ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ
ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ (πρώτο τμήμα)

της 28ης Ιουνίου 2011

Υπόθεση F‑55/10

AS

κατά

Ευρωπαϊκής Επιτροπής

«Υπαλληλική υπόθεση – Υπάλληλοι – Προκήρυξη κενής θέσεως – Απόρριψη υποψηφιότητας – Έννομο συμφέρον – Υπάλληλος με αναπηρία – Αδιαίρετοτης αποφάσεως περί απορρίψεως της υποψηφιότητας και της αποφάσεως περί διορισμού – Δεν υφίσταται – Διάκριση μεταξύ υπαλλήλων που ανήκουν στην ίδια ομάδα καθηκόντων και κατόχων του ιδίου βαθμού με διαφορετική σταδιοδρομία – Αντιστοιχία μεταξύ βαθμού και θέσεως»

Αντικείμενο:      Προσφυγή-αγωγή ασκηθείσα δυνάμει του άρθρου 270 ΣΛΕΕ, το οποίο έχει εφαρμογή στη Συνθήκη ΕΚΑΕ βάσει του άρθρου 106α της Συνθήκης αυτής, με την οποία η AS ζητεί να ακυρωθεί, μεταξύ άλλων, η απόφαση της Επιτροπής, της 30ής Σεπτεμβρίου 2009, περί απορρίψεως της υποψηφιότητάς της για τη θέση του βοηθού βιβλιοθηκάριου, και να υποχρεωθεί η Επιτροπή να της καταβάλει 30 000 ευρώ προς αποκατάσταση της ζημίας και ικανοποίηση της ηθικής βλάβης που ισχυρίζεται ότι υπέστη.

Απόφαση:      Η απόφαση της 30ής Σεπτεμβρίου 2009 με την οποία η Ευρωπαϊκή Επιτροπή απέρριψε την υποψηφιότητα της προσφεύγουσας‑ενάγουσας ακυρώνεται. Η Επιτροπή υποχρεώνεται να καταβάλει στην προσφεύγουσα-ενάγουσα το ποσό των 3 000 ευρώ. Η προσφυγή απορρίπτεται κατά τα λοιπά. Η Επιτροπή φέρει, πέραν των δικαστικών της εξόδων, τα τρία τέταρτα των δικαστικών εξόδων της προσφεύγουσας-ενάγουσας. Η προσφεύγουσα-ενάγουσα φέρει το ένα τέταρτο των δικαστικών της εξόδων.

Περίληψη

1.      Υπάλληλοι – Προσφυγή – Έννομο συμφέρον – Προσφυγή κατά της απορρίψεως υποψηφιότητας για κενή θέση εργασίας

(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρα 90 και 91)

2.      Υπάλληλοι – Προσφυγή – Έννομο συμφέρον – Απόφαση περί απορρίψεως υποψηφιότητας

(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρα 90 και 91)

3.      Θεμελιώδη δικαιώματα – Σεβασμός της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής – Ιατρικό απόρρητο – Περιεχόμενο

(Χάρτης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, άρθρο 7)

4.      Διαδικασία – Δικόγραφο της προσφυγής – Τυπικά στοιχεία

(Κανονισμός Διαδικασίας του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης, άρθρο 35 § 1, στοιχείο ε΄)

5.      Διαδικασία – Προβολή νέων ισχυρισμών κατά τη διάρκεια της διαδικασίας – Προϋποθέσεις

(Κανονισμός Διαδικασίας του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης, άρθρα 35 § 1, στοιχείο ε΄, και 43 § 1)

6.      Υπάλληλοι – Προκήρυξη κενής θέσεως – Θέση εργασίας της κατηγορίας AST με περιορισμό της δυνατότητας εξελίξεως της σταδιοδρομίας – Εξέταση των υποψηφιοτήτων – Αποκλεισμός των υποψηφίων της κατηγορίας AST χωρίς περιορισμό της δυνατότητας εξελίξεως της σταδιοδρομίας – Έλλειψη νομιμότητας

(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρα 5 § 4 και 7, εδ. 1· παράρτημα XIII, άρθρο 10)

7.      Υπάλληλοι – Προσφυγή – Αγωγή αποζημιώσεως – Ακύρωση της προσβαλλομένης αποφάσεως που δεν εξασφαλίζει επαρκή ικανοποίηση της ηθικής βλάβης – Χορήγηση χρηματικής ικανοποιήσεως

(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρο 91)

1.      Η κατάσταση υπαλλήλου τον οποίο η υπηρεσία έθεσε αυτεπαγγέλτως σε καθεστώς συνταξιοδοτήσεως, λόγω μόνιμης αδυναμίας ασκήσεως των καθηκόντων του, διαπιστωθείσας από επιτροπή αναπηρίας, είναι κατάσταση αναστρέψιμη, ο δε υπάλληλος αυτός ενδέχεται, εφόσον αποδεικνύεται το αντίθετο, να αναλάβει κάποτε τα καθήκοντά του, οπότε διατηρεί το έννομο συμφέρον του να ζητήσει ακύρωση της αποφάσεως περί απορρίψεως της υποψηφιότητάς του για κενή θέση εργασίας.

(βλ. σκέψη 29)

Παραπομπή:

ΓΔΕΕ: 9 Δεκεμβρίου 2010, T‑526/08 P, Επιτροπή κατά Strack, σκέψεις 73 και 74

2.      Στην περίπτωση προσφυγής ασκηθείσας από υπάλληλο δυνάμει των άρθρων 90 και 91 του ΚΥΚ, στο πλαίσιο της οποίας η απόφαση περί απορρίψεως της υποψηφιότητας δεν διαχωρίζεται από την αντίστοιχη προς την υποψηφιότητα απόφαση περί διορισμού, το έννομο συμφέρον του ενδιαφερομένου να ζητήσει ακύρωση των αποφάσεων αυτών εκτιμάται κατά τρόπο συνολικό και ενιαίο.

Τούτο, πάντως, δεν σημαίνει ότι οι εν λόγω αποφάσεις είναι αδιαίρετες και ότι ο προσφεύγων είναι υποχρεωμένος, για να μην απορριφθεί η προσφυγή του ως απαράδεκτη, να ζητήσει ταυτοχρόνως την ακύρωση αμφοτέρων των αποφάσεων. Συγκεκριμένα, ο προσφεύγων μπορεί παραδεκτώς να ζητήσει μόνον την ακύρωση της αποφάσεως περί απορρίψεως της υποψηφιότητάς του.

Άλλωστε, η αρχή της αναλογικότητας επιβάλλει ο υπάλληλος, ο οποίος δεν επιθυμεί να προσβάλει δικαιώματα τρίτων, να μπορεί να ζητήσει την ακύρωση μόνον της αποφάσεως περί απορρίψεως της υποψηφιότητάς του, χωρίς να είναι υποχρεωμένος, προκειμένου να μην απορριφθεί η προσφυγή του ως απαράδεκτη, να ζητήσει και την ακύρωση της αποφάσεως περί διορισμού άλλων υπαλλήλων.

(βλ. σκέψεις 30 έως 33)

Παραπομπή:

ΔΕΕ: 28 Φεβρουαρίου 2008, C‑17/07 P, Neirinck κατά Επιτροπής

ΓΔΕΕ: Επιτροπή κατά Strack, προπαρατεθείσα, σκέψη 45

3.      Το ιατρικό απόρρητο καλύπτει, μεταξύ άλλων, πληροφοριακά στοιχεία που γνωστοποιούνται σε επαγγελματία του τομέα της υγείας κατά την άσκηση των καθηκόντων του από το πρόσωπο στο οποίο παρέχει τις υπηρεσίες του. Το δικαίωμα προστασίας του ιατρικού απορρήτου, που αποτελεί πτυχή του δικαιώματος προστασίας του ιδιωτικού βίου, αποτελεί θεμελιώδες δικαίωμα, προστατευόμενο στην έννομη τάξη της Ένωσης. Τα δύο αυτά δικαιώματα μπορούν να συνεπάγονται περιορισμούς, υπό την προϋπόθεση ότι οι περιορισμοί αυτοί πράγματι εξυπηρετούν τους επιδιωκόμενους από την Ένωση σκοπούς γενικού συμφέροντος και δεν συνιστούν, ενόψει του επιδιωκομένου σκοπού, υπέρμετρη και επαχθή παρέμβαση θίγουσα την ίδια την ουσία των δικαιωμάτων.

Συναφώς, λαμβανομένου υπόψη και του άρθρου 8 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), η επέμβαση της δημόσιας αρχής όσον αφορά το δικαίωμα προστασίας του ιδιωτικού βίου μπορεί να είναι δικαιολογημένη, εφόσον «προβλέπεται από τον νόμο», επιδιώκει έναν από τους σκοπούς που απαριθμούνται στην παράγραφο 2 του άρθρου αυτού, όπως, για παράδειγμα, η «οικονομική ευημερία», η «προστασία της υγείας», και είναι «αναγκαία» για την επίτευξη των σκοπών αυτών.

Τούτο δεν ισχύει σε περίπτωση που ένα θεσμικό όργανο χρησιμοποιεί, στο πλαίσιο προσφυγής ασκηθείσας από υπάλληλο, στοιχεία που περιλαμβάνονται στον ιατρικό φάκελο του ενδιαφερομένου, απλώς και μόνο για να στηρίξει την επιχειρηματολογία του περί ελλείψεως εννόμου συμφέροντος του προσώπου αυτού.

(βλ. σκέψεις 41 και 42)

Παραπομπή:

ΓΔΕΕ: 13 Ιουλίου 1995, T‑176/94, K κατά Επιτροπής, σκέψεις 34 έως 46

4.      Ο δικαστής της Ένωσης, μολονότι δεν μπορεί να εξετάζει αυτεπαγγέλτως λόγους μη προβληθέντες από τους διαδίκους, εκτός αν πρόκειται για λόγους δημοσίας τάξεως, εντούτοις οφείλει να ερμηνεύει τους προβληθέντες από τον προσφεύγοντα λόγους βάσει της ουσίας τους και όχι βάσει του νομικού χαρακτηρισμού τους, υπό την προϋπόθεση, πάντως, ότι οι λόγοι αυτοί προκύπτουν με επαρκή σαφήνεια από το δικόγραφο. Ωστόσο, ανεξάρτητα από κάθε ζήτημα ορολογίας, οι λόγοι πρέπει να εκτίθενται με επαρκή σαφήνεια και ακρίβεια, ώστε να μπορούν ο μεν καθού να προετοιμάσει την άμυνά του, το δε Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης να αποφανθεί επί της προσφυγής, ενδεχομένως χωρίς να χρειαστεί άλλες πληροφορίες.

(βλ. σκέψη 50)

Παραπομπή:

ΔΕΕ: 15 Δεκεμβρίου 1961, 19/60, 21/60, 2/61 και 3/61, Fives Lille Cail κ.λπ. κατά Ανωτάτης Αρχής· 13 Δεκεμβρίου 2005, C‑78/03 P, Επιτροπή κατά Aktionsgemeinschaft Recht und Eigentum, σκέψη 45

ΓΔΕΕ: 24 Φεβρουαρίου 2000, T‑145/98, ADT Projekt κατά Επιτροπής, σκέψη 66

ΔΔΔΕΕ: 26 Μαρτίου 2010, T‑577/08, Proges κατά Επιτροπής, σκέψη 21

5.      Αν ο προσφεύγων προβάλλει, με την ένσταση και με την προσφυγή του, λόγο σχετικό με την εσωτερική νομιμότητα, είναι παραδεκτή η προβολή νέου λόγου σχετικού με την εσωτερική νομιμότητα, όπως, για παράδειγμα, η παραβίαση του ΚΥΚ, για πρώτη φορά ενώπιον του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης. Δεν έχει σημασία το γεγονός ότι ο νέος λόγος στηρίζεται συγκεκριμένο νομικό συλλογισμό, ουσιωδώς διαφορετικό από τον πρώτο λόγο.

(βλ. σκέψεις 51 έως 53)

Παραπομπή:

ΔΔΔΕΕ: 1 Ιουλίου 2010, F‑45/07, Mandt κατά Κοινοβουλίου, σκέψεις 108 έως 123

6.      Το άρθρο 7, παράγραφος 1, του ΚΥΚ, κατά το οποίο η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή τοποθετεί κάθε υπάλληλο σε θέση της ομάδας καθηκόντων του που αντιστοιχεί στον βαθμό του, υποχρεώνει την εν λόγω αρχή να μην απαγορεύει σε ορισμένους υπαλλήλους την πρόσβαση σε θέση εργασίας που αντιστοιχεί στους βαθμούς AST 1 έως AST 7 απλώς και μόνον επειδή δύνανται να φτάσουν έως τον βαθμό AST 11. Συγκεκριμένα, το άρθρο αυτό, καθώς και το άρθρο 5, παράγραφος 4, του ΚΥΚ επιτρέπουν στα θεσμικά όργανα μόνο να αντιστοιχίζουν βαθμούς και θέσεις εργασίας εντός μιας ομάδας καθηκόντων.

Συναφώς, το γεγονός ότι οι μεταβατικές διατάξεις του άρθρου 10 του παραρτήματος XIII του ΚΥΚ θέτουν, όσον αφορά ορισμένους υπαλλήλους των παλαιών κατηγοριών C και D, ορισμένους περιορισμούς στην εξέλιξη της σταδιοδρομίας τους δεν συνεπάγεται ότι ένα θεσμικό όργανο μπορεί, εξ αυτού του λόγου και μόνον, να παρέχει μόνο σε αυτούς τους υπαλλήλους πρόσβαση σε ορισμένες θέσεις εργασίας, αποκλείοντας ορισμένους άλλους που δικαιούνται εξίσου να έχουν πρόσβαση στις θέσεις αυτές.

Η διατήρηση σε ισχύ, από ένα θεσμικό όργανο, διακρίσεως μεταξύ υπαλλήλων του ίδιου βαθμού και της ίδιας ομάδας καθηκόντων, όσον αφορά την πρόσβαση σε ορισμένες θέσεις εργασίας, αντιβαίνει στους σκοπούς της μεταρρυθμίσεως του ΚΥΚ, ήτοι στη συγχώνευση των παλαιών κατηγοριών B, C και D σε μια ενιαία ομάδα καθηκόντων AST. Επομένως, η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή ενεργεί κατά παράβαση του νόμου όταν εξετάζει χωριστά τα προσόντα υπαλλήλων του ίδιου βαθμού ανάλογα με την ομάδα καθηκόντων στην οποία ανήκαν βάσει του προϊσχύσαντος ΚΥΚ, δεδομένης της βουλήσεως του νομοθέτη να συγχωνεύσει τις ομάδες αυτές σε ενιαία ομάδα καθηκόντων.

(βλ. σκέψεις 58 και 63 έως 65)

Παραπομπή:

ΔΕΕ: 4 Μαρτίου 2010, C‑496/08 P, Angé Serrano κ.λπ. κατά Κοινοβουλίου, σκέψη 106

7.      Ο υπάλληλος δικαιούται ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη λόγω υπηρεσιακού πταίσματος που συνεπάγεται ευθύνη της διοικήσεως, εφόσον μόνη η ακύρωση της προσβαλλόμενης παράνομης πράξεως δεν αρκεί για την εν λόγω ικανοποίηση.

Τούτο συμβαίνει όταν το θεσμικό όργανο, αρνούμενο παρανόμως να εξετάσει την υποψηφιότητα υπαλλήλου για προκηρυχθείσα κενή θέση, παρά το γεγονός ότι ο ενδιαφερόμενος ασκούσε συναφή καθήκοντα επί πολλά έτη, προξενεί ηθική βλάβη στον υπάλληλο αυτόν, για την ικανοποίηση της οποίας δεν αρκεί η ακύρωση της παράνομης πράξεως, καθώς ο ενδιαφερόμενος δεν δύναται, λόγω της αναπηρίας του, να ωφεληθεί από τα μέτρα εκτελέσεως που ενδεχομένως λάβει το εν λόγω θεσμικό όργανο.

(βλ. σκέψεις 79 έως 80)

Παραπομπή:

ΔΔΔΕΕ: 7 Ιουλίου 2009, F‑99/07 και F‑45/08, Bernard κατά Ευρωπόλ, σκέψεις 103 έως 107