Απόφαση του Δικαστηρίου (δεύτερο τμήμα) της 4ης Οκτωβρίου 2018 [αίτηση του Administrativen sad Sofia-grad (Βουλγαρία) για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως] – Nigyar Rauf Kaza Ahmedbekova, Rauf Emin Ogla Ahmedbekov κατά Zamestnik-predsedatel na Darzhavna agentsia za bezhantsite

(Υπόθεση C-652/16) 1

(Προδικαστική παραπομπή – Κοινή πολιτική στους τομείς του ασύλου και της επικουρικής προστασίας – Κανόνες σχετικοί με τις προϋποθέσεις αναγνώρισης των υπηκόων τρίτων χωρών ή των ανιθαγενών ως δικαιούχων διεθνούς προστασίας – Οδηγία 2011/95/ΕΕ – Άρθρα 3, 4, 10 και 23 – Υποβολή χωριστών αιτήσεων διεθνούς προστασίας από μέλη της ίδιας οικογένειας – Εξατομικευμένη αξιολόγηση – Συνεκτίμηση των απειλών κατά μέλους της οικογένειας στο πλαίσιο της εξατομικευμένης αξιολόγησης της αίτησης άλλου μέλους της οικογένειας – Δυνατότητα των κρατών μελών να θεσπίζουν ή να διατηρούν σε ισχύ ευνοϊκότερους κανόνες με σκοπό την επέκταση του ασύλου ή της επικουρικής προστασίας στα μέλη της οικογένειας του δικαιούχου διεθνούς προστασίας – Αξιολόγηση των λόγων της δίωξης – Συμμετοχή υπηκόου Αζερμπαϊτζάν στην άσκηση προσφυγής κατά της χώρας του ενώπιον του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου – Κοινοί διαδικαστικοί κανόνες – Οδηγία 2013/32/ΕΕ – Άρθρο 46 – Δικαίωμα αποτελεσματικής προσφυγής – Πλήρης και ex nunc εξέταση – Λόγοι δίωξης ή πραγματικά στοιχεία που αποσιωπήθηκαν ενώπιον της αποφαινόμενης αρχής, αλλά προβλήθηκαν στο πλαίσιο προσφυγής κατά της απόφασης της εν λόγω αρχής)

Γλώσσα διαδικασίας: η βουλγαρική

Αιτούν δικαστήριο

Administrativen sad Sofia-grad

Διάδικοι στην υπόθεση της κύριας δίκης

Nigyar Rauf Kaza Ahmedbekova, Rauf Emin Ogla Ahmedbekov

κατά

Zamestnik predsedatel na Darzhavna agentsia za bezhantsite

Διατακτικό

Το άρθρο 4 της οδηγίας 2011/95/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Δεκεμβρίου 2011, σχετικά με τις απαιτήσεις για την αναγνώριση των υπηκόων τρίτων χωρών ή των απάτριδων ως δικαιούχων διεθνούς προστασίας, για ένα ενιαίο καθεστώς για τους πρόσφυγες ή για τα άτομα που δικαιούνται επικουρική προστασία και για το περιεχόμενο της παρεχόμενης προστασίας, έχει την έννοια ότι, στο πλαίσιο της εξατομικευμένης αξιολόγησης της αίτησης διεθνούς προστασίας, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι απειλές δίωξης και σοβαρών βλαβών σε βάρος μέλους της οικογένειας του αιτούντος, προκειμένου να διαπιστωθεί εάν ο αιτών αντιμετωπίζει ο ίδιος τέτοιες απειλές, λόγω του οικογενειακού δεσμού με το απειλούμενο πρόσωπο.

Η οδηγία 2011/95 και η οδηγία 2013/32/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013, σχετικά με κοινές διαδικασίες για τη χορήγηση και ανάκληση του καθεστώτος διεθνούς προστασίας, πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι επιτρέπεται οι αιτήσεις διεθνούς προστασίας που έχουν υποβληθεί χωριστά από τα μέλη της ίδιας οικογένειας να εξετάζονται στο πλαίσιο κοινής διαδικασίας, αλλά δεν επιτρέπεται οι αιτήσεις αυτές να αποτελούν αντικείμενο κοινής αξιολόγησης. Επίσης, βάσει των οδηγιών αυτών, δεν επιτρέπεται η αξιολόγηση μιας από τις εν λόγω αιτήσεις να αναστέλλεται έως την ολοκλήρωση της διαδικασίας εξέτασης άλλης από τις αιτήσεις αυτές.

Το άρθρο 3 της οδηγίας 2011/95 επιτρέπει στα κράτη μέλη να προβλέπουν ότι, σε περίπτωση χορήγησης, στο πλαίσιο του θεσπιζόμενου από την οδηγία συστήματος, διεθνούς προστασίας σε μέλος μιας οικογένειας, η προστασία αυτή μπορεί να επεκταθεί και σε άλλα μέλη της οικογένειας, υπό την προϋπόθεση ότι τα μέλη αυτά δεν εμπίπτουν στους λόγους αποκλεισμού που προβλέπονται στο άρθρο 12 της οδηγίας και ότι η κατάστασή τους σχετίζεται, λόγω της ανάγκης διατήρησης της οικογενειακής ενότητας, με τη λογική της διεθνούς προστασίας.

Ο λόγος απαραδέκτου του άρθρου 33, παράγραφος 2, στοιχείο ε΄, της οδηγίας 2013/32 δεν καλύπτει περίπτωση όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη, όπου ένας ενήλικας υποβάλλει εξ ονόματός του και εξ ονόματος του ανηλίκου τέκνου του αίτηση διεθνούς προστασίας η οποία στηρίζεται μεταξύ άλλων στην ύπαρξη οικογενειακού δεσμού με άλλο πρόσωπο το οποίο έχει υποβάλει χωριστή αίτηση διεθνούς προστασίας.

Η συμμετοχή του αιτούντος διεθνή προστασία στην άσκηση προσφυγής κατά της χώρας καταγωγής του ενώπιον του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου δεν μπορεί, καταρχήν, να θεωρηθεί, στο πλαίσιο της προβλεπόμενης από το άρθρο 10 της οδηγίας 2011/95 αξιολόγησης των λόγων δίωξης ως στοιχείο που αποδεικνύει ότι ο αιτών ανήκει σε «ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα», κατά την έννοια της παραγράφου 1, στοιχείο δ΄, του άρθρου αυτού, αλλά πρέπει να θεωρείται λόγος δίωξης λόγω «πολιτικών πεποιθήσεων», κατά την έννοια της παραγράφου 1, στοιχείο ε΄, του εν λόγω άρθρου, εφόσον υπάρχουν βάσιμοι λόγοι που να δικαιολογούν τον φόβο ότι η συγκεκριμένη χώρα θα θεωρήσει τη συμμετοχή στην άσκηση της προσφυγής ως πράξη πολιτικής διαφωνίας κατά της οποίας ενδέχεται να προβεί σε αντίποινα.

Το άρθρο 46, παράγραφος 3, της οδηγίας 2013/32, συνδυαζόμενο με την αναφορά σε ένδικο βοήθημα στο άρθρο 40, παράγραφος 1, της οδηγίας, έχει την έννοια ότι το δικαστήριο που επιλαμβάνεται προσφυγής κατά απόφασης περί μη χορηγήσεως διεθνούς προστασίας υπέχει καταρχήν την υποχρέωση να εξετάσει, ως «νέο διάβημα» και αφού ζητήσει την εξέτασή τους από την αποφαινόμενη αρχή, τους λόγους χορήγησης διεθνούς προστασίας οι οποίοι, μολονότι σχετίζονται με τα γεγονότα ή τις απειλές που φέρονται να έχουν συμβεί πριν από την έκδοση της απόφασης ή ακόμη και πριν από την υποβολή της αίτησης διεθνούς προστασίας, προβλήθηκαν εντούτοις για πρώτη φορά κατά τη διαδικασία της προσφυγής. Αντιθέτως, το εν λόγω δικαστήριο δεν υπέχει τέτοια υποχρέωση αν διαπιστώσει ότι οι λόγοι αυτοί ή τα στοιχεία αυτά προβλήθηκαν εκπρόθεσμα κατά τη διάρκεια της διαδικασίας της προσφυγής ή δεν προβλήθηκαν κατά τρόπον αρκούντως συγκεκριμένο ώστε να μπορούν να εξεταστούν δεόντως, ή ακόμη, προκειμένου περί πραγματικών στοιχείων, αν διαπιστώσει ότι τα στοιχεία αυτά δεν είναι σημαντικά ή δεν διαφέρουν επαρκώς από τα στοιχεία που ήδη έλαβε υπόψη της η αποφαινόμενη αρχή.

____________

1 ΕΕ C 86 της 20.3.2017.