ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (τμήμα μείζονος συνθέσεως)

της 16ης Ιουλίου 2015 (*)

«Προσφυγή ακυρώσεως — Κανονισμός (ΕΕ) 1289/2013 — Άρθρο 1, σημεία 1 και 4 — Κανονισμός (ΕK) 539/2001 — Άρθρο 1, παράγραφος 4, στοιχείο στ΄ — Άρθρο 290 ΣΛΕΕ — Αναστολή της απαλλαγής από την υποχρέωση θεωρήσεως — Προσθήκη υποσημειώσεως — Τροποποίηση της νομοθετικής πράξεως»

Στην υπόθεση C‑88/14,

με αντικείμενο προσφυγή ακυρώσεως δυνάμει του άρθρου 263 ΣΛΕΕ, η οποία ασκήθηκε στις 21 Φεβρουαρίου 2014,

Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τους B. Smulders, B. Martenczuk και G. Wils,

προσφεύγουσα,

κατά

Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, εκπροσωπούμενου από τους L. Visaggio, Α. Τρουπιώτη και την A. Pospíšilová Padowska,

Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εκπροσωπούμενου από τον K. Pleśniak και την K. Michoel,

καθών

υποστηριζόμενων από την

Τσεχική Δημοκρατία, εκπροσωπούμενη από τους M. Smolek, D. Hadroušek και J. Škeřík,

παρεμβαίνουσα,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τμήμα μείζονος συνθέσεως),

συγκείμενο από τους Β. Σκουρή, Πρόεδρο, K. Lenaerts (εισηγητή), αντιπρόεδρο, A. Tizzano, R. Silva de Lapuerta, T. von Danwitz και J.‑C. Bonichot, προέδρους τμήματος, A. Rosas, A. Arabadjiev, C. Toader, M. Safjan, D. Šváby, M. Berger, E. Jarašiūnas, C. G. Fernlund και J. L. da Cruz Vilaça, δικαστές,

γενικός εισαγγελέας: P. Mengozzi

γραμματέας: L. Hewlett, κύρια υπάλληλος διοικήσεως,

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 9ης Μαρτίου 2015,

αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 7ης Μαΐου 2015,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1        Με την προσφυγή της, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ζητεί την ακύρωση του άρθρου 1, σημεία 1 και 4, του κανονισμού (ΕΕ) 1289/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Δεκεμβρίου 2013, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 539/2001 του Συμβουλίου περί του καταλόγου τρίτων χωρών οι υπήκοοι των οποίων υπόκεινται στην υποχρέωση θεώρησης για τη διέλευση των εξωτερικών συνόρων και του καταλόγου τρίτων χωρών οι υπήκοοι των οποίων απαλλάσσονται από την υποχρέωση αυτή (ΕΕ L 347, σ. 74), καθόσον οι διατάξεις αυτές παρέχουν στην Επιτροπή κατ’ εξουσιοδότηση αρμοδιότητα κατά την έννοια του άρθρου 290, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ και όχι εκτελεστική αρμοδιότητα κατά την έννοια του άρθρου 291, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ.

 Το νομικό πλαίσιο

 Ο κανονισμός (ΕΚ) 539/2001

2        Η αιτιολογική σκέψη 5 του κανονισμού (ΕΚ) 539/2001 του Συμβουλίου, της 15ης Μαρτίου 2013, περί του καταλόγου τρίτων χωρών οι υπήκοοι των οποίων υπόκεινται στην υποχρέωση θεώρησης για τη διέλευση των εξωτερικών συνόρων των κρατών μελών, και του καταλόγου των τρίτων χωρών οι υπήκοοι των οποίων απαλλάσσονται από την υποχρέωση αυτή (ΕΕ L 81, σ. 1), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 610/2013, του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013 (ΕΕ L 182, σ. 1, στο εξής: κανονισμός 539/2001), έχει ως εξής:

«Ο καθορισμός των τρίτων χωρών οι υπήκοοι των οποίων υπόκεινται στην υποχρέωση θεώρησης και των τρίτων χωρών οι υπήκοοι των οποίων απαλλάσσονται από την υποχρέωση αυτή γίνεται μέσω σταθμισμένης, κατά περίπτωση, αξιολόγησης διαφόρων κριτηρίων που συνδέονται ιδίως με την παράνομη μετανάστευση, με τη δημόσια τάξη και την ασφάλεια, καθώς και με τις εξωτερικές σχέσεις της Ένωσης με τις τρίτες χώρες, λαμβάνοντας επίσης υπόψη λόγους περιφερειακής συνοχής και αμοιβαιότητας. Θα πρέπει να προβλεφθεί ένας κοινοτικός μηχανισμός που θα επιτρέπει την εφαρμογή της αρχής της αμοιβαιότητας όταν μια από τις τρίτες χώρες που περιλαμβάνονται στο παράρτημα ΙΙ του παρόντος κανονισμού αποφασίσει να υποβάλει στην υποχρέωση θεώρησης τους υπηκόους ενός ή περισσοτέρων κρατών μελών.»

3        Το άρθρο 1, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού 539/2001 προβλέπει τα εξής:

«1.      Οι υπήκοοι των τρίτων χωρών οι οποίες περιλαμβάνονται στον κατάλογο του παραρτήματος Ι πρέπει να διαθέτουν θεώρηση κατά τη διέλευση των εξωτερικών συνόρων των κρατών μελών.

[...]

2.      Οι υπήκοοι των τρίτων χωρών οι οποίες περιλαμβάνονται στον κατάλογο του παραρτήματος ΙΙ απαλλάσσονται από την υποχρέωση της παραγράφου 1 για διαμονή η συνολική διάρκεια της οποίας δεν υπερβαίνει τις 90 ημέρες εντός οιασδήποτε περιόδου 180 ημερών.

[...]»

4        Ο ίδιος κανονισμός προέβλεπε στο άρθρο του 1, παράγραφος 4, έναν μηχανισμό εφαρμογής της αρχής της αμοιβαιότητας που μπορούσε να ενεργοποιηθεί σε περίπτωση επιβολής, από τρίτη χώρα που περιλαμβάνεται στο παράρτημα ΙΙ, της υποχρεώσεως θεωρήσεως στους υπηκόους κράτους μέλους.

 Ο κανονισμός 1289/2013

5        Το άρθρο 1, σημείο 1, στοιχείο α΄, του κανονισμού 1289/2013, που τροποποιεί το άρθρο 1, παράγραφος 4, του κανονισμού 539/2001, ορίζει τα εξής:

«Εφόσον τρίτη χώρα που αναφέρεται στον κατάλογο του Παραρτήματος ΙΙ εφαρμόζει υποχρέωση θεώρησης έναντι των υπηκόων τουλάχιστον ενός κράτους μέλους, εφαρμόζονται οι ακόλουθες διατάξεις:

α)      εντός 30 ημερών από την εφαρμογή της υποχρέωσης θεώρησης από την τρίτη χώρα, ή, εφόσον η υποχρέωση θεώρησης που ίσχυε την 9ης Ιανουαρίου 2014 διατηρείται, εντός 30 ημερών από την ημερομηνία αυτή, το οικείο κράτος μέλος απευθύνει γραπτώς κοινοποίηση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, στο Συμβούλιο και στην Επιτροπή.

[...]

Πληροφορίες σχετικά με αυτή την κοινοποίηση δημοσιεύονται αμελλητί από την Επιτροπή στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, συμπεριλαμβανομένων πληροφοριών σχετικά με την ημερομηνία εφαρμογής της υποχρέωσης θεώρησης και τα είδη των σχετικών ταξιδιωτικών εγγράφων και θεωρήσεων.

[...]

ε)      εάν η οικεία τρίτη χώρα δεν έχει άρει την υποχρέωση θεώρησης, η Επιτροπή, το αργότερο έξι μήνες από την ημερομηνία δημοσίευσης που προβλέπεται στο τρίτο εδάφιο του στοιχείου α) και κατόπιν ανά διαστήματα όχι μεγαλύτερα των έξι μηνών εντός συνολικής περιόδου η οποία δεν μπορεί να υπερβαίνει την ημερομηνία κατά την οποία τίθεται σε ισχύ η προβλεπόμενη στο στοιχείο στ΄ κατ’ εξουσιοδότηση πράξη ή εκφράζονται αντιρρήσεις ως προς αυτήν:

i)      εκδίδει, κατ’ αίτηση του οικείου κράτους μέλους ή με δική της πρωτοβουλία, εκτελεστική πράξη για την προσωρινή αναστολή της απαλλαγής από την υποχρέωση θεώρησης για ορισμένες κατηγορίες υπηκόων της οικείας τρίτης χώρας για περίοδο έως έξι μηνών. [...]

[...]

στ      Εάν, εντός 24 μηνών από την ημερομηνία δημοσίευσης που προβλέπεται στο τρίτο εδάφιο του στοιχείου α), η οικεία τρίτη χώρα δεν έχει άρει την απαίτηση θεώρησης, η Επιτροπή εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξη σύμφωνα με το άρθρο 4β για την προσωρινή αναστολή της εφαρμογής του Παραρτήματος ΙΙ για περίοδο 12 μηνών για τους υπηκόους της εν λόγω τρίτης χώρας. Η κατ’ εξουσιοδότηση πράξη ορίζει ημερομηνία, εντός 90 ημερών από την έναρξη ισχύος της, κατά την οποία θα τεθεί σε ισχύ η αναστολή της εφαρμογής του Παραρτήματος ΙΙ, λαμβάνοντας υπ’ όψιν τους διαθέσιμους πόρους στα προξενεία των κρατών μελών και τροποποιεί αναλόγως το Παράρτημα ΙΙ. Η εν λόγω τροποποίηση πραγματοποιείται με την προσθήκη, δίπλα στην ονομασία της εν λόγω τρίτης χώρας, υποσημείωσης στην οποία αναφέρεται ότι η απαλλαγή από την υποχρέωση θεώρησης αναστέλλεται έναντι της τρίτης χώρας και προσδιορίζεται η περίοδος της εν λόγω αναστολής.

Από την ημερομηνία κατά την οποία η αναστολή της εφαρμογής του Παραρτήματος ΙΙ, για τους υπηκόους της οικείας τρίτης χώρας, τίθεται σε ισχύ ή κατά την οποία έχει εκφρασθεί αντίρρηση ως προς την κατ’ εξουσιοδότηση πράξη σύμφωνα με το άρθρο 4β παράγραφος 5, οιαδήποτε εκτελεστική πράξη εκδοθείσα σύμφωνα το στοιχείο ε) όσον αφορά την εν λόγω τρίτη χώρα, εκπνέει.

Αν η Επιτροπή υποβάλει νομοθετική πρόταση, όπως αναφέρεται στο στοιχείο η), η περίοδος αναστολής που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο παρατείνεται για περίοδο έξι μηνών. Η υποσημείωση που αναφέρεται στο εν λόγω εδάφιο τροποποιείται αναλόγως.

Με την επιφύλαξη της εφαρμογής του άρθρου 4, κατά τις περιόδους της εν λόγω αναστολής, οι υπήκοοι της οικείας τρίτης χώρας τους οποίους αφορά η κατ’ εξουσιοδότηση πράξη υποχρεούνται να διαθέτουν θεώρηση κατά τη διέλευση των εξωτερικών συνόρων των κρατών μελών·

[...]

η)      εάν, εντός έξι μηνών από την έναρξη ισχύος της προβλεπόμενης στο στοιχείο στ΄ κατ’ εξουσιοδότηση πράξης, η εν λόγω τρίτη χώρα δεν έχει άρει την υποχρέωση θεώρησης, η Επιτροπή δύναται να υποβάλει νομοθετική πρόταση για τροποποίηση του παρόντος κανονισμού προκειμένου η αναφορά στην τρίτη χώρα να μεταφερθεί από το Παράρτημα ΙΙ στο Παράρτημα Ι·

θ)      οι διαδικασίες που προβλέπονται στα σημεία ε΄, στ΄ και η΄ δεν επηρεάζουν το δικαίωμα της Επιτροπής να υποβάλει, ανά πάσα στιγμή, νομοθετική πρόταση τροποποίησης του παρόντος κανονισμού προκειμένου να μεταφερθεί η αναφορά στην οικεία τρίτη χώρα από το Παράρτημα ΙΙ στο Παράρτημα Ι·

ι)      αν η εν λόγω τρίτη χώρα άρει την υποχρέωση θεώρησης, το οικείο κράτος μέλος απευθύνει κοινοποίηση αμέσως στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και την Επιτροπή. Η κοινοποίηση δημοσιεύεται αμελλητί από την Επιτροπή στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

      Οιαδήποτε εκτελεστική ή κατ’ εξουσιοδότηση πράξη εκδοθείσα δυνάμει των στοιχείων ε) ή στ) όσον αφορά την εν λόγω τρίτη χώρα εκπνέει επτά ημέρες μετά την προβλεπόμενη στο πρώτο εδάφιο του παρόντος σημείου δημοσίευση. […] H υποσημείωση που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο του στοιχείου στ) διαγράφεται με την εκπνοή της σχετικής κατ’ εξουσιοδότηση πράξης. Οι πληροφορίες σχετικά με την εκπνοή των πράξεων αυτών, δημοσιεύονται αμελλητί από την Επιτροπή στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

[...]»

6        Το άρθρο 1, σημείο 4, του κανονισμού 1289/2013 προσθέτει, στον κανονισμό 539/2001, ένα άρθρο 4β, που καθορίζει τις προϋποθέσεις στις οποίες υπόκειται η εξουσία εκδόσεως κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων που ανατίθεται στην Επιτροπή δυνάμει του άρθρου 1, παράγραφος 4, στοιχείο στ΄, του κανονισμού 539/2001, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 1289/2013 (στο εξής: κανονισμός 539/2001, όπως τροποποιήθηκε). Το άρθρο 4, παράγραφοι 2, 3 και 5, του κανονισμού 539/2001, όπως τροποποιήθηκε, ορίζει τα εξής:

«2.      Η εξουσία έκδοσης των κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων που αναφέρεται στο άρθρο 1 παράγραφος 4 στοιχείο στ΄ ανατίθεται στην Επιτροπή για περίοδο πέντε ετών από 9ης Ιανουαρίου 2014. Η Επιτροπή υποβάλλει έκθεση σχετικά με την εξουσιοδότηση το αργότερο εννέα μήνες πριν από τη λήξη της πενταετούς περιόδου. Η εξουσιοδότηση παρατείνεται σιωπηρά για περιόδους της αυτής διάρκειας, εκτός εάν το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή το Συμβούλιο εκφράσουν αντιρρήσεις το αργότερο εντός τριών μηνών πριν από τη λήξη κάθε περιόδου.

3.      Η εξουσιοδότηση που αναφέρεται στο άρθρο 1 παράγραφος 4 στοιχείο στ΄ μπορεί να ανακληθεί, ανά πάσα στιγμή, από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή από το Συμβούλιο. [...]

[...]

5.      Κάθε κατ’ εξουσιοδότηση πράξη, η οποία εκδίδεται δυνάμει του άρθρου 1 παράγραφος 4 στοιχείο στ΄, αρχίζει να ισχύει μόνον εφόσον δεν έχουν εκφρασθεί σχετικές αντιρρήσεις από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή από το Συμβούλιο εντός τεσσάρων μηνών από την κοινοποίηση της εν λόγω πράξης στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο ή εφόσον, πριν από την παρέλευση της εν λόγω χρονικής περιόδου, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο έχουν και τα δύο ενημερώσει την Επιτροπή ότι δεν πρόκειται να εκφράσουν αντιρρήσεις. Η περίοδος αυτή παρατείνεται κατά δύο μήνες κατόπιν πρωτοβουλίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ή του Συμβουλίου.»

 Τα αιτήματα των διαδίκων και η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου

7        Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο:

–        να ακυρώσει το άρθρο 1, σημείο 1, του κανονισμού 1289/2013, καθώς και το άρθρο 1, σημείο 4, του κανονισμού αυτού, στον βαθμό που προσθέτει ένα νέο άρθρο 4β στον κανονισμό 539/2001·

–        να κρίνει ότι τα αποτελέσματα των ακυρωθεισών διατάξεων και κάθε εκτελεστικού μέτρου που απορρέει από αυτές είναι οριστικά μέχρι την αντικατάστασή τους, εντός εύλογης προθεσμίας, από πράξεις εκδιδόμενες σύμφωνα με τη Συνθήκη ΛΕΕ, όπως θα ερμηνευθεί από την απόφαση του Δικαστηρίου, και

–        να καταδικάσει τους καθών στα δικαστικά έξοδα.

8        Επικουρικώς, σε περίπτωση που το Δικαστήριο θεωρήσει ότι οι εν λόγω διατάξεις είναι αναπόσπαστες από τον υπόλοιπο κανονισμό 1289/2013, η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο να ακυρώσει εξ ολοκλήρου τον κανονισμό αυτό.

9        Το Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο ζητούν από το Δικαστήριο να απορρίψει την προσφυγή και να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα. Σε περίπτωση που το Δικαστήριο ακυρώσει μερικώς ή εξ ολοκλήρου τον κανονισμό 1289/2013, το Συμβούλιο ζητεί, επικουρικώς, από το Δικαστήριο να διατηρήσει σε ισχύ τα αποτελέσματα των ακυρωθεισών διατάξεων καθώς και τα αποτελέσματα όλων των πράξεων που εκδόθηκαν βάσει αυτών, μέχρι τη θέση σε ισχύ, εντός εύλογης προθεσμίας, νέας πράξεως που θα τις αντικαταστήσει.

10      Στην Τσεχική Δημοκρατία επετράπη να παρέμβει υπέρ των καθών.

 Επί της προσφυγής

11      Προς στήριξη της προσφυγής της, η Επιτροπή προβάλλει έναν μοναδικό λόγο ακυρώσεως, αντλούμενο από παράβαση των άρθρων 290 ΣΛΕΕ και 291 ΣΛΕΕ. Κατά την Επιτροπή, το άρθρο 1, παράγραφος 4, στοιχείο στ΄, του κανονισμού 539/2001, όπως τροποποιήθηκε, κακώς της παρέχει κατ’ εξουσιοδότηση αρμοδιότητα. Το ότι με τα αιτήματα της προσφυγής ζητείται επίσης η ακύρωση του άρθρου 4β του κανονισμού αυτού, τούτο προκύπτει, κατά την Επιτροπή, από τον άρρηκτο σύνδεσμο που υφίσταται μεταξύ το άρθρου αυτού, που καθορίζει τις προϋποθέσεις στις οποίες υπόκειται η κατ’ εξουσιοδότηση αρμοδιότητα που παρέχεται στην Επιτροπή από το άρθρο 1, παράγραφος 4, στοιχείο στ΄, του εν λόγω κανονισμού, αφενός, και της τελευταίας αυτής διατάξεως, αφετέρου.

 Επί του παραδεκτού του επιχειρήματος που προβλήθηκε για πρώτη φορά με το υπόμνημα απαντήσεως

12      Το Συμβούλιο προβάλλει το απαράδεκτο του επιχειρήματος που διατύπωσε η Επιτροπή για πρώτη φορά με το υπόμνημα απαντήσεως, κατά το οποίο, ακόμη και αν υποτεθεί ότι ο νομοθέτης της Ένωσης διαθέτει περιθώριο εκτιμήσεως όταν πρόκειται να καθορίσει αν ένα μέτρο συνιστά «τροποποίηση» της οικείας νομοθετικής πράξεως, κατά την έννοια του άρθρου 290, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, η παροχή κατ’ εξουσιοδότηση αρμοδιότητας στην Επιτροπή που προβλέπεται στο άρθρο 1, παράγραφος 4, στοιχείο στ΄, του κανονισμού 539/2001, όπως τροποποιήθηκε, στηρίζεται σε πρόδηλη πλάνη.

13      Όπως προκύπτει από το άρθρο 127, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, απαγορεύεται κατά τη διάρκεια της δίκης η προβολή νέων ισχυρισμών, εκτός αν στηρίζονται σε νομικά και πραγματικά στοιχεία που προέκυψαν κατά τη διαδικασία. Εντούτοις, επιχείρημα που αποτελεί ανάπτυξη λόγου που προβλήθηκε προηγουμένως, άμεσα ή έμμεσα, με το εισαγωγικό της δίκης δικόγραφο πρέπει να θεωρείται παραδεκτό (βλ., συναφώς, αποφάσεις Ιταλία κατά Επιτροπής, C‑66/02, EU:C:2005:768, σκέψεις 85 και 86, καθώς και Naipes Heraclio Fournier κατά ΓΕΕΑ, C‑311/05 P, EU:C:2007:572, σκέψεις 58 και 59).

14      Το επιχείρημα όμως που προέβαλε η Επιτροπή με το υπόμνημα απαντήσεως εντάσσεται στον λόγο ο οποίος διατυπώθηκε με το δικόγραφο της προσφυγής και ο οποίος αντλείται από παράβαση των άρθρων 290 ΣΛΕΕ και 291 ΣΛΕΕ, και συνιστά ανάπτυξη του λόγου αυτού. Το επιχείρημα αυτό αποσκοπεί, συγκεκριμένα, στη στήριξη του λόγου αυτού με τον οποίο επιχειρείται η αμφισβήτηση της νομιμότητας του άρθρου 1, παράγραφος 4, στοιχείο στ΄, του κανονισμού 539/2001, όπως τροποποιήθηκε, καθόσον η διάταξη αυτή παρέχει στην Επιτροπή κατ’ εξουσιοδότηση αρμοδιότητα κατά την έννοια του άρθρου 290, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ. Συνεπώς, το εν λόγω επιχείρημα δεν μπορεί να θεωρηθεί νέος ισχυρισμός.

15      Ως εκ τούτου, η ένσταση απαραδέκτου του Συμβουλίου πρέπει να απορριφθεί.

 Επί της ουσίας

 Επιχειρήματα των διαδίκων

16      Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι το άρθρο 1, παράγραφος 4, στοιχείο στ΄, του κανονισμού 539/2001, όπως τροποποιήθηκε, παραβαίνει τα άρθρα 290 ΣΛΕΕ και 291 ΣΛΕΕ καθόσον κακώς της παρέχει κατ’ εξουσιοδότηση αρμοδιότητα.

17      Υποστηρίζει συναφώς, πρώτον, ότι πράξη εκδιδόμενη βάσει του άρθρου 1, παράγραφος 4, στοιχείο στ΄, του εν λόγω κανονισμού δεν συμπληρώνει τον κανονισμό αυτό. Μια τέτοια πράξη εντάσσεται στο πλαίσιο της εκτελέσεως του ίδιου αυτού κανονισμού. Συγκεκριμένα, εφαρμόζει σε μια συγκεκριμένη κατάσταση κανόνες που έχουν ήδη διατυπωθεί στην οικεία νομοθετική πράξη. Η Επιτροπή εμμένει συναφώς στο γεγονός ότι η διάταξη αυτή δεν της παρέχει παρά πολύ αδύναμη, έως ανύπαρκτη, εξουσία εκτιμήσεως.

18      Αν η πράξη που εκδίδεται βάσει του άρθρου 1, παράγραφος 4, στοιχείο ε΄, του κανονισμού 539/2001, όπως τροποποιήθηκε, αναγνωριστεί ως μέτρο εκτελέσεως της νομοθετικής αυτής πράξεως, η πράξη που διαλαμβάνεται στο άρθρο 1, παράγραφος 4, στοιχείο στ΄, του κανονισμού αυτού θα πρέπει a fortiori να λάβει τον ίδιο χαρακτηρισμό. Συγκεκριμένα, η Επιτροπή, όταν αποφαίνεται βάσει του άρθρου 1, παράγραφος 4, στοιχείο ε΄, του εν λόγω κανονισμού, διαθέτει ορισμένο περιθώριο εκτιμήσεως που φαίνεται να μην υφίσταται όταν εκδίδει την κατ’ εξουσιοδότηση πράξη που διαλαμβάνεται στο άρθρο 1, παράγραφος 4, στοιχείο στ΄, του ιδίου κανονισμού.

19      Δεύτερον, πράξη εκδιδόμενη βάσει της τελευταίας αυτής διατάξεως δεν συνεπάγεται τροποποίηση νομοθετικής πράξεως κατά την έννοια του άρθρου 290, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ.

20      Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι τροποποίηση νομοθετικής πράξεως προϋποθέτει ότι τα στοιχεία που τροποποιούνται περιλαμβάνονταν ήδη στην πράξη αυτή. Τροποποίηση κατά την έννοια του άρθρου 290, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ έχει ως αποτέλεσμα την αλλαγή του κανονιστικού περιεχομένου της νομοθετικής πράξεως. Η έκδοση όμως πράξεως βάσει του άρθρου 1, παράγραφος 4, στοιχείο στ΄, του κανονισμού 539/2001, όπως τροποποιήθηκε, δεν συνεπάγεται την απάλειψη της αναφοράς στην οικεία τρίτη χώρα που περιέχεται στο παράρτημα II του κανονισμού αυτού και την προσθήκη της στο παράρτημα I του εν λόγω κανονισμού. Η τελευταία αυτή τροποποίηση της οικείας νομοθετικής πράξεως πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 1, παράγραφος 4, στοιχείο η΄, του ίδιου κανονισμού, να πραγματοποιείται διά της συνήθους νομοθετικής διαδικασίας. Περαιτέρω, ο κανονισμός 539/2001, όπως τροποποιήθηκε, δεν περιέχει κανένα κατάλογο των τρίτων χωρών που τελούν σε κατάσταση αναστολής, το κανονιστικό περιεχόμενο του οποίου θα άλλαζε η κατ’ εξουσιοδότηση πράξη που προβλέπεται στο άρθρο 1, παράγραφος 4, στοιχείο στ΄, του κανονισμού αυτού. Αντιθέτως, οι χώρες αυτές πρέπει να προσδιοριστούν κατ’ εφαρμογήν των κριτηρίων που καθορίζονται στον εν λόγω κανονισμό. Η κατ’ εξουσιοδότηση πράξη η οποία, βάσει των κριτηρίων αυτών, αναστέλλει, για περιορισμένο χρόνο, την εφαρμογή της απαλλαγής από την υποχρέωση θεωρήσεως, θέτει απλώς σε εφαρμογή την οικεία νομοθετική πράξη χωρίς να τη συμπληρώσει ούτε να την τροποποιήσει.

21      Ακόμη και αν η προσθήκη υποσημειώσεως σε νομοθετική πράξη συνιστά, καταρχήν, τροποποίηση δυνάμενη να αποτελέσει αντικείμενο κατ’ εξουσιοδότηση πράξεως, η Επιτροπή εκτιμά ότι, εν προκειμένω, η προσθήκη της υποσημειώσεως που προβλέπεται στην εν λόγω διάταξη συνιστά αμιγώς τεχνικό μέσο που χρησιμοποιήθηκε καταχρηστικώς για να μεταμφιέσει την εκτελεστική πράξη σε κατ’ εξουσιοδότηση πράξη.

22      Επιπλέον, η προσθήκη της υποσημειώσεως αντιβαίνει επίσης στην επιθυμία παροχής αυτόματου χαρακτήρα στον μηχανισμό εφαρμογής της αρχής της αμοιβαιότητας και δημιουργεί πλήθος δυσχερειών στη συγκεκριμένη λειτουργία του μηχανισμού αυτού. Συνεπώς, στην προβλεπόμενη στο άρθρο 1, παράγραφος 4, στοιχείο στ΄, τρίτο εδάφιο, του κανονισμού 539/2001, όπως τροποποιήθηκε, περίπτωση υποβολής νομοθετικής προτάσεως από την Επιτροπή, η διάταξη αυτή δεν διευκρινίζει πώς πρέπει να πραγματοποιηθεί η προβλεπόμενη τροποποίηση της υποσημειώσεως και πώς η υποσημείωση αυτή πρέπει να απαλειφθεί σε περίπτωση που η νομοθετική αυτή πρόταση δεν ευδοκιμήσει. Περαιτέρω, στην προβλεπόμενη στο άρθρο 1, παράγραφος 4, στοιχείο ι΄, του κανονισμού αυτού περίπτωση καταργήσεως της υποχρεώσεως θεωρήσεως από την οικεία τρίτη χώρα, ο εν λόγω κανονισμός δεν καθορίζει τη διαδικασία κατά την οποία θα πρέπει να απαλειφθεί η προστεθείσα βάσει του άρθρου 1, παράγραφος 4, στοιχείο στ΄, του εν λόγω κανονισμού υποσημείωση.

23      Τρίτον, η Επιτροπή ισχυρίζεται με το υπόμνημα απαντήσεως ότι, ακόμη και αν υποτεθεί ότι ο νομοθέτης της Ένωσης διαθέτει περιθώριο εκτιμήσεως όταν πρόκειται να καθορίσει αν ένα μέτρο συνιστά «τροποποίηση» της οικείας νομοθετικής πράξεως, κατά την έννοια του άρθρου 290, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, η προβλεπόμενη στο άρθρο 1, παράγραφος 4, στοιχείο στ΄, του ιδίου κανονισμού 539/2001 παροχή κατ’ εξουσιοδότηση αρμοδιότητας στην Επιτροπή είναι προϊόν πρόδηλης πλάνης.

24      Εξηγεί, συναφώς, πρώτον, ότι το αν η πράξη που εκδίδεται βάσει της εν λόγω διατάξεως είναι ευαίσθητη πολιτικά ή σοβαρή είναι άσχετη ως προς το αν η πράξη αυτή τροποποιεί την οικεία νομοθετική πράξη, κατά την έννοια του άρθρου 290, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ.

25      Δεύτερον, λαμβανομένου υπόψη του ότι το άρθρο 1, παράγραφος 4, στοιχείο στ΄, του κανονισμού 539/2001, όπως τροποποιήθηκε, παρέχει στην Επιτροπή μόνο περιορισμένη, αν όχι ανύπαρκτη, εξουσία εκτιμήσεως, τίθεται το ερώτημα ποιος μπορεί να είναι ο σκοπός του δικαιώματος εκφράσεως αντιρρήσεως που διαθέτει ο νομοθέτης της Ένωσης δυνάμει του άρθρου 290 ΣΛΕΕ. Το εν λόγω δικαίωμα εκφράσεως αντιρρήσεως προσομοιάζει εν προκειμένω με δικαίωμα αρνησικυρίας προς εκτελεστικό μέτρο, πράγμα που δεν συνάδει με τον σκοπό του άρθρου 290 ΣΛΕΕ.

26      Τρίτον, η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι, κατά το άρθρο 4β, παράγραφοι 2 και 3, του εν λόγω κανονισμού, η διάρκεια της επίμαχης εξουσιοδοτήσεως είναι περιορισμένη και η εξουσιοδότηση αυτή μπορεί να ανακληθεί. Ωστόσο, δεδομένου ότι η έκδοση της νομοθετικής πράξεως που προβλέπει το άρθρο 1, παράγραφος 4, στοιχείο στ΄, του ίδιου κανονισμού αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα του όλου μηχανισμού εφαρμογής της αρχής της αμοιβαιότητας, που προβλέπει το άρθρο 1, παράγραφος 4, του κανονισμού 539/2001, όπως τροποποιήθηκε, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι ο εν λόγω μηχανισμός δεν μπορεί πλέον να λειτουργήσει μετά τη λήξη ή μετά την ανάκληση της επίμαχης εξουσιοδοτήσεως.

27      Το Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο, υποστηριζόμενα από την Τσεχική Δημοκρατία, ισχυρίζονται ότι το άρθρο 1, παράγραφος 4, στοιχείο στ΄, του κανονισμού 539/2001 παρέχει στην Επιτροπή την εξουσία να τροποποιεί τον ίδιο κανονισμό κατά την έννοια του άρθρου 290, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ. Συνεπώς, ο νομοθέτης της Ένωσης δεν υπέπεσε σε πρόδηλη πλάνη ούτε ενήργησε παράλογα παρέχοντας κατ’ εξουσιοδότηση αρμοδιότητα στην Επιτροπή. Παρέμεινε, αντιθέτως, εντός των ορίων της εξουσίας του εκτιμήσεως.

 Εκτίμηση του Δικαστηρίου

28      Aπό τη νομολογία προκύπτει ότι ο νομοθέτης της Ένωσης διαθέτει εξουσία εκτιμήσεως όταν αποφασίζει να αναθέσει στην Επιτροπή κατ’ εξουσιοδότηση αρμοδιότητα δυνάμει του άρθρου 290, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ ή εκτελεστική αρμοδιότητα δυνάμει του άρθρου 291, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ (απόφαση Επιτροπή κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, C‑427/12, EU:C:2014:170, σκέψη 40). Ωστόσο, η εν λόγω εξουσία εκτιμήσεως πρέπει να ασκείται συμφώνως προς τους προβλεπόμενους από τα άρθρα 290 ΣΛΕΕ και 291 ΣΛΕΕ όρους.

29      Όσον αφορά την παροχή κατ’ εξουσιοδότηση αρμοδιότητας, από το άρθρο 290, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ προκύπτει ότι με νομοθετική πράξη μπορεί να ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία έκδοσης μη νομοθετικών πράξεων γενικής ισχύος που συμπληρώνουν ή τροποποιούν ορισμένα μη ουσιώδη στοιχεία της νομοθετικής πράξης. Σύμφωνα με το δεύτερο εδάφιο της διατάξεως αυτής, οι στόχοι, το περιεχόμενο, η έκταση και η διάρκεια της εξουσιοδοτήσεως πρέπει να οριοθετούνται σαφώς από τη νομοθετική πράξη που παρέχει την εξουσιοδότηση αυτή. Η απαίτηση αυτή συνεπάγεται ότι η εξουσιοδότηση αποσκοπεί στη θέσπιση κανόνων που εντάσσονται στο κανονιστικό πλαίσιο όπως αυτό ορίζεται από τη βασική νομοθετική πράξη (απόφαση Επιτροπή κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, C‑427/12, EU:C:2014:170, σκέψη 38).

30      Όσον αφορά την παροχή εκτελεστικής αρμοδιότητας, το άρθρο 291, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ προβλέπει ότι νομικά δεσμευτικές πράξεις της Ένωσης αναθέτουν μια τέτοια αρμοδιότητα στην Επιτροπή ή, σε ειδικές περιπτώσεις δεόντως αιτιολογημένες και στις περιπτώσεις των άρθρων 24 ΣΕΕ και 26 ΣΕΕ, στο Συμβούλιο, όταν απαιτούνται ενιαίες προϋποθέσεις για την εκτέλεση των πράξεων αυτών. Στο πλαίσιο της ασκήσεως της εκτελεστικής αρμοδιότητας που του ανατίθεται, το οικείο θεσμικό όργανο καλείται να διευκρινίσει το περιεχόμενο νομοθετικής πράξεως, προκειμένου να διασφαλισθεί η εφαρμογή της υπό ενιαίες προϋποθέσεις σε όλα τα κράτη μέλη (βλ. απόφαση Επιτροπή κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, C‑427/12, EU:C:2014:170, σκέψη 39).

31      Από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει επιπλέον ότι η Επιτροπή, κατά την άσκηση της εκτελεστικής της αρμοδιότητας, δεν επιτρέπεται να τροποποιήσει ούτε να συμπληρώσει τη νομοθετική πράξη, ακόμη και ως προς τα μη ουσιώδη στοιχεία της (απόφαση Κοινοβούλιο κατά Επιτροπής, C‑65/13, EU:C:2014:2289, σκέψη 45).

32      Αντίθετα προς τα όσα υποστηρίζει η Επιτροπή, ούτε η ύπαρξη ούτε η έκταση της εξουσίας εκτιμήσεως που της παρέχει η νομοθετική πράξη έχουν σημασία για να καθοριστεί αν η πράξη που πρέπει να εκδοθεί εμπίπτει στο άρθρο 290 ΣΛΕΕ ή στο άρθρο 291 ΣΛΕΕ. Συγκεκριμένα, από το γράμμα του άρθρου 290, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ προκύπτει ότι η νομιμότητα της επιλογής του νομοθέτη της Ένωσης να αναθέσει κατ’ εξουσιοδότηση αρμοδιότητα στην Επιτροπή εξαρτάται αποκλειστικά από το αν οι πράξεις που το θεσμικό αυτό όργανο καλείται να εκδώσει βάσει της αναθέσεως αυτής είναι γενικής ισχύος και αν συμπληρώνουν ή τροποποιούν μη ουσιώδη στοιχεία της νομοθετικής πράξεως.

33      Εν προκειμένω, η Επιτροπή δεν αμφισβητεί ότι το άρθρο 1, παράγραφος 4, στοιχείο στ΄, του κανονισμού 539/2001, όπως τροποποιήθηκε, της παρέχει την εξουσία να εκδίδει πράξεις γενικής ισχύος που αφορούν αποκλειστικά μη ουσιώδη στοιχεία της νομοθετικής πράξεως. Περαιτέρω, τα καθών δεν αμφισβητούν το βάσιμο της επιχειρηματολογίας της Επιτροπής ότι οι πράξεις αυτές δεν δύνανται να συμπληρώσουν την οικεία νομοθετική πράξη, κατά την έννοια του άρθρου 290, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ.

34      Υπό τις συνθήκες αυτές, πρέπει να εξεταστεί αν ο νομοθέτης της Ένωσης παρέμεινε στο πλαίσιο της εξουσίας του εκτιμήσεως, που υπενθυμίστηκε στη σκέψη 28 της παρούσας αποφάσεως, έχοντας αναθέσει στην Επιτροπή, με το άρθρο 1, παράγραφος 4, στοιχείο στ΄, του εν λόγω κανονισμού, την εξουσία να «τροποποιεί», κατά την έννοια του άρθρου 290, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, το κανονιστικό περιεχόμενο του ίδιου αυτού κανονισμού (βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση Επιτροπή κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, C‑427/12, EU:C:2014:170, σκέψεις 40 και 52).

35      Συναφώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι, όπως προκύπτει από την αιτιολογική σκέψη 5 του κανονισμού 539/2001, ο τελευταίος αυτός αποσκοπεί να εγκαθιδρύσει ένα μηχανισμό που θα επιτρέπει την εφαρμογή της αρχής της αμοιβαιότητας όταν μια από τις τρίτες χώρες που περιλαμβάνονται στο παράρτημα ΙΙ του κανονισμού αυτού αποφασίσει να υποβάλει στην υποχρέωση θεωρήσεως τους υπηκόους ενός ή περισσοτέρων κρατών μελών. Ο μηχανισμός αυτός περιλαμβάνει κατ’ ουσίαν τρία στάδια.

36      Το άρθρο 1, παράγραφος 4, στοιχείο ε΄, του κανονισμού 539/2001, όπως τροποποιήθηκε, προβλέπει, ως πρώτη απάντηση της Ένωσης στην ενέργεια της οικείας τρίτης χώρας, την έκδοση εκτελεστικής πράξεως από την Επιτροπή με την οποία αναστέλλεται, για χρονικό διάστημα έξι μηνών που δύναται να παραταθεί για επιπλέον περιόδους έξι μηνών, η απαλλαγή από την υποχρέωση θεωρήσεως για ορισμένες κατηγορίες υπηκόων της οικείας τρίτης χώρας.

37      Το άρθρο 1, παράγραφος 4, στοιχείο στ΄, του κανονισμού° 539/2001, όπως τροποποιήθηκε, αφορά το δεύτερο στάδιο του μηχανισμού εφαρμογής της αρχής της αμοιβαιότητας. Όταν, παρά την επιλεκτική αναστολή της απαλλαγής από την υποχρέωση θεωρήσεως που προκύπτει από την εκτελεστική πράξη που εκδόθηκε βάσει του άρθρου 1, παράγραφος 4, στοιχείο ε΄, του κανονισμού, του κανονισμού αυτού, η οικεία τρίτη χώρα διατηρεί την απαίτησή της για θεώρηση όσον αφορά τους υπηκόους τουλάχιστον ενός κράτους μέλους, το άρθρο 1, παράγραφος 4, στοιχείο στ΄, του εν λόγω κανονισμού προβλέπει την εκ μέρους της Επιτροπής έκδοση κατ’ εξουσιοδότηση πράξεως που αναστέλλει έναντι όλων των υπηκόων της τρίτης αυτής χώρας, για χρονικό διάστημα δώδεκα μηνών, την απαλλαγή από την υποχρέωση θεωρήσεως που προκύπτει από την εγγραφή της χώρας αυτής στο παράρτημα II του ίδιου κανονισμού και προβαίνει στην προσθήκη στο παράρτημα αυτό «υποσημείωσης στην οποία αναφέρεται ότι η απαλλαγή από την υποχρέωση θεώρησης αναστέλλεται έναντι της [εν λόγω] τρίτης χώρας και προσδιορίζεται η περίοδος της εν λόγω αναστολής».

38      Το τρίτο στάδιο του μηχανισμού εφαρμογής της αρχής της αμοιβαιότητας αφορά τη μόνιμη επαναφορά της υποχρεώσεως θεωρήσεως και συνεπώς τη μεταφορά της αναφοράς στην οικεία τρίτη χώρα από το παράρτημα II του κανονισμού 539/2001, όπως τροποποιήθηκε, στο παράρτημα I αυτού, πράγμα που συνεπάγεται την προσφυγή στη συνήθη νομοθετική διαδικασία. Συνεπώς, το άρθρο 1, παράγραφος 4, στοιχείο η΄, του κανονισμού αυτού ορίζει ότι, εάν, εντός έξι μηνών από την έναρξη ισχύος της προβλεπόμενης στο στοιχείο στ΄ κατ’ εξουσιοδότηση πράξεως, η οικεία τρίτη χώρα δεν έχει άρει την υποχρέωση θεωρήσεως, η Επιτροπή δύναται να υποβάλει νομοθετική πρόταση για τροποποίηση του εν λόγω κανονισμού, προκειμένου να πραγματοποιηθεί η μεταφορά αυτή. Αν η Επιτροπή αναλάβει μια τέτοια νομοθετική πρωτοβουλία, η περίοδος αναστολής που προκύπτει από πράξη εκδοθείσα βάσει του άρθρου 1, παράγραφος 4, στοιχείο στ΄, του ιδίου κανονισμού παρατείνεται κατά έξι μήνες.

39      Ο μηχανισμός εφαρμογής της αρχής της αμοιβαιότητας χαρακτηρίζεται συνεπώς από μέτρα αύξουσας σοβαρότητας και πολιτικής ευαισθησίας, στα οποία αντιστοιχούν μέσα διαφορετικής φύσεως.

40      Αντίθετα προς όσα ισχυρίζεται η Επιτροπή, το γεγονός ότι η πράξη που εκδόθηκε στο πλαίσιο του πρώτου σταδίου του μηχανισμού εφαρμογής της αρχής της αμοιβαιότητας χαρακτηρίζεται ως εκτελεστικό μέτρο δεν μπορεί, αυτό καθαυτό, να έχει ως συνέπεια ότι η πράξη που εκδίδεται στο πλαίσιο του δευτέρου σταδίου του μηχανισμού αυτού πρέπει, και αυτή, να χαρακτηριστεί ως εκτελεστική πράξη.

41      Όσον αφορά το αν το άρθρο 1, παράγραφος 4, στοιχείο στ΄, του κανονισμού 539/2001, όπως τροποποιήθηκε, αναθέτει στην Επιτροπή την εξουσία να τροποποιήσει, κατά την έννοια του άρθρου 290, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, τον κανονισμό αυτό, πρέπει να υπομνησθεί ότι, σύμφωνα με το άρθρο 1, παράγραφος 1, του κανονισμού 539/2001, οι υπήκοοι των τρίτων χωρών οι οποίες περιλαμβάνονται στον κατάλογο του παραρτήματος Ι του κανονισμού αυτού πρέπει να διαθέτουν θεώρηση κατά τη διέλευση των εξωτερικών συνόρων των κρατών μελών. Κατά το άρθρο 1, παράγραφος 2, του εν λόγω κανονισμού, οι υπήκοοι των τρίτων χωρών οι οποίες περιλαμβάνονται στον κατάλογο του παραρτήματος ΙΙ του κανονισμού αυτού απαλλάσσονται από την υποχρέωση της παραγράφου 1 για διαμονή η συνολική διάρκεια της οποίας δεν υπερβαίνει τις 90 ημέρες εντός οιασδήποτε περιόδου 180 ημερών.

42      Πράξη όμως εκδοθείσα βάσει του άρθρο 1, παράγραφος 4, στοιχείο στ΄, του κανονισμού 539/2001, όπως τροποποιήθηκε, έχει ως αποτέλεσμα την επαναφορά, για χρονικό διάστημα δώδεκα ή δεκαοκτώ μηνών, της υποχρεώσεως θεωρήσεως για όλους τους υπηκόους τρίτης χώρας που περιλαμβάνεται στον κατάλογο του παραρτήματος Ι του κανονισμού αυτού, για τις διαμονές οι οποίες, κατά το άρθρο 1, παράγραφος 2, του εν λόγω κανονισμού, απαλλάσσονται από την υποχρέωση αυτή. Για το σύνολο των υπηκόων αυτών, η εκδιδόμενη βάσει του άρθρου 1, παράγραφος 4, στοιχείο στ΄, του ίδιου κανονισμού πράξη έχει συνεπώς ως αποτέλεσμα την τροποποίηση, έστω και προσωρινώς, του κανονιστικού περιεχομένου της οικείας νομοθετικής πράξεως. Πράγματι, πλην του προσωρινού τους χαρακτήρα, τα αποτελέσματα της πράξεως που εκδόθηκε βάσει της διατάξεως αυτής είναι καθόλα πανομοιότυπα με αυτά που προκύπτουν από την τυπική μεταφορά της αναφοράς της εν λόγω τρίτης χώρας από το παράρτημα II του κανονισμού 539/2001, όπως τροποποιήθηκε, στο παράρτημα I αυτού.

43      Η προσθήκη στο Παράρτημα II του εν λόγω κανονισμού υποσημειώσεως δίπλα στο όνομα της οικείας τρίτης χώρας, που προβλέπεται στη διάταξη αυτή, πιστοποιεί, όπως τόνισε ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 64 των προτάσεών τους, τη βούληση του νομοθέτη της Ένωσης να προσθέσει την πράξη που εκδόθηκε βάσει της διατάξεως αυτής στο ίδιο το κείμενο του κανονισμού 539/2001, όπως τροποποιήθηκε.

44      Υπό τις συνθήκες αυτές, ο νομοθέτης της Ένωσης ανέθεσε στην Επιτροπή την εξουσία τροποποιήσεως του κανονιστικού περιεχομένου της εν λόγω νομοθετικής πράξεως κατά την έννοια του άρθρου 290, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ.

45      Το συμπέρασμα αυτό δεν αναιρείται από την επιχειρηματολογία της Επιτροπής σχετικά με τις ενδεχόμενες δυσχέρειες που προκύπτουν από την ανάγκη μεταγενέστερης προσαρμογής της υποσημειώσεως που προστέθηκε στο παράρτημα II του κανονισμού 539/2001 ή που προκύπτουν από τα ειδικά χαρακτηριστικά μιας εξουσιοδοτήσεως, όπως είναι η περιορισμένη διάρκειά της, η δυνατότητα ανακλήσεως ή η εξουσία εκφράσεως αντιρρήσεων του Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου.

46      Συγκεκριμένα, οι δυσχέρειες αυτές δεν ασκούν επιρροή στο αν η εξουσία που ανατέθηκε στην Επιτροπή με το άρθρο 1, παράγραφος 4, στοιχείο στ΄, του κανονισμού 539/2001, όπως τροποποιήθηκε, αποσκοπεί στην τροποποίηση του κανονιστικού περιεχομένου της νομοθετικής αυτής πράξεως κατά την έννοια του άρθρου 290, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, τροποποίηση η οποία, όπως προκύπτει από τη νομολογία που υπενθυμίστηκε στη σκέψη 31 της παρούσας αποφάσεως, μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνο στο πλαίσιο της ασκήσεως κατ’ εξουσιοδότηση αρμοδιότητας.

47      Ο μοναδικός λόγος που προέβαλε η Επιτροπή προς στήριξη της προσφυγής της πρέπει, κατά συνέπεια, να απορριφθεί ως αβάσιμος.

48      Ως εκ τούτου, η προσφυγή πρέπει να απορριφθεί.

 Επί των δικαστικών εξόδων

49      Κατά το άρθρο 138, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα. Επειδή το Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο ζήτησαν την καταδίκη της Επιτροπής και αυτή ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα. Σύμφωνα με το άρθρο 140, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού, το οποίο ορίζει ότι τα κράτη μέλη που παρεμβαίνουν στη δίκη φέρουν τα δικαστικά τους έξοδα, πρέπει να αποφασιστεί ότι η Τσεχική Δημοκρατία θα φέρει τα δικαστικά της έξοδα.

Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (τμήμα μείζονος συνθέσεως) αποφασίζει:

1)      Απορρίπτει την προσφυγή.

2)      Καταδικάζει την Ευρωπαϊκή Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.

3)      Η Τσεχική Δημοκρατία φέρει τα δικαστικά της έξοδα.

(υπογραφές)


* Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική.