ΔΙΑΤΑΞΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ (πρώτο τμήμα)

της 5ης Ιουλίου 2011

Υπόθεση F‑38/11

Gianluigi Alari

κατά

Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου

«Υπαλληλική υπόθεση – Υπάλληλοι – Προαγωγή – Περίοδος προαγωγών 2009 – Μετάταξη σε άλλο θεσμικό όργανο κατά τη διάρκεια της περιόδου προαγωγών κατά την οποία ο υπάλληλος θα είχε προαχθεί στο όργανο από το οποίο προέρχεται – Αρμόδιο θεσμικό όργανο να αποφασίσει σχετικά με την προαγωγή του μεταταχθέντος υπαλλήλου»

Αντικείμενο:      Προσφυγή ασκηθείσα δυνάμει του άρθρου 270 ΣΛΕΕ, το οποίο έχει εφαρμογή στη Συνθήκη ΕΚΑΕ βάσει του άρθρου της 106α, με την οποία ο G. Alari ζητεί την ακύρωση της αποφάσεως του Κοινοβουλίου περί μη προαγωγής του στον βαθμό AD 7 κατά την περίοδο προαγωγών 2009.

Απόφαση:      Η προσφυγή απορρίπτεται ως προδήλως αβάσιμη. Το Κοινοβούλιο φέρει, εκτός από τα δικαστικά έξοδά του, και τα δικαστικά έξοδα του προσφεύγοντος.

Περίληψη

Υπάλληλοι – Προαγωγή – Συγκριτική εξέταση των προσόντων – Μετάταξη σε άλλο θεσμικό όργανο κατά τη διάρκεια της περιόδου προαγωγών – Αρμοδιότητα του θεσμικού οργάνου από το οποίο προέρχεται ο υπάλληλος να αποφασίσει για την προαγωγή

(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρο 45)

Σύμφωνα με τις επιταγές του άρθρου 45 του ΚΥΚ, εφόσον ένας υπάλληλος έχει τη δυνατότητα προαγωγής κατά το έτος κατά τη διάρκεια του οποίου μετατάχθηκε, η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή που έχει αρμοδιότητα να αποφασίσει για την προαγωγή του είναι εκείνη του οργάνου από το οποίο προέρχεται ο υπάλληλος.

Το άρθρο 45 του ΚΥΚ διευκρινίζει ότι η προαγωγή γίνεται μετά από συγκριτική εξέταση των προσόντων των προαγώγιμων υπαλλήλων και ότι, στο πλαίσιο της συγκριτικής εξετάσεως των προσόντων, η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή λαμβάνει υπόψη της, ιδίως, τις εκθέσεις που αφορούν τους υπαλλήλους.

Πάντως, για να αποφασίσει αν ένας υπάλληλος πρέπει να προαχθεί αναδρομικώς από την 1η Ιανουαρίου του έτους N (και ακόμη πιο γενικά κατά τη διάρκεια του έτους N), η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή του οργάνου υποδοχής δεν μπορεί, στην πράξη, παρά να προβεί σε συγκριτική εξέταση των προσόντων των υπαλλήλων κατά το παρελθόν, ιδίως κατά το έτος N-1 (και βάσει των εκθέσεων αξιολογήσεως των επιδόσεων των εν λόγω υπαλλήλων κατά τα έτη N-1 και προηγούμενα). Προς τούτο, είναι αναγκαία η σύγκριση των προσόντων των μεταταχθέντων υπαλλήλων με εκείνα των υπαλλήλων που ήταν ακόμη συνάδελφοί τους κατά το έτος που προηγήθηκε της μετατάξεώς τους, εκτίμηση η οποία είναι δυνατό να πραγματοποιηθεί μόνο από το όργανο από το οποίο προέρχεται ο υπάλληλος.

(βλ. σκέψεις 26, 27 και 31)