Δικαιώματα των καταναλωτών
Το ενωσιακό δίκαιο παρέχει ισχυρή προστασία στους καταναλωτές με σκοπό να εξασφαλίσει τη δίκαιη μεταχείρισή τους στις συναλλαγές τους με τις επιχειρήσεις, ιδίως σε τομείς όπως η σύναψη συμβάσεων, η ασφάλεια των προϊόντων και η ακρίβεια των πληροφοριών. Σε αρκετές περιπτώσεις, το ΔΕΕ έχει διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο στην αποσαφήνιση και την εδραίωση αυτών των προστατευτικών μέτρων υπέρ των καταναλωτών. Από τη θωράκισή τους απέναντι στις καταχρηστικές συμβατικές ρήτρες έως την προάσπιση των δικαιωμάτων τους όταν κάνουν αγορές στο διαδίκτυο, το ΔΕΕ έχει συμβάλει στη διαμόρφωση και την κατοχύρωση των δικαιωμάτων των καταναλωτών σε ολόκληρη την Ένωση.
Προστασία των καταναλωτών
Η προστασία των καταναλωτών βάσει του ενωσιακού δικαίου καλύπτει ένα ευρύ φάσμα τομέων, ώστε να διασφαλίζεται ότι οι συναλλαγές μεταξύ επιχειρήσεων και καταναλωτών είναι δίκαιες, διαφανείς και ασφαλείς. Η νομολογία του ΔΕΕ αποκρυσταλλώνει το πώς πρέπει να ερμηνεύεται, να εφαρμόζεται και να τηρείται το ενωσιακό δίκαιο προστασίας των καταναλωτών σε όλα τα κράτη μέλη. Στο πλαίσιο αυτό, έχουν δοθεί απαντήσεις σε καίρια ερωτήματα, όπως:
- Πώς εγγυάται η Ένωση ότι η επισήμανση των προϊόντων παρέχει στους καταναλωτές ακριβείς και μη παραπλανητικές πληροφορίες;
- Ποια είδη εμπορικών πρακτικών απαγορεύονται από το ενωσιακό δίκαιο, προκειμένου να προστατεύονται οι καταναλωτές από παραπλανητικές ή επιθετικές συμπεριφορές;
- Πώς προστατεύει το ενωσιακό δίκαιο τους καταναλωτές όταν τα προϊόντα είναι ελαττωματικά ή υπάρχει «έλλειψη συμμόρφωσης» με τη σύμβαση πώλησης;
- Πώς προστατεύει το ενωσιακό δίκαιο τους καταναλωτές από καταχρηστικές ρήτρες συμβάσεων, ιδίως σε περιπτώσεις που αφορούν δάνεια σε ξένο νόμισμα και συναλλαγματικούς κινδύνους;
Επισήμανση των τροφίμων
Ακρογωνιαίος λίθος της προστασίας των καταναλωτών στην Ένωση είναι η αρχή ότι στις ετικέτες των προϊόντων πρέπει να αναγράφονται σαφείς και ακριβείς πληροφορίες. Οι καταναλωτές πρέπει να είναι επαρκώς ενημερωμένοι για τα συστατικά των τροφίμων και των ποτών που αγοράζουν, ώστε να μπορούν να λαμβάνουν τεκμηριωμένες αποφάσεις σχετικά με τη διατροφή τους.
Το 2014, γερμανικό δικαστήριο έθεσε στο Δικαστήριο το ερώτημα αν η επισήμανση τροφίμου μπορεί να θεωρηθεί παραπλανητική σε περίπτωση που δημιουργεί εσφαλμένη εντύπωση παρότι ο ίδιος ο κατάλογος των συστατικών είναι ακριβής. Η Teekanne πωλούσε ένα αφέψημα φρούτων, στη συσκευασία του οποίου υπήρχαν εικόνες με σμέουρα και άνθη βανίλιας, συνοδευόμενες από περιγραφές όπως «φυσικά αρώματα» και «γεύση σμέουρο-βανίλια». Στην πραγματικότητα, το αφέψημα δεν περιείχε συστατικά από σμέουρο ή βανίλια. Το Δικαστήριο έκρινε ότι η επισήμανση προϊόντος μπορεί να είναι παραπλανητική εάν υποδηλώνει την παρουσία συστατικών που δεν περιέχονται πραγματικά στο προϊόν – ακόμη και αν ο ίδιος ο κατάλογος των συστατικών είναι ορθός και πλήρης. Είναι δικαίωμα των καταναλωτών να έχουν σωστή, ουδέτερη και αντικειμενική πληροφόρηση, καθώς και να μη διατρέχουν κίνδυνο παραπλάνησης (C-195/14 Teekanne).
Την ίδια πάλι χρονιά, γαλλικό δικαστήριο ζήτησε καθοδήγηση από το Δικαστήριο σε υπόθεση που αφορούσε την περιεκτικότητα ενός εμφιαλωμένου μεταλλικού νερού σε νάτριο. Το 2009, οι γαλλικές αρχές είχαν διατάξει τη Neptune Distribution – η οποία εμπορευόταν τα ανθρακούχα μεταλλικά νερά Saint-Yorre και Vichy Célestins – να αφαιρέσει από τις ετικέτες των προϊόντων της τους ισχυρισμούς ότι τα νερά είχαν χαμηλή περιεκτικότητα σε αλάτι ή νάτριο, και πιο συγκεκριμένα να αφαιρέσει δηλώσεις όπως «λιγότερο αλάτι απ’ όσο περιέχεται σε ένα λίτρο γάλα». Το γαλλικό δικαστήριο ρώτησε το Δικαστήριο αν η περιεκτικότητα σε νάτριο πρέπει να υπολογίζεται αποκλειστικά με βάση το επιτραπέζιο αλάτι (χλωριούχο νάτριο) ή αν πρέπει να περιλαμβάνει όλες τις μορφές του νατρίου, όπως το όξινο ανθρακικό νάτριο. Το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι όλες οι μορφές νατρίου – επιτραπέζιο αλάτι και όξινο ανθρακικό νάτριο – πρέπει να αναγράφονται στη συσκευασία του εμφιαλωμένου νερού. Ο καταναλωτής θα μπορούσε να παραπλανηθεί εάν το μεταλλικό νερό περιγραφόταν ως χαμηλής περιεκτικότητας σε αλάτι, αλλά, στην πραγματικότητα, είχε υψηλά επίπεδα όξινου ανθρακικού νατρίου (C-157/14 Neptune Distribution).
Επιθετικές και παραπλανητικές εμπορικές πρακτικές
Το ενωσιακό δίκαιο απαγορεύει τυχόν αθέμιτες, παραπλανητικές και επιθετικές εμπορικές πρακτικές που είναι πιθανόν να αλλοιώσουν την οικονομική συμπεριφορά των καταναλωτών. Στις πρακτικές αυτές περιλαμβάνονται η ψευδής διαφήμιση, οι κρυφές χρεώσεις και οι παραπλανητικές τακτικές πωλήσεων που ενδέχεται να οδηγήσουν τους καταναλωτές σε αποφάσεις τις οποίες διαφορετικά δεν θα έπαιρναν.
Το 2011, δικαστήριο του Ηνωμένου Βασιλείου ζήτησε από το Δικαστήριο να διευκρινίσει αν το ενωσιακό δίκαιο επιτρέπει στις επιχειρήσεις να χρεώνουν στους καταναλωτές οποιοδήποτε τέλος, έστω και ελάχιστο, προκειμένου να μπορέσουν να παραλάβουν ένα έπαθλο το οποίο έχουν κερδίσει. Πέντε εταιρίες του Ηνωμένου Βασιλείου είχαν αποστείλει διαφημιστικό υλικό, ενημερώνοντας τους παραλήπτες ότι είχαν κερδίσει ένα έπαθλο, πλην όμως για να το πάρουν έπρεπε να καλέσουν αριθμούς υψηλής χρέωσης και να στείλουν SMS. Επίσης, οι εταιρίες απαιτούσαν από τους παραλήπτες να προβούν σε πρόσθετα έξοδα για να κάνουν χρήση του επάθλου τους: παραδείγματος χάριν, προσφέρονταν κρουαζιέρες στη Μεσόγειο, αλλά οι νικητές καλούνταν να πληρώσουν για ασφάλιση, αναβάθμιση καμπίνας, φαγητό, ποτά και λιμενικά τέλη. Το Δικαστήριο κατέστησε σαφές ότι απαγορεύεται στους εμπόρους να χρησιμοποιούν επιθετικές πρακτικές που παραπλανούν τους καταναλωτές δημιουργώντας τους την εσφαλμένη εντύπωση ότι έχουν κερδίσει έπαθλο ενώ, στην πραγματικότητα, πρέπει να επιβαρυνθούν με κάποιο κόστος για να το αποκτήσουν. Το ίδιο ισχύει ακόμη και αν το κόστος είναι αμελητέο σε σύγκριση με την αξία του επάθλου ή αν ο έμπορος δεν αντλεί άμεσα όφελος από αυτή την επιβάρυνση (C-428/11 Purely Creative).
Το 2015, γερμανικό δικαστήριο υπέβαλε στο Δικαστήριο προδικαστικό ερώτημα στο πλαίσιο υπόθεσης που αφορούσε την εταιρία Comtech και τον ειδικό αριθμό τηλεφώνου 0180 τον οποίο χρησιμοποιούσε για την εξυπηρέτηση πελατών μετά την πώληση. Ενώ το πρόθεμα 0180 χρησιμοποιείται κανονικά για υπηρεσίες υποστήριξης με ενιαία εθνική χρέωση, οι κλήσεις προς τον συγκεκριμένο αριθμό ήταν ακριβότερες απ’ ό,τι οι συνήθεις κλήσεις προς αριθμούς σταθερής ή κινητής τηλεφωνίας. Μια γερμανική ένωση προστασίας καταναλωτών ισχυρίστηκε ότι επρόκειτο για αθέμιτη εμπορική πρακτική. Το Δικαστήριο έκρινε ότι το κόστος των κλήσεων προς τηλεφωνικό αριθμό εξυπηρέτησης μετά την πώληση δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει το κόστος μιας συνήθους κλήσης. Συνέτρεχε επομένως περίπτωση αθέμιτης εμπορικής πρακτικής διότι οι υψηλότερες χρεώσεις ενδέχεται να αποθάρρυναν τους πελάτες από τη χρήση τηλεφωνικών γραμμών υποστήριξης μέσω των οποίων θα μπορούσαν να ζητήσουν πληροφορίες ή να ασκήσουν τα δικαιώματα που έχουν ως καταναλωτές (C-568/15 Zentrale zur Bekämpfung unlauteren Wettbewerbs Frankfurt am Main).
Δύο χρόνια αργότερα, μια προδικαστική παραπομπή από ιταλικό δικαστήριο είχε ως αντικείμενο «την παροχή μη παραγγελθέντων», δηλαδή την πρακτική του να χρεώνεται ο καταναλωτής για προϊόντα ή υπηρεσίες που τέθηκαν στη διάθεσή του χωρίς όμως εκείνος να το έχει ζητήσει. Η υπόθεση αφορούσε τις εταιρίες Wind Tre και Vodafone Italia και την πρακτική τους να πωλούν κάρτες SIM με προεγκατεστημένες και προενεργοποιημένες υπηρεσίες διαδικτύου και φωνητικού ταχυδρομείου, για τις οποίες ο χρήστης χρεωνόταν, εκτός αν ζητούσε ρητά την απενεργοποίησή τους. Οι καταναλωτές δεν ενημερώνονταν επαρκώς για τις σχετικές χρεώσεις, ενώ η υπηρεσία πρόσβασης στο διαδίκτυο μπορούσε μάλιστα να έχει ως αποτέλεσμα και την πραγματοποίηση συνδέσεων εν αγνοία του χρήστη, μέσω των λεγόμενων «always-on» εφαρμογών. Το Δικαστήριο υπογράμμισε ότι επρόκειτο για «παροχή μη παραγγελθέντων», η οποία συνιστά αθέμιτη και επιθετική εμπορική πρακτική. Δεν ήταν δυνατόν να γίνει δεκτό ότι οι καταναλωτές «αποδέχθηκαν ελεύθερα» τις υπηρεσίες αυτές, εφόσον δεν είχαν ενημερωθεί ούτε για το κόστος τους ούτε για το γεγονός ότι ήταν προεγκατεστημένες και προενεργοποιημένες στην κάρτα SIM (C-54/17, C-55/17 Wind Tre).
Ελαττωματικά προϊόντα
Το ενωσιακό δίκαιο απαιτεί να είναι όλα τα προϊόντα σύμφωνα με τις προδιαγραφές οι οποίες ορίζονται στη σύμβαση πώλησής τους. Αυτό σημαίνει ότι τα προϊόντα πρέπει να αντιστοιχούν στην περιγραφή, την ποιότητα, τη λειτουργικότητα και τον σκοπό που έχουν συμφωνηθεί με τη σύμβαση. Επιπλέον, πρέπει να εξυπηρετούν τη χρήση για την οποία προορίζονται, να ταιριάζουν με οποιοδήποτε δείγμα ή μοντέλο παρουσιάστηκε πριν την αγορά, να περιλαμβάνουν όλα τα απαραίτητα εξαρτήματα και να ανταποκρίνονται στις εύλογες προσδοκίες των καταναλωτών.
Το 2013, ολλανδικό δικαστήριο ζήτησε καθοδήγηση από το Δικαστήριο αναφορικά με την υπόθεση της F. Faber, η οποία είχε αγοράσει μεταχειρισμένο αυτοκίνητο που πήρε φωτιά και καταστράφηκε ολοσχερώς τον Σεπτέμβριο του 2008, τέσσερις μήνες μετά την πώληση. H F. Faber θεώρησε ότι η αντιπροσωπεία αυτοκινήτων από την οποία είχε προμηθευτεί το αυτοκίνητο ήταν υπεύθυνη για τη ζημία. Η αντιπροσωπεία αρνήθηκε κάθε ευθύνη και η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης στάθηκε αδύνατη καθώς το αυτοκίνητο είχε αποσυναρμολογηθεί. Το Δικαστήριο έκρινε ότι κάθε ελάττωμα το οποίο εμφανίζεται εντός έξι μηνών από την παράδοση του προϊόντος τεκμαίρεται ότι υφίστατο ήδη κατά τον χρόνο παράδοσης. Ο καταναλωτής οφείλει μεν να αποδείξει ότι το ελάττωμα πράγματι υπήρξε και ότι εκδηλώθηκε εντός εξαμήνου, πλην όμως δεν χρειάζεται να αποδείξει την αιτία ή την προέλευση του ελαττώματος (C-497/13 Froukje Faber).
Μερικά χρόνια νωρίτερα, γερμανικό δικαστήριο υπέβαλε στο Δικαστήριο το ερώτημα αν το ενωσιακό δίκαιο επιτρέπει στους πωλητές να χρεώνουν στους καταναλωτές αποζημίωση για τη χρήση που έχει γίνει σε ελαττωματικά προϊόντα πριν από την επιστροφή και την αντικατάστασή τους. Στην υπόθεση εκείνη, Γερμανίδα καταναλώτρια επέστρεψε έναν ελαττωματικό φούρνο στο κατάστημα πώλησης οικιακών ειδών Quelle, το οποίο τον αντικατέστησε με νέα συσκευή, αλλά της χρέωσε 69,97 ευρώ για τη χρήση της αρχικής συσκευής. Το Δικαστήριο κατέστησε σαφές ότι οι καταναλωτές δεν υποχρεούνται να καταβάλλουν αποζημίωση στους πωλητές για τη χρήση ελαττωματικών προϊόντων πριν από την αντικατάστασή τους. Οι πωλητές, ως υπεύθυνοι για τα ελαττώματα του προϊόντος, πρέπει να φέρουν και τις συνέπειες (C-404/06 Quelle).
Τρία χρόνια αργότερα, δύο γερμανικά δικαστήρια έθεσαν στο Δικαστήριο το ερώτημα αν το ενωσιακό δίκαιο απαιτεί από τους πωλητές να καλύπτουν το κόστος της αφαίρεσης των ελαττωματικών προϊόντων και της εγκατάστασης νέων προς αντικατάστασή τους. Στην πρώτη υπόθεση, ο J. Wittmer είχε αγοράσει γυαλισμένα πλακάκια, αλλά κατόπιν της τοποθέτησής τους διαπίστωσε ότι ήταν ελαττωματικά και έπρεπε όλα να αντικατασταθούν – με κόστος που υπερέβαινε το τετραπλάσιο της αρχικής τιμής. Στη δεύτερη υπόθεση, η I. Putz είχε αγοράσει πλυντήριο πιάτων το οποίο αποδείχθηκε ελαττωματικό. Συμφώνησε με τον πωλητή για την αντικατάσταση του πλυντηρίου, αλλά απαίτησε είτε να αφαιρέσει εκείνος την ελαττωματική συσκευή και να εγκαταστήσει τη νέα είτε να αναλάβει το κόστος της απομάκρυνσης του παλαιού και της τοποθέτησης του νέου πλυντηρίου. Το Δικαστήριο συμφώνησε με την I. Putz. Επισήμανε ωστόσο ότι η κάλυψη του κόστους αφαίρεσης και νέας εγκατάστασης μπορεί να περιοριστεί κατ’ αναλογία, αφενός, προς την αξία την οποία θα είχε το προϊόν σε περίπτωση συμμόρφωσης με τους όρους της σύμβασης και, αφετέρου, προς τον βαθμό της έλλειψης συμμόρφωσης που διαπιστώθηκε (C-65/09 και C-87/09 Gebr. Weber και Putz).
Καταχρηστικές ρήτρες στις καταναλωτικές συμβάσεις
Το ενωσιακό δίκαιο προβλέπει ότι οι καταναλωτές δεν δεσμεύονται από τυχόν καταχρηστικές ρήτρες στις συμβάσεις τις οποίες συνάπτουν με πωλητές ή προμηθευτές. Σκοπός της ως άνω αρχής, που κατοχυρώνεται στην οδηγία για τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων, είναι να προστατεύονται οι καταναλωτές από την ανισορροπία η οποία μπορεί να προκύψει, ως προς τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις, σε περιπτώσεις τυποποιημένων συμβάσεων που δεν αποτελούν αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης. Η νομολογία του Δικαστηρίου στον τομέα αυτόν είναι πλούσια.
Σε μια σειρά υποθέσεων, το Δικαστήριο κλήθηκε να απαντήσει στο ερώτημα αν τα εθνικά δικαστήρια οφείλουν να εξετάζουν αυτεπαγγέλτως την καταχρηστικότητα των ρητρών στις καταναλωτικές συμβάσεις.
Στην πρώτη υπόθεση, μια Ούγγρη καταναλώτρια, η S. Győrfi, δεσμευόταν από ρήτρα στη σύμβαση κινητής τηλεφωνίας της, η οποία όριζε συγκεκριμένο ουγγρικό δικαστήριο ως αρμόδιο για την εκδίκαση οποιασδήποτε διαφοράς από τη σύμβαση. Η έδρα του δικαστηρίου εκείνου απείχε 275 χλμ. από την κατοικία της καταναλώτριας και η συγκοινωνία ήταν περιορισμένη. Το ίδιο το δικαστήριο που ήταν αρμόδιο βάσει της σύμβασης διερωτήθηκε αν η ρήτρα ήταν καταχρηστική. Το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι τα εθνικά δικαστήρια οφείλουν να εξετάζουν αυτεπαγγέλτως αν οι συμβατικές ρήτρες είναι καταχρηστικές – ακόμη και αν ο καταναλωτής δεν επικαλείται την καταχρηστικότητά τους (C-243/08 Pannon GSM).
Σε μια μεταγενέστερη υπόθεση, το Δικαστήριο αποσαφήνισε ότι αυτή η υποχρέωση των εθνικών δικαστηρίων ισχύει και για τις διαδικασίες αφερεγγυότητας. Στη συγκεκριμένη υπόθεση επρόκειτο για ζευγάρι Τσέχων που κλήθηκε να εξοφλήσει ολοσχερώς ένα καταναλωτικό δάνειο και, παράλληλα, να καταβάλει βαριές ποινικές ρήτρες επειδή παρέλειψε να γνωστοποιήσει προηγούμενη κατάσχεση ακινήτου. Το Δικαστήριο έκρινε, επιπλέον, ότι τα εθνικά δικαστήρια οφείλουν να βεβαιώνονται ότι οι πληροφορίες που περιλαμβάνονται στις συμβάσεις καταναλωτικής πίστης παρέχονται με σαφή και ευσύνοπτο τρόπο (C-377/14 Radlinger and Radlingerová).
Σε μια τρίτη υπόθεση, το Δικαστήριο διευκρίνισε περαιτέρω ότι η υποχρέωση εξέτασης καλύπτει όλους τους όρους της σύμβασης, ακόμη και όταν δεν αμφισβητούνται από τον καταναλωτή. Το ζήτημα ανέκυψε και πάλι στην Ουγγαρία, όπου μια καταναλώτρια, η G. Lintner, είχε μεν προσβάλει μια ρήτρα η οποία επέτρεπε στην τράπεζα να τροποποιήσει μονομερώς τη μεταξύ τους συναφθείσα σύμβαση δανείου, πλην όμως υπήρχαν και άλλοι όροι που θα μπορούσαν να θεωρηθούν καταχρηστικοί (C-511/17 Lintner κατά UniCredit Bank Hungary).
Το Δικαστήριο έχει πάντως οριοθετήσει τον ρόλο των εθνικών δικαστηρίων στο πλαίσιο αυτό. Ένα ισπανικό δικαστήριο είχε μειώσει τους τόκους υπερημερίας για δάνειο αυτοκινήτου από 29 % σε 19 %. Απαντώντας σε ερώτημα ανώτερου δικαστηρίου που δίκαζε κατ’ έφεση, το Δικαστήριο έκρινε ότι τα εθνικά δικαστήρια δεν επιτρέπεται να τροποποιήσουν το περιεχόμενο καταχρηστικής συμβατικής ρήτρας – οφείλουν μόνο να την κηρύξουν ανεφάρμοστη (C-618/10 Banco Español de Crédito).
Παραδείγματα καταχρηστικών ρητρών
Το 2022, πολωνικό δικαστήριο ρώτησε το Δικαστήριο αν το κόστος της πίστωσης εκτός των τόκων είναι αθέμιτο σε περίπτωση που τα σχετικά έξοδα είναι υπερβολικά υψηλά σε σχέση με την παρεχόμενη υπηρεσία. Τρεις Πολωνοί καταναλωτές είχαν συνάψει συμβάσεις δανείου που περιελάμβαναν σημαντικές πρόσθετες χρεώσεις, ορισμένες από τις οποίες έπρεπε να εξοφληθούν σε μετρητά στην κατοικία του δανειολήπτη. Το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι ένας συμβατικός όρος είναι καταχρηστικός εφόσον δημιουργεί σημαντική ανισορροπία στα δικαιώματα των συμβαλλόμενων μερών εις βάρος του καταναλωτή – για παράδειγμα, σε περίπτωση που τα ποσά τα οποία χρεώνονται ως πρόσθετα έξοδα είναι σαφώς δυσανάλογα σε σχέση με το ποσό του δανείου ή με την παρεχόμενη υπηρεσία (C-321/22 Provident Polska).
Έναν χρόνο αργότερα, λεττονικό δικαστήριο ζήτησε καθοδήγηση σε υπόθεση που αφορούσε μια 15ετή σύμβαση μεταξύ ενός νεαρού καλαθοσφαιριστή και μιας εταιρίας που παρείχε υπηρεσίες ανάπτυξης σταδιοδρομίας. Η σύμβαση κάλυπτε διάφορες υπηρεσίες, όπως την προπόνηση, την ιατρική υποστήριξη και το μάρκετινγκ, με αντάλλαγμα το 10 % του καθαρού εισοδήματος του παίκτη από επαγγελματικές αθλητικές δραστηριότητες. Ο παίκτης έγινε επιτυχημένος, οι απολαβές του ξεπέρασαν τα 16 εκατομμύρια ευρώ και, ως εκ τούτου, αναγκάστηκε να καταβάλει πάνω από 1,6 εκατομμύρια ευρώ στην εταιρία. Τέθηκε λοιπόν το ζήτημα αν, βάσει του ενωσιακού δικαίου, αυτή η μακροχρόνια και δυνητικά επαχθής δέσμευση ήταν δίκαιη. Το Δικαστήριο έκρινε ότι τέτοιοι συμβατικοί όροι θα μπορούσαν πράγματι να θεωρηθούν καταχρηστικοί. Για να αξιολογήσει κατά πόσον ήταν δίκαιοι, το εθνικό δικαστήριο έπρεπε να λάβει υπόψη αν ήταν σαφείς και κατανοητοί. Ένα ακόμη ουσιώδες στοιχείο είναι η διαφάνεια: πρέπει να παρέχονται στον καταναλωτή επαρκείς πληροφορίες ώστε να είναι σε θέση να εκτιμήσει τις οικονομικές συνέπειες της δέσμευσης που αναλαμβάνει (C-365/23 Arce).
Δάνεια σε ξένα νομίσματα
Το Δικαστήριο έχει επίσης ασχοληθεί συχνά με το φαινόμενο της συνομολόγησης δανείων σε αλλοδαπό νόμισμα, στο πλαίσιο υποθέσεων στις οποίες κλήθηκε να εξετάσει αν οι όροι των δανείων αυτών – ιδίως όσον αφορά τους συναλλαγματικούς κινδύνους – είναι σαφείς και δίκαιοι για τους καταναλωτές. Σε πολλές περιπτώσεις, μετά από αλλαγές στη συναλλαγματική ισοτιμία, οι καταναλωτές βρίσκονται αντιμέτωποι με πολύ αυξημένες δόσεις.
Το Δικαστήριο έχει τονίσει ότι, όταν χορηγούν δάνειο σε ξένο νόμισμα, οι τράπεζες οφείλουν να δίνουν επαρκείς πληροφορίες ώστε οι καταναλωτές να μπορούν να λαμβάνουν συνετές και καλά τεκμηριωμένες αποφάσεις. Είναι απαραίτητο οι καταναλωτές να κατανοούν και να αξιολογούν πλήρως τις οικονομικές συνέπειες των επίμαχων συμβατικών όρων (C-186/16 Andriciuc κ.λπ.). Πηγαίνοντας ένα βήμα παραπέρα, το Δικαστήριο αποφάνθηκε, σε μια λίγο μεταγενέστερη υπόθεση, ότι οι συμβατικοί όροι αναφορικά με τον συναλλαγματικό κίνδυνο πρέπει να είναι σαφείς για τον καταναλωτή, τόσο ως προς τη διατύπωσή τους όσο και ως προς τον πραγματικό τους αντίκτυπο (C‑51/17 OTP Bank και OTP Faktoring).
Σε μια άλλη υπόθεση, το Δικαστήριο έκρινε ότι, εάν ο καταναλωτής έχει συνάψει σύμβαση δανείου σε ξένο νόμισμα και δεν γνωρίζει ότι κάποια συμβατική ρήτρα είναι καταχρηστική, η αξίωσή του για επιστροφή ποσών που καταβλήθηκαν βάσει της καταχρηστικής ρήτρας δεν υπόκειται σε παραγραφή. Επισήμανε δε ότι η πληροφόρηση εκ μέρους του δανειστή δεν πληροί την απαίτηση διαφάνειας αν στηρίζεται στην παραδοχή ότι η συναλλαγματική ισοτιμία θα παραμείνει σταθερή καθ’ όλη τη διάρκεια της περιόδου αποπληρωμής του δανείου (C-609/19, C-776/19, C-782/19 BNP Paribas Personal Finance).
Προστασία των καταναλωτών στο διαδίκτυο
Στην ψηφιακή εποχή, οι διαδικτυακές αγορές έχουν γίνει αναπόσπαστο μέρος της καθημερινότητας, μεταμορφώνοντας τον τρόπο με τον οποίο οι καταναλωτές προμηθεύονται αγαθά και υπηρεσίες. Αυτή όμως η επανάσταση στο λιανικό εμπόριο ενέχει ιδιαίτερες προκλήσεις αλλά και κινδύνους για τους καταναλωτές. Συνεπώς, το Δικαστήριο αντιμετωπίζει συχνά καταστάσεις που αφορούν τα δικαιώματα των καταναλωτών όταν κάνουν αγορές διαδικτυακά. Στο πλαίσιο αυτό, ορισμένα βασικά ζητήματα είναι τα εξής:
- Ποιες είναι οι εξαιρέσεις από το «δικαίωμα υπαναχώρησης» του καταναλωτή όταν πρόκειται για διαδικτυακές αγορές;
- Ποια πρέπει να είναι η σήμανση στα κουμπιά παραγγελίας προκειμένου να γνωρίζουν οι καταναλωτές ότι υπέχουν «υποχρέωση πληρωμής»;
Δικαίωμα υπαναχώρησης
Το «δικαίωμα υπαναχώρησης» είναι το δικαίωμα που έχετε ως καταναλωτές να αλλάξετε γνώμη για κάτι που έχετε αγοράσει «εξ αποστάσεως». Το αρχικό πεδίο εφαρμογής του ήταν οι αγορές μέσω καταλόγου και ταχυδρομικής παραγγελίας, αλλά πλέον έχει επεκταθεί στις διαδικτυακές αγορές και συνιστά θεμελιώδη πτυχή τους. Σύμφωνα με το ενωσιακό δίκαιο, οι καταναλωτές έχουν προθεσμία τουλάχιστον 14 ημερών από την ημερομηνία παράδοσης για να ασκήσουν το δικαίωμα υπαναχώρησης. Χωρίς οποιαδήποτε αιτιολόγηση, μπορείτε να επιστρέψετε ό,τι προμηθευτήκατε και να πάρετε πίσω ολόκληρο το ποσό που πληρώσατε.
Επιστροφή των εξόδων αποστολής και παράδοσης
Το 2008 τέθηκε το ερώτημα αν ένας πελάτης δικαιούται να του επιστραφεί όχι μόνον το αντίτιμο του προϊόντος που αγόρασε, αλλά και τα έξοδα αποστολής και παράδοσης. Στην υπόθεση εκείνη, γερμανική ένωση καταναλωτών είχε στραφεί κατά της Heinrich Heine, εταιρίας ταχυδρομικών παραγγελιών. Η Heine χρέωνε παγίως 4,95 ευρώ για την αποστολή και την παράδοση. Σε περίπτωση επιστροφής των προϊόντων, το ποσό αυτό παρακρατούνταν. Το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι κάτι τέτοιο ενδέχεται να αποθαρρύνει τους καταναλωτές από το να κάνουν χρήση του δικαιώματος υπαναχώρησης. Ως εκ τούτου, τα έξοδα αυτά πρέπει να επιστρέφονται. Το Δικαστήριο έκρινε πάντως ότι δεν απαγορεύεται να επωμιστεί ο καταναλωτής το κόστος της επιστροφής του προϊόντος. Έτσι, μπορεί να είναι ισορροπημένη η κατανομή του συνολικού κόστους μεταξύ του καταναλωτή και του πωλητή (C-511/08 Heinrich Heine).
Καθυστερημένη επιστροφή των προϊόντων
Το 2007, γερμανικό δικαστήριο ζήτησε από το Δικαστήριο να διευκρινίσει αν ο καταναλωτής οφείλει να αποζημιώσει τον πωλητή για τη χρήση των προϊόντων πριν από την επιστροφή τους. Η P. Messner αγόρασε διαδικτυακά έναν μεταχειρισμένο φορητό υπολογιστή, αλλά αποφάσισε να τον επιστρέψει μετά από οκτώ μήνες. Μολονότι η κανονική προθεσμία υπαναχώρησης είχε παρέλθει, η P. Messner δεν είχε ενημερωθεί για την ημερομηνία έναρξης της προθεσμίας, όπως απαιτεί η γερμανική νομοθεσία. Ο πωλητής υποστήριξε ότι, εν πάση περιπτώσει, η P. Messner έπρεπε να καταβάλει αποζημίωση για την οκτάμηνη περίοδο χρήσης του φορητού υπολογιστή, σημειώνοντας ότι, αν νοίκιαζε παρόμοιο υπολογιστή για την ίδια περίοδο, θα επιβαρυνόταν με ορισμένο ποσό. Το Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι καταναλωτές που ασκούν το δικαίωμα υπαναχώρησης δεν υποχρεούνται σε αποζημίωση επειδή χρησιμοποίησαν τα προϊόντα, εκτός εάν πρόκειται για χρήση η οποία υπερβαίνει κάποια εύλογα όρια, όπως αν αντιβαίνει στην αρχή της καλής πίστης. Το νόημα του δικαιώματος υπαναχώρησης είναι ότι επιτρέπεται στους καταναλωτές να ελέγχουν και να δοκιμάζουν τα προϊόντα αζημίως (C-489/07 Pia Messner).
Κατάσταση των επιστρεφόμενων προϊόντων
Έχει επίσης ανακύψει το ζήτημα σε ποια κατάσταση πρέπει να βρίσκονται τα προϊόντα, και δη από πλευράς υγιεινής, όταν επιστρέφονται.
Το 2017, μια προδικαστική παραπομπή από γερμανικό δικαστήριο αφορούσε υπόθεση στην οποία ο καταναλωτής επέστρεψε το στρώμα που αγόρασε, έχοντας όμως προηγουμένως αφαιρέσει το προστατευτικό περιτύλιγμα με το οποίο ήταν καλυμμένο. Το Δικαστήριο έκρινε ότι η αφαίρεση του προστατευτικού περιτυλίγματος δεν συνεπαγόταν αδυναμία του καταναλωτή να ασκήσει το δικαίωμα υπαναχώρησης από διαδικτυακή πώληση. Επισήμανε ότι το στρώμα μπορούσε κάλλιστα να καθαριστεί ή να απολυμανθεί, με τον ίδιο τρόπο όπως οι έμποροι λιανικής πώλησης ενδυμάτων χειρίζονται τα επιστρεφόμενα προϊόντα προκειμένου να τα μεταπωλήσουν (C-681/17 slewo).
Εισιτήρια για εκδηλώσεις
Υπάρχουν ωστόσο περιορισμοί στο δικαίωμα υπαναχώρησης. Το ενωσιακό δίκαιο προβλέπει ρητά ότι οι πελάτες δεν δικαιούνται να υπαναχωρήσουν από την αγορά εισιτηρίων για δραστηριότητες αναψυχής που συνδέονται με συγκεκριμένες ημερομηνίες. Η λογική είναι ότι πρέπει να διασφαλίζεται η προστασία των διοργανωτών εκδηλώσεων από ακυρώσεις της τελευταίας στιγμής οι οποίες θα μπορούσαν να δυσχεράνουν τη μεταπώληση των εισιτηρίων. Με απόφαση που εξέδωσε το 2022, το Δικαστήριο επιβεβαίωσε ότι ο ως άνω περιορισμός ισχύει και για τα εισιτήρια που πωλούνται από μεσάζοντες, όπως τα πρακτορεία εισιτηρίων (C-96/21 CTS Eventim).
Κουμπιά ηλεκτρονικής παραγγελίας
Σύμφωνα με το ενωσιακό δίκαιο, σε περίπτωση διαδικτυακής αγοράς, πρέπει οπωσδήποτε να υπάρχει ρητή αναγνώριση εκ μέρους του καταναλωτή ότι αντιλαμβάνεται πως, υποβάλλοντας την παραγγελία, αναλαμβάνει «υποχρέωση πληρωμής». Η ρητή αναγνώριση μπορεί να επέλθει, για παράδειγμα, με το πάτημα ενός «κουμπιού παραγγελίας» στον ιστότοπο αγορών.
Το 2021, γερμανικό δικαστήριο ζήτησε από το Δικαστήριο καθοδήγηση σε μια υπόθεση όπου καταναλωτής που είχε επισκεφτεί ιστότοπο για κρατήσεις ξενοδοχείων, έκανε κλικ σε κουμπί με την ένδειξη «ολοκλήρωση της κράτησης». Το Δικαστήριο κατέστησε σαφές ότι, πριν υποβληθεί η διαδικτυακή παραγγελία από τον καταναλωτή, ο έμπορος οφείλει να τον έχει ενημερώσει για οποιαδήποτε υποχρέωση πληρωμής. Αν και δεν είναι απαραίτητο να χρησιμοποιούνται αυτές ακριβώς οι λέξεις, πρέπει η σήμανση στο κουμπί παραγγελίας να είναι σαφής και να προκύπτει ότι ο καταναλωτής αναλαμβάνει υποχρέωση πληρωμής μόλις το πατήσει (C-249/21 Fuhrmann-2).
Συμπέρασμα
Όλες οι παραπάνω αποφάσεις υπογραμμίζουν την προσήλωση με την οποία το ΔΕΕ προστατεύει τα δικαιώματα των καταναλωτών, τόσο στις παραδοσιακές αγορές όσο και στον ραγδαία εξελισσόμενο κόσμο του ηλεκτρονικού εμπορίου. Μέσα από υποθέσεις σχετικές με την επισήμανση των τροφίμων, τις καταχρηστικές συμβατικές ρήτρες, το δικαίωμα υπαναχώρησης και τις ρυθμίσεις παραγγελίας στο διαδίκτυο, η νομολογία του ΔΕΕ διαρκώς προσαρμόζεται ώστε η προστασία των καταναλωτών να μην αποδυναμώνεται και να συμβαδίζει με τα νέα δεδομένα.
