ΔΙΑΤΑΞΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ
ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ

(δεύτερο τμήμα)

της 28ης Ιουνίου 2013

Υπόθεση F‑44/11

Luigi Marcuccio

κατά

Ευρωπαϊκής Επιτροπής

«Υπαλληλική υπόθεση — Άρθρο 34, παράγραφοι 1 και 6, του Κανονισμού Διαδικασίας — Δικόγραφο κατατεθέν διά τηλεομοιοτυπίας εντός της πρόσθετης, λόγω αποστάσεως, δεκαήμερης προθεσμίας ασκήσεως προσφυγής — Δικόγραφο αποσταλέν ταχυδρομικώς εντός των δέκα επόμενων ημερών — Δικόγραφα μη συμπίπτοντα μεταξύ τους — Εκπρόθεσμο της προσφυγής»

Αντικείμενο:      Προσφυγή-αγωγή ασκηθείσα δυνάμει του άρθρου 270 ΣΛΕΕ, το οποίο έχει εφαρμογή στη Συνθήκη ΕΚΑΕ βάσει του άρθρου 106α της Συνθήκης αυτής, με την οποία ο L. Marcuccio ζητεί από το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης, μεταξύ άλλων, να αναγνωρίσει το ανυπόστατο ή να ακυρώσει την απόφαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής περί απορρίψεως της από 6 Σεπτεμβρίου 2010 αιτήσεώς του, καθώς και την απόφαση περί απορρίψεως της από 3 Σεπτεμβρίου 2010 διοικητικής ενστάσεώς του και να του επιδικάσει αποζημίωση για τη ζημία που ισχυρίζεται ότι υπέστη λόγω της αποστολής, εκ μέρους ενός εκ των συμβούλων ιατρών της ιατρικής υπηρεσίας της Επιτροπής, επιστολής, την 8η Μαρτίου 2004, στον θεράποντα ιατρό του. Προ της ταχυδρομικής αποστολής του πρωτότυπου δικογράφου και, συγκεκριμένα, τη 13η Απριλίου 2011 έλαβε χώρα διαβίβαση, διά τηλεομοιοτυπίας, εγγράφου παρουσιαζόμενου ως αντιγράφου του πρωτότυπου δικογράφου.

Απόφαση:      Η προσφυγή-αγωγή απορρίπτεται εν μέρει ως προδήλως απαράδεκτη και εν μέρει ως προδήλως αβάσιμη. O L. Marcuccio φέρει τα δικαστικά έξοδά του και καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.

Περίληψη

1.      Υπάλληλοι — Πράξεις της Διοικήσεως — Τεκμήριο εγκυρότητας — Ανυπόστατη πράξη — Έννοια — Απόφαση απορρίψεως αιτήσεως υπάλληλου αξιούντος αποζημίωση λόγω πταίσματος συμβούλου ιατρού θεσμικού οργάνου ο οποίος διαβίβασε ορισμένα στοιχεία στον θεράποντα ιατρό του εν λόγω υπαλλήλου και αναιτιολόγητη απόρριψη — Δεν εμπίπτουν

(Άρθρο 288 ΣΛΕΕ)

2.      Ένδικη διαδικασία — Εισαγωγικό της δίκης δικόγραφο — Τυπικά στοιχεία — Εισαγωγικό της δίκης δικόγραφο κατατεθέν διά τηλεομοιοτυπίας εντός της προθεσμίας ασκήσεως προσφυγής — Ιδιόχειρη υπογραφή δικηγόρου διαφορετική της υπογραφής που φέρει το ταχυδρομικώς αποσταλέν πρωτότυπο δικόγραφο — Συνέπεια — Μη λήψη υπόψη, κατά τον έλεγχο τηρήσεως της προθεσμίας ασκήσεως προσφυγής, της ημερομηνίας παραλαβής του τηλεομοιοτυπήματος

(Κανονισμός Διαδικασίας του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης, άρθρο 34 §§ 1 και 6· Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρο 91 § 3)

1.      Οι πράξεις των οργάνων της Ένωσης περιβάλλονται, κατ’ αρχήν, με τεκμήριο νομιμότητας και, συνεπώς, παράγουν έννομα αποτελέσματα ακόμη και αν ενέχουν παρατυπίες, εφόσον δεν έχουν ακυρωθεί ή ανακληθεί. Εντούτοις, κατά παρέκκλιση από την εν λόγω αρχή, οι πράξεις που πάσχουν πλημμέλεια της οποίας η σοβαρότητα είναι τόσο πρόδηλη ώστε να μη μπορεί να γίνεται ανεκτή από την έννομη τάξη της Ένωσης πρέπει να θεωρείται ότι δεν παρήγαγαν κανένα έννομο αποτέλεσμα. Η σοβαρότητα των συνεπειών που συνδέονται με την αναγνώριση του ανυποστάτου πράξεως των οργάνων της Ένωσης επιτάσσει, για λόγους ασφάλειας δικαίου, να χωρεί η αναγνώριση αυτή σε όλως εξαιρετικές περιπτώσεις.

Εν πάση περιπτώσει, δεν δύνανται να θεωρούνται ως εξαιρετικές περιπτώσεις η προσβολή του δικαιώματος για σεβασμό της ιδιωτικής ζωής, η παραβίαση του απορρήτου, η παραβίαση των κανόνων δεοντολογίας που διέπουν το λειτούργημα του ιατρού καθώς και η παράβαση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως.

Επομένως, πρέπει να απορριφθεί ως προδήλως απαράδεκτη η αγωγή υπαλλήλου για αναγνώριση του ανυποστάτου αποφάσεως με την οποία η Επιτροπή απορρίπτει σιωπηρώς αίτησή του για αποκατάσταση της ζημίας που ισχυρίζεται ότι υπέστη λόγω της αποστολής, εκ μέρους ενός εκ των συμβούλων ιατρών της ιατρικής υπηρεσίας της Επιτροπής, επιστολής στον θεράποντα ιατρό του, αφού, αφενός, οι ιατροί αποτελούν αμφότεροι μέλη της επιφορτισμένης με την εξέταση του φακέλου του εν λόγω υπαλλήλου επιτροπής αναπηρίας και, αφετέρου, η υποβληθείσα από τον σύμβουλο ιατρό αίτηση παροχής πληροφοριών εντάσσεται ακριβώς στο πλαίσιο της εξετάσεως του φακέλου αναπηρίας του εν λόγω υπαλλήλου. Ζητώντας τέτοιου είδους πληροφορίες, αποκλειστικώς προς τον σκοπό εκπληρώσεως της αποστολής που του έχει ανατεθεί, ο σύμβουλος ιατρός ενεργεί στο πλαίσιο της υπηρεσίας, εντός των ορίων της αναγνωριζόμενης σε αυτόν ευχέρειας και χωρίς να παραβιάζει το ιατρικό απόρρητο από το οποίο δεσμεύεται. Συνεπώς, ο εν λόγω σύμβουλος ιατρός δεν παραβαίνει κανέναν κανόνα της ιατρικής δεοντολογίας.

Εξάλλου, το γεγονός ότι ο σύμβουλος ιατρός ενημέρωσε τον θεράποντα ιατρό του υπαλλήλου για τη μεταβολή της υπηρεσιακής διευθύνσεως αυτού δεν συνεπάγεται προσβολή του δικαιώματος για σεβασμό της ιδιωτικής ζωής ούτε παράβαση του καθήκοντος εχεμύθειας, δεδομένου ότι η συγκεκριμένη πληροφορία περιέχεται στην απόφαση τοποθετήσεως του υπαλλήλου σε νέα θέση για υπηρεσιακούς λόγους η οποία κοινοποιείται στον υπάλληλο και δημοσιεύεται, τουλάχιστον εντός του οργάνου. Τέλος, μια απόφαση απορρίψεως αιτήσεως αποζημιώσεως δεν δύναται, εν πάση περιπτώσει, να θεωρηθεί ανυπόστατη εκ μόνου του λόγου ότι στερείται αιτιολογίας.

(βλ. σκέψεις 23 και 26 έως 29)

Παραπομπή:

ΓΔΕΕ: 24 Νοεμβρίου 2010, T‑9/09 P, Marcuccio κατά Επιτροπής, σκέψη 37 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία

2.      Στο πλαίσιο των υπαλληλικών διαφορών ενώπιον του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης και προκειμένου για τη νομότυπη κατάθεση των διαδικαστικών εγγράφων, οι διατάξεις του άρθρου 34 του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης και, ιδίως, η παράγραφος 1 και η παράγραφος 6 αυτού, η οποία επιτρέπει την κατάθεση του δικογράφου τηλεομοιοτυπικώς, επιβάλλουν στον εκπρόσωπο του διαδίκου την υποχρέωση ιδιόχειρης υπογραφής του πρωτοτύπου εγγράφου προ της τηλεομοιοτυπικής διαβιβάσεώς του, καθώς και την υποχρέωση καταθέσεως του εν λόγω πρωτοτύπου στη Γραμματεία του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης εντός των δέκα επόμενων ημερών.

Ως εκ τούτου, εάν εκ των υστέρων διαπιστωθεί ότι η υπογραφή την οποία φέρει το πρωτότυπο του διαδικαστικού εγγράφου το οποίο κατατίθεται στη Γραμματεία εντός της δεκαήμερης προθεσμίας από της τηλεομοιοτυπικής διαβιβάσεως δεν ταυτίζεται με εκείνη του τηλεομοιοτυπικώς διαβιβασθέντος εγγράφου, επιβάλλεται να γίνει δεκτό ότι τα περιελθόντα στη Γραμματεία διαδικαστικά έγγραφα είναι διαφορετικά, έστω και αν η υπογραφή έχει τεθεί από το ίδιο πρόσωπο. Συγκεκριμένα, καθόσον δεν αποτελεί έργο του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης να αντιπαραβάλει τα δύο κείμενα λέξη προς λέξη προκειμένου να εξακριβώσει αν αυτά ταυτίζονται πλήρως, είναι πρόδηλο ότι, οσάκις η υπογραφή που το ένα κείμενο φέρει δεν ταυτίζεται με την υπογραφή που φέρει το άλλο κείμενο, το τηλεομοιοτυπικώς διαβιβασθέν έγγραφο δεν αποτελεί αντίγραφο του πρωτότυπου διαδικαστικού εγγράφου που απεστάλη ταχυδρομικώς.

Επιπροσθέτως, στην περίπτωση κατά την οποία η τηλεομοιοτυπική διαβίβαση του εγγράφου δεν πληροί τις προϋποθέσεις ασφάλειας δικαίου που επιβάλλει το άρθρο 34 του Κανονισμού Διαδικασίας, η ημερομηνία παραλαβής του τηλεομοιοτυπικώς διαβιβασθέντος εγγράφου δεν δύναται να ληφθεί υπόψη στο πλαίσιο του ελέγχου τηρήσεως της προθεσμίας ασκήσεως προσφυγής.

(βλ. σκέψεις 36, 37 και 39)