Σχετικά με το Δικαστήριο
Το Δικαστήριο είναι το ανώτατο ενωσιακό δικαιοδοτικό όργανο. Έχει ως αποστολή να διασφαλίζει ότι το δίκαιο της Ένωσης τηρείται και εφαρμόζεται με τον ίδιο τρόπο σε ολόκληρη την Ένωση.
Πρόκειται για το ένα από τα δύο δικαιοδοτικά όργανα που συναπαρτίζουν το θεσμικό όργανο το οποίο ονομάζεται «Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης» (ΔΕΕ).
Έχει 27 δικαστές και 11 γενικούς εισαγγελείς.
Εκδικάζει διάφορα είδη υποθέσεων. Ασχολείται κυρίως με τα προδικαστικά ερωτήματα των εθνικών δικαστηρίων, καθώς και με τις προσφυγές τις οποίες ασκεί η Επιτροπή κατά των κρατών μελών λόγω παραβάσεων του ενωσιακού δικαίου. Επιλαμβάνεται επίσης των αιτήσεων αναίρεσης κατά των αποφάσεων του Γενικού Δικαστηρίου.
Ποιοι υπηρετούν στο Δικαστήριο;
Οι δικαστές
Το Δικαστήριο έχει 27 δικαστές, έναν από κάθε κράτος μέλος.
Κάθε κράτος μέλος προτείνει δικαστή της επιλογής του για διορισμό. Δεν υπάρχουν κανόνες ως προς τον τρόπο επιλογής δικαστή και κάθε κράτος μέλος μπορεί να ακολουθήσει τη δική του διαδικασία. Ωστόσο, το πρόσωπο που επιλέγεται πρέπει να είναι ανεξάρτητο και είτε να διαθέτει τα προσόντα τα οποία απαιτούνται, στο κράτος μέλος, για τον διορισμό στα ανώτατα δικαστικά αξιώματα είτε να αναγνωρίζεται ως αυθεντία στο ενωσιακό δίκαιο. Μια ειδική επιτροπή εξετάζει τους υποψηφίους προκειμένου να βεβαιωθεί ότι είναι κατάλληλοι για τον ρόλο του δικαστή ή του γενικού εισαγγελέα. Πρόκειται για τη λεγόμενη «Επιτροπή 255», που έχει πάρει το όνομά της από το άρθρο 255 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, βάσει του οποίου δημιουργήθηκε. Η επίσημη πράξη διορισμού των δικαστών υπογράφεται εν συνεχεία από όλα τα κράτη μέλη.
Η θητεία των δικαστών είναι εξαετής και μπορεί να ανανεωθεί.
Το γνωρίζατε;
Ο μακροβιότερος δικαστής του Δικαστηρίου είναι ο σημερινός του Πρόεδρος, ο Koen Lenaerts, ο οποίος διορίστηκε για πρώτη φορά στο Δικαστήριο το 2003.
Οι δικαστές εκλέγουν Πρόεδρο και Αντιπρόεδρο για μία τριετία.
Ο σημερινός Πρόεδρος, Koen Lenaerts, εξελέγη για πρώτη φορά το 2015.

Πόσοι δικαστές εκδικάζουν κάθε υπόθεση;
Δεν συμμετέχουν όλοι οι δικαστές στην εκδίκαση μιας υπόθεσης. Κάθε υπόθεση ανατίθεται σε ένα τμήμα. Ο αριθμός των δικαστών που συγκροτούν το τμήμα αντικατοπτρίζει το πόσο σημαντική ή περίπλοκη είναι η υπόθεση.
Το Δικαστήριο διαθέτει:
- ένα τμήμα αποτελούμενο από 15 δικαστές, γνωστό ως τμήμα μείζονος συνθέσεως·
- τμήματα αποτελούμενα από 5 δικαστές·
- τμήματα αποτελούμενα από 3 δικαστές.
Το Δικαστήριο μπορεί να συνεδριάσει και σε ολομέλεια (27 δικαστές), μόνον όταν πρόκειται για κάποια εξαιρετικά σημαντική υπόθεση.
Στο τμήμα μείζονος συνθέσεως προεδρεύει ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου. Στη σύνθεση συμμετέχει και ο Αντιπρόεδρος, μαζί με 3 προέδρους πενταμελών τμημάτων. Οι υπόλοιποι 10 δικαστές επιλέγονται με βάση ένα προκαθορισμένο σύστημα εκ περιτροπής, ώστε να εξασφαλίζεται η δίκαιη κατανομή των υποθέσεων.
Το τμήμα μείζονος συνθέσεως επιλαμβάνεται είτε όταν πρόκειται για υποθέσεις που είναι ιδιαίτερα περίπλοκες ή σημαντικές για την εξέλιξη του ενωσιακού δικαίου είτε όταν το ζητεί ρητά ένα κράτος μέλος ή ένα ενωσιακό θεσμικό όργανο.
Οι λοιπές υποθέσεις εκδικάζονται από τριμελή ή πενταμελή τμήματα. Οι πρόεδροι των πενταμελών τμημάτων εκλέγονται για τρία έτη και οι πρόεδροι των τριμελών τμημάτων για ένα έτος.
Περίπου το 45 % των υποθέσεων εκδικάζεται από τα τριμελή τμήματα. Περίπου το 40 % των υποθέσεων εκδικάζεται από τα πενταμελή τμήματα και περίπου το 10 % των υποθέσεων εκδικάζεται από το τμήμα μείζονος συνθέσεως.
Οι γενικοί εισαγγελείς
Το Δικαστήριο επικουρείται επίσης στο έργο του από 11 γενικούς εισαγγελείς. Αυτοί διορίζονται με τον ίδιο τρόπο όπως και οι δικαστές.
Το γνωρίζατε;
Επειδή ο αριθμός των γενικών εισαγγελέων είναι μικρότερος από τον αριθμό των κρατών μελών, δεν είναι δυνατόν όλες οι χώρες να έχουν ταυτόχρονα διορισμένο δικό τους γενικό εισαγγελέα. Τα πέντε μεγαλύτερα κράτη μέλη – η Ισπανία, η Γερμανία, η Γαλλία, η Ιταλία και η Πολωνία – έχουν μονίμως έναν γενικό εισαγγελέα που προέρχεται από αυτά. Τις υπόλοιπες έξι θέσεις τις καταλαμβάνουν εκ περιτροπής γενικοί εισαγγελείς από τα άλλα 22 κράτη μέλη. Καθένα εξ αυτών διορίζει έναν γενικό εισαγγελέα για μια εξαετία. Το δικαίωμα διορισμού γενικού εισαγγελέα περνάει εν συνεχεία σε όποιο κράτος μέλος είναι το επόμενο στη σχετική λίστα. Η σειρά τους καθορίζεται με βάση την αλφαβητική σειρά του ονόματος κάθε κράτους μέλους στη γλώσσα του.
Οι γενικοί εισαγγελείς επιτελούν έναν πολύ ιδιαίτερο ρόλο καθώς, σε αντίθεση με τους δικαστές, δεν κρίνουν επί των υποθέσεων.
Προτού αποφασίσουν οι δικαστές, ο γενικός εισαγγελέας θέτει υπόψη τους μια ανεξάρτητη γνώμη, τις επονομαζόμενες «προτάσεις». Στις προτάσεις του, ο γενικός εισαγγελέας αναλύει την υπό εξέταση υπόθεση και εισηγείται νομικές λύσεις για τα ζητήματα που έχουν ανακύψει.
Οι γενικοί εισαγγελείς δεν συμμετέχουν σε όλες τις υποθέσεις αλλά μόνο σε εκείνες στις οποίες, επειδή εγείρονται νέα νομικά ζητήματα, η γνώμη τους μπορεί να είναι διαφωτιστική.
Οι δικαστές είναι ελεύθεροι να αποφανθούν κατά το δοκούν· δεν δεσμεύονται να ακολουθήσουν τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα.
Οι προτάσεις θα έχουν, σε κάθε περίπτωση, βοηθήσει το Δικαστήριο να λάβει την απόφασή του, παρέχοντάς του το πλεονέκτημα μιας επιπλέον, ανεξάρτητης, άποψης.
Ο Γραμματέας
Ο Γραμματέας έχει διττό ρόλο. Είναι υπεύθυνος για την ομαλή διεξαγωγή των διαδικασιών, αλλά εκτελεί και χρέη γενικού γραμματέα του θεσμικού οργάνου.
Ως γενικός γραμματέας έχει διάφορες αρμοδιότητες τις οποίες ασκεί υπό την εποπτεία του Προέδρου.
Αναλαμβάνει την προετοιμασία και τη διαπραγμάτευση του ετήσιου προϋπολογισμού του ΔΕΕ, ενώ μεριμνά επίσης για την ορθή χρήση των κονδυλίων.
Εκπροσωπεί το θεσμικό όργανο στη συνεργασία του με τα άλλα θεσμικά όργανα και τους οργανισμούς της Ένωσης και επικοινωνεί με πλήθος εξωτερικών φορέων.
Ο Γραμματέας εκλέγεται από τους δικαστές και τους γενικούς εισαγγελείς για εξαετή θητεία, η οποία είναι ανανεώσιμη.
Το γνωρίζατε;
Ο μακροβιότερος Γραμματέας του ΔΕΕ ήταν ο Albert van Houtte, ο πρώτος Γραμματέας, ο οποίος υπηρέτησε για σχεδόν 29 χρόνια, από τον Μάρτιο του 1953 έως τον Φεβρουάριο του 1982. Στις αρχές, όταν το θεσμικό όργανο ήταν ακόμη σχετικά μικρό, το κύριο μέλημα του Γραμματέα ήταν η συνδρομή στο δικαιοδοτικό έργο. Καθώς το θεσμικό όργανο μεγάλωνε, εξελισσόταν παράλληλα και ο ρόλος του Γραμματέα, με τη σταδιακή προσθήκη ολοένα περισσότερων αρμοδιοτήτων.
Ο σημερινός Γραμματέας του ΔΕΕ είναι ο Alfredo Calot Escobar, ο οποίος κατέχει τη θέση αυτή από το 2010.
Το προσωπικό
Στο ΔΕΕ εργάζονται σήμερα λίγο περισσότερα από 2 300 άτομα.
Πρόκειται κυρίως για υπαλλήλους της ενωσιακής δημόσιας διοίκησης που έχουν επιλεγεί μέσα από αυστηρές διαδικασίες διαγωνισμών και προέρχονται από όλα τα κράτη μέλη.
Περίπου το ήμισυ του προσωπικού απασχολείται στη Γενική Διεύθυνση Πολυγλωσσίας, χάρη στην οποία το έργο του ΔΕΕ διατίθεται και στις 24 επίσημες γλώσσες της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Για περισσότερες πληροφορίες μπορείτε να ανατρέξετε στις σελίδες για τις διάφορες Υπηρεσίες του ΔΕΕ.
Σε περίπτωση που ενδιαφέρεστε να εργαστείτε για το ΔΕΕ, αναζητήστε πληροφορίες στις σελίδες για τις θέσεις εργασίας.
Τι είδους υποθέσεις δικάζει το Δικαστήριο;
Αποστολή του Δικαστηρίου είναι να διασφαλίζει ότι το ενωσιακό δίκαιο ερμηνεύεται και εφαρμόζεται με τον ίδιο τρόπο σε ολόκληρη την Ένωση. Στις υποθέσεις όμως τις οποίες δικάζει το Δικαστήριο, οι διάδικοι έχουν διαφορετικές απόψεις για το πώς πρέπει να ερμηνεύεται και να εφαρμόζεται ο νόμος. Οι περισσότερες υποθέσεις παραπέμπονται στο Δικαστήριο από τα εθνικά δικαστήρια, μέσω μιας διαδικασίας που ονομάζεται προδικαστική παραπομπή ή, αλλιώς, αίτηση προδικαστικής απόφασης. Ωστόσο ορισμένες υποθέσεις εισάγονται κατευθείαν ενώπιον του Δικαστηρίου, οπότε τότε μιλάμε για «ευθεία προσφυγή».
Οι προδικαστικές παραπομπές
Το ενωσιακό δίκαιο αποτελεί μέρος του εθνικού δικαίου κάθε κράτους μέλους. Άρα, μπορεί να γίνεται απευθείας επίκλησή του στις υποθέσεις ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων, τα οποία έχουν τη δυνατότητα να το εφαρμόζουν άμεσα. Πρόκειται για το λεγόμενο «άμεσο αποτέλεσμα» του ενωσιακού δικαίου.
Όταν δεν είναι σαφές πώς ακριβώς πρέπει να ερμηνευθεί το ενωσιακό δίκαιο σε μια συγκεκριμένη υπόθεση, ο εθνικός δικαστής μπορεί να ρωτήσει το Δικαστήριο. Έτσι διευκρινίζεται το νόημα, ή ακόμη ελέγχεται το κύρος, του ενωσιακού κανόνα που είναι κρίσιμος για την υπόθεση την οποία δικάζει. Κατόπιν τούτου, ο εθνικός δικαστής είναι σε θέση να τον εφαρμόσει στην προκειμένη υπόθεση και να αποφασίσει αν η εθνική νομοθεσία και οι πρακτικές του κράτους μέλους του συμφωνούν με το ενωσιακό δίκαιο.
Όλα τα δικαστήρια των κρατών μελών μπορούν να στείλουν τέτοια προδικαστικά ερωτήματα στο Δικαστήριο, εφόσον το κρίνουν απαραίτητο.
Τα ανώτατα εθνικά δικαστήρια όμως, επειδή οι αποφάσεις τους δεν προσβάλλονται, οφείλουν να υποβάλουν τέτοια προδικαστικά ερωτήματα εφόσον η απάντηση δεν είναι ξεκάθαρη, αλλά είναι αναγκαία για την επίλυση μιας υπόθεσης.
Το Δικαστήριο εξετάζει έπειτα τα προδικαστικά ερωτήματα.
Λαμβάνει υπόψη τις παρατηρήσεις:
- των διαδίκων της υπόθεσης στην οποία ανέκυψαν τα ζητήματα·
- κάθε κράτους μέλους που επιθυμεί να συμμετάσχει στη διαδικασία – όπως είναι, συχνά, το κράτος μέλος από το οποίο προέρχεται η υπόθεση·
- της Επιτροπής και κάθε άλλου θεσμικού οργάνου που επιθυμεί να διατυπώσει την άποψή του.
Στη συνέχεια, το Δικαστήριο εκδίδει την απόφασή του. Μέσω της προδικαστικής αυτής απόφασης, ο εθνικός δικαστής παίρνει απαντήσεις στα ερωτήματά του, ώστε να μπορέσει μετά να λάβει την τελική του απόφαση στην υπόθεση που δικάζει.
Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι οριστική και δεσμευτική. Ο εθνικός δικαστής είναι υποχρεωμένος να συμμορφωθεί με αυτήν, αλλά και όλα τα υπόλοιπα δικαστήρια ανά την Ένωση οφείλουν επίσης να ακολουθήσουν την ίδια λύση σε κάθε παρόμοια υπόθεση.
Με αυτόν τον τρόπο το Δικαστήριο και τα εθνικά δικαστήρια συνεργάζονται προκειμένου σε ολόκληρη την Ένωση να εφαρμόζεται, χωρίς αποκλίσεις, μία μόνον ερμηνεία του ενωσιακού δικαίου.
Μάλιστα, πολλές από τις θεμελιώδεις αρχές του ενωσιακού δικαίου έχουν διαμορφωθεί μέσα από αποφάσεις τις οποίες εξέδωσε το Δικαστήριο σε τέτοιες υποθέσεις. Οι προδικαστικές παραπομπές αποτελούν τη μερίδα του λέοντος (πάνω από το 60 %) των υποθέσεων ενώπιον του Δικαστηρίου.
Οι περισσότερες προδικαστικές υποθέσεις εκδικάζονται από το Δικαστήριο. Ωστόσο, προδικαστικές υποθέσεις μπορούν πλέον να εκδικαστούν και από το Γενικό Δικαστήριο, υπό την προϋπόθεση ότι αφορούν τον ΦΠΑ, το σύστημα εμπορίας εκπομπών αερίων θερμοκηπίου, τον τελωνειακό κώδικα, τους ειδικούς φόρους κατανάλωσης ή τη δασμολογική κατάταξη των εμπορευμάτων και την αποζημίωση των επιβατών αεροπορικών μεταφορών.
Οι ευθείες προσφυγές
Στις περιπτώσεις αυτές, η υπόθεση πηγαίνει κατευθείαν στο Δικαστήριο. Μόνον τα ενωσιακά θεσμικά όργανα και τα κράτη μέλη έχουν δικαίωμα να ασκήσουν τέτοια προσφυγή.
Υπό ορισμένες περιστάσεις, όμως, οι πολίτες ή οι εταιρίες μπορούν να προσφύγουν στο Γενικό Δικαστήριο. Για περισσότερες σχετικές πληροφορίες, δείτε τη σελίδα μας για το Γενικό Δικαστήριο.
Υπάρχουν διαφόρων ειδών ευθείες προσφυγές. Οι πιο συνηθισμένες είναι οι προσφυγές λόγω παράβασης κράτους μέλους και οι προσφυγές ακύρωσης.
Προσφυγές λόγω παράβασης
Στις περιπτώσεις αυτές, η προσφυγή ασκείται κατά κράτους μέλους το οποίο δεν συμμορφώνεται με το ενωσιακό δίκαιο.
Παρότι θεωρητικά μπορεί και ένα κράτος μέλος να στραφεί κατά άλλου, κάτι τέτοιο συμβαίνει σπάνια. Σχεδόν πάντοτε η Επιτροπή είναι εκείνη που ασκεί το συγκεκριμένο είδος προσφυγής.
Η Επιτροπή παρακολουθεί συστηματικά κατά πόσον τα κράτη μέλη τηρούν το ενωσιακό δίκαιο. Στηρίζεται στη δική της εποπτεία, αλλά και σε καταγγελίες που λαμβάνει από πολίτες.
Εάν η Επιτροπή θεωρήσει ότι ένα κράτος μέλος δεν σέβεται τον νόμο, τότε κινεί επίσημη διαδικασία εις βάρος του. Η διαδικασία αυτή έχει τρία στάδια. Στα δύο πρώτα στάδια, η Επιτροπή προειδοποιεί το κράτος μέλος ότι έχει εντοπίσει ενδεχόμενο πρόβλημα και του δίνει μια ευκαιρία να διορθώσει την κατάσταση. Αν δεν το κάνει, ή αν η Επιτροπή δεν ικανοποιηθεί από τις εξηγήσεις του, η υπόθεση φτάνει στο Δικαστήριο, το οποίο αποφαίνεται εάν το κράτος μέλος έχει παρανομήσει.
Τα τελευταία χρόνια, οι υποθέσεις αυτές αντιπροσωπεύουν λιγότερο από το 5 % του συνόλου των υποθέσεων ενώπιον του Δικαστηρίου.
Σε ορισμένες περιπτώσεις που κάποιο κράτος μέλος παραλείπει να θεσπίσει εθνική νομοθεσία προκειμένου να εφαρμόσει τις ενωσιακές εκείνες ρυθμίσεις που είναι γνωστές ως οδηγίες, ενδέχεται να του επιβληθεί αμέσως πρόστιμο.
Σε άλλες περιπτώσεις το Δικαστήριο, εάν κρίνει ότι ένα κράτος μέλος έχει παραβιάσει το ενωσιακό δίκαιο, το καλεί να λάβει τα απαραίτητα μέτρα για να συμμορφωθεί με την απόφασή του.
Αν το κράτος μέλος την αγνοήσει, ανοίγει ο δρόμος για «διπλή προσφυγή» της Επιτροπής. Τυχόν δεύτερη καταδικαστική απόφαση του Δικαστηρίου σημαίνει ότι μπορούν να επιβληθούν χρηματικές κυρώσεις, υπό τη μορφή εφάπαξ ποσού για τη συμπεριφορά του κράτους μέλους στο παρελθόν, σε συνδυασμό με ένα ποσό το οποίο συσσωρεύεται περιοδικά μέχρις ότου τερματιστεί η παράβαση.
Προσφυγές ακύρωσης
Στις περιπτώσεις αυτές, ζητείται η ακύρωση μιας ενωσιακής πράξης, νομοθετικής ή άλλης. Η προσφυγή στρέφεται κατά του ενωσιακού θεσμικού, ή άλλου, οργάνου ή οργανισμού που εξέδωσε την επίμαχη πράξη.
Εάν η προσφυγή ασκηθεί από κράτος μέλος και έχει ως αίτημα την ακύρωση νομοθετικής πράξης του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και/ή του Συμβουλίου, την εκδικάζει το Δικαστήριο. Εξαίρεση στον κανόνα αποτελούν οι περιπτώσεις στις οποίες κράτος μέλος προσβάλλει απόφαση του Συμβουλίου σχετική με τις κρατικές ενισχύσεις, το αντιντάμπινγκ και τις εκτελεστικές αρμοδιότητες. Αρμόδιο για τις συγκεκριμένες προσφυγές είναι το Γενικό Δικαστήριο.
Το Δικαστήριο δικάζει και τις διαφορές μεταξύ των θεσμικών οργάνων.
Όλες οι υπόλοιπες προσφυγές, παραδείγματος χάριν πολιτών, εταιριών ή άλλων φορέων, ασκούνται ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου. Για περισσότερες σχετικές πληροφορίες, δείτε τη σελίδα μας για το Γενικό Δικαστήριο.
Προσφυγές κατά παράλειψης
Οι υποθέσεις αυτές είναι παρόμοιες με τις προσφυγές ακύρωσης. Εδώ, ωστόσο, το αντικείμενο της προσφυγής δεν είναι κάποια πράξη, αλλά η παράλειψη θεσμικού οργάνου να λάβει απόφαση. Τέτοια προσφυγή μπορεί να ασκηθεί μόνον αν έχει ζητηθεί από θεσμικό όργανο να ενεργήσει και, παρότι όφειλε, δεν το έπραξε.
Πρόκειται για πολύ σπάνιες υποθέσεις.
Ισχύει το ίδιο όπως και για τις προσφυγές ακύρωσης, δηλαδή ότι το Δικαστήριο έχει αρμοδιότητα όταν προσφεύγουν κράτη μέλη και θεσμικά όργανα, ενώ το Γενικό Δικαστήριο είναι αρμόδιο για τις προσφυγές ιδιωτών.
Σημειωτέον ότι οι πολίτες είναι μεν ελεύθεροι να θέσουν υπόψη της Επιτροπής ενδεχόμενη παράβαση κράτους μέλους, πλην όμως η Επιτροπή δεν είναι υποχρεωμένη να κινήσει τη σχετική διαδικασία κατά του κράτους μέλους. Σε μια τέτοια περίπτωση, δεν είναι δυνατόν να ασκηθεί κατά της Επιτροπής προσφυγή για παράλειψή της να ενεργήσει.
Αιτήσεις αναίρεσης
Όπως σε όλα τα νομικά συστήματα, προβλέπεται ένας μηχανισμός βάσει του οποίου οι αποφάσεις του Γενικού Δικαστηρίου μπορούν, κατ’ αρχήν, να προσβληθούν ενώπιον του Δικαστηρίου.
Η αναίρεση αφορά αποκλειστικώς νομικά ζητήματα και όχι το πώς το Γενικό Δικαστήριο διαπίστωσε και εκτίμησε τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης.
Σε ορισμένα είδη υποθέσεων, το ίδιο το Γενικό Δικαστήριο λειτουργεί τρόπον τινά ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο. Πλήθος ενωσιακών οργάνων και οργανισμών που λαμβάνουν αποφάσεις στον ιδιαίτερο τομέα τους, όπως για παράδειγμα το Γραφείο Διανοητικής Ιδιοκτησίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Χημικών Προϊόντων, διαθέτουν δικό τους ανεξάρτητο τμήμα ή συμβούλιο προσφυγών, το οποίο έχει ήδη εξετάσει την αρχική απόφαση προτού η υπόθεση φτάσει στο Γενικό Δικαστήριο. Όταν λοιπόν το Γενικό Δικαστήριο αποφανθεί σε τέτοια υπόθεση, η απόφασή του υπόκειται σε αναίρεση μόνον αν το επιτρέψει το Δικαστήριο κατ’ εφαρμογήν μιας ειδικής διαδικασίας. Προϋπόθεση είναι η αίτηση αναίρεσης να εγείρει ζήτημα σημαντικό για την ενότητα, τη συνοχή ή την εξέλιξη του ενωσιακού δικαίου.
Η αίτηση αναίρεσης ασκείται εντός δύο μηνών από την έκδοση της απόφασης του Γενικού Δικαστηρίου.
Εάν το Δικαστήριο την κάνει δεκτή, μπορεί είτε να κρίνει το ίδιο την υπόθεση είτε να την αναπέμψει στο Γενικό Δικαστήριο για να αποφασίσει εκ νέου εκείνο. Η αίτηση αναίρεσης γίνεται δεκτή στο 25 % περίπου των περιπτώσεων.
Σχεδόν το ένα τέταρτο του συνόλου των υποθέσεων ενώπιον του Δικαστηρίου αφορούν αιτήσεις αναίρεσης.
Πώς διεξάγεται η διαδικασία;
Η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου διέπεται από τον Οργανισμό του Δικαστηρίου Ευρωπαϊκής Ένωσης και από τον Κανονισμό Διαδικασίας του Δικαστηρίου.
Χωρίζεται σε δύο βασικά μέρη, τα οποία είναι γνωστά ως έγγραφη διαδικασία και προφορική διαδικασία.
Οι διάδικοι καταθέτουν εγγράφως τα επιχειρήματά τους στο Δικαστήριο. Τα κράτη μέλη και τα θεσμικά όργανα μπορούν επίσης να υποβάλουν εγγράφως παρατηρήσεις στο Δικαστήριο. Αυτό είναι το γραπτό στάδιο της διαδικασίας.
Πολλές υποθέσεις συζητούνται και στο ακροατήριο. Οι επ’ ακροατηρίου συζητήσεις είναι δημόσιες και οι πιο σημαντικές μεταδίδονται μέσω streaming στον ιστότοπό μας. Για περισσότερες πληροφορίες, μπορείτε να ανατρέξετε στις σελίδες μας σχετικά με το streaming και την παρακολούθηση επ’ ακροατηρίου συζητήσεων. Λίγους μήνες μετά την ακροαματική διαδικασία, ο γενικός εισαγγελέας αναπτύσσει, εφόσον του έχει ζητηθεί, τις προτάσεις του. Αυτό είναι το προφορικό στάδιο της διαδικασίας.
Αφού ολοκληρωθεί και η προφορική διαδικασία, οι δικαστές διασκέπτονται και καταλήγουν στην απόφασή τους.
Η απόφαση απαγγέλλεται, εν συνεχεία, σε δημόσια συνεδρίαση.
Κατά μέσο όρο, η όλη διαδικασία διαρκεί μεταξύ 16 και 18 μηνών, από την αρχή έως το τέλος της δίκης.
Για περισσότερες πληροφορίες, δείτε τη σελίδα μας σχετικά με τη διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου.
