Δικαστικές στατιστικές του Δικαστηρίου - 2025

Εισαχθείσες υποθέσεις

Όπως και τα προηγούμενα χρόνια, έτσι και το περασμένο έτος χαρακτηρίστηκε από σημαντική εισροή νέων υποθέσεων, καθώς το 2025 πρωτοκολλήθηκαν στη Γραμματεία του Δικαστηρίου 889 υποθέσεις. Ο αριθμός αυτός δείχνει, εκ πρώτης όψεως, ελαφρά μειωμένος σε σχέση με το προηγούμενο έτος (2024), οπότε και πρωτοκολλήθηκαν 920 υποθέσεις, αλλά αν ληφθούν υπόψη οι 65 αιτήσεις προδικαστικής αποφάσεως οι οποίες κατατέθηκαν στο Δικαστήριο το 2025 και διαβιβάστηκαν στο Γενικό Δικαστήριο μετά την προκαταρκτική ανάλυση που προβλέπεται στο άρθρο 93α του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, τότε στην πραγματικότητα το 2025 εισήχθησαν στο Δικαστήριο 954 υποθέσεις, αριθμός που πλησιάζει πολύ το ρεκόρ το οποίο είχε καταγραφεί το 2019 με 966 εισαχθείσες υποθέσεις.

Αν εξετάσουμε πιο προσεκτικά την ειδολογική κατανομή των νέων υποθέσεων το 2025, δεν αποτελεί έκπληξη το γεγονός ότι οι προδικαστικές παραπομπές αντιπροσωπεύουν τη μερίδα του λέοντος. Εκτός από τις προαναφερθείσες 65 που διαβιβάστηκαν στο Γενικό Δικαστήριο διότι εμπίπτουν αποκλειστικά σε έναν ή περισσότερους από τους συγκεκριμένους τομείς στους οποίους αναφέρεται το άρθρο 50β του Οργανισμού του ΔΕΕ, το 2025 πρωτοκολλήθηκαν στη Γραμματεία του Δικαστηρίου 580 νέες αιτήσεις προδικαστικής αποφάσεως. Πρόκειται για τον υψηλότερο αριθμό της τελευταίας πενταετίας.

Όπως και το 2024, οι προδικαστικές παραπομπές του 2025 προήλθαν από πληθώρα κρατών μελών, με σημαντικό μερίδιο να καταλαμβάνουν οι αιτήσεις προδικαστικής αποφάσεως οι οποίες υποβλήθηκαν από τα ιταλικά δικαστήρια (110 αιτήσεις, το ήμισυ των οποίων χρονολογείται μόνον από τον Φεβρουάριο του 2025) και από τα πολωνικά δικαστήρια (63 αιτήσεις, οι περισσότερες σε ένα έτος από τότε που η χώρα προσχώρησε στην Ευρωπαϊκή Ένωση, το 2004).

Ο αυξημένος αριθμός παραπομπών από τα ιταλικά δικαστήρια οφείλεται, σε μεγάλο βαθμό, στο γεγονός ότι –ευρισκόμενα αντιμέτωπα με σωρεία προσφυγών που ασκούνται από υπηκόους τρίτων χωρών κατά των μέτρων απομάκρυνσης τα οποία λαμβάνουν οι εθνικές αρχές– τα δικαστήρια αυτά καλούνται να επιλύσουν ζητήματα ερμηνείας των διατάξεων της οδηγίας 2013/32/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013, σχετικά με κοινές διαδικασίες για τη χορήγηση και ανάκληση του καθεστώτος διεθνούς προστασίας, όπως η ερμηνεία της έννοιας «ασφαλής χώρα καταγωγής» [1].

Στην περίπτωση των πολωνικών δικαστηρίων, οι προδικαστικές παραπομπές τους εστίαζαν κυρίως στον τομέα της προστασίας των καταναλωτών, καθώς παραπάνω από τις μισές αιτήσεις προδικαστικής αποφάσεως τις οποίες υπέβαλαν στο Δικαστήριο το 2025 αφορούσαν την ερμηνεία των διατάξεων της οδηγίας 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 5ης Απριλίου 1993, σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες στις συμβάσεις που συνάπτονται με τους καταναλωτές [2], ή της οδηγίας 2008/48/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Απριλίου 2008, για τις συμβάσεις καταναλωτικής πίστης [3].

Αντίστροφα προς την άνοδο του αριθμού των προδικαστικών παραπομπών από τα ιταλικά και τα πολωνικά δικαστήρια, το 2025 κινήθηκαν σε πολύ χαμηλά επίπεδα οι αιτήσεις προδικαστικής αποφάσεως από τα εθνικά δικαστήρια της Γερμανίας και της Γαλλίας, με 61 και 17 προδικαστικές παραπομπές αντίστοιχα. Σημειωτέον, για τα μεν γαλλικά δικαστήρια, ότι ο αριθμός των αιτήσεων προδικαστικής αποφάσεως που υπέβαλαν είναι ένας από τους ισχνότερους της τελευταίας εικοσαετίας, για τα δε γερμανικά δικαστήρια, ότι πολλές από τις δικές τους προδικαστικές παραπομπές αφορούν ακριβώς τους ειδικούς τομείς στους οποίους η προδικαστική αρμοδιότητα έχει μεταβιβαστεί στο Γενικό Δικαστήριο, και πιο συγκεκριμένα το κοινό σύστημα φόρου προστιθέμενης αξίας καθώς και την αποζημίωση και την παροχή βοήθειας στους επιβάτες σε περίπτωση άρνησης επιβίβασης ή καθυστέρησης ή ακύρωσης μεταφορικών υπηρεσιών. Συνεπώς, στις 61 προδικαστικές υποθέσεις που θα εκδικαστούν από το ίδιο το Δικαστήριο, πρέπει να προστεθούν περισσότερες από είκοσι, οι οποίες κατατέθηκαν στο Δικαστήριο, αλλά διαβιβάστηκαν στο Γενικό Δικαστήριο για λόγους αρμοδιότητας.

Εκτός από τα στοιχεία για τα τέσσερα προαναφερθέντα κράτη μέλη, αξίζει να επισημανθεί ότι παρέμεινε σταθερά υψηλό το επίπεδο των προδικαστικών παραπομπών από τα αυστριακά και τα βουλγαρικά δικαστήρια, με 47 και 42 αιτήσεις προδικαστικής αποφάσεως αντίστοιχα, όπως επίσης και ότι υποβλήθηκε η πρώτη αίτηση προδικαστικής αποφάσεως από βρετανικό δικαστήριο μετά την έξοδο του Ηνωμένου Βασιλείου από την Ευρωπαϊκή Ένωση και τη λήξη της μεταβατικής περιόδου στις 31 Δεκεμβρίου 2020. Στηριζόμενη στο άρθρο 158, παράγραφος 1, της Συμφωνίας για την αποχώρηση του Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας από την Ευρωπαϊκή Ένωση και την Ευρωπαϊκή Κοινότητα Ατομικής Ενέργειας [4], η αίτηση υποβλήθηκε στις 24 Οκτωβρίου 2025 από το High Court of Justice (King’s Bench Division) και αφορά την ερμηνεία του άρθρου 17, παράγραφος 2, της προαναφερθείσας Συμφωνίας, το οποίο ρυθμίζει τα δικαιώματα διαμονής και άδειας διαμονής που αναγνωρίζονται στα συντηρούμενα μέλη της οικογένειας πολιτών της Ένωσης ή υπηκόων του Ηνωμένου Βασιλείου [5].

Όπως και τα προηγούμενα έτη, οι αιτήσεις αναιρέσεως κατά αποφάσεων του Γενικού Δικαστηρίου και οι ευθείες προσφυγές αποτέλεσαν, από αριθμητική άποψη, τη δεύτερη και την τρίτη κατηγορία νέων υποθέσεων ενώπιον του Δικαστηρίου το 2025. Με 245 υποθέσεις, οι αιτήσεις αναιρέσεως (είτε κατά αποφάσεων είτε κατά διατάξεων επί αιτήσεων ασφαλιστικών μέτρων και αιτήσεων παρεμβάσεως) εμφανίζουν μια μικρή υποχώρηση σε σχέση με το προηγούμενο έτος, όπου ο συνολικός τους αριθμός είχε φτάσει τις 277, ενώ αντιστρόφως οι ευθείες προσφυγές παρουσιάζουν ελαφρά αύξηση. Πέρα από κάποιες προσφυγές ακυρώσεως και μία αγωγή αποζημιώσεως, το 2025 ασκήθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου 50 προσφυγές λόγω παραβάσεως κράτους μέλους. Αφορούν περίπου 20 κράτη μέλη και καλύπτουν ένα ευρύ φάσμα θεμάτων, όπως την προστασία του περιβάλλοντος –σε όλες τις μορφές της (ποιότητα του αέρα, ποιότητα των υδάτων που προορίζονται για ανθρώπινη κατανάλωση, επεξεργασία αστικών λυμάτων, διαχείριση αποβλήτων, πρόληψη και μείωση των επιβλαβών συνεπειών της έκθεσης στον θόρυβο, διατήρηση των φυσικών οικοτόπων)–, την κοινωνική πολιτική και την καταπολέμηση της καταχρηστικής πρακτικής των διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου, καθώς και τις μεταφορές, τη φορολογία και την ελεύθερη κίνηση των κεφαλαίων. Ειδικότερα, τον Μάρτιο του 2025, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή άσκησε προσφυγές κατά έξι διαφορετικών κρατών μελών λόγω της παράλειψής τους να λάβουν τα αναγκαία μέτρα, ή να ανακοινώσουν τυχόν μέτρα που έλαβαν, για τη συμμόρφωσή τους προς την οδηγία (ΕΕ) 2021/2167 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Νοεμβρίου 2021, για τους διαχειριστές πιστώσεων και τους αγοραστές πιστώσεων και την τροποποίηση των οδηγιών 2008/48/ΕΚ και 2014/17/ΕΕ [6].

Τέλος, το κεφάλαιο αυτό για τις εισαχθείσες υποθέσεις θα ήταν ασφαλώς λειψό εάν δεν περιελάμβανε μια ξεχωριστή αναφορά στην αίτηση γνωμοδοτήσεως την οποία υπέβαλε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή στις 21 Νοεμβρίου 2025, ζητώντας από το Δικαστήριο να αποφανθεί αν το αναθεωρημένο σχέδιο συμφωνίας για την προσχώρηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης στη Σύμβαση για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (ΕΣΔΑ), που υπογράφηκε στη Ρώμη στις 4 Νοεμβρίου 1950, συμβιβάζεται με τις Συνθήκες. Η ως άνω αίτηση, η οποία υποβλήθηκε βάσει του άρθρου 218, παράγραφος 11, της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ), είναι η τρίτη κατά σειρά για το ίδιο ζήτημα, αφού είχαν προηγηθεί άλλες δύο, τον Απρίλιο του 1994 και τον Ιούλιο του 2013 αντίστοιχα, οι οποίες κατέληξαν με το Δικαστήριο να διαπιστώνει, στην πρώτη περίπτωση, ότι η (τότε) Κοινότητα δεν είχε αρμοδιότητα να προσχωρήσει στην ΕΣΔΑ [7] και, στη δεύτερη περίπτωση, ότι το σχέδιο συμφωνίας για την προσχώρηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην ΕΣΔΑ δεν συμβιβαζόταν με το άρθρο 6, παράγραφος 2, της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΣΕΕ) και με το πρωτόκολλο αριθ. 8 σχετικά με το εν λόγω άρθρο [8]. Το κείμενο που προέκυψε από τις διαπραγματεύσεις οι οποίες ακολούθησαν τη δεύτερη εκείνη γνωμοδότηση αποτελεί ακριβώς το αντικείμενο της νέας αιτήσεως που υποβλήθηκε το 2025 (1/25).

Για να ολοκληρώσουμε τη σύντομη αυτή επισκόπηση όσον αφορά τις εισαχθείσες υποθέσεις, αξίζει να σημειωθεί ότι ένα διόλου αμελητέο ποσοστό τους συνοδευόταν από αίτημα για επίσπευση της διαδικασίας, δεδομένου ότι αίτηση ή πρόταση εφαρμογής της ταχείας ή της επείγουσας διαδικασίας υποβλήθηκε σε 88 περιπτώσεις, ήτοι στο 10 % του συνόλου των νέων υποθέσεων για το 2025. Η επείγουσα προδικαστική διαδικασία εφαρμόστηκε πράγματι σε τέσσερις υποθέσεις κατά το περασμένο έτος [9], ενώ δύο αιτήσεις υπαγωγής στην ταχεία διαδικασία έγιναν δεκτές [10] και μία φορά η διαδικασία αυτή κινήθηκε αυτεπαγγέλτως από τον ίδιο τον Πρόεδρο σε μια ευαίσθητη υπόθεση που αφορούσε την ερμηνεία ορισμένων άρθρων της οδηγίας 2001/55/ΕΚ του Συμβουλίου, της 20ής Ιουλίου 2001, σχετικά με τις ελάχιστες προδιαγραφές παροχής προσωρινής προστασίας σε περίπτωση μαζικής εισροής εκτοπισθέντων και μέτρα για τη δίκαιη κατανομή των βαρών μεταξύ κρατών μελών όσον αφορά την υποδοχή και την αντιμετώπιση των συνεπειών της υποδοχής αυτών των ατόμων [11].

 

Περατωθείσες υποθέσεις

Παράλληλα με τον υψηλό αριθμό που καταγράφηκε στις εισαχθείσες υποθέσεις, το 2025 σημαδεύτηκε επίσης από εντατική δραστηριότητα κι έντονη παραγωγικότητα, αφού το Δικαστήριο περάτωσε 774 υποθέσεις, μια επίδοση η οποία βρίσκεται αρκετά κοντά στον μέσο όρο των παρελθόντων ετών (792 υποθέσεις το 2020, 772 το 2021, 808 το 2022 και 783 το 2023). Αληθεύει βέβαια ότι ο αριθμός αυτός είναι αισθητά χαμηλότερος εάν συγκριθεί ευθέως με τις υποθέσεις που περατώθηκαν το 2024 (862 υποθέσεις), αλλά πρέπει να υπενθυμιστεί ότι η συγκεκριμένη χρονιά είχε μια ιδιαιτερότητα καθώς, λόγω της μερικής ανανέωσης της σύνθεσης του Δικαστηρίου, έπρεπε οπωσδήποτε να περατωθεί μεγάλος αριθμός υποθέσεων πριν από την αποχώρηση των δικαστών των οποίων έληγε η θητεία.

Ας μη λησμονούμε εξάλλου ότι, κατά τον χρόνο συγγραφής του παρόντος, δεν υπάρχει απόλυτη πληρότητα στο δικαστικό σώμα, δεδομένου ότι ένας δικαστής που αποχώρησε από το Δικαστήριο τον Φεβρουάριο του 2024 δεν έχει ακόμη αντικατασταθεί, και ένας άλλος, ο οποίος απεβίωσε τον Ιούνιο του 2024 ενώ ήταν εν ενεργεία, αντικαταστάθηκε μόλις τον Ιούνιο του 2025, αφού πέρασε δηλαδή ένας ολόκληρος χρόνος. Τέτοιοι αστάθμητοι παράγοντες είναι εκτός της σφαίρας ελέγχου του Δικαστηρίου, αλλά επηρεάζουν αναπόφευκτα την παραγωγικότητά του.

Οι αιτήσεις προδικαστικής αποφάσεως και οι αιτήσεις αναιρέσεως αντιπροσωπεύουν, όπως ήταν αναμενόμενο εφόσον υπερέχουν αριθμητικά και ανάμεσα στις εισαχθείσες υποθέσεις, το μεγαλύτερο μέρος των υποθέσεων που περατώθηκαν από το δικαιοδοτικό όργανο: οι 561 προδικαστικές υποθέσεις και οι 156 αναιρετικές διαδικασίες οι οποίες έκλεισαν το 2025 αντιστοιχούν αθροιστικά σε κάτι παραπάνω από το 92 % του συνόλου των υποθέσεων που περατώθηκαν από το Δικαστήριο πέρυσι.

Όπως είναι ο κανόνας κατά τα τελευταία έτη, οι περισσότερες υποθέσεις περατώθηκαν, και πάλι, με την έκδοση αποφάσεως. Ειδικότερα, 447 αποφάσεις εκδόθηκαν το 2025, ενώ διατάξεις –αν δεν συνυπολογιστούν οι σχετικές με τη διαγραφή υποθέσεως, με την αναπομπή υποθέσεως ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου και με την κατάργηση δίκης–εκδόθηκαν σε λιγότερο από το 20 % των υποθέσεων που περατώθηκαν από το Δικαστήριο. Ο αριθμός των διατάξεων (116) ήταν πάντως αναλογικά υψηλότερος για τις αιτήσεις αναιρέσεως παρά για τις προδικαστικές παραπομπές. Οι διατάξεις που εκδόθηκαν βάσει των άρθρων 53 και/ή 99 του Κανονισμού Διαδικασίας αντιπροσωπεύουν μόνον το 12 % των προδικαστικών υποθέσεων που περατώθηκαν το 2025, τη στιγμή που οι διατάξεις οι οποίες εκδόθηκαν είτε βάσει των άρθρων 170α και 170β είτε βάσει των άρθρων 181 ή 182 του Κανονισμού Διαδικασίας ανέρχονται στο 35 % του συνόλου των αναιρετικών διαδικασιών που ολοκληρώθηκαν πέρυσι.

Μένοντας στο συγκεκριμένο είδος διαδικασιών, το πλέον αξιομνημόνευτο στοιχείο για το 2025 υπήρξε η μείωση του ποσοστού των αιτήσεων αναιρέσεως που ευδοκίμησαν. Χαρακτηριστικά, εκεί που το 2022, το 2023 και το 2024 το ποσοστό αυτό κυμαινόταν γύρω στο 20 %, το 2025 υποχώρησε στο 15 %. Από τις 156 αναιρετικές διαδικασίες που περατώθηκαν το περασμένο έτος, μόλις σε 24 περιπτώσεις εξαφανίστηκε η απόφαση ή η διάταξη του Γενικού Δικαστηρίου η οποία είχε προσβληθεί ενώπιον του Δικαστηρίου. Στις περισσότερες από αυτές (19), η υπόθεση αναπέμφθηκε από το Δικαστήριο στο Γενικό Δικαστήριο.

Εστιάζοντας στη δραστηριότητα του τμήματος έγκρισης της εξέτασης των αιτήσεων αναιρέσεως, παρατηρούμε ότι το 2025 έγιναν δεκτές δύο αιτήσεις έγκρισης, εκ των οποίων η μία αφορά νέο τομέα που προστέθηκε στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 58α του Οργανισμού του ΔΕΕ κατόπιν της νομοθετικής μεταρρύθμισης του 2024. Πρόκειται για αίτηση αναιρέσεως κατά αποφάσεως του Γενικού Δικαστηρίου σχετικής με την εκτέλεση σύμβασης που περιέχει ρήτρα απονομής διεθνούς δικαιοδοσίας, κατά την έννοια του άρθρου 272 ΣΛΕΕ. Η αίτηση έγκρισης της εξέτασης κατατέθηκε τον Δεκέμβριο του 2024, έγινε εν μέρει δεκτή στις 29 Απριλίου 2025 και η αναιρετική διαδικασία εκκρεμεί επί του παρόντος ενώπιον του Δικαστηρίου [12].

Εξετάζοντας τα στοιχεία σχετικά με τον τρόπο περάτωσης, διαπιστώνουμε ότι σε σχέση με προηγούμενα έτη ήταν λιγότερες, τόσο σε απόλυτο αριθμό όσο και σε ποσοστό, οι υποθέσεις που εκδικάστηκαν με ανάπτυξη προτάσεων. Το 2025, οι γενικοί εισαγγελείς ανέπτυξαν προτάσεις σε 239 υποθέσεις –ήτοι στο 31 % του συνολικού αριθμού των υποθέσεων που περατώθηκαν στη διάρκεια της χρονιάς– ενώ ο αντίστοιχος αριθμός ανερχόταν σε 336 υποθέσεις (ή 39 %) το 2024 και 283 υποθέσεις (ή 36 %) το 2023. Η μείωση αυτή εξηγείται, σε κάποιον βαθμό, από τη μεταβίβαση μέρους της προδικαστικής αρμοδιότητας στο Γενικό Δικαστήριο, το οποίο κάνει πλέον, με τη σειρά του, χρήση της σχετικής ευχέρειας προκειμένου να διαφωτίζεται από τις προτάσεις γενικώς εισαγγελέων σε υποθέσεις που μέχρι πρότινος εκδικάζονταν από το Δικαστήριο, κυρίως όμως οφείλεται στην έλλειψη πραγματικά καινοφανών νομικών ζητημάτων στους άλλους τομείς υποθέσεων, κάτι που οδήγησε το Δικαστήριο να εφαρμόσει πιο συχνά το άρθρο 20, πέμπτο εδάφιο, του Οργανισμού του ΔΕΕ, το οποίο προβλέπει τη δυνατότητα εκδίκασης χωρίς ανάπτυξη προτάσεων γενικού εισαγγελέα. Όπως προκύπτει από τους πίνακες που ακολουθούν, μόνο στους τομείς της ενέργειας και της ελεύθερης κυκλοφορίας των προσώπων σημειώθηκε το 2025, σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, πραγματική αύξηση του αριθμού των υποθέσεων στις οποίες οι γενικοί εισαγγελείς είχαν συμμετοχή στη διαδικασία.

Όσον αφορά τα στοιχεία σχετικά με το πώς κατανέμονται οι περατωθείσες υποθέσεις ανά δικαστικό σχηματισμό, τα τριμελή τμήματα εξέδωσαν μακράν τον μεγαλύτερο αριθμό αποφάσεων και διατάξεων, με 352 συνολικά για το 2025. Τα πενταμελή τμήματα περάτωσαν 255 υποθέσεις το ίδιο διάστημα, ενώ το τμήμα μείζονος συνθέσεως μόλις 35. Πρόκειται για μια αρκετά αισθητή μείωση σε σχέση με το προηγούμενο έτος, κατά το οποίο ο συγκεκριμένος δικαστικός σχηματισμός είχε περατώσει 75 υποθέσεις. Όπως προαναφέρθηκε, η διαφορά αυτή συνδέεται με την αναγκαστική αύξηση της παραγωγικότητας ενόψει της μερικής ανανέωσης της σύνθεσης του Δικαστηρίου τον Οκτώβριο του 2024 και με το γεγονός ότι, μεταξύ των αποφάσεων που εκδόθηκαν τότε, υπήρχε μία η οποία αφορούσε δεκαπέντε συνεκδικασθείσες προσφυγές σχετικές με την ενωσιακή νομοθεσία για τις οδικές μεταφορές.

Τέλος, η μέση διάρκεια των διαδικασιών, για όλες τις κατηγορίες υποθέσεων, ήταν 16,7 μήνες, έναντι 17,7 μηνών ένα χρόνο νωρίτερα. Μείωση της διάρκειας της διαδικασίας καταγράφηκε σε όλα τα είδη υποθέσεων: από 17,2 μήνες σε 16,9 μήνες για τις προδικαστικές υποθέσεις, από 21,5 μήνες σε 20 μήνες για τις ευθείες προσφυγές και από 18,4 μήνες σε 15,1 μήνες για τις αιτήσεις αναιρέσεως.

 

Εκκρεμείς υποθέσεις

Ως λογική απόρροια της ασυμμετρίας ανάμεσα στον αριθμό των υποθέσεων που εισήχθησαν και τον αριθμό των υποθέσεων που περατώθηκαν το περασμένο έτος, ο αριθμός των εκκρεμών υποθέσεων στις 31 Δεκεμβρίου 2025 ήταν υψηλότερος σε σύγκριση με τον αντίστοιχο της προηγούμενης χρονιάς. Συγκεκριμένα, οι εκκρεμείς υποθέσεις ανέρχονταν σε 1322, έναντι 1207 ένα χρόνο νωρίτερα. Και στις εκκρεμείς υποθέσεις ενώπιον του Δικαστηρίου, την πλειονότητα αποτελούν οι προδικαστικές παραπομπές και οι ευθείες προσφυγές, με 772 και 443 υποθέσεις αντίστοιχα.

 

[1]             ΕΕ L 180 της 29ης Ιουνίου 2013, σ. 60.

[2]             ΕΕ L 95 της 21ης Απριλίου 1993, σ. 29.

[3]             ΕΕ L 133 της 22ας Μαΐου 2008, σ. 66.

[4]             ΕΕ L 29 της 31ης Ιανουαρίου 2020, σ. 7.

[5]             Υπόθεση C-682/25, Crossryn.

[6]             ΕΕ L 438 της 8ης Δεκεμβρίου 2021, σ. 1. Πρόκειται για τις υποθέσεις C-207/25, C-208/25, C-210/25, C-212/25, C-213/25 και C-215/25, στις οποίες τα καθού κράτη μέλη είναι η Φινλανδία, η Βουλγαρία, η Ισπανία, η Ουγγαρία, οι Κάτω Χώρες και η Πορτογαλία αντίστοιχα.

[7]             Γνωμοδότηση 2/94 (Προσχώρηση της Κοινότητας στην ΕΣΔΑ), της 28ης Μαρτίου 1996 (EU:C:1996:140).

[8]             Γνωμοδότηση 2/13 (Προσχώρηση της Ένωσης στην ΕΣΔΑ), της 18ης Δεκεμβρίου 2014 (EU:C:2014:2454).

[9]             Πρόκειται για τις υποθέσεις C-135/25 PPU, Kachev (επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της 20ής Μαΐου 2025, EU:C:2025:366), C-219/25 PPU, Kamekris (επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της 19ης Ιουνίου 2025, EU:C:2025:456), C-313/25 PPU, Adrar (επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της 4ης Σεπτεμβρίου 2025, EU:C:2025:647), και C-712/25 PPU, Rastochev (επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της 12ης Φεβρουαρίου 2026, EU:C:2026:101).

[10]           Βλ. υποθέσεις C-280/25, Lin II, και C-440/25, Ebilum.

[11]           Υπόθεση C-195/25, Framholm (επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της 20ής Νοεμβρίου 2025, EU:C:2025:904).

[12]           Υπόθεση C-881/24 P, SC κατά Eulex Kosovo (διάταξη της 29ης Απριλίου 2025, EU:C:2025:313).