Ανεξαρτησία, αμεροληψία και πρόληψη των συγκρούσεων συμφερόντων
Η δικαστική ανεξαρτησία και η αμεροληψία των δικαστών αποτελούν θεμελιώδεις εγγυήσεις του κράτους δικαίου και του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη. Ως αρμόδιο για την απονομή της δικαιοσύνης θεσμικό όργανο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) υπόκειται σε ένα ολοκληρωμένο πλαίσιο κανόνων που έχουν διαμορφωθεί με σκοπό τη διασφάλιση των αρχών αυτών και την πρόληψη καταστάσεων στις οποίες θα μπορούσε να προκύψει σύγκρουση συμφερόντων.
Το πλαίσιο αυτό βασίζεται στις Συνθήκες, στον Οργανισμό του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στους Κανονισμούς Διαδικασίας του Δικαστηρίου και του Γενικού Δικαστηρίου και στον Κώδικα Δεοντολογίας των Μελών και των πρώην μελών του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Οι υφιστάμενες εγγυήσεις καλύπτουν κάθε στάδιο της επαγγελματικής σταδιοδρομίας των Μελών: την περίοδο πριν από τον διορισμό τους, την άσκηση των καθηκόντων τους και την περίοδο μετά το τέλος της θητείας τους.
Ένα πλαίσιο που ισχύει ήδη πριν από τον διορισμό
Οι πρώτες εγγυήσεις ισχύουν πριν από τον διορισμό σε θέση δικαστή ή γενικού εισαγγελέα.
Σύμφωνα με τις Συνθήκες, οι υποψήφιοι επιλέγονται μεταξύ προσωπικοτήτων που παρέχουν πλήρη εγγύηση ανεξαρτησίας και συγκεντρώνουν στις χώρες τους τις αναγκαίες προϋποθέσεις για τον διορισμό στα ανώτατα δικαστικά αξιώματα ή είναι Νομικoί αναγνωρισμένου κύρους.
Πριν τον διορισμό τους, οι υποψήφιοι αξιολογούνται από την επιτροπή του άρθρου 255 ΣΛΕΕ. Η επιτροπή αυτή, την οποία απαρτίζουν προσωπικότητες που παρέχουν πλήρη εχέγγυα ανεξαρτησίας, εξετάζει την επάρκεια των υποψηφίων υπό το πρίσμα διαφόρων κριτηρίων, όπως η ανεξαρτησία, η αμεροληψία, η ακεραιότητα και η δεοντολογική συμπεριφορά τους.
Αφού διοριστούν, τα Μέλη ορκίζονται ενώπιον του Δικαστηρίου, σε δημόσια συνεδρίαση, ότι θα ασκούν τα καθήκοντά τους με πλήρη αμεροληψία και ευσυνειδήτως και ότι θα τηρούν τις υποχρεώσεις που απορρέουν από το αξίωμά τους.
Εγγυήσεις κατά τη διάρκεια της θητείας
Το σύστημα αποτροπής περιπτώσεων σύγκρουσης συμφερόντων ισχύει καθόλη τη διάρκεια της θητείας των Μελών. Συνδυάζει γενικά προληπτικά μέτρα, εγγυήσεις σχετικά με την ανάθεση των υποθέσεων και μηχανισμούς που τίθενται σε εφαρμογή όταν απαιτείται περαιτέρω εξέταση μιας συγκεκριμένης περίπτωσης.
Γενικοί προληπτικοί μηχανισμοί
Τα Μέλη του ΔΕΕ υπόκεινται σε αυστηρούς κανόνες για τη διασφάλιση της ανεξαρτησίας τους.
Τα Μέλη δεν επιτρέπεται να ασκούν κανένα πολιτικό ή διοικητικό λειτούργημα και δεν μπορούν να ασκήσουν επαγγελματικές δραστηριότητες πλην εκείνων που αφορούν την άσκηση των δικαιοδοτικών καθηκόντων τους.
Επιπλέον, τα Μέλη μπορούν να ασκήσουν εξωτερικές δραστηριότητες που συνδέονται στενά με την εκπλήρωσή της αποστολής τους, εφόσον λάβουν προηγουμένως σχετική άδεια. Οι εν λόγω εξωτερικές δραστηριότητες περιλαμβάνουν την επίσημη εκπροσώπηση του θεσμικού οργάνου σε εκδηλώσεις ή τελετές ή τη συμμετοχή σε δραστηριότητες ευρωπαϊκού ενδιαφέροντος, όπως η διάδοση του ενωσιακού δικαίου και ο διάλογος με τα εθνικά και τα διεθνή δικαστήρια. Η άδεια μπορεί να χορηγηθεί μόνον εφόσον η δραστηριότητα συμβιβάζεται τόσο με την υποχρέωση του Μέλους να είναι πλήρως διαθέσιμο για την εκπλήρωση του έργου του στο ΔΕΕ όσο και με τις υποχρεώσεις ανεξαρτησίας, ακεραιότητας και αμεροληψίας. Το ζήτημα της συμβατότητας των δραστηριοτήτων εξετάζεται από τη γενική συνέλευση του Δικαστηρίου ή τη διοικητική ολομέλεια του Γενικού Δικαστηρίου, ανάλογα με το δικαιοδοτικό όργανο στο οποίο υπηρετεί το Μέλος.
Για λόγους διαφάνειας, λεπτομερή στοιχεία σχετικά με όλες τις εξωτερικές δραστηριότητες των Μελών δημοσιεύονται ετησίως στον ιστότοπο Curia.
Ιθαγένεια
Ουσιώδες χαρακτηριστικό της συγκρότησης και της λειτουργίας του ΔΕΕ είναι ότι οι δικαστές και οι γενικοί εισαγγελείς δεν εκπροσωπούν το κράτος μέλος της ιθαγένειάς τους. Σύμφωνα με τον όρκο τους, οι δικαστές και οι γενικοί εισαγγελείς ασκούν τα καθήκοντά τους με ανεξαρτησία και αμεροληψία και ενεργούν προς το γενικό συμφέρον της Ένωσης.
Αυτός είναι ο δικαιολογητικός λόγος του κανόνα του άρθρου 18 του Οργανισμού, σύμφωνα με τον οποίο οι διάδικοι δεν δύνανται, επικαλούμενοι είτε την ιθαγένεια δικαστή είτε την απουσία δικαστή της ιθαγένειάς τους, να ζητούν τη μεταβολή της σύνθεσης του οικείου δικαστικού σχηματισμού.
Δηλώσεις συμφερόντων
Όταν αναλαμβάνουν καθήκοντα, τα Μέλη υποχρεούνται να υποβάλουν στον Πρόεδρο δήλωση συμφερόντων. Επικαιροποιούν τη δήλωσή τους κάθε φορά που αλλάζει η κατάστασή τους και σε κάθε τριετή ανανέωση της σύνθεσης του ΔΕΕ.
Οι δηλώσεις συμφερόντων των μελών καλύπτουν ένα ευρύ φάσμα συμφερόντων και δραστηριοτήτων και συμπεριλαμβάνουν οπωσδήποτε τα κρίσιμα οικονομικά συμφέροντα και τα συμφέροντα σε ακίνητα, τις επαγγελματικές δραστηριότητες των συζύγων ή συντρόφων και ορισμένα μη αμειβόμενα ή τιμητικά καθήκοντα και διακρίσεις. «Κρίσιμα οικονομικά συμφέροντα» είναι η κυριότητα ή επικαρπία κάθε είδους χρηματοπιστωτικών τίτλων όπως, ενδεικτικώς, μετοχών, εταιρικών μεριδίων, ομολογιών ή επενδυτικών τίτλων, εξαιρουμένων των συμμετοχών τις οποίες διαχειρίζεται τρίτο πρόσωπο κατά τη διακριτική του ευχέρεια. Στις δηλώσεις συμφερόντων περιλαμβάνονται όχι μόνο τα οικονομικά συμφέροντα του ίδιου του δικαστή, αλλά και εκείνα του συζύγου ή συντρόφου καθώς και των εξαρτώμενων ανηλίκων τέκνων του.
Οι δηλώσεις συμφερόντων είναι σημαντικό στοιχείο του προληπτικού πλαισίου του ΔΕΕ. Σκοπός τους είναι να καταστήσουν ευχερέστερο τον εντοπισμό και την πρόληψη κάθε κατάστασης από την οποία θα μπορούσε να προκύψει σύγκρουση συμφερόντων ή κάθε κατάστασης η οποία θα μπορούσε αντικειμενικά να εκληφθεί ως τέτοια, σε σχέση με την εκδίκαση μιας υπόθεσης. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, επιτελούν λειτουργία μηχανισμού ο οποίος υπηρετεί τόσο τη διαφάνεια όσο και την πρόληψη.
Ανάθεση των υποθέσεων και αποχή από την εκδίκαση
Για την αποφυγή τυχόν σύγκρουσης συμφερόντων και ως μια πρώτη εγγύηση δικαστικής ανεξαρτησίας κατά την ανάθεση των υποθέσεων, ο Πρόεδρος του οικείου δικαιοδοτικού οργάνου λαμβάνει δεόντως υπόψη τις πληροφορίες που περιλαμβάνονται στις δηλώσεις συμφερόντων.
Η εκτίμηση αυτή διεξάγεται στο συγκεκριμένο πλαίσιο κάθε υπόθεσης, μέσω της σύγκρισης των επίδικων συμφερόντων στη διαφορά με εκείνα που έχουν δηλωθεί από το Μέλος. Εντάσσεται στο γενικότερο πλαίσιο της ανάλυσης που διενεργεί ο Πρόεδρος όχι μόνο για τη διασφάλιση της ποιότητας και της αμεροληψίας της δικαιοσύνης αλλά και για την επίτευξη της βέλτιστης κατανομής του φόρτου εργασίας μεταξύ των Μελών. Για την πολύπλευρη αυτή ανάλυση απαιτείται προκαταρκτική εξέταση της διαφοράς βάσει των δικογράφων (τα οποία είναι εμπιστευτικά), άρτια γνώση του περιεχόμενου της δήλωσης κάθε Μέλους και συνολική εικόνα των υποθέσεων ενώπιον του οικείου δικαιοδοτικού οργάνου. Επομένως, ως εκ της φύσης της, είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένη με τη δικαιοδοτική δραστηριότητα του ΔΕΕ και όχι με τη διοικητική του λειτουργία.
Μολονότι η ανάθεση των υποθέσεων αποτελεί σημαντικό στάδιο για την εφαρμογή στην πράξη των εγγυήσεων που ισχύουν στο ΔΕΕ όσον αφορά τη σύγκρουση συμφερόντων, η αποχή ενός Μέλους από την εκδίκαση μιας υπόθεσης λόγω τέτοιας σύγκρουσης συμφερόντων μπορεί να επέλθει –σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας– με πρωτοβουλία του Προέδρου, του ίδιου του Μέλους ή ενός διαδίκου.
Ειδικότερα, τα μέλη έχουν καθήκον να ενημερώνουν τον Πρόεδρο αν εκτιμούν ότι λόγω συγκεκριμένης περίστασης δεν μπορούν να μετάσχουν στην εκδίκαση μιας υπόθεσης. Ομοίως, αν ο Πρόεδρος εκτιμά ότι ένα Μέλος δεν πρέπει να λάβει μέρος στην εκδίκαση μιας υπόθεσης για συγκεκριμένο λόγο, ειδοποιεί σχετικά το Μέλος. Μέσω των μηχανισμών αυτών είναι δυνατή, σε κάθε στάδιο της δίκης, η αντιμετώπιση των ζητημάτων που μπορούν να ανακύψουν.
Στις ανωτέρω περιπτώσεις, το συγκεκριμένο Μέλος δεν μετέχει στην εκδίκαση της υπόθεσης.
Υποχρεώσεις μετά το τέλος της θητείας
Οι εγγυήσεις ανεξαρτησίας και αμεροληψίας συνεχίζουν να ισχύουν ακόμη και μετά τη λήξη της θητείας των Μελών.
Τα πρώην Μέλη εξακολουθούν να δεσμεύονται από υποχρεώσεις που απορρέουν από το δικαστικό αξίωμα που κατείχαν, συμπεριλαμβανομένων των καθηκόντων ακεραιότητας και εχεμύθειας.
Ο Κώδικας Δεοντολογίας προβλέπει επίσης συγκεκριμένους περιορισμούς οι οποίοι αποσκοπούν στην αποτροπή αλληλεπικαλύψεων μεταξύ των προηγούμενων δικαιοδοτικών καθηκόντων και μεταγενέστερων επαγγελματικών δραστηριοτήτων. Για τρία έτη μετά τη λήξη της θητείας τους, τα πρώην Μέλη δεν μπορούν να είναι εκπρόσωποι διαδίκων ενώπιον του ΔΕΕ. Επιπλέον περιορισμοί ισχύουν για τις υποθέσεις που εκκρεμούσαν κατά τη διάρκεια της θητείας τους ή οι οποίες συνδέονται σαφώς με υποθέσεις με τις οποίες ασχολήθηκαν ως δικαστές ή γενικοί εισαγγελείς.
Οι ρυθμίσεις αυτές συμβάλλουν στη διαφύλαξη της εμπιστοσύνης στην ανεξαρτησία του ΔΕΕ και στην ακεραιότητα των δικαστικών διαδικασιών που διεξάγονται ενώπιόν του.
Ένα ολοκληρωμένο σύστημα εγγυήσεων
Το ΔΕΕ επανεξετάζει τους εσωτερικούς κανόνες και πρακτικές ανά τακτά χρονικά διαστήματα και υπό το πρίσμα των μεταβαλλόμενων προσδοκιών όσον αφορά τη διαφάνεια και την εμπιστοσύνη του κοινού.
Η πρόληψη των συγκρούσεων συμφερόντων στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν στηρίζεται αποκλειστικά σε έναν μηχανισμό. Διασφαλίζεται μέσω ενός ολοκληρωμένου πλαισίου το οποίο συνδυάζει κριτήρια επάρκειας, δεοντολογικές υποχρεώσεις, περιορισμούς στις εξωτερικές δραστηριότητες, δηλώσεις συμφερόντων, εγγυήσεις κατά την ανάθεση των υποθέσεων, καθήκον αποχής από την εκδίκαση όπου αυτό είναι αναγκαίο και περιορισμούς μετά το τέλος της θητείας.
Στο σύνολό τους οι ανωτέρω εγγυήσεις αποσκοπούν στην προστασία της ανεξαρτησίας και της αμεροληψίας των Μελών του ΔΕΕ και στη διαφύλαξη της εμπιστοσύνης του κοινού στην απονομή της δικαιοσύνης εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
