ΔΙΑΤΑΞΗ ΤΟΥ ΠΡΟΕΔΡΟΥ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ

της 17ης Δεκεμβρίου 2008

Υπόθεση F-80/08 R

Fritz Harald Wenig

κατά

Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων

«Υπαλληλική υπόθεση – Διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων – Αίτηση αναστολής της εκτέλεσης της απόφασης με την οποία τέθηκε σε αργία ο ενδιαφερόμενος – Επείγον – Δεν συντρέχει»

Αντικείμενο: Αίτηση λήψης ασφαλιστικών μέτρων, την οποία υπέβαλε βάσει των άρθρων 242 ΕΚ, 243 ΕΚ, 157 ΕΑ και 158 ΕΑ ο F. H. Wenig και με την οποία ζητεί την αναστολή της εκτέλεσης της απόφασης της Επιτροπής, της 18ης Σεπτεμβρίου 2008, που εκδόθηκε κατ’ εφαρμογή των άρθρων 23 και 24 του παραρτήματος IX του Κανονισμού Υπηρεσιακής Κατάστασης των υπαλλήλων (ΚΥΚ) και με την οποία αφενός τέθηκε σε αργία ο αιτών για αόριστο χρονικό διάστημα και αφετέρου διατάχθηκε η παρακράτηση 1 000 ευρώ ανά μήνα από τις αποδοχές του για έξι μήνες κατ’ ανώτατο όριο.

Απόφαση: Ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης απορρίπτει την αίτηση λήψης ασφαλιστικών μέτρων και επιφυλάσσεται ως προς τα δικαστικά έξοδα.

Περίληψη

1.      Ασφαλιστικά μέτρα – Αναστολή εκτέλεσης – Προσωρινά μέτρα – Προϋποθέσεις χορήγησης – Εκ πρώτης όψεως βάσιμο (fumus boni juris) – Επείγον – Σωρευτικός χαρακτήρας – Σειρά εξέτασης και τρόπος εξακρίβωσης

(Άρθρα 242 ΕΚ και 243 ΕΚ· Κανονισμός Διαδικασίας του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης, άρθρο102 § 2)

2.      Ασφαλιστικά μέτρα – Αναστολή εκτέλεσης – Προϋποθέσεις χορήγησης – Στάθμιση όλων των εμπλεκομένων συμφερόντων

(Άρθρα 242 ΕΚ· Κανονισμός Διαδικασίας του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης, άρθρο 102 § 2· Κανονισμός Υπηρεσιακής Κατάστασης των υπαλλήλων, παράρτημα IX, άρθρα 23 και 24)

3.      Ασφαλιστικά μέτρα – Αναστολή εκτέλεσης – Προϋποθέσεις χορήγησης – Επείγον – Βάρος απόδειξης

(Άρθρα 242 ΕΚ· Κανονισμός Διαδικασίας του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης, άρθρο 102 § 2· Κανονισμός Υπηρεσιακής Κατάστασης των υπαλλήλων, παράρτημα IX, άρθρα 23 και 24)

4.      Ασφαλιστικά μέτρα – Αναστολή εκτέλεσης – Αναδρομικότητα – Δεν υπάρχει

(Άρθρο 242 ΕΚ)

1.      Δυνάμει του άρθρου 102, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης, οι αιτήσεις λήψης προσωρινών μέτρων προσδιορίζουν, μεταξύ άλλων, τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία προκύπτει το επείγον της υποθέσεως, καθώς και τους πραγματικούς και νομικούς ισχυρισμούς που δικαιολογούν εκ πρώτης όψεως (fumus boni juris) τη λήψη των προσωρινών μέτρων τα οποία ζητεί ο αιτών. Οι προϋποθέσεις αυτές προβλέπονται σωρευτικώς, οπότε η αίτηση λήψης προσωρινών μέτρων απορρίπτεται, εφόσον δεν πληρούται έστω και μία από αυτές. Εξάλλου, τα μέτρα που ζητούνται με την αίτηση πρέπει να είναι προσωρινά και να μην προδικάζουν την απόφαση επί της ουσίας.

Στο πλαίσιο αυτής της συνολικής εξέτασης, ο δικαστής των ασφαλιστικών μέτρων διαθέτει ευρεία εξουσία εκτίμησης και είναι ελεύθερος να καθορίσει, ενόψει των ιδιαιτεροτήτων της υπόθεσης, τον τρόπο κατά τον οποίο πρέπει να εξακριβωθεί η συνδρομή των διαφόρων αυτών προϋποθέσεων καθώς και τη σειρά με την οποία θα διεξαχθεί η εξέταση αυτή, εφόσον κανένας κανόνας κοινοτικού δικαίου δεν του επιβάλλει προκαθορισμένο σχέδιο ανάλυσης για να εκτιμήσει την αναγκαιότητα της λήψης προσωρινών μέτρων.

(βλ. σκέψεις 20 έως 23)

Παραπομπή:

ΠΕΚ: 21 Μαρτίου 1997, T‑41/97 R, Antillean Rice Mills κατά Συμβουλίου, Συλλογή 1997, σ. II‑447, σκέψη 19· 9 Αυγούστου 2001, T‑120/01 R, De Nicola κατά ΕΤΕπ, Συλλογή Υπ.Υπ. 2001, σ. I‑A‑171 και II‑783, σκέψεις 12 και 13

ΔΔΔ: 31 Μαΐου 2006, F‑38/06 R, Bianchi κατά ETF, Συλλογή Υπ.Υπ. 2006, σ. I‑A‑1‑27 και II‑A‑1‑93, σκέψεις 20 και 22

2.      Όταν, στο πλαίσιο αίτησης λήψης προσωρινών μέτρων, ο δικαστής των ασφαλιστικών μέτρων, ενώπιον του οποίου προβάλλεται ο κίνδυνος για τον αιτούντα να υποστεί σοβαρή και ανεπανόρθωτη ζημία, σταθμίζει τα διάφορα επίδικα συμφέροντα, πρέπει να εξετάζει κυρίως αν, σε περίπτωση ακύρωσης της επίδικης απόφασης από τον δικαστή της ουσίας, θα είναι δυνατή η ανατροπή της κατάστασης που θα έχει δημιουργηθεί από την άμεση εκτέλεση της απόφασης αυτής και, αντιστρόφως, αν η αναστολή εκτέλεσης της εν λόγω απόφασης μπορεί να παρεμποδίσει την παραγωγή όλων των αποτελεσμάτων της σε περίπτωση που απορριφθεί η κύρια προσφυγή.

Η απόφαση να τεθεί ένας υπάλληλος σε αργία, κατ’ εφαρμογή των άρθρων 23 και 24 του παραρτήματος IX του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων (ΚΥΚ), παράγει κατά κανόνα αποτελέσματα επί ορισμένο μακρό χρονικό διάστημα. Το διάστημα αυτό συμπίπτει αρχικά με το διάστημα κατά το οποίο διενεργείται η έρευνα και συνεχίζεται μετά τη λήξη της, εφόσον το θεσμικό όργανο κρίνει ότι το συμφέρον της υπηρεσίας, και ενίοτε του υπαλλήλου, επιβάλλει την απομάκρυνσή του μέχρις ότου το όργανο αυτό διαμορφώσει οριστική άποψη σχετικά με τα πταίσματα για τα οποία κατηγορείται ο υπάλληλος. Επομένως, η απόφαση θέσης του υπαλλήλου σε αργία θα έχανε ουσιαστικά, στην πράξη, τη χρησιμότητά της, αν δεν μπορούσε να παραγάγει τα αποτελέσματά της κατά το διάστημα κατά το οποίο θα έπρεπε κανονικά να τα παραγάγει.

Κατά συνέπεια, η αναστολή εκτέλεσης μιας τέτοιας απόφασης παράγει αμετάκλητα αποτελέσματα, με συνέπεια να ενέχει τον κίνδυνο να προδικάζει την απόφαση με την οποία το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης θα αποφανθεί επί της προσφυγής στην κύρια υπόθεση. Δεν συμβαίνει το ίδιο, όταν το αίτημα αναστολής της εκτέλεσης δεν γίνεται δεκτό. Πράγματι, η βλάβη της φήμης του τεθέντος σε αργία υπαλλήλου είναι ενδεχομένως δυνατόν να αποκατασταθεί με την ακύρωση της απόφασης αυτής και μάλιστα, εφόσον κριθεί αναγκαίο, με την επιβολή στο θεσμικό όργανο της υποχρέωσης καταβολής χρηματικής ικανοποίησης. Επομένως, κατά τη στάθμιση των επίδικων συμφερόντων, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη ο αμετάκλητος αυτός χαρακτήρας και να μην αναστέλλεται η εκτέλεση της απόφασης που θέτει τον υπάλληλο σε αργία παρά μόνο αν το επείγον της αναστολής είναι πράγματι αναμφισβήτητο.

(βλ. σκέψεις 27 έως 31 και 36)

Παραπομπή:

ΠΕΚ: προπαρατεθείσα απόφαση Antillean Rice Mills κατά Συμβουλίου, σκέψη 46· 30 Απριλίου 2008, T‑65/08 R, Ισπανία κατά Επιτροπής, δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 82 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία

3.      Ο σκοπός της διαδικασίας των ασφαλιστικών μέτρων δεν είναι να εξασφαλιστεί η αποκατάσταση μιας ζημίας, αλλά να κατοχυρωθεί η πλήρης αποτελεσματικότητα της απόφασης επί της ουσίας. Για να επιτευχθεί ο σκοπός αυτός, τα μέτρα που αφορά η αίτηση πρέπει να είναι επείγοντα, υπό την έννοια ότι η λήψη τους και η παραγωγή των αποτελεσμάτων τους πριν από την έκδοση απόφασης επί της κύριας υπόθεσης πρέπει να είναι αναγκαίες για την αποφυγή σοβαρής και αμετάκλητης ζημίας των συμφερόντων του αιτούντος. Εξάλλου, ο αιτών τα προσωρινά μέτρα έχει το βάρος της απόδειξης του ότι δεν μπορεί να αναμείνει την έκβαση της διαδικασίας επί της κύριας υπόθεσης χωρίς να υποστεί τέτοιας φύσης ζημία.

Το γεγονός ότι η απόφαση να τεθεί ο υπάλληλος σε αργία έχει ενδεχομένως επιπτώσεις επί του δικαιώματος στην προσωπικότητα του υπαλλήλου αυτού, οι οποίες του προξενούν ηθική βλάβη, αποτελεί καταρχήν άμεση και αναπόφευκτη συνέπεια της εν λόγω απόφασης. Επιπλέον, η ενδεχόμενη αναστολή της εκτέλεσης μιας τέτοιας απόφασης δεν μπορεί να αποκαταστήσει τη βλάβη αυτής της φύσης αποτελεσματικότερα από ό,τι θα μπορούσε να την αποκαταστήσει στο μέλλον η ενδεχόμενη ακύρωση της απόφασης αυτής κατόπιν της διαδικασίας επί της κύριας υπόθεσης.

Εξάλλου, ακόμη και αν υποτεθεί ότι ο υπάλληλος που έχει τεθεί σε αργία ισχυρίζεται ότι του προκλήθηκε ιδιαίτερη βλάβη στη σταδιοδρομία του, διαφορετική από την προσβολή της φήμης του, η βλάβη αυτή θα οφειλόταν στην πειθαρχική διαδικασία που ενδέχεται να κινηθεί κατ’ αυτού και όχι στην επίδικη απόφαση.

(βλ. σκέψεις 41, 43 και 44)

Παραπομπή:

ΔΕΚ: 25 Μαρτίου 1999, C‑65/99 P(R), Willeme κατά Επιτροπής, Συλλογή 1999, σ. I‑1857, σκέψεις 60 έως 62

ΠΕΚ: 10 Σεπτεμβρίου 1999, T‑173/99 R, Elkaïm Mazuel κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 1999, σ. I‑A‑155 και II‑811, σκέψη 25· προπαρατεθείσα απόφαση De Nicola κατά ΕΤΕπ, σκέψη 43· 19 Δεκεμβρίου 2002, T‑320/02 R, Esch-Leonhardt κ.λπ. κατά ΕΚΤ, Συλλογή Υπ.Υπ. 2002, σ. I‑A‑325 και II‑1555, σκέψη 27

4.      Η δικαστική απόφαση που διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης έχει τον χαρακτήρα προσωρινού μέτρου που αποσκοπεί στην αποφυγή ορισμένων αρνητικών αποτελεσμάτων στο μέλλον. Επομένως, η θέση σε αργία δεν μπορεί να έχει αναδρομική ισχύ, αντίθετα από ό,τι συμβαίνει με την ακύρωση.

(βλ. σκέψη 53)