ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ
ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ

(δεύτερο τμήμα)

της 11ης Δεκεμβρίου 2013

Υπόθεση F‑15/10

Carlos Andres κ.λπ.

κατά

Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ)

«Υπαλληλική υπόθεση – Προσωπικό της ΕΚΤ – Μεταρρύθμιση του συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως – Διακοπή του συνταξιοδοτικού προγράμματος – Εφαρμογή του συνταξιοδοτικού συστήματος – Διαβούλευση με την επιτροπή εποπτείας – Διαβούλευση με την επιτροπή προσωπικού – Διαβούλευση με το γενικό συμβούλιο – Διαβούλευση με το διοικητικό συμβούλιο – Τριετής αξιολόγηση του συνταξιοδοτικού προγράμματος – Παράβαση των όρων απασχολήσεως – Πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως – Αρχή της αναλογικότητας – Κεκτημένα δικαιώματα – Αρχή της ασφάλειας δικαίου και της προβλεψιμότητας – Καθήκον ενημερώσεως»

Αντικείμενο:      Προσφυγή-αγωγή ασκηθείσα δυνάμει του άρθρου 36.2 του πρωτοκόλλου για το καταστατικό του Ευρωπαϊκού Συστήματος Κεντρικών Τραπεζών και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, το οποίο προσαρτάται στη Συνθήκη ΕΕ και στη Συνθήκη ΛΕΕ, με την οποία ο C. Andres και οι 168 λοιποί προσφεύγοντες-ενάγοντες ζητούν κατ’ ουσίαν, αφενός, να ακυρωθούν τα εκκαθαριστικά σημειώματα αποδοχών του Ιουνίου 2009 καθόσον με το εν λόγω εκκαθαριστικό σημείωμα τίθεται για πρώτη φορά σε εφαρμογή, ως προς αυτoύς, η μεταρρύθμιση του συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ) κατόπιν αποφάσεως της 4ης Μαΐου 2009 καθώς και όλα τα μεταγενέστερα εκκαθαριστικά σημειώματα αποδοχών και τα μελλοντικά εκκαθαριστικά σημειώματα συντάξεως και, αφετέρου, να υποχρεωθεί η ΕΚΤ να καταβάλει τη διαφορά μεταξύ των αποδοχών ή της συντάξεως που θα είχαν λάβει κατ’ εφαρμογή του προγενέστερου συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως και των αποδοχών ή της συντάξεως βάσει του νέου συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως καθώς και αποζημίωση για τη ζημία που έχουν υποστεί λόγω της μειώσεως της αγοραστικής δύναμής τους.

Απόφαση:      Η προσφυγή-αγωγή απορρίπτεται. Ο C. Andres και οι 168 λοιποί προσφεύγοντες-ενάγοντες των οποίων τα ονόματα περιλαμβάνονται στο παράρτημα φέρουν τα δικαστικά τους έξοδα και καταδικάζονται στα δικαστικά έξοδα στα οποία υποβλήθηκε η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα.

Περίληψη

1.      Υπάλληλοι – Υπάλληλοι της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας – Εκπροσώπηση – Επιτροπή εποπτείας του συνταξιοδοτικού προγράμματος – Υποχρεωτική διαβούλευση – Περιεχόμενο – Μεταρρύθμιση του συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως – Περιλαμβάνεται– Όρια

(Όροι απασχολήσεως του προσωπικού της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, παράρτημα III, άρθρο 2.2)

2.      Υπάλληλοι – Υπάλληλοι της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας – Εκπροσώπηση – Επιτροπή εποπτείας του συνταξιοδοτικού προγράμματος – Υποχρεωτική διαβούλευση – Περιεχόμενο – Υποχρέωση παροχής όλων των κρίσιμων πληροφοριών στην επιτροπή – Όρια – Προπαρασκευαστικά εσωτερικά έγγραφα και πρακτικά των συνεδριάσεων των οργάνων λήψεως αποφάσεων – Αποκλείονται

(Πρωτόκολλο για το καταστατικό του Ευρωπαϊκού Συστήματος Κεντρικών Τραπεζών και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, άρθρο 10.4· εσωτερικός κανονισμός της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, άρθρο 23.1)

3.      Υπάλληλοι – Υπάλληλοι της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας – Εκπροσώπηση – Επιτροπή προσωπικού – Υποχρεωτική διαβούλευση – Περιεχόμενο – Σκοπός

(Όροι απασχολήσεως του προσωπικού της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, άρθρα 48 και 49)

4.      Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα – Εκτελεστική επιτροπή – Συνεδριάσεις – Σύγκληση – Υποχρέωση του προέδρου της Τράπεζας να συγκαλέσει συνεδρίαση για την εξέταση εγγράφου της επιτροπής προσωπικού της Τράπεζας – Δεν υφίσταται

(Εσωτερικός κανονισμός της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, άρθρο 6· εσωτερικός κανονισμός της εκτελεστικής επιτροπής της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, άρθρο 4)

5.      Υπάλληλοι – Υπάλληλοι της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας – Συντάξεις – Χρηματοδότηση του συνταξιοδοτικού συστήματος – Υποχρέωση του διοικητικού συμβουλίου να μειώσει το διαρθρωτικό έλλειμμα του συνταξιοδοτικού προγράμματος καταβάλλοντας συμπληρωματικές εισφορές από το γενικό σύνολο του ενεργητικού της Τράπεζας – Δεν υφίσταται

(Όροι απασχολήσεως του προσωπικού της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, παράρτημα III, άρθρα 5.1, 6.3 και 6.6)

6.      Υπάλληλοι – Υπάλληλοι της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας – Συντάξεις – Χρηματοδότηση του συνταξιοδοτικού συστήματος – Λεπτομερείς κανόνες διατηρήσεως της αναλογιστικής ισορροπίας του συνταξιοδοτικού συστήματος της Τράπεζας – Καθορισμός – Εξουσία εκτιμήσεως του διοικητικού συμβουλίου – Δικαστικός έλεγχος – Όρια – Μεταρρύθμιση του συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως που συνεπάγεται διαφορετικές συνέπειες όσον αφορά τις εισφορές ως προς τα μέλη του προσωπικού και την Τράπεζα – Παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας – Δεν υφίσταται

(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, παράρτημα XII· όροι απασχολήσεως του προσωπικού της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, παράρτημα IIIα, άρθρο 23)

7.      Υπάλληλοι – Υπάλληλοι της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας – Φύση της σχέσεως εργασίας – Συμβατική και όχι καταστατική – Τροποποίηση εκ μέρους του διοικητικού συμβουλίου των όρων απασχολήσεως που αφορούν το συνταξιοδοτικό πρόγραμμα της Τράπεζας – Υποχρέωση λήψεως της προηγούμενης συναινέσεως των ενδιαφερομένων υπαλλήλων – Δεν υφίσταται

(Πρωτόκολλο για το καταστατικό του Ευρωπαϊκού Συστήματος Κεντρικών Τραπεζών και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, άρθρο 36.1· όροι απασχολήσεως του προσωπικού της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, άρθρα 9 στοιχείο α΄, και 10, στοιχείο α΄, και παράρτημα III· οδηγία 91/533 του Συμβουλίου, άρθρο 2 § 2, στοιχείο ι΄, περίπτωση i)

8.      Υπάλληλοι – Υπάλληλοι της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας – Συντάξεις – Αντικατάσταση του συνταξιοδοτικού προγράμματος με συνταξιοδοτικό σύστημα – Κατάργηση του δικαιώματος πρόωρης συνταξιοδοτήσεως χωρίς μείωση με τη συμπλήρωση του 60ου έτους της ηλικίας – Εφαρμογή των νέων διατάξεων στους υπαλλήλους που δεν έχουν συμπληρώσει το εν λόγω έτος της ηλικίας κατά την ημερομηνία ενάρξεως ισχύος της μεταρρυθμίσεως – Παραβίαση της αρχής της διατηρήσεως των κεκτημένων δικαιωμάτων – Δεν υφίσταται – Ύπαρξη δικαιώματος διατηρήσεως των παλαιών συντελεστών μετατροπής της συντάξεως – Δεν υφίσταται

(Όροι απασχολήσεως του προσωπικού της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, παράρτημα III, άρθρα 11.1 και 11.5)

9.      Υπάλληλοι – Υπάλληλοι της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας – Συντάξεις – Αντικατάσταση του προγενέστερου συνταξιοδοτικού προγράμματος της Τράπεζας με συνταξιοδοτικό σύστημα – Εισαγωγή δυσμενέστερων διατάξεων – Επιτρέπεται – Προϋπόθεση – Εφαρμογή μεταβατικής περιόδου αρκούντως μακράς διάρκειας

(Όροι απασχολήσεως του προσωπικού της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, παράρτημα III, άρθρο 6.3)

1.      Δεδομένου ότι τα καθήκοντα της επιτροπής εποπτείας της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας αφορούν μόνον τη λειτουργία του συνταξιοδοτικού προγράμματος και όχι τον σχεδιασμό του, η εν λόγω επιτροπή μπορεί απλώς να υποβάλει παρατηρήσεις συνδεόμενες με τη γενική λειτουργία του συνταξιοδοτικού προγράμματος και δεν είναι αρμόδια να γνωμοδοτεί επί των σχεδιαζόμενων από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα τροποποιήσεων του συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως εν γένει. Συνεπώς, δεν συντρέχει περίπτωση μη τηρήσεως των αρμοδιοτήτων της επιτροπής εποπτείας αν η διαβούλευση με αυτή περιορίζεται στο μέρος της μεταρρυθμίσεως που αφορά την αναστολή του συνταξιοδοτικού προγράμματος.

Συναφώς, μολονότι η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα υπέχει καθήκον μέριμνας κατά την έκδοση πράξεως γενικής ισχύος για τους υπαλλήλους της, το εν λόγω καθήκον δεν επιβάλλει στη Διοίκηση να παραβεί τις εφαρμοστέες διατάξεις. Επομένως, μολονότι ούτε το προϊσχύσαν παράρτημα III των όρων απασχολήσεως του προσωπικού ούτε τα καθήκοντα της επιτροπής εποπτείας απαγορεύουν ρητώς τη διαβούλευση επί των σχεδιαζόμενων τροποποιήσεων στο πλαίσιο της μεταρρυθμίσεως του συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως με την εν λόγω επιτροπή, γεγονός πάντως είναι ότι, αφενός, οι διατάξεις αυτές δεν προβλέπουν την υποχρέωση διεξαγωγής τέτοιας διαβουλεύσεως και, αφετέρου, η επιτροπή εποπτείας δικαιούται να γνωμοδοτεί μόνο επί ζητημάτων που άπτονται της γενικής λειτουργίας του συνταξιοδοτικού προγράμματος. Υπό τις συνθήκες αυτές, δεν μπορεί να προσαφθεί στην Τράπεζα ότι δεν έλαβε υπόψη το συμφέρον του προσωπικού αποφασίζοντας να μη ζητήσει τη γνώμη της επιτροπής εποπτείας ως προς την εφαρμογή του συνταξιοδοτικού συστήματος.

(βλ. σκέψεις 141, 143, 146 και 147)

Παραπομπή:

ΔΔΔΕΕ: 15 Δεκεμβρίου 2010, F‑66/09, Saracco κατά ΕΚΤ, σκέψη 106· 29 Σεπτεμβρίου 2011, F‑9/07, Angé Serrano κατά Κοινοβουλίου, σκέψη 89

2.      Η υποχρέωση διεξαγωγής διαβουλεύσεως που υπέχει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα στο πλαίσιο μεταρρυθμίσεως του συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως συνεπάγεται ότι αυτή οφείλει να παρέχει στην επιτροπή εποπτείας του συνταξιοδοτικού προγράμματος τις κρίσιμες πληροφορίες καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδικασίας διαβουλεύσεως, δεδομένου ότι σκοπός είναι να παρασχεθεί η δυνατότητα στην εν λόγω επιτροπή να μετάσχει στη διαδικασία διαβουλεύσεως με τον πληρέστερο και τον αποτελεσματικότερο τρόπο. Προς τούτο, η Τράπεζα πρέπει να γνωστοποιεί κάθε νέα κρίσιμη πληροφορία μέχρι το πέρας της εν λόγω διαδικασίας.

Αποκλείονται από την υποχρέωση αυτή τα προπαρασκευαστικά εσωτερικά έγγραφα ως προς τα οποία η Τράπεζα δύναται κατ’ αρχήν να αρνηθεί την πρόσβαση σε όργανα πέραν των οργάνων λήψεως αποφάσεων. Το ίδιο ισχύει και ως προς τα προπαρασκευαστικά έγγραφα των συνεδριάσεων του διοικητικού συμβουλίου, της εκτελεστικής επιτροπής, και του γενικού συμβουλίου, καθώς και ως προς τις παρουσιάσεις μέσω ηλεκτρονικού υπολογιστή κατά τις συνεδριάσεις αυτές. Περαιτέρω, όσον αφορά πρακτικά των συνεδριάσεων του διοικητικού συμβουλίου, της εκτελεστικής επιτροπής, και του γενικού συμβουλίου, κατά το άρθρο 10, παράγραφος 4, του πρωτοκόλλου για το καταστατικό του Ευρωπαϊκού Συστήματος Κεντρικών Τραπεζών και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και το άρθρο 23, παράγραφος 1, του εσωτερικού κανονισμού της Τράπεζας, οι συνεδριάσεις των οργάνων λήψεως αποφάσεων της Τράπεζας είναι εμπιστευτικές εκτός αν το διοικητικό συμβούλιο εξουσιοδοτεί τον πρόεδρο της Τράπεζας να γνωστοποιεί το αποτέλεσμα των συσκέψεών τους. Υπό τις συνθήκες αυτές, η Τράπεζα δεν υποχρεούται να γνωστοποιεί το εν λόγω αποτέλεσμα με δική της πρωτοβουλία στην επιτροπή εποπτείας.

(βλ. σκέψεις 153, 154, 157, 164 και 220)

Παραπομπή:

ΔΕΕ: 10 Σεπτεμβρίου 2009, C‑44/08, Akavan Erityisalojen Keskusliitto AEK κ.λπ., σκέψη 53

3.      Η διαβούλευση με την επιτροπή προσωπικού συνεπάγεται μόνον το δικαίωμα της εν λόγω επιτροπής να διατυπώσει την άποψή της. Μολονότι η προηγούμενη διαβούλευση με την εν λόγω επιτροπή αποτελεί ουσιώδες στοιχείο του κοινωνικού διαλόγου, καθόσον παρέχει στην επιτροπή τη δυνατότητα να συμμετέχει ενεργά, όσον αφορά ορισμένα ζητήματα που άπτονται των συμφερόντων του προσωπικού, στη διαδικασία λήψης αποφάσεων, εντούτοις δεν αμφισβητείται ότι πρόκειται για περιορισμένης εκτάσεως συμμετοχή στη λήψη αποφάσεως, καθόσον δεν καθιερώνει υποχρέωση της Διοικήσεως να ακολουθήσει τις παρατηρήσεις τις οποίες διατύπωσε η επιτροπή προσωπικού στο πλαίσιο της διαβουλεύσεως. Εντούτοις, για να μη θιγεί η πρακτική αποτελεσματικότητα της διαβουλεύσεως με την εν λόγω επιτροπή, η Διοίκηση πρέπει να τηρεί αυστηρά την υποχρέωση αυτή εφόσον η διαβούλευση με την επιτροπή προσωπικού ενδέχεται να επηρεάσει το περιεχόμενο της προς έκδοση πράξεως.

Επομένως, το δικαίωμα διαβουλεύσεως της επιτροπής προσωπικού της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας δεν συνεπάγεται την άσκηση επιρροής στη διαδικασία λήψης αποφάσεων, δεδομένου ότι η Τράπεζα δεν είναι υποχρεωμένη να δέχεται τις γνωμοδοτήσεις του οργάνου με το οποίο διαβουλεύθηκε. Συναφώς, η απάντηση στο ερώτημα αν η διαδικασία διαβουλεύσεως στερήθηκε ή όχι πρακτικής αποτελεσματικότητας δεν εξαρτάται από τον αριθμό ή το περιεχόμενο των τροποποιήσεων της αρχικής προτάσεως μεταρρυθμίσεως, στις οποίες προέβη η Τράπεζα κατόπιν αιτήσεως της επιτροπής προσωπικού, αλλά από τις πραγματικές δυνατότητες της εν λόγω επιτροπής να διατυπώσει λυσιτελώς τις απόψεις της επί των προτάσεων της Τράπεζας και να εξετάσει άλλες πιθανές λύσεις.

(βλ. σκέψεις 191 και 192)

Παραπομπή:

ΓΔΕΕ: 20 Νοεμβρίου 2003, T‑63/02, Cerafogli και Poloni κατά ΕΚΤ, σκέψη 23 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία

4.      Ο πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας ουδόλως υποχρεούται να λαμβάνει μέτρα, συμπεριλαμβανομένης της συγκλήσεως συνεδριάσεως της εκτελεστικής επιτροπής της Τράπεζας, προκειμένου να τεθεί υπόψη των μελών της εκτελεστικής επιτροπής και των μελών του διοικητικού συμβουλίου έγγραφο της επιτροπής προσωπικού. Συγκεκριμένα, μολονότι, κατά το άρθρο 6 του εσωτερικού κανονισμού της Τράπεζας, ο πρόεδρος της Τράπεζας μπορεί να συγκαλεί συνεδριάσεις της εκτελεστικής επιτροπής όταν το κρίνει αναγκαίο και μολονότι το άρθρο 4 του εσωτερικού κανονισμού της εκτελεστικής επιτροπής προβλέπει τη δυνατότητα της εκτελεστικής επιτροπής να λαμβάνει αποφάσεις μέσω τηλεδιασκέψεως, εντούτοις ο εν λόγω πρόεδρος οφείλει να εκτιμήσει αν είναι απαραίτητη η σύγκληση τέτοιας συνεδριάσεως της εκτελεστικής επιτροπής ή η οργάνωση μιας τηλεδιασκέψεως.

(βλ. σκέψη 241)

5.      Σύμφωνα με την αρχή της χρηστής δημοσιονομικής διαχειρίσεως, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα υπέχει ευθύνη να λάβει κατάλληλα κατά τη γνώμη της μέτρα προκειμένου να μειώσει το διαρθρωτικό έλλειμμα του συνταξιοδοτικού προγράμματος.

Πάντως, μολονότι το άρθρο 6.3 του προϊσχύσαντος παραρτήματος III των όρων απασχολήσεως του προσωπικού της Τράπεζας προβλέπει ότι η Τράπεζα θα καταβάλει από το γενικό σύνολο του ενεργητικού τις συμπληρωματικές εισφορές τις οποίες το διοικητικό συμβούλιο, κατόπιν αναλογιστικής μελέτης, θεωρεί προσήκουσες, εντούτοις, εφόσον το εν λόγω συμβούλιο δεν θεωρεί ενδεδειγμένη τη μελλοντική διατήρηση της υποχρεώσεως της Τράπεζας να καταβάλει συμπληρωματικές εισφορές για το πρόγραμμα, η Τράπεζα δεν υποχρεούται να προβεί σε τέτοια καταβολή. Ομοίως, δεν μπορεί να υποστηριχθεί ευλόγως ότι η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα θα έπρεπε να αποκαταστήσει τη χρηματοοικονομική ισορροπία του προγράμματος μέσω της αυξήσεως των τακτικών εισφορών, δυνάμει του άρθρου 6.6 του προϊσχύσαντος παραρτήματος III των όρων απασχολήσεως. Συγκεκριμένα, από το γράμμα της διατάξεως αυτής προκύπτει ότι η λήψη τέτοιας αποφάσεως υπάγεται στην πλήρη διακριτική ευχέρεια του διοικητικού συμβουλίου.

Εξάλλου, το διοικητικό συμβούλιο μπορεί ανά πάσα στιγμή να παύσει την καταβολή εισφορών της Τράπεζας και αυτό καθαυτό το συνταξιοδοτικό πρόγραμμα, κατά το άρθρο 5.1 και το άρθρο 6.6 του προϊσχύσαντος παραρτήματος III των όρων απασχολήσεως. Το εν λόγω συμβούλιο δικαιούται κατά μείζονα λόγο να λαμβάνει λιγότερο δραστικές αποφάσεις, όπως η άρνηση καταβολής των συμπληρωματικών εισφορών ή των τακτικών πρασαυξημένων εισφορών.

(βλ. σκέψεις 268, 269, 271 και 272)

6.      Η αναλογιστική ισορροπία του συνταξιοδοτικού συστήματος των υπαλλήλων της Ένωσης, της οποίας τους λεπτομερείς κανόνες ορίζει το παράρτημα XII του ΚΥΚ, προϋποθέτει τη συνεκτίμηση, μακροπρόθεσμα, των οικονομικών εξελίξεων και χρηματοοικονομικών μεταβλητών και απαιτεί την πραγματοποίηση πολύπλοκων στατιστικών υπολογισμών. Για τον λόγο αυτόν, ο νομοθέτης της Ένωσης διαθέτει ευρεία εξουσία εκτιμήσεως ώστε να θεσπίζει τους λεπτομερείς κανόνες της αναλογιστικής ισορροπίας του εν λόγω συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως. Το ίδιο πρέπει να ισχύει όσον αφορά το ρυθμιστικό πλαίσιο που εφαρμόζει το διοικητικό συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, δεδομένου ότι το εν λόγω συμβούλιο διαθέτει ευρεία εξουσία εκτιμήσεως για να διασφαλίσει την αναλογιστική ισορροπία του συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως των μελών του προσωπικού της Τράπεζας. Ωστόσο, όσον αφορά τομέα στο πλαίσιο του οποίου ο νομοθέτης διαθέτει ευρεία εξουσία εκτιμήσεως, ο έλεγχος της αναλογικότητας περιορίζεται στην εξέταση αποκλειστικά του προδήλως ακατάλληλου χαρακτήρα του επίμαχου μέτρου σε σχέση με τον σκοπό που το αρμόδιο θεσμικό όργανο επιδιώκει.

Συναφώς, το γεγονός και μόνον ότι οι συνέπειες της μεταρρυθμίσεως διαφέρουν όσον αφορά τις εισφορές ως προς τα μέλη του προσωπικού και την Τράπεζα, ως εργοδότη, δεν αρκεί, αυτό καθαυτό, για να διαπιστωθεί παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας, καθόσον το προϊσχύσαν παράρτημα III των όρων απασχολήσεως δεν επέβαλλε σε καμία περίπτωση στην Τράπεζα την αυτόματη καταβολή των συμπληρωματικών εισφορών για την κάλυψη ενδεχόμενου ελλείμματος του συνταξιοδοτικού προγράμματος, δεδομένου, εξάλλου, ότι για την καταβολή αυτή απαιτείται η συναίνεση του διοικητικού συμβουλίου, το οποίο έκρινε ότι το πρόγραμμα θα πρέπει να διακοπεί και να αντικατασταθεί με το συνταξιοδοτικό σύστημα.

(βλ. σκέψεις 315 έως 318 και 321)

Παραπομπή:

ΔΔΔΕΕ: 11 Ιουλίου 2007, F‑105/05, Wils κατά Κοινοβουλίου, σκέψεις 70, 72 και 73

7.      Μολονότι οι εργασιακές σχέσεις μεταξύ της Τράπεζας και του προσωπικού της είναι συμβατικής φύσεως, συνάγεται επίσης από το άρθρο 9, στοιχείο α΄, των εν λόγω όρων απασχολήσεως ότι οι σχέσεις αυτές διέπονται από συμβάσεις εργασίας που συνάπτονται σύμφωνα με τους εν λόγω όρους απασχολήσεως. Κατά συνέπεια οι εν λόγω όροι απασχολήσεως, και το προϊσχύσαν παράρτημα III σχετικά με το σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως της Τράπεζας, αποτελούν μέρος των συμβάσεων εργασίας του προσωπικού. Συναφώς, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι οι όροι απασχολήσεως συνιστούν συλλογικές συμφωνίες κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 2, στοιχείο ι΄, περίπτωση i, της οδηγίας 91/533, σχετικά με την υποχρέωση του εργοδότη να ενημερώνει τον εργαζόμενο για τους όρους που διέπουν τη σύμβαση ή τη σχέση εργασίας, διότι το διοικητικό συμβούλιο τους θέσπισε μονομερώς κατά την άσκηση της κανονιστικής εξουσίας που του έχει ανατεθεί από το άρθρο 36.1 του πρωτοκόλλου για το καταστατικό του Ευρωπαϊκού Συστήματος Κεντρικών Τραπεζών και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και δεν αποτέλεσαν αντικείμενο διαπραγματεύσεων μεταξύ των υπαλλήλων και του θεσμικού οργάνου.

Επομένως, δεδομένου ότι οι συμβάσεις εργασίας συνάπτονται σύμφωνα με τους όρους απασχολήσεως, κατά το εν λόγω άρθρο 9, στοιχείο α΄, έπεται ότι, προσυπογράφοντας το έγγραφο προσλήψεως του άρθρου 10, στοιχείο α΄, των όρων απασχολήσεως, οι υπάλληλοι προσχωρούν στους όρους αυτούς χωρίς να μπορούν να διαπραγματεύονται ατομικά κάθε στοιχείο των όρων αυτών. Η σύμπτωση βουλήσεων περιορίζεται εν μέρει κατ’ αυτόν τον τρόπο στην αποδοχή των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που προβλέπουν οι όροι απασχολήσεως. Οι εν λόγω συμβάσεις εργασίας είναι ως προς το μεγαλύτερο μέρος τους καταστατικής φύσεως και, κατά το στάδιο ήδη της συνάψεώς τους, η αυτονομία της βουλήσεως του μέλλοντος υπαλλήλου είναι πολύ περιορισμένη. Ωστόσο, οι συμβάσεις εργασίας ενδέχεται να περιέχουν άλλα στοιχεία που αποδέχθηκε ο ενδιαφερόμενος υπάλληλος σχετικά, για παράδειγμα, με τα ουσιώδη χαρακτηριστικά των καθηκόντων που του έχουν ανατεθεί. Πάντως, η ύπαρξη τέτοιων στοιχείων δεν αποτελεί, καθαυτό, εμπόδιο στην άσκηση, εκ μέρους των διευθυντικών οργάνων της Τράπεζας, της εξουσίας εκτιμήσεως που διαθέτουν προς εφαρμογή των μέτρων που συνεπάγονται οι υποχρεώσεις γενικού συμφέροντος οι οποίες απορρέουν από την ειδική αποστολή με την οποία έχει επιφορτιστεί η Τράπεζα. Τα όργανα αυτά μπορεί έτσι να είναι υποχρεωμένα, προκειμένου να αντιμετωπίσουν τέτοιες απαιτήσεις της υπηρεσίας, και ειδικότερα, προκειμένου η υπηρεσία αυτή να έχει τη δυνατότητα προσαρμογής σε νέες ανάγκες, να λάβουν αποφάσεις ή μονομερή μέτρα τα οποία είναι δυνατόν να μεταβάλουν, μεταξύ άλλων, τους όρους εκτελέσεως των συμβάσεων εργασίας. Ως εκ τούτου, κατά την άσκηση της εξουσίας αυτής, τα διευθυντικά όργανα της Τράπεζας ουδόλως βρίσκονται σε διαφορετική κατάσταση από εκείνη των διευθυντικών οργάνων άλλων οργανισμών και θεσμικών οργάνων της Ένωσης στο πλαίσιο των σχέσεών τους με τους υπαλλήλους τους.

Επομένως, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι οι διατάξεις των όρων απασχολήσεως του προσωπικού της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, καθώς και αυτές του προϊσχύσαντος παραρτήματος III σχετικά με το συνταξιοδοτικό πρόγραμμα συνιστούν απαράβατους όρους της εργασιακής σχέσεως μεταξύ της Τράπεζας και του προσωπικού της, ώστε η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα να μην έχει δικαίωμα να τους τροποποιήσει, χωρίς τη συναίνεση του προσωπικού της, και, ενεργώντας κατ’ αυτόν τον τρόπο, να παραβαίνει τους βασικούς όρους της συμβάσεως εργασίας.

(βλ. σκέψεις 373 έως 375 και 377 έως 380)

Παραπομπή:

ΔΕΕ: 14 Οκτωβρίου 2004, C‑409/02 P, Pflugradt κατά ΕΚΤ, σκέψεις 34 έως 37, 49 και 53

ΓΔΕΕ: 18 Οκτωβρίου 2001, T‑333/99, X κατά ΕΚΤ, σκέψη 61

8.      Ένας υπάλληλος μπορεί να επικαλεσθεί κεκτημένο δικαίωμα μόνον εφόσον το γενεσιουργό του δικαιώματός του γεγονός ανάγεται σε χρόνο κατά τον οποίο ίσχυε διεπόμενο από τον ΚΥΚ καθεστώς προγενέστερο της τροποποιήσεως η οποία επήλθε σε αυτό και κατά της οποίας βάλλει με την προσφυγή του.

Στην περίπτωση μεταρρυθμίσεως των όρων απασχολήσεως του προσωπικού της Ευρωπαϊκής Κεντρικής που συνεπάγεται την τροποποίηση του προϊσχύσαντος παραρτήματος III των εν λόγω όρων απασχολήσεως σχετικά με τη διακοπή του συνταξιοδοτικού προγράμματος της Τράπεζας και την αντικατάστασή του με νέο σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως, δηλαδή το συνταξιοδοτικό σύστημα, όσον αφορά το κεκτημένο δικαίωμα μέλους του προσωπικού να συνταξιοδοτηθεί με τη συμπλήρωση του 60ού έτους της ηλικίας χωρίς μείωση των παροχών δυνάμει των άρθρων 11.1 και 11.5 του εν λόγω προϊσχύσαντος παραρτήματος III, προκύπτει από τις ανωτέρω διατάξεις ότι η συμπλήρωση του 60ού έτους της ηλικίας από μέλος του προσωπικού συνιστά το γενεσιουργό γεγονός και του παρέχει τη δυνατότητα να ζητήσει την άμεση εκκαθάριση της συντάξεώς του και την καταβολή των παροχών χωρίς να επέλθει καμία μείωση σε αυτές. Επομένως, μέλος του προσωπικού της Τράπεζας που δεν έχει συμπληρώσει το εν λόγω έτος της ηλικίας κατά την ημερομηνία ενάρξεως ισχύος της μεταρρυθμίσεως μπορεί να έχει κατά την ημερομηνία αυτή μόνο δικαίωμα προσδοκίας και όχι κεκτημένο δικαίωμα εκκαθαρίσεως της συντάξεώς του χωρίς μείωση των παροχών.

Εξάλλου, εφόσον υφίσταται σαφής διάκριση μεταξύ του συνταξιοδοτικού δικαιώματος και της καταβολής των παροχών που απορρέουν από αυτό, δεν προσβάλλονται τα κεκτημένα δικαιώματα που αφορούν τον καθορισμό της συντάξεως στην περίπτωση που οι μεταβολές που επήλθαν στα ποσά που πράγματι καταβλήθηκαν προέρχονται από συντελεστές μετατροπής, λαμβανομένου υπόψη ότι οι μεταβολές αυτές δεν θίγουν αυτό καθαυτό το συνταξιοδοτικό δικαίωμα. Συγκεκριμένα, οι συντελεστές μετατροπής της συντάξεως δεν αποτελούν μέρος των καθαυτό συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων, αλλά συνιστούν κριτήριο που εξασφαλίζει τον υπολογισμό των συνταξιοδοτικών παροχών βάσει των επικαιροποιημένων πινάκων θνησιμότητας. Πάντως, δεδομένου ότι οι συντελεστές μετατροπής στηρίζονται, μεταξύ άλλων, στους πίνακες θνησιμότητας, η τακτική επικαιροποίησή τους καθίσταται επιτακτική προκειμένου να απηχούν τις προβλέψεις που αφορούν το προσδόκιμο ζωής. Επομένως, μέλος του προσωπικού της Τράπεζας δεν μπορεί να επικαλεστεί κεκτημένο δικαίωμα διατηρήσεως των συντελεστών μετατροπής της συντάξεως εφαρμοζόμενων όπως ίσχυαν πριν την έναρξη ισχύος της μεταρρυθμίσεως, ούτε δικαίωμα εκκαθαρίσεως, σε δεδομένη χρονική στιγμή, της συντάξεώς του όσον αφορά τις περιόδους απασχολήσεως στο πλαίσιο του προγράμματος που διακόπηκε, βάσει ιδίως των εν λόγω συντελεστών.

(βλ. σκέψεις 385 έως 387, 389 και 390)

Παραπομπή:

ΔΕΕ: 11 Μαρτίου 1982, 127/80, Grogan κατά Επιτροπής, σκέψεις 14 και 15

ΓΔΕΕ: 29 Νοεμβρίου 2006, T‑135/05, Campoli κατά Επιτροπής, σκέψεις 78 και 80· 11 Ιουλίου 2007, T‑58/05, Centeno Mediavilla κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 58 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία

9.      Στο πλαίσιο μεταρρυθμίσεως του συνταξιοδοτικού συστήματος των υπαλλήλων της Ένωσης, ο νομοθέτης της Ένωσης διαθέτει την ευχέρεια να εισάγει ανά πάσα στιγμή στους κανόνες του ΚΥΚ τις τροποποιήσεις που κρίνει σύμφωνες προς το συμφέρον της υπηρεσίας και να θεσπίζει, για το μέλλον, δυσμενέστερες για τους οικείους υπάλληλους διατάξεις, στο μέτρο που ορίζεται μεταβατική περίοδος αρκούντως μακράς διάρκειας ώστε να αποφεύγεται η αιφνίδια τροποποίηση της μεθόδου εκκαθαρίσεως συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων που θα αποκτηθούν με τη συμπλήρωση του ορίου ηλικίας συνταξιοδοτήσεως. Η υποχρέωση προβλέψεως κατάλληλης μεταβατικής περιόδου υφίσταται και στην περίπτωση κατά την οποία πρόκειται να εισαχθεί δυσμενέστερο σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως.

Είναι σύμφωνη προς την υποχρέωση αυτή η μεταρρύθμιση του συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως των υπαλλήλων της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας η οποία προβλέπει ότι τα μέλη του προσωπικού που ανέλαβαν τα καθήκοντά τους πριν την έναρξη ισχύος των τροποποιήσεων καθώς και τα παλαιά μέλη του προσωπικού υπάγονται στο προγενέστερο συνταξιοδοτικό πρόγραμμα ως προς τις παρασχεθείσες υπηρεσίες τους στο πλαίσιο του προγράμματος που προηγήθηκε της ενάρξεως ισχύος της μεταρρυθμίσεως. Ομοίως, κατά το άρθρο 6.3 του νέου παραρτήματος III των όρων απασχολήσεως, η Τράπεζα οφείλει να χρηματοδοτεί κάθε ενδεχόμενο έλλειμμα που συνδέεται με το προγενέστερο και μελλοντικό παθητικό που αντιστοιχεί στις παρασχεθείσες από τα μέλη υπηρεσίες στο πλαίσιο του προγενέστερου συνταξιοδοτικού προγράμματος. Επομένως καθιερώνεται μεταβατική περίοδος η οποία παρατείνεται μέχρι να καταβληθεί η τελευταία οφειλόμενη υπό το προγενέστερο συνταξιοδοτικό πρόγραμμα παροχή και κατά τη διάρκεια της οποίας η Τράπεζα εγγυάται την καταβολή των οφειλομένων παροχών.

(βλ. σκέψεις 391 έως 394)

Παραπομπή:

ΔΕΕ: 17 Ιουλίου 2008, C‑71/07 P, Campoli κατά Επιτροπής, σκέψη 74

ΓΔΕΕ: Campoli κατά Επιτροπής, προπαρατεθείσα, σκέψεις 85 και 105