ΔΙΑΤΑΞΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ

(πρώτο τμήμα)

της 12ης Ιουνίου 2009

Υπόθεση F-67/08

Maria Teresa Visser-Fornt Raya

κατά

Ευρωπαϊκής Αστυνομικής Υπηρεσίας (Ευρωπόλ)

«Υπαλληλική υπόθεση – Προσωπικό της Ευρωπόλ – Μη παράταση της διάρκειας της συμβάσεως εργασίας – Σύμβαση αορίστου χρόνου – Παραδεκτό – Έννομο συμφέρον – Προσφυγή κατά πράξεως η οποία έπαυσε να υφίσταται κατά τον χρόνο της ασκήσεως της προσφυγής – Μη υποβολή προηγούμενης ενστάσεως»

Αντικείμενο: Προσφυγή, ασκηθείσα δυνάμει του άρθρου 40, παράγραφος 3, της συμβάσεως, βάσει του άρθρου Κ.3 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, για την ίδρυση Ευρωπαϊκής Αστυνομικής Υπηρεσίας (σύμβαση Ευρωπόλ) και του άρθρου 93, παράγραφος 1, του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων της Ευρωπόλ, με την οποία η Μ. Τ. Visser-Fornt Raya ζητεί να ακυρωθούν, πρώτον, η απόφαση του διευθυντή της Ευρωπόλ, της 4ης Οκτωβρίου 2007, περί απορρίψεως του αιτήματός της για παράταση της διάρκειας της συμβάσεώς της και για τη σύναψη συμβάσεως αορίστου χρόνου, δεύτερον, η απόφαση του διευθυντή της Ευρωπόλ, της 29ης Απριλίου 2008, περί απορρίψεως της ενστάσεως που άσκησε η προσφεύγουσα κατά της προαναφερθείσας αποφάσεως της 4ης Οκτωβρίου 2007 και, τρίτον, η απόφαση του διευθυντή της Ευρωπόλ, της 12ης Ιουνίου 2008, περί απορρίψεως εκ νέου του αιτήματός της για παράταση της διάρκειας της συμβάσεώς της.

Απόφαση: Η προσφυγή απορρίπτεται. Η προσφεύγουσα καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα.

Περίληψη

Υπάλληλοι – Προσφυγή – Έννομο συμφέρον – Εκτίμηση κατά τον χρόνο ασκήσεως της προσφυγής – Εξαφάνιση της προσβαλλομένης αποφάσεως


Το έννομο συμφέρον, η ύπαρξη του οποίου αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για το παραδεκτό της προσφυγής, πρέπει να υφίσταται κατά τον χρόνο ασκήσεως της προσφυγής. Επομένως, είναι απαράδεκτη η προσφυγή ακυρώσεως κατά αποφάσεως η οποία, κατά την ημερομηνία πρωτοκολλήσεως του δικογράφου, έχει εξαφανιστεί από την έννομη τάξη λόγω της εκδόσεως νέας αποφάσεως η οποία ελήφθη κατόπιν επανεξετάσεως, με διαφορετική αιτιολογία και βάσει στοιχείων που διαφέρουν από εκείνα στα οποία βασίστηκε η Διοίκηση για την έκδοση της πρώτης αποφάσεως. Η νέα απόφαση δεν συνιστά επιβεβαιωτική πράξη αλλ’ αντιθέτως αυτοτελή πράξη που αντικαθιστά την προγενέστερη απόφαση.

(βλ. σκέψεις 32, 33, 35 και 36)

Παραπομπή:

ΔΕΚ: 7 Ιουνίου 2007, C‑362/05 P, Wunenburger κατά Επιτροπής, Συλλογή 2007, σ. I‑4333, σκέψη 42

ΠΕΚ: 18 Ιουνίου 1992, T‑49/91, Turner κατά Επιτροπής, Συλλογή 1992, σ. II‑1855, σκέψεις 24 έως 26· 13 Δεκεμβρίου 1996, T‑128/96, Lebedef κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 1996, σ. I‑A‑629 και II‑1679, σκέψεις 19 και 21· 29 Σεπτεμβρίου 1999, T‑68/97, Neumann και Neumann-Schölles κατά Επιτροπής, Συλλογή 1999, σ. I‑A‑193 και II‑1005, σκέψη 58· 27 Ιανουαρίου 2000, T‑49/97, TAT European Airlines κατά Επιτροπής, Συλλογή 2000, σ. II‑51, σκέψεις 30 έως 36· 24 Απριλίου 2001, T‑159/98, Torre κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 2001, σ. I‑A‑83 και II‑395, σκέψη 28· 5 Μαρτίου 2004, T‑281/03, Λιάκουρα κατά Συμβουλίου, Συλλογή Υπ.Υπ. 2004, σ. I‑A‑61 και II‑249, σκέψεις 36 έως 38· 13 Σεπτεμβρίου 2005, T‑272/03, Fernández-Gómez κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 2005, σ. I‑A‑229 και II‑1049, σκέψεις 36 και 42 έως 44

ΔΔΔ: 15 Ιουλίου 2008, F‑28/08, Pouzol κατά Ελεγκτικού Συνεδρίου, δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψεις 45 έως 50