ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (έκτο πενταμελές τμήμα)

της 29ης Ιανουαρίου 2020 (*)

«Υπαλληλική υπόθεση – Απεργία των διερμηνέων – Μέτρα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου για την επίταξη υπηρεσιών διερμηνέων – Έλλειψη νομικής βάσης – Ευθύνη – Ηθική βλάβη»

Στην υπόθεση T‑402/18,

Roberto Aquino, κάτοικος Βρυξελλών (Βέλγιο), και οι λοιποί προσφεύγοντες‑ενάγοντες των οποίων τα ονόματα παρατίθενται στο παράρτημα (1), εκπροσωπούμενοι από την L. Levi, δικηγόρο,

προσφεύγοντες-ενάγοντες,

κατά

Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, εκπροσωπούμενου από τον O. Caisou-Rousseau, την E. Taneva και τον T. Lazian,

καθού-εναγομένου,

υποστηριζόμενου από το

Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εκπροσωπούμενο από τους M. Bauer και R. Meyer,

παρεμβαίνον,

με αντικείμενο προσφυγή-αγωγή δυνάμει του άρθρου 270 ΣΛΕΕ με αίτημα, αφενός, την ακύρωση της απόφασης του γενικού διευθυντή προσωπικού του Κοινοβουλίου, της 2ας Ιουλίου 2018, σχετικά με την επίταξη υπηρεσιών διερμηνέων και διερμηνέων συνεδριάσεων για τις 3 Ιουλίου 2018, καθώς και την ακύρωση των μεταγενέστερων αποφάσεων του γενικού διευθυντή προσωπικού του Κοινοβουλίου σχετικά με την επίταξη υπηρεσιών διερμηνέων και διερμηνέων συνεδριάσεων για τις 4, 5, 10 και 11 Ιουλίου 2018 και, αφετέρου, την ικανοποίηση της ηθικής βλάβης που υποστηρίζουν ότι υπέστησαν οι προσφεύγοντες-ενάγοντες λόγω των αποφάσεων αυτών και η οποία υπολογίζεται κατά δίκαιη και εύλογη κρίση σε 1 000 ευρώ κατ’ άτομο,

ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο πενταμελές τμήμα),

συγκείμενο από τους M. van der Woude, πρόεδρο, Σ. Παπασάββα (εισηγητή), D. Spielmann, Z. Csehi και O. Spineanu-Matei, δικαστές,

γραμματέας: L. Ramette, διοικητικός υπάλληλος,

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 9ης Οκτωβρίου 2019,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

 Ιστορικό της διαφοράς

1        Οι προσφεύγοντες-ενάγοντες [στο εξής: προσφεύγοντες], δηλαδή ο Roberto Aquino και οι λοιποί προσφεύγοντες των οποίων τα ονόματα παρατίθενται στο παράρτημα, είναι διερμηνείς και διερμηνείς συνεδριάσεων στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.

2        Στις 14 Ιουλίου 2017 ο Γενικός Γραμματέας του Κοινοβουλίου εξέδωσε απόφαση περί τροποποίησης των όρων εργασίας των διερμηνέων και των διερμηνέων συνεδριάσεων.

3        Η απόφαση αυτή τέθηκε σε εφαρμογή στα προγράμματα εργασίας των διερμηνέων και είχε ως συνέπεια την κατάθεση, τον Οκτώβριο του 2017, προειδοποίησης απεργίας σε μη προσδιορισθείσα ακόμη ημερομηνία από την comité intersyndical (διασυνδικαλιστική επιτροπή, στο εξής: COMI) στην οποία ανήκει, μεταξύ άλλων, η Syndicat des fonctionnaires internationaux et européens – Section du Parlement européen [συνδικαλιστική οργάνωση υπαλλήλων διεθνών οργανισμών και της Ευρωπαϊκής Ένωσης – τομέας Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου (SFIE-PE)]. Ωστόσο, μετά την επανέναρξη των συζητήσεων με τον Γενικό Γραμματέα του Κοινοβουλίου, η προειδοποίηση απεργίας ανακλήθηκε.

4        Στις 28 Μαΐου 2018 η COMI υπέβαλε νέα προειδοποίηση απεργίας σε μη προσδιορισθείσα ακόμη ημερομηνία, η οποία αφορούσε την περίοδο από 5 Ιουνίου έως 20 Ιουλίου 2018.

5        Στις 5 και 7 Ιουνίου 2018 η COMI γνωστοποίησε στο σύνολο του προσωπικού του Κοινοβουλίου, αφενός, και στον πρόεδρο του Κοινοβουλίου, αφετέρου, τους σχεδιαζόμενους τρόπους δράσης έως τις 14 Ιουνίου 2018.

6        Στις 8 Ιουνίου 2018 ο γενικός διευθυντής προσωπικού του Κοινοβουλίου απέστειλε στην COMI πίνακα στον οποίο αναγραφόταν ο αριθμός των διερμηνέων των οποίων οι υπηρεσίες θα επιτάσσονταν για την περίοδο από 12 έως 14 Ιουνίου 2018 και της ζήτησε να του αποστείλει τυχόν σχόλια των συνδικαλιστικών ή επαγγελματικών οργανώσεων (στο εξής: ΣΕΟ) του προσωπικού του θεσμικού οργάνου επί του καταλόγου αυτού πριν από τις 11 Ιουνίου 2018 και ώρα 14:00.

7        Στις 9 και 11 Ιουνίου 2018 η COMI διαβίβασε τις παρατηρήσεις της στον γενικό διευθυντή προσωπικού του Κοινοβουλίου.

8        Με απόφαση της 11ης Ιουνίου 2018, ο γενικός διευθυντής προσωπικού του Κοινοβουλίου επέταξε τις υπηρεσίες διερμηνέων και διερμηνέων συνεδριάσεων για την περίοδο από 12 έως 14 Ιουνίου 2018.

9        Παρόμοιες διαδικασίες κινήθηκαν για τις περιόδους από 18 έως 22 Ιουνίου 2018 και από 25 έως 27 Ιουνίου 2018 και οδήγησαν στην έκδοση αποφάσεων σχετικά με την επίταξη υπηρεσιών διερμηνέων και διερμηνέων συνεδριάσεων για τις ίδιες αυτές περιόδους.

10      Στις 25 Ιουνίου 2018 η COMI ενημέρωσε τον πρόεδρο του Κοινοβουλίου ότι η ισχύς της προειδοποίησης απεργίας παρατεινόταν έως τις 14 Σεπτεμβρίου 2018.

11      Στις 27 Ιουνίου 2018 ο γενικός διευθυντής προσωπικού του Κοινοβουλίου ζήτησε από την COMI να του αποστείλει, το αργότερο στις 29 Ιουνίου 2018 και ώρα 12:00, τις παρατηρήσεις της επί του πλάνου των σχεδιαζόμενων επιτάξεων για την περίοδο από 3 έως 5 Ιουλίου 2018.

12      Στις 29 Ιουνίου 2018 η COMI απέστειλε τα σχόλιά της στον πρόεδρο του Κοινοβουλίου και στον γενικό διευθυντή προσωπικού του Κοινοβουλίου.

13      Στις 2 Ιουλίου 2018 ο γενικός διευθυντής προσωπικού του Κοινοβουλίου ενημέρωσε την COMI ότι επρόκειτο να πραγματοποιηθούν οι επιτάξεις που ήταν αναγκαίες για την ομαλή διεξαγωγή των κοινοβουλευτικών εργασιών και ότι θα της αποστελλόταν αντίγραφο των αποφάσεων επίταξης υπηρεσιών διερμηνέων και διερμηνέων συνεδριάσεων για την περίοδο από 3 έως 5 Ιουλίου 2018.

14      Με απόφαση της 2ας Ιουλίου 2018, ο γενικός διευθυντής προσωπικού του Κοινοβουλίου επέταξε τις υπηρεσίες διερμηνέων και διερμηνέων συνεδριάσεων, στους οποίους περιλαμβάνονταν και ορισμένοι από τους προσφεύγοντες, για τις 3 Ιουλίου 2018 (στο εξής: απόφαση της 2ας Ιουλίου 2018).

 Διαδικασία

15      Με δικόγραφο που κατέθεσαν στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 3 Ιουλίου 2018, οι προσφεύγοντες άσκησαν την υπό κρίση προσφυγή-αγωγή (στο εξής: προσφυγή).

16      Με χωριστό δικόγραφο που κατέθεσαν αυθημερόν στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου, οι προσφεύγοντες υπέβαλαν αίτηση ασφαλιστικών μέτρων. Με διάταξη της 4ης Ιουλίου 2018, Aquino κ.λπ. κατά Κοινοβουλίου (T‑402/18 R, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2018:404), το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε την αίτηση και επιφυλάχθηκε ως προς τα δικαστικά έξοδα.

17      Με χωριστό δικόγραφο που περιήλθε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 17 Ιουλίου 2018, οι προσφεύγοντες κατέθεσαν, δυνάμει του άρθρου 86 του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου, υπόμνημα προσαρμογής της προσφυγής προκειμένου να ληφθεί υπόψη η έκδοση τριών αποφάσεων στις 3, 4 και 7 Ιουλίου 2018, με τις οποίες ο γενικός διευθυντής προσωπικού του Κοινοβουλίου επέταξε τις υπηρεσίες διερμηνέων και διερμηνέων συνεδριάσεων για τις 4, 5, 10 και 11 Ιουλίου 2018 (στο εξής: μεταγενέστερες της ασκήσεως της προσφυγής αποφάσεις).

18      Με έγγραφο του Γραμματέα της 30ής Ιουλίου 2018, οι προσφεύγοντες ενημερώθηκαν ότι, βάσει του άρθρου 91, παράγραφος 4, του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: ΚΥΚ), η κύρια διαδικασία αναστελλόταν έως την έκδοση ρητής ή σιωπηρής απόφασης επί της ασκηθείσας στις 3 Ιουλίου 2018 διοικητικής ενστάσεώς τους.

19      Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 18 Οκτωβρίου 2018, το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης ζήτησε να παρέμβει στην παρούσα διαδικασία υπέρ του Κοινοβουλίου.

20      Με έγγραφο της 7ης Νοεμβρίου 2018, οι προσφεύγοντες ενημέρωσαν το Γενικό Δικαστήριο ότι το Κοινοβούλιο απέρριψε τη διοικητική ένστασή τους με απόφαση της 5ης Νοεμβρίου 2018,.

21      Με έγγραφο του Γραμματέα της 15ης Νοεμβρίου 2018, οι προσφεύγοντες ενημερώθηκαν για την επανάληψη της διαδικασίας.

22      Το Κοινοβούλιο κατέθεσε υπόμνημα αντικρούσεως στις 22 Ιανουαρίου 2019.

23      Με απόφαση της 24ης Ιανουαρίου 2019, ο πρόεδρος του έκτου τμήματος του Γενικού Δικαστηρίου επέτρεψε την παρέμβαση του Συμβουλίου.

24      Το Συμβούλιο κατέθεσε υπόμνημα παρεμβάσεως στις 18 Μαρτίου 2019 και οι κύριοι διάδικοι υπέβαλαν τις παρατηρήσεις τους επ’ αυτού εντός των ταχθεισών προθεσμιών.

25      Στις 25 Μαρτίου 2019, κατόπιν πρότασης του εισηγητή δικαστή, το Γενικό Δικαστήριο (έκτο τμήμα), στο πλαίσιο των μέτρων οργάνωσης της διαδικασίας που προβλέπονται στο άρθρο 89 του Κανονισμού Διαδικασίας, κάλεσε τους προσφεύγοντες να προσκομίσουν τον κατάλογο των διερμηνέων και των διερμηνέων συνεδριάσεων των οποίων οι υπηρεσίες είχαν επιταχθεί για τις 3 Ιουλίου 2018. Οι προσφεύγοντες συμμορφώθηκαν με το μέτρο αυτό εντός της ταχθείσας προθεσμίας.

26      Οι προσφεύγοντες κατέθεσαν υπόμνημα απαντήσεως την 1η Απριλίου 2019.

27      Με έγγραφο που περιήλθε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 3 Απριλίου 2019, οι Cécile Dupont, Françoise Joostens, Agnieszka Matuszek, Joanna Trzcielinska Inan και Frank van den Boogaard παραιτήθηκαν από το δικόγραφο της προσφυγής τους (στο εξής: μερική παραίτηση). Με δικόγραφα που κατέθεσαν στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 5 Απριλίου 2019, το Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο υπέβαλαν παρατηρήσεις επί της μερικής παραίτησης. Με διάταξη της 30ής Απριλίου 2019, ο πρόεδρος του έκτου τμήματος του Γενικού Δικαστηρίου διέγραψε τα ονόματα των εν λόγω προσώπων από τον κατάλογο των προσφευγόντων και απεφάνθη επί των σχετικών με τη μερική παραίτηση δικαστικών εξόδων.

28      Το Κοινοβούλιο κατέθεσε υπόμνημα ανταπαντήσεως στις 10 Μαΐου 2019, ημερομηνία κατά την οποία περατώθηκε η έγγραφη διαδικασία.

29      Λόγω κωλύματος ενός μέλους του έκτου τμήματος, ο πρόεδρος του τμήματος όρισε άλλον δικαστή προκειμένου να συμπληρωθεί η σύνθεση.

30      Κατόπιν πρότασης του έκτου τμήματος, το Γενικό Δικαστήριο αποφάσισε να παραπέμψει την υπόθεση ενώπιον πενταμελούς τμήματος, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 28 του Κανονισμού Διαδικασίας.

31      Κατόπιν πρότασης του εισηγητή δικαστή, το Γενικό Δικαστήριο (έκτο πενταμελές τμήμα) αποφάσισε να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία και, στο πλαίσιο των μέτρων οργάνωσης της διαδικασίας που προβλέπονται στο άρθρο 89 του Κανονισμού Διαδικασίας, έθεσε ερωτήσεις στους διαδίκους και κάλεσε, αφενός, το Κοινοβούλιο να του προσκομίσει την απόφαση με την οποία καθόρισε τις αρχές που ασκούν στο εσωτερικό του τις εξουσίες που ανατίθενται από τον ΚΥΚ στην αρμόδια για τους διορισμούς αρχή και, αφετέρου, τους προσφεύγοντες να προσκομίσουν την «ad hoc συμφωνία Ιανουαρίου 2014» για την οποία έκαναν λόγο στο δικόγραφο της προσφυγής. Τα αιτήματα αυτά ικανοποιήθηκαν εντός της ταχθείσας προθεσμίας.

32      Οι διάδικοι αγόρευσαν και απάντησαν στις προφορικές ερωτήσεις του Γενικού Δικαστηρίου κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 9ης Οκτωβρίου 2019.

 Αιτήματα των διαδίκων

33      Οι προσφεύγοντες ζητούν από το Γενικό Δικαστήριο:

–        να ακυρώσει την απόφαση της 2ας Ιουλίου 2018 καθώς και τις μεταγενέστερες της ασκήσεως της προσφυγής αποφάσεις·

–        να υποχρεώσει το Κοινοβούλιο να ικανοποιήσει την ηθική βλάβη η οποία υπολογίζεται κατά δίκαιη και εύλογη κρίση σε 1 000 ευρώ κατ’ άτομο·

–        να καταδικάσει το Κοινοβούλιο στο σύνολο των δικαστικών εξόδων.

34      Το Κοινοβούλιο ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:

–        να απορρίψει την προσφυγή ως εν μέρει απαράδεκτη και εν μέρει αβάσιμη·

–        να καταδικάσει τους προσφεύγοντες στα δικαστικά έξοδα.

35      Το Συμβούλιο ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:

–        να απορρίψει την προσφυγή ως εν μέρει απαράδεκτη και εν μέρει αβάσιμη·

–        να αποφανθεί κατά νόμον επί των δικαστικών εξόδων.

 Σκεπτικό

 Επί του ακυρωτικού αιτήματος

 Επί του παραδεκτού

–       Επί του παραδεκτού της προσφυγής καθόσον αυτή βάλλει κατά των μεταγενέστερων της ασκήσεως της προσφυγής αποφάσεων

36      Το Κοινοβούλιο προβάλλει ότι οι προσφεύγοντες δεν δύνανται να στηριχθούν στο άρθρο 86 του Κανονισμού Διαδικασίας για να ζητήσουν την ακύρωση των μεταγενέστερων της ασκήσεως της προσφυγής αποφάσεων, καθόσον οι τελευταίες δεν αποσκοπούν στην αντικατάσταση ή την τροποποίηση της απόφασης της 2ας Ιουλίου 2018. Υποστηρίζει ότι οι μεταγενέστερες της ασκήσεως της προσφυγής αποφάσεις δεν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο της υπό κρίση προσφυγής, δεδομένου ότι, παρότι η έκδοσή τους ήταν άκρως πιθανή, δεν παρήγαν έννομα αποτελέσματα κατά τον χρόνο ασκήσεως της εν λόγω προσφυγής. Προσθέτει, ως εκ περισσού, ότι οι προσφεύγοντες όφειλαν να έχουν τηρήσει την προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία του άρθρου 90, παράγραφος 2, του ΚΥΚ προτού ζητήσουν την ακύρωση των μεταγενέστερων της ασκήσεως της προσφυγής αποφάσεων.

37      Οι προσφεύγοντες επικαλούνται εξαιρετικές περιστάσεις και υποστηρίζουν, κατ’ ουσίαν, ότι, λαμβανομένης υπόψη της υπερβολικής καθυστέρησης στη λήψη των μέτρων επίταξης, παραδεκτώς ζητούν την ακύρωση των μεταγενέστερων της ασκήσεως της προσφυγής αποφάσεων. Προσθέτουν ότι, μολονότι πράγματι οι αποφάσεις αυτές δεν είχαν εκδοθεί κατά την ημερομηνία ασκήσεως της προσφυγής, εντούτοις η έκδοσή τους ήταν βέβαιη. Κατά την άποψη των προσφευγόντων, τυχόν υποχρέωσή τους να υποβάλουν στην κρίση του δικαστή τόσες προσφυγές όσες και οι εκδοθείσες αποφάσεις θα ήταν προδήλως δυσανάλογη, παράλογη, αντίθετη προς την ορθή απονομή της δικαιοσύνης και θα προσέβαλλε το δικαίωμα αποτελεσματικής προσφυγής που προβλέπεται στο άρθρο 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: Χάρτης). Διευκρινίζουν ότι τήρησαν την προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία του άρθρου 90, παράγραφος 2, του ΚΥΚ.

38      Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι, κατά τη νομολογία, το Γενικό Δικαστήριο δύναται να επιληφθεί εγκύρως μόνον αιτήματος για την ακύρωση υπαρκτής και βλαπτικής πράξης (απόφαση της 16ης Σεπτεμβρίου 2013, Bank Kargoshaei κ.λπ. κατά Συμβουλίου, T‑8/11, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2013:470, σκέψη 47).

39      Εν προκειμένω, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι στο δικόγραφο της προσφυγής οι προσφεύγοντες ανέφεραν ότι ζητούν την ακύρωση των «μελλοντικών αποφάσεων σχετικά με την επίταξη υπηρεσιών προσωπικού για τις 4, 5, 10 και 11 Ιουλίου 2018». Σύμφωνα, όμως, με τη νομολογία που παρατίθεται στη σκέψη 38 ανωτέρω, τέτοιου είδους αιτήματα, με τα οποία ζητείται από το Γενικό Δικαστήριο να αποφανθεί επί της νομιμότητας υποθετικών πράξεων που δεν έχουν ακόμη εκδοθεί, είναι απαράδεκτα και πρέπει να απορριφθούν (διάταξη της 27ης Φεβρουαρίου 2019, SFIE-PE κατά Κοινοβουλίου, T‑401/18, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2019:132, σκέψη 30). Μολονότι οι προσφεύγοντες υποστηρίζουν ότι στις 27 Ιουνίου 2018 υπήρχε βεβαιότητα τόσο ως προς την ύπαρξη όσο και ως προς το περιεχόμενο των εν λόγω αποφάσεων, εντούτοις αναγνωρίζουν ότι δεν ήταν δυνατόν να αποκλειστεί το ενδεχόμενο ορισμένοι διερμηνείς, των οποίων οι υπηρεσίες αρχικά επρόκειτο να επιταχθούν, να έπρεπε να αντικατασταθούν την τελευταία στιγμή, μεταξύ άλλων λόγω ασθένειας.

40      Τα λοιπά επιχειρήματα των προσφευγόντων, όπως υπενθυμίζονται στη σκέψη 37 ανωτέρω, δεν είναι ικανά να κλονίσουν το συμπέρασμα αυτό.

41      Όσον αφορά, πρώτον, την προβαλλόμενη παράβαση του άρθρου 47 του Χάρτη, υπενθυμίζεται ότι σκοπός του άρθρου αυτού δεν είναι η τροποποίηση του συστήματος δικαστικού ελέγχου που προβλέπουν οι Συνθήκες, και ειδικότερα των κανόνων περί του παραδεκτού των ένδικων βοηθημάτων που ασκούνται απευθείας ενώπιον των δικαιοδοτικών οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως συνάγεται επίσης από τις επεξηγήσεις σχετικά με το εν λόγω άρθρο 47, οι οποίες πρέπει, κατά το άρθρο 6, παράγραφος 1, τρίτο εδάφιο, ΣΕΕ και το άρθρο 52, παράγραφος 7, του Χάρτη, να λαμβάνονται υπόψη για την ερμηνεία του Χάρτη (βλ. απόφαση της 4ης Ιουνίου 2015, Andechser Molkerei Scheitz κατά Επιτροπής, C‑682/13 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2015:356, σκέψη 29 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

42      Επιπλέον, επισημαίνεται ότι η προβαλλόμενη καθυστέρηση στην έκδοση των μεταγενέστερων της ασκήσεως της προσφυγής αποφάσεων δεν στέρησε από τους προσφεύγοντες τη δυνατότητα να ασκήσουν, υπό τους όρους του άρθρου 270 ΣΛΕΕ, προσφυγή ακυρώσεως κατά των αποφάσεων αυτών μετά την έκδοσή τους. Επομένως, εν προκειμένω δεν υπήρξε, εν πάση περιπτώσει, προσβολή του δικαιώματος αποτελεσματικής προσφυγής.

43      Όσον αφορά, δεύτερον, το υπόμνημα προσαρμογής που υπέβαλαν οι προσφεύγοντες στις 17 Ιουλίου 2018, στο υπόμνημα αυτό αναφέρεται ότι οι αποφάσεις οι οποίες, κατά την άσκηση της υπό κρίση προσφυγής, ήταν ακόμη σε στάδιο μελλοντικής έκδοσης πράγματι εκδόθηκαν. Οι προσφεύγοντες φρονούν ότι το εν λόγω υπόμνημα προσαρμογής καθιστά άνευ αντικειμένου τον υπό κρίση λόγο απαραδέκτου.

44      Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι, κατά το άρθρο 86, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, «[ο]σάκις μια πράξη της οποίας ζητείται η ακύρωση αντικαθίσταται ή τροποποιείται από άλλη πράξη έχουσα το ίδιο αντικείμενο, ο προσφεύγων μπορεί, πριν από την περάτωση της προφορικής διαδικασίας ή πριν από την απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου να αποφανθεί επί της διαφοράς χωρίς διεξαγωγή προφορικής διαδικασίας, να προσαρμόσει την προσφυγή του προκειμένου να ληφθεί υπόψη το νέο αυτό στοιχείο».

45      Εν προκειμένω, δεν είναι δυνατόν να θεωρηθεί ότι οι μεταγενέστερες της ασκήσεως της προσφυγής αποφάσεις αντικαθιστούν ή τροποποιούν την απόφαση της 2ας Ιουλίου 2018 ή τις μελλοντικές αποφάσεις των οποίων η ακύρωση ζητείται με την προσφυγή. Αφενός, δεν αμφισβητείται ότι οι μεταγενέστερες της ασκήσεως της προσφυγής αποφάσεις δεν είναι δυνατόν να αντικαταστήσουν ή να τροποποιήσουν την απόφαση της 2ας Ιουλίου 2018, η οποία δεν αφορά τις ίδιες ημέρες και απευθύνεται σε διαφορετικούς αποδέκτες. Αφετέρου, όσον αφορά τις μελλοντικές αποφάσεις των οποίων η ακύρωση ζητείται με την προσφυγή, και αντιθέτως προς όσα υποστηρίζουν οι προσφεύγοντες, το άρθρο 86, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας δεν μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα να καθίσταται παραδεκτή μια προσφυγή η οποία βάλλει κατά αποφάσεων που δεν είχαν ακόμη εκδοθεί κατά την ημερομηνία άσκησής της. Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι το υποβληθέν από τους προσφεύγοντες υπόμνημα προσαρμογής της προσφυγής δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 86, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας.

46      Υπό τις συνθήκες αυτές, η υπό κρίση προσφυγή είναι απαράδεκτη καθόσον βάλλει κατά των μεταγενέστερων της ασκήσεως της προσφυγής αποφάσεων.

–       Επί της ενεργητικής νομιμοποίησης ορισμένων προσφευγόντων

47      Ανταποκρινόμενο σε μέτρο οργάνωσης της διαδικασίας που διέταξε το Γενικό Δικαστήριο, το Κοινοβούλιο προβάλλει ότι, από τους 31 προσφεύγοντες που άσκησαν την υπό κρίση προσφυγή, μόνον οκτώ ήταν αποδέκτες της απόφασης της 2ας Ιουλίου 2018. Εξ αυτού συνάγει ότι οι λοιποί προσφεύγοντες, των οποίων οι υπηρεσίες επιτάχθηκαν με τις μεταγενέστερες της ασκήσεως της προσφυγής αποφάσεις, δεν νομιμοποιούνται να ζητήσουν την ακύρωση της απόφασης της 2ας Ιουλίου 2018, της οποίας δεν ήταν αποδέκτες.

48      Οι προσφεύγοντες υποστήριξαν κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση ότι όσοι εξ αυτών δεν ήταν αποδέκτες της απόφασης της 2ας Ιουλίου 2018 διατηρούν, παρά ταύτα, ατομικό έννομο συμφέρον στο πλαίσιο της παρούσας προσφυγής, δεδομένου ότι συνιστούν κατηγορία επαρκώς προσδιορισμένη εντός του προσωπικού του Κοινοβουλίου κατά την έννοια της απόφασης της 15ης Ιουλίου 1963, Plaumann κατά Επιτροπής (25/62, EU:C:1963:17, σ. 939), ότι καλύπτονταν από την προειδοποίηση απεργίας που υποβλήθηκε στα τέλη Μαΐου 2018, καθώς και από το σύνολο των διασυνδικαλιστικών ανακοινώσεων, και ότι, μέσω των εκπροσώπων του προσωπικού στο πλαίσιο της COMI, είχαν εμπλακεί στη διαδικασία που οδήγησε στην έκδοση της απόφασης της 2ας Ιουλίου 2018.

49      Συναφώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι τα πρόσωπα που δεν είναι αποδέκτες μιας απόφασης δεν μπορούν να ισχυριστούν ότι η απόφαση αυτή τα αφορά ατομικά, παρά μόνον αν τα θίγει λόγω ορισμένων ιδιαίτερων χαρακτηριστικών τους ή λόγω μιας πραγματικής κατάστασης η οποία τα διακρίνει έναντι κάθε άλλου προσώπου και, ως εκ τούτου, τα εξατομικεύει κατά τρόπο ανάλογο προς αυτόν του αποδέκτη (απόφαση της 15ης Ιουλίου 1963, Plaumann κατά Επιτροπής, 25/62, EU:C:1963:17, σ. 939· βλ. απόφαση της 29ης Απριλίου 2004, Ιταλία κατά Επιτροπής, C‑298/00 P, EU:C:2004:240, σκέψη 36 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

50      Εν προκειμένω, αρκεί να σημειωθεί ότι η απόφαση της 2ας Ιουλίου 2018, που είναι ατομική απόφαση με αποδέκτες, κατά την έννοια του άρθρου 263 ΣΛΕΕ, τους διερμηνείς των οποίων οι υπηρεσίες επιτάχθηκαν (διάταξη της 27ης Φεβρουαρίου 2019, SFIE-PE κατά Κοινοβουλίου, T‑401/18, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2019:132, σκέψη 42), δεν έθιξε τους προσφεύγοντες των οποίων οι υπηρεσίες δεν επιτάχθηκαν, δεδομένου ότι, με την απόφαση αυτή, δεν ελήφθη κανένα μέτρο εναντίον τους και η προσωπική τους κατάσταση δεν επηρεάστηκε. Συνεπώς, οι προσφεύγοντες που δεν ήταν αποδέκτες της απόφασης της 2ας Ιουλίου 2018 δεν εξατομικεύονται κατά τρόπο ανάλογο προς αυτόν των αποδεκτών, κατά την έννοια της νομολογίας που παρατίθεται στη σκέψη 49 ανωτέρω, και, ως εκ τούτου, δεν νομιμοποιούνται να ζητήσουν την ακύρωση της εν λόγω απόφασης.

 Επί της ουσίας

51      Προς στήριξη της προσφυγής, οι προσφεύγοντες προβάλλουν τρεις λόγους ακυρώσεως. Ο πρώτος λόγος αφορά προσβολή του δικαιώματος συλλογικής δράσης και του δικαιώματος στην ενημέρωση και τη διαβούλευση, όπως κατοχυρώνονται στα άρθρα 27 και 28 του Χάρτη και στην οδηγία 2002/14/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Μαρτίου 2002, περί θεσπίσεως γενικού πλαισίου ενημερώσεως και διαβουλεύσεως των εργαζομένων στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα – Kοινή δήλωση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής για την εκπροσώπηση των εργαζομένων (ΕΕ 2002, L 80, σ. 29), και όπως τέθηκαν σε εφαρμογή με τη συμφωνία-πλαίσιο μεταξύ του Κοινοβουλίου και των ΣΕΟ η οποία υπεγράφη στις 12 Ιουλίου 1990 (στο εξής: συμφωνία-πλαίσιο), καθώς και προσβολή του δικαιώματος χρηστής διοίκησης, όπως κατοχυρώνεται στο άρθρο 41 του Χάρτη. Ο δεύτερος λόγος αφορά αναρμοδιότητα του οργάνου που εξέδωσε την πράξη και παραβίαση της αρχής της ασφάλειας δικαίου, ο δε τρίτος λόγος αφορά προσβολή του δικαιώματος αποτελεσματικής προσφυγής, όπως προβλέπεται στο άρθρο 47 του Χάρτη.

52      Ο πρώτος λόγος ακυρώσεως υποδιαιρείται σε δύο σκέλη. Το πρώτο σκέλος αφορά προσβολή του δικαιώματος των διερμηνέων και των διερμηνέων συνεδριάσεων να αναλαμβάνουν συλλογική δράση και το δεύτερο αφορά παράβαση της διαδικασίας συντονισμού και διαβούλευσης.

53      Όσον αφορά το πρώτο σκέλος, οι προσφεύγοντες προβάλλουν ότι το δικαίωμα απεργίας αποτελεί θεμελιώδες δικαίωμα που κατοχυρώνεται, μεταξύ άλλων, στον Χάρτη και στον Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Χάρτη, ο οποίος υπεγράφη στο Τορίνο στις 18 Οκτωβρίου 1961, όπως έχει αναθεωρηθεί. Αναγνωρίζουν, ωστόσο, ότι το δικαίωμα αυτό δεν είναι απόλυτο, ότι πρέπει να συνάδει προς την αρχή της αναλογικότητας και ότι η άσκησή του είναι δυνατόν να υπόκειται σε περιορισμούς. Φρονούν ότι ούτε το άρθρο 55 του ΚΥΚ, το οποίο δεν αφορά την ελάχιστη υπηρεσία σε περίπτωση απεργίας, ούτε η συμφωνία-πλαίσιο ούτε η απόφαση της 2ας Ιουλίου 2018 επέχουν θέση νόμου κατά την έννοια του άρθρου 52, παράγραφος 1, του Χάρτη, που θα επέτρεπε τους περιορισμούς του δικαιώματος απεργίας. Υποστηρίζουν ότι είναι κοινώς αποδεκτό ότι το δικαίωμα απεργίας στις δημόσιες υπηρεσίες πρέπει να βρίσκεται σε ισορροπία με την ανάγκη εξασφάλισης των ουσιωδών υπηρεσιών. Οι προσφεύγοντες αναφέρονται στην επιτροπή για τη συνδικαλιστική ελευθερία της Διεθνούς Οργάνωσης Εργασίας (ΔΟΕ), η οποία κάνει διάκριση μεταξύ των ουσιωδών και των λοιπών υπηρεσιών. Τονίζουν ότι το Κοινοβούλιο ουδέποτε έθεσε σαφείς και μη διφορούμενους κανόνες προκειμένου να καθορίσει τις υπηρεσίες που θα μπορούσαν να θεωρηθούν ουσιώδεις για την εξασφάλιση της συνέχειας της υπηρεσίας. Κατά τους προσφεύγοντες, εάν είχαν τεθεί εκ των προτέρων τέτοιοι κανόνες, θα ήταν δυνατόν να καταδειχθεί, σε πρώτο στάδιο, ο θεμιτός χαρακτήρας του επιδιωκόμενου σκοπού και, σε δεύτερο στάδιο, ο αναγκαίος χαρακτήρας του περιορισμού. Εν προκειμένω όμως, κατά τους προσφεύγοντες, η απόφαση της 2ας Ιουλίου 2018 δεν επιδιώκει θεμιτό σκοπό και είναι δυσανάλογη.

54      Το Κοινοβούλιο δεν αμφισβητεί ότι το δικαίωμα απεργίας αποτελεί θεμελιώδες δικαίωμα που κατοχυρώνεται στο άρθρο 28 του Χάρτη. Υπενθυμίζει ότι ο ΚΥΚ δεν ρυθμίζει το δικαίωμα απεργίας και ότι η Ένωση δεν δεσμεύεται, καταρχήν, από κανένα από τα νομικά κείμενα της ΔΟΕ, καθότι δεν είναι μέλος της. Προσθέτει ότι, αντιθέτως προς όσα υποστηρίζουν οι προσφεύγοντες, το άρθρο 55, παράγραφος 1, του ΚΥΚ πρέπει να θεωρηθεί ως περιορισμός του δικαιώματος απεργίας προβλεπόμενος από τον νόμο κατά την έννοια του άρθρου 52, παράγραφος 1, του Χάρτη και συνιστά, επομένως, τη διάταξη του ΚΥΚ στην οποία μπορούν να στηριχθούν οι επιτάξεις. Προβάλλει ότι οι επιτάξεις είναι δικαιολογημένες εφόσον οι απεργιακές κινητοποιήσεις έχουν ως αποτέλεσμα, ή ακόμη και ως σκοπό, τη διατάραξη των εργασιών του Κοινοβουλίου ως νομοθέτη, ως δημοσιονομικής και ως ελεγκτικής αρχής. Συνεπώς, τα εν λόγω μέτρα είναι αναγκαία κατά την έννοια του άρθρου 52, παράγραφος 1, του Χάρτη. Όσον αφορά την αναλογικότητα των επιτάξεων που επιβλήθηκαν με την απόφαση της 2ας Ιουλίου 2018, το Κοινοβούλιο τονίζει ότι, κατά τη διάρκεια της απεργιακής κινητοποίησης, προσδιόριζε όλο και πιο συγκεκριμένα την ελάχιστη υπηρεσία διερμηνείας. Εξ αυτού συνάγει ότι η απόφαση της 2ας Ιουλίου 2018 δεν μπορεί να αμφισβητηθεί σοβαρά ως προς την αναλογικότητά της.

55      Το Συμβούλιο φρονεί ότι ο ΚΥΚ περιέχει διάφορες διατάξεις στις οποίες μπορούν να στηριχθούν οι επιβληθείσες με την απόφαση της 2ας Ιουλίου 2018 επιτάξεις. Κάνει λόγο για το καθήκον πίστεως του υπαλλήλου, το οποίο προβλέπεται στο άρθρο 11, πρώτο εδάφιο, του ΚΥΚ και κατά το οποίο ο υπάλληλος εκτελεί τις εργασίες που του ανατίθενται κατά τρόπο αντικειμενικό και αμερόληπτο, τηρώντας το καθήκον πίστεως που υπέχει έναντι της Ένωσης. Ομοίως, το άρθρο 21, πρώτο εδάφιο, του ΚΥΚ, κατά το οποίο ο υπάλληλος, ανεξάρτητα από τη θέση του στην ιεραρχία, έχει την υποχρέωση να επικουρεί και να συμβουλεύει τους ανωτέρους του και είναι υπεύθυνος για την εκτέλεση των καθηκόντων που του έχουν ανατεθεί, θα μπορούσε να αποτελέσει βάση για την απόφαση της 2ας Ιουλίου 2018. Το Συμβούλιο παραθέτει επίσης το άρθρο 55, παράγραφος 1, του ΚΥΚ, το οποίο προβλέπει ότι οι εν ενεργεία υπάλληλοι είναι διαρκώς στη διάθεση του οργάνου στο οποίο ανήκουν. Τέλος, το Συμβούλιο επικαλείται το καθήκον μέριμνας, όπως έχει αναπτυχθεί από τη νομολογία.

56      Συναφώς, από το άρθρο 28 του Χάρτη προκύπτει ότι οι εργαζόμενοι και οι εργοδότες, ή οι αντίστοιχες οργανώσεις τους, έχουν, σύμφωνα με το δίκαιο της Ένωσης και τις εθνικές νομοθεσίες και πρακτικές, δικαίωμα να διαπραγματεύονται και να συνάπτουν συλλογικές συμβάσεις στα ενδεδειγμένα επίπεδα καθώς και να προσφεύγουν, σε περίπτωση σύγκρουσης συμφερόντων, σε συλλογικές δράσεις για την υπεράσπιση των συμφερόντων τους, συμπεριλαμβανομένης της απεργίας.

57      Οι διατάξεις αυτές μπορούν να τυγχάνουν εφαρμογής στις σχέσεις μεταξύ των θεσμικών οργάνων της Ένωσης και του προσωπικού τους (πρβλ. απόφαση της 15ης Σεπτεμβρίου 2016, U4U κ.λπ. κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, T‑17/14, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2016:489, σκέψη 77· βλ. απόφαση της 13ης Δεκεμβρίου 2018, Haeberlen κατά ENISA, T‑632/16, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2018:957, σκέψη 189 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

58      Επιπλέον, το άρθρο 52, παράγραφος 1, του Χάρτη προβλέπει ότι κάθε περιορισμός στην άσκηση των δικαιωμάτων και ελευθεριών που αναγνωρίζονται στον Χάρτη πρέπει να προβλέπεται από τον νόμο και να σέβεται το βασικό περιεχόμενο των εν λόγω δικαιωμάτων και ελευθεριών. Τηρουμένης της αρχής της αναλογικότητας, περιορισμοί επιτρέπεται να επιβάλλονται μόνον εφόσον είναι αναγκαίοι και ανταποκρίνονται πραγματικά σε στόχους γενικού ενδιαφέροντος που αναγνωρίζει η Ένωση ή στην ανάγκη προστασίας των δικαιωμάτων και ελευθεριών των τρίτων.

59      Από το άρθρο αυτό προκύπτει ότι, προκειμένου ένας περιορισμός δικαιώματος προστατευόμενου από τον Χάρτη να είναι σύμφωνος με το δίκαιο της Ένωσης, πρέπει, εν πάση περιπτώσει, να πληροί τρεις προϋποθέσεις (πρβλ. απόφαση της 28ης Μαΐου 2013, Trabelsi κ.λπ. κατά Συμβουλίου, T‑187/11, EU:T:2013:273, σκέψη 78).

60      Πρώτον, ο περιορισμός πρέπει να «προβλέπεται από τον νόμο». Το σχετικό μέτρο, δηλαδή, πρέπει να βρίσκει έρεισμα στον νόμο (βλ. απόφαση της 28ης Μαΐου 2013, Trabelsi κ.λπ. κατά Συμβουλίου, T‑187/11, EU:T:2013:273, σκέψη 79 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

61      Δεύτερον, ο περιορισμός πρέπει να εξυπηρετεί έναν σκοπό γενικού συμφέροντος που να αναγνωρίζεται ως τέτοιος από την Ένωση (απόφαση της 28ης Μαΐου 2013, Trabelsi κ.λπ. κατά Συμβουλίου, T‑187/11, EU:T:2013:273, σκέψη 80).

62      Τρίτον, ο περιορισμός δεν πρέπει να είναι υπέρμετρος. Αφενός, πρέπει να είναι αναγκαίος και να τελεί σε αναλογία προς τον επιδιωκόμενο σκοπό. Αφετέρου, δεν πρέπει να θίγεται το «βασικό περιεχόμενο», ήτοι η υπόσταση, του σχετικού δικαιώματος ή της σχετικής ελευθερίας (βλ. απόφαση της 28ης Μαΐου 2013, Trabelsi κ.λπ. κατά Συμβουλίου, T‑187/11, EU:T:2013:273, σκέψη 81 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

63      Υπό το πρίσμα των ανωτέρω σκέψεων πρέπει να εξεταστεί αν η απόφαση της 2ας Ιουλίου 2018 συνιστά περιορισμό του δικαιώματος απεργίας, όπως αυτό προστατεύεται από το άρθρο 28 του Χάρτη, και, σε περίπτωση καταφατικής απάντησης, αν πληρούνται εν προκειμένω οι τρεις προϋποθέσεις ώστε ένας τέτοιος περιορισμός να κριθεί σύμφωνος με το δίκαιο της Ένωσης.

64      Το Γενικό Δικαστήριο εκτιμά ότι η απόφαση της 2ας Ιουλίου 2018, καθόσον περιορίζει τη δυνατότητα των διερμηνέων τους οποίους αφορά το μέτρο της επίταξης να συμμετάσχουν στη συλλογική και συντονισμένη διακοπή της εργασίας προς υπεράσπιση των συμφερόντων τους, συνιστά περιορισμό στην άσκηση του δικαιώματος απεργίας το οποίο κατοχυρώνεται στο άρθρο 28 του Χάρτη. Εξάλλου, το Κοινοβούλιο δεν αμφισβητεί το συμπέρασμα αυτό, ωστόσο υποστηρίζει ότι ο εν λόγω περιορισμός είναι σύμφωνος με το δίκαιο της Ένωσης.

65      Επομένως, πρέπει να εξεταστεί αν ο περιορισμός τον οποίο συνεπάγεται η απόφαση της 2ας Ιουλίου 2018 πληροί τις προϋποθέσεις που υπενθυμίζονται στις σκέψεις 60 έως 62 ανωτέρω.

66      Όσον αφορά την προϋπόθεση ότι ο περιορισμός πρέπει να «προβλέπεται από τον νόμο», υπενθυμίζεται ότι η απαίτηση να προβλέπεται από τον νόμο κάθε περιορισμός της ασκήσεως κατοχυρούμενου στον Χάρτη δικαιώματος συνεπάγεται ότι η νομική βάση πρέπει να είναι αρκούντως σαφής και ακριβής και ότι, προσδιορίζοντας η ίδια το περιεχόμενο του περιορισμού της ασκήσεως του δικαιώματος αυτού, παρέχει ορισμένη προστασία κατά ενδεχόμενων αυθαίρετων προσβολών εκ μέρους της διοίκησης (πρβλ. απόφαση της 17ης Δεκεμβρίου 2015, WebMindLicenses, C‑419/14, EU:C:2015:832, σκέψη 81).

67      Επιπλέον, κατά πάγια νομολογία, η αρχή της ασφάλειας δικαίου, η οποία συγκαταλέγεται στις γενικές αρχές του δικαίου της Ένωσης, επιβάλλει, μεταξύ άλλων, οι κανόνες δικαίου να είναι σαφείς και ακριβείς, τα δε αποτελέσματά τους να μπορούν να προβλεφθούν, ιδίως όταν οι κανόνες αυτοί ενδέχεται να έχουν δυσμενείς συνέπειες για τους ιδιώτες και τις επιχειρήσεις (βλ. απόφαση της 18ης Νοεμβρίου 2008, Förster, C‑158/07, EU:C:2008:630, σκέψη 67 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

68      Προκαταρκτικώς, πρώτον, επισημαίνεται ότι η απόφαση της 2ας Ιουλίου 2018 μνημονεύει το άρθρο 55 του ΚΥΚ, τα άρθρα 16 και 90 του Καθεστώτος που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: ΚΛΠ) καθώς και τη συμφωνία-πλαίσιο.

69      Το άρθρο 16 του ΚΛΠ προβλέπει ότι το άρθρο 55 του ΚΥΚ εφαρμόζεται κατ’ αναλογίαν επί του λοιπού προσωπικού της Ένωσης. Επομένως, δεν θα εξεταστεί χωριστά από το εν λόγω άρθρο 55. Το δε άρθρο 90 του ΚΛΠ ορίζει ότι, κατά παρέκκλιση των διατάξεων του τίτλου για τους συμβασιούχους υπαλλήλους, οι διερμηνείς συνεδριάσεων που προσλαμβάνονται από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή την Επιτροπή για λογαριασμό των οργάνων και οργανισμών της Ένωσης υπόκεινται στους όρους που καθορίζονται στη συμφωνία που συνήφθη στις 28 Ιουλίου 1999 μεταξύ του Κοινοβουλίου, της Επιτροπής και του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εξ ονόματος των οργάνων, αφενός, και των αντιπροσωπευτικών επαγγελματικών ενώσεών τους, αφετέρου. Το άρθρο αυτό δεν περιέχει καμία διάταξη ικανή να αποτελέσει νομική βάση για τα επίμαχα μέτρα επίταξης. Εξάλλου, ουδείς εκ των διαδίκων το επικαλείται.

70      Δεύτερον, σημειώνεται ότι, μολονότι η απόφαση της 2ας Ιουλίου 2018 μνημονεύει το άρθρο 55 του ΚΥΚ στο σύνολό του, το Κοινοβούλιο διευκρινίζει ότι ουδέποτε τέθηκε ζήτημα θεμελίωσης της απόφασης στις παραγράφους 2, 3 ή 4 του εν λόγω άρθρου, αλλά η θεμελίωσή της αφορούσε μόνο την παράγραφο 1, η οποία έχει αυτοτελές περιεχόμενο, ανεξάρτητο από τα αντίστοιχα πεδία εφαρμογής των λοιπών παραγράφων. Εν πάση περιπτώσει, οι παράγραφοι 2, 3 ή 4 του άρθρου 55 του ΚΥΚ δεν προβλέπουν τη δυνατότητα επίταξης, οπότε δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι επέχουν θέση νόμου κατά την έννοια του άρθρου 52, παράγραφος 1, του Χάρτη.

71      Επομένως, πρέπει να εξεταστεί αν το άρθρο 55, παράγραφος 1, του ΚΥΚ, αφενός, ή η συμφωνία-πλαίσιο, αφετέρου, ήταν δυνατόν να αποτελέσει νομική βάση για την απόφαση της 2ας Ιουλίου 2018 κατά την έννοια του άρθρου 52, παράγραφος 1, του Χάρτη.

72      Κατά πρώτον, όσον αφορά το άρθρο 55, παράγραφος 1, του ΚΥΚ, επιβάλλεται εκ προοιμίου η διαπίστωση ότι, όπως έχει επισημανθεί στη νομολογία, ο ΚΥΚ σιωπά ως προς το ζήτημα του δικαιώματος απεργίας (απόφαση της 18ης Μαρτίου 1975, Acton κ.λπ. κατά Επιτροπής, 44/74, 46/74 και 49/74, EU:C:1975:42, σκέψη 15). Οι διαδοχικές τροποποιήσεις του δεν έχουν μεταβάλει την κατάσταση αυτή, όπως εξάλλου παραδέχεται το Κοινοβούλιο.

73      Επιπλέον, υπενθυμίζεται ότι, κατά το άρθρο 55, παράγραφος 1, του ΚΥΚ, «[ο]ι εν ενεργεία υπάλληλοι είναι διαρκώς στη διάθεση του οργάνου, στο οποίο ανήκουν». Επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η διάταξη αυτή, η οποία περιλαμβάνεται στο σχετικό με τη διάρκεια εργασίας κεφάλαιο 1 του τίτλου 4 που αφορά τους όρους εργασίας του υπαλλήλου, δεν προβλέπει κανέναν συγκεκριμένο και σαφή περιορισμό της ασκήσεως του δικαιώματος απεργίας ούτε, κατά μείζονα λόγο, αναφέρεται στη δυνατότητα επίταξης. Επομένως, δεν περιέχει καμία διευκρίνιση ως προς το περιεχόμενο του περιορισμού του δικαιώματος απεργίας κατά την έννοια της νομολογίας που παρατίθεται στις σκέψεις 66 και 67 ανωτέρω και δεν μπορεί, ως εκ τούτου, να αποτελέσει νομική βάση για τα επίμαχα μέτρα επίταξης.

74      Το επιχείρημα του Κοινοβουλίου ότι το άρθρο 55, παράγραφος 1, του ΚΥΚ επιτρέπει στο θεσμικό όργανο να καλεί τους υπαλλήλους να εργαστούν εκτός του ωραρίου υπηρεσίας και να προκρίνει το συμφέρον της υπηρεσίας έναντι οποιασδήποτε εκτίμησης περί τηρήσεως κανονικού ωραρίου αναφοράς ή περί τηρήσεως αδειών δεν είναι ικανό να κλονίσει το συμπέρασμα αυτό. Πράγματι, ένα τέτοιο επιχείρημα δεν μπορεί να υπερισχύσει της επιβαλλόμενης από τον Χάρτη απαίτησης να περιορίζεται η άσκηση ενός κατοχυρούμενου σε αυτόν δικαιώματος μόνον διά νόμου ο οποίος είναι αρκούντως σαφής, ακριβής και προσδιορίζει ο ίδιος το περιεχόμενο του περιορισμού της ασκήσεως του επίμαχου δικαιώματος.

75      Από τα προεκτεθέντα συνάγεται ότι τα άρθρα του ΚΥΚ που μνημονεύονται στην απόφαση της 2ας Ιουλίου 2018, ειδικότερα δε το άρθρο 55, παράγραφος 1, του ΚΥΚ, δεν μπορούσαν να αποτελέσουν νομική βάση για τις επιτάξεις που επιβλήθηκαν με την απόφαση της 2ας Ιουλίου 2018.

76      Κατά δεύτερον, όσον αφορά τη συμφωνία-πλαίσιο, διευκρινίζεται ότι, κατά το άρθρο 8 της συμφωνίας αυτής, τα συμβαλλόμενα μέρη δεσμεύονται να καθορίσουν, με πρωτόκολλο προσαρτώμενο στην εν λόγω συμφωνία, τη διαδικασία συμβιβασμού που θα πρέπει να διεξάγεται σε περίπτωση διακοπής της εργασίας.

77      Ωστόσο, δεν αμφισβητείται ότι το πρωτόκολλο για το οποίο γίνεται λόγος στη σκέψη 76 ανωτέρω ουδέποτε εκδόθηκε. Εξάλλου, κανένα άλλο άρθρο της συμφωνίας-πλαισίου δεν μπορεί να αποτελέσει νομική βάση για τα επίμαχα μέτρα επίταξης.

78      Συνεπώς, εάν υποτεθεί ότι οι υπάλληλοι μπορούν να αντλήσουν δικαιώματα από την παράβαση των διατάξεων που διέπουν τις σχέσεις των θεσμικών οργάνων με τις ΣΕΟ, το άρθρο 8 της συμφωνίας-πλαισίου δεν ήταν δυνατόν, λόγω της μη έκδοσης του πρωτοκόλλου στο οποίο παραπέμπει το άρθρο αυτό, εν πάση δε περιπτώσει, να θεωρηθεί ότι επέχει θέση νόμου κατά την έννοια του άρθρου 52, παράγραφος 1, του Χάρτη.

79      Κατά τρίτον, όσον αφορά τις λοιπές διατάξεις που παραθέτει το Συμβούλιο, δηλαδή το άρθρο 11, πρώτο εδάφιο, και το άρθρο 21, πρώτο εδάφιο, του ΚΥΚ, διαπιστώνεται ότι αυτές δεν μνημονεύονται στην απόφαση της 2ας Ιουλίου 2018, οπότε δεν θα μπορούσαν να αποτελέσουν νομική βάση. Εν πάση περιπτώσει, επισημαίνεται ότι ούτε οι διατάξεις αυτές έχουν ως σκοπό να προσδιορίσουν το περιεχόμενο του περιορισμού της ασκήσεως του δικαιώματος απεργίας κατά την έννοια της νομολογίας που παρατίθεται στη σκέψη 66 ανωτέρω.

80      Το ίδιο ισχύει και για το καθήκον μέριμνας, το οποίο επίσης επικαλείται το Συμβούλιο και το οποίο, κατά τη νομολογία, απηχεί την ισορροπία των αμοιβαίων δικαιωμάτων και υποχρεώσεων στο πλαίσιο των σχέσεων μεταξύ της δημόσιας αρχής και των υπαλλήλων της δημόσιας υπηρεσίας και συνεπάγεται, μεταξύ άλλων, ότι η αρχή, όταν αποφαίνεται σχετικά με την κατάσταση υπαλλήλου, συνεκτιμά το σύνολο των στοιχείων που ενδέχεται να καθορίσουν την απόφασή της και, ενεργώντας κατ’ αυτόν τον τρόπο, λαμβάνει υπόψη όχι μόνον το συμφέρον της υπηρεσίας αλλά, ιδίως, και το συμφέρον του ενδιαφερόμενου υπαλλήλου (πρβλ. απόφαση της 13ης Δεκεμβρίου 2017, Arango Jaramillo κ.λπ. κατά ΕΤΕπ, T‑482/16 RENV, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2017:901, σκέψη 131 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). Ως προς το σημείο αυτό, επισημαίνεται ότι, μολονότι η δημόσια αρχή υποχρεούται, σύμφωνα με την εν λόγω αρχή του καθήκοντος μέριμνας, να λαμβάνει υπόψη όχι μόνον το συμφέρον του υπαλλήλου, αλλά και το συμφέρον της υπηρεσίας, εντούτοις δεν μπορεί, προς τούτο, να λαμβάνει αποφάσεις εκτός οποιουδήποτε νομικού πλαισίου. Επομένως, το επιχείρημα αυτό πρέπει να απορριφθεί.

81      Από το σύνολο των προεκτεθέντων συνάγεται ότι τα επίμαχα μέτρα επίταξης συνιστούν περιορισμό του δικαιώματος απεργίας ο οποίος δεν προβλέπεται από τον νόμο. Συνεπώς, η απόφαση της 2ας Ιουλίου 2018 πρέπει να ακυρωθεί, καθόσον προσβάλλει το θεμελιώδες αυτό δικαίωμα, χωρίς να είναι αναγκαίο να εξεταστούν οι λοιπές δύο προϋποθέσεις του άρθρου 52, παράγραφος 1, του Χάρτη, οι οποίες υπενθυμίζονται στις σκέψεις 61 και 62 ανωτέρω, και οι λοιποί λόγοι ακυρώσεως που προβάλλουν οι προσφεύγοντες.

 Επί του αιτήματος αποζημιώσεως

82      Οι προσφεύγοντες υποστηρίζουν, κατ’ ουσίαν, ότι οι παρανομίες που προβάλλουν προς στήριξη του ακυρωτικού αιτήματός τους συνιστούν επίσης πταίσματα τα οποία, εξεταζόμενα μεμονωμένα ή στο σύνολό τους, είναι ικανά να θεμελιώσουν ευθύνη του Κοινοβουλίου. Υποστηρίζουν ότι υπέστησαν ηθική βλάβη λόγω των πταισμάτων αυτών.

83      Το Κοινοβούλιο φρονεί ότι δεν διέπραξε καμία παρανομία κατά τη διαδικασία επίταξης των υπηρεσιών των διερμηνέων και των διερμηνέων συνεδριάσεων. Προσθέτει ότι οι προσφεύγοντες δεν διευκρινίζουν το είδος της ηθικής βλάβης που ισχυρίζονται ότι υπέστησαν, μολονότι σ’ αυτούς εναπόκειται να αποδείξουν το υποστατό της προκληθείσας βλάβης.

84      Προκαταρκτικώς, υπενθυμίζεται ότι η προσφυγή ακυρώσεως και η αγωγή αποζημιώσεως συνιστούν αυτοτελή ένδικα βοηθήματα. Στα άρθρα 90 και 91 του ΚΥΚ δεν γίνεται καμία διάκριση μεταξύ των δύο αυτών ένδικων βοηθημάτων, όσον αφορά τόσο τη διοικητική όσο και τη δικαστική διαδικασία, και ο υπάλληλος μπορεί να επιλέξει, λόγω της αυτοτέλειας των εν λόγω χωριστών ένδικων βοηθημάτων, είτε το ένα είτε το άλλο ή αμφότερα από κοινού, υπό τον όρο ότι θα προσφύγει ενώπιον του δικαστή της Ένωσης εντός της προθεσμίας των τριών μηνών από την απόρριψη της διοικητικής του ένστασης (βλ. απόφαση της 18ης Σεπτεμβρίου 2018, Barroso Truta κ.λπ. κατά Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, T‑702/16 P, EU:T:2018:557, σκέψη 66 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

85      Ωστόσο, η νομολογία δέχεται μια εξαίρεση από την αρχή αυτή, όταν η αγωγή αποζημιώσεως συνδέεται στενά με την προσφυγή ακυρώσεως που θα ήταν ή θα έπρεπε να κηρυχθεί απαράδεκτη. Ειδικότερα, το αίτημα αποζημιώσεως είναι απαράδεκτο όταν η αγωγή αποζημιώσεως αποσκοπεί αποκλειστικά στην αποκατάσταση των συνεπειών της πράξης κατά της οποίας έβαλλε η προσφυγή ακυρώσεως η οποία θα μπορούσε να είναι ή κηρύχθηκε απαράδεκτη (βλ. απόφαση της 18ης Σεπτεμβρίου 2018, Barroso Truta κ.λπ. κατά Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, T‑702/16 P, EU:T:2018:557, σκέψη 67 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

86      Εν προκειμένω, οι προσφεύγοντες ζητούν να ικανοποιηθεί η βλάβη που υπέστησαν λόγω των παρανομιών τις οποίες διέπραξε το Κοινοβούλιο με την έκδοση τόσο της απόφασης της 2ας Ιουλίου 2018 όσο και των μεταγενέστερων της ασκήσεως της προσφυγής αποφάσεων. Από τις σκέψεις, όμως, 38 έως 46 ανωτέρω προκύπτει ότι η υπό κρίση προσφυγή είναι απαράδεκτη καθόσον βάλλει κατά των μεταγενέστερων της ασκήσεως της προσφυγής αποφάσεων. Συνεπώς, το υπό κρίση αίτημα αποζημιώσεως, καθόσον με αυτό ζητείται να υποχρεωθεί το Κοινοβούλιο να ικανοποιήσει τη βλάβη που υπέστησαν οι προσφεύγοντες λόγω των μεταγενέστερων της ασκήσεως της προσφυγής αποφάσεων, είναι απαράδεκτο και πρέπει να απορριφθεί.

87      Ως προς το αίτημα αποζημιώσεως το οποίο αφορά την ικανοποίηση της βλάβης που προκλήθηκε λόγω της απόφασης της 2ας Ιουλίου 2018, υπενθυμίζεται ότι, κατά πάγια νομολογία, η εξωσυμβατική ευθύνη της Ένωσης, κατά την έννοια του άρθρου 340, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ, θεμελιώνεται εφόσον συντρέχει ένα σύνολο προϋποθέσεων σχετικά με τον παράνομο χαρακτήρα της προσαπτόμενης στο όργανο της Ένωσης συμπεριφοράς, το υποστατό της ζημίας και την ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της συμπεριφοράς του οργάνου αυτού και της προβαλλόμενης ζημίας (βλ. απόφαση της 20ής Σεπτεμβρίου 2016, Ledra Advertising κ.λπ. κατά Επιτροπής και ΕΚΤ, C‑8/15 P έως C‑10/15 P, EU:C:2016:701, σκέψη 64 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

88      Επιπλέον, οι υπαλληλικές διαφορές βάσει του άρθρου 270 ΣΛΕΕ και των άρθρων 90 και 91 του ΚΥΚ, συμπεριλαμβανομένων των διαφορών που αφορούν την αποκατάσταση ζημίας προκληθείσας σε υπάλληλο ή μέλος του λοιπού προσωπικού, υπόκεινται σε κανόνες διαφορετικούς και ειδικούς σε σχέση με εκείνους που απορρέουν από τις γενικές αρχές οι οποίες διέπουν την εξωσυμβατική ευθύνη της Ένωσης στο πλαίσιο του άρθρου 268 ΣΛΕΕ και του άρθρου 340, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ. Συγκεκριμένα, από τον ΚΥΚ προκύπτει ιδίως ότι, αντιθέτως προς τους άλλους ιδιώτες, ο υπάλληλος ή το μέλος του λοιπού προσωπικού της Ένωσης συνδέεται με το όργανο ή τον οργανισμό στον οποίο εργάζεται με έννομη σχέση που βασίζεται σε ισορροπία συγκεκριμένων αμοιβαίων δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, γεγονός το οποίο αντανακλάται στο καθήκον μέριμνας του θεσμικού οργάνου έναντι του ενδιαφερομένου (βλ. απόφαση της 16ης Δεκεμβρίου 2010, Επιτροπή κατά Petrilli, T‑143/09 P, EU:T:2010:531, σκέψη 46 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). Επομένως, απλώς και μόνον η διαπίστωση παρανομίας αρκεί για να θεωρηθεί ότι πληρούται η πρώτη από τις τρεις προϋποθέσεις που είναι αναγκαίες προκειμένου να στοιχειοθετηθεί ευθύνη της Ένωσης για τις ζημίες που υπέστησαν οι υπάλληλοι και το λοιπό προσωπικό της λόγω παραβίασης του δημοσιοϋπαλληλικού δικαίου της Ένωσης (απόφαση της 12ης Ιουλίου 2011, Επιτροπή κατά Q, T‑80/09 P, EU:T:2011:347, σκέψη 45).

89      Εν προκειμένω, από τις σκέψεις 72 έως 81 ανωτέρω προκύπτει ότι η απόφαση της 2ας Ιουλίου 2018 είναι παράνομη και πρέπει να ακυρωθεί.

90      Είναι αληθές ότι, κατά πάγια νομολογία, όταν το αίτημα αποζημιώσεως στηρίζεται στον παράνομο χαρακτήρα της ακυρωθείσας πράξης, η ακύρωση στην οποία προβαίνει το Γενικό Δικαστήριο συνιστά, αφεαυτής, πρόσφορη και, καταρχήν, επαρκή ικανοποίηση κάθε ηθικής βλάβης που θα μπορούσε να έχει υποστεί ο προσφεύγων-ενάγων (βλ. απόφαση της 18ης Σεπτεμβρίου 2015, Wahlström κατά Frontex, T‑653/13 P, EU:T:2015:652, σκέψη 82 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

91      Ωστόσο, έχει κριθεί ότι η ακύρωση πράξης, όταν στερείται πρακτικής αποτελεσματικότητας, δεν μπορεί να συνιστά, αφεαυτής, πρόσφορη και επαρκή ικανοποίηση κάθε ηθικής βλάβης που προκάλεσε η ακυρωθείσα πράξη (απόφαση της 18ης Σεπτεμβρίου 2015, Wahlström κατά Frontex, T‑653/13 P, EU:T:2015:652, σκέψη 83).

92      Εν προκειμένω, δεν αμφισβητείται ότι η απόφαση της 2ας Ιουλίου 2018 παρήγαγε όλα τα αποτελέσματά της. Υπό τις συνθήκες αυτές, η ακύρωση της εν λόγω απόφασης δεν θα συνιστά πρόσφορη και επαρκή ικανοποίηση της ηθικής βλάβης που υπέστησαν οι προσφεύγοντες.

93      Επομένως, πρέπει να εξεταστεί αν οι προσφεύγοντες, πέραν του μνημονευόμενου στη σκέψη 89 ανωτέρω παράνομου χαρακτήρα ο οποίος συνιστά πταίσμα ικανό να θεμελιώσει ευθύνη του Κοινοβουλίου, απέδειξαν την ύπαρξη βλάβης συνδεόμενης με το πταίσμα αυτό.

94      Εν προκειμένω, από τις σκέψεις 72 έως 81 ανωτέρω προκύπτει ότι, λόγω της απόφασης της 2ας Ιουλίου 2018, οι υπηρεσίες των προσφευγόντων επιτάχθηκαν για την ημέρα της 3ης Ιουλίου 2018 χωρίς καμία νομική βάση η οποία θα επέτρεπε στο Κοινοβούλιο να λάβει τέτοια μέτρα και, κατά συνέπεια, οι προσφεύγοντες δεν μπόρεσαν να ασκήσουν το δικαίωμά τους στην απεργία κατά τη διάρκεια των επιτάξεων. Επιπλέον, οι επιτάξεις επιβλήθηκαν με καθυστέρηση, δεδομένου ότι οι προσφεύγοντες έλαβαν σχετική ενημέρωση μόλις το βράδυ της παραμονής της ημέρας κατά την οποία τέθηκαν σε εφαρμογή. Οι εν λόγω περιστάσεις, οι οποίες είναι τουλάχιστον αποδοκιμαστέες, προκάλεσαν ηθική βλάβη συνδεόμενη άμεσα με τον παράνομο χαρακτήρα της απόφασης της 2ας Ιουλίου 2018.

95      Υπό τις συνθήκες αυτές, κατά δίκαιη εκτίμηση της βλάβης, το Κοινοβούλιο πρέπει να υποχρεωθεί να καταβάλει σε καθεμία από τις προσφεύγουσες των οποίων οι υπηρεσίες επιτάχθηκαν με την απόφαση της 2ας Ιουλίου 2018, συγκεκριμένα δε στις Barbara Carli-Ganotis, Claudine de Seze, Maria Corina Diaconu Olszewski, Μαρία Προβατά, Irène Sevastikoglou και Benedetta Tissi, το ποσό των 500 ευρώ.

 Επί των δικαστικών εξόδων

96      Κατά το άρθρο 134, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, όταν οι ηττηθέντες διάδικοι είναι περισσότεροι του ενός, το Γενικό Δικαστήριο αποφασίζει για την κατανομή των δικαστικών εξόδων.

97      Αφενός, δεδομένου ότι το Κοινοβούλιο ηττήθηκε, πρέπει να φέρει τα δικαστικά έξοδά του καθώς και τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν οι προσφεύγουσες των οποίων οι υπηρεσίες επιτάχθηκαν με την απόφαση της 2ας Ιουλίου 2018, συμπεριλαμβανομένων των εξόδων της διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων και των εξόδων που αφορούν την παρέμβαση του Συμβουλίου. Αφετέρου, οι προσφεύγοντες των οποίων οι υπηρεσίες επιτάχθηκαν με τις μεταγενέστερες της ασκήσεως της προσφυγής αποφάσεις, και οι οποίοι επίσης ηττήθηκαν, πρέπει να φέρουν τα δικαστικά έξοδά τους.

98      Επιπλέον, κατά το άρθρο 138 του Κανονισμού Διαδικασίας, τα κράτη μέλη και τα όργανα που παρεμβαίνουν στη δίκη φέρουν τα δικαστικά έξοδά τους. Επομένως, το Συμβούλιο φέρει τα δικαστικά έξοδά του.

Για τους λόγους αυτούς,

ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο πενταμελές τμήμα)

αποφασίζει:

1)      Ακυρώνει την απόφαση του γενικού διευθυντή προσωπικού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, της 2ας Ιουλίου 2018, σχετικά με την επίταξη υπηρεσιών διερμηνέων και διερμηνέων συνεδριάσεων για τις 3 Ιουλίου 2018.

2)      Υποχρεώνει το Κοινοβούλιο να καταβάλει το ποσό των 500 ευρώ σε καθεμία από τις Carli-Ganotis Barbara, de Seze Claudine, Diaconu Olszewski Maria Corina, Προβατά Μαρία, Sevastikoglou Irène και Tissi Benedetta.

3)      Απορρίπτει την προσφυγή-αγωγή κατά τα λοιπά.

4)      Το Κοινοβούλιο φέρει τα δικαστικά έξοδά του καθώς και τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν οι προσφεύγουσες-ενάγουσες των οποίων οι υπηρεσίες επιτάχθηκαν με την απόφαση της 2ας Ιουλίου 2018, συμπεριλαμβανομένων των εξόδων της διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων και των εξόδων που αφορούν την παρέμβαση του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

5)      Οι προσφεύγοντες-ενάγοντες των οποίων οι υπηρεσίες επιτάχθηκαν με τις μεταγενέστερες της ασκήσεως της προσφυγής αποφάσεις φέρουν τα δικαστικά έξοδά τους.

6)      Το Συμβούλιο φέρει τα δικαστικά έξοδά του.

Van der Woude

Παπασάββας

Spielmann

Csehi

 

      Spineanu-Matei

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 29 Ιανουαρίου 2020.

(υπογραφές)


*      Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.


1      Ο κατάλογος των λοιπών προσφευγόντων-εναγόντων παρατίθεται ως παράρτημα μόνο στο κείμενο που κοινοποιείται στους διαδίκους.