Δικαστικές στατιστικές του Γενικού Δικαστηρίου - 2025
Μια δραστήρια και παραγωγική χρονιά
Το 2025 υπήρξε, από πολλές απόψεις, ένα έτος εντατικής δραστηριότητας για το Γενικό Δικαστήριο.
Κατ’ αρχάς, ανανεώθηκε εν μέρει η σύνθεσή του: τον Ιούνιο, δύο νέοι δικαστές ανέλαβαν καθήκοντα στο Γενικό Δικαστήριο σε θέσεις που είχαν κενωθεί τον Οκτώβριο του 2024, ενώ στη συνέχεια, τον Σεπτέμβριο, τέσσερις δικαστές αποχώρησαν από το Γενικό Δικαστήριο και τρεις άλλοι ξεκίνησαν την εξαετή θητεία τους. Συνεπώς, προστέθηκε μία κενή θέση σε εκείνη που δεν έχει ακόμη πληρωθεί από τον Οκτώβριο του 2024. Το δικαιοδοτικό όργανο, το οποίο θεωρητικά αποτελείται από 54 δικαστές, δεν συμπλήρωσε σε κανένα χρονικό σημείο του έτους τον αριθμό αυτό, καθώς οι δικαστές του ήταν 51 έως τον περασμένο Ιούνιο, 53 από τον Ιούνιο έως τον Σεπτέμβριο, και 52 από τον Σεπτέμβριο μέχρι σήμερα.
Αν και με ελλιπή σύνθεση πάντως, το Γενικό Δικαστήριο περάτωσε το 2025 περισσότερες υποθέσεις από ποτέ άλλοτε στην ιστορία του, εντός ενός ημερολογιακού έτους. Έτσι, παρά το ρεκόρ εισαχθεισών υποθέσεων, κατόρθωσε να μειώσει τον αριθμό των εκκρεμών υποθέσεων στο χαμηλότερο επίπεδο των τελευταίων 18 ετών. Με μια απαραίτητη στατιστική διόρθωση προκειμένου να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι 404 συνεκδικασθείσες υποθέσεις περατώθηκαν με μία και μόνη απόφαση, διαπιστώνεται ότι η μέση διάρκεια των διαδικασιών μειώθηκε επίσης σημαντικά.
Τέλος, όσον αφορά τις αιτήσεις προδικαστικής αποφάσεως οι οποίες εμπίπτουν στην αρμοδιότητά του από τον Οκτώβριο του 2024 κι έπειτα, το Γενικό Δικαστήριο εξέδωσε στη διάρκεια του 2025 τις πρώτες του αποφάσεις σε σχετικές υποθέσεις και οι γενικοί εισαγγελείς ανέπτυξαν τις πρώτες τους προτάσεις. Επιπλέον, έχει διαβιβαστεί στο Γενικό Δικαστήριο ένας διόλου ευκαταφρόνητος αριθμός αιτήσεων προδικαστικής αποφάσεως και το δικαιοδοτικό όργανο φρόντισε να οργανωθεί ανάλογα, συστήνοντας δύο ειδικευμένα τμήματα για να διαδεχθούν το τμήμα προδικαστικών υποθέσεων το οποίο λειτούργησε για μια μεταβατική περίοδο μέχρι τον Σεπτέμβριο του 2025.
Ας εξετάσουμε μαζί πιο λεπτομερώς τα στοιχεία αυτής της χρονιάς που κατέρριψε όλα τα ρεκόρ.
Εισαχθείσες υποθέσεις: ραγδαία αύξηση
Τα στατιστικά στοιχεία του περασμένου έτους αποδεικνύουν ότι η πρωτοφανής πτώση που είχε σημειωθεί το 2024 σε αυτό το μέτωπο (με 786 νέες υποθέσεις) ήταν πράγματι συγκυριακή.
Οι 989 υποθέσεις που εισήχθησαν το 2025 αντιπροσωπεύουν αύξηση + 26 % σε σχέση με την προηγούμενη χρονιά και σηματοδοτούν για το Γενικό Δικαστήριο τον υψηλότερο αριθμό νέων υποθέσεων στην ιστορία του. Ακόμη και αν δεν συνυπολογιστούν οι 65 προδικαστικές υποθέσεις στους τομείς στους οποίους η προδικαστική αρμοδιότητα μεταβιβάστηκε προσφάτως στο Γενικό Δικαστήριο, οι υπόλοιπες 924 ευθείες προσφυγές και ειδικές διαδικασίες και πάλι υπερβαίνουν σε αριθμό τις αντίστοιχες των πέντε τελευταίων ετών [1].
Το 2025 υπήρξε το πρώτο πλήρες ημερολογιακό έτος μετά τη μεταρρύθμιση του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, κατ’ εφαρμογήν της οποίας το Δικαστήριο μεταβίβασε στο Γενικό Δικαστήριο μέρος της προδικαστικής αρμοδιότητάς του σε ορισμένους συγκεκριμένους τομείς.
Στο Γενικό Δικαστήριο διαβιβάστηκαν 65 αιτήσεις προδικαστικής αποφάσεως οι οποίες ενέπιπταν στους τομείς της αρμοδιότητάς του: 24 εξ αυτών αφορούσαν το κοινό σύστημα φόρου προστιθέμενης αξίας (ΦΠΑ), 18 την αποζημίωση και την παροχή βοήθειας στους επιβάτες σε περίπτωση άρνησης επιβίβασης ή καθυστέρησης ή ματαίωσης της εκτέλεσης υπηρεσιών μεταφοράς, οκτώ τον τελωνειακό κώδικα, επτά τους ειδικούς φόρους κατανάλωσης, επτά τη δασμολογική κατάταξη των εμπορευμάτων στη Συνδυασμένη Ονοματολογία και μία το σύστημα εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπής αερίων θερμοκηπίου. Πρόκειται για αριθμό χαμηλότερο από τις εκτιμήσεις οι οποίες είχαν γίνει κατά τον χρόνο που το αίτημα μεταρρύθμισης υποβλήθηκε στον νομοθέτη, παρότι από τις προδικαστικές παραπομπές οι οποίες άπτονταν των συγκεκριμένων τομέων λίγες ήταν τελικά εκείνες που «κράτησε» για να εξετάσει το Δικαστήριο με την αιτιολογία είτε ότι σχετίζονται και με έναν ή περισσότερους άλλους τομείς πέραν εκείνων που μνημονεύονται στο άρθρο 50β, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού είτε ότι εγείρουν ανεξάρτητα ζητήματα ερμηνείας του πρωτογενούς δικαίου, του δημοσίου διεθνούς δικαίου, των γενικών αρχών του ενωσιακού δικαίου ή του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Υπενθυμίζω ότι το 2025 από τις 76 υποθέσεις που πέρασαν από τον «μηχανισμό ενιαίας θυρίδας» το Δικαστήριο κράτησε μόνον εννέα για να τις εκδικάσει το ίδιο και δύο αρχειοθετήθηκαν χωρίς να δοθεί συνέχεια.
Οι αιτήσεις προδικαστικής αποφάσεως προέρχονταν από 17 διαφορετικά κράτη μέλη, με τη Γερμανία να έχει την πρωτοκαθεδρία με 21 προδικαστικές παραπομπές, ακολουθούμενη από την Αυστρία και την Πολωνία, με επτά έκαστη, και τη Βουλγαρία, με έξι. Αξιομνημόνευτο είναι ότι 13 ανώτατα δικαστήρια, από 13 διαφορετικά κράτη μέλη, υπέβαλαν αιτήσεις προδικαστικής αποφάσεως σε τομείς της αρμοδιότητας του Γενικού Δικαστηρίου.
Αναφορικά με τις ευθείες προσφυγές, παρατηρείται ελαφρά κάμψη του αριθμού τους στις διαφορές με αντικείμενο τα δικαιώματα διανοητικής ιδιοκτησίας (257 έναντι 268 το 2024, ή – 4 %). Σημειωτέον ότι ο αριθμός των προσφυγών που ασκήθηκαν ενώπιον των τμημάτων προσφυγών του Γραφείου Διανοητικής Ιδιοκτησίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης (EUIPO) αυξήθηκε (+ 4,6 %), αύξηση η οποία στην πράξη αντισταθμίστηκε από τη μείωση του αριθμού των αποφάσεων που εξέδωσαν τα ίδια τμήματα (− 4,9 %). Επί του συνόλου των αποφάσεων των τμημάτων προσφυγών του EUIPO, το ποσοστό εκείνων που προσβλήθηκαν με ένδικη προσφυγή ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου ανήλθε σε περίπου 10 %, άρα εμφανίζεται σταθερό σε σχέση με τα προηγούμενα έτη. Επισημαίνεται ότι οι διαφορές του συγκεκριμένου τομέα, των οποίων η εκδίκαση έχει ανατεθεί από τις 22 Σεπτεμβρίου 2025 σε επτά ειδικά τμήματα του Γενικού Δικαστηρίου, αντιπροσωπεύουν σχεδόν το 26 % των υποθέσεων που εισήχθησαν το 2025. Εξ αυτών, οι 236 αφορούσαν εμπορικά σήματα και οι 19 σχέδια ή υποδείγματα. Ασκήθηκαν επίσης και δύο προσφυγές κατά αποφάσεων του Κοινοτικού Γραφείου Φυτικών Ποικιλιών (ΚΓΦΠ). Στη μεγάλη πλειονότητα των ως άνω υποθέσεων (82 %), η διαφορά ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου ήταν μεταξύ των διαδίκων της διαδικασίας ενώπιον του αντίστοιχου τμήματος προσφυγών (υποθέσεις inter partes).
Αισθητή άνοδος καταγράφεται στις υπαλληλικές υποθέσεις που εισήχθησαν το 2025 υπό τη μορφή προσφυγών που ασκήθηκαν βάσει του άρθρου 270 ΣΛΕΕ (109, έναντι 76 το 2024, τουτέστιν + 43 %). Οι διαφορές αυτές, των οποίων η εκδίκαση έχει ανατεθεί από τις 22 Σεπτεμβρίου 2025 σε τρία ειδικά τμήματα του Γενικού Δικαστηρίου, αντιπροσωπεύουν το 11 % του συνόλου των νέων υποθέσεων για το 2025. Στις 109 προαναφερθείσες προσφυγές προστίθενται και δεκαπέντε προσφυγές οι οποίες, για τις ανάγκες της ανάθεσής τους στα εν λόγω τρία τμήματα, εντάσσονται στην κατηγορία «Υπαλληλικές υποθέσεις +» βάσει ενός νέου ορισμού των υποθέσεων της ευρωπαϊκής δημόσιας διοίκησης [2], ο οποίος δεν καλύπτει πλέον μόνον τις προσφυγές που ασκούνται δυνάμει του άρθρου 270 ΣΛΕΕ.
Στον τομέα των κρατικών ενισχύσεων, οι εισαχθείσες υποθέσεις το 2025 ήταν μεν τέσσερις περισσότερες απ’ ό,τι το 2024 (27 υποθέσεις), αλλά ο αριθμός τους παραμένει πολύ χαμηλότερος από τα υψηλά επίπεδα που είχε γνωρίσει το Γενικό Δικαστήριο κατά το παρελθόν. Τέλος, όπως είχε συμβεί και τα δύο προηγούμενα χρόνια (2023 και 2024), οι νέες υποθέσεις ανταγωνισμού ήταν ελάχιστες, για την ακρίβεια μόλις δώδεκα το 2025.
Οι διαφορές με αντικείμενο περιοριστικά μέτρα συνέχισαν να τροφοδοτούν τη δραστηριότητα του Γενικού Δικαστηρίου, με 105 εισαχθείσες υποθέσεις το 2025 (έναντι 63 το 2024). Το μερίδιο των διαφορών αυτών είναι ακόμη μεγαλύτερο αν ληφθεί υπόψη ότι, σε ορισμένες περιπτώσεις, οι ενδιαφερόμενοι, αντί να ασκήσουν νέα προσφυγή, προσβάλλουν στο πλαίσιο ήδη εκκρεμών προσφυγών τους τυχόν μεταγενέστερα περιοριστικά μέτρα, προσαρμόζοντας το δικόγραφο της προσφυγής σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 86 του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου. Η μερίδα του λέοντος των νέων υποθέσεων (84 από τις 105) αφορούσε τη σειρά των περιοριστικών μέτρων που έλαβε η Ένωση εξαιτίας του πολέμου τον οποίο διεξάγει η Ρωσική Ομοσπονδία κατά της Ουκρανίας, μεταξύ άλλων λόγω της εμπλοκής της Λευκορωσίας, εξαιτίας της κατάστασης στη Δημοκρατία της Μολδαβίας, της στρατιωτικής υποστήριξης του Ιράν προς τη Ρωσία και των αποσταθεροποιητικών δραστηριοτήτων της Ρωσίας κατά της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή των κρατών μελών της. Οι υπόλοιπες υποθέσεις συνδέονταν με προβληματικές καταστάσεις στην Αραβική Δημοκρατία της Συρίας (δώδεκα προσφυγές), στη Δημοκρατία της Τυνησίας (δύο προσφυγές), στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό (έξι προσφυγές) και στη Λιβύη (μία προσφυγή). Οι περισσότερες εξ αυτών των προσφυγών ασκήθηκαν στην αγγλική (57 προσφυγές) και στη γαλλική γλώσσα (37 προσφυγές).
Η έντονα πτωτική τάση στις υποθέσεις με αντικείμενο την οικονομική και νομισματική πολιτική, τομέα που περιλαμβάνει ιδίως το τραπεζικό δίκαιο, επιβεβαιώθηκε για άλλη μια χρονιά (12 προσφυγές ασκήθηκαν και μία υπόθεση αναπέμφθηκε ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου το 2025, έναντι 33 νέων υποθέσεων το 2024 και 56 το 2023). Από τις νέες υποθέσεις, οι τέσσερις αφορούσαν την επανέκδοση της αποφάσεως σχετικά με τις ex ante εισφορές στο Ενιαίο Ταμείο Εξυγίανσης για το 2021, οι τρεις, όπως και η μία αναπεμφθείσα, την έκδοση νέων αποφάσεων στον τομέα της προληπτικής εποπτείας, οι δύο τη λήψη αποφάσεων του Ενιαίου Συμβουλίου Εξυγίανσης για την έναρξη διαδικασίας εξυγίανσης και μία την προβαλλόμενη παράλειψη της Επιτροπής να τηρήσει την υποχρέωσή της να διασφαλίζει ότι οι εθνικές νομοθεσίες συνάδουν με το νομισματικό δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Τέλος, ασκήθηκαν δύο προσφυγές κατά της αποφάσεως του Συμβουλίου σχετικά με την υιοθέτηση του ευρώ από τη Βουλγαρία την 1η Ιανουαρίου 2026 και των συναφών ενωσιακών κανονισμών, περιλαμβανομένου του κανονισμού για τη συναλλαγματική ισοτιμία μεταξύ του ευρώ και του βουλγαρικού λέβα.
Στο νεοπαγές πεδίο της ρύθμισης των ψηφιακών αγορών και υπηρεσιών ανέκυψαν επτά υποθέσεις το 2025: οι τρεις αφορούσαν τον κανονισμό για τις ψηφιακές υπηρεσίες (ΕΕ) 2022/2065 (αγγλιστί: Digital Services Act, DSA), και πιο συγκεκριμένα το ύψος των εποπτικών τελών, ενώ οι τέσσερις άλλες τον κανονισμό για τις ψηφιακές αγορές (ΕΕ) 2022/1925 (αγγλιστί: Digital Markets Act, DMA). Εξ αυτών οι δύο ήταν προσφυγές ακυρώσεως κατά αποφάσεων της Επιτροπής με τις οποίες καθορίζονταν τα μέτρα που ο φορέας εκμετάλλευσης έπρεπε να θέσει σε εφαρμογή ως πυλωρός και οι άλλες δύο ήταν προσφυγές ακυρώσεως κατά αποφάσεων με τις οποίες είχε διαπιστωθεί παράβαση των υποχρεώσεων που υπέχουν οι πυλωροί.
Τέλος, στον τομέα των ασφαλιστικών μέτρων, ο αριθμός των σχετικών αιτήσεων παρέμεινε και το 2025 σταθερός, κοντά στον μέσο όρο της τελευταίας δεκαετίας, καθώς υποβλήθηκαν 40 τέτοιες αιτήσεις.
Η δραστηριότητα του δικαιοδοτικού οργάνου: χρονιά ρεκόρ
Ο ακαθάριστος αριθμός των υποθέσεων που περατώθηκαν το 2025 είναι 1 527, ακόμη όμως και αν οι 404 πανομοιότυπες κατ’ ουσίαν προσφυγές οι οποίες ασκήθηκαν τον Οκτώβριο του 2023 υπολογιστούν ως μία και μόνη υπόθεση που «έκλεισε» με την έκδοση κοινής αποφάσεως τον Δεκέμβριο του 2025 (T-620/23 έως T-1023/23), οι περατωθείσες υποθέσεις ανέρχονται και πάλι σε 1 124. Είναι η υψηλότερη επίδοση στην ιστορία του Γενικού Δικαστηρίου, αφού ξεπερνάει κατά πολύ το προηγούμενο ρεκόρ των 1 009 υποθέσεων που περατώθηκαν το 2018. Σε σχέση με τις 922 περατωθείσες υποθέσεις το 2024, πρόκειται για αύξηση της τάξεως του 22 %.
Έτσι, παρά την άνευ προηγουμένου εισροή νέων υποθέσεων, το Γενικό Δικαστήριο κατάφερε να μειώσει το απόθεμα των εκκρεμών υποθέσεων σε 1 167, που είναι και το χαμηλότερο επίπεδο «στοκ» από το 2007 κι έπειτα. Ο ρυθμός διεκπεραίωσης («clearance rate»), ο οποίος εκφράζει την αναλογία ανάμεσα στις περατωθείσες και τις εισαχθείσες υποθέσεις, είναι 154 μονάδες (ακαθάριστη τιμή) ή 114 μονάδες αν αφαιρεθούν οι προαναφερθείσες 404 προσφυγές. Με την ίδια πάντοτε στατιστική διόρθωση, ο θεωρητικός χρόνος εξάντλησης του αποθέματος («disposition time»), ο οποίος στηρίζεται στην αναλογία ανάμεσα στις εκκρεμείς και τις περατωθείσες υποθέσεις, είναι 379 ημέρες, ήτοι η μικρότερη διάρκεια σε όλη την ιστορία του Γενικού Δικαστηρίου. Αν ληφθούν υπόψη, αφενός, ο χρόνος διάρκειας της έγγραφης διαδικασίας και, αφετέρου, ο χρόνος που απαιτείται σε πολλές περιπτώσεις για τη μετάφραση των διαδικαστικών εγγράφων, αυτό σημαίνει ότι το Γενικό Δικαστήριο είναι πλέον σε θέση να εκδικάζει τις περισσότερες υποθέσεις αμέσως μόλις ωριμάσουν, χωρίς να χρειάζεται να τις αφήσει στην άκρη για να δώσει προτεραιότητα σε εκκρεμείς υποθέσεις. Σημαίνει επίσης ότι, δουλεύοντας με τον ίδιο ρυθμό, το Γενικό Δικαστήριο δύσκολα θα περατώσει τόσο πολλές υποθέσεις το 2026.
Οι προσπάθειες τις οποίες κατέβαλαν τα Μέλη και το προσωπικό του Γενικού Δικαστηρίου, με τη συνδρομή των υπηρεσιών του θεσμικού οργάνου, είχαν ως αποτέλεσμα να μειωθεί σημαντικά η διάρκεια των διαδικασιών. Ο ακαθάριστος αριθμός των 18,9 μηνών δεν αντικατοπτρίζει πλήρως τη βελτίωση, λόγω του στατιστικού βάρους των 404 πανομοιότυπων κατ’ ουσίαν υποθέσεων, των οποίων ο χρόνος εκδίκασης υπερέβη τον μέσο όρο, αλλά αν όλες αυτές οι υποθέσεις υπολογιστούν ως μία, η μέση διάρκεια των διαδικασιών έπεσε από τους 18,5 στους 16,0 μήνες.
Σημειωτέον ότι:
- το ποσοστό των υποθέσεων που περατώθηκαν από πενταμελείς δικαστικούς σχηματισμούς, περιλαμβανομένου του τμήματος προδικαστικών υποθέσεων, ανέρχεται μεν σε 35,6 % (ακαθάριστη τιμή), πλην όμως, κατόπιν της απαραίτητης στατιστικής διόρθωσης για τις προαναφερθείσες 404 υποθέσεις, αντιπροσωπεύει το 12,5 % του συνόλου, έχοντας υποχωρήσει σε σχέση με το 2024 (20,2 %) και με το 2023 (13,6 %)·
- το 60,8 % των υποθέσεων περατώθηκε από τριμελείς δικαστικούς σχηματισμούς, ποσοστό που ωστόσο, με τα διορθωμένα λόγω της αναγκαίας προσαρμογής στοιχεία, «σκαρφαλώνει» στο 82,7 %, έναντι 75,4 % το 2024·
- δύο υποθέσεις περατώθηκαν από το τμήμα μείζονος συνθέσεως, το οποίο αποτελείται από δεκαπέντε δικαστές, καθώς και, για πρώτη φορά, άλλες δύο από το νεοσυσταθέν (το 2024) εννιαμελές τμήμα διευρυμένης συνθέσεως·
- καμία απόφαση δεν εκδόθηκε από μονομελή δικαστικό σχηματισμό, ενώ είχαν εκδοθεί τέσσερις τέτοιες αποφάσεις το 2024 και εννέα το 2023·
- το 2025 περατώθηκαν 39 διαδικασίες ασφαλιστικών μέτρων, επίδοση πολύ κοντινή στο επίπεδο των προηγούμενων ετών (42 το 2024 και 40 το 2023)·
- επί του συνόλου των υποθέσεων που περατώθηκαν το 2025, στο 60,4 % των περιπτώσεων εκδόθηκε απόφαση, αν και το ποσοστό αυτό διαμορφώνεται τελικά σε 46,2 %, με την απαιτούμενη στατιστική διόρθωση για τις 404 πανομοιότυπες κατ’ ουσίαν υποθέσεις. Επ’ ακροατηρίου συζήτηση διεξήχθη στο 78,4 % των υποθέσεων που περατώθηκαν με την έκδοση αποφάσεως, ή στο 61,7 %, κατόπιν της στατιστικής προσαρμογής.
Σε απόλυτους αριθμούς, το 2025 πραγματοποιήθηκαν 232 επ’ ακροατηρίου συζητήσεις (όσες ακριβώς και το 2024, ενώ το 2023 ήταν 286) για συνολικά 689 υποθέσεις (300 το 2024 και 419 το 2023).
Το 2025 έγιναν επίσης τρεις επ’ ακροατηρίου συζητήσεις με τηλεδιάσκεψη (δύο το 2024 και καμία το 2023).
Θα ήταν ακόμη χρήσιμο να επισημανθούν ορισμένα στοιχεία σχετικά τις αιτήσεις προδικαστικής αποφάσεως οι οποίες διαβιβάστηκαν στο Γενικό Δικαστήριο μετά την 1η Οκτωβρίου 2024. Το 2025 το Γενικό Δικαστήριο περάτωσε δεκαέξι προδικαστικές υποθέσεις, έντεκα με διάταξη και πέντε με απόφαση, ενώ οι δύο δικαστές που ορίστηκαν για να ασκούν καθήκοντα γενικού εισαγγελέα σε τέτοιες υποθέσεις ανέπτυξαν προτάσεις σε έξι περιπτώσεις. Ο μέσος χρόνος εκδίκασης ήταν μόλις 6,2 μήνες, λόγω της σύντομης διάρκειας ορισμένων διαδικασιών στις οποίες το αιτούν δικαστήριο γρήγορα απέσυρε την αίτησή του. Ως προς τις προδικαστικές υποθέσεις που περατώθηκαν με την έκδοση αποφάσεως, η μέση διάρκεια των διαδικασιών ήταν 10,9 μήνες και η ταχύτητα εκδίκασης κρίνεται, συνεπώς, πάρα πολύ ικανοποιητική, ακόμη και αν ληφθεί υπόψη ότι πέντε αποφάσεις εκδόθηκαν χωρίς διεξαγωγή επ’ ακροατηρίου συζήτησης και ανάπτυξη προτάσεων.
Από τις 1 167 υποθέσεις που παραμένουν εκκρεμείς ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου στις 31 Δεκεμβρίου 2025, οι 276 (23,7 %) εμπίπτουν στον τομέα της διανοητικής ιδιοκτησίας, οι 125 (10,7 %) αφορούν περιοριστικά μέτρα, οι 164 (14,1 %) ανήκουν στην κατηγορία «Υπαλληλικές υποθέσεις +» και οι 88 (7,5 %) άπτονται του θεσμικού δικαίου. Οι υπόλοιπες, δηλαδή περίπου το ήμισυ των εκκρεμών υποθέσεων, καλύπτουν ένα ευρύτατο φάσμα πεδίων, ενδεικτικό της τεράστιας ποικιλίας των υποθέσεων που υποβάλλονται στην κρίση του Γενικού Δικαστηρίου.
Συμπερασματικά, στο πρώτο πλήρες ημερολογιακό έτος μετά τη μεταβίβαση μέρους της προδικαστικής αρμοδιότητας στο Γενικό Δικαστήριο, το δικαιοδοτικό όργανο εμφανίζει θετικά αποτελέσματα. Χάρη στα οργανωτικά και θεσμικά μέτρα τα οποία έθεσε σε εφαρμογή, αλλά και στον εντατικό ρυθμό εργασίας του, επιδεικνύει ετοιμότητα κι εγρήγορση, εχέγγυα για μια αποτελεσματική διαχείριση του όγκου των υποθέσεων που εμπίπτουν στην αρμοδιότητά του.
[1] Για τις ανάγκες του παρόντος κειμένου, λογίζεται ως μία μόνον υπόθεση η σειρά των 404 προσφυγών που ασκήθηκαν το 2023, με γλώσσα διαδικασίας την ισπανική και πανομοιότυπο κατ’ ουσίαν αντικείμενο (T‑620/23 έως T‑1023/23), και περατώθηκαν το 2025.
[2] Από τις 23 Σεπτεμβρίου 2023 συγκαταλέγονται εκεί οι υποθέσεις που ανάγονται στη σχέση απασχόλησης μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του προσωπικού της και από τις 22 Σεπτεμβρίου 2025 συμπεριλαμβάνονται και οι υποθέσεις οι οποίες ανάγονται στις σχέσεις μεταξύ, αφενός, των ενωσιακών, θεσμικών ή άλλων, οργάνων και οργανισμών και, αφετέρου, των Μελών ή πρώην Μελών τους, καθώς και των προσώπων που κατέχουν ή κατείχαν θέση επί θητεία εντός των ενωσιακών, θεσμικών ή άλλων, οργάνων και οργανισμών.
