τρόπο συνεκτικό και κατανοητό, από το κείμενο του εισαγωγικού δικογράφου (βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 3ης Φεβρουαρίου 2005, Chiquita Brands κ.λπ. κατά Επιτροπής, T‑19/01, EU:T:2005:31, σκέψη 64).

69      Επομένως, στο μέτρο που η Ελληνική Δημοκρατία ουδεμία επιχειρηματολογία διατύπωσε προς τεκμηρίωση της παραβίασης των ως άνω αρχών, ο δεύτερος λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος κατά το μέρος αυτό (πρβλ. απόφαση της 12ης Νοεμβρίου 2015, Ιταλία κατά Επιτροπής, T‑255/13, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2015:838, σκέψη 194).

70      Κατά συνέπεια, ο δεύτερος λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί ως εν μέρει αβάσιμος και εν μέρει απαράδεκτος.

 Επί του τρίτου λόγου ακυρώσεως, σχετικά με το μέτρο 125A, με τον οποίο προβάλλεται παράβαση  των διατάξεων  του άρθρου 71, παράγραφος 2, και του άρθρου 75, παράγραφος 1, του κανονισμού 1698/2005, του άρθρου 43  του κανονισμού 1974/2006, των διατάξεων  του ΠΑΑ  που ίσχυαν για την περίοδο προγραμματισμού 20072013 και των διατάξεων του άρθρου 24, παράγραφος 2,  στοιχείο βʹ,  του κανονισμού 65/2011,  καθώς και έλλειψη νόμιμης βάσης και έλλειψη αιτιολογίας

71      Η Ελληνική Δημοκρατία υποστηρίζει ότι, βάσει του ΠΑΑ που ίσχυε για την περίοδο προγραμματισμού 2007‑2013, η ΔΤΜΚ μπορούσε να είναι δικαιούχος των ενισχύσεων του μέτρου 125A, εφόσον η παρέμβασή της στην προεπιλογή των έργων αφορούσε αποκλειστικά τις περιπτώσεις στις οποίες η ΔΤΜΚ ήταν δικαιούχος του συγκεκριμένου έργου.

72      Κατά το άρθρο 43 του κανονισμού 1974/2006, τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι η επίμαχη στήριξη στοχεύει σε σαφώς καθορισμένους στόχους οι οποίοι αντικατοπτρίζουν τις διαρθρωτικές και κατά περιοχή ανάγκες καθώς και τα διαθρωτικά μειονεκτήματα που έχουν προσδιοριστεί. Πλην όμως, κατά την Ελληνική Δημοκρατία, η ΔΤΜΚ δεν αποφασίζει ποια έργα θα ενταχθούν πράγματι στο πρόγραμμα, πράγμα που αποτελεί αρμοδιότητα της διαχειριστικής αρχής, αλλά αναλαμβάνει δράσεις που αποτελούν προπαρασκευαστικές ενέργειες, χωρίς επίδραση στην ίδια την επιλογή. Κατά συνέπεια, η ΔΤΜΚ δεν αποφασίζει η ίδια σχετικά με τα έργα που θα ενταχθούν ή όχι στο μέτρο 125A.

73      Εξάλλου, η ΔΤΜΚ τηρεί τις διατάξεις του άρθρου 71, παράγραφος 2, του κανονισμού 1698/2005 όταν, βάσει των κριτηρίων επιλογής που καθορίζονται από τη διαχειριστική αρχή, διενεργεί απλώς μια πρώτη εξέταση ενός πολύ μεγάλου αριθμού έργων των κατά τόπον φορέων, των οποίων ελέγχει την αξιοπιστία, τον προϋπολογισμό και τη δυνατότητα υλοποίησης με βάση την ύπαρξη προηγούμενων μελετών και των αναγκαίων διοικητικών αδειοδοτήσεων. Η διαδικασία αυτή ισχύει στην Ελλάδα από το 1993 χωρίς να έχει προκαλέσει ιδιαίτερες δυσκολίες.

74      Συνεπώς, η Επιτροπή υπέπεσε σε πλάνη περί τα πράγματα εκτιμώντας ότι η ΔΤΜΚ παρεμβαλλόταν στη διαδικασία «προεπιλέγοντας τα έργα». Η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται επίσης νόμιμης αιτιολογίας, ιδίως όσον αφορά την κρίση σχετικά με την αποκλίνουσα συναφή εκτίμηση του οργάνου συμβιβασμού.

75      Η Ελληνική Δημοκρατία υποστηρίζει επιπλέον ότι η παρέμβαση της ΔΤΜΚ στην προεπιλογή των έργων αφορούσε μόνο τις περιπτώσεις στις οποίες ήταν επίσης μοναδικός δικαιούχος των εν λόγω έργων. Η νομοθεσία της Ένωσης δεν εμποδίζει τον δικαιούχο ενός προγράμματος να προτείνει, για λόγους στρατηγικών επιλογών, την υποβολή προς έγκριση της μιας ή της άλλης από τις επιλογές του. Επιπλέον, οι παρεμβάσεις της ΔΤΜΚ δεν συνιστούν μετάθεση της ευθύνης εκ μέρους της διαχειριστικής αρχής. Τέλος, θα ήταν εσφαλμένο να υποστηριχθεί ότι η ΔΤΜΚ υποκατέστησε κατά τρόπο αδιαφανή τις κατά τόπον διαχειριστικές αρχές, διότι οι παρεμβάσεις της αποτέλεσαν, το πολύ, προπαρασκευαστικές ενέργειες υπέρ του τελικού δικαιούχου της ενίσχυσης.

76      Η Επιτροπή αντικρούει τα επιχειρήματα της Ελληνικής Δημοκρατίας.

77      Καταρχάς, όπως αναφέρθηκε στις σκέψεις 41 και 42 ανωτέρω, υπενθυμίζεται ότι, σε περίπτωση άρνησης της Επιτροπής να επιβαρύνει το Ταμείο με ορισμένες δαπάνες λόγω παραβάσεων των διατάξεων του δικαίου της Ένωσης για τις οποίες ευθύνεται κράτος μέλος, η Επιτροπή δεν υποχρεούται να αποδείξει κατά τρόπο εξαντλητικό την ανεπάρκεια των διενεργηθέντων από τις εθνικές αρχές ελέγχων ή το παράτυπο των στοιχείων που αυτές διαβίβασαν, αλλά να προσκομίσει αποδείξεις για τη σοβαρή και εύλογη αμφιβολία που διατηρεί ως προς τους ελέγχους ή τα στοιχεία αυτά (αποφάσεις της 20ής Σεπτεμβρίου 2001, Βέλγιο κατά Επιτροπής, C‑263/98, EU:C:2001:455, σκέψη 36, και της 8ης Μαΐου 2003, Ισπανία κατά Επιτροπής, C‑349/97, EU:C:2003:251, σκέψη 47). Το δε ενδιαφερόμενο κράτος μέλος δεν μπορεί να ανασκευάσει τις διαπιστώσεις της Επιτροπής χωρίς να στηρίζει τα όσα το ίδιο υποστηρίζει σε στοιχεία που αποδεικνύουν την ύπαρξη αξιόπιστου και λειτουργικού συστήματος ελέγχου. Εφόσον δεν αποδεικνύει ότι οι διαπιστώσεις της Επιτροπής δεν ευσταθούν, αυτές συνιστούν στοιχεία ικανά να γεννήσουν σοβαρές αμφιβολίες ως προς τη θέσπιση κατάλληλου και αποτελεσματικού συνόλου μέτρων εποπτείας και ελέγχου. Συνεπώς, στο κράτος μέλος εναπόκειται να προσκομίσει την πλέον εμπεριστατωμένη και πλήρη απόδειξη για το αληθές των ελέγχων ή των αριθμητικών στοιχείων του και, ενδεχομένως, για την ανακρίβεια των όσων προβάλλει η Επιτροπή (απόφαση της 15ης Οκτωβρίου 2014, Δανία κατά Επιτροπής, C‑417/12 P, EU:C:2014:2288, σκέψεις 82 και 83).

78      Επισημαίνεται ακόμη ότι, όσον αφορά τις γενικές διατάξεις που διέπουν σε επίπεδο Ένωσης τη χρηματοδότηση του ΕΓΤΑΑ, οι διατάξεις αυτές απορρέουν από τον κανονισμό 1290/2005 όσον αφορά την περίοδο προγραμματισμού 2007‑2013, η δε περίοδος προγραμματισμού 2014‑2020 καλύπτεται από τον κανονισμό 1306/2013.

79      Από την αιτιολογική σκέψη 61 και από το άρθρο 71, παράγραφοι 2 και 3, του κανονισμού 1698/2005 προκύπτει ότι, σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας, οι κανόνες επιλεξιμότητας των δαπανών θεσπίζονται, καταρχήν, σε εθνικό επίπεδο και ότι οι δαπάνες είναι επιλέξιμες μόνον εάν πραγματοποιούνται για πράξεις που έχουν αποφασιστεί σύμφωνα με τα κριτήρια επιλογής που καθορίζονται από το αρμόδιο όργανο.

80      Ειδικότερα, κατά το άρθρο 71, παράγραφος 2, του κανονισμού 1698/2005, οι «δαπάνες είναι επιλέξιμες για συνεισφορά του ΕΓΤΑΑ, μόνον εάν πραγματοποιούνται για πράξεις που έχουν αποφασισθεί από τη διαχειριστική αρχή του σχετικού προγράμματος ή υπ’ ευθύνη της, σύμφωνα με τα κριτήρια επιλογής που καθορίζονται από το αρμόδιο σώμα». Σχετικά με τον τομέα δράσης και την αρμοδιότητα της διαχειριστικής αρχής, το άρθρο 75, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του εν λόγω κανονισμού ορίζει ότι η διαχειριστική αρχή «είναι αρμόδια για τη διαχείριση και εφαρμογή του προγράμματος, με αποδοτικό, αποτελεσματικό και ορθό τρόπο, και ιδίως για […] να εξασφαλίζει ότι οι πράξεις επιλέγονται για χρηματοδότηση σύμφωνα με τα κριτήρια που ισχύουν για το πρόγραμμα αγροτικής ανάπτυξης».

81      Συμπληρωματικές διατάξεις περιλαμβάνονται στον κανονισμό 1974/2006, του οποίου το άρθρο 43 προβλέπει ότι, «[ό]σον αφορά τα μέτρα με επενδύσεις, τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι η στήριξη στοχεύει σε σαφώς καθορισμένους στόχους οι οποίοι αντικατοπτρίζουν τις διαρθρωτικές και κατά περιοχή ανάγκες καθώς και τα διαθρωτικά μειονεκτήματα που έχουν προσδιοριστεί». Το άρθρο 48, παράγραφος 1, του ίδιου κανονισμού προβλέπει επιπλέον ότι, χάριν αποτελεσματικής προστασίας των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης, «τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι το σύνολο των μέτρων αγροτικής ανάπτυξης που πρόκειται να εφαρμόσουν είναι δυνατόν να επαληθευτεί και να ελεγχθεί» και «[γ]ια τον σκοπό αυτό, […] καθορίζουν ρυθμίσεις ελέγχου οι οποίες τους παρέχουν εύλογες εγγυήσεις για την τήρηση των κριτηρίων επιλεξιμότητας και των λοιπών δεσμεύσεων».

82      Τέλος, το άρθρο 24, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 65/2011 ορίζει ότι «[ο]ι διοικητικοί έλεγχοι των αιτήσεων ενίσχυσης περιλαμβάνουν ιδίως την εξακρίβωση […] της τήρησης των κριτηρίων επιλογής που καθορίζονται στο πρόγραμμα αγροτικής ανάπτυξης».

83      Στο πλαίσιο αυτό, οι αρχές των κρατών μελών οφείλουν να τηρούν τις κατευθυντήριες γραμμές και τα όρια που θέτει η βάσει του κανονισμού 1698/2005 εξουσιοδότηση, αφενός, κατά τον καθορισμό των κριτηρίων επιλογής για τις οικείες δαπάνες και, αφετέρου, κατά την εφαρμογή των κριτηρίων αυτών.

84      Επομένως, πρέπει να εξακριβωθεί αν η διαδικασία επιλογής που έχει οργανωθεί από την Ελληνική Δημοκρατία πληροί τις απαιτήσεις που θέτουν οι διατάξεις του άρθρου 71, παράγραφος 2, του κανονισμού 1698/2005. Πρέπει συνεπώς, μεταξύ άλλων, να επιβεβαιωθεί ότι η τελική επιλογή των έργων προκύπτει όντως από απόφαση ληφθείσα από τη διαχειριστική αρχή, μόνη αρμόδια για τον καθορισμό των κριτηρίων και για την ένταξη των έργων στο μέτρο 125A.

85      Συναφώς, επισημαίνεται καταρχάς ότι τόσο η Ελληνική Δημοκρατία, στην υπό κρίση προσφυγή, όσο και η Επιτροπή, στη συνοπτική έκθεση, δέχονται, μεταξύ άλλων, ότι η ΔΤΜΚ είχε οριστεί, βάσει του θεσμικού πλαισίου του ΠΑΑ που ίσχυε για την περίοδο προγραμματισμού 2007‑2013, ως δικαιούχος του επίμαχου μέτρου. Μολονότι η Επιτροπή εκτιμά ότι η πρακτική αυτή δεν συνάδει με τη διάκριση αρμοδιοτήτων μεταξύ διαχειριστικής αρχής και αρμοδίου οργάνου, η οποία προκύπτει από το άρθρο 71, παράγραφος 2, του κανονισμού 1698/2005 και επιβάλλεται από λόγους διαφάνειας, εντούτοις εξηγεί ότι δεν θέλησε να αντλήσει εξ αυτού άμεσα συμπεράσματα και ότι προέβη σε εκτίμηση του αποτελέσματος που είχε προκύψει για τις ελληνικές αρχές όσον αφορά την προώθηση και την επιλογή των βέλτιστων έργων που θα χρηματοδοτούνταν.

86      Εντούτοις, όπως επίσης παρατηρεί η Επιτροπή στη συνοπτική έκθεση, η ΔΤΜΚ ήταν υποχρεωμένη να ενεργεί με πλήρη ουδετερότητα και διαφάνεια προκειμένου να διασφαλίζει την απόλυτη αμεροληψία της διαδικασίας επιλογής, ιδίως διότι τα έργα προτείνονταν και υλοποιούνταν προς όφελος των τοπικών πληθυσμών από τους διάφορους δήμους σε όλη την Ελλάδα, κατόπιν προσκλήσεων για υποβολή αιτήσεων που δημοσιεύονταν από τη ΔΤΜΚ.

87      Οι διαπιστώσεις, όμως, της Επιτροπής, στις οποίες παραπέμπει μεταξύ άλλων η επιστολή κοινοποιήσεως των αποτελεσμάτων της έρευνας υπ’ αριθ. RD 1/2015/805/GR της 23ης Ιουλίου 2015, αποκάλυπταν αδυναμίες της διαδικασίας επιλογής όπως η έλλειψη μητρώου καταχώρισης των υποβαλλομένων αιτήσεων, προκαθορισμένων κριτηρίων τεχνικής ωριμότητας των έργων και διαδρομής ελέγχου των αιτήσεων.

88      Συναφώς, προκύπτει ότι η Επιτροπή στηρίχθηκε σε παραδείγματα που αποδεικνύουν μεταξύ άλλων ότι είχαν προκηρυχθεί προσκλήσεις υποβολής αιτήσεων είτε χωρίς χρονικό περιορισμό είτε με σκοπό τη χρηματοδότηση συγκεκριμένων έργων, αποκλειομένης της δυνατότητας επιλογής των καλύτερων προτάσεων, ή ακόμη ενώ τα έργα ευρίσκονταν στο Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων ήδη πριν από την προκήρυξη των αντιστοίχων προσκλήσεων.

89      Η Ελληνική Δημοκρατία δεν αντέκρουσε ειδικώς τις διαπιστώσεις που απορρέουν από τα παραδείγματα τα οποία παραθέτει η Επιτροπή, περιοριζόμενη στο να υποστηρίξει ότι η ΔΤΜΚ συνεισέφερε την τεχνογνωσία της κατά την προετοιμασία της επεξεργασίας των έργων, χωρίς όμως να παρεμβαίνει σε οποιαδήποτε προεπιλογή τους.

90      Υπό τις συνθήκες αυτές, οι διαπιστώσεις στις οποίες προέβη η Επιτροπή θεμιτώς την οδήγησαν στο συμπέρασμα ότι η ΔΤΜΚ είχε διαχειριστεί το επίμαχο μέτρο κατά τρόπο αδιαφανή και είχε υποκαταστήσει τις κατά τόπον διαχειριστικές αρχές οι οποίες, στην πράξη, διαχειρίζονταν τα έργα προς όφελος των τοπικών πληθυσμών.

91      Λαμβανομένης υπόψη της νομολογίας που παρατίθεται στις σκέψεις 41, 42 και 77 ανωτέρω, η Επιτροπή μπορούσε να επικαλεστεί την ύπαρξη στοιχείων επαρκών για να στοιχειοθετήσουν σοβαρή και εύλογη αμφιβολία ως προς τους ελέγχους τους οποίους όφειλε να διενεργήσει η Ελληνική Δημοκρατία στο πλαίσιο της επιλογής των έργων του μέτρου 125A, ενώ δεν κατέστη δυνατό από την πλευρά της Ελληνικής Δημοκρατίας να αποδειχθεί ότι οι διαπιστώσεις της Επιτροπής ήταν ανακριβείς.

92      Εξάλλου, η Επιτροπή στήριξε την επίμαχη δημοσιονομική διόρθωση σε κατάλληλη νομική βάση, συγκεκριμένα στο άρθρο 71, παράγραφος 2, του κανονισμού 1698/2005 και στο άρθρο 24, παράγραφος 2, του κανονισμού 65/2011, που ρητώς παρατίθενται στο σημείο 17.2.1 της συνοπτικής έκθεσης, γεγονός το οποίο η Ελληνική Δημοκρατία πληροφορήθηκε κατά τη διάρκεια της διαδικασίας που κατέληξε στην έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως.

93      Όσον αφορά την αιτιολόγηση της προσβαλλομένης αποφάσεως κατά το μέρος που απέκλινε από τη θέση που είχε λάβει το όργανο συμβιβασμού, υπενθυμίζεται ότι η επιβαλλόμενη από το άρθρο 296 ΣΛΕΕ αιτιολογία πρέπει να είναι προσαρμοσμένη στη φύση της οικείας πράξεως και πρέπει να διαφαίνεται από αυτήν κατά τρόπο σαφή και μη διφορούμενο η συλλογιστική του θεσμικού οργάνου που την εκδίδει, κατά τρόπο που να καθιστά δυνατό στους ενδιαφερομένους να γνωρίζουν τους λόγους που δικαιολογούν τη λήψη του μέτρου και στον δικαστή της Ένωσης να ασκήσει τον έλεγχό του. Η αιτιολογία δεν απαιτείται να παραθέτει εξαντλητικά όλα τα κρίσιμα πραγματικά και νομικά στοιχεία καθόσον το ζήτημα αν η αιτιολόγηση μιας πράξης πληροί τις απαιτήσεις του άρθρου 296 ΣΛΕΕ πρέπει να εκτιμάται με γνώμονα όχι μόνον το γράμμα της, αλλά και το πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται, καθώς και το σύνολο των κανόνων δικαίου που διέπουν τον σχετικό τομέα (βλ. απόφαση της 12ης Σεπτεμβρίου 2012, Ελλάδα κατά Επιτροπής, T‑356/08, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2012:418, σκέψη 113 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

94      Συναφώς, επισημαίνεται ότι, λαμβανομένων υπόψη των στοιχείων που γνωστοποιήθηκαν στην Ελληνική Δημοκρατία κατά τη διάρκεια της διοικητικής διαδικασίας και ιδίως κατά τη διαδικασία συμβιβασμού που αποτελεί μέρος αυτής και, συνεπώς, μέρος του πλαισίου εντός του οποίου εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, η Ελληνική Δημοκρατία δεν μπορούσε να αγνοεί τα στοιχεία στα οποία στηρίχθηκε η θέση της Επιτροπής, όπως αυτή εκτίθεται στη συνοπτική έκθεση και στην προσβαλλόμενη απόφαση. Το ότι η Επιτροπή υιοθέτησε τελικά μια θέση που ενδεχομένως διαφοροποιείται από εκείνη του οργάνου συμβιβασμού αποτελεί ζήτημα που ανάγεται εν τέλει στην ουσία της υποθέσεως και όχι στην αιτιολόγηση της προσβαλλομένης αποφάσεως. Συνεπώς, αβασίμως προβάλλεται έλλειψη αιτιολογίας.

95      Κατόπιν των ανωτέρω σκέψεων, ο τρίτος λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

 Επί του τετάρτου λόγου ακυρώσεως, ο οποίος προβάλλεται επικουρικώς όσον αφορά το μέτρο 125A και  αφορά παραβίαση των αρχών της αναλογικότητας  και της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, των κατευθυντηρίων γραμμών του εγγράφου VI/5330/97, των κατευθυντηρίων γραμμών του 2015, καθώς  και έλλειψη αιτιολογίας  όσον αφορά την εφαρμογή  του ποσοστού κατ’ αποκοπήν διόρθωσης  10 %

96      Η Ελληνική Δημοκρατία εκθέτει ότι, όσον αφορά το μέτρο 125A, η Επιτροπή επέβαλε κατ’ αποκοπήν διόρθωση 10 % λόγω της ελλείψεως που συνίστατο στην παρέμβαση της ΔΤΜΚ κατά την επιλογή των έργων, ενώ η ίδια διαπίστωση είχε οδηγήσει προηγουμένως σε διόρθωση 5 % κατόπιν της πραγματοποιηθείσας το 2012 έρευνας υπ’ αριθ. RD 1/2012/180/GR. Όπως διαπίστωσε το όργανο συμβιβασμού, ουδείς λόγος δικαιολογούσε την εφαρμογή του υψηλότερου αυτού ποσοστού. Συναφώς, η Επιτροπή δεν εξήγησε επί ποίων επιβαρυντικών στοιχείων στήριζε την άποψή της ότι επρόκειτο για σοβαρότερη έλλειψη βάσει των νέων στοιχείων που υποστήριζε ότι είχε συλλέξει. Η θέση της, όπως διατυπώνεται στη συνοπτική έκθεση, στηρίζεται σε γενικόλογες σκέψεις και στερεότυπη αιτιολογία και κατά συνέπεια πάσχει έλλειψη αιτιολογίας.

97      Εξάλλου, οι ελλείψεις τις οποίες είχε κατά το παρελθόν επικαλεστεί η Επιτροπή δεν οδήγησαν σε διορθώσεις στο πλαίσιο του ΠΑΑ που ίσχυσε για την περίοδο προγραμματισμού 2007‑2013, στο μέτρο που οι επίμαχες συμβάσεις είχαν ήδη συναφθεί και ευρίσκονταν στο τελικό στάδιο ολοκλήρωσής τους. Εφόσον επομένως δεν μπορούσε να διαπιστωθεί επισήμως καμία επανεμφάνιση του ίδιου προβλήματος, η εφαρμογή δημοσιονομικής διόρθωσης με ποσοστό 10 %, αντί ποσοστού 5 %, συνιστά παραβίαση των αρχών της ασφάλειας δικαίου, της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και της χρηστής διοικήσεως. Η Επιτροπή αγνόησε επίσης τα στοιχεία που της είχαν κοινοποιηθεί από την Ελληνική Δημοκρατία με αποτέλεσμα να λάβει απόφαση η οποία, λόγω μη συνεκτιμήσεως των στοιχείων που αντανακλούσαν την πραγματική κατάσταση, πάσχει πλάνη περί τα πράγματα.

98      Η Ελληνική Δημοκρατία υποστηρίζει επίσης ότι το όργανο συμβιβασμού υιοθέτησε συνεπή στάση απορρίπτοντας την εφαρμογή της αρχής της υποτροπής, δεδομένου ότι, αφενός, η κατ’ αποκοπήν διόρθωση αφορούσε την ίδια παράβαση που είχε διαπιστωθεί το 2012 και, αφετέρου, δεν υπήρχε πλέον η δυνατότητα θέσπισης διορθωτικών ή αντισταθμιστικών μέτρων. Εξάλλου, η Επιτροπή υπέχει υποχρέωση αιτιολόγησης όχι μόνον όταν απορρίπτει την εκ μέρους κράτους μέλους πρόταση συγκεκριμένης μεθόδου υπολογισμού αλλά και όταν εφαρμόζει δημοσιονομική διόρθωση.

99      Η Επιτροπή αντικρούει τα επιχειρήματα της Ελληνικής Δημοκρατίας.

100    Δεδομένης της επιχειρηματολογίας που αναπτύσσει η Ελληνική Δημοκρατία, πρέπει εν προκειμένω να εξακριβωθεί αν η Επιτροπή στηρίχθηκε σε βάσιμους λόγους και σε ορθή εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών που είχαν περιέλθει σε γνώση της για να εφαρμόσει ποσοστό διόρθωσης 10 %, ενώ προηγουμένως είχε εφαρμόσει ποσοστό 5 % για την ίδια παράβαση, και αν οι λόγοι αυτοί καθώς και τα πραγματικά στοιχεία επί των οποίων βασίζονταν είχαν γνωστοποιηθεί στις ελληνικές αρχές προκειμένου να τηρηθεί η υποχρέωση αιτιολόγησης.

101    Επισημαίνεται ότι, προς στήριξη της επιχειρηματολογίας της, η Ελληνική Δημοκρατία προβάλλει ιδίως παραβίαση των αρχών της αναλογικότητας και της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης. Οι αρχές της ασφάλειας δικαίου και της χρηστής διοικήσεως μνημονεύονται επίσης στο σημείο 72 του δικογράφου της προσφυγής.

102    Κατά τη νομολογία, η αρχή της αναλογικότητας, ως γενική αρχή του δικαίου της Ένωσης, επιτάσσει οι πράξεις των θεσμικών οργάνων της Ένωσης να μη βαίνουν πέραν των ορίων αυτού που είναι πρόσφορο και αναγκαίο για την επίτευξη των σκοπών που επιδιώκει η σχετική ρύθμιση. Επομένως, όταν υπάρχει δυνατότητα επιλογής μεταξύ περισσότερων πρόσφορων μέτρων, πρέπει να επιλέγεται το λιγότερο επαχθές και τα μειονεκτήματα που προκαλούνται δεν πρέπει να είναι δυσανάλογα προς τους επιδιωκόμενους σκοπούς (βλ. απόφαση της 6ης Νοεμβρίου 2014, Ελλάδα κατά Επιτροπής, T‑632/11, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2014:934, σκέψη 59 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

103    Υπενθυμίζεται ακόμη ότι δικαίωμα επικλήσεως της αρχής της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης έχει κάθε πρόσωπο στο οποίο θεσμικό όργανο της Ένωσης δημιούργησε βάσιμες προσδοκίες. Αποτελούν διαβεβαιώσεις ικανές να δημιουργήσουν τέτοιες προσδοκίες οι ακριβείς, ανεπιφύλακτες και συγκλίνουσες πληροφορίες που προέρχονται από έγκριτες και αξιόπιστες πηγές, όποια και αν είναι η μορφή υπό την οποία γνωστοποιούνται. Αντιθέτως, ουδείς μπορεί να επικαλεστεί παραβίαση της εν λόγω αρχής αν η Διοίκηση δεν του έχει δώσει συγκεκριμένες διαβεβαιώσεις (βλ. σκέψη 56 ανωτέρω).

104    Όσον αφορά την υποχρέωση αιτιολόγησης, υπενθυμίζεται ότι η αιτιολογία δεν απαιτείται να παραθέτει εξαντλητικά όλα τα κρίσιμα πραγματικά και νομικά στοιχεία καθόσον το ζήτημα αν η αιτιολόγηση μιας πράξης πληροί τις απαιτήσεις του άρθρου 296 ΣΛΕΕ πρέπει να εκτιμάται με γνώμονα όχι μόνον το γράμμα της, αλλά και το πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται, καθώς και το σύνολο των κανόνων δικαίου που διέπουν τον σχετικό τομέα (βλ. σκέψη 93 ανωτέρω). Ειδικότερα, όσον αφορά το ΕΓΤΕ και το ΕΓΤΑΑ, η υποχρέωση αιτιολόγησης την οποία υπέχει η Επιτροπή πρέπει να εκτιμάται λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι η Επιτροπή δεν υποχρεούται να αποδείξει κατά τρόπο εξαντλητικό την ανεπάρκεια των διενεργηθέντων από τις εθνικές αρχές ελέγχων ή το παράτυπο των στοιχείων που αυτές διαβίβασαν, αλλά να προσκομίσει αποδείξεις για τη σοβαρή και εύλογη αμφιβολία που διατηρεί ως προς τους ελέγχους ή τα στοιχεία αυτά, στο δε ενδιαφερόμενο κράτος μέλος εναπόκειται εν συνεχεία να αποδείξει τη συνδρομή των προϋποθέσεων ώστε να λάβει τη χρηματοδότηση την οποία αρνήθηκε να του χορηγήσει η Επιτροπή (βλ. σκέψεις 41, 42 και 77 ανωτέρω).

105    Εντούτοις, προκύπτει ότι η Ελληνική Δημοκρατία κακώς παραπέμπει στην απόφαση της 16ης Φεβρουαρίου 2017, Ρουμανία κατά Επιτροπής (T‑145/15, EU:T:2017:86, σκέψεις 56 και 57), για να υποστηρίξει ότι εναπόκειται στην Επιτροπή να αιτιολογήσει ειδικά την απόρριψη των στοιχείων που προσκόμισε το κράτος μέλος προς άρση της σοβαρής και εύλογης αμφιβολίας που η Επιτροπή διατηρεί ως προς τους ελέγχους. Ειδικότερα, οι αρχές που απορρέουν από την απόφαση αυτή, στις οποίες αναφέρεται η Ελληνική Δημοκρατία, αφορούν το ειδικό ζήτημα της επιλογής μεθόδου υπολογισμού του ποσού μιας δημοσιονομικής διόρθωσης, ιδίως στην περίπτωση που η Επιτροπή αποφασίζει να επιβάλει κατ’ αποκοπήν διόρθωση αντί να προβεί σε ακριβή αξιολόγηση του κινδύνου για το Ταμείο. Εν προκειμένω όμως δεν πρόκειται περί αυτού.

106    Στην υπό κρίση υπόθεση, όπως προκύπτει από το σημείο 17.2.5.1 της συνοπτικής έκθεσης, που φέρει τον τίτλο «Διαδικασία προεπιλογής στο πλαίσιο του μέτρου 125A», η Επιτροπή υπενθύμισε ότι, στο πλαίσιο της προηγούμενης διαδικασίας εκκαθάρισης κατόπιν της υπ’ αριθ. RD 1/2012/810/GR έρευνας, είχε καθοριστεί κατ’ αποκοπήν διόρθωση 5 % διότι οι ελληνικές αρχές δεν είχαν παράσχει ακριβείς πληροφορίες όσον αφορά τον ρόλο της ΔΤΜΚ κατά την επιλογή των έργων.

107    Πλην όμως, μετά την προηγούμενη διαδικασία εκκαθάρισης και σύμφωνα με τη σχετική πρόσκληση του οργάνου συμβιβασμού, η Επιτροπή έλαβε υπόψη, αφενός, την κατάσταση που προκύπτει εκ του ότι η ΔΤΜΚ ορίστηκε δικαιούχος των ενισχύσεων του μέτρου 125A και, αφετέρου, τα συλλεγέντα στοιχεία για τον ακριβή ρόλο της ΔΤΜΚ κατά την προεπιλογή των αιτήσεων έργων. Ενώ ο ρόλος της ως δικαιούχου έπρεπε να είχε περιοριστεί σε ουδέτερη και διαφανή παρέμβαση συνιστάμενη σε προπαρασκευαστικές πράξεις μη επηρεάζουσες την κατά κυριολεξία επιλογή, η Επιτροπή διαπίστωσε ότι αντιθέτως η ΔΤΜΚ διαδραμάτιζε ενεργό ρόλο κατά την προεπιλογή.

108    Είναι ακριβές ότι η συνοπτική έκθεση, όπως και η επιστολή Ares(2017) 3949831 της 8ης Αυγούστου 2017, που ενημέρωνε τις ελληνικές αρχές για την τελική θέση της Επιτροπής κατόπιν της γνώμης του οργάνου συμβιβασμού, αναφέρουν μόνον εν περιλήψει τα νέα στοιχεία που ελήφθησαν υπόψη για την αξιολόγηση των παραβάσεων που προσάπτονται στις εν λόγω αρχές. Εντούτοις, κάνουν λόγο για τη συνεκτίμηση του ρόλου της ΔΤΜΚ ως δικαιούχου των ενισχύσεων, σύμφωνα με τις παρατηρήσεις του οργάνου συμβιβασμού.

109    Πάντως, ήδη με την αποστολή της επιστολής Ares(2015) 3097712 της 23ης Ιουλίου 2015, που απευθύνθηκε στις ελληνικές αρχές κατόπιν της υπ’ αριθ. RD 1/2015/805/GR έρευνας, η Επιτροπή διατύπωσε λεπτομερείς παρατηρήσεις ως προς τις διαπιστώσεις στις οποίες προέβησαν οι υπηρεσίες της και ως προς τον χαρακτηρισμό τους υπό το πρίσμα της ισχύουσας νομοθεσίας. Η Επιτροπή επισήμανε ειδικότερα ότι τα σχέδια υποβάλλονταν σε αξιολόγηση δύο σταδίων τα οποία συνίσταντο, πρώτον, στην παραλαβή και στην αξιολόγηση της τεχνικής ωριμότητας των προτάσεων έργων και, δεύτερον, στην αποστολή των έργων στη διαχειριστική αρχή με σκοπό την αξιολόγησή τους με γνώμονα τα κριτήρια επιλογής. Καθένα όμως από τα στάδια αυτά εμφάνιζε ελλείψεις. Το πρώτο στάδιο, στο πλαίσιο του οποίου παρενέβαινε η ΔΤΜΚ, ήταν αδιαφανές και δεν εξασφάλιζε την ίση μεταχείριση των προτάσεων έργων, δεδομένου ότι οι ελεγκτές διαπίστωσαν παραδείγματος χάριν την ύπαρξη έργου που είχε αρχίσει πριν από το 2006, αλλά είχε παρ’ όλ’ αυτά συμπεριληφθεί στη χρηματοδότηση της περιόδου προγραμματισμού 2007‑2013, και, γενικότερα, την έλλειψη προκαθορισμένων κριτηρίων για την αξιολόγηση της ωριμότητας των έργων. Το δεύτερο στάδιο, βάσει ορισμένων παραδειγμάτων που επίσης κατέγραψαν οι υπηρεσίες της Επιτροπής, εμφάνιζε έλλειψη σαφούς μεθοδολογίας για την αξιολόγηση των έργων και έλλειψη αιτιολογίας όσον αφορά τη βαθμολόγησή τους. Λαμβανομένης υπόψη της εκτάσεώς τους, οι διαπιστωθείσες ελλείψεις χαρακτηρίστηκαν ως πλημμέλεια βασικού ελέγχου από την Επιτροπή, η οποία ανέφερε συναφώς ότι παρέπεμπε στο άρθρο 12, παράγραφος 7, στοιχείο αʹ, του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού της (ΕΕ) 907/2014, της 11ης Μαρτίου 2014, για τη συμπλήρωση του κανονισμού 1306/2013 (ΕΕ 2014, L 255, σ. 18), καθώς και στις κατευθυντήριες γραμμές του 2015.

110    Μετά τη διεξαγωγή της διαδικασίας συμβιβασμού, η Επιτροπή εξέθεσε, τόσο με την επιστολή Ares(2017) 3949831 της 8ης Αυγούστου 2017 όσο και με τη συνοπτική έκθεση, τους λόγους για τους οποίους, παρά τη γνώμη του οργάνου συμβιβασμού, έκρινε ότι δεν επρόκειτο για απλή επανεμφάνιση των ελλείψεων που είχαν οδηγήσει στην προηγούμενη διόρθωση σε ποσοστό 5 % αλλά για έλλειψη κατά τη διενέργεια του βασικού ελέγχου «Κατάλληλες διαδικασίες για την επιλογή και εκτίμηση έργων ή αιτήσεων», ικανή να οδηγήσει σε διόρθωση σε ποσοστό 10 %. Συναφώς, όπως εκθέτει η Επιτροπή, δεν είχε σημασία το ότι η επιλογή των έργων είχε ολοκληρωθεί πριν από το 2012, στο μέτρο που η διαπίστωση νέων και σοβαρότερων προβλημάτων δικαιολογούσε εν πάση περιπτώσει υψηλότερο ποσοστό διόρθωσης. Το συμπέρασμα αυτό της Επιτροπής είναι απόρροια των διαπιστώσεων στις οποίες κατέληξε κατά την έρευνα και της μετέπειτα αλληλογραφίας με τις ελληνικές αρχές, στηρίζεται δε σε ακριβή αποτίμηση του ρόλου που διαδραμάτιζε η ΔΤΜΚ την οποία η Επιτροπή εκτιμούσε ότι δεν είχε μπορέσει να διενεργήσει κατά την προηγούμενη διόρθωση. Προκύπτει επομένως ότι η Επιτροπή αιτιολόγησε επαρκώς την απόφασή της να καθορίσει εφεξής ποσοστό διόρθωσης 10 %.

111    Επί της ουσίας, η Ελληνική Δημοκρατία κακώς επικαλείται παραβίαση των αρχών της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και της αναλογικότητας. Αφενός, όσον αφορά την πρώτη από τις αρχές αυτές, έστω και αν υποτεθεί ότι η Ελληνική Δημοκρατία απέδειξε την ύπαρξη συγκεκριμένων διαβεβαιώσεων, πράγμα που δεν συμβαίνει, η διαπίστωση σοβαρότερων παραβάσεων, καθόσον μετέβαλλε την κατάσταση βάσει της οποίας είχε αρχικώς τοποθετηθεί η Επιτροπή, δεν δικαιολογούσε τη διατήρηση αμετάβλητου ποσοστού διόρθωσης. Αφετέρου, όσον αφορά τη δεύτερη από τις αρχές αυτές, η Ελληνική Δημοκρατία δεν αποδεικνύει ότι, υπό το πρίσμα ιδίως των κατευθυντηρίων γραμμών του 2015, η Επιτροπή εκτίμησε εσφαλμένα το εφαρμοστέο ποσοστό διόρθωσης. Συναφώς, επισημαίνεται ότι το έγγραφο VI/5330/97 προβλέπει κατ’ αποκοπήν διόρθωση 10 % των δαπανών όταν ένας ή περισσότεροι βασικοί έλεγχοι δεν πραγματοποιούνται ή πραγματοποιούνται τόσο πλημμελώς ή τόσο σπάνια ώστε είναι αναποτελεσματικοί για την κρίση επί της επιλεξιμότητας μιας αιτήσεως ή την πρόληψη παρατυπιών και, κατά συνέπεια, ευλόγως μπορεί να υποτεθεί ότι υφίσταται αυξημένος κίνδυνος σημαντικών ζημιών για το Ταμείο. Οι υπηρεσίες της Επιτροπής ευρίσκονταν όμως ενώπιον μιας τέτοιας καταστάσεως καθόσον είχαν διαπιστώσει την ύπαρξη ελλείψεως κατά τη διενέργεια βασικού ελέγχου. Επιπλέον, πρέπει να διευκρινιστεί, όπως υπενθυμίζει η Επιτροπή, ότι στις περιπτώσεις αλληλεπικάλυψης δαπανών το ποσό της προγενέστερης διόρθωσης συνεκτιμήθηκε κατά τον υπολογισμό του ποσού της τελικής διόρθωσης.

112    Όσον αφορά, τέλος, την προβαλλόμενη παραβίαση των αρχών της ασφάλειας δικαίου και της χρηστής διοικήσεως, διαπιστώνεται ότι η Ελληνική Δημοκρατία ουδεμία επιχειρηματολογία διατύπωσε προς θεμελίωσή της, οπότε η παραβίαση αυτή ουδόλως τεκμηριώνεται. Επομένως, ο τέταρτος λόγος ακυρώσεως, κατά το μέρος που στηρίζεται σε παραβίαση των εν λόγω αρχών, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, σύμφωνα με τη νομολογία που μνημονεύεται στη σκέψη 69 ανωτέρω.

113    Κατά συνέπεια, ο τέταρτος λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί ως εν μέρει αβάσιμος και εν μέρει απαράδεκτος.

 Επί του πέμπτου λόγου ακυρώσεως, ο οποίος αφορά  την κατ’ αποκοπήν διόρθωση  5 %  που επιβλήθηκε στα μέτρα  321 και 322  και με τον οποίο προβάλλεται παράβαση των διατάξεων  του άρθρου 24, παράγραφος 2, του κανονισμού 65/2011, πλάνη περί τα πράγματα,  ανεπαρκής αιτιολογία,  καθώς και παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας

114    Η Ελληνική Δημοκρατία υποστηρίζει, σχετικά με τις αποδιδόμενες ελλείψεις στη βαθμολόγηση των αιτήσεων ενίσχυσης από τη διαχειριστική αρχή και την αποδιδόμενη έλλειψη διαχειριστικού ελέγχου των εργασιών αξιολόγησης στο πλαίσιο των μέτρων 321 και 322, ότι η Επιτροπή δεν προσδιόρισε ούτε εξειδίκευσε σε τι συνίσταντο τα σφάλματα και οι ασυνέπειες στην εφαρμογή των κριτηρίων επιλογής. Η Ελληνική Δημοκρατία φρονεί πάντως ότι συμμορφώθηκε προς τις υποχρεώσεις που απορρέουν από το άρθρο 24, παράγραφος 2, του κανονισμού 65/2011 διενεργώντας τους διοικητικούς ελέγχους για την τήρηση όλων των κριτηρίων επιλογής που καθορίζονταν από το ΠΑΑ. Ιδίως καθορίστηκαν καταληκτικές ημερομηνίες για την υποβολή προτάσεων από τους δικαιούχους δήμους και οι υποβληθείσες προτάσεις αξιολογήθηκαν με βάση τα κριτήρια επιλεξιμότητας και τα εγκεκριμένα κριτήρια επιλογής. Κατά την Ελληνική Δημοκρατία, έστω και αν υποτεθεί ότι εντοπίστηκαν σφάλματα στη διαδικασία βαθμολόγησης, αυτά συνίσταντο μόνο σε ελλείψεις ενός επικουρικού ελέγχου, για τις οποίες μπορούσε να εφαρμοστεί διόρθωση 2 % κατ’ ανώτατο όριο.

115    Η Επιτροπή αντικρούει τα επιχειρήματα της Ελληνικής Δημοκρατίας.

116    Υπενθυμίζεται ότι, κατά το άρθρο 24, παράγραφος 2, στοιχεία αʹ έως εʹ, του κανονισμού 65/2011, «[ο]ι διοικητικοί έλεγχοι των αιτήσεων ενίσχυσης περιλαμβάνουν ιδίως την εξακρίβωση […] της επιλεξιμότητας της ενέργειας για την οποία ζητείται ενίσχυση[,] της τήρησης των κριτηρίων επιλογής που καθορίζονται στο πρόγραμμα αγροτικής ανάπτυξης[,] της συμμόρφωσης της ενέργειας για την οποία ζητείται ενίσχυση με τους ισχύοντες εθνικούς και ενωσιακούς κανόνες, ιδίως και εφόσον απαιτείται στους τομείς των δημόσιων προμηθειών και των κρατικών ενισχύσεων, καθώς και με άλλα ενδεικνυόμενα υποχρεωτικά πρότυπα που έχουν θεσπιστεί από την εθνική νομοθεσία ή που προβλέπονται στο πρόγραμμα αγροτικής ανάπτυξης[,] του εύλογου χαρακτήρα του κόστους, που αξιολογείται με τη χρήση κατάλληλου συστήματος αξιολόγησης, όπως το κόστος αναφοράς, η σύγκριση των διαφόρων προσφορών ή η επιτροπή αξιολόγησης[, και, τέλος,] της αξιοπιστίας του δικαιούχου, με αναφορά σε τυχόν προηγούμενες ενέργειες που συγχρηματοδοτήθηκαν από το έτος 2000 και μετά».

117    Εν προκειμένω, στο σημείο 17.2.5.2, που φέρει τον τίτλο «Ελλείψεις κατά την αξιολόγηση των αιτήσεων βάσει των κριτηρίων επιλογής που ορίζονται από τη διαχειριστική αρχή […]», η συνοπτική έκθεση αναφέρει ότι η Ελληνική Δημοκρατία δεν αντιμετώπισε το βασικό ζήτημα για το οποίο διατυπώθηκαν επικρίσεις, ήτοι τις αδυναμίες που εντοπίστηκαν στη βαθμολόγηση των αιτήσεων, και, ως προς την πτυχή της διαχειριστικής εποπτείας, την έλλειψη αποτελεσματικού διαχειριστικού ελέγχου των εργασιών αξιολόγησης. Βάσει των κατευθυντηρίων γραμμών του 2015, η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι έπρεπε να επιβληθεί διόρθωση 5 %.

118    Μολονότι είναι αληθές ότι οι αναπτύξεις της συνοπτικής έκθεσης είναι περιληπτικές, προκύπτει πάντως ότι, με την επιστολή Ares(2015) 3097712 της 23ης Ιουλίου 2015, η Επιτροπή είχε καταστήσει λεπτομερώς γνωστές τις διαπιστώσεις των υπηρεσιών της, οι οποίες την οδηγούσαν στο συμπέρασμα ότι, τόσο κατά το αρχικό στάδιο της παραλαβής και της αξιολόγησης της τεχνικής ωριμότητας των προτάσεων έργων όσο και κατά το δεύτερο στάδιο της αποστολής των έργων στη διαχειριστική αρχή με σκοπό την αξιολόγησή τους με γνώμονα τα κριτήρια επιλογής, διαπιστώθηκαν ελλείψεις σχετικά με τα μέτρα 321 και 322.

119    Όσον αφορά το αρχικό στάδιο, οι υπηρεσίες της Επιτροπής διαπίστωσαν έλλειψη διαφάνειας που υπονόμευε την ίση μεταχείριση των φακέλων των αιτήσεων και η οποία ήταν, κατ’ ουσίαν, πανομοιότυπη προς τις ελλείψεις που είχαν ήδη αναφερθεί σε σχέση με το μέτρο 125A (βλ. σκέψη 109 ανωτέρω). Όσον αφορά το δεύτερο στάδιο, επισήμαναν διάφορα παραδείγματα ασυνεπειών κατά τη βαθμολόγηση των έργων καθώς και έλλειψη εξηγήσεων σχετικά με τις βαθμολογίες που είχαν δοθεί. Συμπερασματικά, οι διαπιστωθείσες ελλείψεις, δεδομένης της εκτάσεώς τους, θεωρήθηκε ότι στοιχειοθετούσαν πλημμέλεια βασικού ελέγχου.

120    Λαμβανομένων υπόψη των διευκρινίσεων που παρέσχε η Επιτροπή κατά τη διοικητική διαδικασία, ιδίως με τη συνοπτική έκθεση και με την επιστολή Ares(2015) 3097712 της 23ης Ιουλίου 2015, η θέση της Επιτροπής δεν πάσχει ανεπαρκή αιτιολογία.

121    Επί της ουσίας, υπενθυμίζεται ότι η βαθμολόγηση των αιτήσεων ενίσχυσης από τη διαχειριστική αρχή και ο διαχειριστικός έλεγχος των εργασιών αξιολόγησης αποτελούν μέρος των υποχρεώσεων τις οποίες υπέχει το κράτος μέλος από τις διατάξεις του άρθρου 24, παράγραφος 2, του κανονισμού 65/2011.

122    Όσον αφορά τον χαρακτηρισμό των προσαπτόμενων ελλείψεων σε σχέση με τη βαθμολόγηση των αιτήσεων ενίσχυσης από τη διαχειριστική αρχή και με τον διαχειριστικό έλεγχο των εργασιών αξιολόγησης, στο πλαίσιο των μέτρων 321 και 322, ως πλημμέλειας βασικού ελέγχου, πρέπει να γίνει παραπομπή στις κατευθυντήριες γραμμές του 2015. Οι εν λόγω κατευθυντήριες γραμμές ορίζουν τους βασικούς ελέγχους, μέσω παραπομπής στο άρθρο 12, παράγραφος 6, του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού 907/2014, ως «[τους] διοικητικ[ούς] και […] επιτόπι[ους] [ελέγχους] που απαιτούνται για να κριθεί η επιλεξιμότητα της ενίσχυσης και η σχετική επιβολή μειώσεων και ποινών», διευκρινιζομένου ότι «[π]ρόκειται για τους φυσικούς και διοικητικούς ελέγχους που απαιτούνται για την επαλήθευση ουσιαστικών στοιχείων, ιδίως της ύπαρξης του αντικειμένου της αίτησης, του εντοπισμού διπλών αιτήσεων για το ίδιο αντικείμενο, της ποσότητας και των ποιοτικών προϋποθέσεων, συμπεριλαμβανομένων της τήρησης των προθεσμιών, των απαιτήσεων συγκομιδής, των περιόδων υποχρεωτικής παραμονής κ.λπ., ώστε να διασφαλιστεί ο ακριβής υπολογισμός του ποσού που οφείλεται στον δικαιούχο [· οι δε] έλεγχοι είτε διενεργούνται επιτόπου [είτε] είναι διοικητικοί διασταυρωτικοί έλεγχοι με ανεξάρτητα στοιχεία (όπως το σύστημα αναγνώρισης αγροτεμαχίων)».

123    Η διαδικασία αξιολόγησης και η βαθμολόγηση των αιτήσεων χρηματοδότησης βάσει κριτηρίων επιλογής συνιστούν επομένως έλεγχο της επιλεξιμότητας για χορήγηση ενισχύσεων βάσει ουσιωδών στοιχείων και ποιοτικών προϋποθέσεων. Οι ελλείψεις της διαδικασίας αυτής ασφαλώς στοιχειοθετούν την έλλειψη βασικού ελέγχου η οποία, βάσει των οδηγιών του εγγράφου VI/5330/97, υποβάλλεται σε κατ’ αποκοπήν δημοσιονομική διόρθωση 5 %.

124    Η επιχειρηματολογία της Ελληνικής Δημοκρατίας περί παραβάσεως των διατάξεων του άρθρου 24, παράγραφος 2, του κανονισμού 65/2011 καθώς και περί υπάρξεως πλάνης περί τα πράγματα δεν μπορεί επομένως παρά να απορριφθεί.

125    Όσον αφορά, τέλος, τα υποστηριζόμενα περί παραβιάσεως της αρχής της αναλογικότητας, διαπιστώνεται ότι η Ελληνική Δημοκρατία ουδεμία επιχειρηματολογία διατύπωσε προς θεμελίωσή τους, οπότε ουδόλως τεκμηριώνεται τέτοια παραβίαση. Συνεπώς, κατά το μέτρο που στηρίζεται σε παραβίαση της αρχής αυτής, ο πέμπτος λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος σύμφωνα με τη νομολογία που μνημονεύεται στη σκέψη 69 ανωτέρω.

126    Επομένως, ο πέμπτος λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί ως εν μέρει αβάσιμος και εν μέρει απαράδεκτος.

 Επί του έκτου λόγου ακυρώσεως, ο οποίος αφορά  την κατ’ αποκοπήν διόρθωση 5 %  που επιβλήθηκε στο μέτρο  123A και  με τον οποίο προβάλλεται παράβαση  των διατάξεων  του άρθρου 24, παράγραφοι 1 και 2,  του κανονισμού 65/2011, παραβίαση  της αρχής της αναλογικότητας, πλάνη περί τα πράγματα  και έλλειψη αιτιολογίας

127    Η Ελληνική Δημοκρατία υποστηρίζει, όσον αφορά την κατ’ αποκοπήν διόρθωση 5 % που επιβλήθηκε στο μέτρο 123A, ότι η προσαπτόμενη έλλειψη, σχετικά με την επαλήθευση του εύλογου χαρακτήρα των δαπανών, στηρίζεται σε εσφαλμένη ερμηνεία του άρθρου 24, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού 65/2011 καθώς και σε πλάνη περί τα πράγματα και ότι, εν πάση περιπτώσει, ο κίνδυνος για το Ταμείο είναι εξαιρετικά χαμηλός και δεν δικαιολογεί την εφαρμογή ποσοστού διόρθωσης 5 %.

128    Αφενός, οι διοικητικοί έλεγχοι του εύλογου χαρακτήρα των δαπανών πραγματοποιούνται και αξιολογούνται μέσω κατάλληλου συστήματος, το οποίο μπορεί, εναλλακτικά και όχι σωρευτικά, να στηρίζεται είτε στο κόστος αναφοράς είτε στη σύγκριση των διάφορων προσφορών ή σε γνώμη επιτροπής αξιολόγησης. Μέσω του συστήματος αυτού διασφαλίζεται ότι οι αιτήσεις ενίσχυσης εξετάζονται με βάση τις μέγιστες τιμές αναφοράς που καθορίζονται ετησίως από το Υπουργείο Δημοσίων Έργων ανά κατηγορία δαπάνης, καθώς και με βάση τις τιμές των δημοσίων έργων στο πλαίσιο των έργων του Άξονα 4 (Leader). Ειδικώς όσον αφορά το κόστος των κτιριακών εγκαταστάσεων, το κόστος αυτό καθορίζεται βάσει εγγράφου εργασίας της Διεύθυνσης Προγραμματισμού και Επιχειρησιακών Προγραμμάτων, στο οποίο αναγράφονται τα κόστη αναφοράς ανά κατηγορία δαπάνης και το οποίο δεν αποτελεί, όπως υποστήριξε η Επιτροπή, απλό κατάλογο τιμών.

129    Αφετέρου, οι διοικητικοί έλεγχοι του εύλογου χαρακτήρα του κόστους διενεργούνται για όλες τις αιτήσεις ενίσχυσης και είναι εξαντλητικοί. Είναι γεγονός ότι σε ορισμένες περιπτώσεις δεν ήταν δυνατή η υποβολή συγκρίσιμων προσφορών, πλην όμως αυτό οφείλεται στην αδυναμία καθορισμού τυποποιημένων προδιαγραφών για όλες τις πιθανές περιπτώσεις λόγω της φύσης των έργων αγροτικής ανάπτυξης.

130    Η Επιτροπή αντικρούει τα επιχειρήματα της Ελληνικής Δημοκρατίας.

131    Το άρθρο 24, παράγραφος 1, του κανονισμού 65/2011 έχει ως εξής:

«Οι διοικητικοί έλεγχοι διενεργούνται σε όλες τις αιτήσεις ενίσχυσης, τις αιτήσεις πληρωμής ή άλλες δηλώσεις που απαιτείται να υποβάλλονται από έναν δικαιούχο ή τρίτο μέρος και καλύπτουν όλα τα στοιχεία που είναι δυνατόν και ενδεδειγμένο να ελεγχθούν διοικητικά. Οι διαδικασίες προβλέπουν την καταγραφή των πραγματοποιούμενων ελεγκτικών εργασιών, των αποτελεσμάτων των εξακριβώσεων και των μέτρων που λαμβάνονται για την αντιμετώπιση των αποκλίσεων.»

132    Υπενθυμίζεται επιπλέον ότι, δυνάμει του άρθρου 24, παράγραφος 2, στοιχείο δʹ, του κανονισμού 65/2011, οι διοικητικοί έλεγχοι των αιτήσεων ενίσχυσης περιλαμβάνουν την εξακρίβωση «του εύλογου χαρακτήρα του κόστους, που αξιολογείται με τη χρήση κατάλληλου συστήματος αξιολόγησης, όπως το κόστος αναφοράς, η σύγκριση των διαφόρων προσφορών ή η επιτροπή αξιολόγησης».

133    Στην επιστολή Ares(2016) 272247 της 19ης Ιανουαρίου 2016, την οποία απηύθυνε στην Ελληνική Δημοκρατία κατόπιν της έρευνας σχετικά με το μέτρο 123A, η Επιτροπή επισήμανε διάφορα παραδείγματα ελλείψεων στη διαδικασία αξιολόγησης του εύλογου χαρακτήρα του κόστους όπως αυτή προβλέπεται από το άρθρο 24, παράγραφος 2, στοιχείο δʹ, του κανονισμού 65/2011.

134    Οι υπηρεσίες της Επιτροπής επισήμαναν ιδίως ότι, για τη σύγκριση όσον αφορά τον εύλογο χαρακτήρα μιας προσφοράς, χρησιμοποιούνταν άλλη προσφορά η οποία δεν ήταν συγκρίσιμη και η οποία κατά συνέπεια δεν έπρεπε να είχε χρησιμοποιηθεί ως σημείο αναφοράς. Επιπλέον, το εύλογο κόστος των γεωργικών εξοπλισμών εκτιμάτο εμπειρικώς από μια μονάδα της διαχειριστικής αρχής αλλά χωρίς καμία εγγύηση διαφάνειας. Ομοίως, όταν προτείνονταν μειώσεις κόστους, δεν περιελάμβαναν μνεία των τιμών αναφοράς. Τέλος, πρόσθετες επιβαρύνσεις σχετικά με διάφορα κονδύλια έργων μπορούσαν να γίνονται δεκτές και να καταβάλλονται, χωρίς επαλήθευση του εύλογου χαρακτήρα τους, εφόσον δεν γινόταν υπέρβαση του συνολικού προϋπολογισμού των έργων (χάρη σε μείωση της τιμής που καταβαλλόταν για άλλα κονδύλια).

135    Δεδομένου ότι από τη διαδικασία συμβιβασμού δεν είχαν προκύψει νέα στοιχεία, η Επιτροπή διέθετε επαρκείς ενδείξεις για να εκτιμήσει ότι δεν εχρησιμοποιείτο κατάλληλο σύστημα για την αξιολόγηση του εύλογου χαρακτήρα του κόστους.

136    Τα στοιχεία που επικαλείται η Ελληνική Δημοκρατία δεν είναι ικανά να κλονίσουν την εκτίμηση αυτή. Ειδικότερα, η προβαλλόμενη ύπαρξη περισσότερων εναλλακτικών τρόπων ελέγχου, οι οποίοι μπορούν μεταξύ άλλων να βασίζονται σε καινοτόμες μεθόδους ελέγχου, δεν αποδεικνύει αφεαυτής τη συστηματική πραγματοποίηση των ελέγχων αυτών. Συναφώς, η Επιτροπή επισημαίνει μεταξύ άλλων ότι, μολονότι οι ελληνικές αρχές υποστηρίζουν ότι χρησιμοποίησαν κατάλογο τιμών για την αξιολόγηση ορισμένων δαπανών, δεν μπόρεσαν να αποδείξουν ότι ο κατάλογος αυτός εφαρμοζόταν πράγματι.

137    Υπό τις συνθήκες αυτές, τα διαπιστωθέντα από την Επιτροπή στοιχεία ήταν ικανά να δημιουργήσουν σοβαρή και εύλογη αμφιβολία ως προς τους ελέγχους που διενεργούσαν οι ελληνικές αρχές, υπό την έννοια ότι οι έλεγχοι αυτοί δεν πληρούσαν τις απαιτήσεις του άρθρου 24, παράγραφος 2, του κανονισμού 65/2011, καθόσον οι εν λόγω αρχές δεν προσκόμισαν την πλέον λεπτομερή και πλήρη απόδειξη του αληθούς των ελέγχων.

138    Εν συνεχεία, σημειώνεται ότι ο έλεγχος του εύλογου χαρακτήρα των δαπανών αποτελεί διοικητική επαλήθευση η οποία είναι απαραίτητη προκειμένου να αποφευχθεί η υπερεκτίμηση των αιτήσεων (απόφαση της 6ης Δεκεμβρίου 2018, Πορτογαλία κατά Επιτροπής, T‑22/17, EU:T:2018:881, σκέψη 70). Πρόκειται δηλαδή για τον έλεγχο ενός από τα στοιχεία που αφορούν την ουσία των αιτήσεων, ο οποίος, βάσει των οδηγιών του εγγράφου VI/5330/97, δικαιολογεί σε περίπτωση πλημμέλειας διόρθωση 5 % καθόσον πρόκειται για πλημμέλεια βασικού ελέγχου.

139    Υπό τις συνθήκες αυτές, παρά τα όσα υποστηρίζει η Ελληνική Δημοκρατία, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν αντιβαίνει στο άρθρο 24, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού 65/2011 ούτε πάσχει πλάνη περί τα πράγματα. Δεν πάσχει επίσης ούτε έλλειψη αιτιολογίας, στο μέτρο που τα στοιχεία στα οποία στηρίζεται η εν λόγω απόφαση γνωστοποιήθηκαν στις ελληνικές αρχές κατά τη διοικητική διαδικασία εκκαθάρισης των λογαριασμών.

140    Τέλος, όσον αφορά τα όσα προβάλλονται περί παραβίασης της αρχής της αναλογικότητας, διαπιστώνεται ότι η Ελληνική Δημοκρατία ουδεμία επιχειρηματολογία διατύπωσε προς θεμελίωσή τους, οπότε δεν τεκμηριώνονται και πρέπει υποχρεωτικώς να απορριφθούν ως απαράδεκτα σύμφωνα με τη νομολογία που μνημονεύεται στη σκέψη 69 ανωτέρω.

141    Επομένως, ο έκτος λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί ως εν μέρει αβάσιμος και εν μέρει απαράδεκτος.

 Επί του εβδόμου  λόγου ακυρώσεως, ο οποίος αφορά  τη  διόρθωση της χρηματοδότησης από το ΕΓΤΕ  και με τον οποίο προβάλλεται έλλειψη νόμιμης βάσης και έλλειψη αιτιολογίας  όσον αφορά τα οικονομικά έτη  2011 έως 2013, καθώς  και παραβίαση της αρχής  της χρηστής διοικήσεως  όσον αφορά το οικονομικό έτος  2013

142    Η Ελληνική Δημοκρατία εκθέτει ότι η Επιτροπή εφάρμοσε τις διατάξεις του κανονισμού 1306/2013 όσον αφορά τις διορθώσεις για τα οικονομικά έτη 2011 και 2012 ενώ ο κανονισμός αυτός δεν είχε εφαρμογή στα εν λόγω οικονομικά έτη. Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, τόνισε επιπλέον ότι η Επιτροπή είχε επίσης επικαλεστεί τον κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμό 907/2014. Επομένως, η επίμαχη διόρθωση στερείται νόμιμης βάσης. Όσον αφορά το οικονομικό έτος 2013, το χρονικό διάστημα προσαρμογής στις διατάξεις του κανονισμού 1306/2013 ήταν υπερβολικά σύντομο για να καταστεί δυνατή η εφαρμογή του, με αποτέλεσμα η επιβολή διόρθωσης βάσει του κανονισμού αυτού να είναι καταχρηστική και να αντίκειται στην αρχή της χρηστής διοικήσεως. Η a posteriori υπόδειξη από την Επιτροπή νόμιμης βάσης όσον αφορά τα οικονομικά έτη 2011 έως 2013 αντιβαίνει εξάλλου στις αρχές που διέπουν την υποχρέωση αιτιολόγησης των πράξεων των θεσμικών οργάνων.

143    Περαιτέρω, η Ελληνική Δημοκρατία επισημαίνει καταρχάς, αφενός, ότι η μη προσφυγή στη διαδικασία συμβιβασμού οφειλόταν στο ότι το ύψος των επιβληθεισών διορθώσεων δεν έφθανε τα απαιτούμενα κατώτατα όρια για την εφαρμογή της διαδικασίας αυτής και, αφετέρου, ότι τούτο ουδόλως επηρεάζει το παραδεκτό και το βάσιμο της προσφυγής. Επί της ουσίας, υποστηρίζει ότι το σφάλμα σχετικά με τη νόμιμη βάση δεν προβάλλεται αλυσιτελώς, όπως υποστηρίζει η Επιτροπή, καθόσον συνεπάγεται παραβίαση της αρχής της ασφάλειας δικαίου.

144    Η Επιτροπή αντικρούει τα επιχειρήματα της Ελληνικής Δημοκρατίας.

145    Εν προκειμένω, όσον αφορά τη δημοσιονομική διόρθωση της χρηματοδότησης από το ΕΓΤΕ για τα οικονομικά έτη 2011 και 2012, προκύπτει ότι η Επιτροπή δεν αμφισβητεί ότι μνημόνευσε τον κανονισμό 1306/2013 ως νομική βάση ενώ δεν είχε ακόμη αρχίσει να ισχύει. Ομοίως, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, δεν αμφισβήτησε ότι είχε αναφερθεί επίσης στον κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμό 907/2014, ο οποίος συμπληρώνει τον κανονισμό 1306/2013.

146    Πρέπει επομένως να εξεταστεί αν ένα τέτοιο σφάλμα της Επιτροπής στοιχειοθετεί αμιγώς τυπικό ελάττωμα της προσβαλλομένης αποφάσεως ή, αντιθέτως, παράβαση ουσιώδους τύπου ικανή να επιφέρει τη μερική ακύρωσή της. Ειδικότερα, το σφάλμα αυτό θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι παραβιάζει την αρχή της ασφάλειας δικαίου, η οποία, ως γενική αρχή του δικαίου της Ένωσης, απαιτεί το εν λόγω δίκαιο να είναι σαφές και η εφαρμογή του προβλέψιμη για τους ενδιαφερομένους. Σύμφωνα με την αρχή αυτή, η δεσμευτικότητα κάθε πράξης που προορίζεται να παραγάγει έννομα αποτελέσματα πρέπει να απορρέει από διάταξη του δικαίου της Ένωσης, η οποία πρέπει να αναφέρεται ρητώς ως νομική βάση της και η οποία προβλέπει τη νομική μορφή που πρέπει να περιβληθεί η εν λόγω πράξη (βλ. απόφαση της 19ης Ιουνίου 2015, Ιταλία κατά Επιτροπής, T‑358/11, EU:T:2015:394, σκέψη 123 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

147    Πλην όμως, πρώτον, πριν από την έναρξη ισχύος του κανονισμού 1306/2013, ο κανονισμός (ΕΚ) 485/2008 του Συμβουλίου, της 28ης Μαΐου 2008, περί των ελέγχων, εκ μέρους των κρατών μελών, των πράξεων που αποτελούν μέρος του συστήματος χρηματοδοτήσεως από το ΕΓΤΠΕ (ΕΕ 2008, L 143, σ. 1), ο οποίος είχε εφαρμογή, περιείχε διατάξεις που επέβαλαν στα κράτη μέλη υποχρεώσεις των οποίων το περιεχόμενο ήταν κατ’ ουσίαν το ίδιο με εκείνο που προκύπτει από το άρθρο 79, παράγραφος 1, και το άρθρο 80 του κανονισμού 1306/2013. Πράγματι, ενώ οι τελευταίες αυτές διατάξεις προβλέπουν ειδικότερα «ειδικούς κανόνες για τον έλεγχο των εμπορικών εγγράφων των [επιχειρήσεων], προκειμένου να διαπιστωθεί κατά πόσον οι συναλλαγές που αποτελούν [άμεσα ή έμμεσα] μέρος του συστήματος χρηματοδότησης από το ΕΓΤΕ έχουν όντως πραγματοποιηθεί και κατά πόσον έχουν εκτελεστεί ορθώς», «λαμβάνοντας υπόψη τον χαρακτήρα των ελεγκτέων συναλλαγών» και επιλέγοντας τις ελεγκτέες επιχειρήσεις με βάση ιδίως την «οικονομική σημασία» τους και «άλλους παράγοντες κινδύνου», επισημαίνεται ότι το άρθρο 1, παράγραφος 1, και το άρθρο 2 του κανονισμού 485/2008 αναφέρουν μεταξύ άλλων ότι, προς επίτευξη του σκοπού που ανάγεται στον «έλεγχο των εμπορικών εγγράφων των οντοτήτων εκείνων που είναι δικαιούχοι ή οφειλέτες, που σχετίζονται άμεσα ή έμμεσα με το σύστημα χρηματοδότησης από το [ΕΓΤΕ], ή των αντιπροσώπων τους, […] προκειμένου να διαπιστωθεί κατά πόσον οι πράξεις που αποτελούν μέρος του συστήματος χρηματοδότησης από το ΕΓΤΕ έχουν όντως πραγματοποιηθεί και κατά πόσον έχουν εκτελεσθεί ορθώς», «[τ]α κράτη μέλη προβαίνουν σε συστηματικούς ελέγχους των εμπορικών εγγράφων των επιχειρήσεων, λαμβάνοντας υπόψη τον χαρακτήρα των πράξεων που πρέπει να ελεγχθούν[,] φροντίζουν ώστε η επιλογή των επιχειρήσεων που πρέπει να ελεγχθούν να επιτρέπει την καλύτερη διασφάλιση της αποτελεσματικότητας των μέτρων προλήψεως και ανιχνεύσεως των παρατυπιών στο πλαίσιο του συστήματος χρηματοδοτήσεως του ΕΓΤΕ [, ενώ η] επιλογή λαμβάνει, ιδίως, υπόψη την οικονομική σημασία των επιχειρήσεων στον τομέα αυτόν καθώς και άλλους παράγοντες κινδύνου».

148    Δεύτερον, το σφάλμα αυτό δεν κατέστησε αδύνατο για την Ελληνική Δημοκρατία να προσδιορίσει τις υποχρεώσεις των οποίων τη μη τήρηση τής προσήψε η Επιτροπή. Ειδικότερα, υφίσταται τέτοιου είδους συνέχεια μεταξύ του κανονισμού 485/2008 και του κανονισμού 1306/2013 ώστε, κατά τη διάρκεια της περιόδου εφαρμογής των εν λόγω κανονισμών, οι ελληνικές αρχές ήταν υποχρεωμένες να εφαρμόσουν ελέγχους που απέρρεαν από κανόνες το περιεχόμενο των οποίων ήταν κατ’ ουσίαν το ίδιο.

149    Όσον αφορά το επιχείρημα το οποίο προέβαλε η Ελληνική Δημοκρατία κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση σχετικά με την εφαρμογή από την Επιτροπή του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού 907/2014, χωρίς να είναι αναγκαίο να αποφανθεί το Γενικό Δικαστήριο επί του παραδεκτού του επιχειρήματος αυτού κατά το μέτρο που συνδέεται με τον έβδομο λόγο ακυρώσεως, διαπιστώνεται εν πάση περιπτώσει ότι οι διατάξεις του εν λόγω κανονισμού, ιδίως το άρθρο 12, που φέρει τον τίτλο «Κριτήρια και μεθοδολογία για την επιβολή διορθώσεων στο πλαίσιο της εκκαθάρισης ως προς τη συμμόρφωση», δεν επιφέρουν ουσιώδεις τροποποιήσεις των υποχρεώσεων τις οποίες υπέχουν τα κράτη μέλη, καθόσον, όσον αφορά ειδικότερα τις διαδικασίες εκκαθάρισης των λογαριασμών, το άρθρο αυτό απαριθμεί κυρίως τα στοιχεία τα οποία πρέπει να αφορούν οι έλεγχοι της Επιτροπής χωρίς να μεταβάλλει τις υποχρεώσεις των κρατών μελών.

150    Το προβαλλόμενο από την Ελληνική Δημοκρατία σφάλμα έχει επομένως αμιγώς τυπικό χαρακτήρα και δεν είναι ικανό να επιφέρει την ακύρωση της προσβαλλομένης αποφάσεως ούτε λόγω παραβίασης της αρχής της ασφάλειας δικαίου (πρβλ. απόφαση της 19ης Ιουνίου 2015, Ιταλία κατά Επιτροπής, T‑358/11, EU:T:2015:394, σκέψη 126) ούτε λόγω παράβασης της υποχρέωσης αιτιολόγησης. Όπως επισημαίνει η Επιτροπή, μια τέτοια ακύρωση θα είχε ούτως ή άλλως ως συνέπεια να εκδώσει η ίδια μια επί της ουσίας πανομοιότυπη απόφαση, μνημονεύοντας απλώς τον κανονισμό 485/2008 αντί του κανονισμού 1306/2013. Εξάλλου, η εκ μέρους των ελληνικών αρχών γνώση των υποχρεώσεων τις οποίες υπείχαν κατά την επίμαχη περίοδο τις εμποδίζει να επικαλεστούν λυσιτελώς έλλειψη αιτιολογίας.

151    Εξάλλου, σχετικά με το επιχείρημα κατά το οποίο, όσον αφορά το οικονομικό έτος 2013, το χρονικό διάστημα προσαρμογής στις διατάξεις του κανονισμού 1306/2013 ήταν υπερβολικά σύντομο για να καταστεί δυνατή η εφαρμογή του, με αποτέλεσμα η επιβολή διόρθωσης βάσει του κανονισμού αυτού να είναι καταχρηστική και να αντίκειται στην αρχή της χρηστής διοικήσεως, υπενθυμίζεται ότι, κατά πάγια νομολογία, οι διατάξεις του δικαίου της Ένωσης αποτελούν, από της δημοσιεύσεώς τους στην Επίσημη Εφημερίδα, το μόνο συναφώς εφαρμοστέο θετικό δίκαιο, του οποίου η άγνοια δεν δικαιολογείται (βλ. απόφαση της 5ης Ιουνίου 1996, Günzler Aluminium κατά Επιτροπής, T‑75/95, EU:T:1996:74, σκέψη 50 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). Επομένως, η Ελληνική Δημοκρατία δεν είχε άλλη επιλογή από το να τηρήσει τις υποχρεώσεις ελέγχου που υπέχει από τον εν λόγω κανονισμό, ως προς τις οποίες υπενθυμίζεται ότι υφίσταντο, με την ίδια κατ’ ουσίαν διατύπωση, υπό την προϊσχύσασα νομοθεσία. Επομένως, τα προβαλλόμενα περί παραβιάσεως της αρχής της χρηστής διοικήσεως δεν μπορούν παρά να απορριφθούν.

152    Τέλος, στο πλαίσιο της εξετάσεως του εβδόμου λόγου ακυρώσεως, διαπιστώνεται ότι η επιχειρηματολογία σχετικά με τη μη προσφυγή στο όργανο συμβιβασμού δεν είναι εν πάση περιπτώσει ικανή να επηρεάσει τη νομιμότητα της προσβαλλομένης αποφάσεως, δεδομένου ότι δεν θίγει τη νομιμότητα της νομικής βάσης της επιβληθείσας από την Επιτροπή δημοσιονομικής διόρθωσης, οπότε η επιχειρηματολογία αυτή είναι αλυσιτελής.

153    Ο έβδομος λόγος ακυρώσεως πρέπει επομένως να απορριφθεί ως εν μέρει αβάσιμος και εν μέρει αλυσιτελής.

 Επί του ογδόου λόγου ακυρώσεως, ο οποίος αφορά  τη  διόρθωση  της χρηματοδότησης από το ΕΓΤΕ  και με τον οποίο προβάλλεται πλάνη περί τα πράγματα, έλλειψη αιτιολογίας  και προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας

154    Η Ελληνική Δημοκρατία υποστηρίζει ότι, όπως προκύπτει από την περιληπτική μνεία που περιλαμβάνεται στο κεφάλαιο 19.2.2 της συνοπτικής έκθεσης, κατά την οποία «οι ελληνικές αρχές εξέφρασαν την άποψη ότι οι ελλείψεις δεν προκάλεσαν κίνδυνο για το Ταμείο», η Επιτροπή δεν έλαβε υπόψη κανένα από τα επιχειρήματα που είχαν προβληθεί κατά τη διοικητική διαδικασία προς αντίκρουση των ευρημάτων των υπηρεσιών της Επιτροπής κατά την έρευνα.

155    Πρώτον, όσον αφορά την αποδιδόμενη αδυναμία στο νομικό πλαίσιο, καθόσον, κατά την Επιτροπή, οι κυρώσεις του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας είναι ανεπαρκείς διότι δεν αφορούν ειδικά τις πληρωμές του ΕΓΤΕ, οι ελληνικές αρχές εκθέτουν καταρχάς ότι δεν αναφέρθηκαν γενικώς στις κανονιστικές και νομοθετικές διατάξεις της ελληνικής φορολογικής διαδικασίας, αλλά ανέλυσαν τις επίμαχες κυρώσεις και τους λεπτομερείς κανόνες εφαρμογής τους από τις εθνικές ελεγκτικές αρχές στο πλαίσιο των εκ των υστέρων ελέγχων του ΕΓΤΕ, παρέχοντας συναφώς αριθμητικά στοιχεία και παραδείγματα εφαρμογής των εν λόγω κυρώσεων. Εν συνεχεία, υποστηρίζουν ότι η νομιμότητα και η κανονικότητα των πληρωμών στο πλαίσιο του ΕΓΤΕ ελέγχονται βάσει εγγράφων ως προς τα οποία προκύπτει προδήλως ότι αποτελούν φορολογικά έγγραφα. Τέλος, κατά τις ελληνικές αρχές, η μη κοινοποίηση πληροφοριών ή εγγράφων στους διενεργούντες τον έλεγχο των χρηματοδοτούμενων από το ΕΓΤΕ συναλλαγών επιφέρει την επιβολή μέτρων καταναγκασμού. Η προσβαλλόμενη απόφαση πάσχει έλλειψη αιτιολογίας καθόσον δεν αναφέρεται στα στοιχεία αυτά.

156    Δεύτερον, όσον αφορά την αδυναμία του διοικητικού πλαισίου η οποία συνίσταται σε δήθεν μικρότερη από τον μέσο όρο της Ένωσης διάρκεια των ελέγχων, οφειλόμενη σε ανεπαρκή στελέχωση, τούτο δεν αρκεί για να θεμελιώσει αδυναμία ως προς τη στελέχωση του προσωπικού κατά παράβαση του άρθρου 79 του κανονισμού 1306/2013. Ειδικότερα, το ισχύον στην Ένωση κανονιστικό πλαίσιο δεν καθορίζει συγκεκριμένα ποσοτικά κριτήρια, η δε μέση διάρκεια των ελέγχων στην Ένωση συνιστά αυθαίρετο κριτήριο δεδομένων των ιδιαιτεροτήτων των ελεγχόμενων προγραμμάτων. Επιπλέον, με τις εκθέσεις πεπραγμένων που της αποστέλλονταν ετησίως, η Επιτροπή ελάμβανε γνώση της μέσης διάρκειας των ελέγχων στην Ελλάδα. Μόνον όμως κατόπιν ενός ελέγχου τον Οκτώβριο του 2015 επισήμανε η Επιτροπή ανεπάρκεια σχετική με τη διάρκεια του ελέγχου, χωρίς εξάλλου να ληφθεί υπόψη το μέγεθος και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των επιχειρήσεων που ελέγχθηκαν, στοιχεία που επηρεάζουν τη διάρκεια των ελεγκτικών πράξεων. Εξάλλου, δεδομένων των ανωτέρω, η προσβαλλόμενη απόφαση πάσχει επίσης ανεπαρκή αιτιολογία.

157    Τρίτον, όσον αφορά την αδυναμία που συνίσταται στο ότι οι έλεγχοι δεν διενεργούνταν με βάση ανάλυση του κινδύνου αλλά με βάση τη σημαντικότητα των συναλλαγών, πρόκειται για διαπίστωση η οποία πάσχει πλάνη περί τα πράγματα, είναι ανεπαρκώς αιτιολογημένη και προσβάλλει το δικαίωμα ακρόασης του κράτους μέλους. Τα στοιχεία που παρασχέθηκαν από τις ελληνικές αρχές στην Επιτροπή απέδειξαν αντιθέτως την εφαρμογή ανάλυσης του κινδύνου για την επιλογή των ελεγχόμενων επιχειρήσεων, βάσει κριτηρίων που γνωστοποιήθηκαν στην Επιτροπή, τηρουμένης μιας διαδικασίας στρωματοποιημένης μεθοδολογίας και διενεργουμένης ανάλυσης των κινδύνων σε επίπεδο επιχείρησης. Εξάλλου, η Επιτροπή δεν παρέσχε στις ελληνικές αρχές δυνατότητα παρουσίασης όλων των στοιχείων που διέθεταν ούτε δυνατότητα κατ’ αντιπαράθεση συζήτησης. Ακόμη, οι ελληνικές αρχές παραπέμπουν σε έγγραφο με ημερομηνία 3 Ιουνίου 2016 και στο παράρτημά του, τα οποία προέρχονται από τη Διεύθυνση Ελέγχου Δαπανών ΕΓΤΠΕ (νυν Διεύθυνση Οικονομικών Ελέγχων και Επιθεώρησης) και αποδεικνύουν ότι η επιλογή των επιχειρήσεων πραγματοποιήθηκε κατόπιν ανάλυσης κινδύνου μέσω του μηχανογραφικού προγράμματος Risk analysis για όλους τους ελέγχους του εκάστοτε προγράμματος. Οι ελληνικές αρχές προβάλλουν επίσης έλλειψη αιτιολογίας όσον αφορά τον υποτιθέμενο κίνδυνο που διατρέχει το Ταμείο.

158    Τέταρτον, όσον αφορά την αποδιδόμενη πλημμέλεια κατά την προετοιμασία των ελέγχων, που ανάγεται στην αδυναμία των εγγράφων καθοδήγησης και προγραμματισμού των ελέγχων, η Επιτροπή δεν παραπέμπει σε συγκεκριμένες διατάξεις, με συνέπεια η προσβαλλόμενη απόφαση να πάσχει έλλειψη αιτιολογίας. Εξάλλου, η Επιτροπή υποπίπτει επίσης σε πλάνη περί τα πράγματα κατά το μέτρο που οι ελληνικές αρχές, στην απάντησή τους στα πρακτικά της διμερούς συνάντησης της 9ης Ιουνίου 2016, προσκόμισαν στοιχεία που αντέκρουαν τα συμπεράσματα της Επιτροπής.

159    H Ελληνική Δημοκρατία φρονεί ακόμη ότι η Επιτροπή εξομοιώνει την αιτίαση περί πλημμέλειας κατά την προετοιμασία των ελέγχων με ανεπάρκεια της ανάλυσης των κινδύνων. Αποδίδοντας όμως στις ελληνικές αρχές διακριτή πλημμέλεια που αφορά ειδικώς την προετοιμασία του ελέγχου, η Επιτροπή βασίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση και η επιχειρηματολογία της πρέπει να θεωρηθεί αλυσιτελής.

160    Πέμπτον, όσον αφορά την αποδιδόμενη πλημμέλεια που ανάγεται στις αδυναμίες στην εκτέλεση των ελέγχων και στην υποβολή των εκθέσεων, οι ελληνικές αρχές προβάλλουν ότι κατά τη διμερή συνάντηση δεν είχαν τον αναγκαίο χρόνο ώστε να παρουσιάσουν τον εξαιρετικά εκτεταμένο όγκο στοιχείων που είχαν υποβάλει κατά την προκαταρκτική διαδικασία, ιδίως με έγγραφο της 3ης Ιουνίου 2016 το οποίο είχαν αποστείλει στην Επιτροπή, και να κατανοήσουν τις τυχόν επιφυλάξεις της Επιτροπής ως προς τα στοιχεία αυτά, προκειμένου να καταστεί δυνατό να τις αντικρούσουν και να υποστηρίξουν τις θέσεις τους. Επιπλέον, όσον αφορά ειδικότερα τις αιτιάσεις της Επιτροπής σχετικά με τους διασταυρωτικούς ελέγχους, οι ελληνικές αρχές προσκόμισαν λεπτομερή στοιχεία στην Επιτροπή σχετικά με τη μέθοδο ελέγχου των τρίτων μερών, με το έγγραφο 1827/114807/14 της 14ης Οκτωβρίου 2016, αλλά η Επιτροπή παρέλειψε να λάβει υπόψη της τα στοιχεία αυτά.

161    Η Επιτροπή αντικρούει τα επιχειρήματα της Ελληνικής Δημοκρατίας.

162    Εν προκειμένω, πρώτον, όσον αφορά την επισημανθείσα από την Επιτροπή έλλειψη που ανάγεται στην αδυναμία του νομικού πλαισίου το οποίο διέπει τους ελέγχους στον τομέα του ΕΓΤΕ, υπενθυμίζεται ότι, όπως προκύπτει από το άρθρο 79 του κανονισμού 1306/2013, οι έλεγχοι αφορούν το αληθές και την ορθή εκτέλεση των συναλλαγών που αποτελούν άμεσα ή έμμεσα μέρος του συστήματος χρηματοδότησης από το ΕΓΤΕ και στηρίζονται στα εμπορικά έγγραφα των οντοτήτων εκείνων που είναι δικαιούχοι ή οφειλέτες ή των αντιπροσώπων τους.

163    Μολονότι η Ελληνική Δημοκρατία εκθέτει ότι η πραγματοποίηση των ελέγχων στο πλαίσιο του ΕΓΤΕ στηρίζεται στις διατάξεις του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας, όπως προκύπτει ειδικότερα από τον συνδυασμό του άρθρου 10 του ΠΔ 107/2014 (ΦΕΚ Aʹ 174/28.8.2014) «Οργανισμός Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων» και των άρθρων 1, 15, 24, 54 και 60 του Ν. 4174/2013 (ΦΕΚ Aʹ 170/26.7.2013) «Φορολογικές διαδικασίες και άλλες διατάξεις», όπως ο νόμος αυτός τροποποιήθηκε με τον Ν. 4223/2013 (ΦΕΚ Aʹ 287/31.12.2013) «Ενιαίος Φόρος Ιδιοκτησίας Ακινήτων και άλλες διατάξεις», εντούτοις από την εξέταση των διατάξεων αυτών, όπως παρατίθενται στο δικόγραφο της προσφυγής, δεν επιβεβαιώνεται η συμμόρφωσή τους προς τις απαιτήσεις του άρθρου 79 του κανονισμού 1306/2013.

164    Ειδικότερα, ενώ στη φορολογική αρχή αναγνωρίζονται, δυνάμει του άρθρου 10 του ΠΔ 107/14, προνόμια στο πλαίσιο του ελέγχου των δαπανών του ΕΓΤΕ, οι διατάξεις του νόμου 4174/2013, όπως τροποποιήθηκε με τον νόμο 4223/2013, περιλαμβάνουν γενικές διατάξεις σχετικά με τις εξουσίες έρευνας σε φορολογικές υποθέσεις, ιδίως τη δυνατότητα εξαναγκασμού του φορολογουμένου να γνωστοποιήσει έγγραφα, καθώς και σχετικά με τις κυρώσεις οι οποίες συνοδεύουν τις εξουσίες αυτές. Πλην όμως, όπως επισημαίνει η Επιτροπή, εφόσον ο τομέας αυτός υπόκειται στην αρχή της νομιμότητας των κυρώσεων, η μη παροχή διευκρινίσεων όσον αφορά την εφαρμογή των εν λόγω κυρώσεων στον τομέα του ΕΓΤΕ μπορούσε ευλόγως να της δημιουργήσει αμφιβολίες ως προς το κατά πόσον οι έλεγχοι στον τομέα αυτό συνοδεύονταν όντως από κυρώσεις ικανές να διασφαλίσουν την αποτελεσματικότητά τους. Ομοίως, οι επίμαχες διατάξεις αφορούν μόνον τη διαδικασία κατασχέσεως των εμπορικών εγγράφων, χωρίς καμία πρόσθετη μνεία, ιδίως όσον αφορά τη νομοθεσία που έχει εφαρμογή στα λοιπά στάδια της διαδικασίας. Επομένως, η Επιτροπή μπορούσε να διατηρεί γενικότερες αμφιβολίες ως προς την αποτελεσματικότητα των εν λόγω ελέγχων, τις οποίες δεν άμβλυναν οι εξηγήσεις των ελληνικών αρχών.

165    Συνεπώς, η Επιτροπή δεν έσφαλε κατά την επισήμανση των αδυναμιών του νομικού πλαισίου που διέπει τους ελέγχους στο πλαίσιο του ΕΓΤΕ.

166    Δεύτερον, όσον αφορά την επισημανθείσα από την Επιτροπή έλλειψη σχετικά με την αδυναμία του διοικητικού πλαισίου, είναι αληθές ότι το ισχύον στην Ένωση κανονιστικό πλαίσιο δεν καθορίζει συγκεκριμένα ποσοτικά κριτήρια όσον αφορά τη διάρκεια των ελέγχων, η δε διάρκεια αυτή μπορεί να επηρεαστεί από τον ιδιαίτερο χαρακτήρα των ελέγχων που πρέπει να διενεργηθούν σε ένα κράτος μέλος. Εντούτοις, δεδομένου ότι η Επιτροπή διαπίστωσε ότι η μέση διάρκεια των ελέγχων στην Ελλάδα (15 ημέρες) αντιστοιχούσε σε λιγότερο από το ήμισυ της μέσης διάρκειας των ελέγχων στην Ένωση (32 ημέρες), μπορούσε, με βάση την αντικειμενική αυτή διαπίστωση, να διατηρεί αμφιβολίες ως προς τη συμμόρφωση του διοικητικού πλαισίου και να θεωρήσει, χωρίς να υποπέσει σε σφάλμα, ότι το «προσωπικό» στοιχείο του βασικού ελέγχου «Νομικό και διοικητικό πλαίσιο» εμφάνιζε αδυναμία. Η Επιτροπή δεν είχε επικρίνει μεν την έλλειψη αυτή κατά το παρελθόν, στο μέτρο που, όπως εξηγεί, είχε επικεντρωθεί σε πιο θεμελιώδεις πλημμέλειες, πλην όμως αυτό δεν μπορεί να θεωρηθεί ως μορφή συναίνεσης ούτε να την εμποδίσει να προβάλει εφεξής την έλλειψη αυτή.

167    Εξάλλου, η θέση της Επιτροπής δεν πάσχει έλλειψη αιτιολογίας, δεδομένου ότι η Ελληνική Δημοκρατία, η οποία στην πραγματικότητα αμφισβητεί το βάσιμό της, είχε κατά τη διάρκεια της διοικητικής διαδικασίας πλήρη γνώση των λόγων στους οποίους στηρίζεται η θέση αυτή (βλ. σκέψεις 120 και 139 ανωτέρω).

168    Τρίτον, όσον αφορά το στάδιο που προηγείται των ελέγχων και το οποίο συνίσταται σε ανάλυση κινδύνου, υπενθυμίζεται ότι, εν προκειμένω, το στάδιο αυτό διέπεται, όσον αφορά τα οικονομικά έτη έως το 2012, από τις διατάξεις των άρθρων 2 και 3 του κανονισμού 485/2008 και, όσον αφορά τα επόμενα οικονομικά έτη, από τις διατάξεις των άρθρων 80 και 81 του κανονισμού 1306/2013 και ότι κατά το στάδιο αυτό πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η οικονομική σημασία των επιχειρήσεων αλλά και άλλοι κρίσιμοι παράγοντες. Η δε Επιτροπή στηρίζει την ύπαρξη ελλείψεως στο γεγονός ότι, τόσο στα έγγραφα προγραμματισμού των ελέγχων όσο και στα έγγραφα καθοδήγησης τα οποία ελάμβαναν οι ελεγκτές, οι υπηρεσίες της διαπίστωσαν μη καθορισμό των κινδύνων σε σχέση με το επίμαχο μέτρο. Μολονότι η Ελληνική Δημοκρατία προσκόμισε ορισμένα έγγραφα, οι υπηρεσίες της Επιτροπής θεώρησαν είτε ότι περιορίζονταν σε γενικολογίες, όπως η μηχανογραφημένη εφαρμογή ανάλυσης κινδύνου και στρωματοποιημένης μεθοδολογίας, είτε ότι εμπεριείχαν ακόμη και ομολογία ελλείψεων, όπως, παραδείγματος χάριν, έλλειψη λεπτομερούς καταγραφής των ελεγχόμενων κινδύνων. Ειδικότερα, μολονότι οι εθνικοί ελεγκτές είχαν τη δυνατότητα να επιλέξουν οι ίδιοι το δείγμα των συναλλαγών επί του οποίου προτίθεντο να εστιάσουν τον έλεγχό τους, εντούτοις, όπως εκθέτει η Επιτροπή, δεν υφίστατο γενική υπόθεση ελέγχου προς αντιμετώπιση συστημικών προβλημάτων.

169    Είναι ακριβές ότι η Επιτροπή δεν αμφισβητεί ότι, σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, οι έλεγχοι διενεργήθηκαν με ικανοποιητικό τρόπο, πλην όμως τούτο δεν αναιρεί την ύπαρξη γενικότερων μεθοδολογικών ελλείψεων, οι οποίες ανάγονται ειδικότερα στην επιλογή με βάση την οικονομική σημασία των συναλλαγών, μη συμπληρούμενη από άλλη ανάλυση κινδύνου, η οποία δεν πραγματοποιούνταν παρά την εκ μέρους της Ελληνικής Δημοκρατίας επίκληση διασταυρωτικών ελέγχων ή της εφαρμογής μεθόδου στηριζόμενης στο γινόμενο τριών παραγόντων.

170    Εξάλλου, κατόπιν της διμερούς συνάντησης της 30ής Ιουνίου 2016, κατά την οποία συζητήθηκε η έλλειψη ανάλυσης κινδύνου, η Επιτροπή απηύθυνε στην Ελληνική Δημοκρατία το έγγραφο Ares(2016) 3174617 της 4ης Ιουλίου 2016, με το οποίο επέμενε εκ νέου ότι έπρεπε να ληφθούν υπόψη και άλλοι παράγοντες πέραν της οικονομικής σημασίας των συναλλαγών, διαπίστωνε δε ότι είχε μεν καταρτισθεί νέο έγγραφο καθοδήγησης, πλην όμως εξακολουθούσε να είναι μη ικανοποιητικό, ιδίως διότι δεν υπήρχε κατάλογος ελέγχου που να απαριθμεί τα έγγραφα που θεωρούνται ότι περιέχουν κρίσιμες πληροφορίες (αποκλειομένων των εγγράφων που έχουν ήδη προσκομιστεί κατά τους πρωτοβάθμιους ελέγχους) ή συμπεράσματα σχετικά με τις υποθέσεις εκτίμησης του κινδύνου.

171    Τα έγγραφα που προσκόμισαν εκ των υστέρων οι ελληνικές αρχές επίσης αξιολογήθηκαν από την Επιτροπή, αλλά δεν αποδείκνυαν την εφαρμογή της απαιτούμενης ανάλυσης των κινδύνων, με αποτέλεσμα η Επιτροπή να μπορεί να θεωρήσει, χωρίς να θίγει τα δικαιώματα της Ελληνικής Δημοκρατίας, ότι δεν ήταν αναγκαία η σύγκληση μιας δεύτερης διμερούς συνάντησης.

172    Υπό τις συνθήκες αυτές, δεν μπορεί να προσαφθεί στην Επιτροπή ότι υπέπεσε σε πλάνη περί τα πράγματα ή ότι προσέβαλε το δικαίωμα ακρόασης των ελληνικών αρχών, διευκρινιζομένου ότι η επί της ουσίας εξέταση των λόγων στους οποίους στηρίζεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατέστησε δυνατό να διαπιστωθεί ότι η απόφαση αυτή δεν έπασχε έλλειψη αιτιολογίας.

173    Τέταρτον, σχετικά με την έλλειψη που αφορά την προετοιμασία των ελέγχων, η οποία ανάγεται σε αδυναμία των εγγράφων καθοδήγησης και προγραμματισμού των εν λόγω ελέγχων, διαπιστώνεται ότι η Ελληνική Δημοκρατία επαναλαμβάνει κατ’ ουσίαν την επιχειρηματολογία που είχε αναπτύξει προηγουμένως σχετικά με την ύπαρξη ελλείψεως όσον αφορά την προηγούμενη ανάλυση του κινδύνου κατά τη διενέργεια των ελεγκτικών πράξεων.

174    Πλην όμως τα έγγραφα τα οποία επικαλείται η Ελληνική Δημοκρατία, ως προς τα οποία υποστηρίζει ότι δεν εκτιμήθηκαν δεόντως από τις υπηρεσίες της Επιτροπής, προδήλως δεν περιέχουν ανάλυση του κινδύνου, όπως απαιτείται ειδικότερα από τις διατάξεις του άρθρου 80, παράγραφος 1, και του άρθρου 81, παράγραφος 3, του κανονισμού 1306/2013. Ειδικότερα, μολονότι είναι αληθές ότι οι εθνικοί ελεγκτές ελάμβαναν εγχειρίδια ελέγχου και ελεγκτικές οδηγίες όταν προέβαιναν σε τέτοιες πράξεις, τούτο ουδόλως αποδεικνύει την πραγματοποίηση ανάλυσης των κρίσιμων παραγόντων κινδύνου, ούτως ώστε οι έλεγχοι αυτοί να διενεργηθούν με στοχευμένη και αποτελεσματική μέθοδο.

175    Συναφώς, η θέση της Επιτροπής δεν πάσχει πλάνη περί τα πράγματα ούτε έλλειψη αιτιολογίας, ιδίως διότι οι αιτιάσεις που διατυπώθηκαν κατά της μεθόδου ελέγχου την οποία εφάρμοσαν οι ελληνικές αρχές διατυπώθηκαν και προβλήθηκαν κατ’ επανάληψη κατά τη διάρκεια της διοικητικής διαδικασίας.

176    Πέμπτον, όσον αφορά την πλημμέλεια σχετικά με τη διενέργεια των ελέγχων και την υποβολή των εκθέσεων, η εκ μέρους των υπηρεσιών της Επιτροπής εξέταση δείγματος οκτώ εκθέσεων την οδήγησε στο συμπέρασμα ότι, γενικώς, η διαδικασία που ακολουθούσε η Ελληνική Δημοκρατία εμφάνιζε ελλείψεις. Προέκυψε ότι οι έλεγχοι, οι οποίοι δεν στηρίζονταν σε υποθέσεις κινδύνου, αφορούσαν τα εμπορικά έγγραφα που είχαν υποβληθεί στον οργανισμό πληρωμών, οπότε επρόκειτο για επανάληψη του ελέγχου που είχε ήδη πραγματοποιηθεί από τον οργανισμό αυτό, χωρίς διενέργεια συμπληρωματικών ελέγχων, όπως είναι οι διασταυρωτικοί έλεγχοι. Δεδομένου του γενικού χαρακτήρα των διαπιστωθεισών ελλείψεων, ιδίως της ελλείψεως επακριβών οδηγιών για την εφαρμογή ανάλυσης του κινδύνου που να στηρίζεται σε κρίσιμους παράγοντες, η Επιτροπή καλώς έκρινε ότι, όπως είχαν τα πράγματα, ήταν άσκοπη η διοργάνωση νέας συνάντησης με τις ελληνικές αρχές ή η ενδελεχής εξέταση των 138 ατομικών φακέλων που οι αρχές αυτές της είχαν τελικώς κοινοποιήσει, κατά το μέτρο που από την εξέταση αυτή δεν μπορούσε να αποδειχθεί η συστηματική εφαρμογή μιας σύμφωνης προς την ισχύουσα νομοθεσία διαδικασίας. Υπενθυμίζεται εξάλλου ότι, ενεργώντας κατ’ αυτόν τον τρόπο, η Επιτροπή συμμορφώθηκε προς τους κανόνες που διέπουν το βάρος αποδείξεως στο πλαίσιο του ΕΓΤΕ και δεν παρέβη τις υποχρεώσεις της.

177    Κατόπιν όλων των ανωτέρω σκέψεων, ο όγδοος λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος και, επομένως, η προσφυγή στο σύνολό της.

 Επί των δικαστικών εξόδων

178    Κατά το άρθρο 134, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα έξοδα, εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου.

179    Επειδή η Ελληνική Δημοκρατία ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα σύμφωνα με το σχετικό αίτημα της Επιτροπής.

Για τους λόγους αυτούς,

ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα)

αποφασίζει:

1)      Απορρίπτει την προσφυγή.

2)      Καταδικάζει την Ελληνική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.

Schalin

Berke

Costeira


Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 19 Δεκεμβρίου 2019.

O Γραμματέας

 

      Ο Πρόεδρος

E. Coulon

 

      R. da Silva Passos


*      Γλώσσα διαδικασίας: η ελληνική.