ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (όγδοο τμήμα)

της 12ης Μαρτίου 2020 (*)

«Ντάμπινγκ – Εισαγωγή πλατέων προϊόντων θερμής έλασης από σίδηρο, μη κραματοποιημένο χάλυβα ή άλλο κραματοποιημένο χάλυβα καταγωγής Βραζιλίας, Ιράν, Ρωσίας, Σερβίας και Ουκρανίας – Περάτωση της διαδικασίας σχετικά με τις εισαγωγές από τη Σερβία – Προσδιορισμός της ζημίας – Σωρευτική αξιολόγηση των επιπτώσεων των εισαγωγών από περισσότερες της μίας χώρες – Άρθρο 3, παράγραφος 4, του κανονισμού (ΕΕ) 2016/1036 – Περάτωση χωρίς τη λήψη μέτρων – Άρθρο 9, παράγραφος 2, του κανονισμού 2016/1036 – Τελική αποκάλυψη στοιχείων σχετικά με τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά και τις εκτιμήσεις επί τη βάσει των οποίων πρόκειται να διατυπωθεί εισήγηση για την επιβολή οριστικών μέτρων ή για την περάτωση της έρευνας ή της διαδικασίας άνευ επιβολής μέτρων – Άρθρο 20, παράγραφος 2, του κανονισμού 2016/1036»

Στην υπόθεση T‑835/17,

Eurofer, Association Européenne de l’Acier, AISBL, με έδρα τις Βρυξέλλες (Βέλγιο), εκπροσωπούμενη από τους J. Killick και G. Forwood, δικηγόρους,

προσφεύγουσα,

κατά

Ευρωπαϊκής Επιτροπής, εκπροσωπούμενης από τους T. Maxian Rusche, N. Kuplewatzky και την A. Demeneix,

καθής,

υποστηριζόμενης από την

HBIS Group Serbia Iron & Steel LLC Belgrade, εκπροσωπούμενη από τον R. Luff, δικηγόρο,

παρεμβαίνουσα,

με αντικείμενο προσφυγή δυνάμει του άρθρου 263 ΣΛΕΕ με αίτημα τη μερική ακύρωση του εκτελεστικού κανονισμού (ΕΕ) 2017/1795 της Επιτροπής, της 5ης Οκτωβρίου 2017, για την επιβολή οριστικού δασμού αντιντάμπινγκ στις εισαγωγές ορισμένων πλατέων προϊόντων θερμής έλασης από σίδηρο, μη κραματοποιημένο χάλυβα ή άλλο κραματοποιημένο χάλυβα καταγωγής Βραζιλίας, Ιράν, Ρωσίας και Ουκρανίας και για την περάτωση της έρευνας όσον αφορά τις εισαγωγές ορισμένων πλατέων προϊόντων θερμής έλασης από σίδηρο, μη κραματοποιημένο χάλυβα ή άλλο κραματοποιημένο χάλυβα καταγωγής Σερβίας (ΕΕ 2017, L 258, σ. 24),

ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (όγδοο τμήμα),

συγκείμενο από τους A. M. Collins, R. Barents και J. Passer (εισηγητή), δικαστές,

γραμματέας: S. Bukšek Tomac, διοικητική υπάλληλος,

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 7ης Νοεμβρίου 2019,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

 Ιστορικό της διαφοράς

1        Κατόπιν καταγγελίας που υποβλήθηκε στις 23 Μαΐου 2016 από την προσφεύγουσα, Eurofer, Association européenne de l’acier, AISBL (ένωση μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα), η Ευρωπαϊκή Επιτροπή κίνησε έρευνα αντιντάμπινγκ σχετικά με τις εισαγωγές στην Ευρωπαϊκή Ένωση ορισμένων πλατέων προϊόντων θερμής έλασης από σίδηρο, μη κραματοποιημένο χάλυβα ή άλλο κραματοποιημένο χάλυβα, καταγωγής Βραζιλίας, Ιράν, Ρωσίας, Σερβίας και Ουκρανίας.

2        Στις 7 Ιουλίου 2016, η Επιτροπή δημοσίευσε ανακοίνωση για την έναρξη διαδικασίας αντιντάμπινγκ σχετικά με τις εισαγωγές που αναφέρονται στη σκέψη 1 ανωτέρω (ΕΕ 2016, C 246, σ. 7), σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) 2016/1036 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 8ης Ιουνίου 2016, για την άμυνα κατά των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ εκ μέρους χωρών μη μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ 2016, L 176, σ. 21, στο εξής: βασικός κανονισμός).

3        Η έρευνα σχετικά με το ντάμπινγκ και τη ζημία κάλυψε την περίοδο από την 1η Ιουλίου 2015 έως τις 30 Ιουνίου 2016 (στο εξής: περίοδος έρευνας). Η εξέταση των συναφών τάσεων για την εκτίμηση της ζημίας κάλυψε την περίοδο από την 1η Ιανουαρίου 2013 έως το τέλος της περιόδου της έρευνας.

4        Στην ανακοίνωση για την έναρξη της έρευνας η Επιτροπή ανέφερε ότι ενδέχετο να προβεί σε δειγματοληψία μεταξύ των ενδιαφερόμενων μερών σύμφωνα με το άρθρο 17 του βασικού κανονισμού. Όσον αφορά τους παραγωγούς της Ένωσης, το τελικό δείγμα αποτελούνταν από έξι εξ αυτών, οι οποίοι ήταν εγκατεστημένοι σε πέντε κράτη μέλη, και αντιπροσώπευαν πλέον του 45 % της παραγωγής της Ένωσης, και συγκεκριμένα τους εξής:

–        ThyssenKrupp Steel Europe AG, Duisburg, Γερμανία·

–        Tata Steel IJmuiden BV, Velsen-Noord, Κάτω Χώρες·

–        Tata Steel UK Limited, Port Talbot, Νότια Ουαλία, Ηνωμένο Βασίλειο·

–        ArcelorMittal Mediterranee SAS, Fos-sur-Mer, Γαλλία·

–        ArcelorMittal Atlantique Et Lorraine, Δουνκέρκη, Γαλλία·

–        ArcelorMittal España SA, Gozón, Ισπανία.

5        Στις εγκαταστάσεις των εν λόγω εταιριών πραγματοποιήθηκαν επιτόπιες επαληθεύσεις, σύμφωνα με το άρθρο 16 του βασικού κανονισμού.

6        Στις 4 Απριλίου 2017, η Επιτροπή ενημέρωσε όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη μέσω ενημερωτικού εγγράφου (στο εξής: ενημερωτικό έγγραφο) ότι θα συνέχιζε την έρευνα χωρίς την επιβολή προσωρινών μέτρων στις εισαγωγές στην Ένωση του υπό εξέταση προϊόντος καταγωγής των οικείων χωρών. Το εν λόγω έγγραφο περιείχε τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά και το σκεπτικό βάσει των οποίων η Επιτροπή αποφάσισε να συνεχίσει την έρευνα χωρίς την επιβολή προσωρινών μέτρων. Μετά την κοινοποίηση του εγγράφου αυτού, τα ενδιαφερόμενα μέρη υπέβαλαν γραπτές παρατηρήσεις σχετικά με τις πληροφορίες και τα συμπεράσματα που κοινοποιήθηκαν. Σε ακρόαση κλήθηκαν και τα ενδιαφερόμενα μέρη που υπέβαλαν σχετικό αίτημα.

7        Στις 4 Μαΐου 2017 πραγματοποιήθηκε ακρόαση με την προσφεύγουσα παρουσία του συμβούλου ακροάσεων για τις διαδικασίες εμπορικών προσφυγών. Στις 8 Ιουνίου 2017 πραγματοποιήθηκε δεύτερη ακρόαση με την προσφεύγουσα.

8        Μεταξύ 29ης Μαΐου και 9ης Ιουνίου 2017, πραγματοποιήθηκαν πέντε επιπλέον επιτόπιες επαληθεύσεις στις εγκαταστάσεις των παρακάτω ενδιαφερόμενων μερών στην Ένωση:

–        ThyssenKrupp Steel Europe AG, Duisburg, Γερμανία (ενωσιακός παραγωγός)·

–        HUS Ltd, Φιλιππούπολη, Βουλγαρία (χρήστης, μέλος της κοινοπραξίας «Consortium for Imports of HoT‑Rolled Flats», για τις εισαγωγές πλατέων προϊόντων θερμής έλασης)·

–        Technotubi SpA, Alfianello, Ιταλία (χρήστης, μέλος της ως άνω κοινοπραξίας)·

–        Ιταλός χρήστης που δεν ήταν μέλος της κοινοπραξίας και είχε ζητήσει να παραμείνει ανώνυμος·

–        η προσφεύγουσα.

9        Μετά την τελική αποκάλυψη στοιχείων στις 17 Ιουλίου 2017 (στο εξής: τελική αποκάλυψη στοιχείων), πραγματοποιήθηκε στις 27 Ιουλίου 2017 νέα ακρόαση με την προσφεύγουσα παρουσία του συμβούλου ακροάσεων για τις διαδικασίες εμπορικών προσφυγών.

10      Μετά την ακρόαση της 3ης Αυγούστου 2017 με Ιρανό παραγωγό‑εξαγωγέα, η Επιτροπή επανέλαβε τον υπολογισμό του ντάμπινγκ και τους υπολογισμούς που βασίζονταν σε αυτόν. Τα μέρη ενημερώθηκαν σχετικά με την αναθεώρηση αυτή μέσω εγγράφου περί συμπληρωματικής τελικής αποκάλυψης στοιχείων στις 4 Αυγούστου 2017.

11      Στις 5 Οκτωβρίου 2017, η Επιτροπή εξέδωσε τον εκτελεστικό κανονισμό (ΕΕ) 2017/1795, για την επιβολή οριστικού δασμού αντιντάμπινγκ στις εισαγωγές ορισμένων πλατέων προϊόντων θερμής έλασης από σίδηρο, μη κραματοποιημένο χάλυβα ή άλλο κραματοποιημένο χάλυβα καταγωγής Βραζιλίας, Ιράν, Ρωσίας και Ουκρανίας και για την περάτωση της έρευνας όσον αφορά τις εισαγωγές ορισμένων πλατέων προϊόντων θερμής έλασης από σίδηρο, μη κραματοποιημένο χάλυβα ή άλλο κραματοποιημένο χάλυβα καταγωγής Σερβίας (ΕΕ 2017, L 258, σ. 24, και διορθωτικό ΕΕ 2017, L 319, σ. 81, στο εξής: προσβαλλόμενος κανονισμός).

12      Το άρθρο 2 του προσβαλλόμενου κανονισμού ορίζει ότι «[η] διαδικασία αντιντάμπινγκ σχετικά με τις εισαγωγές στην Ένωση του υπό εξέταση προϊόντος καταγωγής Σερβίας περατώνεται σύμφωνα με το άρθρο 9, παράγραφος 2 του βασικού κανονισμού».

 Διαδικασία και αιτήματα των διαδίκων

13      Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 29 Δεκεμβρίου 2017, η προσφεύγουσα άσκησε την υπό κρίση προσφυγή.

14      Στις 21 Μαρτίου 2018, η Επιτροπή κατέθεσε υπόμνημα αντίκρουσης.

15      Με δικόγραφα που κατέθεσαν στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 17 και 18 Απριλίου 2018, η παρεμβαίνουσα, HBIS Group Serbia Iron & Steel LLC Belgrade, και η Δημοκρατία της Σερβίας ζήτησαν να παρέμβουν στην παρούσα διαδικασία προς στήριξη των αιτημάτων της Επιτροπής.

16      Με δικόγραφο που κατέθεσε στις 14 Μαΐου 2018, η προσφεύγουσα ζήτησε, σύμφωνα με το άρθρο 144, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου, να μην κοινοποιηθούν στην παρεμβαίνουσα ή στη Δημοκρατία της Σερβίας, εφόσον γινόταν δεκτή η παρέμβασή τους, ορισμένα δεδομένα εμπιστευτικού χαρακτήρα, που περιλαμβάνονται στα παραρτήματα A.25, A.30 και A.31 του δικογράφου της προσφυγής.

17      Στις 3 Ιουλίου 2018, η προσφεύγουσα κατέθεσε υπόμνημα απάντησης.

18      Με διάταξη της 6ης Ιουλίου 2018, το όγδοο τμήμα του Γενικού Δικαστηρίου απέρριψε την αίτηση παρέμβασης της Δημοκρατίας της Σερβίας.

19      Με διάταξη της 12ης Ιουλίου 2018, ο πρόεδρος του ογδόου τμήματος του Γενικού Δικαστηρίου επέτρεψε την παρέμβαση της παρεμβαίνουσας και διέταξε να κοινοποιηθεί προσωρινώς μόνον το μη εμπιστευτικό κείμενο της προσφυγής που προσκόμισε η προσφεύγουσα, εν αναμονή ενδεχομένων παρατηρήσεων της παρεμβαίνουσας επί του αιτήματος εμπιστευτικής μεταχείρισης.

20      Με δικόγραφο που κατέθεσε στις 31 Ιουλίου 2018, η παρεμβαίνουσα ενημέρωσε το Γενικό Δικαστήριο ότι δεν είχε αντιρρήσεις ως προς την εμπιστευτική μεταχείριση των δεδομένων που προσδιόρισε η προσφεύγουσα, με την εξαίρεση, ωστόσο, ορισμένων δεδομένων που περιλαμβάνονται στις σελίδες 779 έως 781 του παραρτήματος A.25 του δικογράφου της προσφυγής.

21      Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 13 Σεπτεμβρίου 2018, η παρεμβαίνουσα κατέθεσε υπόμνημα παρέμβασης.

22      Στις 14 Σεπτεμβρίου 2018, η Επιτροπή κατέθεσε υπόμνημα ανταπάντησης.

23      Με διάταξη της 5ης Οκτωβρίου 2018, ο πρόεδρος του ογδόου τμήματος του Γενικού Δικαστηρίου απέρριψε την αίτηση εμπιστευτικής μεταχείρισης όσον αφορά τα δεδομένα που αναφέρονται στη σκέψη 20 ανωτέρω και διέταξε την κοινοποίηση στην παρεμβαίνουσα νέου, μη εμπιστευτικού κειμένου του δικογράφου της προσφυγής.

24      Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 25 Οκτωβρίου 2018, η προσφεύγουσα προσκόμισε μη εμπιστευτικό κείμενο του δικογράφου της προσφυγής σύμφωνα με τη διάταξη της 5ης Οκτωβρίου 2018.

25      Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 23 Νοεμβρίου 2018, η παρεμβαίνουσα κατέθεσε συμπληρωματικό υπόμνημα παρέμβασης επί του μη εμπιστευτικού κειμένου του δικογράφου της προσφυγής.

26      Στις 20 Δεκεμβρίου 2018, η προσφεύγουσα και η Επιτροπή κατέθεσαν τις παρατηρήσεις τους.

27      Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 30 Ιανουαρίου 2019, η προσφεύγουσα ζήτησε, δυνάμει του άρθρου 106 του Κανονισμού Διαδικασίας, να αναπτύξει τις απόψεις της στο πλαίσιο της προφορικής διαδικασίας.

28      Η προσφεύγουσα ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:

–        να ακυρώσει το άρθρο 2 του προσβαλλόμενου κανονισμού·

–        να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.

29      Η Επιτροπή ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:

–        να απορρίψει την προσφυγή ως απαράδεκτη·

–        επικουρικώς, να απορρίψει την αγωγή ως αβάσιμη·

–        να καταδικάσει την προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα.

30      Η παρεμβαίνουσα ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:

–        να απορρίψει την προσφυγή ως απαράδεκτη·

–        επικουρικώς, να απορρίψει την προσφυγή ως αβάσιμη·

–        να καταδικάσει την προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα.

 Σκεπτικό

 Επί του παραδεκτού

31      Η Επιτροπή, χωρίς να προβάλει ρητώς ένσταση απαραδέκτου με χωριστό δικόγραφο κατά το άρθρο 130, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, ισχυρίζεται, υποστηριζόμενη από την παρεμβαίνουσα, ότι η προσφυγή είναι απαράδεκτη για δύο λόγους. Αφενός, το άρθρο 2 του προσβαλλόμενου κανονισμού δεν μπορεί να διαχωριστεί από τον υπόλοιπο κανονισμό. Αφετέρου, η προσφεύγουσα δεν νομιμοποιείται ενεργητικώς ούτε έχει έννομο συμφέρον για την άσκηση την υπό κρίση προσφυγής.

32      Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι ο δικαστής της Ένωσης δύναται να εκτιμήσει, με βάση τις περιστάσεις κάθε υπόθεσης, αν η ορθή απονομή της δικαιοσύνης δικαιολογεί την επί της ουσίας απόρριψη της προσφυγής, χωρίς προηγούμενη απόφανση επί του παραδεκτού της (πρβλ. αποφάσεις της 26ης Φεβρουαρίου 2002, Συμβούλιο κατά Boehringer, C-23/00 P, EU:C:2002:118, σκέψεις 51 και 52, και της 14ης Σεπτεμβρίου 2016, Trajektna luka Split κατά Επιτροπής, T‑57/15, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2016:470, σκέψη 84).

33      Εν προκειμένω, δικαιολογείται η επί της ουσίας εξέταση της προσφυγής, ενδεχομένως χωρίς απόφανση επί του παραδεκτού της.

 Επί της ουσίας

34      Προς στήριξη της προσφυγής της, η προσφεύγουσα προβάλλει τρεις λόγους ακυρώσεως. Ο πρώτος λόγος αντλείται από πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως και νομική πλάνη, καθόσον η Επιτροπή αποφάσισε να μην αξιολογήσει σωρευτικώς τις εισαγωγές από τη Σερβία σύμφωνα με το άρθρο 3, παράγραφος 4, του βασικού κανονισμού. Ο δεύτερος λόγος αντλείται από πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως και νομική πλάνη, καθόσον η Επιτροπή έκρινε, έστω και χωρίς σωρευτική αξιολόγηση, ότι δεν «χρειάζεται» να ληφθούν προστατευτικά μέτρα κατά της Δημοκρατίας της Σερβίας. Ο τρίτος λόγος ακυρώσεως αντλείται από παράβαση του άρθρου 20, παράγραφος 2, του εν λόγω κανονισμού, από προσβολή του δικαιώματος ενημέρωσης της προσφεύγουσας και των δικαιωμάτων της άμυνας, καθώς και από προσβολή του δικαιώματος χρηστής διοίκησης, το οποίο κατοχυρώνεται στο άρθρο 41 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθόσον η Επιτροπή αρνήθηκε να κοινοποιήσει τα στοιχεία σχετικά με την υποτιμολόγηση και την πώληση σε χαμηλότερες τιμές για τον Σέρβο εξαγωγέα.

 Επί του πρώτου λόγου ακυρώσεως, που αντλείται από πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως και νομική πλάνη καθόσον η Επιτροπή αποφάσισε να μην αξιολογήσει σωρευτικώς τις εισαγωγές από τη Σερβία σύμφωνα με το άρθρο 3, παράγραφος 4, του βασικού κανονισμού

35      Η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι, στο μέτρο που, αφενός, τα περιθώρια ντάμπινγκ ύψους 38,7 % που καθορίστηκαν σε σχέση με τις εισαγωγές από τη Σερβία υπερέβαιναν το ελάχιστο όριο του άρθρου 9, παράγραφος 3, του βασικού κανονισμού και, αφετέρου, οι όγκοι εισαγωγών από τη Σερβία αντιπροσώπευαν μερίδιο αγοράς 1,04 % και, επομένως, υπερέβαιναν το όριο του 1 % που προβλέπει το άρθρο 5, παράγραφος 7, του εν λόγω κανονισμού, κακώς η Επιτροπή αποφάσισε, με τον προσβαλλόμενο κανονισμό, να μην αξιολογήσει σωρευτικώς τις εισαγωγές από τη Σερβία.

36      Η προσφεύγουσα προσθέτει ότι στον προσβαλλόμενο κανονισμό δεν διαπιστώθηκε ότι υφίστανται διαφορετικοί όροι ανταγωνισμού μεταξύ της Σερβίας και των τεσσάρων άλλων οικείων χωρών, αφενός, ή ότι υφίστανται διαφορετικοί όροι ανταγωνισμού μεταξύ των πέντε χωρών και της Ένωσης, αφετέρου. Εν πάση περιπτώσει, η εκτίμηση ότι ο Σέρβος παραγωγός-εξαγωγές «ακολουθεί» τις τιμές δεν ασκεί επιρροή υπό το πρίσμα του άρθρου 3, παράγραφος 4, στοιχεία αʹ και βʹ, του βασικού κανονισμού.

37      Όσον αφορά τον όγκο των εισαγωγών, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι το όριο του 1 % που προβλέπεται στο άρθρο 5, παράγραφος 7, του βασικού κανονισμού εφαρμόζεται στο πλαίσιο του άρθρου 3, παράγραφος 4, στοιχείο αʹ, του εν λόγω κανονισμού, παρά το γεγονός ότι η διάταξη αυτή δεν παραπέμπει ρητώς στο άρθρο 5, παράγραφος 7, του κανονισμού αυτού. Τούτο επιβεβαιώνεται από το επεξηγηματικό σημείωμα της Επιτροπής, της 21ης Σεπτεμβρίου 2000, προς την Επιτροπή πρακτικών αντιντάμπινγκ (ad hoc ομάδα για την εφαρμογή) του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου (ΠΟΕ), από τη συστηματική εφαρμογή του εν λόγω ορίου από την Επιτροπή καθώς και από τη νομολογία.

38      Το όριο του 1 % που προβλέπεται στο άρθρο 5, παράγραφος 7, του βασικού κανονισμού αποτελεί σαφές και συγκεκριμένο όριο πάνω από το οποίο ο όγκος των εισαγωγών δεν είναι πλέον «αμελητέος».

39      Κατά την προσφεύγουσα, λαμβανομένου υπόψη του γράμματος του άρθρου 5, παράγραφος 7, του βασικού κανονισμού, η θέση που υποστήριξε η Επιτροπή με τον προσβαλλόμενο κανονισμό, κατά την οποία οι εισαγωγές που υπερβαίνουν ελαφρώς το 1 % μπορούν να θεωρηθούν αμελητέες και να μην αποτελέσουν αντικείμενο σωρευτικής αξιολόγησης, είναι αντίθετη προς την κανονική σημασία των επίμαχων διατάξεων καθώς και προς το πλαίσιό τους και τους σκοπούς της ρύθμισης στην οποία εντάσσονται και, επιπλέον, δημιουργεί ρυθμιστικό κενό.

40      Κακώς έκρινε η Επιτροπή, στην αιτιολογική σκέψη 234 του προσβαλλόμενου κανονισμού, ότι είχε τη δυνατότητα να αποκλίνει από τα σαφώς καθορισμένα όρια του άρθρου 3, παράγραφος 4, και του άρθρου 5, παράγραφος 7, του βασικού κανονισμού, στηριζόμενη στα γενικότερα στοιχεία εκτιμήσεως που διατυπώνονται στο άρθρο 3, παράγραφος 3, του ίδιου κανονισμού. Η παράγραφος 4 του άρθρου 3 του κανονισμού αυτού δεν κάνει καμία αναφορά στην παράγραφο 3 του εν λόγω άρθρου.

41      Ομοίως, η Επιτροπή δεν μπορεί να επικαλείται την ευρεία εξουσία εκτιμήσεως που διαθέτει για να αξιολογεί σύνθετες από οικονομικής, πολιτικής και νομικής απόψεως καταστάσεις. Το ερώτημα αν οι εισαγωγές από μια χώρα υπερβαίνουν το 1 % του μεριδίου αγοράς είναι απλό και επιδέχεται μόνο δύο πιθανές απαντήσεις.

42      Εξάλλου, η Επιτροπή έσφαλε κρίνοντας ότι ο «πρόσθετος» όγκος του 0,04 % ήταν «επουσιώδης». Συγκεκριμένα, το νομικό κριτήριο δεν συνίσταται στο αν ο όγκος που υπερβαίνει το όριο του 1 %, ήτοι το 0,04 %, είναι ουσιώδης ή όχι, αλλά στο ζήτημα αν εισαγωγές που αντιπροσωπεύουν μερίδιο αγοράς ύψους 1,04 % μπορούν, στο σύνολό τους, να θεωρηθούν αμελητέες. Πλην όμως, αν ο όγκος των εισαγωγών, οι οποίες αντιπροσωπεύουν μερίδιο αγοράς 1,04 % και αντιστοιχεί σε εξαγωγές άνω των 350 000 τόνων, αξίας άνω των 120 εκατομμυρίων ευρώ, πωλείται σε τιμές ντάμπινγκ και σε τιμές 30 % χαμηλότερες από εκείνες των παραγωγών της Ένωσης, οι συνέπειές του δεν δύναται να είναι αμελητέες.

43      Εν πάση περιπτώσει, ακόμη και αν η Επιτροπή διαθέτει εξουσία εκτιμήσεως βάσει του άρθρου 3, παράγραφος 4, του βασικού κανονισμού για να παρεκκλίνει από το όριο του 1 %, ο προσβαλλόμενος κανονισμός στηρίζεται σε δύο εντελώς αλυσιτελείς παράγοντες και δεν λαμβάνει προσηκόντως υπόψη άλλα στοιχεία, όπως το ντάμπινγκ, η υποτιμολόγηση και η πώληση σε χαμηλότερες τιμές, τα οποία, αντιθέτως, είναι εξαιρετικά κρίσιμα για τον καθορισμό των επιπτώσεων των εισαγωγών από τη Σερβία στον κλάδο παραγωγής της Ένωσης.

44      Η δήλωση ότι ο Σέρβος παραγωγός-εξαγωγέας «ακολουθεί» τις τιμές είναι επίσης εσφαλμένη, στο μέτρο που δεν στηρίζεται σε καμία πραγματική βάση. Συγκεκριμένα, τα συμπεράσματα της Επιτροπής στηρίζονται αποκλειστικά στη μέση τιμή των εισαγωγών ενός ευρέος φάσματος προϊόντων και όχι στις τιμές συγκεκριμένων προϊόντων. Προκειμένου να διαπιστωθεί αν ο Σέρβος παραγωγός-εξαγωγέας «ακολουθούσε» ή «είχε την πρωτοβουλία» στο θέμα του καθορισμού των τιμών, πρέπει να προσδιοριστεί το χρονικό σημείο στο οποίο ο εξαγωγέας αύξησε και μείωσε τις τιμές του σε σχέση με τους λοιπούς εξαγωγείς. Ο προσβαλλόμενος κανονισμός δεν προβαίνει στην ανάλυση αυτή.

45      Κατά την προσφεύγουσα, η Επιτροπή κακώς στηρίχθηκε στη μέση τιμή εισαγωγών καθόσον η Σερβία είχε μόνον έναν παραγωγό-εξαγωγέα, ενώ δύο από τις τέσσερις άλλες χώρες είχαν περισσότερους. Η Επιτροπή όφειλε να λάβει υπόψη, όχι μόνον τις μέσες τιμές αλλά και τις τιμές των μεμονωμένων εξαγωγέων των άλλων χωρών στις οποίες οι ως άνω τιμές στηρίζονται.

46      Επιπλέον, ήταν προτιμότερο να διενεργηθεί συγκριτική ανάλυση της υποτιμολόγησης, με τη μέθοδο αριθμός ελέγχου προϊόντος προς αριθμό ελέγχου προϊόντος (μέθοδος NCP προς NCP), όπως έπραξε η Επιτροπή για τις εισαγωγές καταγωγής από τις τέσσερις άλλες χώρες που αποτελούν το αντικείμενο της έρευνας. Στο μέτρο που η Επιτροπή ανέφερε, στην αιτιολογική σκέψη 238 του προσβαλλόμενου κανονισμού, ότι δεν χρησιμοποίησε τέτοια στοιχεία, «γιατί οι υπολογισμοί της υποτιμολόγησης και της πώλησης σε χαμηλότερες τιμές παρουσιάζουν απλώς την τρέχουσα κατάσταση κατά την περίοδο της έρευνας και δεν επιτρέπουν τη σύγκριση των τιμών για την καταγραφή της τάσης επί μια σειρά ετών», η προσφεύγουσα τονίζει ότι το άρθρο 3, παράγραφος 3, του βασικού κανονισμού προβλέπει ρητώς ότι «εξετάζεται κατά πόσον έχουν πραγματοποιηθεί εισαγωγές με πρακτικές ντάμπινγκ σε τιμές αισθητά κατώτερες». Συναφώς, η εκτίμηση της Επιτροπής δεν έλαβε υπόψη το υψηλό περιθώριο ντάμπινγκ των εισαγωγών από τη Σερβία (38,7 %).

47      Εξάλλου, ο λόγος που προέβαλε η Επιτροπή στην αιτιολογική σκέψη 238 του προσβαλλόμενου κανονισμού (βλ. σκέψη 46 ανωτέρω) δεν συνάδει με τα επιχειρήματα που διατυπώθηκαν στις αιτιολογικές σκέψεις 235 και 236 του εν λόγω κανονισμού, όπου η Επιτροπή στηρίζεται ακριβώς στις μέσες τιμές κατά την περίοδο έρευνας.

48      Επιπλέον, κατά την προσφεύγουσα, ο προσβαλλόμενος κανονισμός δεν λαμβάνει υπόψη τη γενική αύξηση του επιπέδου των εισαγωγών από 0,48 % το 2013 σε 1,04 % κατά την περίοδο έρευνας.

49      Η Επιτροπή και η παρεμβαίνουσα αμφισβητούν τα επιχειρήματα αυτά.

50      Κατά το άρθρο 3, παράγραφος 4, του βασικού κανονισμού, όταν διεξάγονται ταυτοχρόνως έρευνες αντιντάμπινγκ σε σχέση με τις εισαγωγές δεδομένου προϊόντος από περισσότερες της μίας χώρες, οι επιπτώσεις των εισαγωγών αυτών αξιολογούνται σωρευτικώς μόνον εφόσον διαπιστώνεται ότι, αφενός, το περιθώριο ντάμπινγκ που προκύπτει για τις εισαγωγές από κάθε χώρα ξεχωριστά υπερβαίνει το ελάχιστο όριο που ορίζεται από το άρθρο 9, παράγραφος 3, και ότι ο όγκος των εισαγωγών από κάθε χώρα ξεχωριστά δεν είναι αμελητέος και ότι, αφετέρου, η σωρευτική αξιολόγηση των επιπτώσεων των επίμαχων εισαγωγών είναι η ενδεδειγμένη, ενόψει των όρων ανταγωνισμού μεταξύ των εισαγόμενων προϊόντων, όπως επίσης των όρων ανταγωνισμού μεταξύ των εισαγόμενων προϊόντων και του ομοειδούς κοινοτικού προϊόντος.

51      Επομένως, το άρθρο 3, παράγραφος 4, του βασικού κανονισμού προβλέπει τρεις προϋποθέσεις, ήτοι περιθώριο ντάμπινγκ που υπερβαίνει το ελάχιστο όριο, μη αμελητέο όγκο των εισαγωγών και κατάλληλους όρους ανταγωνισμού, οι οποίες πρέπει να πληρούνται όλες προκειμένου να καθίσταται δυνατή η σωρευτική αξιολόγηση των εισαγωγών από περισσότερες της μιας χώρες που αποτελούν συγχρόνως αντικείμενο ερευνών αντιντάμπινγκ. Αντιθέτως, αρκεί να μην πληρούται μία από τις τρεις αυτές προϋποθέσεις για να αποκλειστεί η σωρευτική αξιολόγηση.

52      Εν προκειμένω, από τις αιτιολογικές σκέψεις 228 έως 240 του προσβαλλόμενου κανονισμού προκύπτει ότι το συμπέρασμα της Επιτροπής ότι οι εισαγωγές από τη Σερβία δεν έπρεπε να αξιολογηθούν σωρευτικώς μαζί με τις εισαγωγές από τις τέσσερις άλλες χώρες θεμελιώνεται στις ακόλουθες εκτιμήσεις:

–        τα περιθώρια ντάμπινγκ που καθορίστηκαν όσον αφορά τις εισαγωγές από τις οικείες χώρες, συμπεριλαμβανομένης της Σερβίας, υπερέβαιναν το ελάχιστο όριο που ορίζεται στο άρθρο 9, παράγραφος 3, του βασικού κανονισμού·

–        ο όγκος των εισαγωγών από τη Σερβία είχε κριθεί αμελητέος·

–        οι τιμές εξαγωγής της Σερβίας διέφεραν από τις τιμές εξαγωγής των τεσσάρων άλλων οικείων χωρών.

53      Όσον αφορά, αφενός, τον όγκο των εισαγωγών από τη Σερβία, από την αιτιολογική σκέψη 232 του προσβαλλόμενου κανονισμού προκύπτει ότι ο όγκος αυτός κρίθηκε αμελητέος κατά την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 4, του βασικού κανονισμού, δεδομένου ότι ο όγκος των εισαγωγών από τη Σερβία μειώθηκε από 427 558 τόνους το 2015 σε περίπου 354 000 τόνους κατά την περίοδο έρευνας, αντιστοιχώντας σε μερίδιο αγοράς μόλις 1,04 %.

54      Στην αιτιολογική σκέψη 232 του προσβαλλόμενου κανονισμού διευκρινίζονται τα εξής:

«Είναι πάγια πρακτική της Επιτροπής να θεωρεί “αμελητέο” ένα μερίδιο αγοράς κατώτερο του ορίου του 1 % που προβλέπεται στον βασικό κανονισμό κατά το στάδιο έναρξης της διαδικασίας. Ωστόσο, η Επιτροπή έκρινε στην παρούσα υπόθεση ότι και το ποσοστό 1,04 % είναι αμελητέο, καθώς το ποσοστό 0,04 % θα πρέπει να θεωρείται επουσιώδες, ιδίως από τη στιγμή που, σε σχετικούς όρους, οι όγκοι εισαγωγών της Σερβίας είναι πολύ χαμηλότεροι από τους όγκους καθεμιάς από τις τέσσερις άλλες χώρες. Πράγματι, οι όγκοι των εισαγωγών της Σερβίας ήταν σχεδόν μισοί από τους όγκους εισαγωγών της Βραζιλίας, της δεύτερης χώρας με τους χαμηλότερους όγκους εισαγωγών.»

55      Στην αιτιολογική σκέψη 234 του προσβαλλόμενου κανονισμού, προς απάντηση στο επιχείρημα της προσφεύγουσας ότι «οι σερβικές εξαγωγές θα πρέπει να αξιολογηθούν σωρευτικώς με τις εισαγωγές από τις τέσσερις άλλες χώρες, δεδομένου ότι οι σερβικές εξαγωγές υπερέβησαν το ελάχιστο όριο του 1 % [και ότι] το όριο του 1 % δεν επ[έτρεπε] καμία εξαίρεση, όσο μικρό κι αν είναι το επιπλέον ποσοστό» (αιτιολογική σκέψη 233 του προσβαλλόμενου κανονισμού), η Επιτροπή επισήμανε τα εξής:

«Η απόφαση αν οι εισαγωγές θα πρέπει να αξιολογηθούν σωρευτικώς πρέπει να βασιστεί σε όλα τα κριτήρια που παρατίθενται στο άρθρο 3, παράγραφος 3, του βασικού κανονισμού. Το άρθρο 3, παράγραφος 4, του βασικού κανονισμού δεν αποδίδει κάποιον ιδιαίτερο συντελεστή βαρύτητας σε κάποιο από αυτά τα επιμέρους κριτήρια. Παρότι ισχύει ότι οι εισαγωγές από μια χώρα δεν μπορούν να αθροίζονται αν ο όγκος τους είναι αμελητέος, το αντίθετο δεν σημαίνει, αφ’ εαυτού, ότι είναι υποχρεωτικό να αθροίζονται. Επιπλέον, ο βασικός κανονισμός δεν καθορίζει ρητά κάποιο ελάχιστο κατώτατο όριο. Παρότι το άρθρο 5, παράγραφος 7, του βασικού κανονισμού μπορεί να αποτελέσει οδηγό όσον αφορά τους όγκους εισαγωγών που θεωρούνται αμελητέοι, το άρθρο 3, παράγραφος 4, δεν ενσωματώνει τα όρια αυτά μέσω παραπομπής. Αντ’ αυτού, η διατύπωση αφήνει αρκετά περιθώρια ευελιξίας στην Επιτροπή ώστε να εξετάζει την κάθε περίπτωση χωριστά, λαμβάνοντας υπόψη ότι οι “πρόσθετοι” όγκοι του 0,04 % ήταν επουσιώδεις.»

56      Ο όγκος των εισαγωγών (σε τόνους) και τα μερίδια αγοράς (που καθορίζονται με σύγκριση μεταξύ του όγκου των εισαγωγών και της κατανάλωσης στην ελεύθερη αγορά της Ένωσης) για τη Σερβία καθώς και για τις τέσσερις άλλες χώρες παρατίθενται στον πίνακα 3 του προσβαλλόμενου κανονισμού (βλ. αιτιολογική σκέψη 232 του ίδιου κανονισμού).

57      Όσον αφορά, αφετέρου, τις τιμές εισαγωγής που παρατίθενται στον πίνακα 4 του προσβαλλόμενου κανονισμού, η Επιτροπή επισήμανε, στην αιτιολογική σκέψη 235 του κανονισμού αυτού, ότι, αφενός, «αν και οι μέσες τιμές πώλησης της Σερβίας μειώθηκαν επίσης κατά την εξεταζόμενη περίοδο, η μέση τιμή πώλησής της κατά την περίοδο της έρευνας (365 EUR/τόνο) [ήταν] η υψηλότερη κατά την περίοδο της έρευνας και σημαντικά υψηλότερη από τις μέσες τιμές πώλησης για τη Βραζιλία, το Ιράν, τη Ρωσία και την Ουκρανία, που κυμαίνοντα[ν] μεταξύ 319 EUR/τόνο και 346 EUR/τόνο», και ότι, αφετέρου, «οι μέσες τιμές πώλησης της Σερβίας ήταν σημαντικά υψηλότερες από τις μέσες τιμές πώλησης των τεσσάρων άλλων οικείων χωρών».

58      Η Επιτροπή προσέθεσε, στην αιτιολογική σκέψη 236 του προσβαλλόμενου κανονισμού, ότι «ο προσδιορισμός των τιμών μαζί με τον αμελητέο όγκο εισαγωγών, [έδειχναν] ότι ο Σέρβος παραγωγός‑εξαγωγέας μάλλον ακολουθεί τις τιμές που καθορίζονται για το υπό εξέταση προϊόν και δεν τις καθορίζει ο ίδιος». Κατά την Επιτροπή, «αυτό προ[έκυπτε] και από το γεγονός ότι η μείωση των τιμών μεταξύ 2015 και της περιόδου της έρευνας [ήταν] χαμηλότερη, και σε σχετικούς όρους, σε σχέση με τη μείωση των τιμών των τεσσάρων άλλων οικείων χωρών».

59      Συναφώς, στο πλαίσιο της έγγραφης διαδικασίας, η Επιτροπή υποστήριξε ότι ο πρώτος λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί ως αλυσιτελής, καθόσον η προσφεύγουσα δεν αμφισβήτησε το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε η Επιτροπή, βάσει της αξιολόγησης που εκτίθεται στις αιτιολογικές σκέψεις 235 και 236 του προσβαλλόμενου κανονισμού, δυνάμει του άρθρου 3, παράγραφος 4, στοιχείο βʹ, του βασικού κανονισμού, αξιολόγηση η οποία αρκεί για την αιτιολόγηση του προσβαλλόμενου κανονισμού, δεδομένου ότι οι τρεις προϋποθέσεις του άρθρου 3, παράγραφος 4, του βασικού κανονισμού πρέπει να συντρέχουν σωρευτικώς.

60      Εντούτοις, επιβάλλεται η διαπίστωση, πρώτον, ότι, αντιθέτως προς όσα επίσης υποστήριξε η Επιτροπή στο πλαίσιο της έγγραφης διαδικασίας, ο τίτλος του πρώτου λόγου ακυρώσεως που προέβαλε η προσφεύγουσα εν προκειμένω δεν περιοριζόταν στο άρθρο 3, παράγραφος 4, στοιχείο αʹ, του βασικού κανονισμού, αλλά αναφερόταν απλώς στο άρθρο 3, παράγραφος 4, του εν λόγω κανονισμού. Δεύτερον, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι στον προσβαλλόμενο κανονισμό δεν διαπιστώθηκε ότι υφίστανται διαφορετικοί όροι ανταγωνισμού μεταξύ της Σερβίας και των τεσσάρων άλλων οικείων χωρών, αφενός, ή ότι υφίστανται διαφορετικοί όροι ανταγωνισμού μεταξύ των πέντε χωρών και της Ένωσης, αφετέρου, ακριβώς διότι, αφενός, αμφισβητεί την εκτίμηση που περιλαμβάνεται στις αιτιολογικές σκέψεις 235 και 236 του κανονισμού αυτού και, αφετέρου, θεωρεί την εκτίμηση αυτή αλυσιτελή υπό το πρίσμα του άρθρου 3, παράγραφος 4, στοιχεία αʹ και βʹ, του βασικού κανονισμού. Τέλος, τρίτον, σημειώνεται ότι η Επιτροπή δεν διαπίστωσε κατά τρόπο σαφή και μη διφορούμενο ότι, όσον αφορά τις εισαγωγές από τη Σερβία, η σωρευτική εκτίμηση δεν ήταν ενδεδειγμένη λαμβανομένων υπόψη των όρων του ανταγωνισμού, ενώ το έπραξε κατά τρόπο πολύ συγκεκριμένο για τις τέσσερις άλλες χώρες (βλ. αιτιολογική σκέψη 241 του προσβαλλόμενου κανονισμού).

61      Επιπλέον, με την απάντησή της σε ερώτηση του Γενικού Δικαστηρίου κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η Επιτροπή παραδέχθηκε ότι οι τιμές που εφαρμόζουν οι εξαγωγείς θα μπορούσαν επίσης να έχουν σημασία στο πλαίσιο της εξέτασης της δεύτερης προϋπόθεσης που προβλέπεται στο άρθρο 3, παράγραφος 4, του βασικού κανονισμού (μη αμελητέος όγκος εισαγωγών), διευκρίνισε ότι οι αιτιολογικές σκέψεις 235 και 236 του προσβαλλόμενου κανονισμού θα μπορούσαν επίσης να νοηθούν ως «ποιοτική αξιολόγηση» η οποία ενισχύει την «ποσοτική αξιολόγηση» του αμελητέου χαρακτήρα του όγκου εισαγωγών από τη Σερβία, η οποία εκτίθεται στις αιτιολογικές σκέψεις 232 και 234 του ως άνω κανονισμού, και διαπίστωσε ότι, υπό το πρίσμα αυτό, η αιτίαση με την οποία επιδιώκεται η απόρριψη του παρόντος λόγου ακυρώσεως ως αλυσιτελούς «κατέστη άνευ αντικειμένου».

62      Επομένως, ο υπό κρίση λόγος ακυρώσεως δεν πρέπει να απορριφθεί ως αλυσιτελής, αλλά πρέπει, αντιθέτως, να εξεταστεί η βασιμότητά του, και συγκεκριμένα, κατά πρώτον, υπό το πρίσμα της δεύτερης προϋπόθεσης του άρθρου 3, παράγραφος 4, του βασικού κανονισμού (μη αμελητέος όγκος εισαγωγών).

63      Συναφώς, επισημαίνεται, προκαταρκτικώς, ότι, αντιθέτως προς το πρώτο μέρος του άρθρου 3, παράγραφος 4, στοιχείο αʹ, του βασικού κανονισμού, το οποίο ορίζει την πρώτη προϋπόθεση (περιθώριο ντάμπινγκ) κατά τρόπο σαφή, με παραπομπή στο ελάχιστο όριο που ορίζει το άρθρο 9, παράγραφος 3, του εν λόγω κανονισμού, ήτοι 2 %, το δεύτερο μέρος του άρθρου 3, παράγραφος 4, στοιχείο αʹ, του βασικού κανονισμού, το οποίο αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση, δεν παραπέμπει σε άλλη διάταξη, αλλά επιτάσσει απλώς ότι ο όγκος εισαγωγών από κάθε χώρα δεν πρέπει να είναι «αμελητέος», χωρίς να προσδιορίζει σαφέστερα τον όρο αυτόν.

64      Ασφαλώς, το άρθρο 5, παράγραφος 7, του βασικού κανονισμού ορίζει ότι δεν κινείται διαδικασία κατά χωρών των οποίων οι εισαγωγές αντιπροσωπεύουν μερίδιο αγοράς κατώτερο του 1 %, εκτός αν αυτές οι χώρες αντιπροσωπεύουν αθροιστικά 3 % ή και περισσότερο της ενωσιακής κατανάλωσης. Επιπλέον, με την απόφαση της 25ης Ιανουαρίου 2017, Rusal Armenal κατά Συμβουλίου (T‑512/09 RENV, EU:T:2017:26, σκέψεις 104 και 105), το Γενικό Δικαστήριο έκρινε, στο πλαίσιο εισαγωγών που αντιπροσώπευαν μερίδιο αγοράς 5,26 %, ότι η διάταξη αυτή αποσκοπούσε ακριβώς στη διευκρίνιση των περιστάσεων υπό τις οποίες το μερίδιο των εισαγωγών στην κατανάλωση της Ένωσης ήταν υπερβολικά μικρό για να μπορούν να θεωρηθούν οι εισαγωγές αυτές ως αποτελούσες αντικείμενο ντάμπινγκ και ότι, ως εκ τούτου, υπήρχε σχέση συμπληρωματικότητας μεταξύ της εν λόγω διάταξης και του άρθρου 3, παράγραφος 4, στοιχείο αʹ, του εν λόγω κανονισμού.

65      Εντούτοις, αφενός, και όπως εξάλλου αναγνωρίζει η προσφεύγουσα, όσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση (μη αμελητέος όγκος εισαγωγών), το άρθρο 3, παράγραφος 4, στοιχείο αʹ, του βασικού κανονισμού δεν παραπέμπει ούτε στο άρθρο 5, παράγραφος 7, του κανονισμού αυτού ούτε σε άλλη διάταξη του ίδιου κανονισμού.

66      Αφετέρου, ορθώς η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το άρθρο 5, παράγραφος 7, του βασικού κανονισμού αφορά άλλο στάδιο της έρευνας σε σχέση με το άρθρο 3, παράγραφος 4, του κανονισμού αυτού. Συγκεκριμένα, το άρθρο 5, παράγραφος 7, τελευταία περίοδος, του εν λόγω κανονισμού προβλέπει ότι δεν κινείται διαδικασία στην περίπτωση που περιγράφεται στη διάταξη αυτή. Αντιθέτως, το άρθρο 3, παράγραφος 4, του ίδιου κανονισμού αφορά τις εισαγωγές σε σχέση με τις οποίες διεξάγεται έρευνα από την Επιτροπή μετά την κίνηση της διαδικασίας (βλ. άρθρο 6, παράγραφος 1, του εν λόγω κανονισμού).

67      Ως εκ τούτου, μολονότι, όπως ορθώς επισήμανε η Επιτροπή στην αιτιολογική σκέψη 234 του προσβαλλόμενου κανονισμού, το άρθρο 5, παράγραφος 7, του βασικού κανονισμού μπορεί να αποτελέσει οδηγό όσον αφορά τον όγκο των εισαγωγών που θεωρείται αμελητέος, τούτο δεν σημαίνει ωστόσο ότι, στο πλαίσιο του άρθρου 3 παράγραφος 4, του ως άνω κανονισμού, δεν μπορούν να θεωρηθούν αμελητέες οι εισαγωγές από την επίμαχη χώρα οι οποίες αντιπροσωπεύουν μερίδιο αγοράς ανώτερο του 1 %.

68      Στο πλαίσιο αυτό, υπενθυμίζεται ότι, κατά πάγια νομολογία, στον τομέα της κοινής εμπορικής πολιτικής και, ειδικότερα, των μέτρων εμπορικής άμυνας, ιδίως δε κατά τον προσδιορισμό της ζημίας, τα όργανα της Ένωσης διαθέτουν ευρεία εξουσία εκτιμήσεως λόγω της πολυπλοκότητας των οικονομικών, πολιτικών και νομικών καταστάσεων που πρέπει να εξετάσουν. Επομένως, ο δικαστής της Ένωσης πρέπει να περιορίσει τον έλεγχό του στην εξέταση της τήρησης των διαδικαστικών κανόνων, στο υποστατό των πραγματικών περιστατικών που ελήφθησαν υπόψη για την επίμαχη επιλογή, στην έλλειψη πρόδηλης πλάνης κατά την εκτίμηση των περιστατικών αυτών και στην ανυπαρξία κατάχρησης εξουσίας [πρβλ. απόφαση της 18ης Σεπτεμβρίου 2012, Since Hardware (Guangzhou) κατά Συμβουλίου, T‑156/11, EU:T:2012:431, σκέψεις 134 και 136 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].

69      Εν προκειμένω, ο όγκος των εισαγωγών από τη Σερβία αντιπροσώπευε μερίδιο αγοράς 1,04 % κατά την περίοδο έρευνας και, επομένως, ήταν πολύ κοντά στο όριο κατά πολύ την περίπτωση στην οποία, κατ’ αρχήν, το άρθρο 5, παράγραφος 7, του βασικού κανονισμού απαγορεύει στην Επιτροπή να κινήσει την έρευνα (ήτοι «μερίδιο αγοράς κατώτερο του 1 %»). Εξάλλου, από την αιτιολογική σκέψη 232 του προσβαλλόμενου κανονισμού προκύπτει ότι ο όγκος των εισαγωγών από τη Σερβία ήταν σημαντικά χαμηλότερος από τους όγκους καθεμιάς από τις άλλες τέσσερις χώρες. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από την ίδια αιτιολογική σκέψη, οι εισαγωγές από τη Σερβία ήταν σχεδόν το ήμισυ των εισαγωγών από Βραζιλία, τη δεύτερη χώρα με τις χαμηλότερες εισαγωγές.

70      Υπό τις περιστάσεις αυτές, των οποίων το υποστατό δεν αμφισβητεί εξάλλου η προσφεύγουσα, δεν προκύπτει ότι η Επιτροπή υπέπεσε σε πρόδηλη πλάνη κατά την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών ή ότι ενήργησε κατά κατάχρηση εξουσίας, κατά την έννοια της νομολογίας που παρατίθεται στη σκέψη 68 ανωτέρω.

71      Είναι αληθές ότι, με το επεξηγηματικό σημείωμα που μνημονεύεται στη σκέψη 37 ανωτέρω, η Επιτροπή διευκρίνισε στα όργανα του ΠΟΕ ότι, όσον αφορά τις προϋποθέσεις σωρευτικής αξιολόγησης των επιπτώσεων των εισαγωγών, «[η Ένωση] καθ[όριζε] τα αμελητέα όρια εισαγωγών σε σχέση με το άρθρο 5, παράγραφος 7, [του βασικού κανονισμού]» και ότι, «[μ]ε άλλα λόγια, οι εισαγωγές θεωρούντα[ν] αμελητέες όταν το μερίδιο αγοράς [ήταν] κατώτερο του 1 %, εκτός αν, σε περίπτωση που η έρευνα αφορούσε πλείονες χώρες, το μερίδιο αγοράς των χωρών αυτών αντιπροσωπεύει αθροιστικά 3 % ή και περισσότερο».

72      Επιπλέον, σύμφωνα με την πρακτική της, η Επιτροπή κατά κανόνα παραπέμπει στο άρθρο 5, παράγραφος 7, του βασικού κανονισμού στο πλαίσιο του άρθρου 3, παράγραφος 4, του εν λόγω κανονισμού.

73      Πράγματι, πέραν από τις περιπτώσεις που παραθέτει ως παραδείγματα η προσφεύγουσα, στις οποίες η Επιτροπή αναφέρεται ευθέως είτε στο άρθρο 5, παράγραφος 7, του βασικού κανονισμού, σημειώνοντας ότι «ο όγκος των εισαγωγών κάθε χώρας δεν είναι αμελητέος κατά την έννοια της [διάταξης αυτής]», είτε στο όριο του 1 % της κατανάλωσης της Ένωσης, σημειώνοντας ότι «ο όγκος των εισαγωγών των δύο προαναφερθέντων παραγωγών ήταν ελάχιστος κατά την περίοδο έρευνας, σαφώς χαμηλότερος από το 1 % της κοινοτικής κατανάλωσης», η Επιτροπή αναφέρθηκε επίσης στην εν λόγω διάταξη με τον ίδιο τρόπο και σε ορισμένες άλλες υποθέσεις [βλ. για παράδειγμα, όσον αφορά την πρώτη περίπτωση, αιτιολογική σκέψη 127 του εκτελεστικού κανονισμού (ΕΕ) 2015/763 της Επιτροπής, της 12ης Μαΐου 2015, για την επιβολή προσωρινού δασμού αντιντάμπινγκ στις εισαγωγές ορισμένων πλατέων προϊόντων έλασης με προσανατολισμένους κόκκους από πυριτιούχο χάλυβα για ηλεκτρικές εφαρμογές, καταγωγής Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας, Ιαπωνίας, Δημοκρατίας της Κορέας, Ρωσικής Ομοσπονδίας και Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής (ΕΕ 2015, L 120, σ. 10), και αιτιολογική σκέψη 217 του εκτελεστικού κανονισμού (ΕΕ) 1294/2009 του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 2009, για την επιβολή οριστικού δασμού αντιντάμπινγκ στις εισαγωγές ορισμένων υποδημάτων με το άνω μέρος από δέρμα, καταγωγής Βιετνάμ και Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας, όπως επεκτάθηκε στις εισαγωγές ορισμένων υποδημάτων με το άνω μέρος από δέρμα που αποστέλλονται από την ΕΔΠ Μακάο, ανεξάρτητα από το αν δηλώνονται ως καταγωγής ΕΔΠ Μακάο ή όχι, μετά τη διαδικασία επανεξέτασης εν όψει της λήξης της ισχύος των μέτρων, σύμφωνα με το άρθρο 11 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 384/96 (ΕΕ 2009, L 352, σ. 1), όσον αφορά τη δεύτερη περίπτωση, αιτιολογική σκέψη 76 της απόφασης 2006/781/ΕΚ της Επιτροπής, της 15ης Νοεμβρίου 2006, για τη λήξη της διαδικασίας αντιντάμπινγκ σχετικά με τις εισαγωγές σωληνωτών καθοδικών λυχνιών για δέκτες έγχρωμης τηλεόρασης, καταγωγής Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας, Δημοκρατίας της Κορέας, Μαλαισίας και Ταϊλάνδης (ΕΕ 2006, L 316, σ. 18), και, όσον αφορά την τρίτη περίπτωση, αιτιολογική σκέψη 115 του εκτελεστικού κανονισμού (ΕΕ) 2019/576 της Επιτροπής, της 10ης Απριλίου 2019, για την επιβολή προσωρινού δασμού αντιντάμπινγκ στις εισαγωγές μειγμάτων ουρίας και νιτρικού αμμωνίου καταγωγής Ρωσίας, Τρινιδάδ και Τομπάγκο και Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής (ΕΕ 2019, L 100, σ. 7), αιτιολογική σκέψη 168 του εκτελεστικού κανονισμού (ΕΕ) 2017/141 της Επιτροπής, της 26ης Ιανουαρίου 2017, για την επιβολή οριστικών δασμών αντιντάμπινγκ στις εισαγωγές ορισμένων εξαρτημάτων σωληνώσεων που χρησιμοποιούνται για συγκόλληση κατ’ άκρον από ανοξείδωτο χάλυβα, έστω και τελειωμένων, καταγωγής Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας και Ταϊβάν (ΕΕ 2017, L 22, σ. 14), και αιτιολογική σκέψη 109 του εκτελεστικού κανονισμού (ΕΕ) 2016/181 της Επιτροπής, της 10ης Φεβρουαρίου 2016, για την επιβολή προσωρινού δασμού αντιντάμπινγκ στις εισαγωγές ορισμένων πλατέων προϊόντων ψυχρής έλασης από χάλυβα καταγωγής Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας και Ρωσικής Ομοσπονδίας (ΕΕ 2016, L 37, σ. 1).

74      Επιπλέον, επίσης σε άλλες υποθέσεις, μολονότι η Επιτροπή δεν ανέφερε ρητώς το άρθρο 5, παράγραφος 7, του βασικού κανονισμού, εντούτοις έκανε λόγο για ελάχιστο επίπεδο ή όριο, αναφερόμενη κατά πάσα πιθανότητα στο όριο που προβλέπει η εν λόγω διάταξη [βλ., για παράδειγμα, αιτιολογική σκέψη 89 του εκτελεστικού κανονισμού (ΕΕ) 585/2012 του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2012, για την επιβολή οριστικού δασμού αντιντάμπινγκ στις εισαγωγές ορισμένων σωλήνων κάθε είδους χωρίς συγκόλληση, από σίδηρο ή χάλυβα, καταγωγής Ρωσίας και Ουκρανίας, μετά από επανεξέταση ενόψει της λήξης ισχύος των μέτρων σύμφωνα με το άρθρο 11 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1225/2009, και για την περάτωση της διαδικασίας επανεξέτασης ενόψει της λήξης ισχύος των μέτρων όσον αφορά τις εισαγωγές ορισμένων σωλήνων κάθε είδους χωρίς συγκόλληση, από σίδηρο ή χάλυβα, καταγωγής Κροατίας (ΕΕ 2012, L 174, σ. 5), και αιτιολογική σκέψη 236 του κανονισμού (ΕΕ)1256/2008 του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2008, για την επιβολή οριστικού δασμού αντιντάμπινγκ στις εισαγωγές ορισμένων συγκολλητών σωλήνων κάθε είδους από σίδηρο ή μη κραματοποιημένο χάλυβα καταγωγής Λευκορωσίας, Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας και Ρωσίας κατόπιν διαδικασίας σύμφωνα με το άρθρο 5 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 384/96, καταγωγής Ταϊλάνδης κατόπιν επανεξέτασης ενόψει της λήξης της ισχύος των μέτρων σύμφωνα με το άρθρο 11 παράγραφος 2 του εν λόγω κανονισμού, καταγωγής Ουκρανίας κατόπιν επανεξέτασης ενόψει της λήξης της ισχύος των μέτρων σύμφωνα με το άρθρο 11 παράγραφος 2 του εν λόγω κανονισμού και ενδιάμεσης επανεξέτασης σύμφωνα με το άρθρο 11 παράγραφος 3 του εν λόγω κανονισμού, και για την περάτωση της διαδικασίας όσον αφορά τις εισαγωγές του εν λόγω προϊόντος καταγωγής Βοσνίας-Ερζεγοβίνης και Τουρκίας (ΕΕ 2008, L 343, σ. 1)].

75      Αντιθέτως, οι περιπτώσεις στις οποίες η Επιτροπή απλώς διαπίστωσε ότι ο όγκος των επίμαχων εισαγωγών δεν ήταν αμελητέος κατά την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 4, του βασικού κανονισμού, χωρίς να αναφερθεί στο άρθρο 5, παράγραφος 7, του κανονισμού αυτού ή σε κάποιο ελάχιστο επίπεδο ή όριο, είναι μάλλον σπάνιες, ιδίως στο πλαίσιο της πρόσφατης πρακτικής της Επιτροπής [βλ., για παράδειγμα, αιτιολογική σκέψη 105 του κανονισμού (ΕΚ) 1742/2000 της Επιτροπής, της 4ης Αυγούστου 2000, περί επιβολής προσωρινού δασμού αντιντάμπινγκ στις εισαγωγές τερεφθαλικού πολυαιθυλενίου (ΡΕΤ) καταγωγής Ινδίας, Ινδονησίας, Μαλαισίας, Δημοκρατίας της Κορέας, Ταϊβάν και Ταϊλάνδης (ΕΕ 2000, L 199, σ. 48), αιτιολογική σκέψη 65 του κανονισμού (ΕΚ) 1472/2000 της Επιτροπής, της 6ης Ιουλίου 2000, για την επιβολή προσωρινού δασμού αντιντάμπινγκ στις εισαγωγές μη συνεχών ινών από πολυεστέρες καταγωγής Ινδίας και Δημοκρατίας της Κορέας (ΕΕ 2000, L 166, σ. 1), και αιτιολογική σκέψη 32 του κανονισμού (ΕΚ) 178/98 της Επιτροπής, της 23ης Ιανουαρίου 1998, για την επιβολή προσωρινού δασμού αντιντάμπινγκ στις εισαγωγές υπερμαγγανικού καλίου καταγωγής Ινδίας και Ουκρανίας (ΕΕ 1998, L 19, σ. 23)].

76      Εντούτοις, όπως ορθώς επισημαίνει η Επιτροπή, η νομιμότητα κανονισμού που επιβάλλει δασμούς αντιντάμπινγκ ή, όπως εν προκειμένω, περατώνει τη διαδικασία χωρίς την επιβολή δασμών αντιντάμπινγκ πρέπει να εκτιμάται υπό το πρίσμα των κανόνων δικαίου και, ιδίως, των διατάξεων του βασικού κανονισμού, και όχι βάσει της προβαλλόμενης προγενέστερης πρακτικής λήψης αποφάσεων της Επιτροπής και του Συμβουλίου [πρβλ. απόφαση της 18ης Οκτωβρίου 2016, Crown Equipment (Suzhou) και Crown Gabelstapler κατά Συμβουλίου, T‑351/13, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2016:616, σκέψη 107].

77      Όσον αφορά το επεξηγηματικό σημείωμα που μνημονεύεται στη σκέψη 37 ανωτέρω, ορθώς επίσης υποστηρίζει η Επιτροπή ότι το εν λόγω έγγραφο δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως κατευθυντήριες γραμμές από τις οποίες προκύπτει αυτοπεριορισμός της εξουσίας της εκτιμήσεως κατά την έννοια της νομολογίας που παρατίθεται στη σκέψη 138 της απόφασης της 25ης Οκτωβρίου 2005, Groupe Danone κατά Επιτροπής, (T‑38/02, EU:T:2005:367). Πράγματι, από το έγγραφο αυτό, το οποίο απευθύνεται σε επιτροπή του ΠΟΕ, προκύπτει ότι ο σκοπός της Επιτροπής δεν ήταν να περιορίσει την εξουσία εκτιμήσεως που διαθέτει στο πλαίσιο του βασικού κανονισμού, αλλά απλώς να ενημερώσει τα όργανα του ΠΟΕ για τη συνήθη πρακτική της.

78      Εξάλλου, στο μέτρο που ο βασικός κανονισμός ορίζει ότι, κάτω από το όριο του 1 % που προβλέπεται στο άρθρο 5, παράγραφος 7, του εν λόγω κανονισμού, σε περίπτωση έρευνας που αφορά μία μόνο χώρα, δεν κινείται διαδικασία (άρθρο 5, παράγραφος 7, του κανονισμού αυτού) και η ζημία θεωρείται κατά κανόνα αμελητέα (άρθρο 9, παράγραφος 3, του ίδιου κανονισμού), είναι λογικό η Επιτροπή να χρησιμοποιεί το όριο αυτό ως σημείο αναφοράς για την εκτίμηση του αμελητέου χαρακτήρα του όγκου εισαγωγών κατά την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 4, του ως άνω κανονισμού, χωρίς ωστόσο να θεωρεί ότι το εν λόγω όριο εφαρμόζεται στο πλαίσιο της διάταξης αυτής.

79      Επίσης, δύο από τις τρεις ενέργειες που επισήμανε η παρεμβαίνουσα στο σημείο 28 του υπομνήματος παρεμβάσεώς της, ακόμη και αν εντάσσονται σε διαφορετικό πλαίσιο (διαδικασία επανεξέτασης και εξέταση της αιτιώδους συνάφειας), καταδεικνύουν ότι ήταν αναμενόμενο να θεωρήσει η Επιτροπή ως περιορισμένες ή και αμελητέες τις εισαγωγές που αντιπροσωπεύουν μερίδιο αγοράς άνω του 1 % [βλ., μεταξύ άλλων, αιτιολογικές σκέψεις 51, 52 και 79 του εκτελεστικού κανονισμού (ΕΕ) 1342/2013 του Συμβουλίου, της 12ης Δεκεμβρίου 2013, για την κατάργηση των μέτρων αντιντάμπινγκ στις εισαγωγές συρματόσχοινων και καλωδίων από χάλυβα καταγωγής Ρωσικής Ομοσπονδίας κατόπιν της έρευνας επανεξέτασης ενόψει της λήξης ισχύος των μέτρων βάσει του άρθρου 11 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1225/2009 (ΕΕ 2013, L 338, σ. 1), και αιτιολογικές σκέψεις 162 έως 166 του κανονισμού (ΕΚ) 540/2002 της Επιτροπής, της 26ης Μαρτίου 2002, για την επιβολή προσωρινού δασμού αντιντάμπινγκ στις εισαγωγές ορισμένων συγκολλητών σωλήνων κάθε είδους από σίδηρο ή μη κραματοποιημένο χάλυβα καταγωγής Τσεχικής Δημοκρατίας, Πολωνίας, Ταϊλάνδης, Τουρκίας και Ουκρανίας (ΕΕ 2002, L 83, σ. 3)].

80      Κατά συνέπεια, η Επιτροπή δεν υπέπεσε σε πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως κρίνοντας, εν προκειμένω, ότι, παρά την αύξηση του επιπέδου των εισαγωγών από 0,48 % το 2013 σε 1,04 % κατά την περίοδο έρευνας, ο όγκος των εισαγωγών από τη Σερβία παρέμενε αμελητέος κατά την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 4, του βασικού κανονισμού. Πράγματι, μολονότι από το άρθρο 3, παράγραφος 3, του εν λόγω κανονισμού προκύπτει ότι, όσον αφορά τον όγκο των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ, πρέπει να εξετάζεται κατά πόσον έχει σημειωθεί σημαντική αύξηση των εν λόγω εισαγωγών, είτε σε απόλυτα μεγέθη είτε σε συνάρτηση με την παραγωγή ή την κατανάλωση στην Ένωση, σε περίπτωση που, όπως συμβαίνει εν προκειμένω, παρά την (έστω και σημαντική σε σχετικούς όρους) αύξηση, ο όγκος των εισαγωγών παραμένει αμελητέος, η αύξηση αυτή δεν μπορεί να επηρεάσει τη νομιμότητα της απόφασης που έλαβε η Επιτροπή κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 3, παράγραφος 4, στοιχείο αʹ, του κανονισμού αυτού.

81      Περαιτέρω, ορθώς η Επιτροπή έκρινε, στην αιτιολογική σκέψη 248 του προσβαλλόμενου κανονισμού, ότι το γεγονός ότι οι μέσες τιμές πώλησης των εισαγωγών από τη Σερβία κατά την περίοδο της έρευνας ήταν πολύ υψηλότερες από τις μέσες τιμές πώλησης των εισαγωγών από τις τέσσερις άλλες οικείες χώρες αποτελεί άλλη μια ένδειξη ότι ο χαμηλός αυτός όγκος εισαγωγών δεν μπορεί να προκαλέσει ζημία στον ενωσιακό κλάδο παραγωγής.

82      Επισημαίνεται, συναφώς, ότι το ζήτημα του αμελητέου χαρακτήρα του όγκου των εισαγωγών κατά την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 4, στοιχείο αʹ, του βασικού κανονισμού (το οποίο θέτει τις προϋποθέσεις βάσει των οποίων οι επιπτώσεις των εισαγωγών ενός προϊόντος από περισσότερες της μίας χώρες, οι οποίες αποτελούν συγχρόνως αντικείμενο ερευνών αντιντάμπινγκ, μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο σωρευτικής αξιολόγησης) δεν περιορίζεται στο ζήτημα της απλής ποσότητας του όγκου αυτού (ακόμη και υπό σχετικούς όρους, σε σχέση με την αγορά της Ένωσης ή σε σχέση με τους όγκους εισαγωγής από άλλες τρίτες χώρες), αλλά εκτείνεται και στο ζήτημα της ποιότητας, δηλαδή στα άλλα στοιχεία που είναι ενδεικτικά των επιπτώσεων που μπορεί να έχει ο συγκεκριμένος όγκος εισαγωγών.

83      Πλην όμως, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι ορθώς η Επιτροπή υποστήριξε, με την απάντησή της σε ερώτηση του Γενικού Δικαστηρίου κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, ότι, στην περίπτωση που οι τιμές που συνδέονται με τις εισαγωγές από μια χώρα είναι υψηλές και το μέγεθος των εισαγωγών αυτών αντιστοιχεί σε μικρό μερίδιο αγοράς, το γεγονός αυτό και μόνον μπορεί να επιβεβαιώσει ότι οι εισαγωγές αυτές είναι αμελητέες, χωρίς μάλιστα να χρειάζεται να αναλυθούν λεπτομερέστερα οι εν λόγω τιμές, όπως ζητεί η προσφεύγουσα εν προκειμένω (βλ. σκέψεις 42 έως 44 ανωτέρω).

84      Επισημαίνεται, ακόμη, ότι, εν προκειμένω, οι τιμές που συνδέονταν με τις εισαγωγές από τη Σερβία ήταν υψηλότερες από εκείνες των τεσσάρων άλλων χωρών καθ’ όλη την υπό εξέταση περίοδο (βλ. πίνακα 4 του προσβαλλόμενου κανονισμού).

85      Υπό τις συνθήκες αυτές, πρέπει να απορριφθούν τα επιχειρήματα της προσφεύγουσας σχετικά με τη δεύτερη προϋπόθεση (μη αμελητέος όγκος εισαγωγών) και, ως εκ τούτου, καθόσον οι προϋποθέσεις του άρθρου 3, παράγραφος 4, του βασικού κανονισμού είναι σωρευτικές, ο πρώτος λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό του, χωρίς να χρειάζεται να εξεταστεί, περαιτέρω, αν, βάσει των στοιχείων που εκτίθενται στις αιτιολογικές σκέψεις 235 και 236 του προσβαλλόμενου κανονισμού, η Επιτροπή μπορούσε επίσης να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η σωρευτική αξιολόγηση των επιπτώσεων των εισαγωγών δεν ήταν ενδεδειγμένη, λαμβανομένων υπόψη των όρων του ανταγωνισμού κατά την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 4, στοιχείο βʹ, του βασικού κανονισμού).

 Επί του δεύτερου λόγου ακυρώσεως, ο οποίος αντλείται από πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως και νομική πλάνη, καθόσον η Επιτροπή έκρινε, έστω και βάσει μη σωρευτικής αξιολόγησης, ότι δεν «χρειάζεται» να ληφθούν προστατευτικά μέτρα κατά της Δημοκρατίας της Σερβίας

86      Η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι, ακόμη και αν υποτεθεί ότι η Επιτροπή ορθώς δεν προέβη σε σωρευτική αξιολόγηση των εισαγωγών από τη Σερβία με τις εισαγωγές από τις τέσσερις άλλες χώρες, όφειλε να εξετάσει αν οι εισαγωγές από τη Σερβία οι οποίες αποτελούσαν αντικείμενο πρακτικών ντάμπινγκ συνέβαλαν από μόνες τους στην πρόκληση σημαντικής ζημίας στον κλάδο παραγωγής της Ένωσης.

87      Κατά την προσφεύγουσα, λαμβανομένης ιδίως υπόψη της αιτιολογικής σκέψης 16 του βασικού κανονισμού, το άρθρο 9, παράγραφος 2, του κανονισμού αυτού πρέπει να ερμηνευθεί υπό το πρίσμα του γενικού σκοπού του καθεστώτος αντιντάμπινγκ της Ένωσης, ο οποίος συνίσταται στην αποτροπή των σημαντικών ζημιών που προκαλούνται στη βιομηχανία της Ένωσης από τις πρακτικές ντάμπινγκ των παραγωγών-εξαγωγέων τρίτων χωρών.

88      Στο μέτρο που, κατά το άρθρο 9, παράγραφος 3, του βασικού κανονισμού, «[γ]ια όλες τις διαδικασίες που κινούνται βάσει του άρθρου 5, παράγραφος 9, η ζημία θεωρείται κατά κανόνα αμελητέα, εφόσον διαπιστώνεται ότι οι επίμαχες εισαγωγές αντιπροσωπεύουν ποσοστό κατώτερο αυτού που ορίζεται στο άρθρο 5, παράγραφος 7 [του εν λόγω κανονισμού]», δεν μπορεί να συναχθεί από το άρθρο 9, παράγραφος 3, του ίδιου κανονισμού ότι εισαγωγές ελαφρώς μεγαλύτερες από το όριο του 1 %, που προβλέπεται στο άρθρο 5, παράγραφος 7, του εν λόγω κανονισμού, μπορούν να θεωρηθούν a priori ως εισαγωγές που προκαλούν αμελητέα ζημία. Μπορεί μόνο να συναχθεί ότι οι εισαγωγές που είναι αμελητέες, καθόσον κατώτερες του εν λόγω ορίου, ενδέχεται να μην χαρακτηρισθούν ως εισαγωγές που προκαλούν αμελητέα ζημία.

89      Συναφώς, το άρθρο 3 του βασικού κανονισμού παρέχει σημαντικές ενδείξεις για τον προσδιορισμό της ζημίας. Η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι, με τις παρατηρήσεις της επί του εγγράφου περί συμπληρωματικής τελικής αποκάλυψης στοιχείων της 4ης Αυγούστου 2017, ζήτησε μάλιστα ανεξάρτητη αξιολόγηση της ζημίας όσον αφορά τις εισαγωγές από τη Σερβία.

90      Παρά ταύτα, κατά την προσφεύγουσα, η Επιτροπή δεν ανέλυσε επισταμένως το ζήτημα της αναγκαιότητας των μέτρων κατά της Δημοκρατίας της Σερβίας. Δεν εξέτασε, όπως όφειλε, αν οι εισαγωγές από τη Σερβία θα μπορούσαν από μόνες τους να συμβάλουν στην πρόκληση σημαντικής ζημίας, λαμβάνοντας υπόψη τα διάφορα στοιχεία αξιολόγησης που προβλέπονται στο άρθρο 3 του βασικού κανονισμού, ήτοι το υψηλό περιθώριο ντάμπινγκ (38,7 %), τα στοιχεία σχετικά με την υποτιμολόγηση και την πώληση σε χαμηλότερες τιμές και τη συνολική αύξηση του επιπέδου των εισαγωγών (από 0,48 % το 2013 σε 1,04 % κατά τη διάρκεια της περιόδου έρευνας). Από τις αιτιολογικές σκέψεις 240 και 248 του προσβαλλόμενου κανονισμού προκύπτει σαφώς ότι ο μόνος λόγος που προέβαλε η Επιτροπή για να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι κανένα μέτρο δεν ήταν αναγκαίο κατά των εισαγωγών από τη Σερβία ήταν ότι οι εν λόγω εισαγωγές ήταν ασήμαντες. Τούτο είναι εσφαλμένο, δεδομένου ότι οι εισαγωγές αυτές αντιπροσώπευαν μερίδιο αγοράς 1,04 %, ανώτερο του σαφώς καθορισμένου ορίου του 1 %.

91      Κατά την προσφεύγουσα, οι μέσες τιμές, για τις οποίες γίνεται λόγος στο πλαίσιο αυτό στην αιτιολογική σκέψη 248 του προσβαλλόμενου κανονισμού, δίνουν αποσπασματική μόνον εικόνα της κατάστασης, δεδομένου ότι ο ένας και μόνος παραγωγός από τη Σερβία πωλούσε στην πράξη σε τιμές συγκρίσιμες με εκείνες ορισμένων άλλων παραγωγών που θεωρούνταν ότι προκάλεσαν ζημία στους παραγωγούς της Ένωσης και στους οποίους η Επιτροπή επέβαλε δασμούς αντιντάμπινγκ.

92      Το γεγονός ότι ο Σέρβος παραγωγός-εξαγωγέας ενδεχομένως «ακολουθεί τις τιμές» δεν ασκεί επιρροή. Η ζημία προκαλείται από τον καθορισμό τιμών οι οποίες είναι χαμηλότερες από τις τιμές του κλάδου παραγωγής της Ένωσης για ανταγωνιστικά προϊόντα. Αν οι σερβικές τιμές είναι όντως χαμηλότερες από τις τιμές της Ένωσης, δεν έχει ιδιαίτερη σημασία αν ο Σέρβος παραγωγός ακολουθούσε τις τιμές των άλλων εξαγωγέων (που εφάρμοζαν τιμές ντάμπινγκ) ή αν προκαλούσε πτώση των τιμών. Σε αμφότερες τις περιπτώσεις, ο κλάδος παραγωγής της Ένωσης θα έχει υποστεί ζημία. Όμως, εφόσον υφίσταται ντάμπινγκ, ζημία και αιτιώδης συνάφεια, η Επιτροπή υποχρεούται να επιβάλει δασμούς σε όλες τις εισαγωγές, από όπου και αν προέρχονται, χωρίς δυσμενείς διακρίσεις. Η Επιτροπή δεν μπορεί να υποστηρίζει, ιδίως αφότου ο Σέρβος παραγωγός πέρασε στον έλεγχο εταιρίας που ανήκει στη Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας, ότι το πρόβλημα των σερβικών τιμών θα επιλυόταν αυτομάτως με τη θέσπιση μέτρων κατά των τεσσάρων άλλων οικείων κρατών επειδή ο Σέρβος παραγωγός‑εξαγωγέας «ακολουθεί τις τιμές».

93      Ο επιφανειακός και μερικός χαρακτήρας της εξέτασης των εισαγωγών από τη Σερβία επιβεβαιώνει τη γενική αίσθηση ότι η απόφαση της Επιτροπής να περατώσει τη διαδικασία όσον αφορά τη Σερβία δεν υπαγορεύθηκε από τους εφαρμοστέους νομικούς κανόνες, αλλά από άλλες εκτιμήσεις (πολιτικής φύσεως), οι οποίες, ωστόσο, δεν ασκούν καμία επιρροή στο πλαίσιο της ανάλυσης που πρέπει να πραγματοποιηθεί κατ’ εφαρμογήν του βασικού κανονισμού. Εξάλλου, η μη παράθεση άλλων λόγων στον προσβαλλόμενο κανονισμό συνιστά παράβαση του άρθρου 296 ΣΛΕΕ.

94      Η Επιτροπή, υποστηριζόμενη από την παρεμβαίνουσα, αμφισβητεί την ορθότητα των επιχειρημάτων αυτών.

95      Κατά το άρθρο 9, παράγραφος 2, πρώτη περίοδος, του βασικού κανονισμού, αν δεν χρειάζεται να ληφθούν προστατευτικά μέτρα, η έρευνα ή η διαδικασία περατώνεται.

96      Κατά το άρθρο 9, παράγραφος 3, του βασικού κανονισμού, όπως ίσχυε κατά τον χρόνο έκδοσης του προσβαλλόμενου κανονισμού, για όλες τις διαδικασίες που κινούνται βάσει του άρθρου 5, παράγραφος 9, του εν λόγω κανονισμού, η ζημία θεωρείται κατά κανόνα αμελητέα, εφόσον διαπιστώνεται ότι οι επίμαχες εισαγωγές αντιπροσωπεύουν ποσοστό κατώτερο αυτού που ορίζεται στο άρθρο 5, παράγραφος 7, του ως άνω κανονισμού. Κάθε διαδικασία αυτής της μορφής περατώνεται αμέσως, εάν διαπιστωθεί ότι το περιθώριο ντάμπινγκ, εκπεφρασμένο ως ποσοστό της τιμής εξαγωγής, είναι κατώτερο του 2 %, υπό την προϋπόθεση ότι η περάτωση, όταν το περιθώριο για κάθε εξαγωγέα χωριστά είναι κατώτερο του 2 %, αφορά μόνον την έρευνα· κάθε επιμέρους εξαγωγέας δεν παύει να συμπεριλαμβάνεται στο αντικείμενο της όλης διαδικασίας, ενώ ως προς αυτόν είναι δυνατόν να διεξαχθεί και νέα έρευνα στο πλαίσιο τυχόν μεταγενέστερης εξέτασης, η οποία διενεργείται ως προς την οικεία χώρα κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 11 του βασικού κανονισμού.

97      Εν προκειμένω, η προσφεύγουσα υποστηρίζει, κατ’ ουσίαν, αφενός, ότι η απόφαση περάτωσης της διαδικασίας όσον αφορά τις εισαγωγές από τη Σερβία στηρίζεται σε επιφανειακή και αποσπασματική μόνον εξέταση των εισαγωγών αυτών και, αφετέρου, ότι η μη παράθεση λόγων διαφορετικών από εκείνους που εκτίθενται στις αιτιολογικές σκέψεις του προσβαλλόμενου κανονισμού συνιστά παράβαση του άρθρου 296 ΣΛΕΕ.

98      Όσον αφορά την αιτίαση που αντλείται από παράβαση του άρθρου 296 ΣΛΕΕ, κατά πάγια νομολογία, από την αιτιολογία που απαιτεί η εν λόγω διάταξη πρέπει να προκύπτει κατά τρόπο σαφή και αδιαμφισβήτητο η συλλογιστική του θεσμικού οργάνου της Ένωσης που εξέδωσε την προσβαλλόμενη πράξη, έτσι ώστε να παρέχεται η δυνατότητα, αφενός, στους ενδιαφερομένους να λάβουν γνώση των λόγων που δικαιολογούν το ληφθέν μέτρο, προκειμένου να υπερασπίσουν τα δικαιώματά τους, και, αφετέρου, στον δικαστή της Ένωσης να ασκήσει τον έλεγχό του (βλ. απόφαση της 25ης Ιανουαρίου 2017, Rusal Armenal κατά Συμβουλίου, T‑512/09 RENV, EU:T:2017:26, σκέψη 139 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

99      Δεν απαιτείται η αιτιολογία να προσδιορίζει όλα τα κρίσιμα πραγματικά και νομικά στοιχεία, καθόσον η αιτιολογία πρέπει να εκτιμάται όχι μόνο βάσει του γράμματος της πράξεως, αλλά και του πλαισίου στο οποίο αυτή εντάσσεται, καθώς και του συνόλου των κανόνων δικαίου που διέπουν τον οικείο τομέα. Αρκεί ο εκδότης της πράξης να εκθέτει τα πραγματικά περιστατικά και τις νομικές εκτιμήσεις που έχουν ουσιώδη σημασία για την οικονομία του κανονισμού (πρβλ. απόφαση της 25ης Ιανουαρίου 2017, Rusal Armenal κατά Συμβουλίου, T‑512/09 RENV, EU:T:2017:26, σκέψη 140 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

100    Ειδικότερα, τα θεσμικά όργανα δεν υποχρεούνται να λαμβάνουν θέση επί όλων των επιχειρημάτων που προβάλλουν ενώπιόν τους οι ενδιαφερόμενοι, αλλά αρκεί να εκθέτουν τα πραγματικά περιστατικά και τις νομικές εκτιμήσεις που έχουν αποφασιστική σημασία για την οικονομία της απόφασης (βλ. απόφαση της 25ης Ιανουαρίου 2017, Rusal Armenal κατά Συμβουλίου, T‑512/09 RENV, EU:T:2017:26, σκέψη 141 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

101    Εν προκειμένω, στην αιτιολογική σκέψη 240 του προσβαλλόμενου κανονισμού, η οποία αποτελεί συνέχεια της ανάλυσης των περιθωρίων ντάμπινγκ, του όγκου των εισαγωγών από τη Σερβία και των τιμών εξαγωγής από τη Σερβία, αναφέρεται ότι «[ε]πομένως, η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι εισαγωγές από τη Σερβία δεν θα πρέπει να αξιολογηθούν σωρευτικώς με τις εισαγωγές από τις τέσσερις άλλες χώρες», ότι, «[ω]ς συνέπεια της διαπίστωσης ότι οι εισαγωγές από τη Σερβία ήταν ασήμαντες, δεν [ήταν] απαραίτητη η λήψη προστατευτικών μέτρων όσον αφορά τις εισαγωγές πλατέων προϊόντων θερμής έλασης καταγωγής Σερβίας» και ότι «[ε]πομένως, σύμφωνα με το άρθρο 9, παράγραφος 2, του βασικού κανονισμού, τα παραπάνω [έπρεπε] να καταργηθούν σε ό,τι αφορά τις εισαγωγές από τη Σερβία».

102    Εξάλλου, στην αιτιολογική σκέψη 248, πρώτη περίπτωση, του προσβαλλόμενου κανονισμού αναφέρεται ότι «διαπιστώθηκε ότι οι όγκοι εισαγωγών από τη Σερβία ήταν ασήμαντοι [και κ]ατά συνέπεια, είναι αμελητέοι και δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι προκαλούν ζημία στον ενωσιακό κλάδο παραγωγής», και ότι «[τ]ο γεγονός ότι οι μέσες τιμές πώλησης των εισαγωγών από τη Σερβία κατά την περίοδο της έρευνας ήταν πολύ υψηλότερες από τις μέσες τιμές πώλησης των εισαγωγών από τις τέσσερις άλλες οικείες χώρες αποτελεί άλλη μια ένδειξη ότι ο χαμηλός αυτός όγκος εισαγωγών δεν μπορεί να προκαλεί ζημία στον ενωσιακό κλάδο παραγωγής».

103    Επιβάλλεται εν προκειμένω η διαπίστωση ότι από τις αιτιολογικές σκέψεις 240 και 248 του προσβαλλόμενου κανονισμού προκύπτει κατά τρόπο σαφή και μη διφορούμενο η συλλογιστική της Επιτροπής σχετικά με την ανάγκη λήψης προστατευτικών μέτρων όσον αφορά τις εισαγωγές από τη Σερβία, κατά την έννοια του άρθρου 9, παράγραφος 2, του βασικού κανονισμού.

104    Το ζήτημα εάν η Επιτροπή μπορούσε να αποφασίσει να περατώσει τη διαδικασία όσον αφορά τις εισαγωγές από τη Σερβία αποκλειστικώς βάσει των στοιχείων που προσδιορίστηκαν ιδίως στις αιτιολογικές σκέψεις 240 και 248 του προσβαλλόμενου κανονισμού ή εάν, στο πλαίσιο αυτό, όφειλε να εξετάσει άλλα στοιχεία, όπως το (υψηλό) περιθώριο ντάμπινγκ, τα στοιχεία σχετικά με την υποτιμολόγηση και την πώληση σε χαμηλότερες τιμές και τη συνολική αύξηση του επιπέδου των εν λόγω εισαγωγών και, κατά συνέπεια, να αιτιολογήσει τον εν λόγω κανονισμό σε σχέση με τα στοιχεία αυτά αποτελεί ζήτημα ουσίας και, επομένως, εμπίπτει στην εξέταση της αιτίασης περί επιφανειακής και αποσπασματικής εξέτασης των εισαγωγών αυτών, όπως εκτέθηκε στη σκέψη 97 ανωτέρω.

105    Εξάλλου, επισημαίνεται ότι, στις αιτιολογικές σκέψεις 237 έως 239 του προσβαλλόμενου κανονισμού, η Επιτροπή αιτιολόγησε ρητώς το ότι δεν έλαβε υπόψη της στοιχεία σχετικά με την υποτιμολόγηση και την πώληση σε χαμηλότερες τιμές όσον αφορά τον Σέρβο παραγωγό‑εξαγωγέα. Όσον αφορά τα περιθώρια ντάμπινγκ αυτού του παραγωγού-εξαγωγέα και τη συνολική αύξηση του επιπέδου των εισαγωγών, από την αιτιολογική σκέψη 230 και από τον πίνακα 3 του εν λόγω κανονισμού προκύπτει, αφενός, ότι η Επιτροπή είχε επίγνωση του γεγονότος ότι τα εν λόγω περιθώρια υπερέβαιναν το ελάχιστο όριο που ορίζεται στο άρθρο 9, παράγραφος 3, του βασικού κανονισμού και, αφετέρου, ότι δεν αγνοούσε την εν λόγω αύξηση.

106    Επομένως, η αιτίαση που αντλείται από παράβαση του άρθρου 296 ΣΛΕΕ πρέπει να απορριφθεί.

107    Όσον αφορά την αιτίαση περί επιφανειακής και αποσπασματικής εξέτασης των εισαγωγών από τη Σερβία, από την αιτιολογική σκέψη 240 και από το άρθρο 2 του προσβαλλόμενου κανονισμού προκύπτει ότι η απόφαση της Επιτροπής να περατώσει τη διαδικασία αντιντάμπινγκ όσον αφορά τις εισαγωγές από τη Σερβία θεμελιώνεται στο άρθρο 9, παράγραφος 2, του βασικού κανονισμού και στο συμπέρασμα ότι «οι εισαγωγές από τη Σερβία ήταν ασήμαντες».

108    Στην αιτιολογική σκέψη 248 του προσβαλλόμενου κανονισμού, η Επιτροπή προσέθεσε ότι το «γεγονός ότι οι μέσες τιμές πώλησης των εισαγωγών από τη Σερβία κατά την περίοδο της έρευνας ήταν πολύ υψηλότερες από τις μέσες τιμές πώλησης των εισαγωγών από τις τέσσερις άλλες οικείες χώρες αποτελεί άλλη μια ένδειξη ότι ο χαμηλός αυτός όγκος εισαγωγών δεν μπορεί να προκαλεί ζημία στον ενωσιακό κλάδο παραγωγής».

109    Πάντως, μολονότι η εκτίμηση αυτή μπορεί να φαίνεται «επιφανειακή και αποσπασματική», ιδίως λόγω του ότι η απόφαση που έλαβε η Επιτροπή δυνάμει του άρθρου 9, παράγραφος 2, του βασικού κανονισμού θεμελιωνόταν στα ίδια στοιχεία με εκείνα στα οποία στηρίχθηκε η απόφαση που η ίδια έλαβε δυνάμει του άρθρου 3, παράγραφος 4, του ως άνω κανονισμού, τούτο δεν καθιστά το άρθρο 2 του προσβαλλόμενου κανονισμού μη νόμιμο, για τους ακόλουθους λόγους.

110    Το άρθρο 9, παράγραφος 2, του βασικού κανονισμού ορίζει ότι η έρευνα ή η διαδικασία περατώνεται, «αν δεν χρειάζεται να ληφθούν προστατευτικά μέτρα», χωρίς να διευκρινίζει τις περιστάσεις υπό τις οποίες πρέπει να θεωρηθεί ότι ισχύει η υπόθεση αυτή.

111    Ως εκ τούτου, το άρθρο 9, παράγραφος 2, του βασικού κανονισμού αφήνει ορισμένο περιθώριο εκτιμήσεως στην Επιτροπή.

112    Εξάλλου, όπως επισημάνθηκε στη σκέψη 68 ανωτέρω, κατά πάγια νομολογία, στον τομέα της κοινής εμπορικής πολιτικής και, ειδικότερα, των μέτρων εμπορικής άμυνας, ιδίως δε κατά τον προσδιορισμό της ζημίας (η οποία, κατά το άρθρο 3, παράγραφος 1, του βασικού κανονισμού, πρέπει να είναι σημαντική), τα όργανα της Ένωσης διαθέτουν ευρεία εξουσία εκτιμήσεως λόγω της πολυπλοκότητας των οικονομικών, πολιτικών και νομικών καταστάσεων που πρέπει να εξετάσουν. Επομένως, ο δικαστής της Ένωσης πρέπει να περιορίζει τον έλεγχό του στην εξέταση της τήρησης των διαδικαστικών κανόνων, στο υποστατό των πραγματικών περιστατικών που ελήφθησαν υπόψη για την επίμαχη επιλογή, στην έλλειψη πρόδηλης πλάνης κατά την εκτίμηση των περιστατικών αυτών και στην ανυπαρξία κατάχρησης εξουσίας.

113    Βεβαίως, κατ’ αρχήν, η απόφαση επί του ζητήματος αν, σε συγκεκριμένη περίπτωση, πρέπει να επιβληθεί ή όχι δασμός αντιντάμπινγκ πρέπει να στηρίζεται σε λεπτομερή ανάλυση, μεταξύ άλλων, της πρακτικής ντάμπινγκ (άρθρο 2 του βασικού κανονισμού) και της ζημίας (άρθρο 3 του εν λόγω κανονισμού).

114    Εντούτοις, από το γράμμα του βασικού κανονισμού προκύπτει ότι δεν απαιτείται πάντοτε μια τέτοια λεπτομερής ανάλυση και ότι μια έρευνα ή μια διαδικασία μπορεί να περατωθεί, μεταξύ άλλων, μόνο βάσει του περιθωρίου ντάμπινγκ ή του όγκου εισαγωγών. Πράγματι, δυνάμει του άρθρου 9, παράγραφος 3, του βασικού κανονισμού, οι διαδικασίες αυτής της μορφής περατώνονται αμέσως εάν διαπιστωθεί ότι το περιθώριο ντάμπινγκ, εκπεφρασμένο ως ποσοστό της τιμής εξαγωγής, είναι κατώτερο του 2 %. Κατά την ίδια διάταξη, η ζημία θεωρείται κατά κανόνα αμελητέα, εφόσον οι επίμαχες εισαγωγές αντιπροσωπεύουν ποσοστό κατώτερο αυτού που ορίζεται στο άρθρο 5, παράγραφος 7, του κανονισμού αυτού.

115    Εν προκειμένω, αφενός, από τις αιτιολογικές σκέψεις 240 και 248 του προσβαλλόμενου κανονισμού προκύπτει ότι ένα από αυτά ακριβώς τα στοιχεία, ήτοι ο όγκος των εισαγωγών από τη Σερβία, ήταν καθοριστικό για τη συλλογιστική της Επιτροπής.

116    Αφετέρου, από την αιτιολογική σκέψη 232 του προσβαλλόμενου κανονισμού προκύπτει ότι ο όγκος των εισαγωγών από τη Σερβία αντιπροσώπευε μερίδιο αγοράς 1,04 % κατά την περίοδο έρευνας.

117    Πλην όμως, μερίδιο αγοράς της τάξης του 1,04 % κατά την περίοδο έρευνας, του οποίου η ουσιαστική ακρίβεια δεν αμφισβητείται από την προσφεύγουσα, είναι πολύ κοντά στο όριο (1 %) κάτω από το οποίο η ζημία που προκαλείται από τις εισαγωγές από τρίτη χώρα θεωρείται κατά κανόνα αμελητέα, δυνάμει του άρθρου 9, παράγραφος 3, του βασικού κανονισμού, σε συνδυασμό με το άρθρο 5, παράγραφος 7, του εν λόγω κανονισμού.

118    Επιπλέον, όπως ήδη επισημάνθηκε στη σκέψη 108 ανωτέρω (βλ., επίσης, σκέψεις 57, 58 και 81 ανωτέρω), από τον προσβαλλόμενο κανονισμό προκύπτει (βλ. αιτιολογικές σκέψεις 235, 236 και 248) ότι οι μέσες τιμές πώλησης της Σερβίας ήταν υψηλότερες από εκείνες των τεσσάρων άλλων οικείων χωρών και ότι, συναφώς, η Επιτροπή έκρινε ότι το γεγονός αυτό επιβεβαίωνε την άποψη ότι ένας τόσο χαμηλός όγκος εισαγωγών δεν μπορούσε να προκαλέσει ζημία στον κλάδο παραγωγής της Ένωσης.

119    Επομένως, αντιθέτως προς ό,τι θα μπορούσε να συναχθεί από το γράμμα και μόνον της αιτιολογικής σκέψεως 240 του προσβαλλόμενου κανονισμού, το συμπέρασμα ότι δεν ήταν αναγκαία η λήψη προστατευτικών μέτρων όσον αφορά τις εισαγωγές από τη Σερβία δεν στηριζόταν αποκλειστικά στο «ελάχιστο» επίπεδο του όγκου των εισαγωγών αυτών, αλλά στην αλληλεπίδραση μεταξύ του στοιχείου αυτού και εκείνου που εκτέθηκε στη σκέψη 118 ανωτέρω.

120    Επιβάλλεται δε η διαπίστωση ότι, για λόγους ανάλογους με εκείνους που εκτίθενται στις σκέψεις 83 και 84 ανωτέρω, η αλληλεπίδραση αυτή μπορούσε βασίμως να οδηγήσει την Επιτροπή στο συμπέρασμα ότι δεν ήταν αναγκαία η λήψη προστατευτικών μέτρων όσον αφορά τις εισαγωγές των οποίων ο όγκος ήταν μεν μεγαλύτερος από το όριο που προβλέπεται στο άρθρο 9, παράγραφος 3, του βασικού κανονισμού, αλλά παρέμενε, όπως εν προκειμένω, πολύ κοντά στο όριο αυτό.

121    Υπό τις συνθήκες αυτές, δεν αποδείχθηκε ότι η Επιτροπή υπερέβη το περιθώριο εκτιμήσεως που διέθετε στο πλαίσιο της εφαρμογής του άρθρου 9, παράγραφος 2, του βασικού κανονισμού.

122    Επομένως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη η αιτίαση περί επιφανειακής και αποσπασματικής εξέτασης των εισαγωγών από τη Σερβία, όπως και, κατά συνέπεια, ο δεύτερος λόγος ακυρώσεως, στο σύνολό του.

 Επί του τρίτου λόγου ακυρώσεως, που αντλείται από παράβαση του άρθρου 20, παράγραφος 2, του βασικού κανονισμού, προσβολή του δικαιώματος ενημέρωσης της προσφεύγουσας και προσβολή των δικαιωμάτων της άμυνας, καθώς και προσβολή του δικαιώματος χρηστής διοίκησης που κατοχυρώνεται στο άρθρο 41 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, καθόσον η Επιτροπή αρνήθηκε να γνωστοποιήσει τα στοιχεία υποτιμολόγησης και πώλησης σε χαμηλότερες τιμές σχετικά με τον Σέρβο εξαγωγέα

123    Προκαταρκτικώς, η προσφεύγουσα υπογραμμίζει ότι στο άρθρο 3, παράγραφος 3, του βασικού κανονισμού αναφέρεται ότι η υποτιμολόγηση αποτελεί στοιχείο που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη για την εκτίμηση των επιπτώσεων των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ στις τιμές, πράγμα που επηρεάζει τον προσδιορισμό της ζημίας. Επομένως, η υποτιμολόγηση και η πώληση σε χαμηλότερες τιμές αποτελούν κρίσιμα στοιχεία όσον αφορά την απάντηση στο ερώτημα αν «χρειάζεται» να ληφθούν μέτρα κατά της Δημοκρατίας της Σερβίας, κατά την έννοια του άρθρου 9, παράγραφος 2, του εν λόγω κανονισμού.

124    Η προσφεύγουσα επισημαίνει ότι ζήτησε επανειλημμένως να της κοινοποιηθούν τα επίμαχα στοιχεία, και συγκεκριμένα στις 10 Απριλίου 2017, κατόπιν του ενημερωτικού εγγράφου στο οποίο αναφερόταν ότι η διαδικασία κατά της Δημοκρατίας της Σερβίας θα μπορούσε να περατωθεί καθόσον ο Σέρβος παραγωγός-εξαγωγέας «ακολουθούσε» τις τιμές, στις 2 Μαΐου 2017, στο πλαίσιο των παρατηρήσεών της επί του εν λόγω ενημερωτικού εγγράφου, και στις 30 Μαΐου 2017, με ηλεκτρονικό μήνυμα προς την ομάδα της Επιτροπής που είχε αναλάβει την υπόθεση. Υπογραμμίζει ότι στις 7 Αυγούστου 2017, με τις παρατηρήσεις της επί της τελικής αποκάλυψης στοιχείων, επανέλαβε το επιχείρημά της ότι η εξαίρεση της Δημοκρατίας της Σερβίας δεν ήταν κατά νόμον δικαιολογημένη, διότι οι εισαγωγές από τη Σερβία δεν ήταν ασήμαντες, δεδομένου ότι υπερέβαιναν το εκ του νόμου προβλεπόμενο όριο του 1 % και ότι η Επιτροπή δεν είχε παραθέσει αποδεικτικά στοιχεία δυνάμενα να τεκμηριώσουν τη διαπίστωσή της ότι ο Σέρβος παραγωγός-εξαγωγέας «ακολουθούσε» τις τιμές, διαπίστωση βάσει της οποίας περάτωσε στην οποία της οποίας στηρίχθηκε για να περατώσει τη διαδικασία κατά της Δημοκρατίας της Σερβίας.

125    Εξάλλου, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι, κατά την ακρόαση της 4ης Μαΐου 2017, ο σύμβουλος ακροάσεων φάνηκε να συμφωνεί με αυτήν όσον αφορά την αίτησή της περί γνωστοποίησης των υπολογισμών των περιθωρίων ζημίας και της «σερβικής υποτιμολόγησης». Στην έκθεση σχετικά με την ακρόαση της 27ης Ιουλίου 2017, αναφέρεται εξάλλου ότι, «όσον αφορά την εξαίρεση της [Δημοκρατίας της Σερβίας], ο σύμβουλος ακροάσεων δεν μπόρεσε να κατανοήσει τους λόγους για τους οποίους δεν γνωστοποιήθηκαν τα στοιχεία της υποτιμολόγησης για τη Σερβία, ενώ τα στοιχεία αυτά βοηθούν τον κλάδο παραγωγής να κατανοήσει την αιτιολογία της απόφασης».

126    Παρά ταύτα, η Επιτροπή αρνήθηκε συστηματικά να γνωστοποιήσει τα επίμαχα στοιχεία καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδικασίας που οδήγησε στην έκδοση του προσβαλλόμενου κανονισμού.

127    Η αιτιολογία βάσει της οποίας δικαιολογείται η άρνηση γνωστοποίησης του υπολογισμού της «σερβικής υποτιμολόγησης», που περιλαμβάνεται στην αιτιολογική σκέψη 238 του προσβαλλόμενου κανονισμού, είναι εσφαλμένη για δύο λόγους.

128    Αφενός, κατά την προσφεύγουσα, η γνωστοποίηση των μέσων τιμών δεν μπορεί να αντικαταστήσει τα στοιχεία σχετικά με την υποτιμολόγηση. Η υποτιμολόγηση γίνεται κατά προϊόν (μέθοδος NCP προς NCP) καθιστώντας δυνατή την ακριβή σύγκριση των τιμών. Ωστόσο, οι υψηλότερες μέσες τιμές, οι οποίες εκτίθενται στην αιτιολογική σκέψη 235 του προσβαλλόμενου κανονισμού, δείχνουν ενδεχομένως είτε ότι η υποτιμολόγηση και η τιμολόγηση σε χαμηλότερες τιμές των εισαγωγών από τη Σερβία δεν ήταν τόσο εκτεταμένες σε σχέση με τις τέσσερις άλλες χώρες είτε ότι το εύρος της αξίας των προϊόντων ήταν σημαντικότερο για τις σερβικές εξαγωγές, πράγμα που δεν αποδείχθηκε, δεδομένου ότι δεν γνωστοποιήθηκε η ζητηθείσα ανάλυση της υποτιμολόγησης και της πώλησης σε χαμηλότερες τιμές. Είναι αδύνατον να εξακριβωθεί αν η Επιτροπή συνέκρινε ομοειδή προϊόντα χωρίς να διαθέτει λεπτομερέστερη επί μέρους ανάλυση της σύγκρισης κατά προϊόν.

129    Αφετέρου, ο λόγος για τον οποίο η Επιτροπή δεν εξέτασε την υποτιμολόγηση κατά τη διάρκεια της έρευνας δεν συνάδει με την αιτιολογία που παρατίθεται στις αιτιολογικές σκέψεις 235 και 236 του προσβαλλόμενου κανονισμού, με τις οποίες το εν λόγω θεσμικό όργανο στηρίχθηκε ακριβώς στις μέσες τιμές κατά την περίοδο έρευνας για να καταλήξει, εσφαλμένως, στο συμπέρασμα ότι ο όγκος των εισαγωγών από τη Σερβία ήταν αμελητέος και ότι ο Σέρβος παραγωγός‑εξαγωγέας «ακολουθούσε» τις τιμές.

130    Εξάλλου, η Επιτροπή δεν μπορεί βασίμως να υποστηρίζει ότι δεν ήταν αναγκαία η κοινοποίηση των στοιχείων σχετικά με την υποτιμολόγηση και την πώληση σε χαμηλότερες τιμές αφ’ ης στιγμής δεν τα έλαβε υπόψη. Η θέση αυτή καθιστά την άσκηση των δικαιωμάτων άμυνας φενάκη, μολονότι η τήρησή τους έχει κεφαλαιώδη σημασία στις διαδικασίες έρευνας αντιντάμπινγκ. Κατά την προσφεύγουσα, μπορεί να υπάρξει αναλογία με τις έρευνες στον τομέα του ανταγωνισμού, στο πλαίσιο των οποίων ο δικαστής της Ένωσης έχει κρίνει ότι δεν εναπόκειται στην Επιτροπή να αποφασίσει μόνη της αν τα έγγραφα μπορούν να απαλλάξουν την ενδιαφερόμενη επιχείρηση από την κατηγορία που τη βαρύνει. Η αρχή της ισότητας των όπλων και η απόρροιά της στις υποθέσεις ανταγωνισμού, ήτοι η ισότητα όσον αφορά το επίπεδο πληροφόρησης το οποίο πρέπει να διαθέτουν η Επιτροπή και οι αμυνόμενοι, επιτάσσουν να μπορεί η επιχείρηση που υποβάλλεται σε έρευνα να αξιολογήσει την αποδεικτική αξία των εγγράφων.

131    Κατά την προσφεύγουσα, η γνωστοποίηση των επίμαχων πληροφοριών και η αμερόληπτη εξέταση των πληροφοριών αυτών θα οδηγούσαν σε διαφορετικό αποτέλεσμα. Εκτιμά ότι, αν είχε τη δυνατότητα να λάβει γνώση των υπολογισμών της «σερβικής υποτιμολόγησης», θα ήταν σε θέση να αντικρούσει τον ισχυρισμό ότι ο παραγωγός-εξαγωγέας «ακολουθούσε» τις τιμές, αποδεικνύοντας ότι η ζημία που ο εν λόγω παραγωγός-εξαγωγέας προκάλεσε στον κλάδο παραγωγής της Ένωσης δεν ήταν αμελητέα κατά την έννοια του άρθρου 9, παράγραφος 3, του βασικού κανονισμού. Υποστηρίζει ότι θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει τις πληροφορίες αυτές για να εκθέσει επιχειρήματα καθοριστικής σημασίας στην Επιτροπή, ισχυριζόμενη ότι η προτεινόμενη προσέγγιση ήταν εσφαλμένη και δεν δικαιολογούνταν από τα αποδεικτικά στοιχεία που περιλαμβάνονταν στον ανοιχτό φάκελο.

132    Η προσφεύγουσα προσθέτει ότι θα μπορούσε επίσης να ενημερώσει τα κράτη μέλη για τις ανησυχίες της. Κατά τα λοιπά, επισημαίνεται ότι τα κράτη μέλη διατύπωσαν άνευ προηγουμένου επιφυλάξεις σχετικά με την πρόταση της Επιτροπής στην υπό κρίση υπόθεση, πρόταση την οποία η επιτροπή που συστάθηκε κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 15, παράγραφος 1, του βασικού κανονισμού απέρριψε αρχικώς με ειδική πλειοψηφία.

133    Η Επιτροπή και η παρεμβαίνουσα αμφισβητούν τα επιχειρήματα αυτά.

134    Κατά το άρθρο 20, παράγραφος 2, του βασικού κανονισμού, τα μέρη που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του εν λόγω άρθρου, περιλαμβανομένων των καταγγελλόντων, δύνανται να ζητούν την τελική αποκάλυψη των ουσιωδών πραγματικών περιστατικών και του σκεπτικού επί τη βάσει των οποίων πρόκειται να διατυπωθεί εισήγηση για την επιβολή οριστικών μέτρων ή για την περάτωση της έρευνας ή της διαδικασίας άνευ επιβολής μέτρων· εν προκειμένω, λαμβάνεται ιδιαίτερη μέριμνα για τη γνωστοποίηση εκείνων των πραγματικών περιστατικών και του σκεπτικού που ενδεχομένως διαφέρουν από εκείνα που αποτέλεσαν τη βάση για την επιβολή των προσωρινών μέτρων.

135    Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από τις αιτιολογικές σκέψεις 228 έως 240 (και 248) του προσβαλλόμενου κανονισμού, το συμπέρασμα της Επιτροπής ότι, αφενός, οι εισαγωγές από τη Σερβία δεν έπρεπε να εκτιμηθούν σωρευτικώς με τις εισαγωγές από τις τέσσερις άλλες χώρες και, αφετέρου, έπρεπε να περατωθεί η διαδικασία όσον αφορά τις εισαγωγές από τη Σερβία στηρίζεται στις τρεις εκτιμήσεις που μνημονεύθηκαν στη σκέψη 52 ανωτέρω.

136    Πλην όμως, όπως προκύπτει από τον φάκελο που υποβλήθηκε στο Γενικό Δικαστήριο, η προσφεύγουσα έλαβε γνώση των εκτιμήσεων αυτών τόσο στις 4 Απριλίου 2017, μέσω του ενημερωτικού εγγράφου (βλ. παραγράφους 129 έως 137 του εγγράφου αυτού που περιλαμβάνεται στον φάκελο ως παράρτημα Α.30 του δικογράφου της προσφυγής), όσο και στις 17 Ιουλίου 2017, στο πλαίσιο της τελικής αποκάλυψης στοιχείων (βλ. παραγράφους 188 έως 195 της τελικής αποκάλυψης στοιχείων, που περιλαμβάνεται στον φάκελο ως παράρτημα Α.31 του δικογράφου της προσφυγής), και ήταν σε θέση, κατά τη διάρκεια της διοικητικής διαδικασίας, να γνωστοποιήσει λυσιτελώς την άποψή της σχετικά με τα πραγματικά περιστατικά και τη σημασία των ως άνω εκτιμήσεων (βλ., ιδίως, αιτιολογικές σκέψεις 23, 24 και 32 του προσβαλλόμενου κανονισμού).

137    Ως εκ τούτου, σύμφωνα με το άρθρο 20, παράγραφος 2, του βασικού κανονισμού, η προσφεύγουσα ενημερώθηκε για τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά και εκτιμήσεις βάσει των οποίων επρόκειτο να προταθεί η περάτωση της διαδικασίας όσον αφορά τις εισαγωγές από τη Σερβία χωρίς την επιβολή μέτρων, είχε τη δυνατότητα να γνωστοποιήσει λυσιτελώς την άποψή της και τα δικαιώματά της άμυνας έγιναν εν προκειμένω σεβαστά.

138    Υπενθυμίζεται συναφώς ότι ο σεβασμός των δικαιωμάτων άμυνας δεν συνεπάγεται την υποχρέωση των θεσμικών οργάνων της Ένωσης να συμφωνήσουν με την άποψη του ενδιαφερομένου. Πράγματι, για να είναι απρόσκοπτη η διατύπωση της άποψης του ενδιαφερομένου, πρέπει απλώς να έχει δοθεί η δυνατότητα έγκαιρης διατύπωσης της εν λόγω άποψης, ώστε τα όργανα της Ένωσης να μπορούν να λάβουν γνώση και να εκτιμήσουν, με όλη την απαιτούμενη προσοχή, τη λυσιτέλειά της για το περιεχόμενο της πράξης που πρόκειται να εκδοθεί [πρβλ. απόφαση της 12ης Δεκεμβρίου 2014, Crown Equipment (Suzhou) και Crown Gabelstapler κατά Συμβουλίου, T‑643/11, EU:T:2014:1076, σκέψη 43 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].

139    Εξάλλου, από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι η Επιτροπή μπορούσε, χωρίς να υποπέσει σε πλάνη, να περατώσει τη διαδικασία όσον αφορά τις εισαγωγές από τη Σερβία στηριζόμενη αποκλειστικώς στις εκτιμήσεις που μνημονεύθηκαν στη σκέψη 52 ανωτέρω.

140    Πρέπει να απορριφθεί η επιχειρηματολογία που αντλεί κατ’ αναλογία η προσφεύγουσα από τη νομολογία στον τομέα του ανταγωνισμού και, συγκεκριμένα, από την απόφαση της 29ης Ιουνίου 1995, ICI κατά Επιτροπής (T‑36/91, EU:T:1995:118), με την οποία το Γενικό Δικαστήριο απεφάνθη, στη σκέψη 111, ότι «δεν εναπέκειτο στην Επιτροπή να αποφασίσει, μόνη αυτή, εάν τα έγγραφα τα οποία κατέσχε στο πλαίσιο της εξετάσεως των υπό κρίση υποθέσεων μπορούσαν να απαλλάξουν τις ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις», ότι «[η] αρχή της ισότητας των όπλων και η απόρροιά της στις υποθέσεις ανταγωνισμού, η ισότητα όσον αφορά το επίπεδο πληροφορήσεως το οποίο [έπρεπε] να διαθέτουν η Επιτροπή και οι αμυνόμενοι επέβαλαν να μπορεί η προσφεύγουσα να αξιολογήσει την αποδεικτική αξία των προερχομένων από τη[ν επίμαχη επιχείρηση] εγγράφων, τα οποία η Επιτροπή δεν είχε επισυνάψει στην ανακοίνωση των αιτιάσεων» και ότι δεν μπορούσε να γίνει δεκτό ότι «η Επιτροπή, αποφασίζοντας περί της παραβάσεως, είχε, μόνη αυτή, στην κατοχή της τα [επίμαχα] έγγραφα […] και μπόρεσε, επομένως, να αποφασίσει, μόνη αυτή, αν θα τα χρησιμοποιήσει ή όχι για να αποδείξει την παράβαση, ενώ η προσφεύγουσα δεν είχε πρόσβαση και επομένως δεν είχε τη δυνατότητα να αποφασίσει αντιστοίχως να τα χρησιμοποιήσει ή όχι για την άμυνα της».

141    Ασφαλώς, από τη νομολογία προκύπτει ότι οι απαιτήσεις που απορρέουν από τον σεβασμό των δικαιωμάτων άμυνας επιβάλλονται όχι μόνο στο πλαίσιο διαδικασιών που μπορούν να καταλήξουν σε επιβολή κυρώσεων, αλλά και στο πλαίσιο διαδικασιών έρευνας που προηγούνται της έκδοσης κανονισμών αντιντάμπινγκ, οι οποίοι μπορούν να επηρεάσουν τις οικείες επιχειρήσεις άμεσα και ατομικά και να έχουν δυσμενείς συνέπειες γι’ αυτές. Ειδικότερα, στο πλαίσιο της γνωστοποίησης πληροφοριών σε ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις κατά τη διάρκεια διαδικασίας έρευνας, ο σεβασμός των δικαιωμάτων τους άμυνας προϋποθέτει ότι έχει παρασχεθεί στις ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις, κατά τη διάρκεια της εν λόγω διαδικασίας, η δυνατότητα να γνωστοποιήσουν λυσιτελώς την άποψή τους σχετικά με το υποστατό και τη σημασία των προβαλλόμενων γεγονότων και περιστάσεων και σχετικά με τα αποδεικτικά στοιχεία που χρησιμοποίησε η Επιτροπή προς στήριξη της διαπίστωσής της όσον αφορά την ύπαρξη πρακτικής ντάμπινγκ και την εξ αυτής απορρέουσα ζημία (βλ. απόφαση της 10ης Απριλίου 2019, Jindal Saw και Jindal Saw Italia κατά Επιτροπής, T‑301/16, EU:T:2019:234, σκέψη 65 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

142    Ωστόσο, εν προκειμένω, ούτε η προσφεύγουσα ούτε τα μέλη της βρίσκονται σε κατάσταση συγκρίσιμη προς εκείνη επιχείρησης εις βάρος της οποίας ενδέχεται να επιβληθεί κύρωση ή δασμός αντιντάμπινγκ. Επομένως, η προσφεύγουσα δεν μπορεί να αντλήσει λυσιτελώς κάποιο επιχείρημα από τη νομολογία την οποία επικαλείται.

143    Όσον αφορά την προβαλλόμενη παραβίαση της αρχής της χρηστής διοίκησης, από πάγια νομολογία προκύπτει ότι η Επιτροπή υποχρεούται να σέβεται τα θεμελιώδη δικαιώματα της Ένωσης κατά τη διάρκεια κάθε διοικητικής διαδικασίας στον τομέα της άμυνας κατά των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ εκ μέρους χωρών μη μελών της Ένωσης, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται η αρχή της χρηστής διοίκησης, που καθιερώνεται στο άρθρο 41 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων. Κατά τη σχετική με την αρχή της χρηστής διοίκησης νομολογία, στις περιπτώσεις κατά τις οποίες τα θεσμικά όργανα της Ένωσης διαθέτουν εξουσία εκτίμησης, ο σεβασμός των εγγυήσεων που παρέχει, στο πλαίσιο των διοικητικών διαδικασιών, η έννομη τάξη της Ένωσης έχει θεμελιώδη σημασία. Μεταξύ των εγγυήσεων αυτών περιλαμβάνεται, ιδίως, η υποχρέωση του αρμοδίου οργάνου να ερευνά, με επιμέλεια και αμεροληψία, όλα τα κρίσιμα στοιχεία της συγκεκριμένης περίπτωσης (πρβλ. απόφαση της 25ης Ιανουαρίου 2017, Rusal Armenal κατά Συμβουλίου, T‑512/09 RENV, EU:T:2017:26, σκέψη 189 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

144    Όπως όμως επισημάνθηκε στις σκέψεις 113 και 114 ανωτέρω, μολονότι, κατ’ αρχήν, η απόφαση επί του ζητήματος αν, σε συγκεκριμένη περίπτωση, πρέπει να επιβληθεί ή όχι δασμός αντιντάμπινγκ πρέπει να στηρίζεται σε λεπτομερή ανάλυση, μεταξύ άλλων, της πρακτικής ντάμπινγκ (άρθρο 2 του βασικού κανονισμού) και της ζημίας (άρθρο 3 του εν λόγω κανονισμού), δεν απαιτείται πάντοτε μια τέτοια λεπτομερής ανάλυση και η έρευνα μπορεί να περατωθεί λαμβανομένων υπόψη, μεταξύ άλλων, μόνο του περιθωρίου ντάμπινγκ ή του όγκου εισαγωγών.

145    Εν προκειμένω, από την εξέταση του δευτέρου λόγου ακυρώσεως προκύπτει ότι ορθώς η Επιτροπή αποφάσισε να περατώσει τη διαδικασία όσον αφορά τις εισαγωγές από τη Σερβία αποκλειστικώς βάσει του όγκου των εισαγωγών και των στοιχείων που αφορούσαν τις μέσες τιμές πώλησης, χωρίς μάλιστα να αναλύσει τα στοιχεία σχετικά με την υποτιμολόγηση και την πώληση σε χαμηλότερες τιμές.

146    Επομένως, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η Επιτροπή εξέτασε όλα τα κρίσιμα στοιχεία της υπό κρίση υπόθεσης και, ως εκ τούτου, δεν παραβίασε την αρχή της χρηστής διοίκησης.

147    Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί και ο τρίτος λόγος ακυρώσεως.

148    Το συμπέρασμα αυτό δεν μπορεί να ανατραπεί από τα στοιχεία που επιθυμεί να προσκομίσει η προσφεύγουσα όσον αφορά τα περιθώρια υποτιμολόγησης και πώλησης σε χαμηλότερες τιμές για τη Δημοκρατία της Σερβίας. Επομένως, το αίτημα αυτό πρέπει επίσης να απορριφθεί.

149    Κατά συνέπεια, η προσφυγή πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της, χωρίς να χρειάζεται να κριθεί το παραδεκτό της.

 Επί των δικαστικών εξόδων

150    Κατά το άρθρο 134, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου.

151    Επειδή η προσφεύγουσα ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδά της, καθώς και σε αυτά στα οποία υποβλήθηκε η Επιτροπή και η παρεμβαίνουσα, σύμφωνα με το σχετικό αίτημά τους.

Για τους λόγους αυτούς,

ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (όγδοο τμήμα)

αποφασίζει:

1)      Απορρίπτει την προσφυγή.

2)      Η Eurofer, Association Européenne de l’Acier, AISBL φέρει τα δικαστικά έξοδά της, καθώς και αυτά στα οποία υποβλήθηκαν η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και η HBIS Group Serbia Iron & Steel LLC Belgrade.

Collins

Barents

Passer

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 12 Μαρτίου 2020.

(υπογραφές)


*      Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική.