ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (πέμπτο τμήμα)

της 11ης Ιουνίου 2019 (*)(i)

«Υπαλληλική υπόθεση – Πρώην υπάλληλοι – Έρευνα της OLAF – Υπόθεση “Eurostat” – Διαβίβαση, σε εθνικές δικαστικές αρχές, πληροφοριών που αφορούν πράξεις δυνάμενες να επισύρουν ποινική δίωξη – Μη προηγούμενη ενημέρωση των υπαλλήλων τους οποίους αφορούν ενδεχομένως οι σχετικές διώξεις – Προβαλλόμενη ζημία λόγω της συμπεριφοράς της OLAF και της Επιτροπής κατά τη διάρκεια της διαδικασίας – Ηθική και σωματική βλάβη και περιουσιακή ζημία – Αιτιώδης σύνδεσμος»

Στην υπόθεση T‑138/18,

Fernando De Esteban Alonso, πρώην υπάλληλος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, κάτοικος Saint-Martin-de-Seignanx (Γαλλία), εκπροσωπούμενος από τον C. Huglo, δικηγόρο,

ενάγων,

κατά

Ευρωπαϊκής Επιτροπής, εκπροσωπούμενης από την R. Striani και τον J. Baquero Cruz,

εναγομένης,

με αντικείμενο αγωγή, δυνάμει του άρθρου 270 ΣΛΕΕ, με αίτημα την επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης και αποζημιώσεως για τη σωματική βλάβη και την περιουσιακή ζημία που ισχυρίζεται ότι υπέστη ο ενάγων,

ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα),

συγκείμενο από τους Δ. Γρατσία, πρόεδρο, I. Labucka και I. Ulloa Rubio (εισηγητής), δικαστές,

γραμματέας: E. Coulon

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

 Νομικό πλαίσιο

1        Η Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF), η οποία ιδρύθηκε με την απόφαση 1999/352/ΕΚ, ΕΚΑΧ, Ευρατόμ της Επιτροπής, της 28ης Απριλίου 1999 (ΕΕ 1999, L 136, σ. 20), είναι επιφορτισμένη, μεταξύ άλλων, με τη διεξαγωγή, εντός των θεσμικών οργάνων, διοικητικών ερευνών που αποσκοπούν στον εντοπισμό των σοβαρών περιπτώσεων που συνδέονται με την άσκηση επαγγελματικών δραστηριοτήτων, οι οποίες συνιστούν ενδεχομένως παράλειψη των υποχρεώσεων των υπαλλήλων και του λοιπού προσωπικού της Ένωσης, η οποία μπορεί να επισύρει πειθαρχικές και, ενδεχομένως, ποινικές διώξεις.

2        Ο κανονισμός (ΕΚ) 1073/1999 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Μαΐου 1999, σχετικά με τις έρευνες που πραγματοποιούνται από την OLAF (ΕΕ 1999, L 136, σ. 1), ρυθμίζει τους ελέγχους, τις εξακριβώσεις και τις ενέργειες που πραγματοποιούνται από τους υπαλλήλους της OLAF κατά την άσκηση των καθηκόντων τους. Οι έρευνες που πραγματοποιούνται από την OLAF συνίστανται σε έρευνες «εξωτερικές», δηλαδή εκτός των θεσμικών οργάνων της Ένωσης, και «εσωτερικές», δηλαδή εντός των οργάνων αυτών. Ο εν λόγω κανονισμός καταργήθηκε με τον κανονισμό (ΕΕ, Ευρατόμ) 883/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Σεπτεμβρίου 2013, σχετικά με τις έρευνες που πραγματοποιούνται από την OLAF (ΕΕ 2013, L 248, σ. 1).

3        Η αιτιολογική σκέψη 10 του κανονισμού 1073/1999 είχε ως εξής:

«ότι οι έρευνες αυτές πρέπει να διεξάγονται σύμφωνα με τη Συνθήκη και, ιδίως, το Πρωτόκολλο περί προνομίων και ασυλιών των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, τηρώντας τον Κανονισμό Υπηρεσιακής Κατάστασης των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και το καθεστώς που εφαρμόζεται στο λοιπό προσωπικό […], καθώς και με πλήρη σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των θεμελιωδών ελευθεριών, και ιδίως της αρχής της ισότητας, του δικαιώματος του ενδιαφερομένου ατόμου να εκφραστεί για τα γεγονότα που το αφορούν και του δικαιώματος σύμφωνα με το οποίο τα συμπεράσματα μιας έρευνας πρέπει να βασίζονται μόνο σε στοιχεία με αποδεικτική αξία· ότι, για τον σκοπό αυτόν, τα θεσμικά όργανα, όργανα και οργανισμοί πρέπει να προβλέψουν τους όρους και τις λεπτομέρειες σύμφωνα με τις οποίες θα διεξάγονται οι εν λόγω εσωτερικές έρευνες· ότι, επομένως, θα πρέπει να τροποποιηθεί ο κανονισμός υπηρεσιακής κατάστασης, προκειμένου να προβλεφθούν τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των υπαλλήλων και του λοιπού προσωπικού σε θέματα εσωτερικών ερευνών».

4        Η αιτιολογική σκέψη 13 του κανονισμού 1073/1999 είχε ως εξής:

«ότι εναπόκειται στις αρμόδιες εθνικές αρχές ή, αναλόγως των περιπτώσεων, στα θεσμικά όργανα, όργανα και οργανισμούς, να αποφασίζουν για τη συνέχεια που θα δίδεται στις ολοκληρωθείσες έρευνες, με βάση την έκθεση που εκπονείται από την [OLAF]· ότι θα πρέπει πάντως να προβλεφθεί η υποχρέωση του διευθυντή της [OLAF] να διαβιβάζει απευθείας στις δικαστικές αρχές του ενδιαφερομένου κράτους μέλους τις πληροφορίες που συλλέγει η [OLAF] κατά τη διενέργεια εσωτερικών ερευνών για πράξεις που μπορούν να επισύρουν ποινική δίωξη».

5        Η αιτιολογική σκέψη 16 του κανονισμού 1073/1999 είχε ως εξής:

«ότι, για να εξασφαλισθεί πως τα αποτελέσματα των ερευνών που πραγματοποιούν οι υπάλληλοι της Υπηρεσίας θα λαμβάνονται υπόψη, καθώς και η αναγκαία παρακολούθηση, θα πρέπει να προβλεφθεί ότι οι εκθέσεις μπορούν να συνιστούν αποδεικτικά στοιχεία παραδεκτά στις διοικητικές ή δικαστικές διαδικασίες· ότι, προς τούτο, οι εκθέσεις θα πρέπει να καταρτίζονται κατά τρόπο που να συνάδει με τους κανόνες που διέπουν τις εθνικές διοικητικές εκθέσεις».

6        Το άρθρο 4 του κανονισμού 1073/1999 προέβλεπε τα εξής:

«Εσωτερικές έρευνες

1.      Στους τομείς που αναφέρονται στο άρθρο 1, η [OLAF] πραγματοποιεί τις διοικητικές έρευνες εντός των θεσμικών οργάνων, οργάνων και οργανισμών […]

Οι εν λόγω εσωτερικές έρευνες διεξάγονται σύμφωνα με τους κανόνες των συνθηκών, και ιδίως του πρωτοκόλλου περί προνομίων και ασυλιών των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, καθώς και του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, υπό τους όρους και σύμφωνα με τις διαδικασίες που προβλέπει ο παρών κανονισμός και τις αποφάσεις που λαμβάνει το κάθε θεσμικό όργανο, όργανο και οργανισμός. Τα θεσμικά όργανα συνεννοούνται μεταξύ τους ως προς το καθεστώς που θα θεσπίζουν [με] αυτές τις αποφάσεις.

[…]

5.      Όταν από τις έρευνες ανακύψει το ενδεχόμενο να εμπλέκεται προσωπικά κάποιο μέλος, διευθυντικό στέλεχος, υπάλληλος ή μέλος του λοιπού προσωπικού, ενημερώνεται σχετικά το οικείο θεσμικό όργανο, όργανο ή οργανισμός.

Σε περιπτώσεις στις οποίες χρειάζεται η τήρηση απόλυτης μυστικότητας για τους σκοπούς της έρευνας ή απαιτείται η προσφυγή σε μέσα έρευνας που εμπίπτουν στην αρμοδιότητα εθνικής δικαστικής αρχής, οι πληροφορίες αυτές μπορούν να δίδονται σε μεταγενέστερο στάδιο.

[…]»

7        Το άρθρο 9 του κανονισμού 1073/1999, το οποίο φέρει τον τίτλο «Έκθεση της έρευνας και συνέχεια που δίδεται στις έρευνες», όριζε τα εξής:

«1.      Μετά το πέρας της έρευνας που διεξήγαγε, η [OLAF] καταρτίζει, υπό την εποπτεία του διευθυντή, έκθεση που προσδιορίζει ιδίως τα διαπιστωθέντα περιστατικά, την ενδεχόμενη οικονομική ζημία και τα συμπεράσματα της έρευνας, συμπεριλαμβανομένων των συστάσεων του διευθυντή της [OLAF] για τη συνέχεια που θα πρέπει να δοθεί.

2.      Οι εκθέσεις αυτές καταρτίζονται, λαμβάνοντας υπόψη τις διαδικαστικές απαιτήσεις που προβλέπονται από το εθνικό δίκαιο του οικείου κράτους μέλους. Οι εκθέσεις που καταρτίζονται με τον τρόπο αυτό αποτελούν, όπως οι διοικητικές εκθέσεις που καταρτίζονται από τους εθνικούς διοικητικούς ελεγκτές και υπό τους ιδίους όρους, αποδεικτικά στοιχεία παραδεκτά στις διοικητικές ή δικαστικές διαδικασίας του κράτους μέλους, στο οποίο η χρησιμοποίησή τους αποβαίνει αναγκαία. Υπόκεινται στους ίδιους κανόνες εκτίμησης με εκείνους που εφαρμόζονται στις διοικητικές εκθέσεις τις καταρτιζόμενες από τους εθνικούς διοικητικούς ελεγκτές και έχουν ισότιμο κύρος με αυτές.

3.      Οι εκθέσεις που καταρτίζονται μετά από εξωτερική έρευνα και κάθε συναφές χρήσιμο έγγραφο, διαβιβάζονται στις αρμόδιες αρχές των οικείων κρατών μελών, σύμφωνα με τις ρυθμίσεις σχετικά με τις εξωτερικές έρευνες.

4.      Οι εκθέσεις που καταρτίζονται μετά από εσωτερική έρευνα και κάθε συναφές χρήσιμο έγγραφο, διαβιβάζονται στο οικείο θεσμικό όργανο, όργανο ή οργανισμό. Τα θεσμικά όργανα, όργανα και οργανισμοί δίνουν στις εσωτερικές έρευνες τη συνέχεια, ιδίως πειθαρχική και δικαστική, την οποία απαιτούν τα αποτελέσματα των ερευνών αυτών, και ενημερώνουν σχετικά τον διευθυντή της [OLAF], εντός προθεσμίας που ορίζει αυτός στα συμπεράσματα της έκθεσής του, για τη συνέχεια που δίδουν στις έρευνες.»

8        Το άρθρο 10 του κανονισμού 1073/1999, με τον τίτλο «Διαβίβαση πληροφοριών από την [OLAF]», όριζε τα εξής:

«1.      Με την επιφύλαξη των άρθρων 8, 9 και 11 του παρόντος κανονισμού και των διατάξεων του κανονισμού (Ευρατόμ, ΕΚ) 2185/96, η [OLAF] δύναται να διαβιβάσει, ανά πάσα στιγμή, στις αρμόδιες αρχές των οικείων κρατών μελών πληροφορίες που έχει συλλέξει κατά τη διάρκεια των εξωτερικών ερευνών.

2.      Με την επιφύλαξη των άρθρων 8, 9 και 11 του παρόντος κανονισμού, ο διευθυντής της [OLAF] διαβιβάζει στις δικαστικές αρχές του οικείου κράτους μέλους τις πληροφορίες που συνέλεξε η [OLAF] κατά τη διάρκεια των εσωτερικών ερευνών σχετικά με πράξεις που μπορούν να επισύρουν ποινική δίωξη. Υπό την επιφύλαξη των απαιτήσεων της έρευνας, ενημερώνει ταυτόχρονα το οικείο κράτος μέλος.

3.      Με την επιφύλαξη των άρθρων 8 και 9 του παρόντος κανονισμού, η [OLAF] δύναται να διαβιβάσει, ανά πάσα στιγμή, στο οικείο θεσμικό όργανο, όργανο ή οργανισμό, τις πληροφορίες που συνέλεξε κατά τη διάρκεια των εσωτερικών ερευνών.»

9        Η απόφαση 1999/396/ΕΚ, ΕΚΑΧ, Ευρατόμ, της Επιτροπής, της 2ας Ιουνίου 1999, σχετικά με τους όρους και τις λεπτομέρειες των εσωτερικών ερευνών στον τομέα της καταπολέμησης της απάτης, της δωροδοκίας και κάθε άλλης παράνομης δραστηριότητας επιζήμιας για τα συμφέροντα των Κοινοτήτων (ΕΕ 1999, L 149, σ. 57), προβλέπει, στο άρθρο 4, τις λεπτομέρειες ενημερώσεως του ενδιαφερομένου ως εξής:

«Στην περίπτωση που αποκαλύπτεται το ενδεχόμενο προσωπικής εμπλοκής μέλους, υπαλλήλου ή μέλους του λοιπού προσωπικού της Επιτροπής, ο ενδιαφερόμενος πρέπει να ενημερώνεται ταχέως, εφόσον από την ενημέρωση αυτή δεν υπάρχει κίνδυνος να θιγεί η έρευνα. Δεν μπορούν σε καμία περίπτωση να εξαχθούν κατά τη λήξη της έρευνας συμπεράσματα που θα αφορούν ονομαστικά μέλος, υπάλληλο ή μέλος του λοιπού προσωπικού της Επιτροπής χωρίς να έχει δοθεί στον ενδιαφερόμενο η δυνατότητα να εκφρασθεί σχετικά με όλα τα πραγματικά περιστατικά που τον αφορούν.

Στις περιπτώσεις που είναι αναγκαία για τους σκοπούς της έρευνας η τήρηση του απορρήτου και απαιτείται η προσφυγή σε μέτρα έρευνας που εμπίπτουν στην αρμοδιότητα εθνικής δικαστικής αρχής, η υποχρέωση να δοθεί στο μέλος, τον υπάλληλο ή το μέλος του λοιπού προσωπικού της Επιτροπής η δυνατότητα να εκφρασθεί, μπορεί να αναβληθεί σε συμφωνία με τον πρόεδρο ή τον γενικό γραμματέα της Επιτροπής, αντιστοίχως.»

10      Το άρθρο 6 της Συμβάσεως για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, που υπογράφηκε στη Ρώμη στις 4 Νοεμβρίου 1950, το οποίο αφορά το δικαίωμα στη χρηστή απονομή δικαιοσύνης, ορίζει τα εξής:

«2.      Παν πρόσωπον κατηγορούμενον επί αδικήματι τεκμαίρεται ότι είναι αθώον μέχρι της νομίμου αποδείξεως της ενοχής του.

3.      Ειδικώτερον, πας κατηγορούμενος έχει δικαίωμα:

α)      όπως πληροφορηθή, εν τη βραχυτέρα προθεσμία, εις γλώσσαν την οποίαν εννοεί και εν λεπτομερεία την φύσιν και τον λόγον της εναντίον του κατηγορίας.

β)      όπως διαθέτη τον χρόνον και τας αναγκαίας ευκολίας προς προετοιμασίαν της υπερασπίσεώς του.

[…]»

11      Ο Χάρτης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: Χάρτης) προβλέπει τα εξής:

«Άρθρο 41

Δικαίωμα χρηστής διοίκησης

1.      Κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα στην αμερόληπτη, δίκαιη και εντός ευλόγου προθεσμίας εξέταση των υποθέσεών του από τα όργανα και τους οργανισμούς της Ένωσης.

2.      Το δικαίωμα αυτό περιλαμβάνει ιδίως:

–        το δικαίωμα κάθε προσώπου σε προηγούμενη ακρόαση προτού ληφθεί ατομικό μέτρο εις βάρος του·

–        το δικαίωμα κάθε προσώπου να έχει πρόσβαση στον φάκελό του, τηρουμένων των νομίμων συμφερόντων της εμπιστευτικότητας και του επαγγελματικού και επιχειρηματικού απορρήτου·

–        την υποχρέωση της Διοίκησης να αιτιολογεί τις αποφάσεις της.

3.      Κάθε πρόσωπο έχει το δικαίωμα στην αποκατάσταση εκ μέρους της Κοινότητας της ζημίας που του προξένησαν τα θεσμικά όργανα ή οι υπάλληλοί της κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, σύμφωνα με τις γενικές αρχές που είναι κοινές στα δίκαια των κρατών μελών.

[…]

Άρθρο 48

Τεκμήριο αθωότητας και δικαιώματα της υπεράσπισης

1.      Κάθε κατηγορούμενος τεκμαίρεται ότι είναι αθώος μέχρι αποδείξεως της ενοχής του σύμφωνα με τον νόμο.

2.      Διασφαλίζεται ο σεβασμός των δικαιωμάτων της υπεράσπισης σε κάθε κατηγορούμενο.»

 Ιστορικό της διαφοράς

12      Ο ενάγων, Fernando De Esteban Alonso, είναι πρώην υπάλληλος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής ο οποίος άσκησε, μεταξύ άλλων, καθήκοντα Διευθυντή στη Διεύθυνση «Πληροφορική, Εκδόσεις και Εξωτερικές Σχέσεις» στη Στατιστική Υπηρεσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: Eurostat).

13      Από το 1996 η Eurostat δημοσιοποιούσε τα συλλεγόμενα στατιστικά δεδομένα στηριζόμενη στην Υπηρεσία Εκδόσεων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η οποία είχε δημιουργήσει ένα δίκτυο σημείων πώλησης γνωστών ως «datashops» (στο εξής: datashops). Οι σχέσεις μεταξύ της Eurostat, της Υπηρεσίας Εκδόσεων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και καθενός datashop ρυθμίζονταν βάσει τριμερών συμβάσεων. Τα datashops προέβλεπαν έναν σύνθετο μηχανισμό χρέωσης με βάσει τον οποίον η Eurostat μπορούσε να εισπράττει έως και 55 % της τιμής χρέωσης των δεδομένων που διατίθεντο στην αγορά.

14      Τον Σεπτέμβριο του 1999, κατόπιν εσωτερικού ελέγχου, διαπιστώθηκαν παρατυπίες στην οικονομική διαχείριση των συμβάσεων που είχε συνάψει η Eurostat με τις εταιρίες Eurocost, Eurogramme, Datashop, Planistat και CESD Communautaire, μέσω των οποίων είχε καταστεί δυνατή η τροφοδότηση ενός «κονδυλίου χρηματοδότησης» το οποίο δεν υπέκειτο στους δημοσιονομικούς κανόνες της Επιτροπής. Σε συνέχεια της σχετικής έκθεσης εσωτερικού ελέγχου, στις 17 Μαρτίου 2000, η αρμόδια για τον δημοσιονομικό έλεγχο [της Επιτροπής] Γενική Διεύθυνση ζήτησε την παρέμβαση της OLAF. Η OLAF κίνησε διαδικασίες έρευνας που αφορούσαν ιδίως τις συμβάσεις τις οποίες είχε συνάψει η Eurostat με τις εταιρίες Eurocost, Eurogramme, Datashop, Planistat και CESD Communautaire και τις επιδοτήσεις που είχαν χορηγηθεί στις εταιρίες αυτές. Σε μία από τις έρευνες αυτές, η OLAF συνέλεξε στοιχεία από τα οποία προέκυπτε ότι ένας χρηματοδοτικός μηχανισμός που είχε συσταθεί μέσων των τριμερών συμβάσεων με τα datashops του Λουξεμβούργου (Λουξεμβούργο), των Βρυξελλών (Βέλγιο) και της Μαδρίτης (Ισπανία) παρείχε τη δυνατότητα να αφαιρούνται από το τμήμα των εσόδων του προϋπολογισμού της Ένωσης ποσά που έπρεπε κατά νόμον να επιστρέφονται σε αυτό.

15      Στις 19 Μαρτίου 2003 ο γενικός διευθυντής της OLAF απέστειλε στις γαλλικές δικαστικές αρχές έγγραφο με θέμα «Διαβίβαση πληροφοριών σχετικά με πράξεις δυνάμενες να χαρακτηριστούν αξιόποινες CMS N° IO/2002/0510 – Eurostat/Datashop/Planistat», συνοδευόμενο από σημείωμα δύο υπευθύνων ερευνών της OLAF, το οποίο απευθύνθηκε την ίδια ημέρα στον γενικό διευθυντή της OLAF, με θέμα «Καταγγελία πράξεων δυνάμενων να χαρακτηρισθούν αξιόποινες CMS N° IO/2002/0510 – Eurostat/Datashop/Planistat» (στο εξής: σημείωμα της 19ης Μαρτίου 2003). Σε συνέχεια της εν λόγω διαβίβασης, στις 4 Απριλίου 2003, ο procureur de la République du tribunal de grande instance de Paris (εισαγγελέας του Πρωτοδικείου Παρισιού, Γαλλία) κίνησε ποινική δίωξη για τα αδικήματα της αποδοχής και διάθεσης προϊόντων εγκλήματος και της συνέργειας σε απιστία.

16      Στις 3 Απριλίου 2003 ο γενικός διευθυντής της OLAF απηύθυνε συνοπτικό σημείωμα στον γενικό γραμματέα της Επιτροπής σχετικά με τις εν εξελίξει έρευνες που αφορούσαν την Eurostat.

17      Στις 10 Ιουλίου 2003 η Επιτροπή υπέβαλε μήνυση κατ’ αγνώστων ενώπιον του procureur de la République du tribunal de grande instance de Paris (εισαγγελέα του Πρωτοδικείου Παρισιού). Επιπλέον, δήλωσε παράσταση πολιτικής αγωγής.

18      Στις 25 Σεπτεμβρίου 2003 περατώθηκε η εσωτερική έρευνα της OLAF για την υπόθεση «Datashop – Planistat». Η τελική έκθεση της έρευνας και τα παραρτήματά της υποβλήθηκαν στη γαλλική δικαστική αρχή.

19      Στις 29 Ιανουαρίου 2004 η Επιτροπή, ανταποκρινόμενη στο αίτημα της εισαγγελίας, ενέκρινε την άρση της ασυλίας του ενάγοντος σύμφωνα με το άρθρο 17, παράγραφος 2, του πρωτοκόλλου αριθ. 7 περί των προνομίων και ασυλιών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Στη συνέχεια, η Επιτροπή κίνησε πειθαρχική διαδικασία κατά του ενάγοντος (αριθ. 04/001).

20      Στις 7 Ιουλίου 2008, κατόπιν εντολής του procureur de la République du tribunal de grande instance de Paris (εισαγγελέα του Πρωτοδικείου Παρισιού), ο ενάγων κλήθηκε από τη γαλλική δικαστική αστυνομία προκειμένου να εξεταστεί ως μάρτυρας για αξιόποινες πράξεις που αφορούσαν την Επιτροπή, στο πλαίσιο της εκτέλεσης του αιτήματος δικαστικής συνδρομής αριθ. 2268/03/19.

21      Στις 9 Σεπτεμβρίου 2008, στο πλαίσιο της εξετάσεώς του, ο ενάγων τέθηκε υπό προσωρινή κράτηση και την επόμενη ημέρα, στις 10 Σεπτεμβρίου 2008, του αποδόθηκε το αδίκημα της απιστίας για τον λόγο ότι, «στο Λ[ουξεμβούργο], στο Β[έλγιο] και στην Ι[σπανία], από το 1995 έως το 1997, […] υπεξαίρεσε μέρος των κεφαλαίων που προέρχονταν από τον κοινοτικό προϋπολογισμό για τη σύσταση παράλληλου ταμείου σε σχέση με τα [datashops] του Λ[ουξεμβούργου], των Β[ρυξελλών] και της M[αδρίτης], έδωσε εντολές για τη χρήση των εν λόγω κεφαλαίων και [έκανε δεκτή] υπερτιμολόγηση εκ μέρους της εταιρίας [C.] για εργασίες στατιστικής».

22      Στις 15 Σεπτεμβρίου 2008, ο ενάγων υπέβαλε ενώπιον της Επιτροπής ένα αρχικό αίτημα αρωγής, βάσει του άρθρου 24 του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ως ίσχυε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της υπό κρίση υποθέσεως (στο εξής: ΚΥΚ). Η αίτηση αυτή απορρίφθηκε με απόφαση της Επιτροπής στις 17 Δεκεμβρίου 2008.

23      Κατά της αποφάσεως που απέρριψε το αίτημα αρωγής ο ενάγων υπέβαλε στις 18 Φεβρουαρίου 2009 διοικητική ένσταση δυνάμει του άρθρου 90, παράγραφος 2, του ΚΥΚ. Με απόφαση της 1ης Απριλίου 2009 η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή (στο εξής: ΑΔΑ) απέρριψε τη διοικητική ένσταση κατά της εν λόγω απορρίψεως του αιτήματος αρωγής.

24      Στις 21 Ιανουαρίου 2013 η γαλλική εισαγγελία εξέδωσε διάταξη περί μη απαγγελίας κατηγορίας ως προς όλα τα πρόσωπα στα οποία είχε αποδοθεί αξιόποινη πράξη στο πλαίσιο της ποινικής διαδικασίας, μεταξύ των οποίων και ο ενάγων. Ακολούθησε διάταξη του juge d’instruction du Tribunal de Grande Instance de Paris (ανακριτή δικαστή του Πρωτοδικείου Παρισιού, Γαλλία) της 9ης Σεπτεμβρίου 2013 περί μη απαγγελίας κατηγορίας (στο εξής: διάταξη περί μη απαγγελίας κατηγορίας).

25      Στις 17 Σεπτεμβρίου 2013 η Επιτροπή άσκησε υπό την ιδιότητα της πολιτικώς ενάγουσας έφεση κατά της διατάξεως περί μη απαγγελίας κατηγορίας.

26      Στις 12 Δεκεμβρίου 2013 ο ενάγων υπέβαλε ενώπιον της Επιτροπής δεύτερο αίτημα αρωγής δυνάμει του άρθρου 24 του ΚΥΚ. Το δεύτερο αυτό αίτημα αρωγής απορρίφθηκε με απόφαση της Επιτροπής της 6ης Μαΐου 2014.

27      Με απόφαση της 23ης Ιουνίου 2014 το cour d’appel de Paris (εφετείο Παρισιού, Γαλλία) έκρινε αβάσιμη την έφεση της Επιτροπής και επικύρωσε τη διάταξη περί μη απαγγελίας κατηγορίας, με την αιτιολογία, κατ’ ουσίαν, ότι «τα καταγγελλόμενα πραγματικά περιστατικά […] καταδε[ίκνυαν] παράβαση των ευρωπαϊκών δημοσιονομικών κανόνων, η οποία εξακολούθησε να υφίσταται λόγω αμέλειας [κατά τους] ελέγχους και ολιγωρίας του οικονομικού ελέγχου», ότι «μόνο το γεγονός της παρακάμψεως των κοινοτικών διατάξεων περί χρηματοοικονομικού ελέγχου και δημοσιονομικού ελέγχου δεν αρκεί για τον χαρακτηρισμό [μιας] καταστάσεως [ως υπεξαιρέσεως κοινοτικών κονδυλίων]», ότι «δεν υφίστα[ντο] επαρκείς κατηγορίες σε βάρος οποιουδήποτε προσώπου για ενδεχόμενη τέλεση του αδικήματος της απιστίας [και] ότι τα υπό κρίση πραγματικά περιστατικά δεν μπορούν να στοιχειοθετήσουν άλλο ποινικό αδίκημα, και ιδίως πλαστογραφία μετά χρήσεως […] ελλείψει δόλου».

28      Κατά της αποφάσεως που επικύρωσε τη διάταξη περί μη απαγγελίας κατηγορίας η Επιτροπή άσκησε αναίρεση στις 27 Ιουνίου 2014 (βλ. σκέψη 27 ανωτέρω).

29      Στις 28 Ιουλίου 2014 ο ενάγων υπέβαλε διοικητική ένσταση κατά της δεύτερης απορρίψεως του αιτήματος αρωγής βάσει του άρθρου 24 του ΚΥΚ. Η εν λόγω διοικητική ένσταση συμπληρώθηκε περαιτέρω στις 18 Αυγούστου 2014. Με απόφαση της 21ης Νοεμβρίου 2014 η ΑΔΑ απέρριψε τη διοικητική ένσταση του ενάγοντος.

30      Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης στις 24 Φεβρουαρίου 2015 (υπόθεση F‑35/15), ο ενάγων άσκησε προσφυγή-αγωγή με την οποία ζήτησε να ακυρωθεί η απόφαση της ΑΔΑ της 21ης Νοεμβρίου 2014 περί απορρίψεως της διοικητικής του ενστάσεως που αφορούσε το αίτημα αρωγής, δυνάμει του άρθρου 24 του ΚΥΚ, και να υποχρεωθεί η Επιτροπή να του καταβάλει προσωρινώς το ποσό των 17 242,51 ευρώ.

31      Με διάταξη της 15ης Ιουλίου 2015, De Esteban Alonso κατά Επιτροπής (F‑35/15, EU:F:2015:87), το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης απέρριψε την προσφυγή‑αγωγή. Στις 16 Σεπτεμβρίου 2015 ο ενάγων άσκησε αναίρεση κατά της αποφάσεως αυτής.

32      Με επιστολή της 10ης Απριλίου 2016 η υπηρεσία Ερευνών και Πειθαρχικών Κυρώσεων της Επιτροπής ενημέρωσε τον ενάγοντα για την απόφασή της να θέσει ως προς αυτόν την υπόθεση στο αρχείο.

33      Με απόφαση της 15ης Ιουνίου 2016 το γαλλικό Cour de cassation (Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο, Γαλλία) απέρριψε την αίτηση αναιρέσεως της Επιτροπής.

34      Με απόφαση της 9ης Σεπτεμβρίου 2016, De Esteban Alonso κατά Επιτροπής (T‑557/15 P, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2016:456), το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε την αίτηση αναιρέσεως που άσκησε ο ενάγων κατά της διατάξεως της 15ης Ιουλίου 2015, De Esteban Alonso κατά Επιτροπής (F‑35/15, EU:F:2015:87).

35      Στις 22 Δεκεμβρίου 2016 ο ενάγων υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 90, παράγραφος 1, του ΚΥΚ, αίτημα αποζημιώσεως για τη ζημία που υπέστη λόγω της συμπεριφοράς της Επιτροπής. Με απόφαση της 3ης Μαΐου 2017 η ΑΔΑ απέρριψε το εν λόγω αίτημα ως αβάσιμο.

36      Την 1η Αυγούστου 2017 ο ενάγων υπέβαλε διοικητική ένσταση κατά της αποφάσεως με την οποία απορρίφθηκε το αίτημά του για αποκατάσταση της ζημίας που υπέστη λόγω της συμπεριφοράς της Επιτροπής.

37      Με απόφαση της 29ης Νοεμβρίου 2017, η ΑΔΑ απέρριψε την ένσταση ως αβάσιμη.

 Διαδικασία και αιτήματα των διαδίκων

38      Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 28 Φεβρουαρίου 2018, ο ενάγων άσκησε την υπό κρίση αγωγή.

39      Στο πλαίσιο των μέτρων οργανώσεως της διαδικασίας που προβλέπει το άρθρο 89, παράγραφος 3, στοιχεία αʹ και δʹ, του Κανονισμού του Διαδικασίας, το Γενικό Δικαστήριο ζήτησε στις 18 Ιανουαρίου 2019 από την Επιτροπή να απαντήσει σε ερωτήσεις και να προσκομίσει έγγραφα σχετικά με την υπόθεση. Η Επιτροπή ανταποκρίθηκε στο αίτημα αυτό στις 6 Φεβρουαρίου 2019.

40      Βάσει του άρθρου 106, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας, ελλείψει αιτήσεως κύριου διαδίκου για τη διεξαγωγή επ’ ακροατηρίου συζητήσεως, υποβληθείσας εντός τριών εβδομάδων από την επίδοση στους διαδίκους του εγγράφου με το οποίο γνωστοποιείται η περάτωση της έγγραφης διαδικασίας, το Γενικό Δικαστήριο δύναται να αποφανθεί επί του ενδίκου βοηθήματος χωρίς να διεξαχθεί προφορική διαδικασία. Εν προκειμένω, το Γενικό Δικαστήριο, κρίνοντας ότι έχει ενημερωθεί επαρκώς από τη δικογραφία, αποφάσισε, ελλείψει τέτοιας αιτήσεως, να αποφανθεί χωρίς να διεξαχθεί προφορική διαδικασία.

41      Ο ενάγων ζητεί, κατ’ ουσίαν, από το Γενικό Δικαστήριο:

–        να υποχρεώσει την OLAF «να προσκομίσει το σημείωμα της 19ης Μαρτίου 2003 σχετικά με την υπόθεση Franchet και Byk κατά Επιτροπής, T‑48/05, και να υποχρεώσει την Επιτροπή να του καταβάλει ποσό ύψους 1 102 291,68 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη και ως αποζημίωση για τη σωματική βλάβη και την περιουσιακή ζημία που υπέστη»·

–        να υποχρεώσει την Επιτροπή να καταβάλει το ποσό των 3 000 ευρώ για τα μη δυνάμενα να αναζητηθούν έξοδα και να την καταδικάσει στο σύνολο των δικαστικών εξόδων.

42      Η Επιτροπή ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:

–        να απορρίψει την αγωγή ως αβάσιμη στο σύνολό της·

–        να καταδικάσει τον ενάγοντα στα δικαστικά έξοδα.

 Σκεπτικό

43      Προς στήριξη της αγωγής του, ο ενάγων ισχυρίζεται ότι η OLAF και η Επιτροπή δεν τήρησαν την αρχή της χρηστής διοικήσεως, το καθήκον μέριμνας και τα δικαιώματα άμυνας, όπως κατοχυρώνονται στον Χάρτη και τις διατάξεις του κανονισμού 1073/1999. Ο ενάγων προβάλλει κατ’ ουσίαν την ύπαρξη πλημμελειών εκ μέρους της OLAF και της Επιτροπής, αφενός, λόγω του ότι δεν έτυχε ακροάσεως πριν από τη διαβίβαση των εις βάρος του αποδεικτικών στοιχείων στις γαλλικές δικαστικές αρχές και, αφετέρου, λόγω του ότι η Επιτροπή συνέχισε αδικαιολόγητα την ποινική διαδικασία σε βάρος του. Κατά τον ενάγοντα, οι πλημμέλειες αυτές προκάλεσαν σημαντική εις βάρος του περιουσιακή ζημία και σοβαρή βλάβη, σωματική και ηθική, οι οποίες τελούν σε άμεση αιτιώδη συνάφεια με τις πλημμέλειες στις οποίες φέρεται να υπέπεσαν η OLAF και η Επιτροπή.

44      Η Επιτροπή αμφισβητεί τα επιχειρήματα του ενάγοντος.

 Προκαταρκτικές παρατηρήσεις

45      Κατά πάγια νομολογία, η ευθύνη της Ένωσης στο πλαίσιο αγωγής αποζημιώσεως που ασκείται από υπάλληλο ή μέλος του προσωπικού της προϋποθέτει την πλήρωση μιας σειράς προϋποθέσεων όσον αφορά τον παράνομο χαρακτήρα της προσαπτόμενης στο θεσμικό όργανο συμπεριφοράς, το υποστατό της ζημίας και την ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της συμπεριφοράς και της προβαλλόμενης ζημίας (βλ. απόφαση της 16ης Δεκεμβρίου 2010, Επιτροπή κατά Petilli, T‑143/09 P, EU:T:2010:531, σκέψη 45 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). Οι τρεις αυτές προϋποθέσεις είναι σωρευτικές, πράγμα που σημαίνει ότι, εάν μία εξ αυτών δεν συντρέχει, ευθύνη της Ένωσης δεν μπορεί να στοιχειοθετηθεί (απόφαση της 13ης Δεκεμβρίου 2018, UP κατά Επιτροπής, T‑706/17, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2018:924, σκέψη 72).

46      Διευκρινίζεται, συναφώς, ότι οι δημοσιοϋπαλληλικές διαφορές βάσει του άρθρου 270 ΣΛΕΕ και των άρθρων 90 και 91 του ΚΥΚ, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που σκοπούν στην αποκατάσταση της ζημίας που προκλήθηκε σε υπάλληλο ή μέλος του λοιπού προσωπικού, υπόκεινται σε ειδικούς κανόνες, διαφορετικούς από εκείνους που απορρέουν από τις γενικές αρχές που διέπουν την εξωσυμβατική ευθύνη της Ένωσης στο πλαίσιο του άρθρου 268 ΣΛΕΕ και του άρθρου 340, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ. Συγκεκριμένα, από τον ΚΥΚ προκύπτει ιδίως ότι, αντιθέτως προς τους άλλους ιδιώτες, ο υπάλληλος ή το μέλος του λοιπού προσωπικού της Ένωσης συνδέεται με το θεσμικό όργανο στο οποίο εργάζεται με έννομη σχέση που βασίζεται σε ισορροπία συγκεκριμένων αμοιβαίων δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, γεγονός που αντανακλάται στο καθήκον μέριμνας του θεσμικού οργάνου έναντι του ενδιαφερομένου. Η ισορροπία αυτή αποσκοπεί κυρίως στη διαφύλαξη της σχέσεως εμπιστοσύνης που πρέπει να υπάρχει μεταξύ των θεσμικών οργάνων και των υπαλλήλων τους, προκειμένου να εξασφαλιστεί στους πολίτες η εκπλήρωση των καθηκόντων γενικού συμφέροντος που έχει ανατεθεί στα θεσμικά όργανα. Ως εκ τούτου, όταν ενεργεί ως εργοδότης, η Ένωση υπέχει αυξημένη ευθύνη η οποία αντανακλάται στην υποχρέωσή της να αποκαθιστά τις ζημίες που προκαλεί στο προσωπικό με οιαδήποτε παράνομη πράξη την οποία διαπράττει ως εργοδότης (βλ. απόφαση της 16ης Δεκεμβρίου 2010, Επιτροπή κατά Petrilli, T‑143/09 P, EU:T:2010:531, σκέψη 46 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

47      Στην υπό κρίση υπόθεση, ο ενάγων υποστηρίζει ότι πληρούνται οι τρεις προϋποθέσεις που απαιτεί η νομολογία για τη στοιχειοθέτηση της εξωσυμβατικής ευθύνης της Ένωσης. Το Γενικό Δικαστήριο κρίνει ότι είναι αναγκαίο να εξετασθεί, καταρχάς, η προϋπόθεση που αφορά τον παράνομο χαρακτήρα της συμπεριφοράς που προσάπτεται στην OLAF και την Επιτροπή, στη συνέχεια η σχετική με τη ζημία προϋπόθεση και, τέλος, η προϋπόθεση που απαιτεί αιτιώδη συνάφεια μεταξύ των δύο προηγούμενων στοιχείων.

 Επί του παράνομου χαρακτήρα της συμπεριφοράς της OLAF και της Επιτροπής

48      Ο ενάγων υποστηρίζει ότι τόσο η OLAF όσο και η Επιτροπή έχουν υποπέσει σε πλημμέλειες. Στο πλαίσιο αυτό, υποστηρίζει ότι δεν τήρησαν την αρχή της χρηστής διοίκησης, το καθήκον μέριμνας και τα δικαιώματα άμυνας, όπως κατοχυρώνονται στον Χάρτη και τις διατάξεις της αποφάσεως 1999/396.

49      Πρώτον, ο ενάγων ισχυρίζεται ότι η OLAF προσέβαλε τα δικαιώματά του άμυνας και ότι παρέβη το άρθρο 4 της αποφάσεως 1999/396. Επισημαίνει, καταρχάς, το γεγονός ότι το Γενικό Δικαστήριο, στην απόφασή του της 8ης Ιουλίου 2008, Franchet και Byk κατά Επιτροπής (T‑48/05, EU:T:2008:257, σκέψη 124), που αφορούσε την ίδια υπόθεση «Eurostat», ανέφερε ότι το σημείωμα της 19ης Μαρτίου 2003 που διαβιβάστηκε από την OLAF στις γαλλικές δικαστικές αρχές αφορούσε εσωτερική έρευνα. Ο ενάγων ισχυρίζεται στο πλαίσιο αυτό ότι θα έπρεπε, πριν από τη διαβίβαση του εν λόγω σημειώματος εσωτερικής έρευνας που κινήθηκε ως προς το πρόσωπό του, να είχε ενημερωθεί και να του είχε δοθεί η δυνατότητα να διατυπώσει την άποψή του για τα πραγματικά περιστατικά που τον αφορούσαν, σύμφωνα με το άρθρο 4 της απόφασης 1999/396 και όπως έχει αναγνωριστεί από τη νομολογία του Δικαστηρίου με την υπόθεση Franchet και Byk κατά Επιτροπής. Περαιτέρω, ισχυρίζεται ότι η OLAF διέπραξε κατάφωρη παράβαση κανόνα δικαίου που απονέμει δικαιώματα σε ιδιώτες, σύμφωνα με τους κανόνες που διέπουν τις εσωτερικές έρευνες της OLAF, διότι, εφόσον η Διοίκηση έκρινε ότι η έρευνα δεν θα μπορούσε να του κοινοποιηθεί, δεν μετέθεσε χρονικά, με τη συναίνεση του Γενικού Γραμματέα της Επιτροπής, την υποχρέωση να καλέσει τον ενάγοντα να διατυπώσει τις απόψεις του.

50      Δεύτερον, ο ενάγων ισχυρίζεται ότι η Επιτροπή δεν τήρησε τους κανόνες που διέπουν την πειθαρχική διαδικασία που ορίζει ο κανονισμός 1073/1999, αφού συμμετείχε στις διαδικασίες ενώπιον των γαλλικών εθνικών δικαστικών αρχών ως πολιτικώς ενάγουσα, καίτοι δεν είχε περατωθεί η εσωτερική έρευνα που διεξήγαγε η OLAF.

51      Τρίτον, ο ενάγων υποστηρίζει ότι η Επιτροπή προσέβαλε το δικαίωμα στη χρηστή διοίκηση και παρέβη το καθήκον μέριμνας που υπέχει, καθόσον επιδίωξε τη συνέχιση της ποινικής δίωξης σε βάρος του, προσέφυγε δε μέχρι και στο Cour de cassation (Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο) χωρίς να προσκομίσει επαρκή αποδεικτικά στοιχεία εναντίον του.

52      Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι δεν υπέπεσε σε πλημμέλεια ώστε να στοιχειοθετείται ευθύνη της και ζητεί την απόρριψη του εξεταζόμενου ισχυρισμού.

 Επί του παράνομου χαρακτήρα της συμπεριφοράς της OLAF

53      Ο ενάγων ισχυρίζεται ότι έπρεπε να έχει ενημερωθεί και να του έχει δοθεί η δυνατότητα να ασκήσει το δικαίωμά του σε προηγούμενη ακρόαση σχετικά με τα πραγματικά περιστατικά που τον αφορούσαν προτού η OLAF διαβιβάσει το σημείωμα της 19ης Μαρτίου 2003 στις γαλλικές δικαστικές αρχές. Στηρίζει δε τους ισχυρισμούς του στην απόφαση της 8ης Ιουλίου 2008, Franchet και Byk κατά Επιτροπής (T‑48/05, EU:T:2008:257), στην οποία το Γενικό Δικαστήριο χαρακτήρισε την έρευνα που διενήργησε η OLAF εσωτερική και έκρινε ότι, βάσει του άρθρου 4, πρώτο εδάφιο, της αποφάσεως 1999/396, η OLAF, παραλείποντας να συμμορφωθεί προς την υποχρέωση ενημερώσεως που υπέχει, υπέπεσε σε κατάφωρη παράβαση κανόνα δικαίου που απονέμει δικαιώματα σε ιδιώτες.

54      Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι ο ενάγων δεν εμπίπτει σε καμία από τις δύο περιπτώσεις που προβλέπονται στο άρθρο 4 της αποφάσεως 1999/396, δεδομένου ότι οι πληροφορίες οι οποίες περιέχονταν στο σημείωμα της 19ης Μαρτίου 2003 και τις οποίες η OLAF διαβίβασε στις εθνικές αρχές δεν τον αφορούσαν προσωπικά ούτε τον ανέφεραν ονομαστικά.

55      Προκαταρκτικώς, υπενθυμίζεται ότι, σύμφωνα με το άρθρο 4 της αποφάσεως 1999/396, ενημέρωση των υπαλλήλων τους οποίους αφορά η έρευνα προβλέπεται μόνο στο πλαίσιο εσωτερικών ερευνών. Εν προκειμένω, συνάγεται ότι, όπως διαπιστώθηκε από το Γενικό Δικαστήριο στη σκέψη 124 της αποφάσεως της 8ης Ιουλίου 2008, Franchet και Byk κατά Επιτροπής (T‑48/05, EU:T:2008:257), ο φάκελος Exantat-Planistat που διαβιβάστηκε στις γαλλικές δικαστικές αρχές στις 19 Μαρτίου 2003 αφορούσε εσωτερική έρευνα. Επομένως, η συγκεκριμένη διάταξη είναι εφαρμοστέα και στην υπό κρίση υπόθεση.

56      Από τις διατάξεις του άρθρου 4, πρώτο εδάφιο, της αποφάσεως 1999/396 προκύπτει ότι ο ενδιαφερόμενος υπάλληλος πρέπει να ενημερώνεται ταχέως για το ενδεχόμενο της προσωπικής του εμπλοκής, εφόσον από την ενημέρωση αυτή δεν υπάρχει κίνδυνος να θιγεί η έρευνα, και ότι σε καμία περίπτωση δεν μπορούν να συναχθούν μετά το πέρας της έρευνας συμπεράσματα που αφορούν ονομαστικά υπάλληλο της Επιτροπής χωρίς να έχει δοθεί στον ενδιαφερόμενο η δυνατότητα να εκφρασθεί σχετικά με όλα τα πραγματικά περιστατικά που τον αφορούν.

57      Η παράβλεψη των διατάξεων αυτών, οι οποίες προσδιορίζουν τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες μπορεί ο σεβασμός των δικαιωμάτων άμυνας του ενδιαφερομένου υπαλλήλου να συμβιβασθεί με τις επιταγές του απορρήτου που χαρακτηρίζουν κάθε έρευνα αυτού του είδους, θα συνιστούσε παράβαση ουσιώδους τύπου εφαρμοστέου στη διαδικασία έρευνας (απόφαση της 8ης Ιουλίου 2008, Franchet και Byk κατά Επιτροπής, T‑48/05, EU:T:2008:257, σκέψη 129).

58      Πάντως, το άρθρο 4 της αποφάσεως 1999/396 δεν αφορά ρητώς τη διαβίβαση των πληροφοριών στις εθνικές δικαστικές αρχές και δεν προβλέπει, κατά συνέπεια, υποχρέωση ενημερώσεως του ενδιαφερομένου υπαλλήλου πριν από τη διαβίβαση αυτή. Πράγματι, δυνάμει του άρθρου 10 του κανονισμού 1073/1999, η ΟLAF δύναται (κατά τις εξωτερικές έρευνες) ή οφείλει (κατά τις εσωτερικές έρευνες) να διαβιβάζει πληροφορίες στις εθνικές δικαστικές αρχές. Η διαβίβαση αυτή των πληροφοριών μπορεί, επομένως, να προηγηθεί των «συμπερασμάτων που συνάγονται μετά το πέρας της έρευνας», τα οποία περιλαμβάνονται συνήθως στην έκθεση έρευνας (απόφαση της 8ης Ιουλίου 2008, Franchet και Byk κατά Επιτροπής, T‑48/05, EU:T:2008:257, σκέψη 130).

59      Υπενθυμίζεται ότι το Πρωτοδικείο (νυν Γενικό Δικαστήριο), στην απόφασή του της 8ης Ιουλίου 2008, Franchet και Byk κατά Επιτροπής (T‑48/05, EU:T:2008:257, σκέψη 132), έκρινε ότι, κατά τον χρόνο της διαβιβάσεως πληροφοριών στις εθνικές δικαστικές αρχές, δεν υφίστατο καμία έκθεση υπό την έννοια του άρθρου 9 του κανονισμού 1073/1999, η οποία να διαβιβάσθηκε από την OLAF στην Επιτροπή και η οποία να απέδιδε κατηγορίες προσωπικώς στους ενάγοντες στην εν λόγω υπόθεση. Ωστόσο, το Γενικό Δικαστήριο παρατήρησε ότι το σημείωμα της 19ης Μαρτίου 2003 προς τις γαλλικές εθνικές δικαστικές αρχές περιείχε «συμπεράσματα που αφορού[σαν] ονομαστικά» τους Yves Franchet και Daniel Byk, και ότι, πριν από τη διαβίβαση του φακέλου Datashop – Planistat στις γαλλικές δικαστικές αρχές, οι τελευταίοι θα έπρεπε να έχουν ενημερωθεί και να τους έχει δοθεί η δυνατότητα να εκφράσουν την άποψή τους σχετικά με τα πραγματικά περιστατικά που τους αφορούσαν, βάσει του άρθρου 4 της αποφάσεως 1999/396 (απόφαση της 8ης Ιουλίου 2008, Franchet και Byk κατά Επιτροπής, T‑48/05, EU:T:2008:257, σκέψη 145).

60      Το Γενικό Δικαστήριο αποφάνθηκε στην υπόθεση Franchet και Byk κατά Επιτροπής ότι, παρά το γεγονός ότι το άρθρο 4 της αποφάσεως 1999/396 προβλέπει εξαίρεση για τις περιπτώσεις στις οποίες απαιτείται για τους σκοπούς της έρευνας η αυστηρή τήρηση του απορρήτου, σύμφωνα με την οποία η υποχρεωτική πρόσκληση προς τον υπάλληλο να διατυπώσει την άποψή του μπορεί να αναβάλλεται με τη σύμφωνη γνώμη του γενικού γραμματέα της Επιτροπής, οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή της εξαιρέσεως αυτής δεν είχαν τηρηθεί και ότι, κατά συνέπεια, η OLAF, παραλείποντας να τηρήσει την υποχρέωση ενημερώσεως που υπέχει, διέπραξε κατάφωρη παράβαση κανόνα δικαίου απονέμοντος δικαιώματα στους ιδιώτες.

61      Στην υπό κρίση υπόθεση, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η μνημονευόμενη νομολογία δεν μπορεί να εφαρμοστεί στην περίπτωση του ενάγοντος, δεδομένου ότι οι πληροφορίες που περιέχονται στο σημείωμα της 19ης Μαρτίου 2003, οι οποίες διαβιβάστηκαν στις εθνικές αρχές από την OLAF, δεν τον αφορούσαν προσωπικά ούτε τον ανέφεραν ονομαστικά.

62      Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι το άρθρο 4, πρώτο εδάφιο, της αποφάσεως 1999/396 θεσπίζει τις ρυθμίσεις για την ενημέρωση του ενδιαφερομένου ως εξής:

«Στην περίπτωση που αποκαλύπτεται το ενδεχόμενο προσωπικής εμπλοκής μέλους, υπαλλήλου ή μέλους του λοιπού προσωπικού της Επιτροπής, ο ενδιαφερόμενος πρέπει να ενημερώνεται ταχέως, εφόσον από την ενημέρωση αυτή δεν υπάρχει κίνδυνος να θιγεί η έρευνα. Δεν μπορούν σε καμία περίπτωση να εξαχθούν κατά τη λήξη της έρευνας συμπεράσματα που θα αφορούν ονομαστικά μέλος, υπάλληλο ή μέλος του λοιπού προσωπικού της Επιτροπής χωρίς να έχει δοθεί στον ενδιαφερόμενο η δυνατότητα να εκφρασθεί σχετικά με όλα τα πραγματικά περιστατικά που τον αφορούν.»

63      Ωστόσο, η διάταξη αυτή πρέπει να ερμηνεύεται σύμφωνα με το άρθρο 41, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ, του Χάρτη, υπό την έννοια ότι θεσπίζει, καταρχάς, γενική υποχρέωση ενημερώσεως του ενδιαφερομένου, αμέσως μόλις ανακύψει το ενδεχόμενο «προσωπικής εμπλοκής», καθ’ όλη τη διάρκεια της έρευνας, εκτός εάν από την ενημέρωση αυτή υπάρχει κίνδυνος να θιγεί η έρευνα. Δεύτερον, η εν λόγω υποχρέωση ενημερώσεως αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία («σε καμία περίπτωση») στην περίπτωση «συμπερασμάτων που αφορούν ονομαστικά […] υπάλληλο». Στην περίπτωση αυτή, πρέπει να δίνεται στο εν λόγω πρόσωπο η δυνατότητα να εκφράσει τις απόψεις του επί όλων των πραγματικών περιστατικών που τον αφορούν, προτού η OLAF καταλήξει στα συμπεράσματα της έρευνας που τον αφορούν ονομαστικά.

64      Κατά συνέπεια, πρέπει να εξεταστεί εάν από τις πληροφορίες που διαβιβάστηκαν με το σημείωμα της 19ης Μαρτίου 2003 προς τις γαλλικές δικαστικές αρχές προκύπτει πιθανότητα «προσωπικής εμπλοκής» του ενάγοντος ή εάν οι πληροφορίες αυτές μπορούν να θεωρηθούν ως «συμπεράσματα που αφορούν ονομαστικά» τον ενάγοντα υπό την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 1, της αποφάσεως 1999/396.

65      Πρέπει να σημειωθεί εκ προοιμίου ότι ο ενάγων ζήτησε από το Γενικό Δικαστήριο να διατάξει την OLAF να προσκομίσει «κατά τρόπο πλήρη και ολοκληρωμένο» το σημείωμα της 19ης Μαρτίου 2003 που προσκομίσθηκε στο φάκελο της υποθέσεως Franchet και Byk κατά Επιτροπής (T‑48/05, EU:T:2008:257). Πάντως, ακόμη και αν θεωρηθεί ότι με το αίτημα αυτό, ο ενάγων ζητεί, κατ’ ουσίαν, από το Γενικό Δικαστήριο να λάβει μέτρο οργανώσεως της διαδικασίας έναντι της Επιτροπής, διαπιστώνεται ότι, εν προκειμένω, το σημείωμα προσαρτήθηκε στο υπόμνημα αντικρούσεως της Επιτροπής (Παράρτημα Β.2) και ότι ο κατάλογος των παραρτημάτων που συνοδεύουν το σημείωμα και τα εν λόγω παραρτήματα ζητήθηκαν από το Γενικό Δικαστήριο στο πλαίσιο των μέτρων οργανώσεως της διαδικασίας.

66      Επισημαίνεται, καταρχάς, ότι, στη συνοδευτική επιστολή του σημειώματος της 19ης Μαρτίου 2003, ο γενικός διευθυντής της OLAF ανέφερε ότι, υπό την επιφύλαξη της εκτιμήσεως των γαλλικών δικαστικών αρχών, «φαίνεται ότι η OLAF εντόπισε δόλιες πράξεις οι οποίες προκάλεσαν ζημία στον κοινοτικό προϋπολογισμό και οι οποίες μπορούν να στοιχειοθετήσουν αξιόποινες πράξεις», διευκρινίζοντας ότι «[α]πό την έρευνα προέκυψε ότι οι πράξεις αυτές ήσαν έργο των υπευθύνων της εταιρίας Planistat Europe SA της οποίας η έδρα βρίσκεται στο Παρίσι, με την ενεργό συμμετοχή υπαλλήλων της Ευρωπαϊκής Ένωσης».

67      Επιπλέον, στο σημείωμα της 19ης Μαρτίου 2003, το οποίο επισυνάπτεται ως παράρτημα στην προαναφερθείσα επιστολή, αναφέρεται, στο πλαίσιο ενός «[ι]στορικού των πραγματικών περιστατικών που αποτελούν αντικείμενο της έρευνας», στο σημείο 2.3, που φέρει τον τίτλο «Οι διαπιστώσεις που πραγματοποιήθηκαν κατά τη διάρκεια της έρευνας», ότι η έκθεση εσωτερικού οικονομικού ελέγχου της Eurostat, με ημερομηνία Σεπτεμβρίου του 1999, η οποία αφορούσε τα datashops των Βρυξελλών, του Λουξεμβούργου και της Μαδρίτης, βάσει της οποίας κινήθηκε η έρευνα της OLAF, «ε[ίχε] καταδείξει πολλές παρατυπίες που διαπράχθηκαν στο πλαίσιο της διαχειρίσεως των τριών αυτών Datashops κατά τη διάρκεια των ετών από το 1996 έως το τέλος του 1999» και ότι, «[ε]ν προκειμένω, ένα σημαντικό μέρος των κύκλων εργασιών “που δήλωσαν” τα τρία αυτά Datashops –μεταξύ 50 και 55 %– τροφοδοτούσε ένα μαύρο ταμείο για τη χρησιμοποίηση του οποίου ήταν αναγκαία η άδεια υπαλλήλου της [Eurostat]».

68      Ανέφερε επίσης ότι «το μαύρο ταμείο [είχε] χρησιμοποιηθεί και για την πληρωμή των εξόδων εστιατορίων, ξενοδοχείου ή ταξιδίων […] ορισμένων υπαλλήλων της Eurostat, μεταξύ των οποίων και του D. Byk».

69      Ακολούθως, στο πλαίσιο της περιγραφής των ποινικών αδικημάτων, στο σημείο 3.1, που φέρει τον τίτλο «Κατάχρηση εμπιστοσύνης [απιστία]», επισημαίνονται τα εξής:

«Η εγκατάσταση από ορισμένους κοινοτικούς υπαλλήλους δικτύου επιχειρηματιών με σκοπό, μεταξύ άλλων, την απόκρυψη από την Επιτροπή τμήματος των εσόδων που προέρχονται από την πώληση κοινοτικών προϊόντων ή υπηρεσιών στατιστικής ενδέχεται να στοιχειοθετεί υπεξαίρεση “κεφαλαίων ή αξιών ή οιουδήποτε αγαθού” κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 314-1 του Code pénal [γαλλικού ποινικού κώδικα] το οποίο ορίζει την απιστία. Η αξιόποινη πράξη, στο σύνολο των στοιχείων που συνιστούν, τελέσθηκε κατά συναυτουργία από τους κοινοτικούς υπαλλήλους, τα διευθυντικά στελέχη του ομίλου Planistat και τα διευθυντικά στελέχη των εν λόγω Datashops. Οι κοινοτικοί υπάλληλοι δεν μπορούσαν να αγνοούν τον ισχύοντα δημοσιονομικό κανονισμό ο οποίος τους επέβαλε την υποχρέωση να αυξήσουν τα συνολικά έσοδα.

Επιπλέον, οι ίδιοι αυτοί κοινοτικοί υπάλληλοι διέθεσαν τα επίμαχα ποσά για σκοπούς ξένους προς το κοινοτικό συμφέρον, στο μέτρο που τα χρήματα αυτά χρησιμοποιήθηκαν προδήλως για να πληρωθούν δαπάνες που δεν προβλέπονταν στη σύμβαση της εταιρίας Planistat Europe SA με την Επιτροπή ή ακόμη για προσωπικές δαπάνες των υπαλλήλων αυτών. Η ύπαρξη δόλου εκ μέρους τους συνάγεται από την εν λόγω χρήση για σκοπούς διαφορετικούς από τους κοινοτικούς.»

70      Τέλος, το σημείο 3.3, που φέρει τον τίτλο «Συγκρότηση εγκληματικής ομάδας», έχει ως εξής:

«Κατά το άρθρο 450-1 του Code pénal [γαλλικού ποινικού κώδικα], “[σ]υνιστά εγκληματική οργάνωση κάθε ομάδα προσώπων που συγκροτείται ή συμφωνία που συνάπτεται με σκοπό την προπαρασκευή, μέσω μίας ή περισσότερων υλικών ενεργειών, ενός ή περισσοτέρων κακουργημάτων ή ενός ή περισσοτέρων πλημμελημάτων που τιμωρούνται με φυλάκιση τουλάχιστον πέντε ετών […]”.

Θα πρέπει να εξετασθεί αν η ως άνω νομοτυπική μορφή είναι δυνατόν να πληρούται και στο πλαίσιο της παρούσας υποθέσεως, στο μέτρο που για τη διασπάθιση των κοινοτικών κονδυλίων χρειάσθηκε η συνεργασία των υπαλλήλων, των διευθυντικών στελεχών της Planistat και διευθυντικών στελεχών των Datashops οι οποίοι διέπραξαν τις ενέργειες που στοιχειοθετούν απιστία.

[…]»

71      Συναφώς, πρέπει να σημειωθεί ότι, εκτός από το γεγονός, το οποίο έχει ήδη διαπιστωθεί στην απόφαση της 8ης Ιουλίου 2008, Franchet και Byk κατά Επιτροπής (T‑48/05, EU:T:2008:257), ότι το σημείωμα της 19ης Μαρτίου 2003 περιέχει «συμπεράσματα που αφορούν ονομαστικά» τους Y. Franchet και D. Byk, η εμπλοκή άλλων «κοινοτικών υπαλλήλων», μεταξύ των οποίων και του ενάγοντος, κατά την έννοια του άρθρου 4, πρώτο εδάφιο, της αποφάσεως 1999/396, προκύπτει με σαφήνεια από το ίδιο σημείωμα. Συγκεκριμένα, με βάση τις διαπιστώσεις που περιλαμβάνονται στο σημείωμα σχετικά με τους «υπαλλήλους της Κοινότητας» και λαμβανομένου υπόψη ότι ο ενάγων ήταν Διευθυντής της Διεύθυνσης Πληροφορικής, Δημοσιεύσεων και Εξωτερικών Σχέσεων και προϊστάμενος του D. Byk, ο οποίος αναφέρεται ονομαστικώς στο σημείωμα, η προσωπική εμπλοκή του ενάγοντος ήταν περισσότερο από πιθανή και για τον λόγο αυτόν ο τελευταίος έπρεπε να έχει τουλάχιστον ενημερωθεί ταχέως από την OLAF. Η διαπίστωση αυτή επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι, μετά τη διαβίβαση του σημειώματος της 19ης Μαρτίου 2003 από τον διευθυντή της OLAF στις γαλλικές δικαστικές αρχές, ο procureur de la République du tribunal de grande instance de Paris (εισαγγελέας του Πρωτοδικείου Παρισιού) κίνησε στις 4 Απριλίου 2003 ανάκριση κατά του ενάγοντος και άλλων υπαλλήλων για τα αδικήματα της αποδοχής και διάθεσης προϊόντων εγκλήματος και της συνέργειας σε απιστία, καθώς και ότι, μετά τη γνωστοποίηση των εν λόγω πληροφοριών, ο ενάγων τέθηκε προσωρινώς υπό κράτηση και του απαγγέλθηκαν κατηγορίες από τις γαλλικές δικαστικές αρχές χωρίς να έχει προηγουμένως ενημερωθεί ή να έχει τύχει προηγούμενης ακροάσεως.

72      Η Επιτροπή υποστηρίζει συναφώς ότι η έκθεση της OLAF, στο μέτρο που αναφέρθηκε μόνον στους «κοινοτικούς υπαλλήλους» που εργάζονταν στην Eurostat, ήταν πολύ ασαφής όσον αφορά τα εμπλεκόμενα άτομα και ότι ουδείς από τους εν λόγω υπαλλήλους ήταν δυνατόν να ταυτοποιηθεί προσωπικά. Κατά την άποψή της, η OLAF κατέλιπε ευρεία εξουσία εκτιμήσεως στα γαλλικά δικαστήρια ως προς την συνέχεια που θα έπρεπε να δοθεί στις διαβιβασθείσες πληροφορίες, τόσο ως προς το αντικείμενο όσο και ως προς τα πρόσωπα τα οποία θα αφορούσε η ανάκριση.

73      Επισημαίνεται, ωστόσο, ότι, σε αντίθεση με τον ισχυρισμό της Επιτροπής, τόσο το αντικείμενο των πληροφοριών όσο και η ταυτότητα των προσώπων τα οποία αφορούσε η ανάκριση ήταν αρκούντως σαφή στην έκθεση της OLAF και ότι άφηναν στα γαλλικά δικαστήρια ελάχιστη διακριτική ευχέρεια όσον αφορά την εμπλοκή του ενάγοντος.

74      Συγκεκριμένα, όσον αφορά το ζήτημα των πληροφοριών, αυτές ήταν αρκούντως λεπτομερείς, όπως προκύπτει από τον τίτλο της εκθέσεως «καταγγελία πραγματικών περιστατικών δυνάμενων να επισύρουν ποινική δίωξη» και από το περιεχόμενο του σημείου 2 της εκθέσεως σχετικά με «το ιστορικό των πραγματικών περιστατικών που αφορά η έρευνα».

75      Όσον αφορά την εμπλοκή του ενάγοντος, πρέπει να σημειωθεί, πρώτον, ότι στην έκθεση επισημαίνεται η άμεση εμπλοκή του Y. Franchet, διευθυντή της Eurostat και προϊσταμένου του ενάγοντος, και του D. Byk, προϊσταμένου της μονάδας και υφισταμένου του ενάγοντος. Επομένως, δεδομένου ότι ο ενάγων βρισκόταν ιεραρχικώς μεταξύ των Υ. Franchet και D. Byk, παρά το γεγονός ότι δεν αναφέρεται ονομαστικώς στην έκθεση, οι γαλλικές ποινικές αρχές θα έπρεπε αναγκαστικά να υποπτευθούν την εμπλοκή του ενάγοντος στα περιγραφόμενα στην εν λόγω έκθεση πραγματικά περιστατικά. Η διαπίστωση αυτή επιρρωννύεται επίσης από τη διάταξη περί μη απαγγελίας κατηγορίας, στην οποία υπογραμμίζεται η επαγγελματική σχέση του ενάγοντος με τον D. Byk. Ειδικότερα, στη διάταξη περί μη απαγγελίας κατηγορίας αναφέρεται ότι ο D. Byk «από το 1994, υπηρετούσε υπό την εποπτεία [του ενάγοντος]» και ότι ο ενάγων ήταν ο «ιεραρχικά ανώτερος του D. Byk» (σελίδες 13 και 21).

76      Δεύτερον, η εμπλοκή του ενάγοντος λόγω των καθηκόντων του και του ρόλου του στην Eurostat προκύπτει με σαφήνεια από τις αξιόποινες πράξεις που περιγράφονται στο σημείωμα της 19ης Μαρτίου 2003 και έχει επιβεβαιωθεί στη διάταξη περί μη απαγγελίας κατηγορίας. Ειδικότερα, στο σημείο 2.3 του σημειώματος της 19ης Μαρτίου 2003 σχετικά με τις «διαπιστώσεις που πραγματοποιήθηκαν κατά τη διάρκεια της έρευνας», στην τέταρτη παράγραφο αναφέρεται ότι «[ε]ν προκειμένω, ένα σημαντικό μέρος των κύκλων εργασιών “που δήλωσαν” τα τρία αυτά Datashops –μεταξύ 50 και 55 %‐ τροφοδοτούσε ένα μαύρο ταμείο για τη χρησιμοποίηση του οποίου ήταν αναγκαία η άδεια υπαλλήλου της [Eurostat]». Όπως δε προκύπτει από τη σελίδα 9 της διατάξεως περί μη απαγγελίας κατηγορίας, «ο εμπορικός διευθυντής της εταιρίας MESSAGERIES DU LIVRE ζήτησε την άδεια της Eurostat, εκπροσωπούμενης από τους […] ή DE ESTEBAN, προκειμένου να καταβάλει το τίμημα για τα αποσταλέντα τιμολόγια». Πρέπει να σημειωθεί ότι, όπως προκύπτει από τη δικογραφία, μόνον πέντε άτομα μπορούσαν να χορηγήσουν την εν λόγω άδεια, εκ των οποίων ένα αναφέρεται ονομαστικά στο σημείωμα και ένα άλλο είναι ο ενάγων. Επιπλέον, στη σελίδα 15 της διατάξεως περί μη απαγγελίας κατηγορίας, διευκρινίζεται ότι «οι κινήσεις που επιχειρήθηκαν επί του οικονομικού αποθεματικού πραγματοποιήθηκαν υπό τον έλεγχο […] μέχρι το 1998 [του ενάγοντος], διευθυντή του D. Byk». Ως εκ τούτου, ουδεμία αμφιβολία καταλείπεται όσον αφορά την ταυτότητα των προσώπων που εμπλέκονται στα περιγραφόμενα στο σημείωμα που διαβίβασε η OLAF πραγματικά περιστατικά. Το ίδιο σκεπτικό ισχύει και για τους ισχυρισμούς ότι «ορισμένοι κοινοτικοί υπάλληλοι συνέστησαν δίκτυο επιχειρηματιών, σκοπός του οποίου ήταν, μεταξύ άλλων, να αποκρύψει από την Επιτροπή ένα τμήμα των εσόδων» και ότι «οι ίδιοι κοινοτικοί υπάλληλοι διέθεσαν τα εν λόγω χρηματικά ποσά» (σελίδα 7 του σημειώματος της 19ης Μαρτίου 2013, σημείο 3.1 Απιστία). Συγκεκριμένα, τα εν λόγω εμπλεκόμενα πρόσωπα, λόγω των καθηκόντων τους στην Eurostat, είχαν ρόλο επιχειρηματιών, οι οποίοι είχαν τη δυνατότητα, επίσης λόγω των καθηκόντων τους, να διαθέτουν τα επίμαχα ποσά. Κατά συνέπεια, η εμπλοκή του ενάγοντος, ο οποίος ήταν Διευθυντής της Διεύθυνσης Πληροφορικής, εκδόσεων και εξωτερικών σχέσεων της Επιτροπής και προϊστάμενος του D. Bylk, προκύπτει ευχερώς από τα πραγματικά περιστατικά που περιγράφονται στο σημείωμα της 19ης Μαρτίου 2013.

77      Συνεπώς, υπό τις περιστάσεις αυτές πρέπει να επισημανθεί ότι, βάσει των πληροφοριών που διαβίβασε η OLAF με το σημείωμα της 19ης Μαρτίου 2003 προς τις γαλλικές δικαστικές αρχές, ο ενάγων έπρεπε, δεδομένων των καθηκόντων που ασκούσε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών, να έχει τύχει της ιδίας μεταχειρίσεως με τα πρόσωπα τα οποία αφορούν ονομαστικώς τα συμπεράσματα της OLAF.

78      Περαιτέρω, όσον αφορά την εξαίρεση που σχετίζεται με την ανάγκη αυστηρής τηρήσεως του απορρήτου για τους σκοπούς της έρευνας, η οποία προβλέπεται στο άρθρο 4, παράγραφος 2, της αποφάσεως 1999/396, διαπιστώθηκε στις σκέψεις 148 και 149 της αποφάσεως της 8ης Ιουλίου 2008, Franchet και Byk κατά Επιτροπής (T‑48/05, EU:T:2008:257), ότι, παρά τη διαπίστωση του γενικού διευθυντή της OLAF στο σημείωμα της 3ης Απριλίου 2003 ότι «εμπλέκονταν υπάλληλοι της Eurostat και της Υπηρεσίας Επισήμων Εκδόσεων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, ότι η πτυχή αυτή είχε αποτελέσει το αντικείμενο διαβιβάσεως στις γαλλικές δικαστικές αρχές και ότι ήταν σκόπιμο να αναβληθεί η ενημέρωση των υπαλλήλων σύμφωνα με το άρθρο 4 της αποφάσεως 1999/396 λόγω της ανάγκης αυστηρής τηρήσεως του απορρήτου για τους σκοπούς της έρευνας», η Επιτροπή, σε γραπτή απάντησή της προς το Γενικό Δικαστήριο, είχε επιβεβαιώσει ότι ουδέποτε είχε δοθεί στον γενικό γραμματέα της η ευκαιρία να παράσχει τη συναίνεσή του ώστε να μετατεθεί χρονικά η υποχρεωτική πρόσκληση προς τους Υ. Franchet και D. Byk, προκειμένου να εκφράσουν την άποψή τους.

79      Διαπιστώνεται εν προκειμένω ότι η Επιτροπή επιβεβαίωσε, μετά από γραπτή ερώτηση του Γενικού Δικαστηρίου στο πλαίσιο των μέτρων οργανώσεως της διαδικασίας, ότι δεν είχε ζητηθεί η παρέμβαση του γενικού γραμματέα της σχετικά με την υπόθεση του ενάγοντος, διότι δεν είχε υπάρξει ονομαστική αναφορά του τελευταίου στα συμπεράσματα της OLAF και ότι, ως εκ τούτου, η υπόθεσή του δεν ενέπιπτε στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 4 της αποφάσεως 1999/396. Επομένως, η OLAF δεν είχε ούτε υποχρέωση να του παράσχει τη δυνατότητα να διατυπώσει τις απόψεις του, αλλά ούτε και τη δυνατότητα να αναβάλει την ακρόαση του ενάγοντος. Ωστόσο, πρέπει να επισημανθεί ότι, όπως προκύπτει από τη σκέψη 77 ανωτέρω, σε σχέση με τις πληροφορίες που περιέχονταν στο σημείωμα της 19ης Μαρτίου 2003 και διαβιβάστηκαν από την OLAF στις γαλλικές δικαστικές αρχές, ο ενάγων έπρεπε να τύχει της ίδιας μεταχειρίσεως με τα πρόσωπα που αναφέρονται ονομαστικά στα συμπεράσματα της OLAF, κατά την έννοια του άρθρου 4, πρώτο εδάφιο, δεύτερη περίοδος, της αποφάσεως 1999/396.

80      Επισημαίνεται, εξάλλου, ότι, κατά τη νομολογία, η υποχρέωση να ζητηθεί και να ληφθεί η συναίνεση του γενικού γραμματέα της Επιτροπής δεν είναι απλή τυπική προϋπόθεση η οποία θα μπορούσε, ενδεχομένως, να πληρωθεί σε μεταγενέστερο στάδιο. Ειδικότερα, η υποχρέωση αυτή θα καθίστατο τότε άνευ αντικειμένου, δηλαδή δεν θα μπορούσε να εξασφαλίσει την προστασία των δικαιωμάτων άμυνας των οικείων υπαλλήλων, την αναβολή ενημερώσεώς τους μόνο σε πράγματι εξαιρετικές περιπτώσεις και την εκτίμηση του εν λόγω εξαιρετικού χαρακτήρα όχι μόνον από την OLAF, αλλά απαραιτήτως και από τον γενικό γραμματέα της Επιτροπής (απόφαση της 8ης Ιουλίου 2008, Franchet και Byk κατά Επιτροπής, T‑48/05, EU:T:2008:257, σκέψη 151).

81      Κατά συνέπεια, οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή της εξαιρέσεως που προβλέπεται στο άρθρο 4, παράγραφος 2, της αποφάσεως 1999/396, η οποία καθιστά δυνατή την αναβολή της επίμαχης ακροάσεως, δεν πληρούνταν ούτε όσον αφορά τον ενάγοντα, στο πρόσωπο του οποίου, σιωπηρώς μεν, αλλά επί της ουσίας, γίνεται αναφορά στο σημείωμα της 19ης Μαρτίου 2013.

82      Υπό τις περιστάσεις αυτές, η OLAF παρέβη το άρθρο 4 της αποφάσεως 1999/396 και προσέβαλε τα δικαιώματα άμυνας του ενάγοντος κατά τη διαβίβαση της δικογραφίας Datashop - Planistat στις γαλλικές δικαστικές αρχές.

83      Εν πάση περιπτώσει, ακόμη και αν θεωρηθεί ότι ο ενάγων δεν μπορεί να τύχει της ίδιας μεταχειρίσεως με πρόσωπο που κατονομάζεται ρητώς στα συμπεράσματα της OLAF υπό την έννοια του άρθρου 4, πρώτο εδάφιο, δεύτερη περίοδος, της αποφάσεως 1999/396, επιβάλλεται από το σύνολο των ανωτέρω η διαπίστωση ότι ο ενάγων θα έπρεπε τουλάχιστον να θεωρηθεί ότι είχε προσωπική εμπλοκή στα πραγματικά περιστατικά της υπό κρίση υποθέσεως και ότι, ως εκ τούτου, θα έπρεπε να είχε ενημερωθεί ταχέως, στο βαθμό που δεν αποδείχθηκε ότι η ενημέρωση αυτή υπήρχε κίνδυνος να θίξει την έρευνα, σύμφωνα με την πρώτη περίοδο του πρώτου εδαφίου του εν λόγω άρθρου.

84      Διαπιστώνεται συναφώς ότι δεν υπάρχουν λόγοι που να δικαιολογούν την παράλειψη της OLAF να ενημερώσει τον ενάγοντα για την υπόθεση. Αντιθέτως, σύμφωνα με τα πρακτικά της 1613ης συνεδριάσεως της Επιτροπής που πραγματοποιήθηκε στις 21 Μαΐου 2003, τα οποία επισυνάπτονται στο υπόμνημα αντικρούσεως, η Επιτροπή είχε επισημάνει «την πρόθεση της OLAF να επιταχύνει τις εν εξελίξει έρευνές της και, ιδίως, να δώσει στους υπαλλήλους τους οποίους θεωρεί δυνητικά εμπλεκόμενους τη δυνατότητα να διατυπώσουν τις απόψεις τους». Από τη δήλωση αυτή προκύπτει ότι δεν υπήρχαν επιτακτικοί λόγοι για τους οποίους έπρεπε να τηρηθεί αυστηρώς το απόρρητο της έρευνας κατά το στάδιο αυτό. Επιπλέον, από κανένα στοιχείο της δικογραφίας δεν συνάγεται ότι ο ενάγων θα μπορούσε, εάν είχε ενημερωθεί για την πιθανή προσωπική του εμπλοκή στα πραγματικά περιστατικά, να θέσει σε κίνδυνο την έρευνα.

85      Πρέπει, επομένως, να γίνει δεκτό ότι η OLAF δεν τήρησε την υποχρέωσή της να ενημερώσει τον ενάγοντα, την οποία υπέχει βάσει της πρώτης περιόδου του πρώτου εδαφίου του άρθρου 4 της αποφάσεως 1999/396.

86      Το ζήτημα κατά πόσον είναι δυνατόν οι διαπιστωθείσες παράνομες ενέργειες να προκάλεσαν τη ζημία που ισχυρίζεται ότι υπέστη ο ενάγων θα εξεταστεί κατωτέρω, στις σκέψεις 122 και επόμενες.

 Επί του παράνομου χαρακτήρα της συμπεριφοράς της Επιτροπής

87      Ο ενάγων προβάλλει δύο αιτιάσεις. Κατ’ αρχάς, ισχυρίζεται ότι η Επιτροπή, δηλώνοντας παράσταση πολιτικής αγωγής ενώπιον των γαλλικών δικαστικών αρχών πριν από την περάτωση της έρευνας που διενεργούσε η OLAF, παρέβη τους κανόνες που προβλέπονται στον κανονισμό 1073/1999.

88      Δεύτερον, ο ενάγων υποστηρίζει ότι η Επιτροπή προσέβαλε το δικαίωμα στη χρηστή διοίκηση και παρέβη το καθήκον μέριμνας που υπέχει έναντι του ιδίου, επιδιώκοντας κατ’ επανάληψη τη συνέχιση της ποινικής διώξεως μέχρι του σημείου να προσφύγει ενώπιον του Cour de cassation (Ανώτατου Ακυρωτικού Δικαστηρίου), χωρίς να προσκομίζει επαρκή αποδεικτικά στοιχεία σε βάρος του.

–       Επί της αιτιάσεως περί μη τηρήσεως από την Επιτροπή των διατάξεων του κανονισμού 1073/1999 λόγω του ότι δήλωσε παράσταση πολιτικής αγωγής ενώπιον των γαλλικών δικαστηρίων πριν από την περάτωση της έρευνας που διενεργούσε η OLAF

89      Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η εν λόγω αιτίαση πρέπει να κριθεί ως απαράδεκτη, δεδομένου ότι προβλήθηκε για πρώτη φορά με την αγωγή που άσκησε ο ενάγων ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, ενώ δεν είχε αναφερθεί προγενέστερα, κατά το προ της ασκήσεως της αγωγής στάδιο.

90      Υπενθυμίζεται ότι, όπως προκύπτει από πάγια νομολογία, ο κανόνας της ταυτότητας αντικειμένου μεταξύ της διοικητικής ενστάσεως, υπό την έννοια του άρθρου 91, παράγραφος 2, του ΚΥΚ, και του μεταγενέστερου ενδίκου βοηθήματος, απαιτεί, επί ποινή απαραδέκτου, οι λόγοι που προβάλλονται ενώπιον των δικαστηρίων της Ένωσης και που στρέφονται ευθέως κατά της βλαπτικής πράξεως να έχουν ήδη προβληθεί κατά την προ της ασκήσεως του ενδίκου βοηθήματος διαδικασία, έτσι ώστε η ΑΔΑ να είναι σε θέση να εξακριβώσει τις επικρίσεις που διατυπώνει ο ενδιαφερόμενος κατά της προσβαλλομένης αποφάσεως. Ο κανόνας αυτός δικαιολογείται από τον ίδιο τον σκοπό της προ της ασκήσεως του ενδίκου βοηθήματος διαδικασίας, ο οποίος συνίσταται στη δυνατότητα φιλικού διακανονισμού των διαφορών που ανακύπτουν μεταξύ των υπαλλήλων και της διοικήσεως (βλ. απόφαση της 5ης Μαρτίου 2015, Gyarmathy κατά FRA, F‑97/13, EU:F:2015:7, σκέψη 67 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

91      Συνεπώς, στις υπαλληλικές προσφυγές, τα αιτήματα που υποβάλλονται ενώπιον του δικαστή της Ένωσης μπορούν να περιλαμβάνουν μόνον αιτιάσεις που στηρίζονται σε αιτία ταυτιζόμενη με την αιτία στην οποία στηρίζονταν οι αιτιάσεις που προβλήθηκαν με τη διοικητική ένσταση, με τη διευκρίνιση ότι οι αιτιάσεις αυτές μπορούν να αναπτυχθούν ενώπιον του δικαστή της Ένωσης με την προβολή λόγων και επιχειρημάτων που δεν περιλαμβάνονται κατ’ ανάγκην στην ένσταση, συνδέονται όμως στενά με αυτή (βλ. απόφαση της 5ης Μαρτίου 2015, Gyarmathy κατά FRA, F‑97/13, EU:F:2015:7, σκέψη 68 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

92      Τέλος, είναι σημαντικό να επισημανθεί ότι, καθόσον η προ της ασκήσεως του ενδίκου βοηθήματος διαδικασία έχει άτυπο χαρακτήρα και οι ενδιαφερόμενοι ενεργούν γενικώς στο στάδιο αυτό χωρίς την συνδρομή δικηγόρου, η Διοίκηση δεν πρέπει να ερμηνεύει τις ενστάσεις κατά τρόπο συσταλτικό, αλλά, αντιθέτως, να τις εξετάζει με ευρύτητα πνεύματος. Εξάλλου, το άρθρο 91 του ΚΥΚ δεν έχει ως σκοπό να δεσμεύσει, κατά τρόπο αυστηρό και οριστικό, την ενδεχόμενη ένδικη διαδικασία, δεδομένου ότι το ένδικο βοήθημα δεν μεταβάλλει ούτε την αιτία ούτε το αντικείμενο της διοικητικής ενστάσεως. Εντούτοις, προκειμένου η προ της ασκήσεως του ενδίκου βοηθήματος διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 91, παράγραφος 2, του ΚΥΚ να εκπληρώσει τον σκοπό της, απαιτείται η ΑΔΑ να είναι σε θέση να γνωρίζει κατά τρόπο αρκούντως ακριβή τις επικρίσεις που διατυπώνουν οι ενδιαφερόμενοι κατά της αμφισβητούμενης αποφάσεως (βλ. απόφαση της 5ης Μαρτίου 2015, Gartathy κατά FRA, F‑97/13, EU:F:2015:7, σκέψη 69 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

93      Στην υπό κρίση περίπτωση, διαπιστώνεται ότι ο ενάγων, τόσο με την αγωγή αποζημιώσεως όσο και με τη διοικητική ένσταση, καταγγέλλει πλημμέλειες στις οποίες υπέπεσαν η OLAF και η Επιτροπή, επειδή δεν έτυχε προηγούμενης ακροάσεως και δεν ενημερώθηκε σχετικά με τη διαβίβαση του φακέλου της OLAF στις γαλλικές δικαστικές αρχές και δεδομένης της εμμονής της Επιτροπής κατά τις διαδικασίες που είχε κινήσει ενώπιον των γαλλικών δικαστηρίων, χωρίς να προσκομίζει νέα αποδεικτικά στοιχεία μετά την απαλλαγή του με τη διάταξη περί μη απαγγελίας κατηγορίας. Επομένως, τα νομικά του επιχειρήματα καθ’ όλη τη διάρκεια της προ της ασκήσεως της αγωγής διαδικασίας αναπτύσσονταν σε δύο επίπεδα, ενώ η αγωγή του ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου στηρίζεται σε τρεις αιτιάσεις. Ωστόσο, πρέπει να επισημανθεί ότι, με την αίτηση αποζημιώσεως που υπέβαλε στην ΑΔΑ στις 22 Δεκεμβρίου 2016, ο ενάγων αμφισβήτησε το γεγονός ότι «η Επιτροπή δήλωσε παράσταση πολιτικής αγωγής, χωρίς να είναι υποχρεωμένη να το πράξει» στο πλαίσιο της αιτιάσεως που αφορούσε το μη σύννομο των ενεργειών της Επιτροπής λόγω της συνεχίσεως της ποινικής διαδικασίας σε βάρος του μετά την απαλλαγή του από τις κατηγορίες (σημείο 14, δεύτερη παράγραφος, σ. 6, παράρτημα Α 11 της αιτήσεως). Περαιτέρω, στη διοικητική ένσταση που υποβλήθηκε την 1η Αυγούστου 2017 κατά της αποφάσεως της ΑΔΑ να απορρίψει την αίτησή του για αποζημίωση, ο ενάγων υπενθυμίζει ότι, «βάσει της εν λόγω έρευνας, η οποία περατώθηκε στις 25 Σεπτεμβρίου 2017, ο ανακριτής […] κοινοποίησε τη διάταξη αυτή στα πρόσωπα στα οποία είχαν απαγγελθεί κατηγορίες» (σ. 5, παράρτημα Α 13). Επιπλέον, ο ενάγων ισχυρίζεται στην διοικητική ένστασή του ότι «η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ενέμεινε πεισματικά στην κινηθείσα σε βάρος του ποινική διαδικασία» (σ. 6, παράρτημα Α 13).

94      Εκ των ανωτέρω συνάγεται ότι τα επιχειρήματα της δεύτερης αιτιάσεως, σχετικά με το γεγονός ότι η Επιτροπή δήλωσε παράσταση πολιτικής αγωγής ενώπιον των γαλλικών δικαστηρίων πριν από την περάτωση της διενεργηθείσας από την OLAF έρευνας, καίτοι δεν προβλήθηκαν στη διοικητική ένσταση ως αυτοτελής αιτίαση, βασίζονται εντούτοις στην ίδια αιτία με τις προβαλλόμενες στην διοικητική ένσταση αιτιάσεις και προβλήθηκαν καθ’ όλη τη διάρκεια της προ της ασκήσεως της αγωγής διαδικασίας. Περαιτέρω, η επιχειρηματολογία αυτή συνδέεται στενά με την αιτίαση που αφορά τον παράνομο χαρακτήρα των ενεργειών της Επιτροπής λόγω των ένδικων διαδικασιών που είχε κινήσει σε βάρος του ενάγοντος, δηλώνοντας, πρώτον, παράσταση πολιτικής αγωγής και, δεύτερον, συνεχίζοντας τις διαδικασίες αυτές κατά του ενάγοντος χωρίς να διαθέτει επαρκή αποδεικτικά στοιχεία σε βάρος του. Η αιτίαση αυτή πρέπει, επομένως, να κριθεί παραδεκτή σύμφωνα με τη νομολογία που μνημονεύεται στη σκέψη 91 ανωτέρω.

95      Επομένως, είναι αναγκαίο να εξεταστεί αν η Επιτροπή, παριστάμενη ως πολιτικώς ενάγουσα ενώπιον των γαλλικών δικαστηρίων πριν από την περάτωση της έρευνας που διενεργούσε η OLAF, παρέβη τους κανόνες που προβλέπονται στον κανονισμό 1073/1999.

96      Η Επιτροπή υποστηρίζει συναφώς ότι υπέβαλε μήνυση και δήλωσε παράσταση πολιτικής αγωγής ενώπιον των γαλλικών δικαστηρίων στηριζόμενη στις πληροφορίες που έλαβε από την εισαγγελία του Παρισιού, με βάση τις οποίες η Επιτροπή έπρεπε, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 113-8 του γαλλικού Code de procédure pénale (κώδικα ποινικής δικονομίας), να υποβάλει μήνυση ενώπιον της εισαγγελίας του Παρισιού προκειμένου να διασφαλιστεί ότι η αξίωση αποζημιώσεως δεν θα περιοριζόταν μόνο στο αδίκημα της αποδοχής και διαθέσεως προϊόντων εγκλήματος που τελέστηκε στη Γαλλία και να μπορέσει με τον τρόπο αυτόν να ζητήσει αποκατάσταση του συνόλου της ζημίας που είχε υποστεί στο Λουξεμβούργο και στις Βρυξέλλες (βλ. Παράρτημα Β.11).

97      Σχετικά με το θέμα αυτό, το άρθρο 9, παράγραφος 4, του κανονισμού 1073/1999, όσον αφορά τις εσωτερικές έρευνες, προβλέπει τα εξής:

«Οι εκθέσεις που καταρτίζονται μετά από εσωτερική έρευνα και κάθε συναφές χρήσιμο έγγραφο, διαβιβάζονται στο οικείο θεσμικό όργανο, όργανο ή οργανισμό. Τα θεσμικά όργανα, όργανα και οργανισμοί δίνουν στις εσωτερικές έρευνες τη συνέχεια, ιδίως πειθαρχική και δικαστική, την οποία απαιτούν τα αποτελέσματα των ερευνών αυτών, και ενημερώνουν σχετικά τον διευθυντή της [OLAF], εντός προθεσμίας που ορίζει αυτός στα συμπεράσματα της έκθεσής του, για τη συνέχεια που δίνουν στις έρευνες.»

98      Όσον αφορά τις πειθαρχικές διαδικασίες, το Γενικό Δικαστήριο, στην υπόθεση Franchet και Byk κατά Επιτροπής (T‑48/05, EU:T:2008:257, σκέψη 351), έκρινε ότι η Επιτροπή, έχοντας κινήσει πειθαρχικές διαδικασίες κατά του Υ. Franchet και του D. Byk πριν από την περάτωση των ερευνών της OLAF, παραβίασε τους κανόνες που διέπουν τις πειθαρχικές διαδικασίες. Επιπλέον, το Γενικό Δικαστήριο υπενθύμισε ότι ο σκοπός που επιδιώκεται με τους κανόνες αυτούς είναι, ιδίως, να προστατευθεί ο ενδιαφερόμενος υπάλληλος, καθώς διασφαλίζεται ότι η ΑΔΑ διαθέτει, πριν από την κίνηση της πειθαρχικής διαδικασίας, τα ακριβή και κρίσιμα στοιχεία, ιδίως για την απαλλαγή του, τα οποία συγκεντρώθηκαν επ’ ευκαιρία της έρευνας που διεξήγαγε η OLAF, η οποία έχει στη διάθεσή της περισσότερα μέσα έρευνας. Για το λόγο αυτόν, οι προαναφερθέντες κανόνες που διέπουν την πειθαρχική διαδικασία συνιστούν κανόνες δικαίου που απονέμουν δικαιώματα στους ιδιώτες.

99      Επιπλέον, ο ΚΥΚ προβλέπει στο άρθρο 25 του παραρτήματος IX σχετικά με τις πειθαρχικές διαδικασίες ότι, «αν ο υπάλληλος διώκεται ποινικώς για τις ίδιες πράξεις, η οριστική απόφαση λαμβάνεται μόνον αφού η απόφαση που εκδόθηκε από το δικαστήριο καταστεί αμετάκλητη».

100    Στην υπό κρίση υπόθεση, ωστόσο, ο ενάγων δεν αμφισβητεί το γεγονός ότι κινήθηκε πειθαρχική διαδικασία σε βάρος του, αλλά το γεγονός ότι η Επιτροπή κινήθηκε δικαστικώς εναντίον του χωρίς να έχει περατωθεί η έρευνα της OLAF. Καίτοι είναι αληθές ότι δεν υπάρχει ρητή διάταξη που να απαγορεύει στην Επιτροπή να παρίσταται ως πολιτικώς ενάγουσα ή να κινεί ποινικές διαδικασίες κατά υπαλλήλου έως ότου η OLAF εκδώσει την τελική της έκθεση έρευνας, το σκεπτικό που παρατέθηκε ανωτέρω σχετικά με τις πειθαρχικές διαδικασίες μπορεί πάντως να εφαρμοστεί κατ’ αναλογίαν και στις εθνικές ένδικες διαδικασίες, πράγμα που συνάδει με το πνεύμα και το γράμμα του κανονισμού 1073/1999.

101    Συγκεκριμένα, το άρθρο 9, παράγραφοι 2 και 4, του κανονισμού 1073/1999 προβλέπουν, αφενός, ότι «οι εκθέσεις που καταρτίζονται […] αποτελούν, όπως οι διοικητικές εκθέσεις που καταρτίζονται από τους εθνικούς διοικητικούς ελεγκτές και υπό τους ιδίους όρους, αποδεικτικά στοιχεία παραδεκτά στις διοικητικές ή δικαστικές διαδικασίες του κράτους μέλους, στο οποίο η χρησιμοποίησή τους αποβαίνει αναγκαία» και, αφετέρου, ότι «[τ]α θεσμικά όργανα, όργανα και οργανισμοί δίνουν στις εσωτερικές έρευνες τη συνέχεια, ιδίως πειθαρχική και δικαστική, την οποία απαιτούν τα αποτελέσματα των ερευνών αυτών».

102    Συνεπώς, σύμφωνα με τις εν λόγω διατάξεις, όταν η OLAF έχει διενεργήσει έρευνα υπό την έννοια του κανονισμού 1073/1999, το οικείο θεσμικό όργανο πρέπει να δίνει τη δικαστική συνέχεια την οποία απαιτεί η έκθεση έρευνας, στον βαθμό που η έκθεση αυτή αποτελεί αναγκαίο αποδεικτικό στοιχείο για την εν λόγω διαδικασία.

103    Επιπλέον, η Επιτροπή, κατά τη συνεδρίασή της στις 21 Μαΐου 2003 (βλ. πρακτικά της 1613ης συνεδρίασης της Επιτροπής που πραγματοποιήθηκε στις 21 Μαΐου 2003, σ. 16 και 17), αναφερόμενη στην υπόθεση «Eurostat» και στην έρευνα της OLAF, επέμεινε «στην ανάγκη να τηρηθεί το τεκμήριο αθωότητας» και στο γεγονός ότι «οι πληροφορίες που έχει στη διάθεσή της δεν καθιστούν δυνατή την εξαγωγή συμπερασμάτων για τους οικείους υπαλλήλους σε αυτό το στάδιο». Ωστόσο, από τα ίδια πρακτικά προκύπτει ότι είχε αποφασίσει «να δηλώσει παράσταση πολιτικής αγωγής κατά τη διαδικασία που κινήθηκε ενώπιον του Procureur de la République près du tribunal de grande instance à Paris (Εισαγγελέα του Πρωτοδικείου Παρισιού) σε συνέχεια της παραπομπής του θέματος στην OLAF». Για τον σκοπό αυτό, «δίνει εντολή στη ΓΔ Προϋπολογισμού να εξετάσει τη σειρά των εκθέσεων ελέγχου που έχουν συνταχθεί από τη Eurostat όσον αφορά τη συμμόρφωση προς τους δημοσιονομικούς κανόνες». Επιπλέον, όπως αναφέρεται στη σκέψη 84 ανωτέρω, «σημειώνει την πρόθεση της OLAF να επιταχύνει τις εν εξελίξει έρευνές της και, ειδικότερα, να δώσει στους υπαλλήλους που θεωρεί ότι ενδεχομένως εμπλέκονται την ευκαιρία να ασκήσουν το δικαίωμα της προηγούμενης ακροάσεως». Η Επιτροπή ανέφερε επίσης ότι ο Γενικός Διευθυντής της OLAF ανέμενε τα αποτελέσματα του έργου της αυτού μέχρι το τέλος Ιουνίου 2003. Τέλος, «αναθέτει στον Γενικό Γραμματέα να συντονίσει τις διάφορες πτυχές του επίμαχου θέματος και να προτείνει τα επιβαλλόμενα εσωτερικά μέτρα και διαδικασίες».

104    Από τα ως άνω πρακτικά συνάγεται ότι η Επιτροπή είχε αναγνωρίσει ήδη από την ημερομηνία αυτή, δηλαδή την 21η Μαΐου 2003, ότι ήταν επιβεβλημένο να διασφαλιστεί στην επίδικη υπόθεση η τήρηση της αρχής του τεκμηρίου αθωότητας, δεδομένου ότι από τις πληροφορίες που είχε στη διάθεσή της δεν ήταν δυνατό να συναχθεί η ενοχή των ονομαστικώς αναφερομένων υπαλλήλων, κατά μείζονα δε λόγο η ενοχή των πιθανώς εμπλεκομένων υπαλλήλων, μεταξύ αυτών και του ενάγοντος. Επιπλέον, η Επιτροπή αποφάσισε επίσης να δηλώσει παράσταση πολιτικής αγωγής και, για τον σκοπό αυτόν, έδωσε εντολή στη Γενική Διεύθυνση Προϋπολογισμού να αναλύσει τη σειρά των εκθέσεων ελέγχου της Eurostat και επέστησε την προσοχή στο γεγονός ότι η OLAF είχε την πρόθεση να επιταχύνει τις έρευνές της και να παραδώσει τα αποτελέσματα των ερευνών έως το τέλος του Ιουνίου 2003. Προς τον σκοπό αυτόν, η Επιτροπή ανέθεσε στον Γενικό Γραμματέα να συντονίσει τα ως άνω πληροφοριακά στοιχεία και να προτείνει κατάλληλα εσωτερικά μέτρα και διαδικασίες.

105    Πλην όμως, από τη δικογραφία προκύπτει ότι, στις 10 Ιουλίου 2003, η Επιτροπή υπέβαλε μήνυση κατ’ αγνώστων και δήλωσε παράσταση πολιτικής αγωγής χωρίς να έχει περατωθεί η έρευνα της OLAF και χωρίς να έχει στη διάθεσή της αποδεικτικά στοιχεία πέραν εκείνων που είχαν περιληφθεί από την OLAF στην έκθεση που είχε αποστείλει στις 19 Μαρτίου 2003 (βλ. παράρτημα B3, Απόφαση της Επιτροπής για υποβολή μηνύσεως κατά αγνώστων, σημείο 14).

106    Πράγματι, η έρευνα της OLAF περατώθηκε στις 25 Σεπτεμβρίου 2003 και στη συνέχεια η τελική έκθεση και τα παραρτήματά της υποβλήθηκαν στη γαλλική δικαστική αρχή (βλ. παράρτημα B4, τελική έκθεση της OLAF 295/09/2003). Θα πρέπει να σημειωθεί ότι, στην τελική έκθεση έρευνας, η OLAF αναφέρει ότι, «σε συνέχεια της διαβιβάσεως από την OLAF αναλυτικής εκθέσεως προς την Νομική Υπηρεσία της Επιτροπής με ημερομηνία 22 Απριλίου 2003, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εξουσιοδότησε τη Νομική Υπηρεσία να υποβάλει μήνυση για τη ζημία που έχει υποστεί». Ωστόσο, πρέπει να σημειωθεί ότι η εν λόγω αναλυτική έκθεση της 22ας Απριλίου 2003 (βλ. Παράρτημα Β11, υπόμνημα προς τη Νομική Υπηρεσία της Επιτροπής) δεν παρέχει πληροφορίες, ενδείξεις ή αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με τα πραγματικά περιστατικά και τους υπαλλήλους στους οποίους έχουν αποδοθεί ποινικές ευθύνες. Στην εν λόγω επιστολή του Γενικού Διευθυντή της OLAF υπενθυμίζεται απλώς η αποστολή του σημειώματος της 19ης Μαρτίου 2003 στις γαλλικές αρχές και υπογραμμίζεται ότι, βάσει των πληροφοριών που έλαβε από τα γαλλικά δικαστήρια, κρίνει επιβεβλημένο, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 113-8 του Code de procédure pénale (γαλλικού κώδικα ποινικής δικονομίας), να υποβληθεί εκ μέρους της Επιτροπής μήνυση ενώπιον της εισαγγελίας του Παρισιού, ούτως ώστε η αξίωση αποζημιώσεως να μην περιοριστεί μόνο στο αδίκημα της αποδοχής και διαθέσεως προϊόντων εγκλήματος που τελέστηκε στη Γαλλία και να καταστεί με τον τρόπο αυτόν δυνατό να ζητηθεί αποκατάσταση του συνόλου της ζημίας που υπέστη και στο Λουξεμβούργο και στις Βρυξέλλες.

107    Περαιτέρω, επισημαίνεται ότι το άρθρο 87 του Code de procédure pénale (γαλλικού κώδικα ποινικής δικονομίας) προβλέπει, όσον αφορά τη δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής σε περίπτωση που η εισαγγελική αρχή κινήσει τη διαδικασία της ανάκρισης, ότι «η δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής μπορεί να γίνει οποτεδήποτε κατά τη διάρκεια της ανάκρισης». Η Επιτροπή θα μπορούσε, επομένως, να αναμείνει την περάτωση της έρευνας της OLAF πριν προβεί στη δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής και στην υποβολή μήνυσης. Εξάλλου, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της 21ης Μαΐου 2003, η Επιτροπή ενημερώθηκε για την «πρόθεση της OLAF να επιταχύνει τις εν εξελίξει έρευνες» και για το ότι «ο Γενικός Διευθυντής της OLAF [ανέμενε] τα αποτελέσματα των σχετικών εργασιών της στα τέλη Ιουνίου του 2003».

108    Υπό τις περιστάσεις αυτές, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η Επιτροπή όφειλε να μην προβεί σε δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής και να μην υποβάλει μήνυση ενώπιον των γαλλικών εθνικών δικαστηρίων πριν από την περάτωση της έρευνας της OLAF σχετικά με τα ίδια πραγματικά περιστατικά, προκειμένου να προστατευθούν οι ενδιαφερόμενοι υπάλληλοι. Πράγματι, μόνον έχοντας στη διάθεσή της τα συμπεράσματα της έρευνας της OLAF θα ήταν σε θέση η Επιτροπή να λάβει τεκμηριωμένη απόφαση, λαμβάνοντας υπόψη όλες τις γνωστοποιηθείσες από την OLAF πληροφορίες και, ενδεχομένως, στοιχεία ακριβή και κρίσιμα για την απαλλαγή των ενδιαφερομένων υπαλλήλων από τις κατηγορίες.

109    Κατόπιν των ανωτέρω παρατηρήσεων, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η Επιτροπή παρέβη τον κανονισμό 1073/1999 και, ειδικότερα, το άρθρο 9, παράγραφος 4, παριστάμενη ως πολιτικώς ενάγουσα και υποβάλλοντας μηνύσεις ενώπιον των γαλλικών δικαστικών αρχών πριν από την υποβολή της τελικής έκθεσης της OLAF, χωρίς να διαθέτει επαρκή αποδεικτικά στοιχεία από τα οποία να μπορούν να συναχθούν ασφαλή συμπεράσματα ως προς την απαλλαγή των πιθανώς εμπλεκομένων σύμφωνα με το σημείωμα της 19ης Μαρτίου 2003 προσώπων, μεταξύ των οποίων και του ενάγοντος.

110    Το ζήτημα κατά πόσον η εν λόγω μη σύννομη συμπεριφορά προκάλεσε ζημία στον ενάγοντα θα εξεταστεί κατωτέρω στις σκέψεις 122 επ.

–       Επί της αιτιάσεως σχετικά με την προσβολή από την Επιτροπή του δικαιώματος χρηστής διοικήσεως και την παράβαση του καθήκοντος μέριμνας που υπέχει λόγω της συνεχίσεως εκ μέρους της των ένδικων διαδικασιών χωρίς επαρκή αποδεικτικά στοιχεία

111    Υπενθυμίζεται συναφώς ότι η δυνατότητα διεκδικήσεως εκ μέρους ενός προσώπου των δικαιωμάτων του δικαστικώς και ο δικαστικός έλεγχος που αυτή συνεπάγεται αποτελούν την έκφραση γενικής αρχής του δικαίου στην οποία στηρίζονται οι κοινές συνταγματικές παραδόσεις των κρατών μελών και η οποία καθιερώνεται και με τα άρθρα 6 και 13 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (βλ. αποφάσεις της 15ης Μαΐου 1986, Johnston, 222/84, EU:C:1986:206, σκέψεις 17 και 18, και της 17ης Ιουλίου 1998, ITT Promedia κατά Επιτροπής, T‑111/96, EU:T:1998:183, σκέψη 60) και με το άρθρο 47 του Χάρτη. Δεδομένου ότι η πρόσβαση στη δικαιοσύνη αποτελεί θεμελιώδες δικαίωμα και γενική αρχή διασφαλίζουσα την τήρηση του δικαίου, μόνον υπό περιστάσεις όλως εξαιρετικές μπορεί να θεωρηθεί ότι το γεγονός της κινήσεως δίκης από θεσμικό όργανο συνιστά υπηρεσιακό πταίσμα (πρβλ. απόφαση της 28ης Σεπτεμβρίου 1999, Frederiksen κατά Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, T‑48/97, EU:T:1999:175, σκέψη 97).

112    Στην υπό κρίση υπόθεση, πρέπει να θεωρηθεί ότι, ανεξαρτήτως του γράμματος της διατάξεως περί μη απαγγελίας κατηγορίας και της αποφάσεως του cour d’appel de Paris (εφετείου Παρισιού), οι περιστάσεις της υποθέσεως δεν είναι τόσο εξαιρετικές ώστε να οδηγούν στο συμπέρασμα ότι η άσκηση της εφέσεως και της αναιρέσεως συνιστούν υπηρεσιακό πταίσμα εκ μέρους της Επιτροπής, υπό την έννοια της προαναφερθείσας νομολογίας. Εξάλλου, θα πρέπει να σημειωθεί ότι ο ενάγων δεν προσκόμισε αποδεικτικά στοιχεία ικανά να αποδείξουν ότι η Επιτροπή με τη συμπεριφορά της υπέπεσε σε τέτοιου είδους πταίσμα.

113    Συνεπώς, ο ενάγων δεν ζητεί βασίμως αποζημίωση για περιουσιακή ζημία και σωματική βλάβη και χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη για τον λόγο ότι η Επιτροπή προσέφυγε κατά της διατάξεως περί μη απαγγελίας κατηγορίας ενώπιον των γαλλικών ποινικών δικαστηρίων μεταξύ των ετών 2013 και 2016.

114    Όσον αφορά την προσβολή του δικαιώματος χρηστής διοικήσεως και την παράβαση του καθήκοντος μέριμνας που υπέχει η Επιτροπή λόγω του ότι επεδίωξε την συνέχιση των δικαστικών διαδικασιών σε βάρος του ενάγοντος, υπενθυμίζεται ότι, σύμφωνα με τη νομολογία, το καθήκον μέριμνας απηχεί την ισορροπία αμοιβαίων δικαιωμάτων και υποχρεώσεων στο πλαίσιο των σχέσεων μεταξύ της δημόσιας αρχής και των υπαλλήλων της δημόσιας υπηρεσίας. Η ισορροπία αυτή έχει κυρίως ως συνέπεια ότι, οσάκις λαμβάνει απόφαση σχετικά με την κατάσταση υπαλλήλου, η Διοίκηση λαμβάνει υπόψη το σύνολο των στοιχείων τα οποία είναι ικανά να καθορίσουν την απόφασή της και ότι, ενεργώντας κατ’ αυτόν τον τρόπο, λαμβάνει υπόψη το συμφέρον όχι μόνον της υπηρεσίας, αλλά και του υπαλλήλου. Η τελευταία αυτή υποχρέωση επιβάλλεται στη Διοίκηση και από την αρχή της χρηστής διοικήσεως που κατοχυρώνεται στο άρθρο 41 του Χάρτη [πρβλ. απόφαση της 13ης Δεκεμβρίου 2017, Arango Jaramillo κ.λπ. κατά ΕΤΕπ, T‑482/16 RENV, EU:T:2017:901, μη δημοσιευθείσα, σκέψη 131 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].

115    Στην υπό κρίση υπόθεση, όπως επισημάνθηκε στη σκέψη 112 ανωτέρω, η Επιτροπή δεν υπέπεσε σε υπηρεσιακό πταίσμα όταν προσέβαλε ενώπιον των γαλλικών ποινικών δικαστηρίων και μέχρι το ακυρωτικό δικαστήριο, τη διάταξη περί μη απαγγελίας κατηγορίας, προκειμένου να υπερασπιστεί τα οικονομικά συμφέροντα του θεσμικού οργάνου. Ομοίως, το καθήκον μέριμνας που υπέχει η Διοίκηση έναντι του ενάγοντος ουδόλως επιβάλλει στην Επιτροπή την υποχρέωση να μην υπερασπίζεται τα οικονομικά συμφέροντα του θεσμικού οργάνου και, κατά συνέπεια, να μην αμφισβητεί τις αποφάσεις των γαλλικών δικαστηρίων. Συνεπώς, η αιτίαση αυτή πρέπει να απορριφθεί.

 Επί του υποστατού της προβαλλόμενης ζημίας και της υπάρξεως αιτιώδους συνάφειας

116    Δεδομένου ότι υπάρχει ιδιαιτέρως στενή σχέση, υπό τις περιστάσεις της υπό κρίση υποθέσεως, μεταξύ του ζητήματος αν ο ενάγων υπέστη ζημία δυνάμενη να αποκατασταθεί και εκείνου της αιτιώδους συνάφειας μεταξύ των παρανόμων ενεργειών που διαπιστώθηκαν και της προβαλλόμενης ζημίας, τα δύο αυτά ζητήματα πρέπει να εξετασθούν από κοινού.

117    Καταρχάς, ο ενάγων ισχυρίζεται ότι έχει υποστεί περιουσιακή ζημία επειδή έχει θιγεί η τιμή και η υπόληψή του εξαιτίας των σοβαρών και αβάσιμων κατηγοριών σε βάρος του, καθώς και ότι έχει υποστεί ηθική βλάβη λόγω των δυσάρεστων συνεπειών που προκλήθηκαν από την ατέρμονη και κατά τρόπο καταχρηστικό κίνηση από τη Διοίκηση δικαστικών διαδικασιών σε βάρος του. Η εν λόγω περιουσιακή ζημία και η ηθική και σωματική βλάβη προκλήθηκαν, κατά τον ίδιο, από την παράβαση των κανόνων που διέπουν τις διενεργούμενες από την OLAF έρευνες και από την αδικαιολόγητη και δυσανάλογη συμπεριφορά της Επιτροπής σε βάρος του.

118    Ειδικότερα, ο ενάγων υποστηρίζει ότι, όσον αφορά την περιουσιακή ζημία, η παράνομη συμπεριφορά της Επιτροπής τον ανάγκασε να επιβαρυνθεί με σημαντικά έξοδα για τη νομική του εκπροσώπηση. Ως εκ τούτου, ζητεί, αφενός, το ποσό των 39 293,38 ευρώ για την αμοιβή παραστάσεως των δικηγόρων του ενώπιον των γαλλικών εθνικών δικαστηρίων και των δικαστηρίων της Ένωσης και, αφετέρου, το ποσό των 872,74 ευρώ για δαπάνες μετακινήσεως που πραγματοποιήθηκαν κατά τη διάρκεια των ένδικων διαδικασιών.

119    Στη συνέχεια, ο ενάγων ισχυρίζεται ότι η απόδοση σε αυτόν αξιόποινων πράξεων και η διατήρησή της κατά τη μακρόχρονη ποινική διαδικασία του προκάλεσε ηθική βλάβη. Ισχυρίζεται ότι η κίνηση ένδικης διαδικασίας σε βάρος του, ενώ η διενεργηθείσα από την OLAF εσωτερική έρευνα δεν είχε περατωθεί, καθώς και το γεγονός ότι η αθωότητά του αμφισβητήθηκε μέχρι το στάδιο της αναιρέσεως, αφού ο ίδιος είχε απαλλαγεί από τα γαλλικά δικαστήρια, χωρίς να υπάρχουν αρκούντως ακριβή και κρίσιμα αποδεικτικά στοιχεία, προσέβαλαν την τιμή και την επαγγελματική του υπόληψη. Σύμφωνα με τον ίδιο, η σε βάρος του ένδικη διαδικασία δημιούργησε την πεποίθηση σε πρώην συναδέλφους του και στον κύκλο του ότι έχει εμπλακεί σε οικονομικό σκάνδαλο. Ως εκ τούτου, ζητεί να του καταβληθεί ποσό ύψους 500 000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη εξαιτίας των παράνομων ενεργειών της Επιτροπής.

120    Τέλος, ο ενάγων ισχυρίζεται ότι οι σοβαρές πλημμέλειες στις οποίες υπέπεσε η Διοίκηση της Ένωσης του προκάλεσαν περαιτέρω και βλάβη στην υγεία του, δεδομένου ότι, λόγω της αγωνίας που του προξένησε η καταχρηστική και ατέρμονη ποινική διαδικασία που κινήθηκε σε βάρος του, εμφάνισε σοβαρή ασθένεια, η οποία αποδεικνύεται από ιατρική έκθεση. Για τον λόγο αυτόν, ο ενάγων ζητεί το ποσό των 500 000 ευρώ προς αποκατάσταση της σωματικής βλάβης που υπέστη λόγω της επιδεινώσεως της καταστάσεως της υγείας του και το ποσό των 212 556 ευρώ ως αποζημίωση για το σύνολο των ιατρικών εξετάσεων στις οποίες υποβλήθηκε λόγω της ασθένειας που εμφάνισε ως αποτέλεσμα της δυσανάλογης και αδικαιολόγητης συμπεριφοράς της Επιτροπής απέναντί του.

121    Η Επιτροπή αμφισβητεί τους ισχυρισμούς του ενάγοντος.

122    Υπενθυμίζεται εκ προοιμίου ότι, κατά πάγια νομολογία, η ζημία, προκειμένου να αποτελέσει αντικείμενο αποζημιώσεως, πρέπει να απορρέει κατά τρόπο αρκούντως άμεσο από την προσαπτόμενη συμπεριφορά (αποφάσεις της 4ης Οκτωβρίου 1979, Dumortier κ.λπ. κατά Συμβουλίου, 64/76, 113/76, 167/78, 239/78, 27/79, 28/79 και 45/79, EU:C:1979:223, σκέψη 21, της 27ης Ιουνίου 2000, Meyer κατά Επιτροπής, T‑72/99, EU:T:2000:170, σκέψη 49, και της 8ης Ιουλίου 2008, Franchet και Byk κατά Επιτροπής, T‑48/05, EU:T:2008:257, σκέψη 397). Από πάγια νομολογία συνάγεται επίσης ότι στον ενάγοντα απόκειται να αποδείξει την αιτιώδη συνάφεια (πρβλ. αποφάσεις της 30ής Ιανουαρίου 1992, Finsider κ.λπ. κατά Επιτροπής, C‑363/88 και C‑364/88, EU:C:1992:44, σκέψη 25, της 30ής Σεπτεμβρίου 1998, Coldiretti κ.λπ. κατά Συμβουλίου και Επιτροπής, T‑149/96, EU:T:1998:228, σκέψη 101, και της 8ης Ιουλίου 2008, Franchet και Byk κατά Επιτροπής, T‑48/05, EU:T:2008:257, σκέψη 397).

123    Υπενθυμίζεται συναφώς ότι, αφενός, οι πλημμέλειες της OLAF που θα μπορούσαν να στοιχειοθετήσουν ευθύνη της Ένωσης συνίστανται στη διαβίβαση πληροφοριών στις γαλλικές δικαστικές αρχές, χωρίς να έχει δοθεί στον ενάγοντα η δυνατότητα να διατυπώσει την άποψή του ή, τουλάχιστον, να ενημερωθεί σχετικώς (βλ. σκέψεις 82 και 85 ανωτέρω). Αφετέρου, η Επιτροπή υπέπεσε σε πλημμέλεια δυνάμενη να θεμελιώσει ευθύνη της Ένωσης όταν παρέστη ως πολιτικώς ενάγουσα και υπέβαλε μήνυση κατά του ενάγοντος πριν το πέρας της έρευνας της OLAF (βλ. σκέψη 108 ανωτέρω).

124    Ο ενάγων προέβαλε εν προκειμένω τρία διακριτά είδη ζημίας, ήτοι περιουσιακή ζημία, ηθική βλάβη και σωματική βλάβη. Καθένα από αυτά τα είδη ζημίας πρέπει να εξεταστεί διαδοχικώς, προκειμένου να εκτιμηθεί κατά πόσον αποδεικνύονται, αφενός, το υποστατό τους και, αφετέρου, ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ εκάστου εξ αυτών και των συμπεριφορών που προσάπτονται στην OLAF και στην Επιτροπή.

 Επί της περιουσιακής ζημίας

125    Ο ενάγων ισχυρίζεται ότι η παράνομη συμπεριφορά της Επιτροπής του προκάλεσε σημαντικές δαπάνες νομικής εκπροσώπησης. Ως εκ τούτου, ζητεί, αφενός, το ποσό των 39 293,38 ευρώ για την αμοιβή των δικηγόρων που παραστάθηκαν ενώπιον των γαλλικών δικαστηρίων και των δικαστηρίων της Ένωσης και, αφετέρου, το ποσό των 872,40 ευρώ για δαπάνες μετακίνησης κατά τη διάρκεια των ένδικων διαδικασιών.

126    Επισημαίνεται συναφώς ότι, όπως ορθώς διαπιστώνει η Επιτροπή, οι δαπάνες στις οποίες υποβλήθηκε ο ενάγων για την υπεράσπισή του ενώπιον των δικαστηρίων της Ένωσης δεν συνιστούν περιουσιακή ζημία, αλλά δικαστικά έξοδα. Πράγματι, υπενθυμίζεται ότι οι δαπάνες στις οποίες υποβλήθηκαν οι διάδικοι στο πλαίσιο της ένδικης διαδικασίας δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι συνιστούν αφεαυτών ζημία διακριτή από την επιβάρυνση των δικαστικών εξόδων (πρβλ. απόφαση της 10ης Ιουνίου 1999, Επιτροπή κατά Montorio, C‑334/97, EU:C:1999:290, σκέψη 54).

127    Όσον αφορά, εξάλλου, τα ενδεχόμενα έξοδα που συνδέονται με τις διαδικασίες ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων, πρέπει να θεωρηθεί ότι δεν μπορούν να επιστραφούν στην προκειμένη περίπτωση, ελλείψει αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της εν λόγω προβαλλόμενης ζημίας και των πλημμελειών στις οποίες υπέπεσαν η OLAF και η Επιτροπή (πρβλ. απόφαση της 10ης Ιουνίου 2004, François κατά Επιτροπής, T‑307/01, EU:T:2004:180, σκέψη 109). Εν πάση περιπτώσει, το ζήτημα της αποδόσεως των εξόδων που προκλήθηκαν σε εθνικό επίπεδο εμπίπτει στην αποκλειστική αρμοδιότητα του εθνικού δικαστή, ο οποίος οφείλει, ελλείψει μέτρων εναρμονίσεως στον τομέα αυτόν στο πλαίσιο της Ένωσης, να αποφασίσει για το ζήτημα αυτό κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του εφαρμοστέου εθνικού δικαίου (πρβλ. απόφαση της 18ης Σεπτεμβρίου 1995, Nölle κατά Συμβουλίου και Επιτροπής, T‑167/94, EU:T:1995:169, σκέψη 37).

128    Υπό τις συνθήκες αυτές, το αίτημα του ενάγοντος περί αποκαταστάσεως της ζημίας που υποστηρίζει ότι υπέστη πρέπει να απορριφθεί.

 Επί της ηθικής βλάβης

129    Ο ενάγων ισχυρίζεται ότι η κίνηση ένδικης διαδικασίας σε βάρος του, ενώ η διενεργηθείσα από την OLAF εσωτερική έρευνα δεν είχε ολοκληρωθεί, καθώς και το γεγονός της αμφισβητήσεως της αθωότητάς του μέχρι το στάδιο της αναιρέσεως, αφού είχε κηρυχθεί αθώος από τα γαλλικά δικαστήρια, χωρίς να προσκομίζονται αρκούντως ακριβή και κρίσιμα στοιχεία, έθιξαν την τιμή και την επαγγελματική του υπόληψη. Κατά τον ίδιο, η σε βάρος του διαδικασία δημιούργησε την πεποίθηση σε πρώην συνάδελφους του και στον κύκλο του ότι εμπλεκόταν σε οικονομικό σκάνδαλο. Ως εκ τούτου, ζητεί να του καταβληθεί ποσό ύψους 500 000 ευρώ για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που έχει υποστεί εξαιτίας των παράνομων ενεργειών της Επιτροπής.

130    Εν προκειμένω, πρέπει, καταρχάς, να σημειωθεί ότι το γεγονός ότι η Επιτροπή παραστάθηκε ως πολιτικώς ενάγουσα και υπέβαλε μήνυση ενώπιον των γαλλικών δικαστηρίων πριν από την περάτωση της έρευνας που διενεργούσε η OLAF έθιξε την τιμή και την επαγγελματική υπόληψη του ενάγοντος. Ειδικότερα, η συμπεριφορά της Επιτροπής προκάλεσε ηθική βλάβη στον ενάγοντα λόγω του ότι δημιουργήθηκε στους προσωπικούς και επαγγελματικούς του κύκλους πεποίθηση περί της ενοχής του κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του και η εντύπωση ότι είχε εμπλακεί σε δόλιες δραστηριότητες και σε οικονομικό σκάνδαλο. Κατά συνέπεια, διαπιστώνεται ότι η εν λόγω βλάβη προκλήθηκε ευθέως από τη συμπεριφορά της Επιτροπής και ότι, ως εκ τούτου, υφίσταται αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της εν λόγω συμπεριφοράς και της εν λόγω βλάβης σύμφωνα με τη νομολογία που παρατέθηκε στη σκέψη 122 ανωτέρω.

131    Επιπλέον, το γεγονός ότι η OLAF διαβίβασε το σημείωμα της 19ης Μαρτίου 2003 στις γαλλικές δικαστικές αρχές, εμπλέκοντας τον ενάγοντα, χωρίς να του έχει δώσει προηγουμένως τη δυνατότητα να εκφράσει την άποψή του ή, τουλάχιστον, να ενημερωθεί σχετικά, του προκάλεσε ηθική βλάβη, καθόσον δεν κατέστη δυνατό ούτε να διατυπώσει την άποψή του ούτε να υπερασπιστεί τον εαυτό του σε σχέση τα πραγματικά περιστατικά σχετικά με τα οποία κινήθηκε η σε βάρος του διαδικασία. Συγκεκριμένα, το γεγονός ότι δεν του παρασχέθηκε η δυνατότητα να ασκήσει το δικαίωμα προηγούμενης ακροάσεως του προκάλεσε αίσθημα αδικίας, αδυναμίας και απογοήτευσης. Πρέπει, δε, να γίνει δεκτό ότι η βλάβη αυτή απορρέει από την παράνομη συμπεριφορά της OLAF και ότι, ως εκ τούτου, υφίσταται αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της προβαλλόμενης ζημίας και της διαπραχθείσας παράνομης ενέργειας.

132    Τέλος, όσον αφορά την ηθική βλάβη που υπέστη ο ενάγων σε σχέση με τις ποινικές διαδικασίες που κίνησε μέχρι το στάδιο της αναιρέσεως η Επιτροπή, αφού είχε κηρυχθεί αθώος σε πρώτο βαθμό από τα γαλλικά δικαστήρια, ενώ είναι αληθές ότι μια τέτοια κατάσταση αβεβαιότητας επέφερε στην προσωπική ζωή του ενάγοντος αναστάτωση η οποία συνιστά ηθική βλάβη, ωστόσο, ο ενάγων δεν κατόρθωσε να αποδείξει τον παράνομο χαρακτήρα της εν λόγω συμπεριφοράς. Ως εκ τούτου, δεδομένου ότι μία από τις τρεις προϋποθέσεις για τη θεμελίωση εξωσυμβατικής ευθύνης της Ένωσης δεν πληρούται όσον αφορά τους εν λόγω ισχυρισμούς, οι αξιώσεις για χρηματική ικανοποίηση πρέπει να απορριφθούν, σύμφωνα με τη νομολογία που αναφέρεται στη σκέψη 45 ανωτέρω, ενώ παρέλκει η εξέταση του κατά πόσον πληρούνται οι άλλες δύο προϋποθέσεις.

133    Από το σύνολο των προεκτεθέντων προκύπτει ότι ο ενάγων έχει υποστεί ηθική βλάβη, η οποία συνίσταται, αφενός, στην προσβολή της τιμής και της επαγγελματικής του υπόληψης και, αφετέρου, στο αίσθημα αδικίας, αδυναμίας και απογοήτευσης που του προκλήθηκε. Ως εκ τούτου, πρέπει να γίνει δεκτό κατά δίκαιη και εύλογη κρίση ότι μια αποζημίωση ύψους 62 000 ευρώ συνιστά προσήκουσα αποκατάσταση της εν λόγω ηθικής βλάβης.

 Επί της σωματικής βλάβης

134    Ο ενάγων ισχυρίζεται ότι οι σοβαρές πλημμέλειες που προσάπτει στη Διοίκηση της Ένωσης προκάλεσαν βλάβη στην υγεία του, δεδομένου ότι, λόγω της αγωνίας που του προξένησε η μακρόχρονη ποινική διαδικασία που κινήθηκε απερίσκεπτα σε βάρος του, εμφάνισε σοβαρή ασθένεια αποδεικνυόμενη από ιατρική έκθεση. Υπό τις περιστάσεις αυτές, ο ενάγων ζητεί ποσό ύψους 500 000 ευρώ προς αποκατάσταση της σωματικής βλάβης που υπέστη λόγω της επιδείνωσης της καταστάσεως της υγείας του και ποσό ύψους 212 556 ευρώ ως αποζημίωση για το σύνολο των δαπανών για ιατρικές εξετάσεις.

135    Στην προκειμένη περίπτωση, πρέπει να σημειωθεί ότι η επιδείνωση της καταστάσεως της υγείας του ενάγοντος μπορούσε να έχει συμβεί, όπως αναγνώρισε ο ίδιος στα δικόγραφά του, μόνον κατά το χρονικό διάστημα από την ημερομηνία απαγγελίας κατηγοριών σε βάρος του στις 10 Σεπτεμβρίου 2008 έως τις 15 Ιουνίου 2016, ημερομηνία κατά την οποία εκδόθηκε η απόφαση του Cour de Cassation (Ανώτατου Ακυρωτικού Δικαστηρίου). Ωστόσο, ακόμη και αν υποτεθεί ότι από τα προσκομιζόμενα από τον ενάγοντα αποδεικτικά στοιχεία αποδεικνύεται ότι η κατάσταση της υγείας του επιδεινώθηκε συνεπεία της κινηθείσας σε βάρος του ποινικής διαδικασίας, γεγονός παραμένει ότι ο ενάγων δεν απέδειξε επαρκώς κατά νόμον, όπως προκύπτει από την παρούσα απόφαση, ότι οι ενέργειες της Επιτροπής που απέβλεπαν στην προσβολή της διατάξεως περί μη απαγγελίας κατηγορίας με την άσκηση εφέσεως και, στη συνέχεια, αναιρέσεως, ήταν παράνομες.

136    Κατά συνέπεια, δεδομένου ότι μία από τις τρεις προϋποθέσεις για τη θεμελίωση εξωσυμβατικής ευθύνης της Ένωσης δεν πληρούται, οι εν λόγω αξιώσεις αποζημιώσεως πρέπει να απορριφθούν, σύμφωνα με τη νομολογία που μνημονεύεται στη σκέψη 45 ανωτέρω, ενώ παρέλκει η εξέταση του αν πληρούνται οι άλλες δύο προϋποθέσεις.

 Επί των δικαστικών εξόδων

 Επί του αιτήματος σχετικά με τα «μη δυνάμενα να αναζητηθούν έξοδα»

137    Ο ενάγων ζητεί να υποχρεωθεί η Επιτροπή να καταβάλει το ποσό των 3 000 ευρώ ως «μη δυνάμενα να αναζητηθούν έξοδα».

138    Η Επιτροπή δεν διατύπωσε άποψη επί του θέματος αυτού.

139    Θα πρέπει εν προκειμένω να σημειωθεί ότι ο ενάγων δεν προσδιορίζει τη φύση των μη δυνάμενων να αναζητηθούν εξόδων που ζητεί. Ωστόσο, καίτοι τα αιτήματα του ενάγοντος αποβλέπουν στην αποζημίωση αναγκαίων δαπανών στις οποίες υποβλήθηκε για τους σκοπούς της διαδικασίας, υπενθυμίζεται ότι, σύμφωνα με το άρθρο 140 του Κανονισμού Διαδικασίας, οι δαπάνες αυτές περιλαμβάνονται στα δικαστικά έξοδα (πρβλ. διάταξη της 18ης Νοεμβρίου 2013, Trabelsi κατά Συμβουλίου, T‑162/12, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2013:619, σκέψεις 32 έως 36).

140    Κατά συνέπεια, το εν λόγω αίτημα πρέπει να εξεταστεί από κοινού με το αίτημα που αποσκοπεί στην καταδίκη της Επιτροπής στα δικαστικά έξοδα.

 Επί του διακανονισμού των δικαστικών εξόδων

141    Κατά το άρθρο 134, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας, κάθε διάδικος φέρει τα δικαστικά έξοδά του σε περίπτωση μερικής ήττας των διαδίκων. Πάντως, αν τούτο δικαιολογείται από τις περιστάσεις της συγκεκριμένης υποθέσεως, το Γενικό Δικαστήριο μπορεί να αποφασίσει ότι ένας διάδικος φέρει, πέραν των δικαστικών εξόδων του, και μέρος των εξόδων του αντιδίκου.

142    Εν προκειμένω, επειδή η αγωγή αποζημιώσεως έγινε εν μέρει δεκτή, το Γενικό Δικαστήριο κρίνει ότι, κατ’ ακριβοδίκαιη εκτίμηση και λαμβανομένου υπόψη του ειδικού πλαισίου της υποθέσεως, η Επιτροπή πρέπει να καταδικαστεί, πέραν των δικών της δικαστικών εξόδων, και στο σύνολο των δικαστικών εξόδων του ενάγοντος.

Για τους λόγους αυτούς,

ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα)

αποφασίζει:

1)      Υποχρεώνει την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να καταβάλει στον Fernando De Esteban Alonso το ποσό των 62 000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη.

2)      Απορρίπτει την αγωγή κατά τα λοιπά.

3)      Η Επιτροπή φέρει τα δικαστικά της έξοδα, καθώς και τα δικαστικά έξοδα του F. De Esteban Alonso.

Γρατσίας

Labucka

Ulloa Rubio

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 11 Ιουνίου 2019.

(υπογραφές)


*      Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.


i Στις σκέψεις 21 και 22 της παρούσας αποφάσεως επήλθε τροποποίηση γλωσσικής φύσεως μετά την ανάρτηση του κειμένου στην ψηφιακή Συλλογή Νομολογίας.