ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (έβδομο τμήμα)

της 24ης Σεπτεμβρίου 2019 (*)

«Σήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης – Διαδικασία ανακοπής – Αίτηση καταχώρισης εικονιστικού σήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης V V‑WHEELS – Προγενέστερα εικονιστικά σήματα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εθνικά σήματα και μη καταχωρισμένα σήματα VOLVO – Σχετικός λόγος απαραδέκτου – Ομοιότητα των σημείων – Άρθρο 8, παράγραφος 5, του κανονισμού (ΕΕ) 2017/1001»

Στην υπόθεση T‑356/18,

Volvo Trademark Holding AB, με έδρα το Γκέτεμποργκ (Σουηδία), εκπροσωπούμενη από τους T. Dolde, δικηγόρο, και M. Hawkins, solicitor,

προσφεύγουσα,

κατά

Γραφείου Διανοητικής Ιδιοκτησίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης (EUIPO), εκπροσωπούμενου από την S. Bonne και τον H. O’Neill,

καθού,

αντίδικος ενώπιον του συμβουλίου προσφυγών του EUIPO:

Paalupaikka Oy, με έδρα το Iisalmi (Φινλανδία),

με αντικείμενο προσφυγή κατά της απόφασης του τετάρτου τμήματος προσφυγών του EUIPO, της 21ης Μαρτίου 2018 (υπόθεση R 1852/2017-4), σχετικά με διαδικασία ανακοπής μεταξύ των Volvo Trademark Holding και Paalupaikka,

ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έβδομο τμήμα),

συγκείμενο από τους V. Tomljenović, πρόεδρο, E. Bieliūnas και A. Kornezov (εισηγητή), δικαστές,

γραμματέας: R. Ūkelytė, διοικητική υπάλληλος,

έχοντας υπόψη το δικόγραφο της προσφυγής που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 7 Ιουνίου 2018,

έχοντας υπόψη το υπόμνημα αντικρούσεως που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 4 Οκτωβρίου 2018,

κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 16ης Μαΐου 2019,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

 Ιστορικό της διαφοράς

1        Στις 4 Αυγούστου 2015, η Paalupaikka Oy κατέθεσε αίτηση καταχώρισης σήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης ενώπιον του Γραφείου Διανοητικής Ιδιοκτησίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης (EUIPO), δυνάμει του κανονισμού (ΕΚ) 207/2009 του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 2009, για το σήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ 2009, L 78, σ. 1), όπως έχει τροποποιηθεί [έχει αντικατασταθεί από τον κανονισμό (ΕΕ) 2017/1001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 2017, για το σήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ 2017, L 154, σ. 1)].

2        Image not foundΤο σήμα του οποίου ζητήθηκε η καταχώριση συνίσταται στο ακόλουθο εικονιστικό σημείο:

3        Το σημείο αυτό περιγράφεται στην αίτηση καταχώρισης ως «[μ]πλε στρογγυλός κύκλος με ένα γράμμα “v” σε ασημί χρώμα στο κέντρο του», ο δε κύκλος αυτός «έχει ένα λεπτό περίγραμμα σε ασημί χρώμα» και κάτω από τον κύκλο υπάρχει «κείμενο “v-wheels”» του οποίου «το γράμμα “[v]” είναι με ασημί χρώμα και οι υπόλοιποι χαρακτήρες σε μπλε». Τα προϊόντα για τα οποία ζητήθηκε η καταχώριση υπάγονται στην κλάση 12, υπό την έννοια του Διακανονισμού της Νίκαιας για τη διεθνή ταξινόμηση προϊόντων και υπηρεσιών με σκοπό την καταχώριση σημάτων, της 15ης Ιουνίου 1957, όπως έχει αναθεωρηθεί και τροποποιηθεί, και ανταποκρίνονται στην ακόλουθη περιγραφή: «Σώτρα τροχών για αυτοκίνητα· [ζ]άντες τροχών οχημάτων· [τ]ροχοί· [τ]ροχίσκοι [οχημάτων τροχοί]· [τ]ροχοί αυτοκινήτων· [τ]ροχοί για μοτοσυκλέτες· [τ]ροχοί οχημάτων· [τ]ροχίσκοι καροτσιών [οχήματα]· [τ]ροχοί [μέρη χερσαίων οχημάτων]· [τ]ροχοί για αγωνιστικά αυτοκίνητα τύπου κάρτ· [τ]ροχοί, ελαστικά και ερπύστριες».

4        Η αίτηση αυτή δημοσιεύθηκε στο Δελτίο σημάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης αριθ. 182/2015, της 25ης Σεπτεμβρίου 2015.

5        Στις 31 Δεκεμβρίου 2015, η προσφεύγουσα, Volvo Trademark Holding AB, άσκησε ανακοπή κατά της καταχώρισης του επίμαχου σημείου η οποία ζητήθηκε για τα προϊόντα που αναφέρονται στη σκέψη 3 ανωτέρω.

6        Η ανακοπή στηριζόταν στα ακόλουθα προγενέστερα σήματα, τα οποία κάλυπταν, όλα, προϊόντα της κλάσης 12:

–        στο εικονιστικό σήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το οποίο καταχωρίστηκε με τον αριθμό 10397016 και απεικονίζεται κατωτέρω:


–        στο εικονιστικό σήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το οποίο καταχωρίστηκε με τον αριθμό 4804522 και απεικονίζεται κατωτέρω:

Image not found

–        στο εικονιστικό σήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το οποίο καταχωρίστηκε με τον αριθμό 9045311 και απεικονίζεται κατωτέρω:


–        στο εικονιστικό φινλανδικό σήμα, το οποίο καταχωρίστηκε με τον αριθμό 66240 και απεικονίζεται κατωτέρω:


–        στο εικονιστικό σουηδικό σήμα, το οποίο καταχωρίστηκε με τον αριθμό 385923 και απεικονίζεται κατωτέρω:

Image not found

–        στο εικονιστικό σουηδικό σήμα για το οποίο υποβλήθηκε αίτηση καταχώρισης στις 22 Αυγούστου 2014, το οποίο απεικονίζεται κατωτέρω:

Image not found

–        στο παγκοίνως γνωστό στην Ευρωπαϊκή Ένωση σήμα, το οποίο απεικονίζεται κατωτέρω:

Image not found

–        στο παγκοίνως γνωστό στην Ένωση σήμα, το οποίο απεικονίζεται κατωτέρω:

Image not found

–        στο παγκοίνως γνωστό στην Ένωση σήμα, το οποίο απεικονίζεται κατωτέρω:

Image not found

7        Οι λόγοι που προβλήθηκαν προς στήριξη της ανακοπής ήταν οι προβλεπόμενοι στο άρθρο 8, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, και παράγραφος 5, του κανονισμού 207/2009 (νυν άρθρο 8, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, και παράγραφος 5, του κανονισμού 2017/1001).

8        Στις 19 Ιουνίου 2017, το τμήμα ανακοπών απέρριψε την ανακοπή στο σύνολό της.

9        Στις 22 Αυγούστου 2017, η προσφεύγουσα άσκησε προσφυγή ενώπιον του EUIPO, δυνάμει των άρθρων 58 έως 64 του κανονισμού 207/2009 (νυν άρθρων 66 έως 71 του κανονισμού 2017/1001), κατά της απόφασης του τμήματος ανακοπών.

10      Με απόφαση της 21ης Μαρτίου 2018 (στο εξής: προσβαλλόμενη απόφαση), το τέταρτο τμήμα προσφυγών του EUIPO απέρριψε την προσφυγή. Ειδικότερα, καταρχάς, έκρινε ότι το σημείο του οποίου ζητήθηκε η καταχώριση ήταν διαφορετικό από τα προγενέστερα σήματα των οποίων έγινε επίκληση προς στήριξη της ανακοπής και ότι, ως εκ τούτου, δεν μπορούσε να διαπιστωθεί κίνδυνος σύγχυσης κατά την έννοια του άρθρου 8, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 2017/1001. Στη συνέχεια, απέρριψε τον λόγο ανακοπής που στηριζόταν στο άρθρο 8, παράγραφος 5, του εν λόγω κανονισμού, καθόσον δεν πληρούνταν η πρώτη προϋπόθεση για την εφαρμογή της διάταξης αυτής, δεδομένου ότι τα αντιπαρατιθέμενα σημεία ήταν διαφορετικά. Τέλος, έκρινε ότι ούτε οι δημοσκοπήσεις ούτε η απόφαση του Patentstyret (νορβηγικού γραφείου βιομηχανικής ιδιοκτησίας), τις οποίες προσκόμισε η προσφεύγουσα, μπορούσαν να κλονίσουν τα συμπεράσματα αυτά.

 Αιτήματα των διαδίκων

11      Η προσφεύγουσα ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:

–        να ακυρώσει την προσβαλλόμενη απόφαση·

–        να καταδικάσει το EUIPO στα δικαστικά έξοδα, συμπεριλαμβανομένων των εξόδων στο πλαίσιο των διαδικασιών ενώπιον του τμήματος ανακοπών και ενώπιον του τετάρτου τμήματος προσφυγών του EUIPO.

12      Το EUIPO ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:

–        να απορρίψει την προσφυγή στο σύνολό της·

–        να καταδικάσει την προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδά του.

 Σκεπτικό

13      Προς στήριξη της προσφυγής της, η προσφεύγουσα προβάλλει τέσσερις λόγους ακυρώσεως. Ο πρώτος και ο δεύτερος λόγος ακυρώσεως αφορούν παράβαση, αντιστοίχως, του άρθρου 8, παράγραφος 5, και του άρθρου 8, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 2017/1001. Ο τρίτος λόγος ακυρώσεως αφορά παραμόρφωση των πραγματικών περιστατικών και των αποδεικτικών στοιχείων από το τμήμα προσφυγών, κατά παράβαση του άρθρου 72, παράγραφος 2, του κανονισμού 2017/1001. Ο τέταρτος λόγος ακυρώσεως αφορά παράβαση της υποχρέωσης αιτιολόγησης την οποία υπέχει το τμήμα προσφυγών δυνάμει του άρθρου 94, παράγραφος 1, του κανονισμού 2017/1001.

14      Από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το τμήμα προσφυγών έκρινε, κατά την ανάλυση του σχετικού λόγου απαραδέκτου που προβλέπεται στο άρθρο 8, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 2017/1001, ότι τα αντιπαρατιθέμενα σημεία ήταν διαφορετικά, οπότε έπρεπε να απορριφθεί η στηριζόμενη τόσο στο άρθρο 8, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, όσο και στο άρθρο 8, παράγραφος 5, του ίδιου κανονισμού ανακοπή.

15      Όσον αφορά τον πρώτο λόγο ακυρώσεως, ο οποίος αφορά παράβαση του άρθρου 8, παράγραφος 5, του κανονισμού 2017/1001, η προσφεύγουσα φρονεί, κατ’ ουσίαν, ότι κακώς το τμήμα προσφυγών κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν υπάρχει οποιαδήποτε ομοιότητα μεταξύ των σημείων, απορρίπτοντας, ως εκ τούτου, τον σχετικό λόγο απαραδέκτου που προβλέπει η διάταξη αυτή.

16      Κατά το άρθρο 8, παράγραφος 5, του κανονισμού 2017/1001, κατόπιν ανακοπής από τον δικαιούχο καταχωρισμένου προγενέστερου σήματος κατά την έννοια της παραγράφου 2, το κατατεθειμένο σήμα δεν καταχωρίζεται εάν ταυτίζεται ή ομοιάζει με προγενέστερο σήμα, ανεξαρτήτως εάν τα προϊόντα ή οι υπηρεσίες για τα οποία ζητείται ταυτίζονται, ομοιάζουν ή δεν ομοιάζουν με εκείνα για τα οποία έχει καταχωριστεί το προγενέστερο σήμα, εφόσον, στην περίπτωση προγενέστερου σήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το σήμα χαίρει φήμης στην Ένωση ή, στην περίπτωση προγενέστερου εθνικού σήματος, το σήμα χαίρει φήμης στο οικείο κράτος μέλος και η άνευ νόμιμης αιτίας χρησιμοποίηση του κατατεθειμένου σήματος θα προσπόριζε σε αυτό αθέμιτο όφελος από τον διακριτικό χαρακτήρα ή τη φήμη του προγενέστερου σήματος ή θα ήταν επιζήμια για τον διακριτικό χαρακτήρα ή τη φήμη αυτού.

17      Από το γράμμα του άρθρου 8, παράγραφος 5, του κανονισμού 2017/1001 προκύπτει ότι η εφαρμογή της διάταξης αυτής εξαρτάται από τη συνδρομή σωρευτικών προϋποθέσεων κατά τις οποίες, πρώτον, τα αντιπαρατιθέμενα σήματα πρέπει να είναι πανομοιότυπα ή παρόμοια, δεύτερον, το προγενέστερο σήμα στο οποίο στηρίζεται η ανακοπή πρέπει να χαίρει φήμης και, τρίτον, πρέπει, λόγω της άνευ νόμιμης αιτίας χρήσης του σήματος του οποίου ζητήθηκε η καταχώριση, να υφίσταται κίνδυνος άντλησης αθέμιτου οφέλους από τον διακριτικό χαρακτήρα ή από τη φήμη του προγενέστερου σήματος ή κίνδυνος να θιγεί αυτός ο διακριτικός χαρακτήρας ή αυτή η φήμη (απόφαση της 28ης Ιουνίου 2018, EUIPO κατά Puma, C-564/16 P, EU:C:2018:509, σκέψη 54).

18      Κατά πάγια νομολογία, οι προσβολές στις οποίες αναφέρεται το άρθρο 8, παράγραφος 5, του κανονισμού 2017/1001, οσάκις επέρχονται, συνιστούν επακόλουθο ορισμένου βαθμού ομοιότητας μεταξύ του προγενέστερου και του μεταγενέστερου σήματος, εξαιτίας της οποίας το ενδιαφερόμενο κοινό τα συσχετίζει, δηλαδή τα συνδέει μεταξύ τους, χωρίς κατ’ ανάγκην να τα συγχέει (βλ. απόφαση της 12ης Μαρτίου 2009, Antartica κατά ΓΕΕΑ, C-320/07 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2009:146, σκέψη 43 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

19      Όσον αφορά, ειδικότερα, την πρώτη προϋπόθεση για την εφαρμογή του άρθρου 8, παράγραφος 5, του κανονισμού 2017/1001, η οποία υπομνήσθηκε στη σκέψη 17 ανωτέρω, ήτοι την ταυτότητα ή την ομοιότητα των αντιπαρατιθέμενων σημείων, πρέπει να υπομνησθεί ότι, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, ο βαθμός ομοιότητας που απαιτείται στο πλαίσιο του άρθρου 8, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 2017/1001, αφενός, και του άρθρου 8, παράγραφος 5, του ίδιου κανονισμού, αφετέρου, είναι διαφορετικός. Συγκεκριμένα, ενώ η εφαρμογή της προστασίας που προβλέπει η πρώτη από τις δύο αυτές διατάξεις εξαρτάται από τη διαπίστωση ενός τέτοιου βαθμού ομοιότητας μεταξύ των αντιπαρατιθέμενων σημάτων ώστε να υφίσταται κίνδυνος σύγχυσής τους από το ενδιαφερόμενο κοινό, η ύπαρξη τέτοιου κινδύνου δεν απαιτείται για την προστασία που παρέχεται από τη δεύτερη από τις διατάξεις αυτές. Επομένως, οι προσβολές στις οποίες αναφέρεται το άρθρο 8, παράγραφος 5, του κανονισμού 2017/1001 μπορούν να αποτελούν τη συνέπεια ενός μικρότερου βαθμού ομοιότητας μεταξύ του προγενέστερου και του μεταγενέστερου σήματος, εφόσον ο βαθμός αυτός είναι αρκετός ώστε το ενδιαφερόμενο κοινό να συσχετίζει τα εν λόγω σήματα, δηλαδή να τα συνδέει μεταξύ τους (αποφάσεις της 24ης Μαρτίου 2011, Ferrero κατά ΓΕΕΑ, C-552/09 P, EU:C:2011:177, σκέψη 53, και της 20ής Νοεμβρίου 2014, Intra-Presse κατά Golden Balls, C-581/13 P και C‑582/13 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2014:2387, σκέψη 72).

20      Επομένως, όταν αποκλείεται οποιαδήποτε ομοιότητα μεταξύ των αντιπαρατιθέμενων σημείων, είναι πρόδηλο ότι το άρθρο 8, παράγραφος 5, του κανονισμού 2017/1001, όπως και η παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, αυτού, δεν εφαρμόζονται. Μόνο στην περίπτωση κατά την οποία τα αντιπαρατιθέμενα σήματα παρουσιάζουν ορισμένη, έστω μικρή, ομοιότητα, πρέπει να πραγματοποιηθεί σφαιρική εκτίμηση προκειμένου να καθοριστεί αν, παρά τον χαμηλό βαθμό ομοιότητας μεταξύ των σημάτων αυτών, υφίσταται, λόγω της ύπαρξης και άλλων ασκούντων επιρροή παραγόντων, όπως είναι το παγκοίνως γνωστό ή η φήμη του προγενέστερου σήματος, κίνδυνος σύγχυσης ή σύνδεσμος μεταξύ των σημάτων αυτών στην αντίληψη του ενδιαφερόμενου κοινού (πρβλ. αποφάσεις της 24ης Μαρτίου 2011, Ferrero κατά ΓΕΕΑ, C‑552/09 P, EU:C:2011:177, σκέψη 66, και της 20ής Νοεμβρίου 2014, Intra-Presse κατά Golden Balls, C-581/13 P και C-582/13 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2014:2387, σκέψη 73).

21      Υπό το πρίσμα αυτών ακριβώς των προκαταρκτικών παρατηρήσεων πρέπει να εξεταστεί ο πρώτος λόγος ακυρώσεως τον οποίο προβάλλει η προσφεύγουσα.

22      Εν προκειμένω, το τμήμα προσφυγών εκτίμησε ότι τα αντιπαρατιθέμενα σημεία ήταν διαφορετικά και, βάσει της εκτιμήσεως αυτής κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν έχει εφαρμογή ο λόγος απαραδέκτου τον οποίο προβλέπει το άρθρο 8, παράγραφος 5, του κανονισμού 2017/1001, χωρίς να εξετάσει τις λοιπές προϋποθέσεις της διάταξης αυτής οι οποίες υπομνήσθηκαν στη σκέψη 17 ανωτέρω.

23      Επομένως, πρέπει να εξεταστεί αν το τμήμα προσφυγών ορθώς έκρινε ότι δεν υφίστατο καμία, έστω μικρή, ομοιότητα μεταξύ των αντιπαρατιθέμενων σημείων.

24      Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι δύο σημεία είναι παρόμοια οσάκις, κατά την άποψη του ενδιαφερόμενου κοινού, ταυτίζονται μεταξύ τους, τουλάχιστον μερικώς, όσον αφορά μία ή περισσότερες ουσιώδεις πτυχές, ήτοι οπτικές, φωνητικές και εννοιολογικές πτυχές [βλ. απόφαση της 29ης Νοεμβρίου 2018, Louis Vuitton Malletier κατά EUIPO – Fulia Trading (LV BET ZAKŁADY BUKMACHERSKIE), T-373/17, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2018:850, σκέψη 66 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].

25      Η εκτίμηση της ομοιότητας μεταξύ δύο σημείων δεν σημαίνει ότι μόνο ένα από τα στοιχεία που συναποτελούν το σύνθετο σήμα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη και να συγκρίνεται με το άλλο σήμα. Αντίθετα, κατά τη σύγκριση αυτή, τα επίμαχα σήματα πρέπει να εξετάζονται το καθένα ως ενιαίο σύνολο, πράγμα που δεν αποκλείει, υπό ορισμένες περιστάσεις, το ενδεχόμενο να κυριαρχούν στη συνολική εντύπωση που δημιουργεί ένα σύνθετο σήμα στη μνήμη του ενδιαφερόμενου κοινού ένα ή περισσότερα από τα στοιχεία που το συναποτελούν (βλ. απόφαση της 12ης Ιουνίου 2007, ΓΕΕΑ κατά Shaker, C-334/05 P, EU:C:2007:333, σκέψη 41 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). Το κυρίαρχο στοιχείο μπορεί να αποτελέσει το μοναδικό κριτήριο για την εκτίμηση της ομοιότητας μόνο στην περίπτωση κατά την οποία όλα τα άλλα συστατικά στοιχεία του σήματος είναι αμελητέα (αποφάσεις της 12ης Ιουνίου 2007, ΓΕΕΑ κατά Shaker, C-334/05 P, EU:C:2007:333, σκέψη 42, και της 20ής Σεπτεμβρίου 2007, Nestlé κατά ΓΕΕΑ, C‑193/06 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2007:539, σκέψη 43). Τούτο μπορεί να συμβεί ιδίως όταν το εν λόγω συστατικό στοιχείο δύναται να κυριαρχεί, μόνο αυτό, στην εικόνα του σήματος την οποία συγκρατεί στη μνήμη του το ενδιαφερόμενο κοινό και, επομένως, όλα τα λοιπά στοιχεία που συναποτελούν το σήμα είναι αμελητέα στο πλαίσιο της συνολικής εντύπωσης που το εν λόγω σήμα δημιουργεί (απόφαση της 20ής Σεπτεμβρίου 2007, Nestlé κατά ΓΕΕΑ, C-193/06 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2007:539, σκέψη 43).

26      Εν προκειμένω, κατ’ αρχάς, το τμήμα προσφυγών έκρινε, στο πλαίσιο της στηριζόμενης στο άρθρο 8, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 2017/1001 εκτίμησής του, ότι το ενδιαφερόμενο κοινό το οποίο έπρεπε να ληφθεί υπόψη ήταν το ευρύ κοινό, ήτοι οι τελικοί καταναλωτές και οι επαγγελματίες καταναλωτές, το επίπεδο προσοχής των οποίων κυμαινόταν μεταξύ μετρίου και υψηλού, κρίσιμη δε εδαφική περιοχή για την ανάλυση του κινδύνου σύγχυσης ήταν η Ένωση όσον αφορά τα προγενέστερα σήματα της Ένωσης και τα παγκοίνως γνωστά, μη καταχωρισθέντα προγενέστερα σήματα, όπως επίσης και η Σουηδία και η Φινλανδία όσον αφορά τα καταχωρισθέντα εντός των κρατών αυτών εθνικά σήματα. Οι διάδικοι δεν αμφισβητούν τον εν λόγω ορισμό του ενδιαφερόμενου κοινού.

27      Εν συνεχεία, το τμήμα προσφυγών προέβη στην οπτική, φωνητική και εννοιολογική σύγκριση των αντιπαρατιθέμενων σημείων. Πρώτον, εξέτασε την ανακοπή κατά το μέρος που στηριζόταν στο υπ’ αριθ. 10397016 σήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το οποίο απεικονίζεται στη σκέψη 6 ανωτέρω.

28      Συναφώς, το τμήμα προσφυγών διαπίστωσε ότι το σημείο του οποίου ζητήθηκε η καταχώριση ήταν ένα εικονιστικό σημείο αποτελούμενο από το σχηματοποιημένο γράμμα «v», ασημί χρώματος, το οποίο βρισκόταν εντός κύκλου μπλε χρώματος. Κατά την άποψή του, η χρησιμοποιούμενη γραμματοσειρά ήταν παρεμφερής με την τυποποιημένη γραμματοσειρά Garamond, η οποία είναι διαθέσιμη σε όλα τα προγράμματα επεξεργασίας κειμένου. Το τμήμα προσφυγών προσέθεσε ότι, κάτω από τον κύκλο, επαναλαμβανόταν το ίδιο σχηματοποιημένο γράμμα, πλην όμως σε μικρότερο μέγεθος, ακολουθούμενο από μία παύλα και τη λέξη «wheels» η οποία είχε γραφεί σε γραμματοσειρά παρεμφερή με τη γραμματοσειρά Αrial. Έκρινε ότι η λέξη αυτή, η οποία ήταν μια βασική αγγλική λέξη που μπορούσε να γίνει αντιληπτή σε ολόκληρη την Ένωση, ήταν περιγραφική των προϊόντων που καλύπτονται από το σήμα του οποίου ζητήθηκε η καταχώριση και δεν είχε διακριτικό χαρακτήρα όσον αφορά τα αυτοκίνητα και ότι το γράμμα «v» δεν εξέφραζε κάποιο νόημα σε σχέση με τα αυτοκίνητα. Βάσει αυτού, επισήμανε ότι, «στην καλύτερη των περιπτώσεων για την προσφεύγουσα», στο σημείο του οποίου ζητήθηκε η καταχώριση κυριαρχούσε το γράμμα «v», ασημί χρώματος, το οποίο βρισκόταν εντός κύκλου μπλε χρώματος, το δε μπλε χρώμα ήταν βασικό χρώμα.

29      Όσον αφορά το υπ’ αριθ. 10397016 σήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το τμήμα προσφυγών επισήμανε ότι αποτελούνταν από τη σχηματοποιημένη απεικόνιση του λεκτικού στοιχείου «volvo» με γράμματα μπλε χρώματος, το οποίο είναι βασικό χρώμα, και με χαρακτήρες παρεμφερείς με την τυποποιημένη γραμματοσειρά Garamond, «με μόνη διαφορά ότι τα γράμματα αυτά [απεικονίζονταν] ελαφρώς παχύτερα απ’ ό, τι στην [εν λόγω γραμματοσειρά]». Όσον αφορά τα αντιπαρατιθέμενα σημεία, επισήμανε ότι τόσο η γραμματοσειρά όσο και το χρώμα που χρησιμοποιούνται ήταν πολύ απλά και ευρέως χρησιμοποιούμενα στις συναλλαγές, με αποτέλεσμα να μην προσδίδουν διακριτικό χαρακτήρα στα εν λόγω σημεία.  

30      Όσον αφορά την οπτική σύγκριση των αντιπαρατιθέμενων σημείων, το τμήμα προσφυγών έκρινε, στο σημείο 30 της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι τα κυρίαρχα στοιχεία των εν λόγω σημείων, ήτοι, αντιστοίχως, το γράμμα «v» για το σημείο του οποίου ζητήθηκε η καταχώριση και το λεκτικό στοιχείο «volvo» για το προγενέστερο σήμα, ήταν διαφορετικά. Παρατήρησε ότι σημείο αποτελούμενο από ένα μόνο γράμμα δεν μπορούσε να θεωρηθεί παρόμοιο με λέξη η οποία άρχιζε με το ίδιο γράμμα. Κατά το τμήμα προσφυγών, τα πρόσθετα εικονιστικά στοιχεία ήταν επίσης διαφορετικά. Επισήμανε ότι, παρότι αμφότερα τα σημεία ήταν μπλε χρώματος και παρότι είχαν την ίδια απόχρωση του μπλε, εντούτοις τούτο δεν αντιστάθμιζε τις υφιστάμενες μεταξύ τους διαφορές.

31      Από φωνητική άποψη, το τμήμα προσφυγών έκρινε ότι το μοναδικό γράμμα «v», το οποίο περιλαμβάνεται στο σημείο του οποίου ζητήθηκε η καταχώριση, προφερόταν διαφορετικά από το γράμμα «v» το οποίο περιλαμβάνεται στο λεκτικό στοιχείο «volvo» του προγενέστερου σήματος, στην αγγλική, ισπανική και γερμανική γλώσσα. Δεδομένου ότι δεν είχε στη διάθεσή του παραδείγματα σε άλλη γλώσσα τα οποία να αποδεικνύουν το αντίθετο, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι τα αντιπαρατιθέμενα σημεία δεν ήταν παρόμοια από φωνητική άποψη.

32      Από εννοιολογική άποψη, το τμήμα προσφυγών έκρινε ότι δεν ήταν δυνατή καμία σύγκριση, διότι ούτε το κυρίαρχο και διακριτικό στοιχείο του σημείου του οποίου ζητήθηκε η καταχώριση ούτε το προγενέστερο σήμα απέδιδαν ορισμένο νόημα.

33      Εξάλλου, το τμήμα προσφυγών επισήμανε ότι, αν λαμβανόταν υπόψη το στοιχείο «v-wheels» του σημείου του οποίου ζητήθηκε η καταχώριση, τα αντιπαρατιθέμενα σημεία θα διέφεραν ακόμη περισσότερο μεταξύ τους από οπτική και φωνητική άποψη. Ομοίως, κατά το τμήμα προσφυγών, αν αποδιδόταν ορισμένη έννοια στο κυρίαρχο στοιχείο του εν λόγω σημείου, ήτοι στο μοναδικό γράμμα, ή αν λαμβανόταν υπόψη η λέξη «wheels» του στοιχείου «v-wheels» του σημείου αυτού, τα αντιπαρατιθέμενα σημεία θα διέφεραν από εννοιολογική άποψη.

34      Δεύτερον, το τμήμα προσφυγών προέβη σε σύγκριση του σημείου του οποίου ζητήθηκε η καταχώριση με όλα τα άλλα προγενέστερα εικονιστικά σήματα των οποίων έγινε επίκληση προς στήριξη της ανακοπής και τα οποία εκτίθενται στη σκέψη 6 ανωτέρω. Επισήμανε, συναφώς, ότι όλα αυτά τα σήματα αποτελούνταν από το λεκτικό διακριτικό στοιχείο «volvo», το οποίο έχει γραφεί με την ίδια γραμματοσειρά που χρησιμοποιείται στο υπ’ αριθ. 10397016 σήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και από «ένα συγκυρίαρχο εικονιστικό στοιχείο», το δε λεκτικό στοιχείο «volvo» έχει γραφεί με μαύρο χρώμα επί ετικέτας λευκού χρώματος, ή με λευκό χρώμα επί ετικέτας μαύρου ή μπλε χρώματος. Περαιτέρω, θεώρησε ότι τα σήματα αυτά δεν περιείχαν κύκλο, αντιθέτως προς τα υποστηριζόμενα από την προσφεύγουσα, καθόσον το εικονιστικό στοιχείο τους δεν μπορούσε να διαχωριστεί σε κύκλο και σε βέλος, αλλά γινόταν αντιληπτό ως ένα ενιαίο στοιχείο που προσομοιάζει στο παγκοίνως γνωστό σύμβολο του αρσενικού φύλου (Image not found), οπότε τα αντιπαρατιθέμενα σημεία δεν περιείχαν το ίδιο κυκλικό στοιχείο. Εξάλλου, σε κανένα από τα σήματα αυτά το λεκτικό στοιχείο «volvo» δεν ήταν γραμμένο σε ασημί χρώμα, σε αντίθεση προς το γράμμα «v» του εν λόγω σημείου. Όμως, δεδομένου ότι όλα τα σήματα αυτά περιέχουν ένα πρόσθετο «συγκυρίαρχο» στοιχείο, οι διαφορές μεταξύ αυτών και του σημείου αυτού είναι «ακόμη μεγαλύτερες». Κατά συνέπεια, το τμήμα προσφυγών κατέληξε στο συμπέρασμα ότι το επίμαχο σημείο ήταν διαφορετικό από όλα τα λοιπά προαναφερθέντα σήματα.  

35      Η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι, για τους σκοπούς της εφαρμογής του άρθρου 8, παράγραφος 5, του κανονισμού 2017/1001, η εκτίμηση της ομοιότητας μεταξύ των αντιπαρατιθέμενων σημείων στην οποία προέβη το τμήμα προσφυγών είναι πολλαπλώς εσφαλμένη. Με το δικόγραφο της προσφυγής και κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η προσφεύγουσα διευκρίνισε ότι η επιχειρηματολογία της εστιαζόταν κατ’ ουσίαν στη σύγκριση μεταξύ του σημείου του οποίου ζητήθηκε η καταχώριση και του παγκοίνως γνωστού σήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης το οποίο απεικονίζεται κάτωθι (στο εξής: προγενέστερο σήμα του οποίου έγινε επίκληση):

Σημείο του οποίου ζητήθηκε η καταχώριση

Προγενέστερο σήμα παγκοίνως γνωστό στην Ένωση