ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (τμήμα μείζονος συνθέσεως)

της 24ης Ιανουαρίου 2012 (*)

«Κοινωνική πολιτική – Οδηγία 2003/88/ΕΚ – Άρθρο 7 – Δικαίωμα ετήσιας αδείας μετ’ αποδοχών – Προϋπόθεση θεμελιώσεως του δικαιώματος επιβληθείσα με εθνική ρύθμιση – Απουσία εργαζομένου – Διάρκεια της αδείας αναλόγως του είδους της απουσίας – Εθνική ρύθμιση αντίθετη προς την οδηγία 2003/88 – Αποστολή των εθνικών δικαστηρίων»

Στην υπόθεση C‑282/10,

με αντικείμενο αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Cour de cassation (Γαλλία) με απόφαση της 2ας Ιουνίου 2010, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 7 Ιουνίου 2010, στο πλαίσιο της δίκης

Maribel Dominguez

κατά

Centre informatique du Centre Ouest Atlantique,

Préfet de la région Centre,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τμήμα μείζονος συνθέσεως),

συγκείμενο από τους Β. Σκουρή, Πρόεδρο, A. Tizzano, J. N. Cunha Rodrigues, K. Lenaerts, και U. Lõhmus, προέδρους τμήματος, A. Rosas, E. Levits (εισηγητή), A. Ó Caoimh, L. Bay Larsen, T. von Danwitz και A. Arabadjiev, δικαστές,

γενική εισαγγελέας: V. Trstenjak

γραμματέας: R. Şereş, υπάλληλος διοικήσεως,

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 17ης Μαΐου 2011,

λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:

–        η M. Dominguez, εκπροσωπούμενη από τις H. Masse-Dessen και V. Lokiec, avocats,

–        το Centre informatique du Centre Ouest Atlantique, εκπροσωπούμενο από τον D. Célice, avocat,

–        η Γαλλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον G. de Bergues, και τις A. Czubinski και N. Rouam,

–        η Δανική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον S. Juul Jørgensen,

–        η Ολλανδική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τις C. Wissels και M. Noort,

–        η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τους M. van Beek και M. Van Hoof,

αφού άκουσε τη γενική εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις της κατά τη συνεδρίαση της 8ης Σεπτεμβρίου 2011,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1        Η αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του άρθρου 7 της οδηγίας 2003/88/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 4ης Νοεμβρίου 2003, σχετικά με ορισμένα στοιχεία της οργάνωσης του χρόνου εργασίας (ΕΕ L 299, σ. 9).

2        Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της M. Dominguez και του εργοδότη της, του Centre informatique du Centre Ouest Atlantique (στο εξής: CICOA), σχετικά με το αίτημα της M. Dominguez να τύχει ετήσιας αδείας μετ’ αποδοχών, την οποία δεν είχε λάβει κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ Νοεμβρίου 2005 και Ιανουαρίου 2007 λόγω αναρρωτικής αδείας χορηγηθείσας κατόπιν ατυχήματος και, επικουρικώς, να της καταβληθεί αποζημίωση.

 Το νομικό πλαίσιο

 Η νομοθεσία της Ενώσεως

3        Το άρθρο 1 της οδηγίας 2003/88 ορίζει τα εξής:

«Αντικείμενο και πεδίο εφαρμογής

1. Η παρούσα οδηγία καθορίζει τις στοιχειώδεις προδιαγραφές ασφάλειας και υγείας όσον αφορά την οργάνωση του χρόνου εργασίας.

2. Εφαρμόζεται:

α) στις ελάχιστες περιόδους [...] ετήσιας αδείας [...]

[...]»

4        Το άρθρο 7 της οδηγίας αυτής ορίζει τα εξής:

«Ετήσια άδεια

1. Τα κράτη μέλη θεσπίζουν τα αναγκαία μέτρα ώστε να παρέχεται σε όλους τους εργαζομένους ετήσια άδεια μετ’ αποδοχών διάρκειας τουλάχιστον τεσσάρων εβδομάδων, σύμφωνα με τους όρους που προβλέπουν οι εθνικές νομοθεσίες και/ή πρακτικές για την απόκτηση του σχετικού δικαιώματος και τη χορήγηση της άδειας.

2. Η ελάχιστη περίοδος ετήσιας αδείας μετ’ αποδοχών μπορεί να αντικαθίσταται από χρηματική αποζημίωση μόνον σε περίπτωση τερματισμού της εργασιακής σχέσης.»

5        Το άρθρο 15 της οδηγίας αυτής προβλέπει τα εξής:

«Ευνοϊκότερες διατάξεις

Η παρούσα οδηγία δεν εμποδίζει τα κράτη μέλη να εφαρμόζουν ή να θεσπίζουν ευνοϊκότερες νομοθετικές, κανονιστικές ή διοικητικές διατάξεις για την προστασία της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων ή να ευνοούν ή να επιτρέπουν την εφαρμογή ευνοϊκότερων συλλογικών συμβάσεων ή συμφωνιών μεταξύ κοινωνικών εταίρων για την προστασία της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων.»

6        Το άρθρο 17 της οδηγίας 2003/88 προβλέπει ότι τα κράτη μέλη μπορούν να παρεκκλίνουν από ορισμένες διατάξεις της οδηγίας αυτής. Δεν επιτρέπεται παρέκκλιση από το άρθρο 7 της εν λόγω οδηγίας.

 Η εθνική νομοθεσία

7        Το άρθρο L. 223-2, πρώτο εδάφιο, του Code du travail [γαλλικού εργατικού κώδικα] προβλέπει ότι:

«Εργαζόμενος ο οποίος, κατά τη διάρκεια του έτους αναφοράς, αποδεικνύει ότι έχει απασχοληθεί στον ίδιο εργοδότη επί ελάχιστο διάστημα ενός μηνός πραγματικής εργασίας δικαιούται άδεια, της οποίας η χρονική διάρκεια καθορίζεται σε δύο και μισή εργάσιμες ημέρες ανά μήνα εργασίας, ενώ η συνολική χρονική διάρκεια της αδείας δεν δύναται να υπερβαίνει τις τριάντα εργάσιμες ημέρες.»

8        Κατά το άρθρο L. 223-4 του γαλλικού εργατικού κώδικα:

«Για τον υπολογισμό της χρονικής διάρκειας της αδείας, ένας μήνας πραγματικής εργασίας εξομοιώνεται με τέσσερις εβδομάδες εργασίας ή είκοσι τέσσερις ημέρες εργασίας. Οι περίοδοι αδείας μετ’ αποδοχών, οι ημέρες αντισταθμιστικής αναπαύσεως […] οι περίοδοι άδειας λοχείας […], οι ημέρες αντισταθμιστικής αναπαύσεως που χορηγούνται στο πλαίσιο μειώσεως του χρόνου εργασίας και οι περίοδοι μέγιστης συνεχόμενης διάρκειας ενός έτους κατά τις οποίες η εκτέλεση της συμβάσεως εργασίας αναστέλλεται λόγω εργατικού ατυχήματος ή επαγγελματικής νόσου θεωρούνται περίοδοι πραγματικής εργασίας […].»

9        Το άρθρο XIV, τέταρτο εδάφιο, του πρότυπου κανονισμού ο οποίος είναι προσαρτημένος στη συλλογική σύμβαση εργασίας του προσωπικού των οργανισμών κοινωνικής ασφαλίσεως προβλέπει τα εξής:

«Δεν θεμελιώνεται δικαίωμα ετήσιας αδείας όσον αφορά έτος κατά το οποίο ο εργαζόμενος απουσίαζε λόγω ασθενείας ή μακροχρόνιας ασθενείας, η οποία είχε ως αποτέλεσμα τη διακοπή της εργασίας επί διάστημα ίσο ή μεγαλύτερο των δώδεκα διαδοχικών μηνών, […]· το εν λόγω δικαίωμα υφίσταται εκ νέου κατά την ημερομηνία αναλήψεως της εργασίας, η δε χρονική διάρκεια της αδείας υπολογίζεται ανάλογα με τον χρόνο πραγματικής εργασίας για τον οποίο δεν έχει χορηγηθεί ακόμη ετήσια άδεια.»

 Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα

10      Στην περίπτωση της M. Dominguez, η οποία εργάζεται από το 1987 στο CICOA, έχει εφαρμογή η εθνική συλλογική σύμβαση εργασίας του προσωπικού των οργανισμών κοινωνικής ασφαλίσεως. Κατόπιν ατυχήματος κατά τη μετάβαση από την κατοικία της στον τόπο εργασίας, της χορηγήθηκε αναρρωτική άδεια για το χρονικό διάστημα από 3 Νοεμβρίου 2005 έως 7 Ιανουαρίου 2007.

11      Η M. Dominguez προσέφυγε στο εργατοδικείο και εν συνεχεία στο cour d’appel de Limoges προκειμένου να της χορηγηθεί, για το χρονικό διάστημα αυτό, άδεια μετ’ αποδοχών διάρκειας 22,5 ημερών και, επικουρικώς, να της καταβληθεί αποζημίωση.

12      Δεδομένου ότι τα εν λόγω δικαστήρια απέρριψαν τα αιτήματα της εργαζομένης, η M. Dominguez άσκησε αναίρεση. Υποστηρίζει ότι το ατύχημα κατά τη μετάβαση στον τόπο εργασίας αποτελεί εργατικό ατύχημα και εμπίπτει στο ίδιο νομικό καθεστώς με αυτό. Επομένως, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου L. 223-4 του γαλλικού εργατικού κώδικα, το χρονικό διάστημα διακοπής της συμβάσεώς της εργασίας κατόπιν του ατυχήματος κατά τη μετάβαση στον τόπο εργασίας πρέπει να θεωρηθεί χρόνος πραγματικής εργασίας όσον αφορά τον υπολογισμό της αδείας της μετ’ αποδοχών.

13      Λαμβάνοντας υπόψη τη νομολογία του Δικαστηρίου σχετικά με το άρθρο 7 της οδηγίας 2003/88, το Cour de cassation διατύπωσε επιφυλάξεις σχετικά με το αν οι εφαρμοστέες εν προκειμένω εθνικές διατάξεις είναι συμβατές με το άρθρο αυτό.

14      Υπό τις συνθήκες αυτές, το Cour de cassation αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:

«1) Έχει το άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας 2003/88 [...] την έννοια ότι απαγορεύει εθνικές διατάξεις ή πρακτικές οι οποίες εξαρτούν το δικαίωμα ετήσιας αδείας μετ’ αποδοχών από τη συμπλήρωση ελάχιστου χρόνου πραγματικής εργασίας δέκα ημερών (ή ενός μηνός) κατά την περίοδο αναφοράς;

2) Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, επιβάλλει το άρθρο 7 της οδηγίας 2003/88 [...], το οποίο δημιουργεί ιδιαίτερη υποχρέωση για τον εργοδότη, καθόσον αναγνωρίζει δικαίωμα αδείας μετ’ αποδοχών υπέρ του εργαζομένου που απουσιάζει για λόγους υγείας επί διάστημα ίσο ή μεγαλύτερο του έτους, στο επιληφθέν διαφοράς μεταξύ ιδιωτών εθνικό δικαστήριο την υποχρέωση να μην εφαρμόσει αντίθετη εθνική διάταξη η οποία εξαρτά στην περίπτωση αυτή τη θεμελίωση δικαιώματος ετήσιας αδείας μετ’ αποδοχών από τη συμπλήρωση ελάχιστου χρόνου πραγματικής εργασίας δέκα ημερών κατά τη διάρκεια του έτους αναφοράς;

3) Καθόσον το άρθρο 7 της οδηγίας 2003/88 [...] δεν διακρίνει μεταξύ των εργαζομένων αναλόγως του αν η απουσία τους από την εργασία κατά την περίοδο αναφοράς οφείλεται σε εργατικό ατύχημα, σε επαγγελματική ασθένεια, σε ατύχημα κατά τη μετάβαση από την κατοικία στον τόπο εργασίας ή, αντιστρόφως, σε μη επαγγελματική ασθένεια, δικαιούνται οι εργαζόμενοι, βάσει της εν λόγω διατάξεως, άδεια μετ’ αποδοχών της αυτής διάρκειας, ανεξαρτήτως της αιτίας στην οποία οφείλεται η απουσία τους για λόγους υγείας, ή η εν λόγω διάταξη πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι δεν αποκλείει τη δυνατότητα διαφοροποιήσεως της χρονικής διάρκειας της αδείας μετ’ αποδοχών, με κριτήριο την αιτία της απουσίας του εργαζομένου, εφόσον η εθνική νομοθεσία προβλέπει, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, ετήσια άδεια μετ’ αποδοχών διάρκειας μεγαλύτερης της ελάχιστης των τεσσάρων εβδομάδων που προβλέπει η οδηγία [2003/88];»

 Επί του πρώτου ερωτήματος

15      Με το πρώτο ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ερωτά κατ’ ουσίαν αν το άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας 2003/88 έχει την έννοια ότι απαγορεύει εθνικές διατάξεις ή πρακτικές βάσει των οποίων προβλέπεται ότι το δικαίωμα ετήσιας αδείας μετ’ αποδοχών προϋποθέτει πραγματική εργασία ελάχιστης χρονικής διάρκειας δέκα ημερών ή ενός μηνός κατά την περίοδο αναφοράς.

16      Υπενθυμίζεται συναφώς ότι, κατά πάγια νομολογία, το δικαίωμα κάθε εργαζομένου για ετήσια άδεια μετ’ αποδοχών πρέπει να θεωρείται ως ιδιαίτερης σημασίας αρχή του κοινωνικού δικαίου της Ενώσεως, από την οποία δεν χωρεί παρέκκλιση και η οποία πρέπει να εφαρμόζεται από τις αρμόδιες εθνικές αρχές μόνον εντός των ορίων που καθορίζει ρητώς η οδηγία 93/104/ΕΚ του Συμβουλίου, της 23ης Νοεμβρίου 1993, σχετικά με ορισμένα στοιχεία της οργάνωσης του χρόνου εργασίας (ΕΕ L 307, σ. 18), την οποία κωδικοποίησε η οδηγία 2003/88 (βλ. αποφάσεις της 26ης Ιουνίου 2001, C‑173/99, BECTU, Συλλογή 2001, σ. I‑4881, σκέψη 43, της 20ής Ιανουαρίου 2009, C‑350/06 και C-520/06, Schultz-Hoff κ.λπ., Συλλογή 2009, σ. I-179, σκέψη 22, και της 22ας Νοεμβρίου 2011, C-214/10, KHS, που δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 23).

17      Ως εκ τούτου, η οδηγία 93/104 έχει την έννοια ότι απαγορεύει στα κράτη μέλη να περιορίζουν μονομερώς το παρεχόμενο σε όλους τους εργαζομένους δικαίωμα ετήσιας αδείας μετ’ αποδοχών, θέτοντας προϋπόθεση για την κτήση του εν λόγω δικαιώματος η οποία έχει ως αποτέλεσμα τον αποκλεισμό ορισμένων εργαζομένων από το δικαίωμα αυτό (προπαρατεθείσα απόφαση BECTU, σκέψη 52).

18      Βεβαίως, τα κράτη μέλη έχουν τη δυνατότητα να καθορίζουν, στο εσωτερικό τους δίκαιο, τους όρους ασκήσεως και εφαρμογής του δικαιώματος ετήσιας αδείας μετ’ αποδοχών, πλην όμως δεν μπορούν να εξαρτούν από οποιονδήποτε όρο τη θεμελίωση του δικαιώματος αυτού (βλ. προπαρατεθείσα απόφαση Schultz-Hoff κ.λπ., σκέψη 46).

19      Επομένως, οι αναγκαίοι όροι εκτελέσεως και εφαρμογής για την υλοποίηση των όσων επιτάσσει η οδηγία 93/104, η οποία κωδικοποιήθηκε με την οδηγία 2003/88, είναι δυνατό να περιλαμβάνουν ορισμένες αποκλίσεις ως προς τις προϋποθέσεις ασκήσεως του δικαιώματος ετήσιας αδείας μετ’ αποδοχών, πλην όμως η οδηγία αυτή δεν επιτρέπει στα κράτη μέλη να αποκλείουν την ίδια τη ύπαρξη του δικαιώματος, το οποίο παρέχεται ρητώς σε όλους τους εργαζομένους (προπαρατεθείσες αποφάσεις BECTU, σκέψη 55, και Schultz-Hoff κ.λπ., σκέψη 47).

20      Επιπλέον, δεδομένου ότι η οδηγία 2003/88 δεν διακρίνει μεταξύ εργαζομένων που απουσιάζουν από την εργασία, κατά την περίοδο αναφοράς, λόγω αναρρωτικής αδείας και αυτών που όντως εργάσθηκαν κατά την εν λόγω περίοδο (βλ. προπαρατεθείσα απόφαση Schultz-Hoff κ.λπ., σκέψη 40), όσον αφορά τους εργαζομένους που ευρίσκονται σε αναρρωτική άδεια η οποία έχει χορηγηθεί δεόντως, ένα κράτος μέλος δεν μπορεί να εξαρτήσει το παρεχόμενο, βάσει της οδηγίας αυτής, σε όλους τους εργαζομένους δικαίωμα ετήσιας αδείας μετ’ αποδοχών από την υποχρέωση παροχής πραγματικής εργασίας κατά την περίοδο αναφοράς που έχει καθορίσει το εν λόγω κράτος (προπαρατεθείσα απόφαση Schultz-Hoff κ.λπ., σκέψη 41).

21       Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι το άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας 2003/88 έχει την έννοια ότι απαγορεύει εθνικές διατάξεις ή πρακτικές βάσει των οποίων προβλέπεται ότι το δικαίωμα ετήσιας αδείας μετ’ αποδοχών προϋποθέτει πραγματική εργασία ελάχιστης χρονικής διάρκειας δέκα ημερών ή ενός μηνός κατά την περίοδο αναφοράς.

 Επί του δευτέρου ερωτήματος

22      Με το δεύτερο ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ερωτά, κατ’ ουσίαν, αν το άρθρο 7 της οδηγίας 2003/88 έχει την έννοια ότι, στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ ιδιωτών, δεν πρέπει να τύχει εφαρμογής εθνική διάταξη προβλέπουσα ότι το δικαίωμα ετήσιας αδείας μετ’ αποδοχών προϋποθέτει ελάχιστο χρονικό διάστημα πραγματικής εργασίας κατά την περίοδο αναφοράς το οποίο αντιβαίνει στο εν λόγω άρθρο 7.

23      Καταρχάς, πρέπει να επισημανθεί ότι το ζήτημα αν εθνική διάταξη δεν πρέπει να τύχει εφαρμογής καθόσον αντιβαίνει στο δίκαιο της Ενώσεως εγείρεται μόνο σε περίπτωση κατά την οποία δεν είναι δυνατή καμία σύμφωνη προς το δίκαιο της Ενώσεως ερμηνεία της διατάξεως αυτής.

24      Συναφώς, από πάγια νομολογία προκύπτει ότι, κατά την εφαρμογή του εσωτερικού δικαίου, τα εθνικά δικαστήρια οφείλουν να το ερμηνεύουν κατά το μέτρο του δυνατού με γνώμονα το γράμμα και τον σκοπό της επίμαχης οδηγίας, προκειμένου να επιτυγχάνεται το αποτέλεσμα που επιδιώκεται με την οδηγία αυτή και, κατά συνέπεια, να συμμορφώνονται προς το άρθρο 288, τρίτο εδάφιο, ΣΛΕΕ. Η υποχρέωση αυτή σύμφωνης προς το δίκαιο της Ενώσεως ερμηνείας του εθνικού δικαίου είναι πράγματι συμφυής προς το σύστημα της ΣΛΕΕ, καθόσον παρέχει στα εθνικά δικαστήρια τη δυνατότητα να διασφαλίζουν, στο πλαίσιο της δικαιοδοσίας τους, την πλήρη αποτελεσματικότητα του δικαίου της Ενώσεως οσάκις αποφαίνονται επί των διαφορών των οποίων έχουν επιληφθεί (βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 5ης Οκτωβρίου 2004, C-397/01 έως C‑403/01, Pfeiffer κ.λπ., Συλλογή 2004, σ. I-8835, σκέψη 114, της 23ης Απριλίου 2009, C-378/07 έως C-380/07, Αγγελιδάκη κ.λπ., Συλλογή 2009, σ. I-3071, σκέψεις 197 και 198, και της 19ης Ιανουαρίου 2010, C‑555/07, Kücükdeveci, Συλλογή 2010, σ. I-365, σκέψη 48).

25      Βεβαίως, η υποχρέωση αυτή σύμφωνης ερμηνείας του εθνικού δικαίου υπόκειται σε ορισμένους περιορισμούς. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, η υποχρέωση του εθνικού δικαστηρίου να λαμβάνει υπόψη το περιεχόμενο οδηγίας κατά την ερμηνεία και εφαρμογή των σχετικών διατάξεων του εσωτερικού δικαίου οριοθετείται από τις γενικές αρχές του δικαίου και δεν μπορεί να χρησιμεύσει ως βάση για να θεμελιώσει ερμηνεία του εθνικού δικαίου contra legem (βλ. απόφαση της 15ης Απριλίου 2008, C-268/06, Impact, Συλλογή 2008, σ. I-2483, σκέψη 100, και προπαρατεθείσα απόφαση Αγγελιδάκη κ.λπ., σκέψη 199).

26      Το αιτούν δικαστήριο εκτιμά ότι στην υπόθεση της κύριας δίκης υπόκειται σε έναν τέτοιο περιορισμό. Κατά το αιτούν δικαστήριο, το άρθρο L. 223-2, πρώτο εδάφιο, του γαλλικού εργατικού κώδικα, το οποίο προβλέπει ότι το δικαίωμα ετήσιας αδείας μετ’ αποδοχών προϋποθέτει πραγματική εργασία ελάχιστης χρονικής διάρκειας ενός μηνός κατά την περίοδο αναφοράς, δεν επιδέχεται ερμηνεία σύμφωνη με το άρθρο 7 της οδηγίας 2003/88.

27      Πρέπει να υπομνησθεί συναφώς ότι η αρχή της σύμφωνης ερμηνείας επιβάλλει επίσης στα εθνικά δικαστήρια να πράττουν ό,τι είναι δυνατό εντός των ορίων της δικαιοδοσίας τους, λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο του εσωτερικού δικαίου και εφαρμόζοντας τις αναγνωρισμένες από το δίκαιο αυτό μεθόδους ερμηνείας, προκειμένου να διασφαλίζουν την πλήρη αποτελεσματικότητα της οικείας οδηγίας και να καταλήγουν σε λύση σύμφωνη προς τον σκοπό που επιδιώκει η οδηγία αυτή (βλ. απόφαση της 4ης Ιουλίου 2006, C‑212/04, Αδενέλερ κ.λπ., Συλλογή 2006, σ. I-6057, σκέψη 111, και προπαρατεθείσα απόφαση Αγγελιδάκη κ.λπ., σκέψη 200).

28      Στην υπόθεση, όμως, της κύριας δίκης, το άρθρο L. 223-4 του γαλλικού εργατικού κώδικα, βάσει του οποίου γίνεται δεκτό ότι για ορισμένες περιόδους απουσίας από την εργασία ο εργαζόμενος απαλλάσσεται από την υποχρέωση πραγματικής εργασίας κατά την περίοδο αναφοράς, αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του εσωτερικού δικαίου που πρέπει να λάβουν υπόψη τα εθνικά δικαστήρια.

29      Συγκεκριμένα, εάν το άρθρο L. 223-4 του γαλλικού εργατικού κώδικα ερμηνευόταν από το εθνικό δικαστήριο υπό την έννοια ότι περίοδος απουσίας από την εργασία λόγω ατυχήματος κατά τη μετάβαση στον τόπο εργασίας πρέπει να εξομοιωθεί με περίοδο απουσίας από την εργασία λόγω εργατικού ατυχήματος, προκειμένου να διασφαλισθεί η πλήρης αποτελεσματικότητα του άρθρου 7 της οδηγίας 2003/88, το δικαστήριο αυτό δεν θα υπέκειτο στον προμνημονευθέντα στη σκέψη 26 της παρούσας αποφάσεως περιορισμό της σύμφωνης ερμηνείας του άρθρου L. 223-2 του γαλλικού εργατικού κώδικα.

30      Πρέπει να διευκρινισθεί συναφώς ότι το άρθρο 7 της οδηγίας 2003/88 δεν προβαίνει σε καμία διάκριση μεταξύ εργαζομένων που απουσίαζαν από την εργασία κατά την περίοδο αναφοράς λόγω αναρρωτικής αδείας και αυτών που εργάσθηκαν πραγματικά κατά το χρονικό διάστημα αυτό (βλ. σκέψη 20 της παρούσας αποφάσεως). Ως εκ τούτου, κράτος μέλος δεν μπορεί να εξαρτά το δικαίωμα ετήσιας αδείας μετ’ αποδοχών εργαζομένου που απουσίαζε από την εργασία του κατά την περίοδο αναφοράς για λόγους υγείας από την υποχρέωση πραγματικής εργασίας κατά το ίδιο αυτό χρονικό διάστημα. Επομένως, κατά το άρθρο 7 της οδηγίας 2003/88, δεν επιτρέπεται να θιγεί το δικαίωμα ετήσιας αδείας μετ’ αποδοχών, διαρκείας τουλάχιστον τεσσάρων εβδομάδων, οποιουδήποτε εργαζομένου βρίσκεται σε αναρρωτική άδεια κατά την εν λόγω περίοδο αναφοράς, είτε λόγω ατυχήματος που συνέβη στον χώρο εργασίας ή αλλού είτε λόγω ασθενείας οποιουδήποτε είδους και οποιασδήποτε αιτίας

31      Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι στο αιτούν δικαστήριο απόκειται να διακριβώσει, λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο του εσωτερικού δικαίου, ιδίως δε το άρθρο L. 223-4 του γαλλικού εργατικού κώδικα, και εφαρμόζοντας τις αναγνωρισμένες από το δίκαιο αυτό μεθόδους ερμηνείας, προκειμένου να διασφαλίσει την πλήρη αποτελεσματικότητα της οδηγίας 2003/88 και να προκρίνει λύση σύμφωνη με τον σκοπό που επιδιώκει η οδηγία αυτή, αν είναι δυνατή ερμηνεία του δικαίου αυτού βάσει της οποίας η απουσία του εργαζομένου λόγω ατυχήματος κατά τη μετάβαση στον τόπο εργασίας μπορεί να εξομοιωθεί με κάποια από τις περιπτώσεις που μνημονεύει το εν λόγω άρθρο του εργατικού κώδικα.

32      Σε περίπτωση κατά την οποία δεν είναι εφικτή μια τέτοια ερμηνεία, πρέπει να εξετασθεί αν το άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας 2003/88 έχει άμεσο αποτέλεσμα και αν, ενδεχομένως, η M. Dominguez μπορεί να το επικαλεσθεί κατά των αναιρεσιβαλλομένων της κύριας δίκης, ιδίως δε κατά του εργοδότη της, δηλαδή του CICOA, λαμβανομένης υπόψη της νομικής μορφής τους.

33      Συναφώς, από πάγια νομολογία προκύπτει ότι, σε κάθε περίπτωση κατά την οποία οι διατάξεις οδηγίας είναι, από απόψεως του περιεχομένου τους, απαλλαγμένες αιρέσεων και αρκούντως ακριβείς, οι ιδιώτες μπορούν να τις επικαλούνται έναντι του κράτους μέλους ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων, είτε σε περίπτωση κατά την οποία το κράτος μέλος αυτό παρέλειψε να τις μεταφέρει εμπροθέσμως στην εσωτερική έννομη τάξη είτε σε περίπτωση κατά την οποία τις μετέφερε στην εσωτερική έννομη τάξη πλημμελώς (βλ., μεταξύ άλλων, προπαρατεθείσα απόφαση Pfeiffer κ.λπ., σκέψη 103 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

34      Πάντως, το άρθρο 7 της οδηγίας 2003/88 πληροί τα κριτήρια αυτά, δεδομένου ότι, με σαφείς όρους, επιβάλλει στα κράτη μέλη συγκεκριμένη υποχρέωση αποτελέσματος που δεν υπόκειται σε καμία αίρεση όσον αφορά την εφαρμογή του κανόνα τον οποίο θέτει και ο οποίος συνίσταται στην παροχή σε όλους τους εργαζομένους δικαιώματος ετήσιας αδείας μετ’ αποδοχών, διάρκειας τουλάχιστον τεσσάρων εβδομάδων.

35      Μολονότι το άρθρο 7 της οδηγίας 2003/88 παρέχει στα κράτη μέλη ορισμένο περιθώριο εκτιμήσεως όσον αφορά τις προϋποθέσεις θεμελιώσεως και παροχής του δικαιώματος ετήσιας αδείας μετ’ αποδοχών που προβλέπει η διάταξη αυτή, το γεγονός αυτό αναιρεί τον επακριβή και άνευ αιρέσεων χαρακτήρα της υποχρεώσεως που θέτει το εν λόγω άρθρο. Πρέπει να επισημανθεί συναφώς ότι το άρθρο 7 της οδηγίας 2003/88 δεν καταλέγεται στις διατάξεις της οδηγίας αυτής από τις οποίες επιτρέπεται παρέκκλιση βάσει του άρθρου της 17. Επομένως, είναι εφικτός ο καθορισμός της ελάχιστης προστασίας που πρέπει, εν πάση περιπτώσει, να εφαρμόζουν τα κράτη μέλη βάσει του προμνημονευθέντος άρθρου 7 (βλ., κατ’ αναλογία, προπαρατεθείσα απόφαση Pfeiffer κ.λπ., σκέψη 105).

36      Δεδομένου ότι το άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας 2003/88 πληροί τις προϋποθέσεις για να έχει άμεσο αποτέλεσμα, διαπιστώνεται επίσης ότι το CICOA, δηλαδή ο ένας εκ των δύο αναιρεσιβαλλομένων στην υπόθεση της κύριας δίκης και εργοδότης της Μ. Dominguez, είναι φορέας κοινωνικής ασφαλίσεως.

37      Κατά πάγια νομολογία, βεβαίως, μια οδηγία δεν μπορεί αφεαυτής να δημιουργεί υποχρεώσεις τις οποίες θα υπέχει ιδιώτης και, επομένως, δεν χωρεί κατ’ αυτού επίκλησή της (βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 14ης Ιουλίου 1994, C‑91/92, Faccini Dori, Συλλογή 1994, σ. I‑3325, σκέψη 20, και της 7ης Μαρτίου 1996, C‑192/94, El Corte Inglés, Συλλογή 1996, σ. I-1281, σκέψη 15, προπαρατεθείσα απόφαση Pfeiffer κ.λπ., σκέψη 108, και προπαρατεθείσα απόφαση Kücükdeveci, σκέψη 46).

38      Πρέπει εντούτοις να υπομνησθεί ότι, σε περίπτωση κατά την οποία οι ιδιώτες δύνανται να επικαλεσθούν οδηγία όχι κατά ιδιώτη, αλλά κράτους, μπορούν να το πράξουν ανεξαρτήτως της ιδιότητας του εργοδότη ή της δημόσιας αρχής υπό την οποία ενεργεί το κράτος αυτό. Συγκεκριμένα, σε αμφότερες τις περιπτώσεις πρέπει να αποτραπεί το ενδεχόμενο να μπορεί το κράτος να αντλήσει όφελος από τη μη συμμόρφωσή του προς το δίκαιο της Ενώσεως (βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 26ης Φεβρουαρίου 1986, 152/84, Marshall, Συλλογή 1986, σ. 723, σκέψη 49, της 12ης Ιουλίου 1990, C‑188/89, Foster κ.λπ., Συλλογή 1990, σ. I‑3313, σκέψη 17, και της 14ης Σεπτεμβρίου 2000, C-343/98, Collino και Chiappero, Συλλογή 2000, σ. I-6659, σκέψη 22).

39      Επομένως, μεταξύ των φορέων κατά των οποίων χωρεί επίκληση των διατάξεων οδηγίας δυνάμενων να έχουν άμεσο αποτέλεσμα καταλέγεται και φορέας στον οποίο, ανεξαρτήτως της νομικής μορφής του, έχει ανατεθεί, δυνάμει πράξεως της δημοσίας αρχής, η παροχή υπηρεσίας δημοσίου συμφέροντος, υπό την εποπτεία της αρχής αυτής, και ο οποίος έχει, προς τούτο, εξαιρετικές εξουσίες σε σχέση με τους εφαρμοστέους στις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών κανόνες (βλ., μεταξύ άλλων, προπαρατεθείσες αποφάσεις Foster κ.λπ., σκέψη 20, και Collino και Chiappero, σκέψη 23, καθώς και απόφαση της 19ης Απριλίου 2007, C-356/05, Farrell, Συλλογή 2007, σ. I-3067, σκέψη 40).

40      Συνεπώς, στο εθνικό δικαστήριο απόκειται να διακριβώσει αν χωρεί επίκληση του άρθρου 7, παράγραφος 1, της οδηγίας 2003/88 κατά του CICOA.

41      Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, το άρθρο 7 της οδηγίας 2003/88, δεδομένου ότι πληροί τις απαιτούμενες προϋποθέσεις για να έχει άμεσο αποτέλεσμα, θα είχε ως συνέπεια ότι το εθνικό δικαστήριο θα έπρεπε να μην εφαρμόσει οποιαδήποτε αντίθετη προς το άρθρο αυτό εθνική διάταξη.

42      Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως, πρέπει να υπομνησθεί ότι ακόμη και μια σαφής, συγκεκριμένη και μη υποκείμενη σε αίρεση διάταξη οδηγίας, η οποία σκοπεί στην παροχή δικαιωμάτων ή στην επιβολή υποχρεώσεων στους ιδιώτες, δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής, αυτή καθαυτήν, στο πλαίσιο αμιγώς ιδιωτικής διαφοράς (βλ. προπαρατεθείσα απόφαση Pfeiffer κ.λπ., σκέψη 109).

43      Σε τέτοια περίπτωση, ο διάδικος που θίγεται από το γεγονός ότι το εθνικό δίκαιο δεν είναι σύμφωνο με το δίκαιο της Ενώσεως μπορεί, πάντως, να επικαλεσθεί τη νομολογία που διατυπώθηκε με την απόφαση της 19ης Νοεμβρίου 1991, C-6/90 και C-9/90, Francovich κ.λπ. (Συλλογή 1991, σ. I-5357), προκειμένου, ενδεχομένως, να αποκατασταθεί η ζημία που υπέστη.

44      Συνεπώς, στο δεύτερο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι

–        Στο αιτούν δικαστήριο απόκειται να διακριβώσει, λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο του εσωτερικού δικαίου, ιδίως δε το άρθρο L. 223-4 του γαλλικού εργατικού κώδικα, και εφαρμόζοντας τις αναγνωρισμένες από το δίκαιο αυτό μεθόδους ερμηνείας, προκειμένου να διασφαλίσει την πλήρη αποτελεσματικότητα του άρθρου 7 της οδηγίας 2003/88 και να προκρίνει λύση σύμφωνη με τον σκοπό που επιδιώκει η οδηγία αυτή, εάν είναι δυνατή ερμηνεία του δικαίου αυτού βάσει της οποίας η απουσία του εργαζομένου λόγω ατυχήματος κατά τη μετάβαση στον τόπο εργασίας μπορεί να εξομοιωθεί με κάποια από τις περιπτώσεις που μνημονεύει το εν λόγω άρθρο του εργατικού κώδικα.

–        Σε περίπτωση κατά την οποία δεν είναι εφικτή μια τέτοια ερμηνεία, στο αιτούν δικαστήριο απόκειται να εξετάσει αν, λαμβανομένης υπόψη της νομικής μορφής των αναιρεσιβαλλομένων της κύριας δίκης, χωρεί κατ’ αυτών επίκληση του άμεσου αποτελέσματος του άρθρου 7, παράγραφος 1, της οδηγίας 2003/88.

–        Σε περίπτωση αδυναμίας του εθνικού δικαστηρίου να επιτύχει το αποτέλεσμα που επιδιώκεται με το άρθρο 7 της οδηγίας 2003/88, ο διάδικος που θίγεται από το γεγονός ότι το εθνικό δίκαιο δεν είναι σύμφωνο με το δίκαιο της Ενώσεως μπορεί, πάντως, να επικαλεσθεί την προπαρατεθείσα απόφαση Francovich κ.λπ., προκειμένου, ενδεχομένως, να αποκατασταθεί η ζημία που υπέστη.

 Επί του τρίτου ερωτήματος

45      Με το τρίτο ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ερωτά, κατ’ ουσίαν, αν το άρθρο 7 της οδηγίας 2003/88 έχει την έννοια ότι απαγορεύει εθνική διάταξη η οποία προβλέπει, αναλόγως της αιτίας της απουσίας ευρισκόμενου σε αναρρωτική άδεια εργαζομένου, ετήσια άδεια μετ’ αποδοχών διάρκειας μεγαλύτερης από ή ίσης με την ελάχιστη των τεσσάρων εβδομάδων που διασφαλίζει η οδηγία αυτή.

46      Συναφώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι, όπως διαπιστώθηκε στη σκέψη 30 της παρούσας αποφάσεως, το άρθρο 7 της οδηγίας 2003/88 δεν προβαίνει σε καμία διάκριση αναλόγως της αιτίας της απουσίας του εργαζομένου ο οποίος ευρίσκεται σε δεόντως χορηγηθείσα αναρρωτική άδεια, οπότε κάθε εργαζόμενος, στον οποίο χορηγήθηκε αναρρωτική άδεια είτε λόγω ατυχήματος που συνέβη στον χώρο εργασίας ή αλλού είτε λόγω ασθενείας οποιουδήποτε είδους και οποιασδήποτε αιτίας, δικαιούται ετήσια άδεια μετ’ αποδοχών, διαρκείας τουλάχιστον τεσσάρων εβδομάδων.

47      Πάντως, όπως επισημαίνει τόσο η γενική εισαγγελέας στο σημείο 178 των προτάσεών της όσο και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή στις γραπτές παρατηρήσεις της η παρατεθείσα στην προηγούμενη σκέψη διαπίστωση δεν συνεπάγεται και ότι η οδηγία 2003/88 απαγορεύει εθνικές διατάξεις που προβλέπουν δικαίωμα ετήσιας αδείας μετ’ αποδοχών, διαρκείας μεγαλύτερης των τεσσάρων εβδομάδων, το οποίο παρέχεται υπό τις προϋποθέσεις κτήσεως και χορηγήσεως που καθορίζει το εν λόγω εθνικό δίκαιο.

48      Πράγματι, από το γράμμα των άρθρων 1, παράγραφοι 1 και 2, στοιχείο α΄, 7, παράγραφος 1, και 15 της οδηγίας 2003/88, προκύπτει σαφώς ότι η οδηγία αυτή σκοπεί αποκλειστικώς στον καθορισμό των στοιχειωδών προδιαγραφών ασφάλειας και υγιεινής όσον αφορά την οργάνωση του χρόνου εργασίας, χωρίς να θίγει τη δυνατότητα των κρατών μελών να εφαρμόζουν εθνικές διατάξεις οι οποίες είναι ευνοϊκότερες όσον αφορά την προστασία των εργαζομένων.

49      Επομένως, τα κράτη μέλη δύνανται να προβλέπουν ότι το παρεχόμενο βάσει του εθνικού δικαίου δικαίωμα ετήσιας αδείας μετ’ αποδοχών διαφοροποιείται αναλόγως της αιτίας της απουσίας του εργαζομένου για λόγους υγείας, υπό τον όρο ότι η χρονική διάρκειά του είναι μεγαλύτερη ή ίση της ελάχιστης των τεσσάρων εβδομάδων την οποία προβλέπει το άρθρο 7 της εν λόγω οδηγίας.

50      Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι το άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας 2003/88 έχει την έννοια ότι δεν απαγορεύει εθνική διάταξη προβλέπουσα, αναλόγως της αιτίας της απουσίας του εργαζομένου ο οποίος ευρίσκεται σε αναρρωτική άδεια, χρονική διάρκεια της ετήσιας αδείας μετ’ αποδοχών μεγαλύτερη ή ίση της ελάχιστης των τεσσάρων εβδομάδων την οποία διασφαλίζει η οδηγία αυτή.

 Επί των δικαστικών εξόδων

51      Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.

Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (τμήμα μείζονος συνθέσεως) αποφαίνεται:

1)      Το άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας 2003/88/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 4ης Νοεμβρίου 2003, σχετικά με ορισμένα στοιχεία της οργάνωσης του χρόνου εργασίας, έχει την έννοια ότι απαγορεύει εθνικές διατάξεις ή πρακτικές βάσει των οποίων προβλέπεται ότι το δικαίωμα ετήσιας αδείας μετ’ αποδοχών προϋποθέτει πραγματική εργασία ελάχιστης χρονικής διάρκειας δέκα ημερών ή ενός μηνός κατά την περίοδο αναφοράς.

2)      Στο εθνικό δικαστήριο απόκειται να διακριβώσει, λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο του εσωτερικού δικαίου, ιδίως δε το άρθρο L. 223-4 του γαλλικού εργατικού κώδικα, και εφαρμόζοντας τις αναγνωρισμένες από το δίκαιο αυτό μεθόδους ερμηνείας, προκειμένου να διασφαλίσει την πλήρη αποτελεσματικότητα του άρθρου 7 της οδηγίας 2003/88 και να προκρίνει λύση σύμφωνη με τον σκοπό που επιδιώκει η οδηγία αυτή, εάν είναι δυνατή ερμηνεία του δικαίου αυτού βάσει της οποίας η απουσία του εργαζομένου λόγω ατυχήματος κατά τη μετάβαση στον τόπο εργασίας μπορεί να εξομοιωθεί με κάποια από τις περιπτώσεις που μνημονεύει το εν λόγω άρθρο του εργατικού κώδικα.

Σε περίπτωση κατά την οποία δεν είναι εφικτή μια τέτοια ερμηνεία, στο εθνικό δικαστήριο απόκειται να εξετάσει αν, λαμβανομένης υπόψη της νομικής μορφής των αναιρεσιβαλλομένων της κύριας δίκης, χωρεί κατ’ αυτών επίκληση του άμεσου αποτελέσματος του άρθρου 7, παράγραφος 1, της οδηγίας 2003/88.

Σε περίπτωση αδυναμίας του εθνικού δικαστηρίου να επιτύχει το αποτέλεσμα που επιδιώκεται με το άρθρο 7 της οδηγίας 2003/88, ο διάδικος που θίγεται από το γεγονός ότι το εθνικό δίκαιο δεν είναι σύμφωνο με το δίκαιο της Ενώσεως μπορεί, πάντως, να επικαλεσθεί την απόφαση της 19ης Νοεμβρίου 1991, C-6/90 και C-9/90, Francovich κ.λπ., προκειμένου, ενδεχομένως, να αποκατασταθεί η ζημία που υπέστη.

3)      Το άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας 2003/88 έχει την έννοια ότι δεν απαγορεύει εθνική διάταξη προβλέπουσα, αναλόγως της αιτίας της απουσίας του εργαζομένου ο οποίος βρίσκεται σε αναρρωτική άδεια, χρονική διάρκεια της ετήσιας αδείας μετ’ αποδοχών μεγαλύτερη ή ίση της ελάχιστης των τεσσάρων εβδομάδων την οποία διασφαλίζει η οδηγία αυτή.

(υπογραφές)


* Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.