ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ (τρίτο τμήμα)

της 9ης Ιουνίου 1998 (1)

«Εκ των υστέρων είσπραξη δασμών — Κανονισμός (ΕΟΚ) 1697/79 —Κανονισμός (ΕΟΚ) 2454/93»

Στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις T-10/97 και T-11/97,

Unifrigo Gadus Srl, εταιρία ιταλικού δικαίου, με έδρα τη Νεάπολη (Ιταλία),

και

CPL Imperial 2 SpA, εταιρία ιταλικού δικαίου, με έδρα την Pescara (Ιταλία),εκπροσωπούμενες από τον Giuseppe Celona, δικηγόρο Μιλάνου, με αντίκλητο στοΛουξεμβούργο τον δικηγόρο Georges Margue, 20, Rue Philippe II,

προσφεύγουσες-ενάγουσες,

κατά

Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενης, αρχικώς, από τουςFernando Castillo de la Torre και Paolo Stancanelli, και στη συνέχεια, από τονPaolo Stancanelli, μέλη της Νομικής Υπηρεσίας, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργοτον Carlos Gómez de la Cruz, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, Centre Wagner,Kirchberg,

καθής,

που έχουν ως αντικείμενο αίτημα ακυρώσεως της αποφάσεως της ΕπιτροπήςC(96) 2780 τελικό, της 8ης Οκτωβρίου 1996, περί εκ των υστέρων εισπράξεωςδασμών, καθώς και αίτημα αποκαταστάσεως της ζημίας που οι προσφεύγουσες-ενάγουσες ισχυρίζονται ότι έχουν υποστεί,

ΤΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΙΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ

(τρίτο τμήμα),

συγκείμενο από την V. Tiili, Πρόεδρο, και τους C. P. Briët και A. Potocki,δικαστές,

γραμματέας: J. Palacio González, υπάλληλος διοικήσεως,

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της προφορικής διαδικασίαςτης 3ης Μαρτιόυ 1998,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

Το ιστορικό των προσφυγών-αγωγών και η εξέλιξη της διαδικασίας

1.
    Οι προσφεύγουσες-ενάγουσες (στο εξής: προσφεύγουσες) είναι εταιρίεςασχολούμενες με το εμπόριο προϊόντων αλιείας.

2.
    Το 1990 και 1991 οι προσφεύγουσες εισήγαγαν από την Νορβηγία παρτίδεςμπακαλιάρου. Οι εισαγωγές αυτές πραγματοποιήθηκαν μέσω πιστοποιητικώνEUR 1 που επιβεβαίωναν τη νορβηγική καταγωγή των προϊόντων. Κατά συνέπεια,οι εν λόγω εταιρίες ωφελήθησαν από τις ευεργετικές διατάξεις του προτιμησιακούδασμολογικού καθεστώτος που ίσχυε επ' αυτού του τύπου προϊόντων στο πλαίσιοτων κοινοτικών δασμολογικών ποσοστώσεων που προβλέπονται από τονκανονισμό (ΕΟΚ) 3692/89 του Συμβουλίου, της 4ης Δεκεμβρίου 1989, για τοάνοιγμα και τον τρόπο διαχείρισης κοινοτικών δασμολογικών ποσοστώσεων γιαμπακαλιάρους και ψάρια του είδους Boreogadus saida, αποξεραμένα, αλατισμέναή σε άλμη, καταγωγής Νορβηγίας (1990) (ΕΕ L 362, σ. 3), και από τον κανονισμό(ΕΟΚ) 3523/90 του Συμβουλίου, της 4ης Δεκεμβρίου 1990, για το άνοιγμα και τοντρόπο διαχείρισης κοινοτικών δασμολογικών ποσοστώσεων για ορισμένα προϊόνταγεωργίας και αλιείας καταγωγής ορισμένων χωρών ΕΖΕΣ (ΕΕ L 343, σ. 4).

3.
    Κατά τη διάρκεια του 1993, η υπηρεσία νορβηγικών τελωνείων πληροφόρησεαυτοβούλως τις ιταλικές αρχές ότι, όπως είχε διαπιστώσει, ο εισαγωγέας δεν ήτανσε θέση να αποδείξει τη νορβηγική καταγωγή των προϊόντων.

4.
    Στις 4 Αυγούστου και στις 23 Νοεμβρίου 1993 η τελωνειακή υπηρεσία τηςΒερόνας κοινοποίησε τόσο στη CPL Imperial 2 SpΑ (στο εξής: CPL Imperial 2)όσο και στην Unifrigo Gadus Srl (στο εξής: Unifrigo Gadus) την απόφασή της ναπροβεί στην εκ των υστέρων είσπραξη των δασμών.

5.
    Επικαλούμενη την καλή της πίστη, η εταιρία CPL Imperial 2 ζήτησε, μέσω τουεκπροσωπούντος αυτήν εκτελωνιστή, με έγγραφο της 3ης Δεκεμβρίου 1993, απότις ιταλικές αρχές να μη προβούν στην εκ των υστέρων είσπραξη των εισαγωγικώνδασμών. Εξήγησε ότι η μη είσπραξη των δασμών οφειλόταν σε λάθος τωναρμοδίων αρχών το οποίο δεν ήταν δυνατό να διαπιστωθεί από καλόπιστοεπιχειρηματία. Επιπλέον, ζήτησε από τις ιταλικές αρχές να προσφύγουν σχετικάμε το ζήτημα αυτό στην Επιτροπή. Η εταιρία Unifrigo Gadus ανέφερε ότι και αυτήείχε προβεί στις ίδιες ενέργειες.

6.
    Μέσω του εκπροσώπου τους, οι προσφεύγουσες επιβεβαίωσαν στις ιταλικέςαρχές, στις 30 Ιανουαρίου 1996, ότι είχαν λάβει γνώση του φακέλου που οιτελευταίες προτίθενταν να διαβιβάσουν στην Επιτροπή και ότι δεν είχαν νακάνουν κανένα σχόλιο επ' αυτού.

7.
    Με έγγραφο της 6ης Φεβρουαρίου 1996, το οποίο ελήφθη στις 12 Απριλίου 1996,οι ιταλικές αρχές διαβίβασαν στην Επιτροπή τον φάκελο που αφορούσε τηναίτηση των προσφευγουσών καθώς και μιας τρίτης επιχειρήσεως η οποία δενείναι διάδικος στις υπό κρίση διαφορές. Παρακάλεσαν την Επιτροπή ναδιασαφηνίσει το ζήτημα αν ήταν εν προκειμένω δικαιολογημένο να μην προβούνστην είσπραξη των εισαγωγικών δασμών, συνολικού ύψους 148 890 000 ιταλικώνλιρών (LIT), και τούτο σύμφωνα με το άρθρο 5, παράγραφος 2, του κανονισμού(ΕΟΚ) 1697/79 του Συμβουλίου, της 24ης Ιουλίου 1979, περί της εκ των υστέρωνεισπράξεως εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών που δεν κατέστησαν απαιτητοίαπό τον φορολογούμενο για εμπορεύματα που διασαφηνίστηκαν σε τελωνειακόκαθεστώς συνεπαγόμενο την υποχρέωση καταβολής τέτοιων δασμών (ΕΕ ειδ. έκδ.02/007, σ. 254, στο εξής: κανονισμός 1697/79).

8.
    Η αίτηση αυτή εξετάστηκε στο πλαίσιο της διαδικασίας που περιγράφεται σταάρθρα 871 επ. του κανονισμού (ΕΟΚ) 2454/93 της Επιτροπής, της 2ας Ιουλίου1993, για τον καθορισμό ορισμένων διατάξεων εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ)2913/92 του Συμβουλίου περί θεσπίσεως του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα (ΕΕL 253, σ. 1, στο εξής: κανονισμός 2454/93).

9.
    Κατά τη συνεδρίαση της επιτροπής τελωνειακού κώδικα της 3ης Ιουνίου 1996, ηΕπιτροπή ζήτησε τη γνώμη των εκπροσωπούντων τα κράτη μέληεμπειρογνωμόνων. Στις 8 Οκτωβρίου 1996 εξέδωσε την απόφαση C(96) 2780τελικό (στο εξής: Απόφαση) της οποίας το άρθρο 1 έχει ως εξής: «οι εισαγωγικοίδασμοί ύψους 148 890 000 LIT που αποτελούν το αντικείμενο της αιτήσεως, μεημερομηνία 2 Φεβρουαρίου 1996, της Ιταλίας πρέπει να εισπραχθούν».

10.
    Ύστερα από την έκδοση της Αποφάσεως, εκάστη των προσφευγουσών έλαβε απότην υπηρεσία τελωνείων έγγραφο, με ημερομηνία 22 Νοεμβρίου 1996, στο οποίοήταν συνημμένο αντίγραφο της αποφάσεως και με το οποίο ζητήθηκε η καταβολήτων δασμών, δηλαδή 31 200 000 LIT όσον αφορά την Unifrigo Gadus και95 010 000 LIT όσον αφορά τη CPL Imperial 2, μαζί με τους σχετικούς τόκουςυπερημερίας. Το ποσό που ζητήθηκε από τη CPL Imperial 2 περιελάμβανε τουςδασμούς που αντιστοιχούσαν στην πράξη 7338 F των τελωνειακών αρχών.

11.
    Υπ' αυτές ακριβώς τις περιστάσεις, οι προσφεύγουσες άσκησαν, με δικόγραφαπου πρωτοκολλήθηκαν στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 17 Ιανουαρίου1997, τις υπό κρίση προσφυγές-αγωγές (στο εξής: προσφυγές).

12.
    Με διάταξη του Προέδρου του τρίτου τμήματος της 9ης Φεβρουαρίου 1998,αποφασίστηκε, προς διευκόλυνση της προφορικής διαδικαίας και προς έκδοσηκοινής αποφάσεως, η συνεκδίκαση, σύμφωνα με το άρθρο 50 του ΚανονισμούΔιαδικασίας, των υποθέσεων Τ-10/97 και Τ-11/97.

13.
    Κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή, το Πρωτοδικείο (τρίτο τμήμα)αποφάσισε να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία. Στο πλαίσιο των μέτρωνοργανώσεως της διαδικασίας, το Πρωτοδικείο κάλεσε τις προσφεύγουσες ναπροσκομίσουν ορισμένα έγγραφα, πράγμα που αυτές έπραξαν με έγγραφο της23ης Ιανουαρίου 1998.

14.
    Kατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση της 3ης Μαρτίου 1998, οι διάδικοι ανέπτυξανπροφορικώς τις θέσεις τους και απάντησαν στις ερωτήσεις του Πρωτοδικείου.

Αιτήματα των διαδίκων

15.
    Οι προσφεύγουσες ζητούν από το Πρωτοδικείο:

—    να κηρύξει τις προσφυγές παραδεκτές·

—    να ακυρώσει την Απόφαση·

—    επικουρικώς, να αποφανθεί ότι η Απόφαση δεν παράγει αποτελέσματαόσον αφορά το δικαίωμα των προσφευγουσών να αντιταχθούν στην εκ τωνυστέρων είσπραξη του επίμαχου δασμού·

—    όλως επικουρικώς, να υποχρεώσει την Επιτροπή να επιστρέψει στιςπροσφεύγουσες στο ακέραιο το ποσό που υποχρεούνται να καταβάλουν ωςεκ των υστέρων επιβληθέντα δασμό, ποινές και παρεπόμενα έξοδα·

—    εν πάση περιπτώσει, να ακυρώσει την Απόφαση όσον αφορά τους τόκους·

—    να καταδικάσει την καθής στα δικαστικά έξοδα.

16.
    Όσον αφορά μόνον την υπόθεση Τ-11/97, η προσφεύγουσα, CPL Imperial 2, ζητείεπίσης από το Πρωτοδικείο:

—    επικουρικώς, να ακυρώσει την Απόφαση, στο μέτρο που επιβάλλει την εκτων υστέρων είσπραξη των δασμών που αντιστοιχούν στην πράξη 7338 Fτων τελωνειακών αρχών.

17.
    Η Επιτροπή ζητεί από το Πρωτοδικείο:

—    να απορρίψει τις προσφυγές·

—    να καταδικάσει τις προσφεύγουσες στα δικαστικά έξοδα.

Όσον αφορά το αίτημα ακυρώσεως της Αποφάσεως

18.
    Πρέπει, προκαταρκτικώς, να επισημανθεί ότι, κατά πάγια νομολογία, οι κανόνεςδιαδικασίας θεωρούνται γενικώς ότι εφαρμόζονται επί όλων των διαφορών πουεκκρεμούν κατά τον χρόνο θέσεως σε ισχύ των εν λόγω κανόνων, πράγμα που δενσυμβαίνει όσον αφορά τους ουσιαστικούς κανόνες οι οποίοι ερμηνεύονταισυνήθως ως μη αφορώντες διαμορφωθείσες προ της ενάρξεως της ισχύος τουςκαταστάσεις (βλ., μεταξύ άλλων, την απόφαση του Δικαστηρίου της 6ης Ιουλίου1993, C-121/91 και C-122/91, CT Control (Rotterdam) και JCT Benelux κατάΕπιτροπής, Συλλογή 1993, σ. Ι-3873, σκέψη 22).

19.
    Εξ αυτού έπεται ότι, υπό τις συνθήκες αυτές, πράγμα που δεν αμφισβητείται απότους διαδίκους, οι ισχύοντες στην ενώπιον της Επιτροπής διαδικασία κανόνεςείναι αυτοί του κανονισμού 2454/93 και ότι αυτοί που ισχύουν, όσον αφορά τηνουσία, επί των υπό κρίση πραγματικών περιστατικών είναι αυτοί του άρθρου 5,παράγραφος 2, του κανονισμού 1697/79.

20.
    Προς στήριξη των ακυρωτικών τους αιτημάτων, οι προσφεύγουσες προέβαλαν,κατ' ουσίαν, πέντε λόγους.

Όσον αφορά τον πρώτο λόγο ακυρώσεως που αντλείται από την αναρμοδιότητατης Επιτροπής

Επιχειρήματα των διαδίκων

21.
    Οι προσφεύγουσες τονίζουν ότι, σύμφωνα με το άρθρο 873 του κανονισμού2454/93, η Επιτροπή διαθέτει την απόλυτη εξουσία να αποφασίσει εάν πρέπει ναλάβει υπόψη την εκ των υστέρων είσπραξη των δασμών, τούτο δε συμβαίνειακόμη και όταν οι εθνικές τελωνειακές αρχές θεωρούν ότι συντρέχουν οιπροϋποθέσεις του άρθρου 220, παράγραφος 2, στοιχείο β´, του κανονισμού (ΕΟΚ)2913/92 του Συμβουλίου, της 12ης Οκτωβρίου 1992, περί θεσπίσεως κοινοτικούτελωνειακού κώδικα (ΕΕ L 302, σ. 1) (ή, προηγουμένως, του άρθρου 5,

παράγραφος 2, του κανονισμού 1697/79). Τέτοια διάταξη αντίκειται προς τιςαρχές που έχουν καθιερωθεί με τη νομολογία του Δικαστηρίου, σύμφωνα με τιςοποίες, όταν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 220, παράγραφος 2,στοιχείο β´, υφίσταται δικαίωμα του εισαγωγέα να αντιταχθεί στην εκ τωνυστέρων είσπραξη. Κατά συνέπεια, η Επιτροπή δεν είχε την εξουσία να εκδώσειτην Απόφαση.

22.
    Η Επιτροπή υποστηρίζει, κατ' αρχάς, ότι ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος,εφόσον ο κανονισμός 2454/93 δεν αφορά άμεσα και ατομικώς τις προσφεύγουσες,ως νομικά πρόσωπα.

23.
    Στη συνέχεια, η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι, αντίθετα προς όσα υποστηρίζουν οιπροσφεύγουσες, τα άρθρα 871 επ. του κανονισμού 2454/93 δεν της επιτρέπουν ναθίξει το δικαίωμα του φορολογουμένου να αρνηθεί την καταβολή, εφόσονσυντρέχουν οι σχετικές προϋποθέσεις, των δασμών.

Εκτίμηση του Πρωτοδικείου

24.
    Το προβαλλόμενο απαράδεκτο του ανωτέρω λόγου ακυρώσεως προϋποθέτειλογικώς ότι οι προσφεύγουσες ζητούν την ακύρωση, βάσει του άρθρου 173 τηςΣυνθήκης, διατάξεων του κανονισμού 2454/93. Τούτο όμως δεν συμβαίνει. Όπωςοι προσφεύγουσες επιβεβαίωσαν στο υπόμνημά τους απαντήσεως, αυτός ο λόγοςακυρώσεως πρέπει να νοηθεί μάλλον ως αίτημα για ερμηνεία των διατάξεωναυτών σύμφωνα προς τις αρχές του κοινοτικού δικαίου.

25.
    Υπό τις συνθήκες αυτές, το προβαλλόμενο απαράδεκτο αυτού του λόγουακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί.

26.
    Όσον αφορά την ουσία, δεν αμφισβητείται ότι ο φορολογούμενος δικαιούται, ότανσυντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 5, παράγραφος 2, του κανονισμού1697/79, να μη καταβάλει δασμό (βλ., μεταξύ άλλων, τις αποφάσεις τουΔικαστηρίου της 27ης Ιουνίου 1991, C-348/89, Mecanarte, Συλλογή 1991, σ. Ι-3277,σκέψη 12, της 4ης Μαΐου 1993, C-292/91, Weis, Συλλογή 1993, σ. Ι-2219, σκέψη15,και της 14ης Μαΐου 1996, C-153/94 και C-204/94, Faroe Seafood κ.λπ., Συλλογή1996, σ. Ι-2465, σκέψη 84).

27.
    Εξάλλου, το άρθρο 871 του κανονισμού 2454/93 ορίζει: «Mε εξαίρεση τιςπεριπτώσεις που προβλέπει το άρθρο 869, όταν οι τελωνειακές αρχές, είτε κρίνουνότι πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 220, παράγραφος 2, στοιχείο β´, τουκώδικα, είτε έχουν επιφυλάξεις όσον αφορά την εφαρμογή των κριτηρίων τηςπροαναφερθείσας διάταξης σε μια συγκεκριμένη περίπτωση, διαβιβάζουν τηνυπόθεση στην Επιτροπή για να εξεταστεί σύμφωνα με τη διαδικασία πουπροβλέπεται στα άρθρα 872 έως 876.» Το άρθρο 873 του ίδιου κανονισμούπροβλέπει: «Η Επιτροπή αποφασίζει είτε ότι η εξετασθείσα περίπτωσηδικαιολογεί την εκ των υστέρων βεβαίωση των δασμών είτε ότι δεν τηδικαιολογεί.»

28.
    Έτσι, τα άρθρα 871 και 873 του κανονισμού 2454/93 παρέχουν στην Επιτροπήεξουσία λήψεως αποφάσεως, ιδίως σε περίπτωση όπου οι αρμόδιες αρχέςεκτιμούν ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις για μη εκ των υστέρων επιβολή δασμών.

29.
    Αυτή η εξουσία λήψεως αποφάσεως αποσκοπεί στη διασφάλιση της ομοιόμορφηςεφαρμογής του κοινοτικού δικαίου (βλ., όσον αφορά τη διάταξη που ίσχυε πριναπό τη θέση σε ισχύ του άρθρου 871 του κανονισμού 2454/93, τις αποφάσεις τουΔικαστηρίου της 26ης Ιουνίου 1990, C-64/89, Deutsche Fernsprecher, Συλλογή1990, σ. Ι-2535, σκέψη 13, την προπαρατεθείσα απόφαση Mecanarte, σκέψη 33,και την προπαρατεθείσα απόφαση Faroe Seafood κ.λπ., σκέψη 80).

30.
    Συνεπώς, ο μηχανισμός παραπομπής στην Επιτροπή δεν θα είχε νόημα αν ητελευταία υποχρεούνταν να ακολουθεί τη γνώμη που οι τελωνειακές αρχέςεκφράζουν στην αίτηση που της απευθύνουν.

31.
    Όμως, αυτή η εξουσία λήψεως αποφάσεως ουδόλως επιτρέπει στην Επιτροπή ναπροσβάλει το δικαίωμα του φορολογουμένου να αντιτάσσεται στην εκ τωνυστέρων είσπραξη δασμών όταν η Επιτροπή καταλήγει, μετά το πέρας τηςεξετάσεώς της, στο συμπέρασμα ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις για να τύχει ηεπιχείρηση του ευεργετήματος της μη εισπράξεως δασμών.

32.
    Κατά συνέπεια, ο πρώτος λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί.

Όσον αφορά τον δεύτερο λόγο ακυρώσεως που αντλείται από την παράβαση τωνάρθρων 871 έως 874 του κανονισμού 2454/93

Επιχειρήματα των διαδίκων

33.
    Οι προσφεύγουσες υπενθυμίζουν, στο πρώτο σκέλος του λόγου αυτού, ότι τοάρθρο 871 του κανονισμού 2454/93 ορίζει ότι η Επιτροπή μπορεί, και κατάσυνέπεια οφείλει, να ζητεί την αποστολή συμπληρωματικών στοιχείων «όταν ταστοιχεία που έχει διαβιβάσει το κράτος μέλος κρίνονται ανεπαρκή για ναμπορέσει να αποφανθεί για τη συγκεκριμένη περίπτωση που της υποβλήθηκε».

34.
    Επομένως, η Επιτροπή δεν μπορούσε να στηριχθεί μόνο στους ισχυρισμούς τωννορβηγικών αρχών οι οποίες αμφισβητούσαν την εγκυρότητα των πιστοποιητικώνκαταγωγής, και τούτο εφόσον η διαπίστωση αυτή είχε αμφισβητηθεί από τονορβηγικό Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο, το Høyesterett, με απόφασή του της2ας Απριλίου 1993, αρκετό καιρό πριν από την έκδοση της Αποφάσεως. Χωρίςσυμπληρωματική εξέταση, η Επιτροπή δεν θα μπορούσε να αποφανθεί έχονταςπλήρη γνώση της καταστάσεως.

35.
    Στο δεύτερο σκέλος του λόγου αυτού, οι προσφεύγουσες υποστηρίζουν ότι, ενόψειτων στενών περιθωρίων των προθεσμιών που προβλέπονται στα άρθρα 871 έως874 του κανονισμού 2454/93, η εκ των υστέρων είσπραξη των δασμών δεν

μπορούσε να διαταχθεί. Πράγματι, όσον αφορά την υπό κρίση περίπτωση, οιεισαγωγές πραγματοποιήθηκαν το 1990 και 1991, οι δε προσφεύγουσες ζήτησαναπό τις ιταλικές αρχές να θέσουν στο ζήτημα στην Επιτροπή τον Δεκέμβριο του1993· όμως, η Απόφαση δεν εκδόθηκε παρά στις 8 Οκτωβρίου 1996 καιδιαβιβάστηκε στις προσφεύγουσες μόλις στις 22 Νοεμβρίου 1996.

36.
    Η Επιτροπή αντιτείνει ότι ενήργησε σύμφωνα με τους κανόνες των άρθρων 871έως 874 του κανονισμού 2454/93 (βλ., μεταξύ άλλων, τις αποφάσεις τουΔικαστηρίου της 7ης Δεκεμβρίου 1993, C-12/92, Huygen κ.λπ., Συλλογή 1993,σ. Ι-6381, και την προπαρατεθείσα απόφαση Faroe Seafood κ.λπ., σκέψεις 16 και63· την απόφαση του Πρωτοδικείου της 9ης Νοεμβρίου 1995, Τ-346/94, France-aviation κατά Επιτροπής, Συλλογή 1995, σ. ΙΙ-2841, σκέψεις 30 έως 36).

Εκτίμηση του Πρωτοδικείου

37.
    Όσον αφορά το πρώτο σκέλος του λόγου αυτού, πρέπει να υπομνηστεί ότι,δυνάμει του άρθρου 871, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού 2454/93, «ο φάκελος πουδιαβιβάζεται στην Επιτροπή [από τις τελωνειακές αρχές] πρέπει να περιέχει όλατα στοιχεία που είναι αναγκαία για την ολοκληρωμένη εξέταση της υπόθεσης».Το τρίτο εδάφιο του ίδιου αυτού άρθρου ορίζει: «Όταν τα στοιχεία που έχειδιαβιβάσει το κράτος μέλος κρίνονται ανεπαρκή για να μπορέσει να αποφανθεί[έχοντας πλήρη γνώση της καταστάσεως] για τη συγκεκριμένη περίπτωση που τηςυποβλήθηκε, η Επιτροπή μπορεί να ζητήσει να της αποσταλούν συμπληρωματικάστοιχεία.»

38.
    Εν προκειμένω, οι νορβηγικές αρχές πληροφόρησαν τις αντίστοιχες ιταλικές αρχέςσχετικά με την αδυναμία του εξαγωγέα να αποδείξει τη νορβηγική καταγωγή τωνπροϊόντων. Όμως, όταν κατόπιν εκ των υστέρων ελέγχου δεν μπορεί ναεπιβεβαιωθεί η καταγωγή του μνημονευομένου στο πιστοποιητικό EUR 1εμπορεύματος, πρέπει να συναχθεί ότι το εν λόγω προϊόν είναι αγνώστουκαταγωγής και ότι, ως εκ τούτου, κακώς έγιναν τόσο η χορήγηση τουπιστοποιητικού EUR 1 όσο και η υπαγωγή στο προτιμησιακό δασμολόγιο. Οιτελωνειακές αρχές του κράτους μέλους εισαγωγής πρέπει τότε, κατ' αρχήν, ναπροβούν στην εκ των υστέρων είσπραξη των δασμών που δεν καταβλήθηκαν κατάτην εισαγωγή (προπαρατεθείσες αποφάσεις Huygens κ.λπ., σκέψη 17, και FaroeSeafood κ.λπ., σκέψη 16).

39.
    Όταν οι νορβηγικές αρχές πληροφόρησαν τις ιταλικές αρχές περί της αδυναμίαςτου εξαγωγέα να αποδείξει τη νορβηγική καταγωγή των εν λόγω προϊόντων, ούτεοι ιταλικές αρχές ούτε οι προσφεύγουσες αμφισβήτησαν το συμπέρασμα αυτό.

40.
    Ειδικότερα, μολονότι οι προσφεύγουσες επικαλούνται την καλοπιστία τους, δεναμφισβήτησαν, αντιθέτως, στην αλληλογραφία τους με τις ιταλικές αρχές, τιςπληροφορίες των νορβηγικών αρχών. Εξάλλου, ο εκπρόσωπος τωνπροσφευγουσών ισχυρίστηκε, με έγγραφο της 30ής Ιανουαρίου 1996, ότι δεν είχε

τίποτα να προσθέσει στον φάκελο που οι ιταλικές αρχές είχαν διαβιβάσει στηνΕπιτροπή.

41.
    Υπό τις συνθήκες αυτές, δικαιολογημένα η Επιτροπή θεώρησε ότι ο σχετικόςφάκελος ήταν πλήρης και ότι δεν χρειάζονταν περαιτέρω πληροφορίες.

42.
    Ως εκ περισσού, πρέπει να σημειωθεί ότι το μόνο στοιχείο που δενπεριλαμβανόταν στον διαβιβασθέντα στην Επιτροπή φάκελο, στοιχείο πουεπικαλούνται οι προσφεύγουσες, είναι η απόφαση του Høyesterett της 2αςΑπριλίου 1993. Όμως προκύπτει ότι η απόφαση αυτή αφορούσε την απαγγελίασε δύο πρόσωπα κατηγορίας για κατάρτιση πλαστών υγειονομικών πιστοποιητικώνσχετικών με προϊόντα ιχθύος που είχαν εξαχθεί προς διάφορες χώρες. Όπωςεπισημαίνει η Επιτροπή, το Høyesterett αποφάνθηκε μόνο επ' αυτού τουζητήματος και όχι επί του αν τα εν λόγω προϊόντα ήσαν καταγωγής Νορβηγίας.

43.
    Όσον αφορά το δεύτερο σκέλος του ίδιου λόγου, πρέπει να υπομνησθεί ότι,δυνάμει του άρθρου 871, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 2454/93, «η Επιτροπήενημερώνει αμέσως το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος για την παραλαβή τουφακέλου [που έχει αποσταλεί από τις τελωνειακές αρχές κράτους μέλους]». Τοάρθρο 872, πρώτο εδάφιο, του ίδιου αυτού κανονισμού, προβλέπει: «εντόςδεκαπενθημέρου από την ημερομηνία παραλαβής του φακέλου που ορίζεται στοάρθρο 871 πρώτο εδάφιο, η Επιτροπή διαβιβάζει αντίγραφό του στα κράτη μέλη».Εξάλλου, το άρθρο 873, δεύτερο εδάφιο, πρώτη φράση, διαλαμβάνει ότι ηαπόφαση «πρέπει να ληφθεί εντός έξι μηνών από την ημερομηνία παραλαβής απότην Επιτροπή του φακέλου που ορίζεται στο άρθρο 871, πρώτο εδάφιο». Τέλος,σύμφωνα με το άρθρο 874, πρώτο εδάφιο, «η απόφαση που ορίζεται στο άρθρο873 κοινοποιείται στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος το συντομότερο δυνατό και,οπωσδήποτε, εντός τριάντα ημερών από την ημερομηνία λήξης της προθεσμίαςπου ορίζεται στο εν λόγω άρθρο».

44.
    Εν προκειμένω, οι προσφεύγουσες δεν προβάλλουν κανένα στοιχείο από το οποίονα προκύπτει παράβαση των διατάξεων αυτών. Έτσι, ούτε το διάστημα πουμεσολάβησε μεταξύ της ημερομηνίας των εισαγωγών και της ημερομηνίας τηςαποφάσεως της Επιτροπής, ούτε το διάστημα μεταξύ της ημερομηνίας κατά τηνοποία οι επιχειρήσεις ζήτησαν από τις εθνικές αρχές να θέσουν το ζήτημα στηνΕπιτροπή και της ημερομηνίας κατά την οποία οι εν λόγω αρχές πράγματιαπευθύνθηκαν στην Επιτροπή διέπονται από τις προπαρατεθείσες διατάξεις. Κατάσυνέπεια, τα χρονικά αυτά διαστήματα ουδεμία ασκούν επιρροή όσον αφορά τηνεκ μέρους της Επιτροπής τήρηση των προβλεπομένων από τις σχετικές διατάξειςπροθεσμιών.

45.
    Ενόψει του συνόλου των ανωτέρω στοιχείων, ο δεύτερος λόγος ακυρώσεως πρέπεινα απορριφθεί.

Όσον αφορά τον τρίτο και τέταρτο λόγο ακυρώσεως που αντλούνται από τηνπαράβαση του άρθρου 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 1697/79 και τηνπαραβίαση της γενικής αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης

Επιχειρήματα των διαδίκων

46.
    Οι προσφεύγουσες υποστηρίζουν ότι η εκ των υστέρων είσπραξη δασμών είναιδυνατή μόνον όταν ο εισαγωγέας όφειλε να έχει αντιληφθεί ότι είχε ωφεληθείαπό λάθος ή απροσεξία των τελωνειακών αρχών (αποφάσεις του Δικαστηρίου της15ης Δεκεμβρίου 1983, 283/82, Schoellershammer κατά Επιτροπής, Συλλογή 1983,σ. 4219, σκέψη 7, της 15ης Μαΐου 1986, 160/84, Ορυζόμυλοι Καβάλας κ.λπ. κατάΕπιτροπής, Συλλογή 1986, σ. 1633, σκέψη 21, και της 1ης Απριλίου 1993, C-250/91,Hewlett Packard France, Συλλογή 1993, σ. Ι-1819, σκέψεις 45 και 46).

47.
    Έτσι, όταν, όπως συνέβη εν προκειμένω, η κατάρτιση των πλαστώνπιστοποιητικών καταγωγής από την εξαγωγική επιχείρηση δεν μπορούσε να γίνειαντιληπτή από τον εισαγωγέα, δεν μπορεί να του ζητείται να καταβάλει εκ τωνυστέρων δασμούς (προπαρατεθείσες αποφάσεις Deutsche Fernsprecher, σκέψη17, και Hewlett Packard France, σκέψη 28· απόφαση του Δικαστηρίου της 18ηςΙανουαρίου 1996, C-446/93, SEIM, Συλλογή 1996, σ. Ι-73, σκέψεις 40 έως 48).

48.
    Εξάλλου, κακώς η Επιτροπή θεώρησε, στην απόφασή της, ότι η τυχόν έλλειψηεγκυρότητας πιστοποιητικών EUR 1 εμπίπτει στην έννοια του εμπορικού κινδύνου.

49.
    Οι προσφεύγουσες υποστηρίζουν ότι, εφόσον δεν μπορούσαν να αντιληφθούν τοδιαπραχθέν λάθος, η εκ των υστέρων επιβολή σ' αυτές δασμών αντίκειται προςτην αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης. Σχετικώς, υπενθυμίζουν ότι,σύμφωνα με τη νομολογία, το άρθρο 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 1697/79αποτελεί την έκφραση γενικής ρήτρας ευθυδικίας.

50.
    Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι δεν συντρέχει εν προκειμένω η μία από τις τρειςπροϋποθέσεις που προβλέπονται σωρευτικώς στο άρθρο 5, παράγραφος 2, τουκανονισμού 1697/79, όπως έχει ερμηνευθεί από τη νομολογία, δηλαδή το ότι οιδασμοί δεν καταβλήθηκαν συνεπεία λάθους αυτών των ιδίων των αρμοδίων αρχών(βλ., μεταξύ άλλων, τις προπαρατεθείσες υποθέσεις Mecanarte και Faroe Seafoodκ.λπ.).

51.
    Εξάλλου, σε μια κατάσταση όπως η προκείμενη, ο φορολογούμενος δεν μπορείνα επικαλείται καμιά δικαιολογημένη εμπιστοσύνη (βλ., μεταξύ άλλων, τηναπόφαση του Δικαστηρίου της 13ης Νοεμβρίου 1984, 98/83 και 230/83, Van Gend& Loos και Bosman κατά Επιτροπής, Συλλογή 1984, σ. 3763, καθώς και τιςπροπαρατεθείσες αποφάσεις Mecanarte και Faroe Seafood κ.λπ.).

52.
    Η Επιτροπή καταλήγει στο συμπέρασμα ότι ο φορολογούμενος πρέπει νααναλαμβάνει τον εμπορικό κίνδυνο που απορρέει από μια εσφαλμένη διασάφηση

καταγωγής του εξαγωγέα (αποφάσεις του Δικαστηρίου της 11ης Δεκεμβρίου 1980,827/79, Acampora, Συλλογή τόμος 1980/ΙΙΙ, σ. 455, σκέψη 8, και προπαρατεθείσααπόφαση SEIM, σκέψη 45), κίνδυνο η έναντι του οποίου προστασία αποτελεί δικήτου μέριμνα (προπαρατεθείσα απόφαση Faroe Seafood κ.λπ., σκέψη 114).

Εκτίμηση του Πρωτοδικείου

53.
    Το άρθρο 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 1697/79 ορίζει: «Οι αρμόδιες αρχέςδύνανται να μην προβαίνουν σε ενέργειες εισπράξεως εκ των υστέρων ποσούεισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών που δεν καταβλήθηκε συνεπεία λάθους αυτώντων ιδίων των αρμοδίων αρχών που λογικά δεν ηδύνατο να ανακαλυφθεί από τονφορολογούμενο ο οποίος από μέρους του ενήργησε καλοπίστως και τήρησε όλεςτις διατάξεις που προβλέπονται από την ισχύουσα νομοθεσία όσον αφορά τηνκατάθεση της τελωνειακής διασαφήσεως.»

54.
    Κατά πάγια νομολογία οι προβλεπόμενες από το άρθρο αυτό προϋποθέσεις είναισωρευτικές (βλ., μεταξύ άλλων, τις προπαρατεθείσες αποφάσεις Mecanarte,σκέψη 12, και Faroe Seafood κ.λπ., σκέψη 83).

55.
    Η πρώτη από τις προϋποθέσεις αυτές είναι η ύπαρξη λάθους των ιδίων τωναρμοδίων αρχών.

56.
    Δεν αμφισβητείται ότι οι νορβηγικές τελωνειακές αρχές είναι οι αρμόδιες κατάτην έννοια του άρθρου 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 1697/79 αρχές(προπαρατεθείσες αποφάσεις Mecanarte, σκέψη 22, και Faroe Seafood κ.λπ.,σκέψη 88).

57.
    Εν προκειμένω, δεν αμφισβητείται ότι το λάθος λόγω του οποίου δημιουργήθηκανοι υπό κρίση διαφορές έγινε από τον εξαγωγέα ο οποίος δήλωσε τα προϊόντα ωςνορβηγικής καταγωγής πράγμα που δεν μπόρεσε αργότερα να αποδείξει.

58.
    Από το ίδιο το κείμενο του άρθρου 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 1697/79προκύπτει ότι η δικαιολογημένη εμπιστοσύνη του φορολογουμένου αξίζει τηςπροβλεπόμενης από το άρθρο αυτό προστασίας μόνον εάν «οι ίδιες» οι αρμόδιεςαρχές είναι αυτές που έχουν δημιουργήσει τη βάση επί της οποίας ερείδεται ηεμπιστοσύνη. Έτσι, μόνο τα καταλογιστέα σε ενέργειες των ιδίων των αρμοδίωναρχών λάθη δίδουν δικαίωμα για άρνηση εκ των υστέρων καταβολής δασμών(προπαρατεθείσες αποφάσεις Mecanarte, σκέψη 23, και Faroe Seafood κ.λπ.,σκέψη 91).

59.
    Δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η προϋπόθεση αυτή υφίσταται όταν οι αρμόδιεςαρχές έχουν πλανηθεί — ιδίως όσον αφορά την καταγωγή του εμπορεύματος — απόανακριβείς διασαφήσεις του εξαγωγέα, διασαφήσεις των οποίων την εγκυρότηταδεν οφείλουν ούτε να ελέγχουν ούτε να εκτιμούν (προπαρατεθείσες αποφάσειςMecanarte, σκέψη 24, Faroe Seafood κ.λπ., σκέψη 92).

60.
    Εξάλλου, ο φορολογούμενος δεν μπορεί να στηρίζει τη δικαιολογημένηεμπιστοσύνη του όσον αφορά το κύρος πιστοποιητικών από το γεγονός ότι αυτάέγιναν, αρχικώς, αποδεκτά από τις τελωνειακές αρχές κράτους μέλους, και τούτοδοθέντος ότι ο ρόλος των υπηρεσιών αυτών στο πλαίσιο της πρώτης αποδοχής τωνδιασαφήσεων ουδόλως εμποδίζει τη διενέργεια μεταγενεστέρων ελέγχων(προπαρατεθείσα απόφαση Faroe Seafood κ.λπ., σκέψη 93).

61.
    Κατά συνέπεια, το γεγονός ότι οι αρμόδιες νορβηγικές αρχές βεβαίωσαν σταπιστοποιητικά EUR 1 ότι τα εμπορεύματα κατάγονταν από το έδαφος αυτό ή τογεγονός ότι οι ιταλικές αρχές δέχθηκαν αρχικώς την αναγραφόμενη σταπιστοποιητικά αυτά καταγωγή των εμπορευμάτων δεν αρκούν για να θεωρηθεί ότιυφίσταται λάθος των αρμοδίων αρχών κατά την έννοια του άρθρου 5,παράγραφος 2, του κανονισμού 1697/79 (προπαρατεθείσα απόφαση Faroe Seafoodκ.λπ., σκέψη 94).

62.
    Βεβαίως, η δυνατότητα ελέγχου του πιστοποιητικού EUR 1 ύστερα από τηνεισαγωγή, χωρίς ο εισαγωγέας να έχει προηγουμένως ενημερωθεί, μπορεί ναπροκαλέσει δυσχέρειες σ' αυτόν όταν έχει καλοπίστως εισαγάγει εμπορεύματαεμπίπτοντα στο προτιμησιακό δασμολογικό καθεστώς, στηριζόμενος σεπιστοποιητικά ως προς τα οποία αγνοεί ότι είναι ανακριβή ή πλαστά. Όμως,πρέπει να επισημανθεί, κατ' αρχάς, ότι η Ευρωπαϊκή Κοινότητα δεν είναιυποχρεωμένη να υφίσταται τις επιβλαβείς συνέπειες της παράτυπης συμπεριφοράςτων προμηθευτών των εισαγωγέων, στη συνέχεια, ότι ο εισαγωγέας μπορεί ναασκήσει αγωγή αποζημιώσεως κατά του πλαστογράφου και, τρίτον, ότι,υπολογίζοντας τα πλεονεκτήματα που μπορεί να του αποφέρει το εμπόριοπροϊόντων για τα οποία μπορούν να ισχύουν δασμολογικές προτιμήσεις, έναςσυνετός επιχειρηματίας που γνωρίζει την ισχύουσα ρύθμιση πρέπει να είναι σεθέση να εκτιμά τους κινδύνους της αγοράς στην οποία σκοπεύει να κινηθεί καινα τους αποδέχεται ως αποτελούντες μέρος των συνήθων προσκομμάτων τουεμπορίου (απόφαση του Δικαστηρίου της 17ης Ιουλίου 1997, C-97/95, Pascoal &Filhos, Συλλογή 1997, σ. Ι-4209, σκέψη 59).

63.
    Πράγματι, στους συναλλασσομένους εναπόκειται να λαμβάνουν, στο πλαίσιο τωνσυμβατικών τους σχέσεων, τα αναγκαία μέτρα και να προφυλάσσονται από τονκίνδυνο της κινήσεως εις βάρος τους διαδικασίας για την εκ των υστέρωνείσπραξη (προπαρατεθείσες αποφάσεις Faroe Seafood κ.λπ., σκέψη 114, καιPascoal & Filhos, σκέψη 60).

64.
    Από το σύνολο των στοιχείων αυτών η Επιτροπή ορθώς κατέληξε στο συμπέρασμαότι δεν υφίστατο εν προκειμένω λάθος των ιδίων των αρμοδίων αρχών κατά τηνέννοια του άρθρου 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 1697/79 και ότι οιπροσφεύγουσες δεν μπορούν να επικαλούνται την αρχή της δικαιολογημένηςεμπιστοσύνης.

65.
    Δεδομένου ότι οι προϋποθέσεις του άρθρου 5, παράγραφος 2, του κανονισμού1697/79 είναι σωρευτικές, η Επιτροπή δεν όφειλε να εξετάσει τις λοιπές

προϋποθέσεις εφαρμογής της διατάξεως αυτής, εφόσον, εν πάση περιπτώσει, δενσυνέτρεχε η πρώτη. Ομοίως, δεν συντρέχει λόγος να εξεταστούν τα επιχειρήματατων προσφευγουσών σχετικά με αυτές τις λοιπές προϋποθέσεις.

66.
    Κατά συνέπεια, ο τρίτος και τέταρτος λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθούν.

Όσον αφορά τον πέμπτο λόγο ακυρώσεως που αντλείται από παράβαση τηςυποχρεώσεως αιτιολογήσεως

Επιχειρήματα των διαδίκων

67.
    Οι προσφεύγουσες προσάπτουν στην Επιτροπή ότι περιορίστηκε, στην απόφασήτης, στο να επιβεβαιώνει, χωρίς και να το αποδεικνύει, ότι τα πιστοποιητικάEUR 1 «δεν ήσαν έγκυρα».

68.
    Όμως, μια πλέον εμπεριστατωμένη εξέταση, που θα ήταν ακόμα περισσότεροδικαιολογημένη εφόσον οι προσφεύγουσες ήσαν απούσες κατά τη διαδικασία, θαείχε επιτρέψει στην Επιτροπή να διαπιστώσει ότι η απόφαση που είχε εκδοθείκατά της νορβηγικής εξαγωγικής εταιρίας από τα πρωτοβάθμια δικαστήρια τουκράτους αυτού, απόφαση με την οποία είχε διαπιστωθεί ότι το πιστοποιητικόκαταγωγής ήταν πλαστό καταρτισθέν από αυτήν την εξαγωγική εταιρία, είχεαναιρεθεί με την απόφαση του Høyesterett της 2ας Απριλίου 1993, ακριβώς όσοναφορά την καταγωγή των προϊόντων.

69.
    Σύμφωνα με τις προσφεύγουσες, κακώς η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι δεναμφισβητήθηκε η μη εγκυρότητα των πιστοποιητικών καταγωγής, εφόσον αυτέςείχαν επισυνάψει, στα δικόγραφά τους προσφυγής στην υπό κρίση υπόθεση, τηναπόφαση του Høyesterett.

70.
    Η Επιτροπή φρονεί ότι η Απόφαση είναι σύμφωνη προς τις επιταγές του άρθρου190 της Συνθήκης.

Εκτίμηση του Πρωτοδικείου

71.
    Κατά πάγια νομολογία, από την επιβαλλόμενη από το άρθρο 190 της Συνθήκηςαιτιολογία πρέπει να καταφαίνεται, κατά τρόπο σαφή και μη επιδεχόμενοπαρερμηνεία, η συλλογιστική του συντάκτη της ώστε να παρέχεται η δυνατότηταστους ενδιαφερομένους να γνωρίζουν τους λόγους που οδήγησαν στη λήψη τουμέτρου και να προασπίζουν τα δικαιώματά τους, στο δε Δικαστήριο να ασκεί τονέλεγχό του (βλ., μεταξύ άλλων, την απόφαση του Δικαστηρίου της 11ης Ιουλίου1990, C-323/88, Sermes, Συλλογή 1990, σ. Ι-3027, σκέψη 38).

72.
    Εν προκειμένω, στο προοίμιο της Αποφάσεως, η Επιτροπή εκθέτει, κατά σειρά,ότι τα πιστοποιητικά EUR 1 δεν είναι έγκυρα, ότι αυτή η έλλειψη εγκυρότηταςεμπίπτει στην έννοια του εμπορικού κινδύνου, ότι η αρχική αποδοχή των

πιστοποιητικών αυτών από τις τελωνειακές αρχές δεν μπορούσε να δημιουργήσειστους εισαγωγείς δικαιολογημένη εμπιστοσύνη και ότι δεν υπήρξε λάθος τωνιδίων των αρμοδίων αρχών κατά την έννοια του άρθρου 5, παράγραφος 2, τουκανονισμού 1697/79.

73.
    Επομένως, η Απόφαση εμπεριέχει, κατά τρόπο σαφή και μη επιδεχόμενοπαρερμηνεία, τη συλλογιστική της Επιτροπής.

74.
    Υπό τις συνθήκες αυτές, ο σχετικός λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί.

Όσον αφορά το επικουρικό αίτημα με το οποίο ζητείται να μη συνεπάγεται ηΑπόφαση αποτελέσματα

75.
    Σε περίπτωση που το Πρωτοδικείο δεν ακυρώσει την Απόφαση, οιπροσφεύγουσες ζητούν από αυτό να αποφανθεί ότι η Απόφαση δεν θασυνεπάγεται αποτελέσματα όσον αφορά το δικαίωμά τους να αρνηθούν την εκτων υστέρων καταβολή των επιμάχων δασμών.

76.
    Σύμφωνα με το άρθρο 174 της Συνθήκης, αν η προσφυγή βάσει του άρθρου 173της Συνθήκης είναι βάσιμη, το Πρωτοδικείο κηρύσσει την προσβαλλομένη πράξηάκυρη. Επομένως, ένα επικουρικό αίτημα όπως το υποβληθέν από τιςπροσφεύγουσες δεν εμπίπτει στην αρμοδιότητα του Πρωτοδικείου και είναι, κατάσυνέπεια, απαράδεκτο.

Όσον αφορά το επικουρικό αίτημα με το οποίο ζητείται η ακύρωση τηςΑποφάσεως στο μέτρο που στους απαιτουμένους δασμούς περιλαμβάνονται καιοι μνημονευόμενοι στην πράξη των τελωνειακών αρχών 7338 F

Eπιχειρήματα των διαδίκων

77.
    Όσον αφορά την υπόθεση Τ-11/97, η προσφεύγουσα υπογραμμίζει ότι, όπωςπροκύπτει από το έγγραφο των τελωνειακών αρχών της Βερόνας της 22αςΝοεμβρίου 1996, με το οποίο της γνωστοποιήθηκε το ύψος των δασμών πουόφειλε να καταβάλει, στο συνολικό αυτό ποσό περιλαμβανόταν το ποσό πουμνημονεύεται στην πράξη των τελωνειακών αρχών 7338 F της 27ης Σεπτεμβρίου1996 η οποία δεν αφορά προϊόντα των οποίων είχε αμφισβητηθεί η καταγωγή.

78.
    Η προσφεύγουσα συμπεραίνει ότι επιβάλλεται, όπως είναι επόμενο, να ακυρωθείη Απόφαση στο μέτρο που αφορά το ποσό αυτό, δηλαδή 12 614 070 LIT.

79.
    Η προσφεύγουσα υπενθυμίζει ότι το ύψος της τελωνειακής οφειλής ρητώςμνημονεύεται στο άρθρο 1 της Αποφάσεως.

80.
    Η Επιτροπή ανταπαντά ότι αυτός ο ισχυρισμός είναι απαράδεκτος. Υπενθυμίζειότι οι ιταλικές αρχές απευθύνθηκαν σ' αυτήν επειδή το είχε ζητήσει ηπροσφεύγουσα, με μοναδικό σκοπό να προσδιοριστεί αν συνέτρεχαν οι

προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 1697/79.Επομένως, η Επιτροπή δεν αποφάνθηκε ούτε επί του απαιτητού ούτε επί τουύψους της επίμαχης τελωνειακής οφειλής. Συνεπώς, η προσφεύγουσα δεν μπορείνα προβάλλει, κατά της Αποφάσεως, ισχυρισμούς σκοπούντες στο να καταδειχθείο παράνομος χαρακτήρας των αποφάσεων των αρμοδίων εθνικών αρχών με τιςοποίες απαιτείται η καταβολή των επίδικων δασμών. Τέτοια διαπίστωση εμπίπτει,όπως είναι επόμενο, μόνο στην αρμοδιότητα του εθνικού δικαστή (απόφαση τουΔικαστηρίου της 12ης Μαρτίου 1987, 244/85 και 245/85, Cerealmangimi καιItalgrani κατά Επιτροπής, Συλλογή 1987, σ. 1303, σκέψεις 9 έως 13, καιπροπαρατεθείσα απόφαση CT Control (Rotterdam) και JCT Benelux κατάΕπιτροπής, σκέψεις 42 έως 46).

Εκτίμηση του Πρωτοδικείου

81.
    Η εξουσία λήψεως αποφάσεως που αναγνωρίζεται στην Επιτροπή από τα άρθρα871 και 873 του κανονισμού 2454/93 αφορά μόνο το αν, σε μια συγκεκριμένηπραγματική κατάσταση, συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 5,παράγραφος 2, του κανονισμού 1697/79.

82.
    Επομένως, η Επιτροπή δεν καθορίζει το ύψος της απαιτουμένης οφειλής. Όντως,μόλις με το έγγραφο, με ημερομηνία 22 Νοεμβρίου 1996, των ιταλικών αρχώνπρος την επιχείρηση, δηλαδή, ύστερα από την έκδοση της Αποφάσεως,μνημονεύθηκε η πράξη 7338 F των τελωνειακών αρχών.

83.
    Βεβαίως, στο άρθρο 1 της Αποφάσεως αναγράφεται: «Οι εισαγωγικοί δασμοίύψους 148 890 000 LIT που αποτελούν το αντικείμενο της αιτήσεως, μεημερομηνία 2 Φεβρουαρίου 1996, της Ιταλίας πρέπει να εισπραχθούν.» Όμως, τοαναφερόμενο ποσό δεν προκύπτει από υπολογισμό της Επιτροπής, αλλάαντιστοιχεί απλώς στο συνολικό ποσό που μνημονευόταν από τις ιταλικές αρχέςστην αίτησή τους στην οποία ρητώς παραπέμπει το άρθρο 1 της Αποφάσεως.

84.
    Υπό τις συνθήκες αυτές, το εν λόγω αίτημα πρέπει να απορριφθεί, καθόσον δενμπορεί να επηρεάσει τον νόμιμο χαρακτήρα της Αποφάσεως, παρόμοια δεενέργεια εμπίπτει, στην πραγματικότητα, στην αρμοδιότητα του εθνικού δικαστήο οποίος θα κληθεί να αποφανθεί επί της νομιμότητας της ιταλικής διοικητικήςπράξεως με την οποία διατάσσεται η εκ των υστέρων είσπραξη των δασμών.

Όσον αφορά το επικουρικό αίτημα με το οποίο ζητείται η ακύρωση τηςΑποφάσεως όσον αφορά την καταβολή τόκων

Επιχειρήματα των διαδίκων

85.
    Οι προσφεύγουσες επισημαίνουν ότι στο ποσό που τους ζητήθηκε από τιςτελωνειακές αρχές με το έγγραφο της 22ας Νοεμβρίου 1996 περιλαμβάνονται καιτόκοι, ενώ ενδέχεται τούτο να αυξηθεί με τόκους υπερημερίας.

86.
    Όμως, το άρθρο 7 του κανονισμού 1697/79, που τυγχάνει εν προκειμένωεφαρμογής, απαγορεύει την επιβολή τόκων υπερημερίας επί των εκ των υστέρωνεισπραττομένων ποσών όταν η μη είσπραξη οφειλομένων δασμών οφείλεται σελάθος των αρμοδίων αρχών.

87.
    Η Επιτροπή ανταπαντά ότι ο ισχυρισμός αυτός είναι, για τους προεκτεθέντεςλόγους (βλ. ανωτέρω σκέψη 80), απαράδεκτος. Υπογραμμίζει ότι, εν πάσηπεριπτώσει, εφόσον η μη είσπραξη των δασμών δεν οφείλεται σε λάθος τωναρμοδίων αρχών, η προϋπόθεση εφαρμογής του άρθρου 7 δεν υφίσταται.

Εκτίμηση του Πρωτοδικείου

88.
    Αυτό το αίτημα απορρίπτεται για τους ίδιους με τους προεκτεθέντες λόγους (βλ.ανωτέρω σκέψεις 81 έως 84).

Όσον αφορά τα αιτήματα αποζημιώσεως

Επιχειρήματα των διαδίκων

89.
    Οι προσφεύγουσες αμφισβητούν το προβαλλόμενο από την Επιτροπή απαράδεκτοτων αιτημάτων αποζημιώσεως (απόφαση του Πρωτοδικείου της 24ης Σεπτεμβρίου1996, Τ-485/93, Dreyfus κατά Επιτροπής, Συλλογή 1996, σ. ΙΙ-1101, σ. 73).

90.
    Επί της ουσίας, φρονούν ότι η Επιτροπή διέπραξε σφάλμα κατά την εξέταση τηςυποθέσεως, καθόσον, αφενός, δεν ενήργησε με την επιβαλλόμενη από τονκανονισμό 2454/93 επιμέλεια και, αφετέρου, δεν ζήτησε συμπληρωματικέςπληροφορίες, πράγμα που ήταν, ωστόσο, υποχρεωμένη να πράξει (απόφαση τουΔικαστηρίου της 24ης Φεβρουαρίου 1994, C-368/92, Chiffre, Συλλογή 1994,σ. Ι-605, σκέψεις 19 και 30).

91.
    Η επενεχθείσα λόγω του σφάλματος αυτού ζημία αντιστοιχεί στο ποσό τωνδασμών που οι προσφεύγουσες θα υποχρεωθούν, τελικώς, να καταβάλουν στιςιταλικές αρχές.

92.
    Η Επιτροπή υποστηρίζει, κυρίως, ότι, σύμφωνα με τη νομολογία, όταν ένα αίτημααποζημιώσεως σκοπεί, στην πραγματικότητα, στην εξάλειψη των συνεπειών μιαςαποφάσεως της οποίας, άλλωστε, έχει ζητηθεί η ακύρωση, όπως συμβαίνει ενπροκειμένω, το εν λόγω αίτημα πρέπει να κηρύσσεται απαράδεκτο (απόφαση τουΔικαστηρίου της 26ης Φεβρουαρίου 1986, 175/84, Krohn κατά Επιτροπής, Συλλογή1986, σ. 753).

93.
    Επικουρικώς, η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι το αίτημα είναι αβάσιμο εφόσον κανένασφάλμα δεν μπορεί εν προκειμένω να της προσαφθεί.

Εκτίμηση του Πρωτοδικείου

94.
    Σύμφωνα με τη νομολογία, το απαράδεκτο μιας προσφυγής ακυρώσεως πουστηρίζεται στο άρθρο 173 της Συνθήκης μπορεί, κατ' εξαίρεση, να συνεπάγεταιτο απαράδεκτο της αγωγής αποζημιώσεως που έχει ασκηθεί βάσει του άρθρου215 της Συνθήκης, όταν με την αγωγή αποζημιώσεως σκοπείται, στηνπραγματικότητα, η ανάκληση ατομικής αποφάσεως που έχει καταστεί οριστική(βλ., μεταξύ άλλων, την προπαρατεθείσα απόφαση Krohn κατά Επιτροπής,σκέψη 33).

95.
    Εν προκειμένω, η Επιτροπή δεν ισχυρίζεται ότι η αγωγή αποζημιώσεως είναιαπαράδεκτη αλλά απλώς ότι είναι αβάσιμη. Επομένως, η προβαλλόμενη από τηνΕπιτροπή νομολογία δεν τυγχάνει εν προκειμένω εφαρμογής.

96.
    Επί της ουσίας, πρέπει να σημειωθεί ότι τα προβαλλόμενα από τιςπροσφεύγουσες σφάλματα αντιστοιχούν στους ισχυρισμούς που έχουν προβληθείμε το πρώτο και δεύτερο σκέλος του δευτέρου λόγου που έχει προβληθεί προςστήριξη των ακυρωτικών αιτημάτων.

97.
    Δεδομένου ότι από την εξέταση στην οποία προέβη το Πρωτοδικείο όσον αφοράτα δύο αυτά σκέλη δεν προέκυψε νομική ή πραγματική πλάνη της Επιτροπής,έπεται ότι κακώς οι προσφεύγουσες προβάλλουν σφάλμα της τελευταίας.

98.
    Υπό τις συνθήκες αυτές, το αίτημα αποκαταστάσεως της προβαλλομένης ζημίαςπρέπει να απορριφθεί.

99.
    Εκ των ανωτέρω απορρέει ότι η προσφυγή-αγωγή πρέπει να απορριφθεί στοσύνολό της.

Επί των δικαστικών εξόδων

100.
    Σύμφωνα με το άρθρο 87, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, οηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπήρξε σχετικόαίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι οι προσφεύγουσες ηττήθησαν,πρέπει να καταδικαστούν, σύμφωνα με τα αιτήματα της καθής, στα δικαστικάέξοδα.

Για τους λόγους αυτούς,

ΤΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ (τρίτο τμήμα)

αποφασίζει:

1)    Απορρίπτει την προσφυγή-αγωγή.

2)    Καταδικάζει τις προσφεύγουσες-ενάγουσες στα δικαστικά έξοδα.

Tiili
Briët
Potocki

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 9 Ιουνίου 1998.

Ο Γραμματέας

Η Πρόεδρος

Η. Jung

V. Tiili


1: Γλώσσα διαδικασίας: η ιταλική.