ΔΙΑΤΑΞΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ
ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ
(πρώτο τμήμα)

της 7ης Μαρτίου 2012

Υπόθεση F‑31/11

BI

κατά

Ευρωπαϊκού Κέντρου για την Ανάπτυξη της Επαγγελματικής Κατάρτισης

«Υπαλληλική υπόθεση — Προθεσμία ασκήσεως προσφυγής — Γλώσσα της αποφάσεως περί απορρίψεως της διοικητικής ενστάσεως»

Αντικείμενο:      Προσφυγή-αγωγή ασκηθείσα δυνάμει του άρθρου 270 ΣΛΕΕ, το οποίο εφαρμόζεται στη Συνθήκη ΕΚΑΕ δυνάμει του άρθρου 106α της Συνθήκης αυτής, με την οποία ο BI ζητεί, αφενός, να ακυρωθεί η από 14 Απριλίου 2010 απόφαση, με την οποία η διευθύντρια του Ευρωπαϊκού Κέντρου για την Ανάπτυξη της Επαγγελματικής Κατάρτισης (Cedefop) τον απέλυσε και, αφετέρου, να υποχρεωθεί το Cedefop να αποκαταστήσει την υλική ζημία και την ηθική βλάβη που o BI ισχυρίζεται ότι υπέστη.

Απόφαση:      Η προσφυγή-αγωγή απορρίπτεται ως προδήλως απαράδεκτη. Ο προσφεύγων-ενάγων φέρει το σύνολο των δικαστικών εξόδων.

Περίληψη

1.      Υπάλληλοι — Προσφυγή — Προθεσμίες — Έναρξη — Κοινοποίηση — Έννοια — Απόφαση περί απορρίψεως διοικητικής ενστάσεως η οποία κοινοποιήθηκε σε υπάλληλο σε γλώσσα την οποία δεν γνωρίζει πολύ καλά, αλλά χρησιμοποίησε στην εν λόγω ένσταση — Εμπίπτει

(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρο 91 § 3)

2.      Υπάλληλοι — Προσφυγή — Προηγούμενη διοικητική ένσταση — Προθεσμίες — Χαρακτήρας δημοσίας τάξεως — Εκπρόθεσμη άσκηση — Συγγνωστή πλάνη — Έννοια

(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρα 90 και 91)

1.      Μολονότι ο ΚΥΚ δεν ρυθμίζει το ζήτημα της εκ μέρους των θεσμικών οργάνων της Ένωσης χρήσεως των γλωσσών στο πλαίσιο εκδόσεως αποφάσεων με αποδέκτη το προσωπικό τους, στη Διοίκηση απόκειται να κοινοποιεί σε υπάλληλο ή μέλος του λοιπού προσωπικού ατομική απόφαση που έχει συνταχθεί σε γλώσσα την οποία γνωρίζει πολύ καλά ο αποδέκτης.

Όταν πρόκειται για απόφαση περί απορρίψεως διοικητικής ενστάσεως, η κοινοποίηση της αποφάσεως αυτής σε γλώσσα η οποία δεν είναι ούτε η μητρική γλώσσα του υπαλλήλου ή του μέλους του λοιπού προσωπικού ούτε η γλώσσα στην οποία συντάχθηκε η διοικητική του ένσταση μπορεί να θεωρηθεί νομότυπη υπό την προϋπόθεση ότι ο ενδιαφερόμενος μπόρεσε να λάβει πράγματι γνώση του περιεχομένου της. Εάν, αντιθέτως, ο αποδέκτης της αποφάσεως αυτής θεωρεί ότι δεν μπορεί να την κατανοήσει, σε αυτόν εναπόκειται να ζητήσει από την αρμόδια αρχή του θεσμικού οργάνου να του χορηγήσει μετάφραση είτε στη γλώσσα στην οποία συντάχθηκε η διοικητική ένσταση είτε στη μητρική του γλώσσα. Σε περίπτωση που τέτοιου είδους αίτημα εκφράζεται αμελλητί, η προθεσμία αρχίζει από την ημερομηνία κοινοποιήσεως της μεταφράσεως αυτής στον ενδιαφερόμενο υπάλληλο ή μέλος του λοιπού προσωπικού.

Αντιθέτως, οσάκις υπάλληλος ή μέλος του λοιπού προσωπικού επιλέγει αυτοβούλως να υποβάλει την ένστασή του σε συγκεκριμένη γλώσσα που δεν είναι η μητρική του, η επιλογή αυτή συνεπάγεται ότι ο ενδιαφερόμενος αποδέχεται τη χρήση της γλώσσας αυτής από το θεσμικό όργανο στο πλαίσιο της απαντήσεώς του.

Εν πάση περιπτώσει, γίνεται δεκτό ότι η Διοίκηση μπορεί να επιλέξει τις γλώσσες εσωτερικής επικοινωνίας αν η εν λόγω επιλογή δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους. Η χρήση από τη Διοίκηση της γλώσσας που επέλεξε ο υπάλληλος που υπέβαλε την ένσταση κατά τη σύνταξη της αποφάσεως περί απορρίψεως της διοικητικής ενστάσεως δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους λαμβανομένης ακριβώς υπόψη της επιλογής της γλώσσας στην οποία υποβλήθηκε η ένσταση. Για τον λόγο αυτό, δεν είναι αυθαίρετη η χρήση από το οικείο θεσμικό όργανο της γλώσσας στην οποία υποβλήθηκε η ένσταση.

(βλ. σκέψεις 19 έως 22)


Παραπομπή:

ΓΔΕΕ: 23 Μαρτίου 2000, T‑197/98, Rudolph κατά Επιτροπής, σκέψεις 44 και 46 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία· 7 Φεβρουαρίου 2001, T‑118/99, Bonaiti Brighina κατά Επιτροπής, σκέψεις 15 και 17

ΔΔΔΕΕ: 3 Μαρτίου 2009, F‑63/07, Πατσαρίκα κατά Cedefop, σκέψη 31 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία· 29 Ιουνίου 2011, F‑7/07, Angioi κατά Επιτροπής, σκέψεις 91 και 106

2.      Έχει γίνει δεκτό από τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ένωσης ότι η μη τήρηση των κανόνων που αφορούν τις προθεσμίες για την άσκηση διοικητικής ενστάσεως και προσφυγής μπορεί να μην έχει ως αποτέλεσμα την απόρριψη της ενστάσεως ή της προσφυγής λόγω απαραδέκτου στις περιπτώσεις που η εν λόγω μη τήρηση οφείλεται σε συγγνωστή πλάνη του υπαλλήλου ή μέλους του λοιπού προσωπικού. Εντούτοις, η έννοια της συγγνωστής πλάνης καλύπτει μόνον εξαιρετικές περιστάσεις, ιδίως περιπτώσεις κατά τις οποίες το οικείο θεσμικό όργανο υιοθέτησε συμπεριφορά δυνάμενη να προκαλέσει, αφ’ εαυτής ή σε καθοριστικό βαθμό, σύγχυση σε καλόπιστο πολίτη ο οποίος επέδειξε όλη την επιμέλεια που απαιτείται από συναλλασσόμενο με συνήθη ενημέρωση.

Ο δικηγόρος υπαλλήλου που υποβάλλει ένσταση, ο οποίος συνέταξε ο ίδιος, στο όνομα του πελάτη του και κατόπιν συμφωνίας με αυτόν, το κείμενο της ενστάσεως σε συγκεκριμένη γλώσσα και στον οποίο περιήλθε, εν συνεχεία, η απόφαση περί απορρίψεως της ενστάσεως που έχει συνταχθεί στην ίδια γλώσσα, δεν είναι δυνατό να αγνοεί, λαμβανομένων υπόψη των γνώσεων και της επιμέλειας που αναμένεται να έχει κάθε επαγγελματίας νομικός, ότι, καθόσον οι προθεσμίες για την άσκηση προσφυγής είναι δημοσίας τάξεως και δεν αποτελούν μέσο που εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια των διαδίκων, αρχίζουν από την ημερομηνία κοινοποιήσεως της πρωτότυπης αποφάσεως περί απορρίψεως της ενστάσεως, η οποία έχει συνταχθεί στη γλώσσα που είχε επιλέξει ο ενδιαφερόμενος, και όχι από τη μεταγενέστερη ημερομηνία κατά την οποία περιήλθε στον εν λόγω υπάλληλο η μετάφραση της απορριπτικής της ενστάσεώς του αποφάσεως σε άλλη γλώσσα.

(βλ. σκέψεις 29 και 32)


Παραπομπή:

ΔΔΔΕΕ: 5 Ιουλίου 2011, F‑73/10, Coedo Suárez κατά Συμβουλίου, σκέψη 40 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία