Δικαστήριο – τα βήματα της διαδικασίας

Ο Οργανισμός του ΔΕΕ και ο Κανονισμός Διαδικασίας του Δικαστηρίου ορίζουν πώς εκδικάζονται οι υποθέσεις από το Δικαστήριο.

Η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου χωρίζεται σε δύο βασικά μέρη, τα οποία είναι γνωστά ως έγγραφη διαδικασία και προφορική διαδικασία. Υπάρχουν ορισμένες μικροδιαφορές στα αρχικά βήματα, ανάλογα με το αν πρόκειται για προδικαστική παραπομπή ή για ευθεία προσφυγή ή αναίρεση, αλλά η διαδικασία είναι ως επί το πλείστον η ίδια.

Στο στάδιο της έγγραφης διαδικασίας οι διάδικοι ανταλλάσσουν γραπτώς επιχειρήματα και παρατηρήσεις. Το στάδιο της προφορικής διαδικασίας αρχίζει με την επ’ ακροατηρίου συζήτηση και ολοκληρώνεται με την ανάπτυξη των προτάσεων του γενικού εισαγγελέα. Οι υποθέσεις περατώνονται συνήθως με την έκδοση απόφασης. Τόσο οι επ’ ακροατηρίου συζητήσεις όσο και οι συνεδριάσεις για την απαγγελία των αποφάσεων είναι δημόσιες, ενώ ορισμένες από αυτές μεταδίδονται επίσης μέσω streaming στον ιστότοπο του ΔΕΕ.

Κατά μέσο όρο, η όλη διαδικασία διαρκεί από 16 έως 18 μήνες από την αρχή έως το τέλος της δίκης.

Ο Οργανισμός του ΔΕΕ, ο Κανονισμός Διαδικασίας του Δικαστηρίου και τα άλλα επίσημα έγγραφα

Ο Οργανισμός του ΔΕΕ  θέτει τις βασικές αρχές που διέπουν τη διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου. Λεπτομερέστεροι κανόνες προβλέπονται στον Κανονισμό Διαδικασίας του Δικαστηρίου. Οι κανόνες αυτοί συμπληρώνονται και από άλλα επίσημα έγγραφα και αποφάσεις.

Μπορείτε να βρείτε όλα τα σχετικά κείμενα στη σελίδα μας για τις διαδικαστικές ρυθμίσεις.

Ακολουθεί ένας σύντομος οδηγός με τα βήματα της διαδικασίας. Εάν εμπλέκεστε σε υπόθεση ενώπιον του Δικαστηρίου, παρακαλείστε να διαβάσετε προσεκτικά τις διαδικαστικές ρυθμίσεις.

Έναρξη της δίκης

Η δίκη αρχίζει με την κατάθεση του εισαγωγικού δικογράφου στη Γραμματεία του Δικαστηρίου. Η υπηρεσία αυτή αποτελεί το σημείο επαφής για τους διαδίκους και τους εθνικούς δικαστές και είναι υπεύθυνη για τη διαδικαστική διαχείριση των φακέλων των υποθέσεων.

Η αίτηση προδικαστικής απόφασης υποβάλλεται απευθείας από το εκάστοτε εθνικό δικαστήριο που δικάζει την υπόθεση στην οποία ανακύπτουν τα ερωτήματα. Σε όλες τις άλλες περιπτώσεις, τα δικόγραφα κατατίθενται από τον δικηγόρο του προσφεύγοντος.

Η γλώσσα διαδικασίας

Πολύ σημαντική για την εκδίκαση κάθε υπόθεσης είναι η γλώσσα διαδικασίας.

Η δυνατότητα του προσφεύγοντος να επιλέξει για την υπόθεσή του τη γλώσσα που κατανοεί καλύτερα και, εν συνεχεία, να διαβάσει την απόφαση στην ίδια γλώσσα είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τις αρχές της δημοκρατίας και του κράτους δικαίου.

Συνεπώς, στο Δικαστήριο συνυπάρχουν ισότιμα και οι 24 επίσημες γλώσσες της Ένωσης. Οποιαδήποτε από τις γλώσσες αυτές μπορεί να είναι γλώσσα διαδικασίας για τις ανάγκες μιας υπόθεσης. Για πρακτικούς λόγους το Δικαστήριο χρησιμοποιεί, στις εσωτερικές του εργασίες, ορισμένες μόνο γλώσσες, κυρίως τα γαλλικά. Ωστόσο, όλη η επικοινωνία με τους διαδίκους γίνεται στη γλώσσα διαδικασίας.

Η γλώσσα αυτή καθορίζεται όταν η υπόθεση φτάνει στο Δικαστήριο.

Στις προδικαστικές παραπομπές, είναι η γλώσσα του εθνικού δικαστηρίου που υποβάλλει στο Δικαστήριο τα ερωτήματα.

Στις ευθείες προσφυγές, είναι η γλώσσα της επιλογής του προσφεύγοντος. Εάν η προσφυγή στρέφεται κατά κράτους μέλους (καθού η προσφυγή), γλώσσα διαδικασίας πρέπει να είναι μία από τις επίσημες γλώσσες του συγκεκριμένου κράτους.

Στις αιτήσεις αναίρεσης, γλώσσα διαδικασίας είναι η γλώσσα στην οποία είχε εκδοθεί η απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου.

Δεν υπάρχει στον κόσμο άλλο δικαστήριο στο οποίο να χρησιμοποιούνται τόσες πολλές γλώσσες όσες στο ΔΕΕ.

Τα πρώτα βήματα και η έγγραφη διαδικασία

Προδικαστικές παραπομπές

Κατ’ αρχάς, η μεταφραστική υπηρεσία του ΔΕΕ μεταφράζει την αίτηση του εθνικού δικαστηρίου για την έκδοση προδικαστικής απόφασης. Έπειτα, η Γραμματεία την κοινοποιεί επισήμως στους διαδίκους της δίκης ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, στα κράτη μέλη και στα ενωσιακά θεσμικά όργανα.

Η αίτηση προδικαστικής απόφασης δημοσιοποιείται στη νομολογιακή βάση δεδομένων του ιστοτόπου του ΔΕΕ, σε όλες τις επίσημες γλώσσες της Ένωσης.

Οι διάδικοι της δίκης ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, τα κράτη μέλη, η Επιτροπή και άλλα θεσμικά όργανα που θεωρούν ότι έχουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την υπόθεση μπορούν στη συνέχεια να υποβάλουν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο εντός δύο μηνών και δέκα ημερών από την κοινοποίηση. Οι παρατηρήσεις τους δεν αποτελούν, ακόμη σε αυτό το στάδιο, δημόσια έγγραφα. Μετά την περάτωση της δίκης, οι παρατηρήσεις δημοσιοποιούνται στον ιστότοπο του ΔΕΕ, εάν δεν διατυπώσει αντιρρήσεις ο συντάκτης τους.

Ευθείες προσφυγές και αιτήσεις αναίρεσης

Με την κατάθεση του εισαγωγικού δικογράφου, η Γραμματεία αναλαμβάνει αμέσως να δώσει αριθμό υπόθεσης και να την πρωτοκολλήσει. Το πλήρες δικόγραφο επιδίδεται στον αντίδικο ή τους αντιδίκους. Εκείνοι έχουν στη διάθεσή τους δύο μήνες και δέκα ημέρες για να καταθέσουν, ανάλογα με την περίπτωση, υπόμνημα αντίκρουσης ή υπόμνημα επί της αναίρεσης.

Επιπλέον, η Γραμματεία συντάσσει μια ανακοίνωση στην οποία εκτίθενται περιληπτικά οι ισχυρισμοί και τα επιχειρήματα που προβάλλονται με το εισαγωγικό δικόγραφο. Η ανακοίνωση μεταφράζεται σε όλες τις επίσημες γλώσσες της Ένωσης και δημοσιεύεται τόσο στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης όσο και στη νομολογιακή βάση δεδομένων του ιστοτόπου του ΔΕΕ.

Ενδέχεται να ακολουθήσει ένας ακόμη γύρος γραπτής επιχειρηματολογίας, υπό τη μορφή των υπομνημάτων απάντησης και ανταπάντησης. Στις αναιρετικές διαδικασίες αυτό γίνεται μόνον αν το επιτρέψει ο Πρόεδρος. Το υπόμνημα απάντησης έρχεται σε συνέχεια του υπομνήματος αντίκρουσης ή του υπομνήματος επί της αναίρεσης και ο κύκλος κλείνει με το υπόμνημα ανταπάντησης.

Τα υπομνήματα δεν είναι διαθέσιμα στο κοινό.

Ορισμός εισηγητή δικαστή και γενικού εισαγγελέα

Ταυτόχρονα, ο Πρόεδρος ορίζει εισηγητή δικαστή για την υπόθεση. Πρόκειται για το μέλος του δικαστικού σχηματισμού το οποίο θα έχει την πιο στενή εποπτεία της υπόθεσης και θα συντάξει το σχέδιο απόφασης.

Ο πρώτος γενικός εισαγγελέας αναθέτει παράλληλα την υπόθεση στον γενικό εισαγγελέα που θα την παρακολουθήσει επίσης από κοντά.

Προκαταρκτική έκθεση και ανάθεση της υπόθεσης σε τμήμα

Με την ολοκλήρωση της έγγραφης διαδικασίας, το Δικαστήριο ζητεί από τους διαδίκους να δηλώσουν αν επιθυμούν να διεξαχθεί επ’ ακροατηρίου συζήτηση.

Ο εισηγητής δικαστής συντάσσει προκαταρκτική έκθεση, όπου συνοψίζει τα πραγματικά περιστατικά και τα επιχειρήματα όλων των μετεχόντων στη διαδικασία. Το έγγραφο αυτό δεν είναι δημόσιο.

Με βάση την προκαταρκτική έκθεση και αφού ακούσει τον γενικό εισαγγελέα, το Δικαστήριο αποφασίζει πόσοι δικαστές πρέπει να εκδικάσουν την υπόθεση και αν είναι απαραίτητη η πραγματοποίηση επ’ ακροατηρίου συζήτησης και/ή η ανάπτυξη προτάσεων γενικού εισαγγελέα.

Εάν κριθεί ότι πρέπει να διεξαχθεί επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η ημερομηνία καθορίζεται από τον πρόεδρο του τμήματος στο οποίο έχει ανατεθεί η υπόθεση.

Μέτρα οργάνωσης της διαδικασίας και μέτρα διεξαγωγής αποδείξεων

Το Δικαστήριο κρίνει επίσης αν χρειάζεται περαιτέρω πληροφορίες πριν συνεχιστεί η εκδίκαση υπόθεσης. Στο πλαίσιο αυτό, μπορεί να λάβει τα λεγόμενα «μέτρα οργάνωσης της διαδικασίας και μέτρα διεξαγωγής αποδείξεων». Το πιο συνηθισμένο μέτρο είναι η υποβολή ερωτήσεων στους διαδίκους για να απαντήσουν κατά τη διάρκεια της επ’ ακροατηρίου συζήτησης. Σε άλλες περιπτώσεις μπορεί να ληφθούν καταθέσεις από μάρτυρες ή να διενεργηθεί πραγματογνωμοσύνη.

Η επ’ ακροατηρίου συζήτηση

Οι επ’ ακροατηρίου συζητήσεις διεξάγονται στις αίθουσες ακροατηρίου του Δικαστηρίου στο Λουξεμβούργο. Σε εξαιρετικές περιστάσεις, μπορεί να γίνουν και μέσω τηλεδιάσκεψης. Οι δικηγόροι και οι εκπρόσωποι των διαδίκων παρίστανται για να αγορεύσουν και να αναπτύξουν τα επιχειρήματά τους προφορικά ενώπιον των δικαστών και του γενικού εισαγγελέα. Οι δικαστές και ο γενικός εισαγγελέας έχουν τη δυνατότητα να υποβάλουν ερωτήσεις, εφόσον το επιθυμούν.

Η συνεδρίαση είναι δημόσια. Ορισμένες επ’ ακροατηρίου συζητήσεις μεταδίδονται μέσω streaming στον ιστότοπο του ΔΕΕ.

Οι προτάσεις του γενικού εισαγγελέα

Λίγους μήνες μετά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση ακολουθούν οι προτάσεις του γενικού εισαγγελέα, εάν το Δικαστήριο έχει ζητήσει τη συνδρομή του. Ο γενικός εισαγγελέας αναπτύσσει τις προτάσεις του και τις εκφωνεί σε δημόσια συνεδρίαση, η οποία μεταδίδεται επίσης ζωντανά μέσω streaming στον ιστότοπο του ΔΕΕ. Στις προτάσεις αναλύει την υπόθεση και εισηγείται νομική λύση για τα ζητήματα που ανακύπτουν.

Οι προτάσεις δημοσιεύονται στη νομολογιακή βάση δεδομένων του ιστοτόπου του ΔΕΕ.

Έτσι ολοκληρώνεται η προφορική διαδικασία.

Διάσκεψη και σχέδιο απόφασης

Ο εισηγητής δικαστής συντάσσει σχέδιο απόφασης, λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο της δικογραφίας και των επιχειρημάτων που έχουν διατυπωθεί.

Το σχέδιο απόφασης θα αποτελέσει την αφετηρία για τη συζήτηση μεταξύ των δικαστών, η οποία είναι γνωστή ως διάσκεψη. Οι γενικοί εισαγγελείς δεν συμμετέχουν στη διάσκεψη.

Λόγω της μυστικότητας της διάσκεψης δεν επιτρέπεται να είναι παρόντες ούτε βοηθοί ούτε διερμηνείς. Επομένως, χρειάζεται μια κοινή γλώσσα για την επικοινωνία μεταξύ των δικαστών. Παραδοσιακά, η γλώσσα αυτή είναι τα γαλλικά.

Με βάση τη διάσκεψη, οι δικαστές συμφωνούν σε ένα ενιαίο κείμενο. Εάν δεν επιτευχθεί ομοφωνία, η απόφαση λαμβάνεται κατά πλειοψηφία. Τυχόν αντίθετη γνώμη ή γνώμη της μειοψηφίας δεν δημοσιεύεται, ούτε δημοσιοποιείται το αποτέλεσμα της ψηφοφορίας.

Απόφαση

Στη συνέχεια, η απόφαση μεταφράζεται, στις περισσότερες περιπτώσεις, σε όλες τις επίσημες γλώσσες της Ένωσης. Για περισσότερες πληροφορίες, ανατρέξτε στη σελίδα μας για την πολυγλωσσία στο ΔΕΕ.

Η απόφαση απαγγέλλεται σε δημόσια συνεδρίαση, η οποία μεταδίδεται ζωντανά μέσω streaming στον ιστότοπο του ΔΕΕ.

Την ημέρα της συνεδρίασης, η απόφαση καθίσταται διαθέσιμη στη νομολογιακή βάση δεδομένων του ιστοτόπου του ΔΕΕ.

Ακολούθως, οι περισσότερες αποφάσεις δημοσιεύονται και στη Συλλογή της Νομολογίας του ΔΕΕ, που είναι το επίσημο αρχείο της ενωσιακής νομολογίας. Για περαιτέρω πληροφορίες, ανατρέξτε στη σελίδα μας σχετικά με τη Συλλογή της Νομολογίας του ΔΕΕ.

Ειδικές διαδικασίες

Το Δικαστήριο μπορεί, εφόσον το κρίνει αναγκαίο, να εφαρμόσει και κάποια από τις ειδικές διαδικασίες που προβλέπονται σε σχέση με ορισμένες ιδιαίτερες καταστάσεις.

Η απλουστευμένη διαδικασία

Το Δικαστήριο κάνει χρήση της απλουστευμένης διαδικασίας εάν ένα προδικαστικό ερώτημα εθνικού δικαστηρίου είναι πανομοιότυπο με ερώτημα στο οποίο έχει ήδη απαντήσει ή αν η απάντηση είναι απολύτως σαφής. Σε τέτοιες υποθέσεις, έχει τη δυνατότητα να εκδώσει αιτιολογημένη διάταξη, μέσω της οποίας παραπέμπει στην προγενέστερη νομολογία του.

Η ταχεία διαδικασία

Χάρη στην ταχεία διαδικασία, το Δικαστήριο έχει την ευχέρεια να επισπεύσει την έκδοση της απόφασής του σε περίπτωση που συντρέχει ανάγκη. Για να το καταφέρει αυτό, μειώνει όσο το δυνατόν τον χρόνο των προθεσμιών στα διάφορα στάδια της διαδικασίας. Επίσης δίνει προτεραιότητα στις υποθέσεις της συγκεκριμένης κατηγορίας.

Η εφαρμογή της ταχείας διαδικασίας μπορεί να ζητηθεί είτε από τους διαδίκους (στις ευθείες προσφυγές και τις αιτήσεις αναίρεσης) είτε από το εθνικό δικαστήριο (αν πρόκειται για προδικαστική παραπομπή). Ο Πρόεδρος αποφασίζει αν θα κάνει δεκτή τη σχετική αίτηση. Μπορεί πάντως και να κρίνει αυτεπαγγέλτως ότι χρειάζεται να εφαρμοστεί η ταχεία διαδικασία.

Η επείγουσα προδικαστική διαδικασία (PPU)

Όταν ενεργοποιείται η διαδικασία αυτή, η απόφαση του Δικαστηρίου εκδίδεται πολύ γρήγορα. Είναι μια διαδικασία η οποία έχει προβλεφθεί για περιπτώσεις προδικαστικών υποθέσεων που αφορούν τον χώρο ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης (αστυνομική και δικαστική συνεργασία σε αστικές και ποινικές υποθέσεις, καθώς και θεωρήσεις, άσυλο, μετανάστευση και λοιπές πολιτικές σχετικές με την ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων). Στην πράξη, χρησιμοποιείται κυρίως σε υποθέσεις στις οποίες τίθενται ζητήματα γονικής μέριμνας ή επιμέλειας μικρών παιδιών, ή σε υποθέσεις ατόμων που βρίσκονται υπό κράτηση.

Το Δικαστήριο αναθέτει τις υποθέσεις αυτές σε ειδικά πενταμελή τμήματα. Όλες οι προθεσμίες συμπιέζονται, ώστε να επιταχυνθεί στον μέγιστο βαθμό η εκδίκαση. Η πρόσβαση στην έγγραφη διαδικασία είναι περιορισμένη και οι περισσότεροι μετέχοντες στη διαδικασία αναπτύσσουν μόνο προφορικές παρατηρήσεις κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση.

Αιτήσεις ασφαλιστικών μέτρων

Εάν ένας διάδικος κινδυνεύει να υποστεί σοβαρή και ανεπανόρθωτη βλάβη μέχρι να εκδικαστεί η υπόθεσή του, μπορεί να ζητήσει να ανασταλεί η εκτέλεση της πράξης την οποία προσβάλλει, έως ότου εκδοθεί η δικαστική απόφαση.

Πόσο κοστίζει η διαδικασία;

Το Δικαστήριο δεν χρεώνει τέλη για τις υποθέσεις ενώπιόν του.

Δεν καλύπτει όμως τα έξοδα των δικηγόρων που προσλαμβάνουν οι διάδικοι.

Εάν ο διάδικος δεν έχει την οικονομική δυνατότητα να πληρώσει δικηγόρο, μπορεί να ζητήσει δικαστική αρωγή. Για περισσότερες πληροφορίες, δείτε τη σελίδα μας σχετικά με τη δικαστική αρωγή.

Δείτε επίσης