ΔΙΑΤΑΞΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ

(πρώτο τμήμα)

της 10ης Νοεμβρίου 2009

Υπόθεση F-14/08 DEP

X

κατά

Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου

«Διαδικασία – Καθορισμός των δικαστικών εξόδων»

Αντικείμενο: Αίτηση καθορισμού των δικαστικών εξόδων, την οποία υπέβαλε η X κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 92 του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης της Ευρωπαϊκής Ένωσης, κατόπιν της διατάξεως του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης της 18ης Δεκεμβρίου 2008, F‑14/08, X κατά Κοινοβουλίου (η οποία δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή).

Απόφαση: Το ποσό των δικαστικών εξόδων που μπορεί να αναζητήσει η X στην υπόθεση F‑14/08 καθορίζεται σε 5 670 ευρώ, πλέον τόκων υπερημερίας από την ημερομηνία επίδοσης της παρούσας διάταξης έως την ημερομηνία πληρωμής. Το εφαρμοστέο επιτόκιο υπολογίζεται βάσει του επιτοκίου που καθορίζει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα για τις κύριες πράξεις αναχρηματοδότησης και το οποίο θα ισχύει κατά τη διάρκεια της ως άνω περιόδου, προσαυξημένο κατά δύο μονάδες, εφόσον δεν υπερβαίνει εκείνο του 6 % που ζήτησε η αιτούσα.

Περίληψη

1.      Διαδικασία – Δικαστικά έξοδα – Καθορισμός των εξόδων – Αποδοτέα έξοδα – Έννοια

(Κανονισμός Διαδικασίας του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης, άρθρο 91, στοιχείο β΄)

2.      Διαδικασία – Δικαστικά έξοδα – Καθορισμός των εξόδων – Στοιχεία που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη

(Κανονισμός Διαδικασίας του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης, άρθρο 91, στοιχείο β΄)

3.      Διαδικασία – Δικαστικά έξοδα – Καθορισμός των εξόδων – Τόκοι υπερημερίας

1.      Από το άρθρο 91, στοιχείο β΄, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης προκύπτει ότι τα έξοδα που μπορούν να αναζητηθούν περιορίζονται, αφενός, σε εκείνα τα οποία πραγματοποιήθηκαν στο πλαίσιο της διαδικασίας ενώπιον του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης και, αφετέρου, σε εκείνα τα οποία υπήρξαν απολύτως αναγκαία για τον σκοπό αυτόν. Εξάλλου, στον αιτούντα εναπόκειται να προσκομίσει δικαιολογητικά ικανά να αποδείξουν το υποστατό των εξόδων των οποίων ζητεί την απόδοση.

(βλ. σκέψη 21)

Παραπομπή:

ΠΕΚ: 20 Νοεμβρίου 2002, T‑171/00 DEP, Spruyt κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 2002, σ. I‑A‑225 και II‑1127, σκέψη 22· 8 Ιουλίου 2004, T‑7/98 DEP, T‑208/98 DEP και T‑109/99 DEP, De Nicola κατά ΕΤΕπ, Συλλογή Υπ.Υπ. 2004, σ. I‑A‑219 και II‑973, σκέψη 42

ΔΔΔ: 16 Μαΐου 2007, F‑100/05 DEP, Χατζηιωαννίδου κατά Επιτροπής, η οποία δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 17

2.      Ο κοινοτικός δικαστής δεν είναι αρμόδιος να καθορίζει τις αμοιβές που οφείλουν οι διάδικοι στους δικηγόρους τους, αλλά το ποσό μέχρι του οποίου μπορούν να αναζητηθούν οι αμοιβές αυτές από τον καταδικασθέντα στα δικαστικά έξοδα διάδικο. Αποφαινόμενος επί της αίτησης καθορισμού των δικαστικών εξόδων, ο κοινοτικός δικαστής δεν υποχρεούται να λάβει υπόψη τυχόν εθνική ρύθμιση σχετική με τις δικηγορικές αμοιβές, ούτε τυχόν συμφωνία συναφθείσα συναφώς μεταξύ του ενδιαφερομένου διαδίκου και των εκπροσώπων ή των συμβούλων του.

Ελλείψει κοινοτικών διατάξεων σχετικών με τις αμοιβές, ο κοινοτικός δικαστής οφείλει να εκτιμά ελεύθερα τα στοιχεία της υπόθεσης, λαμβάνοντας υπόψη το αντικείμενο και τη φύση της διαφοράς, τη σημασία της από πλευράς του κοινοτικού δικαίου, καθώς και τις δυσκολίες της υπόθεσης, την έκταση της εργασίας που χρειάστηκε να επιτελέσουν οι εκπρόσωποι ή οι δικηγόροι στο πλαίσιο της ένδικης διαδικασίας και τα οικονομικά συμφέροντα που διακυβεύονται για τους διαδίκους στο πλαίσιο της διαφοράς. Η ελευθερία εκτίμησης του κοινοτικού δικαστή μπορεί να τον οδηγήσει στον καθορισμό των δικαστικών εξόδων που μπορούν να αναζητηθούν σε ποσό χαμηλότερο από εκείνο το οποίο ο διάδικος που φέρει τα έξοδα θα ήταν διατεθειμένος να καταβάλει στον αντίδικο.

(βλ. σκέψεις 22 και 23)

Παραπομπή:

ΔΕΚ: 8 Φεβρουαρίου 2007, C‑3/06 P, Groupe Danone κατά Επιτροπής, Συλλογή 2007, σ. I‑1331, σκέψεις 61 και 62

ΠΕΚ: Spruyt κατά Επιτροπής, προπαρατεθείσα, σκέψεις 25 και 26· De Nicola κατά ΕΤΕπ, προπαρατεθείσα, σκέψη 32· 2 Ιουνίου 2009, T‑47/03 DEP, Sison κατά Συμβουλίου, Συλλογή 2009, σ. II‑1483, σκέψη 48

ΔΔΔ: Χατζηιωαννίδου κατά Επιτροπής, προπαρατεθείσα, σκέψη 20

3.      Ο αιτών δικαιούται τόκους υπερημερίας επί των ποσών που μπορούν να αναζητηθούν, τους οποίους καθορίζει το δικαστήριο, από την επίδοση της διάταξης περί καθορισμού των δικαστικών εξόδων και μέχρι την πραγματική πληρωμή των εν λόγω εξόδων.

(βλ. σκέψη 38)