Σχετικά με το Γενικό Δικαστήριο

Το Γενικό Δικαστήριο είναι το κατώτερο από τα δύο δικαιοδοτικά όργανα που συναπαρτίζουν το θεσμικό όργανο το οποίο ονομάζεται «Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης» (ΔΕΕ).

Έχει 54 δικαστές, 2 από κάθε κράτος μέλος.

Κύρια αποστολή του είναι να κρίνει όλες τις υποθέσεις στις οποίες ιδιώτες, εταιρίες και άλλοι φορείς προσβάλλουν πράξεις ή αποφάσεις των θεσμικών, ή άλλων, οργάνων και οργανισμών της Ένωσης. Μέσω των αποφάσεών του στις υποθέσεις αυτές, το Γενικό Δικαστήριο διασφαλίζει την τήρηση της νομιμότητας.

Είναι επίσης αρμόδιο να απαντά στα προδικαστικά ερωτήματα που υποβάλλουν τα εθνικά δικαστήρια σε σχέση με συγκεκριμένους τομείς.

Ποιοι υπηρετούν στο Γενικό Δικαστήριο;

Οι δικαστές

Το Γενικό Δικαστήριο έχει 54 δικαστές, 2 από κάθε κράτος μέλος.

Κάθε κράτος μέλος προτείνει δικαστές της επιλογής του για διορισμό. Δεν υπάρχουν κανόνες ως προς τον τρόπο επιλογής τους και κάθε κράτος μέλος μπορεί να ακολουθήσει τη δική του διαδικασία. Ωστόσο, τα πρόσωπα που επιλέγονται πρέπει να διαθέτουν τα απαιτούμενα προσόντα για την άσκηση υψηλού δικαστικού αξιώματος στη χώρα τους. Μια ειδική επιτροπή εξετάζει τους υποψηφίους προκειμένου να βεβαιωθεί ότι είναι κατάλληλοι για τον ρόλο του δικαστή. Πρόκειται για τη λεγόμενη «Επιτροπή 255», που έχει πάρει το όνομά της από το άρθρο 255 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, βάσει του οποίου δημιουργήθηκε. Η επίσημη πράξη διορισμού των δικαστών υπογράφεται εν συνεχεία από όλα τα κράτη μέλη.

Η θητεία των δικαστών είναι εξαετής και μπορεί να ανανεωθεί.

Το γνωρίζατε;

Ο μακροβιότερος δικαστής του Γενικού Δικαστηρίου είναι ο Marc Jaeger, από το Λουξεμβούργο, ο οποίος διορίστηκε για πρώτη φορά το 1996. Διετέλεσε μάλιστα και πρόεδρος του Γενικού Δικαστηρίου για 12 χρόνια, από τον Σεπτέμβριο του 2007 έως τον Σεπτέμβριο του 2019.

Οι δικαστές εκλέγουν Πρόεδρο και Αντιπρόεδρο για μία τριετία.

Ο σημερινός Πρόεδρος είναι ο Marc van der Woude, ο οποίος εξελέγη για πρώτη φορά το 2019.

Grand Salle Themis

Γενικοί εισαγγελείς

Το Γενικό Δικαστήριο, εν αντιθέσει προς το Δικαστήριο, δεν έχει μόνιμους γενικούς εισαγγελείς. Υπάρχει όμως η δυνατότητα να αναλάβει δικαστής τον ρόλο του γενικού εισαγγελέα.

Ειδικότερα, δύο δικαστές εκλέγονται μεταξύ των δικαστών ως γενικοί εισαγγελείς για τις ανάγκες της εκδίκασης των προδικαστικών υποθέσεων. Η θητεία τους είναι τριετής. Όταν πρόκειται για προδικαστική παραπομπή, το Γενικό Δικαστήριο ακούει πάντοτε τη γνώμη του γενικού εισαγγελέα, αλλά προτάσεις αναπτύσσονται μόνο σε περίπτωση που κρίνεται σκόπιμο επειδή η υπόθεση εγείρει νέα νομικά ζητήματα.

Καθήκοντα γενικού εισαγγελέα μπορεί επίσης, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, να ασκήσει δικαστής και σε υποθέσεις που αφορούν ευθείες προσφυγές. Αυτό πάντως συμβαίνει εντελώς σπάνια. Μόνο σε ελάχιστες υποθέσεις, όταν πρωτοϊδρύθηκε το Γενικό Δικαστήριο στις αρχές της δεκαετίας του 1990, έγινε χρήση της συγκεκριμένης ευχέρειας.

Πόσοι δικαστές εκδικάζουν κάθε υπόθεση;

Δεν συμμετέχουν όλοι οι δικαστές στην εκδίκαση μιας υπόθεσης. Κάθε υπόθεση ανατίθεται σε ένα τμήμα.

Το Γενικό Δικαστήριο έχει 10 τμήματα που δικάζουν είτε με τρεις είτε με πέντε δικαστές. Υπάρχει επίσης το τμήμα μείζονος συνθέσεως, το οποίο αποτελείται από 15 δικαστές, και το εννιαμελές τμήμα διευρυμένης σύνθεσης.

Ο αριθμός των δικαστών του τμήματος αντικατοπτρίζει το πόσο σημαντική ή περίπλοκη είναι η υπόθεση.

Η πλειονότητα των υποθέσεων εκδικάζεται από τριμελή τμήματα. Σε σπάνιες περιπτώσεις, υποθέσεις που έχουν ανατεθεί σε τριμελές τμήμα μπορούν να εκδικαστούν και να κριθούν από τον εισηγητή δικαστή ως μονομελή δικαστικό σχηματισμό. Οι προδικαστικές υποθέσεις εκδικάζονται από πενταμελή τμήματα.

Οι δικαστές εκλέγουν τους προέδρους τμημάτων για μία τριετία.

Όλα τα τμήματα μπορούν να εκδικάσουν προσφυγές ακύρωσης. Αντιθέτως, οι υποθέσεις διανοητικής ιδιοκτησίας ανατίθενται σε συγκεκριμένα τμήματα, όπως και οι υπαλληλικές υποθέσεις. Η εξειδίκευση αυτή συμβάλλει στον αποτελεσματικότερο χειρισμό των υποθέσεων.

Υπάρχουν επίσης δύο εξειδικευμένα τμήματα για τις αιτήσεις προδικαστικής απόφασης οι οποίες διαβιβάζονται στο Γενικό Δικαστήριο. Κάθε τμήμα αποτελείται από έξι δικαστές, ένας εκ των οποίων ασκεί καθήκοντα γενικού εισαγγελέα για τις προδικαστικές υποθέσεις. Οι προτάσεις στην εκάστοτε υπόθεση του ενός εξειδικευμένου τμήματος συντάσσονται από τον γενικό εισαγγελέα του άλλου.

Ο Γραμματέας και η Γραμματεία

Το Γενικό Δικαστήριο διαθέτει τη δική του Γραμματεία, η οποία αναλαμβάνει τη διαχείριση των φακέλων των υποθέσεων.

Υπεύθυνος για τη Γραμματεία είναι ο Γραμματέας, ο οποίος εκλέγεται από τους δικαστές του Γενικού Δικαστηρίου για μία εξαετία. Η θητεία του είναι ανανεώσιμη, όπως και των δικαστών. Ο σημερινός Γραμματέας είναι ο Vittorio Di Bucci, ο οποίος διορίστηκε για πρώτη φορά το 2023.

Για τις ανάγκες της αποστολής του, το Γενικό Δικαστήριο κάνει χρήση και των άλλων διοικητικών υπηρεσιών του θεσμικού οργάνου.

Τι είδους υποθέσεις δικάζει το Γενικό Δικαστήριο;

Το Γενικό Δικαστήριο είναι αρμόδιο να εκδικάζει πολλά διαφορετικά είδη υποθέσεων. Οι περισσότερες όμως υποθέσεις ενώπιόν του αφορούν προσφυγές που ασκούνται από ιδιώτες και εταιρίες κατά αποφάσεων και πράξεων των θεσμικών, ή άλλων, οργάνων, οργανισμών και υπηρεσιών της Ένωσης.

Προσφυγές ακύρωσης οι οποίες ασκούνται από ιδιώτες

Το Γενικό Δικαστήριο δικάζει όλες τις υποθέσεις στις οποίες ιδιώτες, εταιρίες ή άλλοι φορείς προσβάλλουν ενωσιακές πράξεις ή αποφάσεις. Για να είναι παραδεκτή τέτοια προσφυγή, πρέπει η προσβαλλόμενη πράξη:

  1. είτε να απευθύνεται στο ίδιο το πρόσωπο που ενδιαφέρεται να προσφύγει. Αυτό συμβαίνει, για παράδειγμα, στην περίπτωση μιας απόφασης για το πάγωμα περιουσιακών στοιχείων συγκεκριμένου προσώπου ή στην περίπτωση μιας απόφασης ανταγωνισμού με την οποία επιβάλλεται πρόστιμο σε εταιρία·
  2. είτε να είναι κανονιστική πράξη που επηρεάζει άμεσα το ενδιαφερόμενο πρόσωπο και δεν χρειάζεται κανένα περαιτέρω εκτελεστικό μέτρο για να εφαρμοστεί·
  3. είτε να αφορά άμεσα και ατομικά τη νομική κατάσταση του προσώπου που ενδιαφέρεται να προσφύγει.

Η φράση «αφορά άμεσα και ατομικά» έχει πολύ συγκεκριμένη σημασία στο πλαίσιο του ενωσιακού δικαίου. Σημαίνει ότι η πράξη, μολονότι δεν κατονομάζει το πρόσωπο, επηρεάζει τη νομική του κατάσταση λόγω ορισμένων χαρακτηριστικών του που το διακρίνουν από οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο.

Αν το Γενικό Δικαστήριο κρίνει ότι η πράξη είναι παράνομη, τότε μπορεί να την ακυρώσει. Άπαξ και ακυρωθεί, η πράξη είναι σαν να μην υπήρξε. Το ενωσιακό, θεσμικό ή άλλο, όργανο που την είχε εκδώσει, οφείλει στη συνέχεια να λάβει τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να συμμορφωθεί με την απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου.

Σε υποθέσεις στις οποίες έχει επιβληθεί πρόστιμο, όπως για παράδειγμα στον τομέα του ανταγωνισμού, το Γενικό Δικαστήριο έχει «πλήρη δικαιοδοσία». Άρα, αν διαπιστώσει ότι η ενωσιακή πράξη έχει σφάλματα, αλλά όχι σε τέτοιον βαθμό ώστε να την ακυρώσει στο σύνολό της, έχει την ευχέρεια να προσαρμόσει το πρόστιμο ανάλογα. Μπορεί ακόμη και να αποφασίσει να αυξήσει το πρόστιμο.

Προσφυγές ακύρωσης οι οποίες ασκούνται από τα κράτη μέλη

Το Γενικό Δικαστήριο εκδικάζει τις προσφυγές που ασκούνται από τα κράτη μέλη κατά της Επιτροπής.

Σε ορισμένες περιπτώσεις, εκδικάζει και τις προσφυγές που ασκούνται από τα κράτη μέλη κατά του Συμβουλίου. Πρόκειται για τις υποθέσεις στις οποίες προσβάλλονται πράξεις σχετικές με

  • κρατικές ενισχύσεις·
  • εμπορικά ζητήματα και δασμούς αντιντάμπινγκ·
  • εκτελεστικές αρμοδιότητες τις οποίες ασκεί το Συμβούλιο.

Προδικαστικές παραπομπές

Το ενωσιακό δίκαιο αποτελεί μέρος του εθνικού δικαίου κάθε κράτους μέλους. Επομένως, μπορεί να γίνεται απευθείας επίκλησή του ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων, τα οποία το εφαρμόζουν άμεσα στις υποθέσεις που δικάζουν. Πρόκειται για το λεγόμενο «άμεσο αποτέλεσμα» του ενωσιακού δικαίου.

Όταν δεν είναι σαφές πώς ακριβώς πρέπει να ερμηνευθεί το ενωσιακό δίκαιο σε μια συγκεκριμένη υπόθεση, ο εθνικός δικαστής μπορεί να ρωτήσει το ΔEE. Έτσι διευκρινίζεται το νόημα, ή ακόμη ελέγχεται το κύρος, του ενωσιακού κανόνα που είναι κρίσιμος για την υπόθεση την οποία δικάζει. Κατόπιν τούτου, ο εθνικός δικαστής είναι σε θέση να τον εφαρμόσει στην προκειμένη υπόθεση και να αποφασίσει αν η εθνική νομοθεσία και οι πρακτικές του κράτους μέλους του συμφωνούν με το ενωσιακό δίκαιο.

Όλα τα δικαστήρια των κρατών μελών μπορούν να στείλουν τέτοια προδικαστικά ερωτήματα στο ΔΕΕ, εφόσον το κρίνουν απαραίτητο.

Τα ανώτατα εθνικά δικαστήρια όμως, επειδή οι αποφάσεις τους δεν προσβάλλονται, οφείλουν να υποβάλουν τέτοια προδικαστικά ερωτήματα εφόσον η απάντηση δεν είναι ξεκάθαρη, αλλά είναι αναγκαία για την επίλυση μιας υπόθεσης.

Όλες οι προδικαστικές υποθέσεις εισάγονται αρχικώς ενώπιον του Δικαστηρίου, το οποίο δικάζει τις περισσότερες από αυτές. Ωστόσο, οι προδικαστικές υποθέσεις διαβιβάζονται στο Γενικό Δικαστήριο, όταν αφορούν:

  • τον ΦΠΑ·
  • τον τελωνειακό κώδικα, τους ειδικούς φόρους κατανάλωσης ή τη δασμολογική κατάταξη εμπορευμάτων·
  • την εμπορία δικαιωμάτων εκπομπής αερίων θερμοκηπίου·
  • και τις αποζημιώσεις επιβατών,

εκτός εάν τίθεται ζήτημα αρχής το οποίο είναι πιθανόν να επηρεάσει την ενότητα ή τη συνοχή του ενωσιακού δικαίου.

Μόλις δοθεί απάντηση στα προδικαστικά ερωτήματα, η υπόθεση επιστρέφει στο εθνικό δικαστήριο για να λάβει την τελική του απόφαση.

Το Δικαστήριο μπορεί να επανεξετάσει την προδικαστική απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου μόνον εφόσον κρίνει ότι μπορεί να θίγεται η ενότητα ή η συνοχή του ενωσιακού δικαίου. Διαφορετικά, η απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου είναι οριστική και δεσμευτική, και ο εθνικός δικαστής είναι υποχρεωμένος να συμμορφωθεί με αυτήν. Επιπλέον, όλα τα υπόλοιπα δικαστήρια ανά την Ένωση οφείλουν να ακολουθήσουν την ίδια λύση σε κάθε παρόμοια υπόθεση.

Προσφυγές κατά παράλειψης

Οι υποθέσεις αυτές είναι παρόμοιες με τις προσφυγές ακύρωσης. Εδώ, όμως, το αντικείμενο της προσφυγής δεν είναι κάποια πράξη, αλλά η παράλειψη θεσμικού οργάνου να λάβει απόφαση. Τέτοια προσφυγή μπορεί να ασκηθεί μόνον αν έχει ζητηθεί από θεσμικό όργανο να ενεργήσει και, παρότι όφειλε, δεν το έπραξε.

Πρόκειται για πολύ σπάνιες υποθέσεις.

Ισχύει το ίδιο όπως και για τις προσφυγές ακύρωσης, δηλαδή ότι το Γενικό Δικαστήριο είναι αρμόδιο για τις προσφυγές ιδιωτών. Το Δικαστήριο, αντιθέτως, έχει αρμοδιότητα όταν προσφεύγουν κράτη μέλη και θεσμικά όργανα.

Σημειωτέον ότι οι πολίτες είναι μεν ελεύθεροι να θέσουν υπόψη της Επιτροπής ενδεχόμενη παράβαση κράτους μέλους, πλην όμως η Επιτροπή δεν είναι υποχρεωμένη να κινήσει τη σχετική διαδικασία κατά του κράτους μέλους. Σε μια τέτοια περίπτωση, δεν είναι δυνατόν να ασκηθεί κατά της Επιτροπής προσφυγή για παράλειψή της να ενεργήσει.

Υποθέσεις διανοητικής ιδιοκτησίας

Η ΕΕ έχει το δικό της σύστημα εμπορικών σημάτων και σχεδίων/υποδειγμάτων, τα οποία υφίστανται παράλληλα με τα εθνικά, αλλά ισχύουν σε ολόκληρη την Ένωση.

Το Γραφείο Διανοητικής Ιδιοκτησίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης (EUIPO) διαχειρίζεται αυτό το σύστημα και αποφασίζει ποια εμπορικά σήματα και ποια σχέδια/υποδείγματα μπορούν να καταχωριστούν. Το EUIPO διαθέτει ειδικό όργανο, αρμόδιο να εξετάζει τις προσφυγές κατά των αρχικών αποφάσεων με τις οποίες γίνονται δεκτές ή απορρίπτονται οι αιτήσεις καταχώρισης.

Οι προσφυγές κατά των αποφάσεων του αρμόδιου οργάνου του EUIPO εκδικάζονται από το Γενικό Δικαστήριο.

Περίπου το 25 % του συνόλου των υποθέσεων του Γενικού Δικαστηρίου είναι υποθέσεις διανοητικής ιδιοκτησίας.

Υπαλληλικές υποθέσεις

Σε περίπτωση που υπάλληλος της ευρωπαϊκής δημόσιας διοίκησης έχει εργασιακή διαφορά με τον εργοδότη του (ενωσιακό όργανο, οργανισμό κ.λπ.), το Γενικό Δικαστήριο εκδικάζει την προσφυγή κατά της τελικής διοικητικής απόφασης.

Σε τέτοιες υποθέσεις, ενεργεί όπως τα δικαστήρια εργατικών διαφορών στα εθνικά νομικά συστήματα.

Αγωγές αποζημίωσης

Το Γενικό Δικαστήριο εκδικάζει επίσης τις αγωγές με τις οποίες ζητείται αποκατάσταση της ζημίας που έχει προκληθεί από παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των θεσμικών και άλλων οργάνων και οργανισμών της Ένωσης.

Ειδικές συμβατικές ρήτρες

Μερικές φορές οι συμβάσεις τις οποίες συνάπτει η Ένωση με εταιρίες ή ιδιώτες περιέχουν ειδικές ρήτρες που ορίζουν ότι οποιαδήποτε διαφορά ανακύψει τυχόν από τη σύμβαση θα δικαστεί από το ΔΕΕ. Τέτοιες ρήτρες συνηθίζονται στις συμβάσεις.

Αρμόδιο για τις υποθέσεις αυτές είναι το Γενικό Δικαστήριο.

Αιτήσεις αναίρεσης κατά των αποφάσεων του Γενικού Δικαστηρίου

Όπως σε όλα τα νομικά συστήματα, προβλέπεται ένας μηχανισμός βάσει του οποίου οι αποφάσεις του Γενικού Δικαστηρίου μπορούν, κατ’ αρχήν, να προσβληθούν ενώπιον του Δικαστηρίου.

Η αναίρεση αφορά αποκλειστικώς νομικά ζητήματα και όχι το πώς το Γενικό Δικαστήριο διαπίστωσε και εκτίμησε τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης.

Σε ορισμένα είδη υποθέσεων, το ίδιο το Γενικό Δικαστήριο λειτουργεί τρόπον τινά ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο. Πλήθος ενωσιακών οργάνων και οργανισμών που λαμβάνουν αποφάσεις στον ιδιαίτερο τομέα τους, όπως για παράδειγμα το Γραφείο Διανοητικής Ιδιοκτησίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Χημικών Προϊόντων, διαθέτουν δικό τους ανεξάρτητο τμήμα ή συμβούλιο προσφυγών, το οποίο έχει ήδη εξετάσει την αρχική απόφαση προτού η υπόθεση φτάσει στο Γενικό Δικαστήριο. Όταν λοιπόν το Γενικό Δικαστήριο αποφανθεί σε τέτοια υπόθεση, η απόφασή του υπόκειται σε αναίρεση μόνον αν το επιτρέψει το Δικαστήριο κατ’ εφαρμογήν μιας ειδικής διαδικασίας. Προϋπόθεση είναι η αίτηση αναίρεσης να εγείρει ζήτημα σημαντικό για την ενότητα, τη συνοχή ή την εξέλιξη του ενωσιακού δικαίου.

Η αίτηση αναίρεσης ασκείται εντός δύο μηνών από την έκδοση της απόφασης του Γενικού Δικαστηρίου.

Εάν το Δικαστήριο την κάνει δεκτή, μπορεί είτε να κρίνει το ίδιο την υπόθεση είτε να την αναπέμψει στο Γενικό Δικαστήριο για να αποφασίσει εκ νέου εκείνο.

Περίπου το 25 % των αποφάσεων του Γενικού Δικαστηρίου προσβάλλονται με αίτηση αναίρεσης. Από αυτές, μόνον το 25 % αναιρείται από το Δικαστήριο. Κατ’ αποτέλεσμα, μόλις το 6 % των αποφάσεων του Γενικού Δικαστηρίου ανατρέπεται από το Δικαστήριο.

Οι προδικαστικές αποφάσεις δεν υπόκεινται σε αναίρεση. Ωστόσο, το Δικαστήριο μπορεί να επανεξετάσει την υπόθεση εφόσον κρίνει ότι η απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου θίγει την ενότητα ή τη συνοχή του ενωσιακού δικαίου.

Πώς διεξάγεται η διαδικασία;

Η διαδικασία ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου διέπεται από τον Οργανισμό του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και από τον Κανονισμό Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου.

Χωρίζεται σε δύο βασικά μέρη, τα οποία είναι γνωστά ως έγγραφη διαδικασία και προφορική διαδικασία.

Στις προδικαστικές παραπομπές, η διαδικασία είναι η ίδια με εκείνη ενώπιον του Δικαστηρίου. Σε άλλες περιπτώσεις, όπως στις ευθείες προσφυγές, η δίκη ξεκινά με την κατάθεση δικογράφου στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου. Πρέπει να το έχει υπογράψει δικηγόρος με ικανότητα παράστασης ενώπιον των δικαστηρίων κράτους μέλους.

Οι διάδικοι υποβάλλουν εγγράφως τα επιχειρήματά τους στο Γενικό Δικαστήριο. Τα κράτη μέλη, τα ενωσιακά θεσμικά όργανα και άλλα πρόσωπα που έχουν άμεσο συμφέρον στην έκβαση της υπόθεσης μπορούν να παρέμβουν για να υποστηρίξουν τη μία ή την άλλη πλευρά. Αυτό είναι το γραπτό στάδιο της διαδικασίας.

Πολλές υποθέσεις συζητούνται και στο ακροατήριο. Οι επ’ ακροατηρίου συζητήσεις είναι δημόσιες και οι πιο σημαντικές μεταδίδονται μέσω streaming στον ιστότοπό μας. Για περισσότερες πληροφορίες, μπορείτε να ανατρέξετε στις σελίδες μας σχετικά με το streaming και την παρακολούθηση επ’ ακροατηρίου συζητήσεων. Πρόκειται για το προφορικό στάδιο της διαδικασίας.

Αφού ολοκληρωθεί και η προφορική διαδικασία, οι δικαστές διασκέπτονται και καταλήγουν στην απόφασή τους.

Οι αποφάσεις απαγγέλλονται σε δημόσια συνεδρίαση και κάποιες από τις συνεδριάσεις αυτές μεταδίδονται ζωντανά μέσω streaming στον ιστότοπό μας.

Κατά μέσο όρο, η όλη διαδικασία διαρκεί περίπου 20 μήνες, από την αρχή έως το τέλος της δίκης.

Για περισσότερες πληροφορίες, δείτε τη σελίδα μας σχετικά με τη διαδικασία ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου.

Δείτε επίσης