Αίτηση προδικαστικής αποφάσεως την οποία υπέβαλε το Sofiyski rayonen sad (Βουλγαρία) στις 18 Δεκεμβρίου 2020 – „Banka DSK“ EAD κατά RP

(Υπόθεση C-689/20)

Γλώσσα διαδικασίας: η βουλγαρική

Αιτούν δικαστήριο

Sofiyski rayonen sad

Διάδικοι στην υπόθεση της κύριας δίκης

Ενάγουσα: „Banka DSK“ EAD

Εναγόμενος: RP

Προδικαστικά ερωτήματα

Έχει το άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/13/ΕΟΚ1 , σε συνδυασμό με το σημείο 1, στοιχεία ε΄ και στ΄, του παραρτήματος της οδηγίας αυτής, καθώς και το άρθρο 15, παράγραφοι 2 και 3, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, την έννοια ότι ρήτρες δημιουργούν υποχρεώσεις εις βάρος του καταναλωτή παρά την απαίτηση καλής πίστεως, όταν αυξάνουν αισθητά τις επιβαρύνσεις του καταναλωτή στο πλαίσιο σύμβασης πίστωσης, σε περίπτωση που ο καταναλωτής δεν μεταφέρει μηνιαίως τον μισθό του [σε λογαριασμό] στη δανειοδότρια τράπεζα, λαμβανομένου υπόψη ότι σύμφωνα με τους όρους της σύμβασης υποχρεούται αυτός να συστήσει ενέχυρο επί του οφειλόμενου σε αυτόν μισθού, ανεξαρτήτως του τρόπου και του κράτους στο οποίο λαμβάνει τον μισθό του;

Σε περίπτωση αρνητικής απάντησης στο πρώτο ερώτημα, έχει το άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/13/ΕΟΚ, σε συνδυασμό με το σημείο 1, στοιχεία ε΄ και στ΄, του παραρτήματος της οδηγίας αυτής, την έννοια ότι ρήτρες δημιουργούν υποχρεώσεις εις βάρος του καταναλωτή παρά την απαίτηση καλής πίστεως, όταν υποχρεώνουν τον καταναλωτή όχι μόνον να μεταφέρει τον μισθό του [σε λογαριασμό] στον δανειοδότη επαγγελματία, αλλά και να λαμβάνει στην πράξη άλλες υπηρεσίες του δανειοδότη επαγγελματία;

Σε περίπτωση καταφατικής απάντησης στο δεύτερο ερώτημα, προς ποια κριτήρια πρέπει, κατ’ αρχήν, να προσανατολίζεται το εθνικό δικαστήριο στο πλαίσιο της εκτίμησης του καταχρηστικού χαρακτήρα; Ειδικότερα, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη το πόσο στενά συνδέεται το αντικείμενο της σύμβασης πίστωσης με τις συμπληρωματικές υπηρεσίες που λαμβάνει ο καταναλωτής, ο αριθμός των συμπληρωματικών υπηρεσιών και η εθνική νομοθεσία σχετικά με τον περιορισμό των πρακτικών δέσμευσης;

Έχει εφαρμογή η αρχή της σύμφωνης προς το δίκαιο της Ένωσης ερμηνείας του εθνικού δικαίου, όπως αυτή ορίστηκε στη σκέψη 26 της απόφασης 14/83, Von Colson, και κατά την ερμηνεία διατάξεων εθνικού δικαίου που διέπουν άλλους τομείς δικαίου (συγκεκριμένα διατάξεις περί αθεμίτου ανταγωνισμού) που είναι συγγενείς προς το αντικείμενο της πράξης της Ευρωπαϊκής Ένωσης την οποία εφαρμόζει το εθνικό δικαστήριο στην εκκρεμούσα ενώπιόν του διαδικασία (εν προκειμένω την οδηγία 93/13/ΕΟΚ σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές);

Έχει το άρθρο 7, παράγραφος 2, σε συνδυασμό με το άρθρο 6, παράγραφος 1, στοιχείο δ΄, της οδηγίας 2005/29/ΕΚ2 , και το άρθρο 10, παράγραφος 2, στοιχείο στ΄, της οδηγίας 2008/48/ΕΚ3 , την έννοια ότι σύμφωνα με αυτά απαγορεύεται η μνεία χαμηλότερου χρεωστικού επιτοκίου στην κύρια σύμβαση καταναλωτικής πίστεως όταν η χορήγηση της πίστωσης με το εν λόγω χρεωστικό επιτόκιο εξαρτάται από όρους που καθορίζονται σε παράρτημα της σύμβασης; Πρέπει, στο πλαίσιο του σχετικού ελέγχου, να εκτιμάται ο τρόπος με τον οποίο διατυπώθηκαν οι όροι για τη μείωση του χρεωστικού επιτοκίου, η κατάργηση της μείωσης αυτής, καθώς και τα μέσα που οδηγούν σε εκ νέου μείωση;

Έχει το άρθρο 5, παράγραφος 2, στοιχείο β΄, της οδηγίας 2005/29/ΕΚ την έννοια ότι, για να εκτιμηθεί αν υφίσταται σημαντική επιρροή στην οικονομική συμπεριφορά των καταναλωτών, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη το μερίδιο αγοράς που κατέχει τράπεζα που χορηγεί καταναλωτικές πιστώσεις σε σχέση με τις ανάγκες των καταναλωτών που λαμβάνουν τέτοια προϊόντα;

Έχει το άρθρο 3, στοιχείο ζ΄, της οδηγίας 2008/48/ΕΚ την έννοια ότι οι επιβαρύνσεις που προκύπτουν από συμβάσεις καταναλωτικής πίστεως, κατά την εκτέλεση των οποίων χορηγείται μείωση επιτοκίου δυνάμει της σύμβασης καταναλωτικής πίστεως, αποτελούν τμήμα του συνολικού ετησίου πραγματικού επιτοκίου και πρέπει να προσμετρώνται κατά τον υπολογισμό του;

Έχει το άρθρο 3, στοιχείο ζ΄, της οδηγίας 2008/48/ΕΚ, σε συνδυασμό με το άρθρο 5 της οδηγίας 93/13/ΕΟΚ, την έννοια ότι, σε περίπτωση μη εκπλήρωσης των υποχρεώσεων που απορρέουν από συμβάσεις συνδεόμενες με σύμβαση πίστωσης, η οποία συνοδεύεται από αύξηση του χρεωστικού επιτοκίου της πίστωσης, το συνολικό ετήσιο πραγματικό επιτόκιο πρέπει επίσης να συνυπολογίζεται στο υψηλότερο χρεωστικό επιτόκιο σε περίπτωση μη εκπλήρωσης;

Έχει το άρθρο 10, παράγραφος 2, στοιχείο ζ΄, της οδηγίας 2008/48/ΕΚ την έννοια ότι η μη προσήκουσα μνεία του συνολικού ετησίου πραγματικού επιτοκίου σε σύμβαση πίστωσης συναφθείσα μεταξύ του επαγγελματία και του καταναλωτή ως δανειολήπτη πρέπει να θεωρείται ως παράλειψη μνείας του συνολικού ετησίου πραγματικού επιτοκίου στη σύμβαση πίστωσης και ότι το εθνικό δικαστήριο πρέπει να εφαρμόσει τις προβλεπόμενες από το εθνικό δίκαιο έννομες συνέπειες για τη παράλειψη μνείας του συνολικού ετησίου πραγματικού επιτοκίου σε σύμβαση καταναλωτικής πίστεως;

Έχει το άρθρο 22, παράγραφος 4, της οδηγίας 2008/48/ΕΚ την έννοια ότι η κύρωση την οποία προβλέπει ο εθνικός νομοθέτης υπό τη μορφή ακυρότητας της σύμβασης καταναλωτικής πίστεως, ως αποτέλεσμα της οποίας πρέπει να επιστραφεί μόνον το χορηγηθέν κεφάλαιο, είναι σύμφωνη με την αρχή της αναλογικότητας όταν στη σύμβαση καταναλωτικής πίστεως μνημονεύεται ανακριβώς το συνολικό ετήσιο πραγματικό επιτόκιο;

____________

1     Οδηγία 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 5ης Απριλίου 1993, σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές (ΕΕ 1993, L 95, σ. 29).

2     Οδηγία 2005/29/EK του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Μαΐου 2005, για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές των επιχειρήσεων προς τους καταναλωτές στην εσωτερική αγορά και για την τροποποίηση της οδηγίας 84/450/ΕΟΚ του Συμβουλίου, των οδηγιών 97/7/ΕΚ, 98/27/ΕΚ, 2002/65/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2006/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου («Οδηγία για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές») (ΕΕ 2005, L 149, σ. 22).

3     Οδηγία 2008/48/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Απριλίου 2008, για τις συμβάσεις καταναλωτικής πίστης και την κατάργηση της οδηγίας 87/102/ΕΟΚ του Συμβουλίου (ΕΕ 2008, L 133, σ. 66).