Η μετάφραση και η διερμηνεία στο Δικαστήριο
Άρθρο 42 του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου
Άρθρο 42 Μεταφραστική υπηρεσία του Δικαστηρίου
Το Δικαστήριο συγκροτεί μεταφραστική υπηρεσία από ειδικούς που διαθέτουν κατάλληλη νομική κατάρτιση και ευρεία γνώση πλειόνων επισήμων γλωσσών της Ένωσης.
Διερμηνεία
Σε ένα καθεστώς πλήρους πολυγλωσσικής διερμηνείας είναι δυνατόν να χρησιμοποιηθούν όλες οι επίσημες γλώσσες και να παρασχεθεί διερμηνεία προς όλες αυτές τις γλώσσες. Στην πράξη, ωστόσο, σπανίως καθίσταται αναγκαία μια τέτοια πλήρης γλωσσική κάλυψη. Η υπηρεσία διερμηνείας διασφαλίζει ένα καθεστώς «à la carte», το οποίο προσαρμόζεται στις εκάστοτε πραγματικές ανάγκες. Στο Δικαστήριο χρησιμοποιούνται δύο είδη διερμηνείας: η ταυτόχρονη διερμηνεία και η διαδοχική διερμηνεία.
Για την ταυτόχρονη διερμηνεία, οι διερμηνείς, χωρισμένοι στις καμπίνες, διερμηνεύουν τις αγορεύσεις, τις ερωτήσεις και τις απαντήσεις των διαφόρων μετεχόντων στην επ’ ακροατηρίου συζήτηση. Οι διερμηνείς είναι τουλάχιστον δύο ανά καμπίνα, διότι, λόγω της πνευματικής προσπάθειας που απαιτεί η διερμηνεία, χρειάζεται να εναλλάσσονται προκειμένου να διατηρείται το ίδιο επίπεδο συγκέντρωσης και, συνεπώς, ποιότητας καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδικασίας. Η ποιότητα της διερμηνείας εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την ενδελεχή προετοιμασία κάθε υπόθεσης από τους διερμηνείς. Αυτή η προπαρασκευαστική εργασία γίνεται με ομαδικό πνεύμα, σε συνεργασία τόσο με τους βοηθούς που προετοιμάζουν τους φακέλους και τα έγγραφα αναφοράς όσο και με τις οριζόντιες υπηρεσίες, ιδίως σε περίπτωση που παρίσταται ανάγκη υποστήριξης σε θέματα ορολογίας.
Στη διαδοχική διερμηνεία, η οποία είναι μια άλλη τεχνική διερμηνείας, ο διερμηνέας κρατά σημειώσεις κατά τη διάρκεια της παρέμβασης του ομιλητή και αποδίδει το περιεχόμενό της σε δεύτερο χρόνο. Η τεχνική αυτή χρησιμοποιείται συχνά κατά τη διάρκεια εθιμοτυπικών εκδηλώσεων, επισκέψεων ή εγκαινίων.
Η διερμηνεία κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση γίνεται, στο μέτρο του δυνατού, απευθείας. Δηλαδή ο διερμηνέας μεταφέρει στη γλώσσα του, χωρίς μεσολάβηση τρίτου, την παρέμβαση του ομιλητή. Ενίοτε όμως επιβάλλεται η χρήση της αποκαλούμενης διερμηνείας «relais» ή έμμεσης διερμηνείας. Στην περίπτωση αυτή, οι διερμηνείς δεν διερμηνεύουν από τη γλώσσα του ομιλητή, αλλά μέσω της διερμηνείας που γίνεται σε άλλη γλωσσική καμπίνα από συνάδελφό τους ο οποίος είναι σε θέση να διερμηνεύσει απευθείας στη γλώσσα του.
Κατ’ αρχήν, κάθε διερμηνέας διερμηνεύει μόνο προς τη μητρική του γλώσσα. Ωστόσο, ορισμένοι διερμηνείς ενδέχεται να κατέχουν και κάποια άλλη γλώσσα σε τέτοιο βαθμό ώστε να μπορούν να διερμηνεύουν προς αυτήν ως ενεργητική γλώσσα, σαν να επρόκειτο για τη μητρική τους. Είναι η αποκαλούμενη διερμηνεία «retour» ή αντίστροφη διερμηνεία.
Νομική μετάφραση
Στο επίκεντρο της μεταφραστικής δραστηριότητας του Δικαστηρίου βρίσκεται ο γλωσσομαθής νομικός, ο οποίος πρέπει να έχει αποκτήσει πανεπιστημιακό πτυχίο νομικών σπουδών σε κράτος μέλος και να έχει καλή γνώση τουλάχιστον δύο ακόμη γλωσσών και νομικών συστημάτων κατά την πρόσληψή του. Ο γλωσσομαθής νομικός αναλαμβάνει ένα έργο με πολύπλοκο και τεχνικό αντικείμενο: πρέπει να διαχειριστεί ένα χαρτοφυλάκιο μεταφράσεων συνδυάζοντας εξαίρετη ποιότητα και απόδοση με τήρηση αυστηρών προθεσμιών.
Προτού ξεκινήσει την καθαυτό μετάφραση, ο γλωσσομαθής νομικός πρέπει οπωσδήποτε να αναζητήσει και να μελετήσει όλα τα απαραίτητα έγγραφα αναφοράς, προκειμένου να κατανοήσει σε βάθος το νομικό πλαίσιο της υπόθεσης και να εντοπίσει τη σχετική ορολογία. Η μετάφραση στο Δικαστήριο δεν είναι ελεύθερη μετάφραση: η νομοθεσία, η νομολογία, τα δικόγραφα στα οποία γίνεται άμεση ή έμμεση παραπομπή πρέπει να αναπαράγονται πιστά. Το ίδιο ισχύει και για την ορολογία που χρησιμοποιείται.
Για κάθε ανάθεση μεταφραστικής εργασίας τίθεται στην πραγματικότητα σε κίνηση ένας ολόκληρος μηχανισμός, ο οποίος στοχεύει στη μέγιστη αποδοτικότητα και στηρίζεται σε μια οργανωτική και τεχνική προετοιμασία την οποία αναλαμβάνουν οι οριζόντιες μονάδες και οι διοικητικές υπηρεσίες.
Για την εκπλήρωση των καθηκόντων τους, οι γλωσσομαθείς νομικοί εφαρμόζουν συγκεκριμένες μεθόδους και στρατηγικές, ενώ προσφεύγουν όλο και περισσότερο σε εργαλεία πληροφορικής τα οποία πρέπει να κατέχουν για να μπορούν να τα αξιοποιούν στη δουλειά τους χωρίς να υπονομεύεται η ποιότητά της, ιδίως σε επίπεδο ακρίβειας και αξιοπιστίας.
Οι γλωσσικές μονάδες εξακολουθούν να δίνουν προτεραιότητα στην απευθείας μετάφραση όταν η δυνατότητα αυτή υφίσταται χάρη στις γλωσσικές γνώσεις του προσωπικού τους. Ωστόσο, με 24 επίσημες γλώσσες, οι πιθανοί γλωσσικοί συνδυασμοί ανέρχονται σήμερα σε 552. Ήταν επομένως αναγκαία η καθιέρωση ενός συστήματος το οποίο να συμπληρώνει την απευθείας μετάφραση, δηλαδή ενός συστήματος μετάφρασης μέσω ενδιάμεσων γλωσσών, περιορισμένων σε αριθμό, οι οποίες επιλέγονται βάσει τεχνικών κριτηρίων. Συγκεκριμένα, η ενδιάμεση γλώσσα είναι μια προκαθορισμένη γλώσσα προς την οποία μεταφράζεται ένα κείμενο με σκοπό την επακόλουθη μετάφρασή του στις υπόλοιπες γλώσσες. Σε κάθε γλωσσική μονάδα ενδιάμεσης γλώσσας έχουν κατανεμηθεί πλείονες γλώσσες από τις οποίες θα γίνεται μετάφραση προς τη γλώσσα της συγκεκριμένης μονάδας. Η μετάφραση στην ενδιάμεση αυτή γλώσσα χρησιμοποιείται στη συνέχεια από τις υπόλοιπες γλωσσικές μονάδες για μετάφραση προς τη γλώσσα τους.
Δείτε επίσης
>
