ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ
ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ
(δεύτερο τμήμα)

της 19ης Φεβρουαρίου 2013

Υπόθεση F‑17/11

BB

κατά

Ευρωπαϊκής Επιτροπής

«Υπαλληλική υπόθεση — Συμβασιούχος υπάλληλος — Μη ανανέωση συμβάσεως ορισμένου χρόνου — Προσφυγή ακυρώσεως — Αγωγή αποζημιώσεως»

Αντικείμενο: Προσφυγή-αγωγή ασκηθείσα δυνάμει του άρθρου 270 ΣΛΕΕ, το οποίο έχει εφαρμογή στη Συνθήκη ΕΚΑΕ βάσει του άρθρου 106α της Συνθήκης αυτής, με την οποία η BB ζητεί, αφενός, την ακύρωση της αποφάσεως της Αρμόδιας Αρχής για τη Σύναψη των Συμβάσεων Πρόσληψης (στο εξής: ΑΑΣΣ) για τη μη ανανέωση της συμβάσεώς του ως συμβασιούχου υπαλλήλου, η οποία απόφαση συνάγεται σιωπηρώς από το σημείωμα της 28ης Απριλίου 2010 και ανακοινώθηκε προφορικώς στις 7 Μαΐου 2010, καθώς και της απορριπτικής επί της διοικητικής του ενστάσεως αποφάσεως, και, αφετέρου, αποζημίωση για την υλική ζημία και την ηθική βλάβη που ισχυρίζεται ότι υπέστη από τις αποφάσεις αυτές.

Απόφαση: Η προσφυγή-αγωγή απορρίπτεται. Η Επιτροπή φέρει τα δικαστικά της έξοδα και καταδικάζεται στο ένα τρίτο των δικαστικών εξόδων στα οποία υποβλήθηκε η προσφεύγουσα-ενάγουσα. Η BB φέρει τα δύο τρίτα των δικαστικών του εξόδων.

Περίληψη

1.      Υπάλληλοι — Συμβασιούχοι υπάλληλοι — Πρόσληψη — Ανανέωση συμβάσεως ορισμένου χρόνου — Εξουσία εκτιμήσεως της Διοικήσεως — Δικαστικός έλεγχος — Όρια

(Καθεστώς που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού, άρθρο 85 § 1)

2.      Υπάλληλοι — Συμβασιούχοι υπάλληλοι — Καθήκον αρωγής που υπέχει η Διοίκηση — Αρχή της χρηστής διοικήσεως — Περιεχόμενο — Δικαστικός έλεγχος — Όρια

3.      Ένδικη διαδικασία — Δικαστικά έξοδα — Καταδίκη στα έξοδα — Συνεκτίμηση των απαιτήσεων της ευθυδικίας — Μερική καταδίκη στα έξοδα του νικήσαντος διαδίκου

(Κανονισμός Διαδικασίας του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης, άρθρα 87 § 1 και 88)

1.      Συμβασιούχος υπάλληλος, με σύμβαση ορισμένου χρόνου, δεν έχει κατ’ αρχήν κανένα δικαίωμα ανανεώσεως της συμβάσεώς του, δεδομένου ότι αυτό συνιστά απλώς δυνατότητα εξαρτώμενη από την προϋπόθεση ότι η ανανέωση αυτή συνάδει προς το συμφέρον της υπηρεσίας.

Πράγματι, εν αντιθέσει προς τους μονίμους υπαλλήλους, η σταθερότητα της απασχολήσεως των οποίων κατοχυρώνεται από τον ΚΥΚ, οι συμβασιούχοι υπάλληλοι υπάγονται σε άλλο καθεστώς, το οποίο βασίζεται στη σύμβαση προσλήψεως που συνάπτεται με το οικείο θεσμικό όργανο. Από το άρθρο 85, παράγραφος 1, του Καθεστώτος που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού προκύπτει ότι η διάρκεια της σχέσεως εργασίας μεταξύ ενός θεσμικού οργάνου και ενός συμβασιούχου υπαλλήλου διέπεται ακριβώς από τους όρους που περιέχονται στη συναπτόμενη μεταξύ των μερών σύμβαση.

Μολονότι η Διοίκηση διαθέτει ευρεία εξουσία εκτιμήσεως ως προς την ανανέωση συμβάσεων, το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης, κρίνοντας προσφυγή ακυρώσεως κατά πράξεως εκδοθείσας κατά την άσκηση αυτής της εξουσίας, ασκεί παρά ταύτα έλεγχο νομιμότητας, ο οποίος εκδηλώνεται ποικιλοτρόπως. Προκειμένου για αίτημα ακυρώσεως αποφάσεως περί μη ανανεώσεως συμβάσεως που έχει συνάψει συμβασιούχος υπάλληλος, η οποία συνιστά βλαπτική πράξη, ο έλεγχος που ασκεί ο δικαστής της Ένωσης πρέπει να περιορίζεται στην εξακρίβωση ότι δεν υπάρχει πρόδηλη πλάνη κατά την εκτίμηση του συμφέροντος της υπηρεσίας, το οποίο θα μπορούσε να δικαιολογήσει την έκδοση τέτοιας αποφάσεως, ούτε δε κατάχρηση εξουσίας, καθώς και στο ότι δεν υφίσταται παράβαση του καθήκοντος αρωγής το οποίο υπέχει ένα διοικητικό όργανο όταν καλείται να αποφασίσει σχετικά με την παράταση συμβάσεως που το συνδέει με έναν από τους μη μόνιμους υπαλλήλους του.

Συνεπώς, στο πλαίσιο της εξετάσεως των λόγων ακυρώσεως που προβάλλει ο προσφεύγων, το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης οφείλει να βεβαιωθεί ότι η Διοίκηση δεν υπέπεσε σε πρόδηλη πλάνη κατά την εκτίμηση των στοιχείων επί των οποίων στήριξε την προσβαλλόμενη απόφαση. Στο πλαίσιο όμως μιας ευρείας εξουσίας εκτιμήσεως που παρέχεται στη Διοίκηση, η απόδειξη ότι η Διοίκηση υπέπεσε σε πρόδηλη πλάνη κατά την εκτίμηση των περιστατικών που μπορούν να δικαιολογήσουν την ακύρωση της αποφάσεως, η οποία ελήφθη με βάση αυτή την εκτίμηση, προϋποθέτει ότι τα αποδεικτικά στοιχεία που ο προσφεύγων διάδικος πρέπει να προσκομίσει αρκούν για την ανατροπή των εκτιμήσεων της Διοικήσεως.

(βλ. σκέψεις 57 έως 60)

Παραπομπή:

ΓΔΕΕ: 12 Δεκεμβρίου 1996, T‑380/94, AIUFFASS και AKT κατά Επιτροπής, σκέψη 59· 17 Οκτωβρίου 2002, T‑330/00 και T‑114/01, Cocchi και Hainz κατά Επιτροπής, σκέψη 82· 6 Φεβρουαρίου 2003, T‑7/01, Pyres κατά Επιτροπής, σκέψη 64· 12 Φεβρουαρίου 2008, T‑289/03, BUPA κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 221

ΔΔΔΕΕ: 27 Νοεμβρίου 2008, F‑35/07, Klug κατά EMEA, σκέψη 68· 23 Νοεμβρίου 2010, F‑8/10, Gheysens κατά Συμβουλίου, σκέψη 75· 15 Απριλίου 2011, F‑72/09 και F‑17/10, Daake κατά ΓΕΕΑ, σκέψη 41· 13 Ιουνίου 2012, F‑105/11, Davids κατά Επιτροπής, σκέψη 36· 13 Ιουνίου 2012, F‑63/11, Macchia κατά Επιτροπής, σκέψεις 47 και 49, κατά της οποίας εκκρεμεί αίτηση αναιρέσεως ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, υπόθεση T‑368/12 P

2.      Το καθήκον αρωγής, καθώς και η αρχή της χρηστής διοικήσεως συνεπάγονται, μεταξύ άλλων, ότι η αρμόδια αρχή, όταν αποφαίνεται επί της καταστάσεως ενός μόνιμου υπαλλήλου ή ενός υπαλλήλου του λοιπού προσωπικού, αυτό δε ακόμη και στο πλαίσιο της ασκήσεως ευρείας εξουσίας εκτιμήσεως, λαμβάνει υπόψη το σύνολο των στοιχείων που μπορούν να είναι καθοριστικά για την απόφασή της. Στο πλαίσιο αυτό, οφείλει να λαμβάνει υπόψη όχι μόνον το συμφέρον της υπηρεσίας, αλλά και αυτό του οικείου υπαλλήλου ή μέλους του λοιπού προσωπικού. Λαμβανομένης, εντούτοις, υπόψη της ευρείας εξουσίας εκτιμήσεως την οποία διαθέτουν τα θεσμικά όργανα κατά την αξιολόγηση του συμφέροντος της υπηρεσίας, ο έλεγχος του δικαστή της Ένωσης πρέπει να περιορίζεται στο ζήτημα κατά πόσον το οικείο θεσμικό όργανο ενήργησε εντός ευλόγων ορίων και δεν έκανε χρήση της εξουσίας του εκτιμήσεως κατά τρόπο εσφαλμένο.

(βλ. σκέψη 61)

Παραπομπή:

ΔΔΔΕΕ: Macchia κατά Επιτροπής, προπαρατεθείσα, σκέψη 50 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία

3.      Κατά το άρθρο 87, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης, και με την επιφύλαξη των λοιπών διατάξεων του ογδόου κεφαλαίου του δευτέρου τίτλου του εν λόγω Κανονισμού, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα έξοδα, εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Εντούτοις, κατά το άρθρο 88 του Κανονισμού Διαδικασίας, ένας διάδικος, έστω και νικήσας, μπορεί να καταδικαστεί εν μέρει στα δικαστικά έξοδα, αν όχι στο σύνολό τους, αν τούτο δικαιολογεί η στάση του, περιλαμβανομένης και της στάσης του προ της κινήσεως της δίκης, ειδικότερα δε αν υποχρέωσε τον αντίδικό του σε έξοδα κρινόμενα ως προκληθέντα χωρίς εύλογη αιτία ή κακοβούλως.

Εντούτοις, η εφαρμογή του άρθρου 88 του εν λόγω Κανονισμού δεν περιορίζεται μόνο στις περιπτώσεις στις οποίες η Διοίκηση υποχρέωσε τον προσφεύγοντα σε έξοδα προκληθέντα χωρίς εύλογη αιτία ή κακοβούλως. Έτσι, το θεσμικό όργανο που είναι ο νικήσας διάδικος φέρει τα δικά του δικαστικά έξοδα και καταδικάζεται σε μέρος των εξόδων στα οποία υποβλήθηκε ο προσφεύγων, όταν η εμμονή του στον ισχυρισμό περί απαραδέκτου της προσφυγής βάσει προ πολλού παρωχημένης νομολογίας, χωρίς μάλιστα να προσπαθήσει να επεξηγήσει τους λόγους που το ώθησαν να αγνοήσει τη νέα νομολογία του Δικαστηρίου, είχε ως αποτέλεσμα να αποφασίσει το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης, αφενός, ότι ήταν αναγκαία η εκ νέου κατάθεση εκατέρωθεν υπομνημάτων και, αφετέρου, ότι έπρεπε να κληθούν οι διάδικοι στην επ’ ακροατηρίου συζήτηση, προκειμένου να διατυπώσουν τις απόψεις τους επί της εν λόγω νομολογίας, πράγμα που είχε κατ’ ανάγκη ως συνέπεια για τον προσφεύγοντα πρόσθετα έξοδα εκπροσωπήσεως, τα οποία θα μπορούσαν να αποφευχθούν.

(βλ. σκέψεις 85, 87 και 88)

Παραπομπή:

ΔΔΔΕΕ: Daake κατά ΓΕΕΑ, προπαρατεθείσα